ΜιλτονΤο «ΔΩΡΟ» ΜΑΣ:Naomi Klein- Το δόγμα του ΣΟΚ

Standard

Tο Πασχαλιάτικο  «Δώρο» μας.

ΤΟ

ΔΟΓΜΑ

ΤΟΥ ΣΟΚ

`
Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

(Εκδόσεις Λιβάνη)

`

Posted by: ftanei_pia

`

Πρόλογος :Το μικρό απόσπασμα από το best seller της Naomi Klein «Το Δόγμα του Σοκ», που ακολουθεί, αποτελεί ένα Δώρο στους επισκέπτες του ταπεινού μας blog eydapftaneipia.wordpress.com, και δίνει, κατά τη γνώμη μας,  μερικές  τεκμηριωμένες απαντήσεις για ότι συμβαίνει στις μέρες μας (και όχι μόνο), και αφίνει σε μας το απείρως δυσκολότερο: να δώσουμε απαντήσεις στο «ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ» για να αντιμετωπίσουμε αυτά που.. συμβαίνουν.

Το συνιστούμε ανεπιφύλακτα, και επιφυλασσόμαστε, (νάμαστε πρώτα καλά) και για άλλα αποσπάσματα, όπως αυτό που θα ακολουθήσει του σημερινού επίλογου, που προλογίζει ο Εβο Μοράλες, ιθαγενής λαοφιλής πρόεδρος του Ισημερινού, που αντιμετώπισε επιτυχώς, πρόσφατο πραξικόπημα, πίσω από το οποίο βρίσκονταν οι μόνιμοι βορειοαμερικανοί “σημαιοφόροι” της Ειρήνης και της Δημοκρατίας..

`

`

ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΟΥ ΣΟΚ

Μιλτον Φριντμαν-Αουγκούστο Πινοτσέτ

`

`

`

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΤΟ KΕNO ΕINΑΙ  ΩΡΑΙO

ΤΡΕΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΙΣΟΠΕΔΩΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

`

«έφθάρη δε ή γη έναντίον του Θεοϋ, και έπλήσθη ή γη άδικίας.

και  είδε Κύριος ό Θεός την γην, και ην κατεφθαρµένη,

οτι κατέφθειρε  πάσα σαρξ την οδόν αύτου επί της γης.

και είπε Κύριος ό Θεός Τω  Νώε’ καιρος παντός άνθρώπου

ηκει έναντίον µου, ότι έπλήσθη ή γη  άδικίας άπ’ αύτών,

και ίδου εγώ καταφθείρω αυτούς και την γην».

Γένεσις, 6: 11-13

(Η Αγία Γραφή, Μετάφραση των Εβδοµήκοντα)

`

«Το Σοκ και το Δέος συνιστούν ενέργειες οι οποίες

συνεπάγονται φόβους, κινδύνους και καταστροφές

που αδυνατούν να κατανοήσουν οι άνθρωποι στην

πλειονότητά τους, αλλά και συγκεκριµένα στοιχεία/

τοµείς της κοινωνίας της απειλής ή της ηγεσίας  της.

Η φύση, µε τη µορφή καταιγίδων, τυφώνων, σεισµών,

πλημμυρών, ανεξέλεγκτων πυρκαγιών, λιµών και

ασθενειών, µπορεί  να προκαλέσει Σοκ και Δέος-.

`

Shock and Awe: Achieving Rapid Dominance,

το στρατιωτικό δόγµα για τον πόλεµο των ΗΠΑ στο Ιράκ!


`

(ΤΥΦΩΝΑΣ ΚΑΤΡΙΝΑ)

Γνώρισα τον Τζαµάρ Πέρι τον Σεπτέµβριο του 2005 στο µεγάλο καταυλισµό  του Ερυθρού Σταυρού στο Μπατόν Ρουζ της Λουϊζιάνα. Το συσσίτιο διανεμόταν από χαµογελαστούς νεαρούς οπαδούς της σαϊεντολογίας και ο Πέρι περίµενε στην ουρά. Έχοντας µόλις προ ολίγου συλληφθεί να µιλάω µε πληγέντες  χωρίς να µε συνοδεύει κάποιος από τους υπευθύνους του Γραφείου Τύπου, έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι µου για να συγχωνευτώ µε το πλήθος, µια λευκή Καναδή µέσα σε µια θάλασσα Αφροαµερικανών του Νότου. Κατάφερα να χωθώ στην ουρά πίσω από τον Πέρι. Του ζήτησα να αρχίσει να µου µιλάει σαν  να ήµασταν παλιοί φίλοι και το έκανε πρόθυµα.Έχοντας γεννηθεί και µεγαλώσει στη Νέα Ορλεάνη, είχε εγκαταλείψει την πλημμυρισμένη πόλη πριν από µία βδοµάδα. Έµοιαζε γύρω στα δεκαεφτά,  αλλά µου είπε ότι ήταν είκοσι τεσσάρων ετών. Εκείνος και η οικογένειά του είχαν υποχρεωθεί σε ατέλειωτη αναµονή για τα λεωφορεία που θα τους αποµάκραιναν από την πόλη. Καθώς αυτά δεν εµφανίστηκαν ποτέ, χρειάστηκε να  περπατήσουν επί ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο. Τελικά, κατέληξαν εδώ, σε  ένα µεγάλο συνεδριακό κέντρο το οποίο συνήθως φιλοξενεί εκθέσεις φαρµακευτικών προϊόντων και τη διοργάνωση «Πρωτεύουσα του Μακελειού: Η Υπέρτατη Πρόκληση στην Πάλη µέσα σε Σιδερένια Κλουβιά», αλλά τώρα ήταν ασφυκτικά γεµάτο από δύο χιλιάδες κρεβάτια και ένα πλήθος εξοργισµένων  και εξουθενωµένων ανθρώπων, φρουρούµενων από ευέξαπτους άντρες της  Εθνοφρουράς οι οποίοι είχαν µόλις επιστρέψει από το Ιράκ.

Η είδηση που διαδιδόταν µε αστραπιαία ταχύτητα σε όλο τον καταυλισµό  εκείνη τη µέρα ήταν ότι ο Ρίτσαρντ Μπέικερ, ένας διακεκριµένος Ρεπουµπλικάνος βουλευτής που καταγόταν από αυτή την πόλη, είχε πει στα µέλη κάποιου λόµπι: «Επιτέλους, ξεµπερδέψαµε µε το ζήτηµα της κοινωνικής στέγης στη  Νέα Ορλεάνη. Εµείς δεν µπορούσαµε να το κάνουµε, αλλά το έκανε ο Θεός.»  Ο Τζόζεφ Κανιζάρο, ένας από τους πλουσιότερους εργολάβους της Νέας Ορλεάνης, διακατεχόταν από παρόµοια συναισθήµατα: «Πιστεύω ότι τώρα µπορούµε να αρχίσουµε από την αρχή. Αυτή η λευκή σελίδα µας εξασφαλίζει µερικές πολύ µεγάλες ευκαιρίες».» Ολόκληρη εκείνη τη βδοµάδα η έδρα του Νοµοθετικού Σώµατος της Πολιτείας της Λουϊζιάνα στο Μπατόν Ρουζ ήταν κατακλυσµένη από ανθρώπους των επιχειρηµατικών λόµπι που έκαναν ό,τι µπορούσαν για να διασφαλίσουν την εκµετάλλευση αυτών των µεγάλων ευκαιριών: χαµηλότερους φόρους, λιγότερες κανονιστικές ρυθµίσεις, φτηνότερο εργατικό δυναµικό και µια «µικρότερη, ασφαλέστερη πόλη» – κάτι που στην πράξη σήµαινε την ακύρωση των σχεδίων για κοινωνικές κατοικίες και την αντικατάστασή τους από συγκροτήµατα ιδιόκτητων κατοικιών. Ακούγοντας όλες  αυτές τις συζητήσεις για «καινούρια αρχή» και «λευκή σελίδα», µπορούσες σχεδόν να ξεχάσεις το τοξικό χάος των ερειπίων, των χηµικών αποβλήτων και των  ανθρώπινων λειψάνων µερικά χιλιόµετρα πιο πέρα.

Στον καταυλισµό ο Τζαµάρ δεν µπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο.

– Πραγματικά δεν το βλέπω ως καθάρισμα της πόλης. Αυτό που βλέπω είναι ότι πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν στα προάστια. Άνθρωποι που δεν έπρεπε να πεθάνουν».

Μιλούσε χαµηλόφωνα, αλλά ένας ηλικιωµένος άντρας που στεκόταν µπροστά µας στην ουρά άκουσε τη συζήτησή µας και ξέσπασε:

«Μα τι έχουν πάθει όλοι αυτοί στο Μπατόν Ρουζ; Δεν πρόκειται για ευκαιρία. Πρόκειται για µια καταραµένη τραγωδία. Μα είναι τυφλοί;».

Μια µητέρα δύο παιδιών παρενέβη στη συζήτηση:

«’Οχι, δεν είναι τυφλοί, είναι σατανικοί. Βλέπουν µια χαρά».

Ένας από εκείνους που διέβλεψαν µια µεγάλη ευκαιρία στην πληµµυρισµένη  Νέα Ορλεάνη ήταν ο Μίλτον Φρίντµαν,

Μ. Φριντμαν-Α. Πινοτσέτ

ο µεγάλος γκουρού του ιδεολογικού  κινήµατος υπέρ του αχαλίνωτου καπιταλισµού και ο άνθρωπος στον οποίο πιστώνεται το κανονιστικό πλαίσιο για τη σηµερινή, υπερκινητική παγκόσµια οικονοµία. Ενενήντα τριών ετών και µε εύθραυστη υγεία, ο «θείος Μίλτι», όπως  ήταν γνωστός στους κύκλους των οπαδών του, βρήκε εντούτοις τη δύναµη να  γράψει ένα άρθρο στη Wαll Street Journal τρεις µήνες µετά την κατάρρευση των  φραγµάτων που προστάτευαν τη Νέα Ορλεάνη. «Τα περισσότερα σχολεία της  Νέας Ορλεάνης είναι συντρίμμια», σχολίαζε ο Φρίντµαν, «όπως εξάλλου και  τα σπίτια των παιδιών που φοιτούσαν σε αυτά. Τα παιδιά είναι πλέον διασκορπισµένα σε ολόκληρη τη χώρα. Πρόκειται για µια τραγωδία. Αλλά είναι επίσης και µια ευκαιρία να µεταρρυθµίσουµε ριζικά το εκπαιδευτικό σύστηµα».

Η ριζοσπαστική ιδέα του Φρίντµαν ήταν, αντί να δαπανήσει η κυβέρνηση  ένα µέρος από τα δισεκατομμύρια δολάρια της χρηµατικής βοήθειας προς  τους πληγέντες για την ανοικοδόµηση και τη βελτίωση του υπάρχοντος συστήµατος δηµόσιας παιδείας στη Νέα Ορλεάνη, να εφοδιάσει τις οικογένειες µε  κουπόνια µε τα οποία τα παιδιά θα µπορούσαν να πηγαίνουν σε ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύµατα -πολλά από τα οποία λειτουργούσαν µε αποκλειστικό  σκοπό το κέρδος, ώστε µε αυτό τον τρόπο να επιδοτηθούν από το κράτος.  Ήταν κρίσιµο, έγραφε ο Φρίντµαν, αυτή η θεµελιώδης αλλαγή να µην αποτελεί µια προσωρινή λύση, αλλά µάλλον µια «µόνιµη µεταρρύθµιση».

Ένα δίκτυο δεξιών «δεξαµενών σκέψης» οπλίστηκαν µε την πρόταση του  Φρίντµαν και εφόρµησαν στην πόλη µετά τον τυφώνα. Η κυβέρνηση του  Τζορτζ Μπους υποστήριξε τα σχέδιά τους µε δεκάδες εκατοµµύρια δολάρια,  προκειµένου τα σχολεία της Νέας Ορλεάνης να µετατραπούν σε «επιδοτούµενα σχολεία», δηλαδή σε εκπαιδευτικά ιδρύματα που θα επιχορηγούνταν από  το δημόσιο, αλλά θα τα διηύθυναν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου σύμφωνα με τους δικούς τους κανόνες. Τα επιδοτούμενα σχολεία έχουν προκαλέσει  μεγάλη πόλωση στις ΗΠΑ, και κυρίως στη Νέα Ορλεάνη, όπου πολλοί Αφροαμερικανοί γονείς τα αντιμετωπίζουν ως ένα μέσο για να ανατραπούν οι κατακτήσεις του κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι οποίες διασφάλιζαν  το ίδιο επίπεδο παιδείας για όλα τα παιδιά. Ωστόσο για τον Μίλτον Φρίντμαν  η έννοια του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος «βρομούσε» σοσιαλισμό.  Κατά την άποψή του, ο ρόλος του κράτους πρέπει να περιορίζεται «στην προστασία της ελευθερίας μας τόσο από τους εχθρούς εκτός των πυλών όσο και  από τους συμπολίτες μας: στη διατήρηση του νόμου και της τάξης, στην επιβολή της εφαρμογής των ιδιωτικών συμφωνιών, στην προώθηση των ανταγωνιστικών αγορών». Με άλλα λόγια, στη συντήρηση της αστυνομίας και του  στρατού – οτιδήποτε άλλο, συμπεριλαμβανομένης της δωρεάν παιδείας, είναι  μια άδικη παρέμβαση στην αγορά.

Σε αντίθεση με τον αργό ρυθμό με τον οποίο επισκευάζονταν τα φράγματα και αποκαθίστατο η ηλεκτροδότηση, ο εκπλειστηριασμός του σχολικού συστήματος της Νέας Ορλεάνης πραγματοποιήθηκε με στρατιωτική ταχύτητα  και ακρίβεια. Μέσα σε δεκαεννέα μήνες, και με τους περισσότερους από τους  φτωχούς κατοίκους της πόλης ακόμα εξόριστους, το σύστημα δημόσιας παιδείας της Νέας Ορλεάνης αντικαταστάθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από επιδοτούμενα ιδιωτικά σχολεία. Πριν από τον τυφώνα Κατρίνα στη σχολική διεύθυνση υπάγονταν εκατόν είκοσι τρία δημόσια σχολεία, ενώ τώρα πια μόνο τέσσερα. Πριν από τον τυφώνα υπήρχαν εφτά επιδοτούμενα σχολεία στην πόλη,  ενώ τώρα αυτά ανέρχονταν σε τριάντα ένα. Οι δάσκαλοι της Νέας Ορλεάνης  διέθεταν ένα ισχυρό συνδικάτο, ενώ τώρα πια η συλλογική σύμβαση των δασκάλων ήταν ένα κουρελόχαρτο και όλα τα μέλη του συνδικάτου (τετρακόσια εβδομήντα άτομα) είχαν απολυθεί. Μερικοί από τους νεαρότερους δασκάλους  προσλήφθηκαν με μειωμένους μισθούς από τα επιδοτούμενα ιδιωτικά σχολεία,  κάτι που όμως δε συνέβη για τους περισσότερους.

Η Νέα Ορλεάνη ήταν πλέον, σύμφωνα με τους New York Times, «το κατεξοχήν πειραματικό εργαστήριο του έθνους για την επέκταση των κρατικά επιδοτούμενων ιδιωτικών σχολείων», ενώ το American Enterprise Institute, μια  φριντμανική «δεξαμενή σκέψης», δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό του επειδή «ο τυφώνας Κατρίνα πραγματοποίησε μέσα σε μία μέρα [ … ] ό,τι οι μεταρρυθμιστές του σχολικού συστήματος της Λουϊζιάνα δεν είχαν καταφέρει έπειτα από πολλά χρόνια προσπαθειών». Εν τω µεταξύ, οι δάσκαλοι των δηµόσιων  σχολείων, που έβλεπαν τα χρήµατα τα οποία προορίζονταν για τα θύµατα  της πληµµύρας να αλλάζουν προορισµό και να χρησιµοποιούνται για να εξαλειφθεί ένα δηµόσιο σύστηµα εκπαίδευσης και να αντικατασταθεί από ένα  ιδιωτικό, αποκαλούσαν το σχέδιο του Φρίντµαν «εκπαιδευτική υφαρπαγή  γης».

Όσο για µένα, προτιµώ να ονοµάζω αυτές τις ενορχηστρωµένες επιδροµές  εναντίον της δηµόσιας σφαίρας ύστερα από καταστρεπτικά συµβάντα, σε συνδυασµό µε την αντιµετώπιση των καταστροφών ως επιχειρηµατικών ευκαιριών, «καπιταλισµό της καταστροφής.

Αυτή υπήρξε η τελευταία ανάµειξη του Φρίντµαν στο δηµόσιο βίο. Προτού συµπληρωθεί ένας χρόνος από τη δηµοσίευση του άρθρου του, στις 16 Νοεµβρίου 2006, πέθανε σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών. Η προώθηση της ιδιωτικοποίησης του σχολικού συστήµατος µιας µεσαίου µεγέθους πόλης των ΗΠΑ  µοιάζει ίσως µε µια ταπεινή ενασχόληση για τον άνθρωπο που εξυµνήθηκε ως  ο οικονοµολόγος που άσκησε τη µεγαλύτερη επιρροή στο δεύτερο µισό του εικοστού αιώνα, ανάµεσα στους µαθητές του οποίου συγκαταλέγονται αρκετοί  Πρόεδροι των ΗΠΑ, πρωθυπουργοί της Βρετανίας, Ρώσοι ολιγάρχες, υπουργοί Οικονοµικών της Πολωνίας, δικτάτορες σε χώρες του Τρίτου Κόσµου, γενικοί γραµµατείς του Κοµουνιστικού Κόµµατος της Κίνας, αξιωµατούχοι του  Διεθνούς Νοµισµατικού Ταµείου και οι τελευταίοι τρεις επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve). Ωστόσο η αποφασιστικότητά  του να εκµεταλλευτεί την κρίση στη Νέα Ορλεάνη για να προωθήσει µια φονταµενταλιστική εκδοχή του καπιταλισµού ήταν ένας αλλόκοτα αρµόζων αποχαιρετισµός από αυτό τον ανεξάντλητα ενεργητικό καθηγητή που το ανάστηµά του δεν ξεπερνούσε το ενάµισι µέτρο και στην ακµή της ηλικίας του είχε  περιγράψει τον εαυτό του ως έναν «παλαιών αρχών ιεροκήρυκα που εκφωνεί  το κυριακάτικο κήρυγµα».

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες ο Φρίντµαν και οι παντοδύναµοι οπαδοί του τελειοποιούσαν αυτήν ακριβώς τη στρατηγική: την αναµονή κάποιας  µείζονος κρίσης προκειµένου να εκποιήσουν τµήµατα της δηµόσιας σφαίρας  σε ιδιώτες ενόσω οι πολίτες ήταν ακόµα ζαλισµένοι από το σοκ και να µονιµοποιήσουν στη συνέχεια τις «µεταρρυθµίσεις».

Σε ένα από τα πιο σηµαντικά δοκίµιά του ο Φρίντµαν διατύπωσε τη συνταγή που συνιστά τον πυρήνα της τακτικής του σηµερινού καπιταλισµού και την  οποία αποκαλώ «δόγµα του σοκ». Επισήµανε ότι «µόνο µια κρίση -είτε είναι  είτε απλώς εκλαµβάνεται ως πραγµατική-οδηγεί σε πραγµατικές αλλαγές.  Όταν ξεσπάει µια κρίση, οι δράσεις που αναπτύσσονται εξαρτώνται από τις  περιρρέουσες ιδέες. Πιστεύω ότι αυτή πρέπει να είναι η βασική λειτουργία  µας: να αναπτύσσουµε εναλλακτικές πολιτικές που θα αντικαταστήσουν τις  υπάρχουσες, να τις διατηρούµε ζωντανές και διαθέσιµες, έως ότου το πολιτικά αδύνατον καταστεί πολιτικά αναπόφευκτο». Μερικοί άνθρωποι συσσωρεύουν κονσέρβες και νερό ώστε να είναι προετοιµασµένοι για µια πιθανή µείζονα καταστροφή. Οι οπαδοί του Φρίντµαν συσσωρεύουν ιδέες οι οποίες προωθούν τις ελεύθερες αγορές. Διότι ο καθηγητής του Πανεπιστηµίου του Σικάγου ήταν πεπεισµένος ότι, όταν ξεσπάει µια κρίση, αποτελεί ζήτηµα καθοριστικής σηµασίας η ακαριαία δράση, η γρήγορη και αµετάκλητη επιβολή αλλαγών, πριν η συγκλονισµένη κοινωνία διολισθήσει πάλι στην «τυραννία του  στάτους κβο». Εκτιµούσε ότι «μια καινούρια κυβέρνηση έχει στη διάθεσή της  έξι µε εννέα µήνες για να επιβάλει µείζονες αλλαγές. Αν δεν αδράξει την ευκαιρία για να δράσει αποφασιστικά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δε  θα της προσφερθεί ξανά παρόµοια ευκαιρία». Μια παραλλαγή της υπόδειξης του Μακιαβέλι ότι τα πλήγµατα πρέπει να επιφέρονται «όλα µαζί», η στρατηγική αυτή υπήρξε το µακροβιότερο κληροδότηµα του Φρίντµαν.

Ο Φρίντµαν πρωτοέµαθε πώς να εκµεταλλεύεται ένα µεγάλης κλίµακας σοκ ή  µια κρίση στα µέσα της δεκαετίας του 1970, όταν έδρασε ως σύµβουλος του  Χιλιανού δικτάτορα στρατηγού Αουγκούστο Πινοτσέτ. Οι Χιλιανοί βρέθηκαν  σε κατάσταση σοκ µετά το βίαιο πραξικόπηµα του Πινοτσέτ, ενώ η χώρα είχε  δεχτεί βαθύτατο πλήγµα από τον υπερπληθωρισµό. Ο Φρίντµαν συµβούλεψε  τον Πινοτσέτ να προχωρήσει σε έναν καταιγιστικό µετασχηµατισµό της οικονοµίας: µείωση φόρων, ελεύθερο εµπόριο, ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών  υπηρεσιών, περιστολή των κοινωνικών δαπανών και απορρύθµιση. Τελικά, οι  Χιλιανοί είδαν ακόµα και τα δηµόσια σχολεία τους να αντικαθίστανται από  χρηµατοδοτούµενα µε κουπόνια ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύµατα. Ήταν η πιο  ακραία καπιταλιστική µεταµόρφωση που επιχειρήθηκε ποτέ και έγινε γνωστή  ως «η επανάσταση της Σχολής του Σικάγου», καθώς πολλοί από τους οικονοµολόγους του Πινοτσέτ είχαν υπάρξει φοιτητές του Φρίντµαν στο Πανεπιστήµιο του Σικάγου. Ο Φρίντµαν πρόβλεψε ότι η ταχύτητα, το εύρος και η αιφνιδιαστική επιβολή των οικονοµικών αλλαγών θα προκαλούσαν στον πληθυσµό  ψυχολογικές αντιδράσεις οι οποίες «θα διευκόλυναν την προσαρµογή». Επινόησε δε την ακόλουθη φράση για αυτή την οδυνηρή τακτική: οικονοµική «θεραπεία-σοκ». Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, όποτε οι κυβερνήσεις επέβαλλαν σαρωτικά προγράµµατα προώθησης της ελεύθερης αγοράς, η θεραπεία σοκ (ή αγωγή-σοκ) ήταν η µέθοδος που επέλεγαν.

Επιπλέον, ο Πινοτσέτ διευκόλυνε τη µετάβαση αυτή µε τις δικές του θεραπείες-σοκ, οι οποίες πραγµατοποιούνταν στα κελιά βασανισµού του καθεστώτος, όπου εφαρµόζονταν πάνω στα σφαδάζοντα σώµατα όσων θεωρούνταν πιθανά εµπόδια στον καπιταλιστικό µετασχηµατισµό. Πολλοί στη Λατινική Αµερική διέκριναν µια άµεση σχέση ανάµεσα στα οικονοµικά σοκ που οδήγησαν  στην ανέχεια εκατοµµύρια ανθρώπους και στην επιδηµία των βασανιστηρίων  µε τα οποία τιµωρούνταν εκατοντάδες χιλιάδες άτοµα τα οποία πίστευαν σε  µια διαφορετική κοινωνία. Όπως έχει γράψει ο Ουρουγουανός συγγραφέας  Εδουάρδο Γκαλεάνο: «Υπάρχει άλλος τρόπος να διατηρηθεί µια τέτοια ανισότητα εκτός από τις συσπάσεις των ηλεκτροσόκ;».

Ακριβώς τριάντα χρόνια µετά την πρόκληση αυτών των τριών διακριτών  µορφών σοκ στη Χιλή, η συνταγή εφαρµόστηκε πάλι, µε πολύ µεγαλύτερη βιαιότητα, στο Ιράκ. Στην αρχή ήρθε ο πόλεµος, ο οποίος, σύµφωνα µε τους δηµιουργούς του στρατιωτικού δόγµατος «Σοκ και Δέος», αποσκοπούσε στο «να  ελέγξει τη βούληση, την αντίληψη και την κατανόηση του αντιπάλου και, κυριολεκτικά, να τον καταστήσει ανίκανο να δράσει ή να αντιδράσει». Επακολούθησε µια ριζοσπαστική οικονοµική θεραπεία-σοκ, η οποία επιβλήθηκε από  τον εκπρόσωπο των ΗΠΑ Λιούις Πολ Μπρέµερ ενόσω η χώρα ήταν ακόµα παραδοµένη στις φλόγες: µαζικές ιδιωτικοποιήσεις, καθολική επιβολή του ελεύθερου εµπορίου, ενιαίος φορολογικός συντελεστής 15%, δραµατική µείωση  του ρόλου του κράτους.

Ο µεταβατικός υπουργός Εµπορίου του Ιράκ Αλί Αµπντούλ-Αµίρ Αλάουι είχε πει ότι οι συµπατριώτες του «έχουν αηδιάσει και κουραστεί να είναι πειραµατόζωα. Το σύστηµα έχει ήδη δεχτεί πολλά σοκ, άρα δε χρειαζόµαστε αυτή  τη θεραπεία-σοκ στην οικονοµία». Όταν όµως οι Ιρακινοί αντιστέκονταν,  συλλαµβάνονταν και οδηγούνταν σε φυλακές όπου το σώµα και το µυαλό τους  υποβάλλονταν σε επιπλέον σοκ – αυτή τη φορά όχι µε τη µεταφορική έννοια  της λέξης.

Εισβολή στο Ιράκ-2003

Άρχισα να ερευνώ την εξάρτηση των ελεύθερων αγορών από τη δύναµη του  σοκ τέσσερα χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια των πρώτων ηµερών της κατοχής  του Ιράκ. Αφού εξιστόρησα σε εκτενή ρεπορτάζ από τη Βαγδάτη τις αποτυχηµένες απόπειρες της Ουάσινγκτον να εφαρµόσει µετά το «Σοκ και Δέος» τη θεραπεία-σοκ, ταξίδεψα στη Σρι Λάνκα εφτά µήνες µετά το ολέθριο τσουνάµι  του 2004 και υπήρξα αυτόπτης µάρτυρας µιας άλλης εκδοχής του ίδιου εγχειρήµατος: Σε αγαστή συνεργασία, ξένοι επενδυτές και διεθνείς δανειστές εκµεταλλεύτηκαν την ατµόσφαιρα του πανικού προκειµένου να παραδώσουν ολόκληρη την πανέµορφη ακτογραµµή σε επιχειρηµατίες που κατασκεύασαν γρήγορα µεγάλα θέρετρα, εµποδίζοντας εκατοντάδες χιλιάδες ψαράδες να ξαναχτίσουν τα παραθαλάσσια χωριά τους. «Εξαιτίας ενός σκληρού παιχνιδιού της  µοίρας, η φύση έδωσε στη Σρι Λάνκα µια µοναδική ευκαιρία, κι έτσι από αυτή τη µεγάλη τραγωδία θα αναδυθεί ένας παγκόσµιας ακτινοβολίας τουριστικός προορισµός», είχε ανακοινώσει η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα. Όταν ο τυφώνας Κατρίνα έπληξε τη Νέα Ορλεάνη και ένα ολόκληρο πλέγµα Ρεπουµπλικάνων πολιτικών, «δεξαµενών σκέψης» και ιδιωτικών εργοληπτικών εταιρειών  άρχισαν να µιλάνε για «λευκή σελίδα» και συναρπαστικές ευκαιρίες, είχε καταστεί πλέον ολοφάνερο ότι η προτιµώµενη µέθοδος προώθησης των επιχειρηµατικών σκοπών ήταν η εκµετάλλευση συλλογικών τραυµάτων προκειµένου  να επιβληθούν ριζικές κοινωνικές και οικονοµικές µεταβολές.

Οι περισσότεροι άνθρωποι που επιβιώνουν από µια βιβλική καταστροφή  θέλουν το ακριβώς αντίθετο µιας καινούριας αρχής: Επιθυµούν να διασώσουν  ό,τι µπορούν και να αρχίσουν να επιδιορθώνουν ό,τι δεν έχει καταστραφεί, επανεπιβεβαιώνοντας τη σχέση τους µε τον τόπο που τους έχει διαµορφώσει. «Οταν  αναπλάθω την πόλη, αισθάνοµαι ότι αναπλάθω τον εαυτό µου», δήλωσε η Κασάντρα Άντριους, κάτοικος της βαριά πληγείσας Κατώτερης Ένατης Περιφέρειας της Νέας Ορλεάνης, ενώ συµµετείχε στην αποµάκρυνση των χαλασµάτων µετά τον τυφώνα.  Όµως ο καπιταλισµός της καταστροφής δεν έχει κανένα συµφέρον να επιδιορθωθεί ό,τι υπήρχε. Στο Ιράκ, στη Σρι Λάνκα και στη  Νέα Ορλεάνη η διαδικασία που παραπλανητικά ονοµάζεται «ανοικοδόµηση»  άρχισε µε την ολοκλήρωση της αρχικής καταστροφής, µε την εξάλειψη οτιδήποτε είχε αποµείνει από τη δηµόσια σφαίρα και τις εκεί ριζωµένες κοινότητες  και µε τη γρήγορη αντικατάστασή τους µε ένα είδος εταιρικής Νέας Ιερουσαλήµ – κι όλα αυτά προτού τα θύµατα ενός πολέµου ή µιας φυσικής καταστροφής προλάβουν να ανασυγκροτηθούν και να διεκδικήσουν ό,τι ήταν δικό τους.  Ο Μάικ Μπατλς το έχει θέσει πολύ ξεκάθαρα: «Για εµάς, ο φόβος και η αταξία ήταν µια πραγµατική επαγγελία». Ο τριαντατετράχρονος πρώην πράκτορας της CIA εξηγούσε πώς το χάος στο µεταπολεµικό Ιράκ βοήθησε την  άγνωστη και χωρίς ιδιαίτερη εµπειρία προσωπική του εταιρεία ιδιωτικής  ασφάλειας Custer Battles να υπογράψει µε την οµοσπονδιακή κυβέρνηση συµβόλαια ύψους l00 εκατοµµυρίων δολαρίων. Τα λόγια του θα µπορούσαν να  είναι το σλόγκαν του σύγχρονου καπιταλισµού: Ο φόβος και η καταστροφή είναι οι καταλύτες για κάθε νέο άλµα προς τα εµπρός.

Όταν άρχισα αυτή την έρευνα για το πώς συνδέονται τα υπερκέρδη µε τις  τεράστιες καταστροφές, πίστευα ότι ήµουν αυτόπτης µάρτυρας µιας θεµελιώδους αλλαγής στον τρόπο µε τον οποίο προωθείται σε όλο τον κόσµο η συστηµατική εκστρατεία «απελευθέρωσης» των αγορών. Όντας µέλος του κινήµατος εναντίον της διόγκωσης της δύναµης των εταιρειών, που εγκαινιάστηκε το  1999 στο Σιάτλ ως ένα φαινόµενο παγκόσµιων διαστάσεων, είχα συνηθίσει να  βλέπω φιλικές προς τις επιχειρήσεις πολιτικές να επιβάλλονται είτε µέσω ασφυκτικών πιέσεων στις συνόδους κορυφής του Παγκόσµιου Οργανισµού Εµπορίου είτε ως προϋποθέσεις για τη χορήγηση δανείων από το Διεθνές Νοµισµατικό Ταµείο (ΔΝΤ). Οι τρεις τυπικές απαιτήσεις (ιδιωτικοποιήσεις, κρατική  απορρύθµιση και σηµαντικές περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες) δεν ήταν  καθόλου δηµοφιλείς στους πολίτες, όµως, όταν υπογράφονταν οι συµφωνίες,  διατηρούνταν τουλάχιστον το πρόσχηµα της αµοιβαίας συµφωνίας ανάµεσα  στις κυβερνήσεις που βρίσκονταν σε διαπραγµάτευση, αλλά και της συναίνεσης από τους υποτιθέµενους ειδικούς. Πλέον το ίδιο ιδεολογικό πρόγραµµα  επιβαλλόταν µε τα πιο σκληρά µέσα καταναγκασµού που θα µπορούσαν να  υπάρξουν: υπό καθεστώς ξένης στρατιωτικής κατοχής ύστερα από µια εισβολή ή έπειτα από µια κατακλυσµιαία φυσική καταστροφή. Φαίνεται ότι η 1lη  Σεπτεµβρίου έδωσε στην Ουάσινγκτον το πράσινο φως ώστε να σταµατήσει να  ρωτάει τις χώρες αν επιθυµούν την αµερικανική εκδοχή «του ελεύθερου εµπορίου και της δηµοκρατίας» και να αρχίσει να την επιβάλλει µε τη στρατιωτική  ισχύ και την τακτική του «Σοκ και Δέους».

Ωστόσο, όταν ερεύνησα πιο διεξοδικά πώς αυτό το µοντέλο της αγοράς  είχε σαρώσει ολόκληρο τον πλανήτη, ανακάλυψα ότι η ιδέα της εκµετάλλευσης κρίσεων και καταστροφών ήταν το modus operandi του ιδεολογικού  κινήµατος του Μίλτον Φρίντµαν ήδη από τις απαρχές του – αυτή η φονταµενταλιστική µορφή του καπιταλισµού χρειαζόταν πάντα καταστροφές για  να προελάσει. Σίγουρα, αυτές οι τόσο εξυπηρετικές καταστροφές έτειναν  µε τον καιρό να γίνονται µεγαλύτερες και περισσότερο συγκλονιστικές από ό,τι παλιότερα, ωστόσο τα όσα συνέβαιναν στο Ιράκ και στη Νέα Ορλεάνη  δεν ήταν πρωτοφανή, δεν αποτελούσαν µια επινόηση της µετά την 1lη Σεπτεµβρίου εποχής. Αντίθετα, αυτά τα τολµηρά πειράµατα εκµετάλλευσης  των κρίσεων υπήρξαν το αποκορύφωµα τριών δεκαετιών αυστηρής προσήλωσης στο δόγµα του σοκ.

Εξεταζόµενα υπό το πρίσµα αυτού του δόγµατος, τα τριάντα πέντε τελευταία χρόνια φαντάζουν πολύ διαφορετικά. Μερικές από τις πιο κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωµάτων κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τις οποίες τείναµε να θεωρούµε σαδιστικές ενέργειες αντιδηµοκρατικών  καθεστώτων, στην πραγµατικότητα είτε διαπράχθηκαν µε την πρόθεση να τροµοκρατηθεί ο πληθυσµός είτε χρησιµοποιήθηκαν προκειµένου να προλειανθεί το έδαφος για την εισαγωγή ριζικών «µεταρρυθµίσεων» υπέρ της ελεύθερης αγοράς. Στη δεκαετία του 1970 η ενέργεια της χούντας της Αργεντινής να  «εξαφανίσει» 30.000 ανθρώπους, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν αριστεροί ακτιβιστές, αποτελούσε αναπόσπαστο τµήµα της επιβολής των πολιτικών της Σχολής του Σικάγου της χώρας, ακριβώς µε τον ίδιο τρόπο που η τροµοκρατία υπήρξε αρωγός της ίδιας οικονοµικής µεταµόρφωσης στη Χιλή. Στην  Κίνα το σοκ της σφαγής στην πλατεία Τιενανµέν το 1989 και οι επακόλουθες  συλλήψεις δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων έλυσαν τα χέρια του Κοµουνιστικού  Κόµµατος προκειµένου να µετατρέψει ένα µεγάλο µέρος της χώρας σε µια διαρκώς διευρυνόµενη ζώνη εξαγωγών, η οποία επανδρώθηκε µε εργάτες υπερβολικά τροµοκρατηµένους για να διεκδικήσουν τα δικαιώµατά τους. Στη Ρωσία  η απόφαση του Μπορίς Γέλτσιν το 1993 να στείλει τανκς να βοµβαρδίσουν το  κτίριο του Κοινοβουλίου και να φυλακίσει τους ηγέτες της αντιπολίτευσης άνοιξε το δρόµο για τις ιδιωτικοποιήσεις-εκποιήσεις που δηµιούργησαν τους διαβόητους ολιγάρχες της χώρας.

Ο πόλεµος των Φόκλαντ το 1982 εξυπηρέτησε έναν παρόµοιο σκοπό στη

Α.Πινοτσέτ, Μ.Θάτσερ

Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ: Εξαιτίας της αναστάτωσης και της εθνικιστικής έξαψης που προκάλεσε, η Θάτσερ απέκτησε τεράστια ισχύ και τη χρησιµοποίησε για να συνθλίψει τους απεργούς ανθρακωρύχους και να εγκαινιάσει τη φρενίτιδα των ιδιωτικοποιήσεων στις Δυτικές δηµοκρατίες. Η επίθεση  του ΝΑΤΟ εναντίον της Σερβίας το 1999 δηµιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για ταχύτατες ιδιωτικοποιήσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία – ένας στόχος  που χρονολογικά είχε τεθεί πριν από τον πόλεµο. Η οικονοµική πολιτική δεν  ήταν σε καµία περίπτωση ο µοναδικός κινητήριος µοχλός για αυτούς τους πολέµους, όµως είναι σαφές ότι σε όλες τις περιπτώσεις ένα µείζον συλλογικό σοκ χρησιµοποιήθηκε προκειµένου να προετοιµαστεί το έδαφος για µια οικονοµική θεραπεία-σοκ.

Τα τραυµατικά γεγονότα που εξυπηρετούν αυτή την «εξασθένιση των αντιστάσεων» της κοινωνίας δε βασίζονται πάντοτε στην απροκάλυπτη βία. Στη  Λατινική Αµερική και στην Αφρική κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980  ήταν η κρίση του χρέους που υποχρέωσε τις χώρες «να προβούν σε ιδιωτικοποιήσεις ή να πεθάνουν», όπως το έχει θέσει ένας πρώην αξιωµατούχος του  ΔΝΤ. Σε κατάσταση διάλυσης εξαιτίας του υπερπληθωρισµού και υπερβολικά χρεωµένες για να πουν όχι στις απαιτήσεις που συνόδευαν τα ξένα δάνεια,  οι κυβερνήσεις αποδέχτηκαν τις «θεραπείες-σοκ» µε την υπόσχεση ότι αυτές  θα τις έσωζαν από µεγαλύτερες καταστροφές. Στην Ασία η χρηματοοικονομική κρίση του 1997-1998 -σχεδόν εξίσου καταστροφική µε τη Μεγάλη Ύφεση ταπείνωσε τις αποκαλούµενες «ασιατικές τίγρεις», οδηγώντας στο άνοιγµα των  αγορών τους σε αυτό που το περιοδικό New York Times περιέγραψε ως τη «µεγαλύτερη εκποίηση επιχειρήσεων που πραγµατοποιήθηκε ποτέ σε ολόκληρο  τον κόσµο». Πολλές από αυτές τις χώρες ήταν δηµοκρατίες, όµως οι ριζικές  µεταρρυθµίσεις υπέρ της ελεύθερης αγοράς δεν επιβλήθηκαν δηµοκρατικά.  Ακριβώς το αντίθετο: Όπως πίστευε ο Φρίντµαν, η διάχυτη ατµόσφαιρα µιας  µείζονος κλίµακας κρίσης πρόσφερε το αναγκαίο πρόσχηµα ώστε να µη ληφθούν υπόψη οι εκπεφρασµένες επιθυµίες των ψηφοφόρων και να παραδοθεί  η χώρα στον έλεγχο οικονοµικών «τεχνοκρατών».

Φυσικά, υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες η υιοθέτηση των πολιτικών της  ελεύθερης αγοράς έγινε δηµοκρατικά: Πολιτικοί κέρδισαν τις εκλογές µε σκληροπυρηνικά προεκλογικά προγράµµατα, µε πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα  την εκλογή του Ρόναλντ Ρέιγκαν στις ΗΠΑ και πιο πρόσφατο την εκλογή του  Νικολά Σαρκοζί. Ωστόσο σε αυτές τις περιπτώσεις οι σταυροφόροι της ελεύθερης αγοράς βρέθηκαν αντιµέτωποι µε λαϊκές πιέσεις και υποχρεώθηκαν να  αµβλύνουν και να τροποποιήσουν τα σχέδιά τους, προβαίνοντας σε σταδιακές  αλλαγές αντί για µια σαρωτική µεταβολή. Εν κατακλείδι, παρότι είναι εφικτό  να επιβληθεί εν µέρει το οικονοµικό µοντέλο του Φρίντµαν σε µια δηµοκρατία, οι συνθήκες ενός απολυταρχικού καθεστώτος αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την απόλυτη εκπλήρωση του πραγµατικού οράµατός του. Προκειµένου να εφαρµοστεί χωρίς περιορισµούς η οικονοµική θεραπεία-σοκ (όπως  έγινε στη Χιλή τη δεκαετία του 1970, στην Κίνα στα τέλη της δεκαετίας του  1980, στη Ρωσία τη δεκαετία του 1990 και στις ΗΠΑ µετά την 11η Σεπτεµβρίου του 2001), απαιτείται πάντα ένα είδος µείζονος συλλογικού τραύµατος, το οποίο είτε αναστέλλει προσωρινά τις δημοκρατικές πρακτικές είτε τις καταργεί ολοκληρωτικά. Η συγκεκριμένη ιδεολογική σταυροφορία ξεκίνησε από τα  καθεστώτα της Νότιας Αμερικής, ενώ στις μεγαλύτερες από τις πρόσφατα κατακτημένες επικράτειές της, στη Ρωσία και στην Κίνα, συνυπάρχει μέχρι σήμερα αρμονικά και επικερδώς με μια πολιτική ηγεσία που διαθέτει σιδερένια  πυγμή.

Η θεραπεία-σοκ επιστρέφει στην κοιτίδα της.

Το ιδεολογικό κίνημα του Φρίντμαν κατακτά εδάφη σε όλο τον κόσμο από τη  δεκαετία του 1970, όμως μέχρι πρόσφατα το όραμά του δεν είχε ποτέ υλοποιηθεί πλήρως στη χώρα προέλευσής του. Ασφαλώς, ο Ρέιγκαν έδωσε σημαντική ώθηση σε αυτό το ιδεολογικό κίνημα, όμως οι ΗΠΑ διατήρησαν ένα σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, κοινωνικής ασφάλισης και δημόσιας παιδείας, καθώς, σύμφωνα με τα λόγια του Φρίντμαν, οι γονείς επέμεναν στην «ανορθολογική προσκόλλησή τους σε ένα σοσιαλιστικό σύστημα».

Όταν οι Ρεπουμπλικάνοι απέκτησαν τον έλεγχο του Κογκρέσου το 1995, ο  Ντέιβιντ Φραμ, απόδημος Καναδός και μελλοντικός συγγραφέας των λόγων  του Τζορτζ Μπους, ήταν ανάμεσα στους αποκαλούμενους «νεοσυντηρητικούς  που έκαναν έκκληση να πραγματοποιηθεί στις ΗΠΑ μια οικονομική επανάσταση με τη μορφή της θεραπείας-σοκ. «Να τι πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε: Αντί για σταδιακές περικοπές -λίγο από δω, λίγο από κει-, καλύτερα μέσα  σε μία μέρα να καταργήσουμε τριακόσια προγράμματα, καθένα από τα οποία  κοστίζει ένα δισεκατομμύριο δολάρια. Ίσως αυτές οι περικοπές να μην κάνουν  τη διαφορά, όμως σίγουρα θα δώσουν το μήνυμα. Και μπορούμε να τις κάνουμε αμέσως»

Η θεραπεία-σοκ που επιζητούσε ο Φραμ δεν εφαρμόστηκε τότε, κυρίως  επειδή δεν υπήρχε κάποια εσωτερική κρίση

Μπους-Φρίντμαν

για να προετοιμάσει το έδαφος.  Όμως το 2001 τα πράγματα άλλαξαν. Όταν έγιναν οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ο Λευκός Οίκος έβριθε από μαθητές του Φρίντμαν, συμπεριλαμβανομένου του στενού του φίλου Ντόναλντ Ράμσφελντ. Η ομάδα του Μπους  εκμεταλλεύτηκε στυγνά και ακαριαία αυτή την περίσταση συλλογικού ιλίγγου – όχι, όπως ισχυρίστηκαν μερικοί, επειδή η κρίση ήταν αποτέλεσμα συνωμοσίας της κυβέρνησης, αλλά επειδή τα κεντρικά πρόσωπα της διοίκησης, βετεράνοι προγενέστερων πειραμάτων του καπιταλισμού της καταστροφής στη Λατινική Αµερική και στην Ανατολική Ευρώπη, ανήκαν σε ένα ιδεολογικό κίνηµα που εύχεται να ξεσπούν κρίσεις µε τον ίδιο τρόπο που οι αγρότες των οποίων τα κτήµατα µαστίζονται από την ξηρασία εύχονται να βρέξει, µε την ίδια  θέρµη που οι χριστιανοί-σιωνιστές οι οποίοι πιστεύουν στη συντέλεια του κόσµου προσεύχονται για την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύµατος.

Για τρεις δεκαετίες ο Φρίντµαν και οι οπαδοί του είχαν µεθοδικά εκµεταλλευτεί συγκλονιστικά γεγονότα ανάλογα της 1lης Σεπτεµβρίου σε άλλες χώρες,  αρχής γενοµένης από το πραξικόπηµα του Πινοτσέτ στις 11 Σεπτεµβρίου του  1973. Αυτό που συνέβη την 1lη Σεπτεµβρίου του 2001 ήταν ότι µια ιδεολογία  που επωάστηκε σε αµερικανικά πανεπιστήµια και ισχυροποιήθηκε σε ιδρύµατα της Ουάσινγκτον είχε επιτέλους την ευκαιρία να επιστρέψει στην κοιτίδα  της.

Η κυβέρνηση Μπους εκµεταλλεύτηκε αµέσως το φόβο που προκάλεσαν οι  επιθέσεις όχι µόνο για να κηρύξει τον «πόλεµο κατά της τροµοκρατίας» αλλά  και για να διασφαλίσει ότι αυτός θα αποτελούσε ένα απόλυτα κερδοφόρο εγχείρηµα, µια ακµάζουσα νέα βιοµηχανία που θα έδινε το φιλί της ζωής στην  παραπαίουσα οικονοµία των ΗΠΑ. Το φαινόµενο γίνεται καλύτερα κατανοητό αν το ονοµάσουµε «σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής», ενώ  τα πλοκάµια του φτάνουν πολύ µακρύτερα από το στρατιωτικο-βιοµηχανικό  σύµπλεγµα για το οποίο προειδοποιούσε ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ στα τέλη της  προεδρικής του θητείας: Πρόκειται, στην ουσία, για έναν παγκόσµιο πόλεµο  που διεξάγεται σε όλα τα επίπεδα από ιδιωτικές εταιρείες οι οποίες αµείβονται για την ανάµειξή τους µε δηµόσιο χρήµα και είναι εξουσιοδοτηµένες να  προστατεύουν εις το διηνεκές το έδαφος των Ηνωµένων Πολιτειών, αλλά και  να εξολοθρεύουν το «κακό» στο εξωτερικό. Μέσα σε λίγα µόνο χρόνια το σύµπλεγµα αυτό έχει ήδη επεκτείνει τις δραστηριότητές του από την καταπολέµηση της τροµοκρατίας στη συµµετοχή σε διεθνείς ειρηνευτικές αποστολές,  την αστυνόµευση δήµων και την άµεση ανταπόκριση στις ολοένα και πιο συχνές φυσικές καταστροφές. Ο τελικός στόχος των εταιρειών που βρίσκονται  στον πυρήνα του συµπλέγµατος είναι να µετατρέψουν το µοντέλο της προσανατολισµένης στο κέρδος διακυβέρνησης, το οποίο προωθείται ταχύτατα σε  συνθήκες έκτακτης ανάγκης, στο συνήθη και καθηµερινό τρόπο λειτουργίας  του κράτους – σε τελική ανάλυση, µιλάµε για ιδιωτικοποίηση της κυβέρνησης.

Για να δώσει την αρχική ώθηση στο σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής, η κυβέρνηση Μπους ανέθεσε, χωρίς δηµόσιο διάλογο, σε εξωτερικούς προµηθευτές πολλές από τις πλέον ευαίσθητες και βασικές λειτουργίες της κυβέρνησης: από την παροχή ιατροφαρµακευτικής περίθαλψης στους  στρατιώτες και την ανάκριση αιχµαλώτων µέχρι τη συλλογή πληροφοριών και  την επεξεργασία «δεδοµένων» για όλους µας. Ο ρόλος που διαδραµατίζει η κυβέρνηση σε αυτό τον ατελεύτητο πόλεµο δεν είναι ο ρόλος ενός διαχειριστή  που διευθύνει ένα δίκτυο εργοληπτικών ιδιωτικών εταιρειών, αλλά ο ρόλος ενός  ριψοκίνδυνου καπιταλιστή που βάζει βαθιά το χέρι στην τσέπη του τόσο για  να προσφέρει τα αρχικά κεφάλαια για τη δηµιουργία του συµπλέγµατος όσο  και για να γίνει ο µεγαλύτερος πελάτης για τις υπηρεσίες που παρέχει το σύµπλεγµα αυτό. Για να παραθέσω τρία µόνο στατιστικά στοιχεία που δείχνουν  το εύρος αυτού του µετασχηµατισµού: Πρώτον, το 2003 η κυβέρνηση των ΗΠΑ  υπέγραψε 3.512 συµβόλαια µε εταιρείες για την προσφορά υπηρεσιών ασφάλειας, ενώ µέχρι τον Αύγουστο του 2006, µόλις είκοσι δύο µήνες µετά, το  Υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας είχε υπογράψει περισσότερα από 115.000 ανάλογα συµβόλαια. Δεύτερον, το συνολικό µέγεθος της «βιοµηχανίας εθνικής  ασφάλειας», που ήταν οικονοµικά ασήµαντη πριν από το 2001, ανέρχεται πλέον σε 200 δισεκατοµµύρια δολάρια. Τρίτον, το 2006 οι δαπάνες της κυβέρνησης των ΗΠΑ για την εθνική ασφάλεια ανέρχονταν σε 545 δολάρια ανά νοικοκυριό. Και αυτά τα κονδύλια διατέθηκαν µόνο για το εσωτερικό µέτωπο του πολέµου κατά της τροµοκρατίας … Το πραγµατικό χρήµα βρίσκεται στη διεξαγωγή πολέµων στο εξωτερικό. Εκτός από τους κατασκευαστές οπλικών συστηµάτων, που είδαν τα κέρδη τους να εκτοξεύονται στα ύψη εξαιτίας του πολέµου  στο Ιράκ, η διατήρηση της στρατιωτικής ισχύος των ΗΠΑ είναι πλέον ένας από  τους ταχύτερα αναπτυσσόµενους τοµείς της οικονοµίας σε παγκόσµια κλίµακα. «Δύο χώρες που διαθέτουν McDonald’s δε θα πολεµήσουν ποτέ η µια την  άλλη», είχε δηλώσει τολµηρά ο αρθρογράφος των New York Times Τόµας Φρίντµαν τον Δεκέµβριο του 1996. Όχι µόνο διαψεύστηκε δύο χρόνια µετά, αλλά και, χάρη στο µοντέλο του κερδοσκοπικού πολέµου, ο στρατός των ΗΠΑ  πηγαίνει πλέον στον πόλεµο συνοδεία των Burger King και Pizza Hut, καθώς  έχουν υπογραφεί συµβόλαια που επιτρέπουν σε αυτές τις δύο εταιρείες να  διατηρούν υποκαταστήµατα µε καθεστώς δικαιόχρησης (franchise) σε στρατιωτικές βάσεις από το Ιράκ µέχρι τη «µικρή πόλη» στον κόλπο του Γκουαντάναµο.

Ένας άλλος τοµέας στον οποίο δραστηριοποιείται το σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής είναι η ανθρωπιστική βοήθεια και η ανοικοδόµηση. Με πρώτο πεδίο εφαρµογής το Ιράκ, η κερδοσκοπική ανθρωπιστική βοήθεια και ανοικοδόµηση έχει ήδη γίνει το νέο παγκόσµιο παράδειγµα, ασχέτως  του αν η καταστροφή οφείλεται σε έναν προειδοποιητικό πόλεµο (όπως στην  περίπτωση της εισβολής του Ισραήλ στον Λίβανο το 2006) ή σε έναν τυφώνα.  Με την εξάντληση των φυσικών πόρων και τις κλιµατικές αλλαγές να προκαλούν µια σταθερά εντεινόµενη επέλαση νέων καταστροφών, η ανταπόκριση σε  καταστάσεις έκτακτης ανάγκης είναι, απλώς, µια υπερβολικά καυτή αναδυόµενη αγορά για να παραχωρηθεί σε µη κερδοσκοπικές οργανώσεις. Για ποιο  λόγο να ανοικοδοµεί σχολεία η UNICEF, όταν µπορεί να το κάνει η Bechtel,  µια από τις µεγαλύτερες κατασκευαστικές εταιρείες στις ΗΠΑ; Για ποιο λόγο  να στεγαστούν οι πληµµυροπαθείς της Πολιτείας του Μισισιπή σε επιδοτούµενα άδεια διαµερίσµατα, ενώ µπορούν να µείνουν στα κρουαζιερόπλοια της  Carniνal; Για ποιο λόγο να αναπτυχθούν οι ειρηνευτικές δυνάµεις του ΟΗΕ στο  Νταρφούρ, όταν ιδιωτικές εταιρείες ασφάλειας, όπως η Blackwater, ψάχνουν  για νέους πελάτες; Αυτή ακριβώς είναι η διαφορά µετά την 11η Σεπτεµβρίου:  Παλιότερα οι πόλεµοι και οι καταστροφές πρόσφεραν ευκαιρίες σε περιορισµένους τοµείς της οικονοµίας – για παράδειγµα, στους κατασκευαστές πολεµικών αεριωθούµενων ή στις εταιρείες που ανοικοδοµούσαν βοµβαρδισµένες  γέφυρες. Ωστόσο ο πρωταρχικός οικονοµικός ρόλος του πολέµου περιοριζόταν στο άνοιγµα νέων αγορών οι οποίες µέχρι τότε ήταν κλειστές και στην πρόκληση µεταπολεµικής οικονοµικής άνθησης. Πλέον η ανταπόκριση σε πολέµου ς και καταστροφές έχει ιδιωτικοποιηθεί σε τόσο µεγάλο βαθµό, ώστε να  αποτελεί η ίδια µια νέα αγορά: Δεν υπάρχει πια λόγος να τελειώσει ο πόλεµος  για να σηµειωθεί οικονοµική άνθηση – το µέσο έχει γίνει ο σκοπός.

Ένα ιδιαίτερο πλεονέκτηµα αυτής της µεταµοντέρνας προσέγγισης είναι  ότι, µε όρους αγοράς, δεν µπορεί να αποτύχει. Όπως σχολίασε χαρακτηριστικά κάποιος αναλυτής των αγορών αναφερόµενος σε ένα εξαιρετικά κερδοφόρο τρίµηνο της εταιρείας Halliburton, που δραστηριοποιείται στον τοµέα της  ενέργειας, «τα πράγµατα στο Ιράκ πήγαν καλύτερα από ο,τι αναµενόταν». Αυτό συνέβη τον Οκτώβριο του 2006, το µήνα του πολέµου κατά τον οποίο παρουσιάστηκε η µεγαλύτερη κλιµάκωση βίας µέχρι τότε, µε τις απώλειες Ιρακινών πολιτών να ανέρχονται σε 3.709. Παρ’ όλα αυτά, ελάχιστοι ήταν οι µέτοχοι που δεν εντυπωσιάστηκαν από το γεγονός ότι ο πόλεµος είχε αποφέρει  έσοδα 20 δισεκατοµµυρίων δολαρίων σε αυτή την εταιρεία.

Ντικ Τσένεϊ, τ. Αντ/δρος ΗΠΑ, Μεγαλέμπορας όπλων

Από το όλο εκρηκτικό µείγµα των εµπόρων όπλων, των ιδιωτικών στρατών,  της κερδοσκοπικής ανοικοδόµησης και της βιοµηχανίας εθνικής ασφάλειας  αυτό που αναδύεται ως συνέπεια του ιδιαίτερου τρόπου µε τον οποίο η κυβέρνηση Μπους εφάρµοσε τη θεραπεία-σοκ µετά την 11η Σεπτεµβρίου είναι µια  πλήρως διαρθρωµένη Νέα Οικονοµία. Οικοδοµήθηκε κατά την περίοδο  Μπους, αλλά υφίσταται πλέον ανεξάρτητα από οποιαδήποτε κυβέρνηση και  θα παραµείνει στα χαρακώµατα µέχρι να προσδιοριστεί, να αποµονωθεί και  να αµφισβητηθεί η ιδεολογία της κυριαρχίας των εταιρειών, που αποτελεί το  θεµέλιο λίθο της. Του συµπλέγµατος αυτού ηγούνται εταιρείες των ΗΠΑ, αλλά είναι παγκόσµιο, µε βρετανικές εταιρείες να συνεισφέρουν την εµπειρία  τους στις πανταχού παρούσες κάµερες ασφαλείας, µε ισραηλινές εταιρείες να  προσφέρουν τις εξειδικευµένες γνώσεις τους στα ηλεκτροφόρα συρµατοπλέγµατα και στα τείχη, µε την καναδική βιοµηχανία ξυλείας να πουλάει προκατασκευασµένα σπίτια των οποίων το κόστος αγοράς είναι πολύ µεγαλύτερο από  αυτό των σπιτιών που κατασκευάζονται εγχώρια κτλ. «Μέχρι τώρα κανείς δεν  είχε δει την ανοικοδόµηση έπειτα από µια καταστροφή ως έναν επιµέρους τοµέα της στεγαστικής αγοράς», έχει δηλώσει ο Κεν Μπέικερ, διευθύνων σύµβουλος ενός καναδικού οµίλου ξυλείας. «Είναι µια στρατηγική που µας επιτρέπει να τη διαφοροποιήσουµε μακροπρόθεσμα».

Τηρουµένων των αναλογιών, το σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής µπορεί να συγκριθεί µε τις «αναδυόµενες αγορές και την τεχνολογία  της πληροφόρησης ως µοχλούς της οικονοµικής άνθησης τη δεκαετία του 1990.  Πράγµατι, καλά ενηµερωµένοι αναλυτές ισχυρίζονται ότι οι συµφωνίες είναι  ακόµα πιο κερδοφόρες και από την εποχή της έξαρσης του διαδικτύου και ότι  η «φούσκα της ασφάλειας» πήρε τη σκυτάλη όταν έσκασαν οι προγενέστερες  «φούσκες». Σε συνδυασµό µε τα διογκούµενα κέρδη της ασφαλιστικής βιοµηχανίας (που εκτιµάται ότι έφτασαν τον αριθµό-ρεκόρ των 60 δισεκατοµµυρίων δολαρίων το 2006 µόνο στις ΗΠΑ), αλλά και µε τα υπερκέρδη της πετρελαϊκής βιοµηχανίας (τα οποία αυξάνονται σε κάθε νέα κρίση), η οικονοµία της  καταστροφής ίσως να έσωσε την παγκόσµια αγορά από την ολοκληρωτική ύφεση µε το φάσµα της οποίας βρισκόταν αντιµέτωπη τις παραµονές της 11ης Σεπτεµβρίου.

Η απόπειρα εξιστόρησης της ιδεολογικής σταυροφορίας που κορυφώθηκε µε  τη ριζική ιδιωτικοποίηση των πολέµων και των καταστροφών προσκρούει σε  ένα πρόβληµα: Η ιδεολογία αυτή είναι ένας πραγµατικός χαµαιλέοντας, καθώς διαρκώς αλλάζει όνοµα και ταυτότητα. Ο Φρίντµαν αυτοπροσδιοριζόταν  ως «φιλελεύθερος», όµως οι οπαδοί του στις ΗΠΑ, που ταυτίζουν τους φιλελεύθερους µε την υψηλή φορολογία και τους χίπηδες, χρησιµοποιούν όρους όπως  «συντηρητικοί», «οπαδοί της κλασικής οικονοµίας», «υπέρµαχοι της ελεύθερης  αγοράς» και, πιο πρόσφατα, υπερασπιστές της οικονοµικής πολιτικής του Ρέιγκαν «(Reaganomics») και της ελευθερίας των συναλλαγών (lαissez-fαire) για να  αυτοχαρακτηριστούν. Στις περισσότερες χώρες του κόσµου το «δόγµα της πίστης» τους είναι γνωστό ως «νεοφιλελευθερισµός», αλλά συχνά αυτό αναφέρεται απλώς ως «ελεύθερο εµπόριο» ή «παγκοσµιοποίηση». Μόνο µετά τα µέσα  της δεκαετίας του 1990, και χάρη σε δεξιές «δεξαµενές σκέψης» που διατηρούν µακροχρόνιες σχέσεις µε τον Φρίντµαν (όπως τα Heritage Foundation,  Cato Institute και American Enterprise Institute), αυτό το ιδεολογικό κίνηµα  άρχισε να χρησιµοποιεί τον όρο «νεοσυντηρητικός», ευαγγελιζόµενο µια κοσµοθεωρία που έθεσε την ισχύ της στρατιωτικής µηχανής των ΗΠΑ στην υπηρεσία της ατζέντας των εταιρειών.

Όλες αυτές οι «µετενσαρκώσεις» έχουν ως κοινό γνώρισµα την πλήρη υιοθέτηση της αγίας τριάδας «εξάλειψη της δηµόσιας σφαίρας – απόλυτη ελευθερία για τις εταιρείες – ανύπαρκτες δηµόσιες δαπάνες», όµως καµία από τις  προηγούµενες ονοµασίες δε µοιάζει κατάλληλη για την περιγραφή αυτής της  ιδεολογίας. Ο Φρίντµαν διαµόρφωσε το ιδεολογικό κίνηµά του ως µια προσπάθεια να απελευθερωθεί η αγορά από το κράτος, όµως αυτό που πραγµατικά συµβαίνει κάθε φορά που το όραµά του παίρνει σάρκα και οστά στην πιο  καθαρή µορφή του είναι εντελώς διαφορετικό. Σε κάθε χώρα όπου εφαρµόστηκαν οι πολιτικές της Σχολής του Σικάγου τα τελευταία τριάντα χρόνια αυτό που προέκυψε ήταν µια κραταιή συµµαχία ανάµεσα σε µια δράκα πανίσχυρων εταιρειών και σε µια τάξη πλούσιων πολιτικών – µε τις διαχωριστικές  γραµµές ανάµεσα στις δύο οµάδες να είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτες και διαρκώς µετακινούµενες. Στη Ρωσία τους δισεκατοµµυριούχους επιχειρηµατίες που  µετέχουν στη συµµαχία τους αποκαλούν «ολιγάρχες», στην Κίνα «ηγεµονίσκους», στη Χιλή «πιράνχας», ενώ στις ΗΠΑ οι Μπους και Τσέινι τους χαρακτήρισαν «σκαπανείς» κατά τη διάρκεια της προεκλογικής τους εκστρατείας.  Αντί να απελευθερώσουν την αγορά από το κράτος, αυτές οι πολιτικές και επιχειρηµατικές ελίτ απλώς συγχωνεύτηκαν µεταξύ τους, επιβάλλοντας ένα καθεστώς ευνοιοκρατίας για να διασφαλίσουν το δικαίωµα ιδιοποίησης πολύτιµων  πόρων που µέχρι τότε ανήκαν στο δηµόσιο τοµέα: από τις πετρελαιοπηγές της  Ρωσίας και τις κολεκτίβες της Κίνας µέχρι τα χωρίς µειοδοτικούς διαγωνισµούς  συµβόλαια ανοικοδόµησης στο Ιράκ.

Ο πιο σωστός όρος για αυτό το σύστηµα που εξαλείφει τα όρια ανάµεσα στο Μεγάλο Κράτος και στις Μεγάλες Επιχειρήσεις δεν είναι «φιλελεύθερο»,  «συντηρητικό» ή «καπιταλιστικό», αλλά «κορπορατικό». Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσµατα αυτού του συστήµατα; είναι η µεταβίβαση του δηµόσιου  πλούτου σε ιδιωτικά χέρια (που συχνά συνοδεύεται από την εκτόξευση του δηµόσιου χρέους), το διαρκώς διευρυνόµενο χάσµα ανάµεσα στους ζάπλουτους  και στους αναλώσιµους φτωχούς και ένας επιθετικός εθνικισµός, που δικαιολογεί απεριόρισrες δαπάνες για την ασφάλεια. Για όσους βρίσκονται µέσα  στη φυσαλίδα του τεράστιου πλούτου που δηµιουργεί αυτός ο διακανονισµός  δεν µπορεί να υπάρξει πιο επικερδής τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας.  Όµως, εξαιτίας των προφανών µειονεκτηµάτων για τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσµού που βρίσκεται έξω από αυτή τη φυσαλίδα, στα υπόλοιπα χαρακτηριοτικά γνωρίσµατα του κορπορατικού κράτους συγκαταλέγονται  η επιθετική παρακολούθηση (µε τις κυβερνήσεις και τις µεγάλες εταιρείες να  αλληλοβοηθιούνται µέσω της υπογραφής συµβάσεων), οι µαζικές φυλακίσεις,  η συρρίκνωση των ατοµικών ελευθεριών και -συχνά αλλά όχι πάντα- τα βασανιστήρια.

Τα Βασανιστήρια ως µεταφορά

Από τη Χιλή µέχρι την Κίνα και το Ιράκ, τα βασανιστήρια υπήρξαν ο σιωπηλός εταίρος στη σταυροφορία για µια παγκόσµια ελεύθερη αγορά. Όµως τα  βασανιστήρια είναι κάτι περισσότερο από ένα εργαλείο που χρησιµοποιείται  για να επιβληθούν ανεπιθύµητες πολιτικές σε εξεγερµένους ανθρώπους είναι  επίσης µια µεταφορά για την υποκείµενη λογική του δόγµατος του σοκ.

Τα βασανιστήρια, ή «πιεστική ανάκριση» στη γλώσσα της CIA, είναι µια  σειρά από τεχνικές που έχουν σχεδιαστεί για να προκαλούν στoυς κρατούµενους µια κατάσταση έντονου αποπροσανατολισµού και σοκ, µε σκοπό να υποχρεωθούν να προβούν σε οµολογίες παρά τη θέλησή τους. Η κατευθυντήρια  λογική που διέπει τα βασανιστήρια έχει αναπτυχθεί διεξοδικά σε δύο εγχειρίδια της CIA τα οποία αποχαρακτηρίστηκαν ως προς το απόρρητο στα τέλη της  δεκαετίας του 1990. Σε αυτά εξηγείται ότι ο τρόπος για να σπάσουν «ανθεκτικές πηγές πληροφοριών» είναι να προκληθεί µια βίαιη ρήξη ανάµεσα στους  κρατούµενους και στην ικανότητά τους να κατανοούν τον κόσµο που τους περιβάλλει. Στην αρχή οι αισθήσεις απoστερoύνται κάθε εξωτερικό ερέθισµα

Αμπου Γκράιβ (Ιρακ)

(µε κουκούλες, ωτασπίδες, δεσµά, απόλυτη αποµόνωση), ενώ στη συνέχεια το σώµα βοµβαρδίζεται µε εξαιρετικά έντονα ερεθίσµατα (στροβοσκοπικά φώτα, εκκωφαντική µουσική, ξυλοδαρµούς, ηλεκτροσόκ).

Ο σκοπός αυτού του σταδίου της «εξασθένισης των αντιστάσεων. είναι η  πρόκληση ενός είδους καταιγίδας στον ανθρώπινο νου: Οι κρατούµενοι εξωθούνιαι σε ψυχολογική παλινδρόµηση και φοβούνται τόσο πολύ, ώστε δεν µπορούν πλέον να σκεφτούν ορθολογικά ή να προστατέψουν τον εαυτό τους. Όταν  βρεθούν σε αυτή την κατάσταση σοκ, οι περισσότεροι δίνουν στους ανακριτές  τους ό,τι τους ζητήσουν: πληροφορίες, οµολογίες, αποκήρυξη των προηγούµενων πεποιθήσεών τους. Όπως εξηγείται συνοπτικά σε ένα από τα εγχειρίδια  της CIA: «Υπάρχει ένα µεσοδιάστηµα -που ενδέχεται να είναι εξαιρετικά σύντοµο- αναστολής της ζωτικότητας, ένα είδος ψυχολογικού σοκ ή παράλυσης.  Προκαλείται από µια τραυµατική -ή υποσυνείδητα τραυµατική- εµπειρία, η  οποία καταλύει τόσο τον κόσµο που είναι οικείος στον ύποπτο όσο και την εικόνα που έχει για τον εαυτό του µέσα σε αυτό τον κόσµο. Οι πεπειραµένοι ανακριτές αναγνωρίζουν αυτό το φαινόµενο όταν εµφανίζεται και γνωρίζουν ότι  αυτή είναι η στιγµή που η πηγή πληροφοριών είναι περισσότερο ανοιχτή σε  υποδείξεις, συνεπώς πολύ πιο πιθανό να συµµορφωθεί από ό,τι πριν βιώσει το  σοκ».

Το δόγµα του σοκ µιµείται επακριβώς αυτή τη διαδικασία και προσπαθεί  να επιτύχει σε µαζική κλίµακα ό,τι επιτυγχάνουν τα βασανιστήρια κατά τη  διάρκεια της ανάκρισης ενός ατόµου. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα ήταν  το σοκ της 11ης Σεπτεµβρίου, όταν για εκατοµµύρια ανθρώπους διερράγη «ο  κόσµος που τους ήταν οικείος και ξεκίνησε µια περίοδος αποπροσανατολισµού και ψυχολογικής παλινδρόµησης, την οποία η κυβέρνηση Μπους εκµεταλλεύτηκε µε µεγάλη επιδεξιότητα. Ξαφνικά βρεθήκαµε να ζούµε σε ένα είδος «Έτους Μηδέν», οπότε οτιδήποτε γνωρίζαµε για τον κόσµο µέχρι τότε  έπρεπε να απορριφθεί ως «τρόπος σκέψης προ της 11ης Σεπτεµβρίου». Καθώς η γνώση της ιστορίας δεν ήταν ποτέ το δυνατό σηµείο µας, οι Βορειοαµερικανοί µετατραπήκαµε σε «άγραφο χαρτί», µια «λευκή σελίδα» στην οποία  µπορούσαν «να γραφτούν οι πιο καινούριες και όµορφες λέξεις», όπως συνήθιζε να λέει ο Μάο για το λαό του. Μια νέα στρατιά ειδικών άρχισαν αµέσως  να γράφουν καινούριες και όµορφες λέξεις στο δεκτικό καµβά του µετατραυµατικού συνειδητού µας: «σύγκρουση πολιτισµών», «άξονας του κακού», «ισλαµο-φασισµός, «εθνική ασφάλεια». Καθώς όλοι είχαν στραµµένη την προσοχή τους στους θανάσιµους νέους πολιτισµικούς πολέµους, η κυβέρνηση Μπους  κατάφερε να πραγµατοποιήσει όσα µπορούσε µόνο να οραµατίζεται πριν από την 11η Σεπτεµβρίου: τη διεξαγωγή ιδιωτικοποιηµένων πολέµων στο εξωτερικό και την οικοδόµηση ενός εταιρικού συµπλέγµατος ασφάλειας στις ΗΠΑ.

Το δόγµα του σοκ λειτουργεί ως εξής: Η αρχική καταστροφή (ένα πραξικόπηµα, µια τροµοκρατική επίθεση, µια κατάρρευση των αγορών, ένας πόλεµος, ένα τσουνάµι, ένα τυφώνας) εξωθεί ολόκληρο τον πληθυσµό σε µια κατάσταση συλλογικού κλονισµού. Οι βόµβες που πέφτουν από τον ουρανό, τα τροµοκρατικά χτυπήµατα, οι θυελλώδεις άνεµοι χρησιµεύουν για να εξασθενήσουν οι αντιστάσεις ολόκληρων κοινωνιών, όπως ακριβώς η εκκωφαντική µουσική και οι ξυλοδαρµοί εξασθενίζουν τις αντιστάσεις των κρατουµένων στα κελιά των βασανιστηρίων. Και όπως οι τροµοκρατηµένοι κρατούµενοι προδίδουν  τα ονόµατα των συντρόφων τους και αποκηρύσσουν τα πιστεύω τους, έτσι και  οι κοινωνίες που βρίσκονται σε κατάσταση σοκ παραιτούνται συχνά από όσα  θα υπερασπίζονταν σθεναρά υπό διαφορετικές συνθήκες. Ο Τζαµάρ Πέρι και  οι υπόλοιποι πληγέντες στον καταυλισµό του Μπατόν Ρουζ αναµενόταν, θεωρητικά, να παραιτηθούν από τα προγράµµατα κοινωνικής στέγης και τη δηµόσια παιδεία. Μετά το τσουνάµι οι ψαράδες της Σρι Λάνκα αναµενόταν, θεωρητικά, να παραδώσουν την πολύτιµη παραθαλάσσια γη τους στους ξενοδόχους. Και οι Ιρακινοί, αν όλα είχαν εξελιχτεί σύµφωνα µε το σχέδιο, αναµενόταν, θεωρητικά, να είναι τόσο συγκλονισµένοι και τροµοκρατηµένοι, ώστε να  παραδώσουν τον έλεγχο των πετρελαϊκών κοιτασµάτων τους, τις κρατικές εταιρείες τους και την εθνική κυριαρχία τους στις ΗΠΑ και να αποδεχτούν την  ύπαρξη στρατιωτικών βάσεων και πράσινων ζωνών στη χώρα τους.

Το µεγάλο ψέµα

Στο χείµαρρο των εγκωµίων που γράφτηκαν όταν πέθανε ο Μίλτον Φρίντµαν  σπάνια αναφέρεται ο ρόλος των σοκ και των κρίσεων στην προώθηση της κοσµοθεωρίας του. Αντίθετα, ο θάνατός του αποτέλεσε µια ευκαιρία για να ξαναειπωθεί η επίσηµη ιστορία του πώς ο ακραίος καπιταλισµός που ταυτίστηκε µε το όνοµά του µετατράπηκε στην επίσηµη κρατική ορθοδοξία σε κάθε  σχεδόν γωνιά του πλανήτη. Πρόκειται όχι µόνο για µια παραµυθένια εκδοχή  της ιστορίας, από την οποία έχουν διαγραφεί η βία και ο καταναγκασµός που  ήταν στενά συνδεδεµένα µε τη σταυροφορία του, αλλά και για το πιο επιτυχηµένο προπαγανδιστικό εγχείρηµα των τελευταίων τριών δεκαετιών. Η επίσηµη αυτή ιστορία έχει, σε γενικές γραµµές, ως εξής:

Ο Φρίντµαν αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του σε έναν ειρηνικό πόλεµο ιδεών εναντίον όσων πιστεύουν ότι οι κυβερνήσεις έχουν την υποχρέωση να παρεµβαίνουν για να αµβλύνουν τις αιχµηρές γωνίες των αγορών. Πίστευε ότι η  ιστορία «παρεξέκλινε από το σωστό δρόµο» όταν οι πολιτικοί άρχισαν να ακούν  τον Τζον Μέιναρντ Κέινς, το διανοούµενο που υπήρξε ο αρχιτέκτονας του Νιου  Ντιλ και του σύγχρονου κράτους πρόνοιας.

Το κραχ του 1929 οδήγησε στην κοινά αποδεκτή άποψη ότι το lαissez-fαire  είχε αποτύχει και ότι οι κυβερνήσεις έπρεπε να παρεµβαίνουν στην οικονοµία  για να αναδιανέµουν τον πλούτο και να επιβάλλουν περιορισµούς στις εταιρείες. Στη διάρκεια αυτών των ζοφερών για το lαissez-fαire ηµερών, όταν ο κοµουνισµός κατακτούσε την Ανατολή, το κράτος πρόνοιας υιοθετούνταν από τη  Δύση και ο οικονοµικός εθνικισµός ρίζωνε στο µεταποικιακό Νότο, ο Φρίντµαν  και ο µέντοράς του Φρίντριχ Χάγεκ προστάτευαν υποµονετικά τη φλόγα µιας  ανόθευτης εκδοχής του καπιταλισµού, η οποία δεν είχε κηλιδωθεί από τις κεϊνσιανικές προσπάθειες να χρησιµοποιείται ο συλλογικός πλούτος για να οικοδοµούνται πιο δίκαιες κοινωνίες.

«Κατά τη γνώµη µου, το µείζον λάθος [ … ] είναι να πιστεύουµε πως είναι  εφικτό να κάνουµε το καλό µε τα χρήµατα των άλλων», έγραψε το 1975 ο Φρίντµαν σε µια επιστολή του στον Πινοτσετ. Ελάχιστοι άκουγαν τις υποδείξεις  του. Οι περισσότεροι άνθρωποι συνέχιζαν να επιµένουν ότι οι κυβερνήσεις  µπορούσαν και έπρεπε να κάνουν το καλό. Το 1969 το περιοδικό Time περιέγραφε απαξιωτικά τον Φρίντµαν ως «έναν καλικάντζαρο ή ένα παράσιτο», ενώ  ήταν ελάχιστοι όσοι τον τιµούσαν ως προφήτη.

Τη δεκαετία του 1980, και αφού ο Φρίντµαν είχε περάσει δεκαετίες σε µια  διανοητική έρηµο, ανέβηκαν στην εξουσία η Μάργκαρετ Θάτσερ (που είπε για  τον Φρίντµαν ότι ήταν «ένας πνευµατικός µαχητής της ελευθερίας») και ο Ρόναλντ Ρέιγκαν (που στη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας είχε µαζί  του ένα αντίτυπο του Cαpitalism and Freedom, του ιδεολογικού µανιφέστου του  Φρiντµαν).» Επιτέλους, υπήρχαν πολιτικοί ηγέτες που είχαν το θάρρος να επιβάλουν τις χωρίς περιορισµούς ελεύθερες αγορές στον πραγµατικό κόσµο. Σύµφωνα µε την επίσηµη ιστορία, αφού ο Ρέιγκαν και η Θάτσερ απελευθέρωσαν  ειρηνικά και δηµοκρατικά τις αγορές των χωρών τους, η ελευθερία και η ευηµερία που επακολούθησαν ήταν τόσο έκδηλα επιθυµητές, ώστε, όταν άρχισαν  να ανατρέπονται η µια µετά την άλλη οι δικτατορίες -από τη Μανίλα µέχρι το  Βερολίνο-, οι µάζες να απαιτούν την εφαρµογή της οικονοµικής πολιτικής του  Ρέιγκαν προκειµένου να µπορούν να απολαύσουν τα Big Mac τους

Όταν τελικά κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, οι λαοί της «αυτοκρατορίας  του κακού» επίσης αδηµονούσαν να εφαρµοστεί η επανάσταση του Φρίντµαν,  όπως εξάλλου και οι κοµουνιστές-που-µεταλλάχτηκαν-σε-καπιταλιστές στην  Κίνα. Αυτό σήµαινε ότι δεν είχε αποµείνει κανένα εµπόδιο στο δρόµο προς  µια πραγµατικά παγκόσµια ελεύθερη αγορά, στο πλαίσιο της οποίας οι εταιρείες δε θα ήταν ελεύθερες µόνο στις χώρες τους, αλλά θα µπορούσαν να διασχίζουν τα σύνορα χωρίς περιορισµούς, φέρνοντας ευηµερία σε όλο τον κόσµο. Υπήρχε πλέον µια διπλή συναίνεση όσον αφορά το πώς έπρεπε να είναι  οργανωµένη η κοινωνία: Οι πολιτικοί ηγέτες έπρεπε να εκλέγονται και οι οικονοµίες έπρεπε να λειτουργούν σύµφωνα µε τους κανόνες του Φρίντµαν.  Επρόκειτο, όπως έχει γράψει ο Φράνσις Φουκουγιάµα, για «το τέλος της ιστορίας”-  «το καταληκτικό σηµείο της ιδεολογικής εξέλιξης του ανθρώπινου είδους»”-.» Όταν πέθανε ο Φρίντµαν, το περιοδικό Fortune έγραψε ότι «το ρεύµα της ιστορίας ήταν µαζί του» σε ένα ψήφισµα του Κογκρέσου των ΗΠΑ  εγκωµιαζόταν ως «ένας από τους σηµαντικότερους υπέρµαχους της ελευθερίας όχι µόνο στην οικονοµία αλλά εν γένει» ο κυβερνήτης της Καλιφόρνια  Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ ανακήρυξε την 29η Ιανουαρίου 2007 «Ηµέρα Μίλτον Φρίντµαν», ενώ το ίδιο έκαναν πολλές πόλεις. Ένας πρωτοσέλιδος τίτλος  στη Wαll Street Journαl συγκεφαλαίωνε όλη αυτή τη µεθοδική αγιογραφία: «Ο  Άνθρωπος της Ελευθερίας».

Το βιβλίο αυτό αµφισβητεί τον πιο κεντρικό και λατρεµένο ισχυρισµό της επίσηµης ιστορίας: ότι ο θρίαµβος του απορρυθµισµένου καπιταλισµού σήµαινε  τη γέννηση της ελευθερίας, ότι οι χωρίς περιορισµούς αγορές συµβαδίζουν µε  τη δηµοκρατία. Εγώ θα αποδείξω ότι µαµή αυτής της φονταµενταλιστικής µορφής καπιταλισµού υπήρξαν πάντα οι πιο βίαιες µορφές καταναγκασµού, οι  οποίες επιβλήθηκαν τόσο στο συλλογικό πολιτικό σώµα όσο και σε αναρίθµητα σώµατα µεµονωµένων ατόµων. Η ιστορία της σύγχρονης ελεύθερης αγοράς  -που γίνεται ίσως καλύτερα κατανοητή ως άνοδος του κορπορατισµού- γράφτηκε µε σοκ.

Το διακύβευµα είναι µεγάλο. Η εταιρική συµµαχία βρίσκεται ήδη καθ’ οδόν  προς την κατάκτηση και των τελευταίων εδαφών που εποφθαλµιά: των κλειστών πετρελαϊκών οικονοµιών του αραβικού κόσµου και των τοµέων εκείνων  των Δυτικών οικονοµιών που προστατεύονται εδώ και χρόνια από την κερδοσκοπία – συµπεριλαµβανοµένων της ανταπόκρισης σε καταστροφές και της συγκρότησης στρατών. Καθώς δεν µπορεί να βρεθεί κανένα πρόσχηµα προκειµένου να εξασφαλιστεί η κοινωνική συναίνεση για την ιδιωτικοποίηση αυτών των τόσο σηµαντικών τοµέων, είτε εντός είτε εκτός της χώρας, η κλιµάκωση της βίας και οι ολοένα µεγαλύτερες καταστροφές αποτελούν αναγκαίες  προϋποθέσεις για να επιτευχθεί ο στόχος. Ωστόσο, επειδή ο καθοριστικός ρόλος που διαδραµατίζουν τα σοκ και οι κρίσεις έχει επιµελώς παραλειφθεί από  το επίσηµο ιστορικό αρχείο της ανόδου των ελεύθερων αγορών, οι ακραίες τακτικές που εφαρµόστηκαν στο Ιράκ και στη Νέα Ορλεάνη αποδίδονται συχνά,  λανθασµένα, στην άνευ προηγουµένου ανικανότητα και στην ευνοιοκρατία που  επικρατούσε στο Λευκό Οίκο επί Προεδρίας Μπους. Στην πραγµατικότητα, τα  επιτεύγµατα του Μπους αντιπροσωπεύουν απλώς την τερατωδώς βίαιη και δηµιουργική αποκορύφωση µιας εκστρατείας πενήντα ετών για την ολοκληρωτική απελευθέρωση των εταιρειών.

Πρέπει να αντιµετωπίζουµε µε πολύ µεγάλη προσοχή κάθε προσπάθεια να  θεωρηθεί κάποια ιδεολογία υπεύθυνη για τα εγκλήµατα που διέπραξαν οι οπαδοί της. Είναι πολύ εύκολο να ισχυριζόµαστε ότι αυτοί µε τους οποίους διαφωνούµε όχι απλώς κάνουν λάθος, αλλά είναι τύραννοι, φασίστες, δολοφόνοι που  διαπράττουν γενοκτονίες. Ωστόσο αληθεύει εξίσου ότι µερικές ιδεολογίες συνιστούν κίνδυνο για την κοινωνία, και οφείλουµε να αναγνωρίζουµε ότι είναι  επικίνδυνες. Πρόκειται για κλειστά, φονταµενταλιστικά δόγµατα που δεν µπορούν να συνυπάρχουν µε άλλα συστήµατα πεποιθήσεων, καθώς οι οπαδοί τους  απορρίπτουν τη διαφορετικότητα και απαιτούν να έχουν τα χέρια τους ελεύθερα για να επιβάλουν το τέλειο σύστηµά τους. Ο κόσµος όπως είναι πρέπει  να ισοπεδωθεί, ώστε να ανοίξει ο δρόµος για το ανόθευτο επινόηµά τους. Καθώς έχει τις ρίζες της στις βιβλικές φαντασιώσεις των σαρωτικών κατακλυσµών  και των µεγάλων πυρκαγιών, πρόκειται για µια λογική που οδηγεί αναπόφευκτα στη βία. Οι ιδεολογίες που λαχταρούν µια «λευκή σελίδα», η οποία µπορεί να επιτευχθεί µόνο µέσω κάποιου είδους κατακλυσµού, είναι επικίνδυνες.

Συνήθως είναι τα ακραία θρησκευτικά και φυλετικά συστήµατα ιδεών που  απαιτούν να αφανιστούν ολόκληροι λαοί και πολιτισµοί προκειµένου να εκπληρωθεί ένα εξαγνισµένο όραµα για τον κόσµο. Ωστόσο µετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης υπάρχει µεγάλος συλλογικός προβληµατισµός σχετικά µε τα τεράστια εγκλήµατα που διαπράχθηκαν εν ονόµατι του κοµουνισµού. Τα σοβιετικά αρχεία άνοιξαν για τους ερευνητές προκειµένου να γίνει  καταµέτρηση των νεκρών – όσων πέθαναν εξαιτίας των καταναγκαστικών λιµών, όσων έχασαν τη ζωή τους στα στρατόπεδα εργασίας, όσων δολοφονήθηκαν. Η διαδικασία πυροδότησε µια έντονη διαµάχη σε όλο τον κόσµο για το  αν πολλές από αυτές τις φρικαλεότητες απέρρεαν από την ίδια την κοµουνιστική ιδεολογία ή αν οφείλονταν στη διαστρέβλωσή της από ανθρώπους όπως  ο Στάλιν, ο Τσαουσέσκου, ο Μάο και ο Πολ Ποτ.

«Ηταν ο κοµουνισµός µε σάρκα και οστά που επέβαλε την ολοκληρωτική  καταπίεση, η οποία κορυφώθηκε µε το

βασίλειο του τρόµου που εγκαθίδρυσε  το κράτος, γράφει ο Στεφάν Κουρτουά, ένας από τους συγγραφείς του Black  Book οf Communism [Η Μαύρη Βίβλος του Κοµουνισµού, Βιβλιοπωλείο της Εστίας,  2001]. «Είναι η ιδεολογία άµοιρη ευθυνών;». Ασφαλώς και δεν είναι. Αυτό  όµως δε σηµαίνει ότι όλες οι µορφές του κοµουνισµού προάγουν εγγενώς τη  γενοκτονία, όπως περιχαρείς ισχυρίστηκαν µερικοί. Ωστόσο είναι βέβαιο ότι  ήταν µια ερµηνεία της κοµουνιστικής θεωρίας, δογµατική, αυταρχική και µε  απόλυτη περιφρόνηση προς την πολυφωνία, που οδήγησε στις σταλινικές εκκαθαρίσεις και στα στρατόπεδα αναµόρφωσης του Μάο. Ο αυταρχικός κοµουνισµός είναι -και θα πρέπει να µείνει για πάντα- στιγµατισµένος από αυτά τα  εργαστηριακά πειράµατα που έγιναν σε συνθήκες πραγµατικού κόσµου.

Ισχύει όµως το ίδιο και για τη σηµερινή σταυροφορία για την απελευθέρωση των παγκόσµιων αγορών; Τα πραξικοπήµατα, οι πόλεµοι και οι σφαγές  προκειµένου να επιβληθούν και να διατηρηθούν καθεστώτα µε ευνοϊκή προδιάθεση προς τον κορπορατισµό δεν αντιµετωπίστηκαν ποτέ ως εγκλήµατα  του καπιταλισµού, αλλά, αντίθετα, καταγράφτηκαν ως υπερβολές µανιακών  δικτατόρων, ως θερµά µέτωπα του Ψυχρού Πολέµου στο παρελθόν και του πολέµου της τροµοκρατίας σήµερα. Αν οι πιο ένθερµοι αντίπαλοι του κορπορατικού οικονοµικού µοντέλου

εξολοθρεύονται συστηµατικά, είτε στην Αργεντινή τη δεκαετία του 1970 είτε στο Ιράκ σήµερα, η καταστολή αυτή ερµηνεύεται ως η βρώµικη όψη του αγώνα εναντίον του κοµουνισµού ή της τροµοκρατίας – και σχεδόν ποτέ ως µια αναπόσπαστη πλευρά του αγώνα για την προώθηση του ανόθευτου καπιταλισµού.

Δεν υποστηρίζω ότι όλες οι µορφές του συστήµατος της αγοράς είναι εγγενώς βίαιες. Είναι εφικτό να υπάρχει µια οικονοµία βασισµένη στην αγορά η  οποία δεν προϋποθέτει µια τέτοια βιαιότητα και δεν απαιτεί µια τέτοια ιδεολογική καθαρότητα. Μια ελεύθερη αγορά καταναλωτικών προϊόντων µπορεί  να συνυπάρχει µε τη δωρεάν ιατροφαρµακευτική περίθαλψη, µε τη δηµόσια  παιδεία, µε τον έλεγχο ενός µεγάλου µέρους της οικονοµίας (όπως µιας εθνικής πετρελαϊκής βιοµηχανίας) από το κράτος. Είναι εξίσου εφικτό να υποχρεώνονται οι εταιρείες να πληρώνουν αξιοπρεπείς µισθούς και να σέβονται το δικαίωµα των εργαζοµένων να συνδικαλίζονται, αλλά και να µπορούν οι κυβερνήσεις να φορολογούν και να αναδιανέµουν τον πλούτο έτσι ώστε να µειώνονται οι µεγάλες ανισότητες που χαρακτηρίζουν το κορπορατικό κράτος. Δεν  είναι αναγκαίο οι αγορές να είναι φονταµενταλιστικές.

Ο

Σε ισόβια καταδίκασε δικαστήριο της Αργεντινής τον δικτάτορα Βιντέλα

Κέινς είχε προτείνει αυτήν ακριβώς τη µεικτή, ρυθµισµένη οικονοµία µετα την  Μεγάλη Ύφεση. Επρόκειτο για µια επανάσταση στη δηµόσια πολιτική,  η οποία γέννησε το Νιου Ντιλ και παρόµοιες µεταρρυθµίσεις σε όλο τον κόσµο. Και ήταν ακριβώς αυτό το σύστηµα συµβιβασµών, ελέγχων και ισορροπιών που η αντεπανάσταση του Φρίντµαν άρχισε να διαλύει µεθοδικά από χώρα σε χώρα. Ιδωµένος από αυτή την οπτική γωνία, ο καπιταλισµός της Σχολής  του Σικάγου έχει όντως κάτι κοινό µε άλλες επικίνδυνες ιδεολογίες: το χαρακτηριστικό πόθο για µια ανέφικτη καθαρότητα, για µια «λευκή σελίδα» πάνω  στην οποία θα γραφτεί ένα αναδιαµορφωµένο κοινωνικό µοντέλο.

Αυτός ο πόθος απόκτησης θεϊκών δυνάµεων για µια εκ νέου απόλυτη δηµιουργία είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο οι ιδεολόγοι της ελεύθερης αγοράς έλκονται από τις κρίσεις και τις καταστροφές. Η µη Αποκαλυπτική πραγµατικότητα απλώς δεν προάγει τις φιλοδοξίες τους. Για τριάντα χρόνια η ζωογόνος πνοή της αντεπανάστασης του Φρίντµαν ήταν η έλξη προς ένα είδος  ελευθερίας και δυνατοτήτων που είναι διαθέσιµες µόνο σε περιόδους κατακλυσµιαίων αλλαγών, όταν βγαίνουν από τη µέση οι άνθρωποι µε τις πεισµατικές  συνήθειές τους και τα επίµονα αιτήµατά τους, µόνο σε στιγµές που η δηµοκρατία µοιάζει να είναι πρακτικά ανέφικτη.

Όσοι ασπάζονται το δόγµα του σοκ είναι πεπεισµένοι ότι µόνο µια µεγάλη ρήξη (µια πληµµύρα, ένας πόλεµος, µια τροµοκρατική επίθεση) µπορεί να  τους εξασφαλίσει το είδος του µεγάλου λευκού καµβά που ποθούν. Και είναι  ακριβώς αυτές τις καθοριστικές στιγµές, όταν ψυχολογικά είµαστε έρµαια και  σωµατικά ξεριζωµένοι, που αυτοί οι δεξιοτέχνες της χειραγώγησης της πραγµατικότητας απλώνουν τα χέρια τους και αρχίζουν να αναπλάθουν τον κόσµο.


ΤΡΙΤΟ ΜΕΡΟΣ

ΘΑΤΣΕΡΙΣΜΟΣ

ΕΠΙΒΙΩΝΟΝΤΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

ΒΟΜΒΕΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΕΣ ΑΠΟ ΝΟΜΟΥΣ

`

«Μια ένοπλη σύρραξη ανάµεσα σε έθνη µας προκαλεί φρίκη. Όµως ο οικονοµικός πόλεµος δεν είναι καλύτερος από µια ένοπλη σύρραξη. Είναι σαν µια χειρουργική επέµβαση. Ένας οικονοµικός πόλεµος είναι ένα παρατεταµένο βασανιστήριο. Και οι καταστροφές του δεν είναι λιγότερο τροµακτικές από εκείνες που περιγράφονται στη βιβλιογραφία για τον καθαυτού αποκαλούµενο “πόλεµο”. Δεν πιστεύουµε σε κανένα από τα δύο, επειδή γνωρίζουµε τις θανατηφόρες επιπτώσεις τους. [ … ] Το κίνηµα εναντίον του πολέµου έχει καλές προθέσεις. Προσεύχοµαι για την επιτυχία του. Όµως µε κατατρώει ο φόβος ότι το κίνηµα θα αποτύχει αν δε φτάσει στη ρίζα του κακού: την ανθρώπινη απληστία».

Μ. Γκάντι, άρθρο µε τίτλο « Νon Violence The Greatest Force», 1926

`

`

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 6

ΔΙΑΣΩΣΗ ΧΑΡΗ ΣΕ ΕΝΑΝ ΠΟΛΕΜΟ

Ο ΘΑΤΣΕΡIΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΧΡΗΣΙΜΟΙ ΕΧΘΡΟI ΤΟΥ

`

«Ανώτατος άρχοντας είναι αυτός που αποφασίζει πότε υπάρχει

κατάσταση έκτακτης ανάγκης».

-Καρλ Σµιτ, ναζιστής νοµικός

`

ταν ο Φρίντριχ Χάγεκ, ο προστάτης άγιος της Σχολής του Σικάγου, επέστρεψε από µια επίσκεψή του στη Χιλή το 1981, είχε τόσο πολύ εντυπωσιαστεί από τον Αουγκούστο Πινοτσέτ και τα Παιδιά του Σικάγου, ώστε έστειλε µια επιστολή στη φίλη του Μάργκαρετ Θάτσερ, τότε πρωθυπουργό της Βρετανίας. Της συνιστούσε να χρησιµοποιήσει τη λατινοαµερικανική χώρα ως πρότυπο για να µεταµορφώσει την κεϊνσιανική οικονοµία της Βρετανίας. Η Θάτσερ και ο Πινοτσέτ θα γίνονταν αργότερα φίλοι, ενώ είναι πασίγνωστο ότι η Θάτσερ επισκεπτόταν τον ηλικιωµένο στρατηγό όταν βρισκόταν σε κατ’ οίκον περιορισµό στην Αγγλία αντιµετωπίζοντας κατηγορίες για γενοκτονία, βασανιστήρια και τροµοκρατία.

Η Βρετανίδα πρωθυπουργός ήταν πολύ καλά εξοικειωµένη µε αυτό που αποκαλούσε «αξιοσηµείωτη επιτυχία της χιλιανής οικονομίας-, περιγράφοντάς τη ως «ένα εντυπωσιακό παράδειγµα οικονοµικής µεταρρύθµισης, από το οποίο µπορούµε να πάρουµε πολλά µαθήµατα». Ωστόσο, παρά το θαυµασµό της για τον Πινοτσέτ, όταν ο Χάγεκ της πρότεινε να αντιγράψει τις πολιτικές της θεραπείας-σοκ, η Θάτσερ δεν πείστηκε. Τον Φεβρουάριο του 1982 η πρωθυπουργός εξήγησε ωµά σε µια επιστολή της στον πνευµατικό της γκουρού: «Είµαι βέβαιη ότι θα συµφωνήσετε µαζί µου πως στη Βρετανία, όπου υπάρχουν δηµοκρατικοί θεσµοί και η ανάγκη για υψηλό βαθµό συναίνεσης, µερικά από τα µέτρα που υιοθετήθηκαν στη Χιλή θα ήταν εντελώς απαράδεκτα. Η µεταρρύθµισή µας θα πρέπει να συµβαδίζει µε τις παραδόσεις και µε το σύνταγµά µας. Ενίοτε η διαδικασία θα µοιάζει οδυνηρά αργή».

Το συµπέρασµα ήταν πως η θεραπεία της Σχολής του Σικάγου δεν ήταν εφικτή σε µια δηµοκρατία όπως το Ηνωµένο Βασίλειο. Η Θάτσερ βρισκόταν στον τρίτο χρόνο της πρώτης θητείας της, βούλιαζε στις δηµοσκοπήσεις και δεν ήταν διατεθειµένη να διακινδυνεύσει µια ήττα στις επόµενες εκλογές εφαρµόζοντας ένα τόσο ριζοσπαστικό και αντιδηµοφιλές οικονοµικό πρόγραµµα σαν αυτό που της πρότεινε ο Χάγεκ.

Για τον Χάγεκ και το κίνηµα το οποίο εκπροσωπούσε, αυτή ήταν µια απογοητευτική αποτίµηση. Το πείραµα στις χώρες του Νότιου Κώνου είχε αποφέρει τόσο εντυπωσιακά κέρδη -αν και µόνο για ελάχιστους-, ώστε οι ολοένα και περισσότερο παγκοσµιοποιηµένες πολυεθνικές να διψούν για νέες κατακτήσεις και όχι µόνο στις αναπτυσσόµενες χώρες αλλά και στις πλούσιες χώρες της Δύσης, όπου τα κράτη έλεγχαν ακόµα πιο προσοδοφόρα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία θα µπορούσαν να εκµεταλλευτούν επικερδώς οι ιδιωτικές εταιρείες: τηλεφωνικές επικοινωνίες, αεροπορικές µεταφορές, ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, εταιρείες ηλεκτρισµού. Αν κάποιοι µπορούσαν να πρωτοστατήσουν στην εφαρµογή αυτής της ατζέντας στον πλούσιο κόσµο, αυτοί ήταν, ασφαλώς, η Θάτσερ στην Αγγλία και ο Αµερικανός τότε Πρόεδρος Ρόναλντ Ρέιγκαν.

Το 1981 το περιοδικό Fortune δηµοσίευσε ένα άρθρο που εκθείαζε το «Θαυµαστό Νέο Κόσµο των Ρεϊγκανοµικών στη Χιλή». Το άρθρο, που εξυµνούσε «τα αστραφτερά, πολυτελή καταστήµατα» και τα «γυαλιστερά καινούρια ιαπωνικά αυτοκίνητα» στο Σαντιάγο, δεν έκανε την παραµικρή µνεία στη διάχυτη καταπίεση και στην εκρηκτική αύξηση των παραγκουπόλεων. «Τι µπορούµε να µάθουµε από το πείραµα της Χιλής πάνω στην οικονοµική ορθοδοξία;» ρωτούσε το άρθρο, για να δώσει στη συνέχεια την ορθή απάντηση: «Αν µια µικρή υπανάπτυκτη χώρα µπορεί να ζήσει µε τη θεωρία του ανταγωνιστικού πλεονεκτήµατος, τότε, ασφαλώς, µπορεί να κάνει το ίδιο και η απείρως πιο εύπορη οικονοµία µας».

Ωστόσο, όπως καθιστούσε σαφές στον Χάγεκ η επιστολή της Θάτσερ, τα πράγµατα δεν ήταν τόσο απλά. Οι εκλεγµένοι ηγέτες ανησυχούν για το τι σκέφτονται οι ψηφοφόροι σχετικά µε την αποδοτικότητα και το έργο τους, που κρίνονται σε τακτά χρονικά διαστήµατα. Και στις αρχές της δεκαετίας του 1980, παρόλο που στην εξουσία βρίσκονταν ο Ρέιγκαν και η Θάτσερ, οι οποίοι επηρεάζονταν από τις συμβουλές του Χάγεκ και του Φρίντμαν, ήταν αμφίβoλo αν θα μπορούσε να εφαρμοστεί στη Βρετανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες αυτή η ριζοσπαστική οικονομική ατζέντα, που είχε επιβληθεί με τόσο κτηνώδη βία στις χώρες του Νότιου Κώνου.

Την προηγούμενη δεκαετία ο Φρίντμαν και το κίνημά του είχαν γνωρίσει μια τεράστια απογοήτευση στις ΗΠΑ από τον Ρίτσαρντ Νίξον, ο οποίος μέχρι τότε έδειχνε να συμφωνεί με τις ιδέες τους. Παρόλο που ο Νίξον είχε βοηθήσει τα Παιδιά του Σικάγου να ανέλθουν στην εξουσία στη Χιλή, ακολούθησε έvav πολύ διαφορετικό δρόμο στο εσωτερικό των ΗΠΑ μια ασυνέπεια την οποία δεν του συγχώρεσε ποτέ ο Φρίντμαν. Όταν εξελέγη ο Νίξον το 1969, ο Φρίντμαν σκέφτηκε ότι είχε έρθει επιτέλους η ώρα να ηγηθεί μιας εγχώριας αντεπανάστασης εναντίον της κληρονομιάς του Νιου Ντιλ. «Ελάχιστοι Πρόεδροι έχουν εκφράσει μια φιλοσοφία τόσο συμβατή με τη δική μας», είχε γραφείο Φρίντμαν στον Νίξον.” Οι δύο άντρες συναντιούνταν τακτικά στο Οβάλ Γραφείο και ο Νίξον διόρισε αρκετούς φίλους και συναδέλφους του Φρίντμαν σε σημαντικά οικονομικά αξιώματα. Ένας από αυτούς ήταν ο καθηγητής του Πανεπιστημίου του Σικάγου Τζορτζ Σουλτς, τον οποίο ο Φρίντμαν στρατολόγησε για να εργαστεί για τον Νίξον. Ένας άλλος ήταν ο Ντόναλντ Ράμσφελντ, τότε τριάντα εφτά ετών. Τη δεκαετία του 1960 ο Ράμσφελντ είχε παρακολουθήσει σεμινάρια στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και αργότερα θα αναφερόταν με ευλάβεια σε αυτές τις συναντήσεις, περιγράφοντας τον Φρίντμαν και τους συναδέλφους του ως «μια ομάδα από ιδιοφυΐες και χαρακτηρίζοντας τον εαυτό του και τους υπόλοιπους που παρακολουθούσαν τα σεμινάρια «κουτάβια που πήγαιναν να μάθουν μπλέκοντας στα πόδια τους. [ … ] Ήμουν τόσο προνομιούχος».5 Με πιστούς μαθητές του να διαμορφώνουν την πολιτική και έχοντας ο ίδιος μια στενή προσωπική σχέση με τον Πρόεδρο, ο Φρίντμαν είχε κάθε λό\’0 να πιστεύει ότι οι ιδέες του θα εφαρμόζονταν στην πιο ισχυρή οικονομία του κόσμου.

Το 1971 όμως η οικονομία των ΗΠΑ βρισκόταν σε κρίση, η ανεργία ήταν υψηλή και ο πληθωρισμό ς εξωθούσε τις τιμές στα ύψη. Ο Νίξον γνώριζε ότι, αν ακολουθούσε τις συμβουλές του Φρίντμαν, εκατομμύρια οργισμένοι πολίτες θα τον καταψήφιζαν. Αποφάσισε να επιβάλει πλαφόν στα ενοίκια και στις τιμές βασικών αγαθών, όπως το πετρέλαιο. Ο Φρίντμαν έγινε έξαλλος: Από όλες τις πιθανές κρατικές «στρεβλώσεις» η διατίμηση ήταν η χειρότερη. Τη θεωρούσε «καρκίνο που μπορεί να καταστρέψει την ικανότητα ενός οικονομικού συστήματος να λειτουργεί».

Ακόµα πιο ταπεινωτικό ήταν το γεγονός ότι οι ίδιοι οι µαθητές του είχαν εφαρµόσει αυτά τα κεϊνσιανικά µέτρα: Ο Ράµσφελντ ήταν επικεφαλής του προγράµµατος ελέγχου των µισθών και των τιµών και λογοδοτούσε στον Σουλτς, που ήταν ο διευθυντής του Γραφείου Διαχείρισης και Προϋπολογισµού. Κάποια στιγµή ο Φρίντµαν τηλεφώνησε στον Ράµσφελντ στο Λευκό Οίκο και επέπληξε το πρώην «κουτάβι» του. Σύµφωνα µε τον Ράµσφελντ, ο Φρίντµαν του είπε: «Πρέπει να σταµατήσετε αυτά που κάνετε». Ο αρχάριος γραφειοκράτης του απάντησε ότι έµοιαζαν να είναι αποτελεσµατικά: Ο πληθωρισµός µειωνόταν, η οικονοµία µεγεθυνόταν. Ο Φρίντµαν του ανταπάντησε ότι αυτό ήταν το µεγαλύτερο από όλα τα εγκλήµατα: «Οι άνθρωποι θα αρχίσουν να σκέφτονται ότι αυτά που κάνετε είναι σωστά. [ … ] Θα πάρουν λάθος µάθηµα».’ Πράγµατι αυτό έγινε, καθώς ο Νίξον επανεξελέγη µε ποσοστό 60% το επόµενο έτος. Στη δεύτερη θητεία του ο Πρόεδρος αποµακρύνθηκε ακόµα περισσότερο από την ορθοδοξία του Φρίντµαν, υιοθετώντας µια σειρά από νέους νόµους που επέβαλλαν στις βιοµηχανίες πιο αυστηρούς κανόνες ασφάλειας και πιο αυσrηρά µέτρα για την προστασία του περιβάλλοντος. «Είµαστε όλοι κεϊνσιανιστές πια, είχε πει σε µια διάσηµη δήλωσή του ο Νίξον η πιο επώδυνη από όλες τις µμαχαιριές. Ήταν τόσο µεγάλη η προδοσία του, ώστε ο Φρίντµαν θα χαρακτήριζε αργότερα τον Νίξον «τον πιο σοσιαλιστή από όλους τους Προέδρους των Ηνωµένων Πολιτειών τον εικοστό αιώνα».

Η στάση του Νίξον ήταν ένα σκληρό µάθηµα για τον Φρίντµαν. Ο καθηγητής του Πανεπιστηµίου του Σικάγου είχε οικοδοµήσει το κίνηµά του πάνω στην εξίσωση του καπιταλισµού µε την ελευθερία, ωστόσο οι ελεύθεροι άνθρωποι δεν ψήφιζαν τους πολιτικούς που ακολουθούσαν τις συµβουλές του. Ακόµα χειρότερα, οι δικτατορίες, όπου απουσιάζει καταφανώς η ελευθερία, ήταν τα µοναδικά καθεστώτα που εφάρµοζαν στην πράξη το δόγµα της ελεύθερης αγοράς. Μεμψιμοιρώντας, λοιπόν, για το γεγονός ότι είχαν προδοθεί στην πατρίδα τους, οι πεφωτισμένοι της Σχολής του Σικάγου είχαν εναποθέσει τις ελπίδες τους στις χούντες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1970. Οπουδήποτε είχαν την εξουσία ακροδεξιές στρατιωτικές δικτατορίες, η παρουσία του Πανεπιστηµίου του Σικάγου ήταν αισθητή. Ο Χάρµπεργκερ εργάστηκε το 1976 ως σύµβουλος του στρατιωτικού καθεστώτος της Βολιβίας και έγινε επίτιµος καθηγητής του Πανεπιστηµίου του Τουκουµάν στην Αργεντινή το 1979, όταν τα πανεπιστήµια βρίσκονταν κάτω από τον έλεγχο της χούντας.” Επιπλέον· συμβούλευε τον Σουχάρτο και τη Μαφία του Μπέρκλεϊ στην Ινδονησία. Όσο για τον Φρίντµαν, κατέστρωσε ένα οικονοµικό πρόγραµµα φιλελευθεροποίησης για το καταπιεστικό Κομουνιστικό Κόµµα της Κίνας όταν αυτό αποφάσισε να κάνει στροφή προς την οικονοµία της αγοράς.

Ο Στέφαν Χάγκαρντ, ένας σθεναρός νεοφιλελεύθερος πολιτικός επιστήµονας του Πανεπιστηµίου της Καλιφόρνια, έχει παραδεχτεί το «θλιβερό γεγονός» ότι «µερικές από τις πιο ευρείες µεταρρυθµιστικές προσπάθειες στον αναπτυσσόμενο κόσµο πραγµατοποιήθηκαν έπειτα από στρατιωτικά πραξικοπήµατα», αναφέροντας ως παραδείγµατα, εκτός από τις χώρες του Νότιου Κώνου και την Ινδονησία, την Τουρκία, τη Νότια Κορέα και την Γκάνα. Άλλες επιτυχείς προσπάθειες εφαρµογής του νεοφιλελευθερισµού έγιναν όχι έπειτα από στρατιωτικά πραξικοπήµατα, αλλά σε µονοκοµµατικά κράτη, όπως το Μεξικό, η Σιγκαπούρη, το Χονγκ Κονγκ και η Ταϊβάν. Σε πλήρη αντίθεση µε το βασικό ισχυρισµό του Φρίντµαν, ο Χάγκαρντ καταλήγει στο συµπέρασµα ότι «τα καλά πράγµατα, όπως η δηµοκρατία και η προσανατολισµένη στην αγορά οικονοµική πολιτική, δε συµβαδίζουν πάντα». Πράγµατι, στις αρχές της δεκαετίας του 1980 δεν υπήρχε ούτε µία πολυκοµµατική δηµοκρατία η οποία να έχει στραφεί ολοκληρωτικά προς την ελεύθερη αγορά.

Οι αριστεροί στον αναπτυσσόµενο κόσµο, από την πλευρά τους, υποστηρίζουν ότι µια γνήσια δηµοκρατική διαδικασία, στο πλαίσιο της οποίας θα ίσχυαν δίκαιοι κανόνες που θα εµπόδιζαν τις εταιρείες να εξαγοράζουν τα αποτελέσµατα των εκλογών, θα οδηγούσε αναγκαστικά στην εκλογή κυβερνήσεων οι οποίες θα αναλάµβαναν να αναδιανείµουν τον πλούτο. Ο λόγος είναι πολύ απλός: Σε αυτές τις χώρες υπάρχουν πολύ περισσότεροι φτωχοί από πλούσιους. Οι πολιτικές που αναδιανέµουν τη γη και αυξάνουν τους µισθούς, και όχι η λογική της «διάχυσης των οικονοµικών οφελών από πάνω προς τα κάτω» trickle-down), είναι αυτές που εξυπηρετούν τα συµφέροντα της φτωχής πλειοψηφίας. Εποµένως, αν όλοι οι πολίτες ψήφιζαν και η εκλογική διαδικασία ήταν στοιχειωδώς δίκαιη, θα εκλέγονταν οι πολιτικοί που θα αύξαναν τις θέσεις εργασίας και θα µοίραζαν τη γη, όχι εκείνοι που θα υπόσχονταν ότι η ελεύθερη αγορά θα οδηγούσε σε ένα καλύτερο µέλλον.

Για όλους αυτούς τους λόγους, ο Φρίντµαν βρισκόταν για αρκετό καιρό αντιµέτωπος µε ένα διανοητικό παράδοξο: Καθώς θεωρούσε τον εαυτό του συνεχιστή της παράδοσης του Άνταµ Σµιθ, πίστευε µε πάθος ότι οι άνθρωποι καθοδηγούνται από το ατοµικό συµφέρον και ότι οι κοινωνίες λειτουργούν καλύτερα αν το ατοµικό συµφέρον καθορίζει όλες σχεδόν τις δραστηριότητες µε εξαίρεση µια «ασήµαντη» δραστηριότητα που ονοµάζεται «ψηφοφορία». Εφόσον οι περισσότεροι άνθρωποι στον κόσµο είτε είναι φτωχοί είτε ζουν µε εισόδηµα κατώτερο από το µέσο κατά κεφαλήν εισόδηµα στις χώρες τους (συµπεριλαµβανοµένων των ΗΠΑ), εξυπηρετούν το βραχυπρόθεσµο ατοµικό συµφέρον τους όταν ψηφίζουν πολιτικούς που υπόσχονται να αναδιανείµουν τον πλούτο από την κορυφή προς τη βάση της οικονοµικής πυραµίδας. Ο µονεταριστής οικονοµολόγος Άλαν Μέλτζερ, για πολλά χρόνια φίλος του Φρίντµαν, έθετε το πρόβληµα ως εξής: «Οι ψήφοι κατανέµονται περισσότερο εξισωτικά από τα εισοδήµατα. […] Οι ψηφοφόροι µε µεσαία ή χαµηλά εισοδήµατα κερδίζουν από την αύξηση των εισοδηµάτων τους». Ο Μέλτζερ αντιµετώπιζε αυτή την αντίδραση ως «µέρος του κόστους της δηµοκρατικής διακυβέρνησης και της πολιτικής ελευθερίας», προσθέτοντας ότι «οι Φρίντµαν [ο Μίλτον και η σύζυγός του Ρόουζ] κολυµπούσαν κόντρα σε αυτό το ισχυρό ρεύµα. Δεν µπορούσαν να το σταµατήσουν ή να το αντιστρέψουν, αλλά επηρέασαν πολύ περισσότερο από ό,τι οι περισσότεροι τον τρόπο µε τον οποίο σκέπτονται και δρουν οι άνθρωποι και οι πολιτικοί.

Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η Θάτσερ προσπαθούσε να επιβάλει µια αγγλική εκδοχή του φριντµανισµού, υπεραµυνόµενη αυτού που έγινε γνωστό ως «κοινωνία των ιδιοκτητών». Η προσπάθειά της επικεντρώθηκε στον τοµέα της κοινωνικής στέγης, δηλαδή στις εργατικές κατοικίες, προς τις οποίες η Θάτσερ ήταν φιλοσοφικά αντίθετη, καθώς πίστευε ότι το κράτος δεν πρέπει να έχει καµία σχέση µε τη στεγαστική αγορά. Οι περισσότερες εργατικές κατοικίες ήταν γεµάτες από ανθρώπους που δεν ψήφιζαν το Συντηρητικό Κόµµα, επειδή κάτι τέτοιο ήταν αντίθετο προς τα ατοµικά οικονοµικά τους συµφέροντα. Η Θάτσερ ήταν πεπεισµένη ότι, αν κατάφερνε να τους εντάξει στην αγορά, τα συµφέροντά τους θα ταυτίζονταν µε εκείνα των πλουσιότερων που αντιτίθεντο στην αναδιανοµή του πλούτου. Έχοντας αυτό κατά νου, πρόσφερε ισχυρά κίνητρα στους ενοίκους των ακινήτων που ανήκαν στο δηµόσιο προκειµένου να αγοράσουν τις κατοικίες τους σε µειωµένες τιµές. Όσοι µπορούσαν να το κάνουν, έγιναν ιδιοκτήτες, ενώ όσοι δεν µπορούσαν, έπρεπε πλέον να καταβάλλουν ενοίκια σχεδόν διπλάσια σε σχέση µε παλαιότερα. Επρόκειτο για µια στρατηγική «διαίρει και βασίλευε» και αποδείχτηκε αποτελεσµατική: Οι ενοικιαστές συνέχισαν να αντιτίθενται στη Θάτσερ, οι άστεγοι στους δρόµους των µεγάλων πόλεων της Βρετανίας αυξήθηκαν σηµαντικά, όµως οι δηµοσκοπήσεις έδειχναν ότι περισσότεροι από τους µισούς νέους ιδιοκτήτες είχαν αλλάξει κοµµατική προτίµηση υπέρ του Συντηρητικού Κόµµατος.

Παρόλο που οι πωλήσεις των ακινήτων που ανήκαν στο δηµόσιο άνοιξαν ένα παράθυρο ελπίδας για τη δυνατότητα να εφαρµοστεί µια σκληροπυρηνική δεξιά οικονομική πολιτική σε μια δημοκρατία, όλα έδειχναν ότι η Θάτσερ ήταν καταδικασμένη να κυβερνήσει μόνο για μία θητεία. Το 1979 το προεκλογικό της σύνθημα ήταν «Οι Εργατικοί δεν αποδίδουν», όμως το 1982 ο αριθμός των ανέργων είχε διπλασιαστεί, όπως και το ποσοστό του πληθωρισμού. Η Θάτσερ είχε προσπαθήσει να τα βάλει με ένα από τα ισχυρότερα συνδικάτα της χώρας, αυτό των ανθρακωρύχων, και είχε αποτύχει. Έπειτα από τρία χρόνια στον πρωθυπουργικό θώκο, η δημοτικότητα της Θάτσερ στις δημοσκοπήσεις είχε πέσει στο 25% ποσοστό μικρότερο από εκείνο του Τζορτζ Μπους στo πιο χαμηλό σημείο του, το πλέον χαμηλό οποιουδήποτε Βρετανού πρωθυπουργού στη μέχρι τότε ιστορία των δημοσκοπήσεων. Η επιδοκιμασία του συνολικού κυβερνητικού έργου είχε καταποντιστεί στο 18%.  Με τις γενικές εκλογές να πλησιάζουν επικίνδυνα, ο θατσερισμός κινδύνευε να έχει ένα πρόωρο και άδοξο τέλος, προτού το Συντηρητικό Κόμμα καταφέρει να υλοποιήσει τους περισσότερους από τους φιλόδοξους στόχους του για μαζικές ιδιωτικοποιήσεις και συντριβή των εργατικών συνδικάτων. Ήταν σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία που η Θάτσερ έγραψε στον Χάγεκ, πληροφορώντας τον ευγενικά ότι τα μεταρρθμιστικά μέτρα που υιοθετήθηκαν στη Χιλή θα ήταν «εντελώς απαράδεκτα» στo Ηνωμένο Βασίλειο.

Η καταστροφική πρώτη θητεία της Θάτσερ έμοιαζε να επιβεβαιώνει τα μαθήματα της Προεδρίας του Νίξον: Οι ακραίες και εξαιρετικά κερδοφόρες πολιτικές της Σχολής του Σικάγου δεν μπορούσαν να επιβιώσουν σε ένα δημοκρατικό πολιτικό σύστημα. Ήταν σαφές ότι η επιτυχής επιβολή της οικονομικής θεραπείας-σοκ απαιτούσε και κάποιο άλλο είδος σοκ: είτε ένα πραξικόπημα είτε τους θαλάμους βασανιστηρίων ενός καταπιεστικού καθεστώτος.

Η προοπτική αυτή φάνταζε ιδιαίτερα δυσάρεστη για τη Γουόλ Στριτ, επειδή αρκετά αυταρχικά καθεστώτα είχαν αρχίσει να καταρρέουν σε ολόκληρο τον κόσμο στις αρχές της δεκαετίας του 1980 (Ιράν, Νικαράγουα, Ισημερινός, Περού, Βολιβία), ενώ θα ακολουθούσαν ακόμα περισσότερα κατά τη διάρκεια αυτού που ο συντηρητικός πολιτικός επιστήμονας Σάμιουελ Χάντινγκτον έχει ονομάσει «το τρίτο κύμα της δημοκρατίας». Οι εξελίξεις αυτές ήταν ανησυχητικές: Τι θα εμπόδιζε την εμφάνιση ενός νέου Αλιέντε, που θα κέρδιζε ψήφους και υποστήριξη χάρη στις φιλολαϊκές πολιτικές του;

Το 1979 η Ουάσινγκτον είχε παρακολουθήσει το σενάριο αυτό να ξετυλίγεται τόσο στο Ιράν όσο και στη Νικαράγουα. Στο Ιράν ο υποστηριζόμενος από τις ΗΠΑ σάχης ανατράπηκε από ένα συνασπισμό αριστερών και ισλαμιστών. Ενώ στα μέσα ενημέρωσης κυριαρχούσαν οι ειδήσεις για τους αγιατολάχ και τους ομήρους στην πρεσβεία των ΗΠΑ, το οικονομικό πρόγραμμα που εφαρμοζόταν στο Ιράν είχε επίσης σημάνει το συναγερμό στην Ουάσινγκτον. Το ισλαμικό καθεστώς, που δεν είχε ακόμα μετατραπεί σε απολυταρχικό, εθνικοποίησε τον τραπεζικό τομέα και εγκαινίασε ένα πρόγραμμα αναδιανομή της γης. Επιπλέον, επέβαλε περιορισμούς στις εισαγωγές και στις εξαγωγές μια πλήρης αναστροφή της πολιτικής ελεύθερου εμπορίου του σάχη. Πέντε μήνες αργότερα στη Νικαράγουα η υποστηριζόμενη από τις ΗΠΑ δικτατορία του Αναστάσιο Σομόσα Ντεβάιλε ανατράπηκε από μια λαϊκή εξέγερση που έφερε στην εξουσία τους αριστερούς Σαντινίστας. Και αυτοί, όπως οι Ιρανοί, επέβαλαν περιορισμούς στις εισαγωγές και εθνικοποίησαν τον τραπεζικό τομέα.

Οι προβλέψεις για την υλοποίηση του οράματος μιας παγκόσμιας αγοράς ήταν δυσοίωνες. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 ο Φρίντμαν και οι οπαδοί του βρίσκονταν αντιμέτωποι με την προοπτική η επανάστασή τους, ηλικίας μικρότερης των δέκα ετών, να μην επιβιώσει του νέου κύματος φιλολαϊκής οικονομικής πολιτικής.

Ο πόλεμοs τηs σωτηρίας

Έξι βδομάδες αφότου η Θάτσερ έγραψε την επιστολή στον Χάγεκ, συνέβη κάτι που την έκανε να αναθεωρήσει και άλλαξε το πεπρωμένο της κορπορατικής σταυροφορίας: Στις 2 Απριλίου 1982 η Αργεντινή εισέβαλε στα νησιά Φόκλαντ. απομεινάρι της βρετανικής αποικιοκρατίας. Ο πόλεμος των Φόκλαντ -ή πόλεμος των Μαλβίνων, όπως τον αποκαλούν οι Αργεντινοί έμεινε στην ιστορία ως μια σκληρή αλλά ήσσονος σημασίας σύρραξη. Τα Φόκλαντ, που βρίσκονται στα ανοιχτά των ακτών της Αργεντινής, δεν είχαν πλέον στρατηγική αξία. Το σύμπλεγμα των νήσων απείχε χιλιάδες χιλιόμετρα από τη Βρετανία, ενώ το κόστος της πρoστασίας και της διατήρησής τους ως αποικίας ήταν μεγάλο. Αλλά και για την Αργεντινή είχαν ελάχιστη χρησιμότητα, παρόλο που η ύπαρζη ενός βρετανικού προκεχωρημένου φυλακίου στα ύδατά της συνιστούσε προσβολή για την εθνική υπερηφάνεια. Ο διάσημος Αργεντινός συγγραφέας Xόρχε Λουίς Μπόρχες έχει περιγράψει δηκτικά τη διαμάχη για τα νησιά ως «καβγά ανάμεσα σε δύο φαλακρούς για μια χτένα».

Από στρατιωτική άποψη, η διάρκειας έντεκα βδομάδων σύρραξη δεν έχει σχεδόν καμία ιστορική σημασία. Ωστόσο δεν πρέπει να παραβλέπουμε τον αντίκτυπο του πολέµου στο σχέδιο για την επιβολή της ελεύθερης αγοράς, ο οποίος ήταν τεράστιος: Ο πόλεµος των Φόκλαντ έδωσε στη Θάτσερ την πολιτική κάλυψη που χρειαζόταν για να εφαρµόσει για πρώτη φορά ένα πρόγραµµα ριζικού καπιταλιστικού µετασχηµατισµού σε µια Δυτική φιλελεύθερη δηµοκρατία.

Και τα δύο µέρη είχαν καλούς λόγους να θέλουν τον πόλεµο. Το 1982 η οικονοµία της Αργεντινής κατέρρεε υπό το βάρος του χρέους και της διαφθοράς, ενώ η εκστρατεία για την υπεράσπιση των ανθρώπινων δικαιωµάτων είχε αρχίσει να αποκτά ορµή. Η νέα χουντική κυβέρνηση, µε επικεφαλής το στρατηγό Λεοπόλδο Γκαλτιέρι, θεώρησε ότι µόνο τα αντι-ιµπεριαλιστικά αισθήµατα θα µπορούσαν να αντισταθµίσουν την οργή για τη συνεχιζόµενη κατάπνιξη της δηµοκρατίας, κι έτσι τα υποδαύλισε εντέχνως εναντίον της Βρετανίας µε πρόσχηµα την άρνηση εκ µέρους της να παραχωρήσει τα νησιά. Πολύ σύντοµα η κυανή και λευκή σηµαία της Αργεντινής κυµάτιζε πάνω στο βραχώδες προκεχωρηµένο φυλάκιο και η χώρα πανηγύριζε υποβολιµαία.

Μόλις η Θάτσερ πληροφορήθηκε ότι η Αργεντινή είχε καταλάβει τα Φόκλαντ, κατάλαβε ότι ήταν η τελευταία της ευκαιρία να αλλάξει το πολιτικό της πεπρωµένο και υιοθέτησε αµέσως το αρειµάνιο ύφος του Τσώρτσιλ. Μέχρι τότε η Θάτσερ αντιµετώπιζε µε αποστροφή το θέµα των Φόκλαντ εξαιτίας της οικονοµικής επιβάρυνσης που αυτά συνεπάγονταν για τα κρατικά ταµεία. Είχε µειώσει τα κονδύλια για τα νησιά και είχε ανακοινώσει σηµαντικές περικοπές για το πολεµικό ναυτικό ανάµεσα στα πλοία που θα παροπλίζονταν ήταν και εκείνα που προστάτευαν τα Φόκλαντ. Οι Αργεντινοί στρατηγοί ερµήνευσαν αυτές τις ενέργειες ως σαφείς ενδείξεις πως η Βρετανία ήταν έτοιµη να παραχωρήσει τα νησιά. (Ένας από τους βιογράφους της Θάτσερ έχει αναφερθεί στην πολιτική της για τα Φόκλαντ ως «µια πρόσκληση, επί της ουσίας, προς την Αργεντινή να εισβάλει».) Πριν ξεκινήσουν οι πολεµικές επιχειρήσεις, η Θάτσερ δέχτηκε επικρίσεις από όλο το πολιτικό φάσµα ότι χρησιµοποιούσε το στρατό για τις προσωπικές πολιτικές της επιδιώξεις. Ο βουλευτής των Εργατικών Τόνι Μπεν δήλωσε: «Γίνεται ολοένα και περισσότερο σαφές πως το διακύβευµα είναι η αίγλη της κυρίας Θάτσερ και όχι τα νησιά Φόκλαντ», ενώ οι συντηρητικοί Finαncial Times επεσήµαναν: «Είναι λυπηρό το γεγονός ότι στο ζήτηµα έχουν αρχίσει να εµφιλοχωρούν οι πολιτικές διαφορές στο εσωτερικό της Βρετανίας, οι οποίες δεν έχουν καµία σχέση µε το εν λόγω θέµα. Δε διακυβεύεται µόνο η τιµή της κυβέρνησης της Αργεντινής. Το ίδιο ισχύει και για το κύρος, ενδεχοµένως και για την επιβίωση, της κυβέρνησης των Συντηρητικών’ στη Βρετανία».

Ωστόσο, παρά τον υγιή αυτό κυνισµό στην αντιµετώπιση του όλου ζητήµατος πριν από την έναρξη των πολεµικών επιχειρήσεων, αµέσως µόλις άρχισε η ανάπτυξη των στρατευµάτων επικράτησε στην Βρετανία αυτό που το προσχέδιο µιας απόφασης του Εργατικού Κόµµατος περιέγραφε ως «σοβινιστική, µιλιταριστική νοοτροπία», η οποία παρουσίαζε τον πόλεµο στα νησιά Φόκλαντ ως την τελευταία ένδοξη σελίδα της παρηκµασµένης βρετανικής αυτοκρατορίας. Η Θάτσερ εκθείαζε το «πνεύµα των Φόκλαντ» που κυριαρχούσε στο έθνος, καθώς στην πράξη αυτό σήµαινε ότι σιγούσαν οι φωνές «Διώξτε τη σκύλα!» όσο σηµείωναν ρεκόρ πωλήσεων τα µπλουζάκια που έγραφαν «Άντε Γαµήσου, Χούντα!». Ούτε το Λονδίνο ούτε το Μπουένος Άιρες κατέβαλαν κάποια σοβαρή προσπάθεια να αποφευχθεί η σύρραξη, Η Θάτσερ παραµέρισε τα Ηνωµένα Έθνη (όπως ακριβώς θα έκαναν ο Μπους και ο Μπλερ πριν από τον πόλεµο στο Ιράκ), αδιαφορώντας πλήρως για τη διεξαγωγή διαπραγµατεύσεων ή την επιβολή κυρώσεων στην Αργεντινή. Μια ένδοξη νίκη ήταν η µοναδική έκβαση που ενδιέφερε και τα δύο µέρη.

Η Θάτσερ αγωνιζόταν για το πολιτικό της µέλλον, και πέτυχε το στόχο της µε εντυπωσιακό τρόπο. Μετά τη νίκη στον πόλεµο των Φόκλαντ, στον οποίο σκοτώθηκαν 255 Βρετανοί στρατιώτες και 655 Αργεντινοί, η πρωθυπουργός εξυµνήθηκε ως πολεµική ηρωίδα και το προσωνύµιό της «Σιδηρά Κυρία» µετατράπηκε από προσβολή σε εγκώµιο. Η δηµοτικότητά της στις δηµοσκοπήσεις διπλασιάστηκε κατά τη διάρκεια του πολέµου και από 25% στην έναρξη της σύρραξης έφτασε στο 59% στο τέλος της, ανοίγοντάς της το δρόµο για την αποφασιστική νίκη που σηµείωσε στις εκλογές του επόµενου έτους.

Η ανακατάληψη των Φόκλαντ από το βρετανικό στρατό έφερε την κωδική ονοµασία «Επιχείρηση Εταιρεία» (Operation Corporate), και, παρότι πρόκειται για ένα αλλόκοτο όνοµα για µια πολεµική εκστρατεία, αποδείχτηκε προφητικό. Η Θάτσερ χρησιµοποίησε την τεράστια δηµοτικότητα που απέκτησε χάρη στη νίκη για να πραγµατοποιήσει την κορπορατική επανάσταση την οποία θεωρούσε ανέφικτη πριν από τον πόλεµο, όπως είχε γράψει στον Χάγεκ. Όταν το 1984 απήργησαν οι ανθρακωρύχοι, η Θάτσερ παρουσίασε την αντιπαράθεση ως µια συνέχεια του πολέµου µε την Αργεντινή, απαιτώντας µια εξίσου βίαιη επίλυση. Είναι πλέον διάσηµη η δήλωσή της: «Επρεπε να πολεµήσουµε τον εξωτερικό εχθρό στα Φόκλαντ και τώρα πρέπει να πολεµήσουµε τον εσωτερικό εχθρό, ο οποίος είναι ένας πολύ πιο δύσκολος αντίπαλος, αλλά εξίσου επικίνδυνος για την ελευθερία». Έχοντας καταγράψει τους Βρετανούς εργάτες ως «εσωτερικό εχθρό», η Θάτσερ εξαπέλυσε όλη την ισχύ του κράτους εναvτίoν των απεργών. Σε μια περίπτωση, μάλιστα, 8.000 αστυνομικοί οπλισμένοι με κλομπ, πολλοί από αυτούς έφιπποι, επιτέθηκαν σε εργάτες που διαδήλωναν έξω από ένα εργοστάσιο, με συνέπεια να υπάρξουν σχεδόν 700 τραυματίες. Όπως ο δημοσιογράφος του Gardiαn Σέουμας Μίλνε τεκμηριώνει στο The Enemy Within: Thatcher’s Secret War αgainst the Miners, στο οποίο υπάρχει η πιο ολοκληρωμένη περιγραφή των γεγονότων, η πρωθυπουργός πίεζε τις μυστικές υπηρεσίες να εντατικοποιήσουν την παρακολούθηση των μελών του συνδικάτου, και κυρίως του μαχητικού ηγέτη του Άρθουρ Σκάργκιλ. Επακολούθησε η πιο φιλόδοξη επιχείρηση παρακολουθήσεων που διεξήχθη ποτέ στη Βρετανία». Στο συνδικάτο διείσδυσαν πολλοί πράκτορες και πληροφοριοδότες, Ενώ παρακολουθούνταν τα τηλέφωνα και οι κατοικίες όλων των συνδικαλιστών, ακόμα και το λαϊκό εστιατόριο όπου σύχναζαν οι ηγέτες του συνδικάτου. Στην αίθουσα συνεδριάσεων της Βουλής των Κοινοτήτων κυκλοφορούσε η φήμη ότι το ανώτερο διοικητικό στέλεχος του συνδικάτου ήταν πράκτορας της ΜΙ5 και είχε ως αποστολή του «να αποσταθεροποιήσει και να υπονομεύσει το συνδικάτο, κάτι που ο ίδιος διέψευσε.

Ο Νάιτζελ Λόσον, υπουργός Οικονομικών του Ηνωμένου Βασιλείου κατά τη διάρκεια της απεργίας, έχει εξηγήσει ότι η κυβέρνηση Θάτσερ θεωρούσε εχθρό της το συνδικάτο των ανθρακωρύχων.  «Ηταν όπως όταν εξοπλιζόμασταν για να αντιμετωπίσουμε την απειλή του Χίτλερ στα τέλη της δεκαετίας του 1930», δήλωσε ο Λόσον μία δεκαετία μετά. «Επρεπε να είμαστε προετοιμασμένοι». Όπως συνέβη και με τον πόλεμο των Φόκλαντ, δεν υπήρχε το παραμικρό ενδιαφέρον για διαπραγματεύσεις, αλλά μια στοχευμένη αποφασιστικότητα να συντριβεί το συνδικάτο, ανεξαρτήτως του κόστους (και, με 3.000 έκτακτους αστυνομικούς, το κόστος ήταν τεράστιο). Ο Κόλιν Νέιλορ, αρχιφύλακας που βρέθηκε στην πρώτη γραμμή της σύγκρουσης, την έχει περιγράψει ως «εμφύλιο πόλεμο».

Μέχρι το τέλος του 1985 η Θάτσερ είχε κερδίσει και αυτό τον πόλεμο: Οι εργάτες πεινούσαν και δεν μπορούσαν να αντέξουν. Τελικά, απολύθηκαν 996 άνθρωπoι. Ήταν μια συντριπτική ήττα για το πιο ισχυρό συνδικάτο της Βρετανίας, που έστειλε ένα ξεκάθαρο μήνυμα στις υπόλοιπες συνδικαλιστικές ενώσεις: Αν η Θάτσερ ήταν διατεθειμένη να φτάσει στα άκρα για να λυγίσει τους ανθρακωρύχους, από τους οποίους ολόκληρη η χώρα εξαρτιόταν για το φωτισμό και τη θέρμανσή της, θα ήταν σκέτη αυτοκτονία για τα ασθενέστερα συνδικάτα που τα μέλη τους εργάζονταν σε λιγότερο κρίσιμους τομείς της οικονοµίας να αµφισβητήσουν τη νέα οικονοµική τάξη πραγµάτων. Ήταν προτιµότερο να δεχτούν ό,τι τους πρόσφεραν. Επρόκειτο για ένα µήνυµα παρόµοιο µε αυτό που ο Ρόναλντ Ρέιγκαν έστειλε µε την αντίδρασή του στην απεργία των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας λίγους µήνες µόνο µετά την εκλογή του στο προεδρικό αξίωµα. Επειδή δεν είχαν πάει να δουλέψουν, «έχουν απολέσει τις θέσεις εργασίας τους και θα εκδιωχθούν αµέσως», είχε δηλώσει ο Ρέιγκαν. Για να απολύσει στη συνέχεια 11.400 από τους πιο σηµαντικούς για τη λειτουργία της χώρας εργαζόµενους ένα σοκ από το οποίο δεν έχει ακόµα συνέλθει πλήρως το εργατικό κίνηµα στις ΗΠΑ.

Στη Βρετανία η Θάτσερ χρησιµοποίησε τις νίκες της στον πόλεµο των Φόκλαντ και σε βάρος των ανθρακωρύχων για να προωθήσει την αντιδραστική οικονοµική της ατζέντα. Μεταξύ 1984 και 1985 η κυβέρνησή της ιδιωτικοποίησε, µεταξύ άλλων, τις British Telecom, British Gas, British Airways, British Airport Authority και British Steel, ενώ πούλησε τις µετοχές της British Petroleum που διέθετε το κράτος.

Όπως η τροµοκρατική επίθεση της 11ης Σεπτεµβρίου έδωσε σε έναν Πρόεδρο µε χαµηλή δηµοτικότητα τη δυνατότητα να εξαπολύσει ένα µαζικό κύµα ιδιωτικοποιήσεων (ο Μπους ιδιωτικοποίησε τους τοµείς της ασφάλειας, της διεξαγωγής πολεµικών επιχειρήσεων και της ανοικοδόµησης [του Ιράκ και της Νέας Ορλεάνης]), η Θάτσερ χρησιµοποίησε τον πόλεµο των Φόκλαντ για να πραγµατοποιήσει τις πρώτες µαζικές ιδιωτικοποιήσεις, εκποιήσεις σε µια Δυτική δηµοκρατία. Αυτή ήταν η πραγµατική «Επιχείρηση Εταιρεία», και είχε ιστορικές συνέπειες. Ο επιτυχής τρόπος µε τον οποίο η Θάτσερ εκµεταλλεύτηκε τον πόλεµο των Φόκλαντ αποτελούσε την πρώτη απόδειξη ότι το οικονοµικό πρόγραµµα της Σχολής του Σικάγου δε χρειαζόταν στρατιωτικές δικτατορίες και θαλάµους βασανιστηρίων για να προωθηθεί. Η Θάτσερ απέδειξε ότι, όταν σοβεί µια αρκετά σηµαντική κρίση, είναι εφικτό να επιβληθεί µια περιορισµένη εκδοχή της θεραπείας-σοκ σε µια δηµοκρατία.

Παρ’ όλα αυτά, η Θάτσερ χρειάστηκε έναν εχθρό για να ενώσει τη χώρα, ένα σύνολο ειδικών συνθηκών που να αιτιολογούν τη λήψη µέτρων έκτακτης ανάγκης και την καταστολή, µια κρίση που την έκανε να φαντάζει σκληρή και αποφασιστική αντί για απάνθρωπη και οπισθοδροµική. Ο πόλεµος εξυπηρέτησε τέλεια τις επιδιώξεις της, όµως τα Φόκλαντ ήταν µια «ανωµαλία» στις αρχές της δεκαετίας του 1980, µια επιστροφή στις παλαιότερες αποικιοκρατικές συρράξεις. Αν η δεκαετία του 1980 σηµατοδοτούσε όντως την αυγή µιας νέας εποχής ειρήνης και δημοκρατίας, όπως ισχυρίζονταν πολλοί, τότε πόλεμοι όπως αυτός των Φόκλαντ θα ήταν υπερβολικά σπάνιοι για να αποτελέσουν τη βάση ενός παγκόσμιου πολιτικού σχεδίου.

Το 1982 ο Μίλτον Φρίντμαν έγραψε το ακόλουθο απόσπασμα που άσκησε μεγάλη επιρροή και συνοψίζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο το δόγμα του σοκ: Μόνo μια κρίση -είτε είναι είτε απλώς εκλαμβάνεται ως πραγματική οδηγεί σε πραγματικές αλλαγές. Όταν ξεσπάει μια κρίση, οι δράσεις που αναπτύσσονται εξαρτώνται από τις περιρρέουσες ιδέες. Πιστεύω ότι αυτή πρέπει να είναι η βασική λειτουργία μας: να αναπτύσσουμε εναλλακτικές πολιτικές που θα αντικαταστήσουν τις υπάρχουσες, να τις διατηρούμε ζωντανές και διαθέσιμες, έως ότου το πολιτικά αδύνατον καταστεί πολιτικά αναπόφευκτο». Το απόσπασμα αυτό θα γινόταν ένα είδος τελετουργικά επαναλαμβανόμενης προσευχής για το νεοφιλελεύθερο κίνημα στη νέα δημοκρατική εποχή. Ο Άλαν Μέλτζερ επεξεργάστηκε περαιτέρω αυτή τη συλλογιστική: «Οι ιδέες είναι εναλλακτικές λύσεις που περιμένουν μια κρίση για να χρησιμεύσουν ως καταλύτες αλλαγών. Το μοντέλο επιρροής του Φρίντμαν συνίστατο στη νομιμοποίηση των ιδεών προκειμένου αυτές να καταστούν ανεκτές και να θεωρηθεί ότι αξίζει τον κόπο να εφαρμοστούν όταν εμφανιστεί η ευκαιρία».

Το είδος της κρίσης που είχε κατά νου ο Φρίντμαν δεν ήταν στρατιωτική, αλλά οικονομική. Αυτό που εννοούσε ήταν πως, υπό φυσιολογικές συνθήκες, οι οικονομικές αποφάσεις λαμβάνονται στη βάση μιας διελκυστίνδας ανάμεσα σε αντικρουόμενα συμφέροντα: Οι εργαζόμενοι επιθυμούν θέσεις εργασίας και αυξήσεις, οι ιδιοκτήτες επιδιώκουν χαμηλούς φόρους και χαλαρές ρυθμίσεις, και οι πολιτικοί προσπαθούν να επιτύχουν μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτές τις αντικρουόμενες δυνάμεις. Ωστόσο, αν ξεσπάσει μια οικονομική κρίση και είναι αρκετά σοβαρή (η κατάρρευση ενός νομίσματος, ένα κραχ στην αγορά, μια μείζων ύφεση), επισκιάζει όλα τα άλλα και οι ηγέτες είναι ελεύθεροι να κάνουν ό,τι είναι αναγκαίο -ή ισχυρίζονται πως είναι αναγκαίο εν ονόματι της αντιμετώπισης μιας κατάστασης έκτακτης ανάγκης. Κατά μία έννοια, οι κρίσεις είναι περίοδοι αναστολής της δημοκρατίας κενά στο συνηθισμένο πολιτικό βίο, κατά τη διάρκεια των οποίων δε φαίνεται να υφίσταται η ανάγκη μα συγκατάθεση και συναίνεση.

Η ιδέα ότι τα κραχ των αγορών μπορούν να επενεργήσουν ως καταλύτες επαναστατικών αλλαγών έχει μια μακρόχρονη παράδοση στην άκρα Αριστερά, µε πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα την µπολσεβίκικη θεωρία ότι ο υπερ· πληθωρισµός, εξαιτίας της υποβάθµισης της αξίας του χρήµατος, οδηγεί τις µάζες ένα βήµα πιο κοντά στο να καταστρέψουν τον ίδιο τον καπιταλισµό. Η θεωρία αυτή εξηγεί για ποιο λόγο µια συγκεκριµένη κατηγορία αριστερών σεχταριστών αναλώνεται πάντα στον ακριβή υπολογισµό των συνθηκών κάτω από τις οποίες ο καπιταλισµός θα φτάσει «στην κρίση», µε τον ίδιο ακριβώς τρόπο που οι ευαγγελιστές καταγράφουν ένα προς ένα τα σηµάδια της επερχόµενης Αποκάλυψης. Στα µέσα της δεκαετίας του 1980 αυτή η κοµουνιστική ιδέα επανήλθε δυναµικά στο προσκήνιο, καθώς την υιοθέτησαν οι οικονοµολόγοι της Σχολής του Σικάγου για να υποστηρίξουν ότι, όπως τα κραχ στις αγορές µπορούν να επισπεύσουν µια αριστερή επανάσταση, µπορούν επίσης να χρησιµοποιηθούν ως έναυσµα για δεξιές αντεπαναστάσεις µια θεωρία που έγινε γνωστή ως «η υπόθεση της κρίσης».

Το ενδιαφέρον του Φρίντµαν για τις κρίσεις αποτελούσε επίσης µια σαφή προσπάθεια να διδαχτεί από τις νίκες της Αριστεράς µετά τη Μεγάλη Υφεση: Όταν κατέρρευσε η αγορά, ο Κέινς και οι µαθητές του, που µέχρι τότε αποτελούσαν «φωνή βοώντος εν τη ερήµω», ήταν έτοιµοι να προωθήσουν τις ιδέες τους: τις λύσεις του Νιου Ντιλ. Τη δεκαετία του 1970 και στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο Φρίντµαν και οι «εγγυήτριες εταιρείες» προσπάθησαν να µιµηθούν αυτή τη διαδικασία, βάζοντας τη δική τους ιδεολογική σφραγίδα σχετικά µε τον τρόπο αντίδρασης σε µια καταστροφή. Οικοδόµησαν επιµελώς ένα δίκτυο δεξιών «δεξαµενών σκέψης», συµπεριλαµβανοµένων Των Heritage και Cato, και δηµιούργησαν το πιο σηµαντικό όχηµα για τη διάδοση των απόψεων του Φρίντµαν, τη σειρά δέκα επεισοδίων Free to Choose, που προβλήθηκε από το PBS, καθ’ υπαγόρευση µερικών από τις µεγαλύτερες εταιρείες στον κόσµο, συµπεριλαµβανοµένων των Getty Οil, Firestone Tire & Rubber Co., PepsiCo, General Motors, Bechtel και General Mills. Ο Φρίντµαν ήταν αποφασισµένος ότι, όταν θα ξεσπούσε η επόµενη κρίση, οι µόνοι έτοιµοι να προτείνουν ιδέες και λύσεις θα ήταν τα δικά του Παιδιά του Σικάγου.

Όταν στις αρχές της δεκαετίας του 1980 ο Φρίντµαν διατύπωσε για πρώτη φορά τη θεωρία των κρίσεων, οι ΗΠΑ ήταν βυθισµένες σε ύφεση, αντιµέτωπες µε το διπλό φάσµα του πληθωρισµού και της ανεργίας. Οι πολιτικές της Σχολής του Σικάγου, που σήµερα είναι γνωστές ως Reagαnomics, «ρεϊγκανοµικά», παραπέµποντας στην οικονοµική πολιτική του Ρέιγκαν, κυριαρχούσαν στην Ουάσινγκτον, ωστόσο ακόµα και ο Ρέιγκαν δεν τολµούσε να επιβάλει τη σαρωτική θεραπεία-σοκ που οραµατιζόταν ο Φρίντµαν, το είδος της θεραπείας που είχε συνταγογραφήσει για τη Χιλή.

Για µία ακόµα φορά µια λατινοαµερικανική χώρα θα γινόταν πεδίο δοκιµών για τη θεωρία των κρίσεων του Φρίντµαν και αυτή τη φορά δε θα ηγούνταν τα Παιδιά του Σικάγου, αλλά ένα νέο είδος «δόκτορα του σοκ», περισσότερο προσαρµοσµένο στη νέα δηµοκρατική εποχή. ·

(Συνεχίζεται)

`

`

Θέλω να πω σε εσάς, Ινδιάνοι αδελφοί µου που συγκεντρωθήκατε εδώ στη Βολιβία, ότι η εκστρατεία αντίστασης που κράτησε πεντακόσια χρόνια δεν ήταν µάταιη. Αυτός ο δηµοκρατικός πολιτισµικός αγώνας αποτελεί µέρος του αγώνα των προγόνων µας, είναι η συνέχεια του αγώνα του (ιθαγενούς αντιαποικιοκράτη ηγέτη] Τουπάκ Κατάρι, είναι µια συνέχεια του αγώνα του Τσε Γκεβάρα».

Έβο Μοράλες, µετά την ορκωµοσία του

ως Προέδρου της Βολιβίας, 22 Ιανουαρίου 2006

`

«Οι άνθρωποι γνωρίζουν καλύτερα. Γνωρίζουν κάθε γωνιά και κάθε λεπτοµέρεια των κοινοτήτων τους. Γνωρίζουν, επίσης, τα αδύναµα σηµεία τοις».

Πίτσιτ Ρατακούλ, εκτελεστικός διευθυντής του Ασιατικού Κέντρου Ετοιµότητας για Καταστροφές,

30 Οκτωβρίου 2006

`

«Οι άνθρωποι από τις φτωχογειτονιές χτίζουµε την πόλη δύο φορές: Κατά τη διάρκεια της µέρας χτίζουµε τα σπίτια των πλουσίων. Τις νύχτες και τα Σαββατοκύριακα χτίζουµε τα σπίτια µας, τις γειτονιές µας».

Αντρές Αντιγιάνο, κάτοικος του Καράκας, 15 Απριλίου 2004

`

Ftanei_pia

`


Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s