Συνδικάτα και Πολιτική: Μια όψη της εμπειρίας από τη Βρετανία

Standard
220pxΣτο φόντο της μεγαλύτερης απεργίας των εργαζομένων της Μ. Βρετανίας σε μια γενιά (30/11), μια συνέντευξη του Γκρέγκορ Γκολ, καθηγητή εργασιακών σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Χέρτφορντσιρ, δίνει το ιστορικό και πολιτικό  πλαίσιο του βρετανικού συνδικαλιστικού κινήματος. Παρόλο που οι συνθήκες, σε σχέση με την Ελλάδα, είναι πολύ διαφορετικές, ισχύουν, ως επί το πλείστον, οι γενικές τάσεις και τίθενται παραπλήσια ερωτήματα. Ο Γ. Γκολ είναι επίσης μέλος της Σ.Ε. της Scottish Left Review. Η συνέντευξη δημοσιεύεται στο σάιτ New Left Project. Η αναδρομή στην ιστορία και στους αγώνες του εργατικού  συνδικαλιστικού κινήματος είναι κρίσιμο ζήτημα. Επί παραδείγματι, θα ήταν πολύ σημαντικό, σήμερα που οι εργάτες της “Ελληνικής Χαλυβουργίας” διεξάγουν αυτό τον επίμονο και αποφασιστικό αγώνα και κλιμακώνεται η αλληλεγγύη, να θυμηθεί κανείς τον μεγάλο αγώνα των εργατών της “Λάρκο” του Μποδοσάκη το 1977, το μέτωπο των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων που είχε συγκροτηθεί τότε γύρω απ’ αυτή την απεργία.

Οι κάτοικοι  των χωριών της περιοχής, αγρότες,  μαγαζάτορες,  βιοτέχνες, μικροεπιχειρηματίες, οι γυναίκες, οι μαθητές των σχολείων, συσπειρώθηκαν γύρω από τους απεργούς εργάτες. Άλλες αριστερές δυνάμεις,   εκτός από την κομματική οργάνωση του  ΚΚΕ που ήταν η βασική πολιτική δύναμη υποστήριξης και συντονισμού των απεργών με τους άλλους εργαζόμενους της περιοχής και πανελλαδικά, συμπαραστάθηκαν και συνέβαλαν να φτάσει το μήνυμα της αλληλεγγύης παντού. 

Έτσι  σημειώθηκε μία από τις μεγαλύτερες νίκες των εργαζομένων στα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης συνολικά  κατά της  εισοδηματικής πολιτικής της κυβέρνησης της Ν.Δ.

Αρ. Α.

Ποιες είναι οι απαρχές του συνδικαλιστικού κινήματος στο Ηνωμένο Βασίλειο;

Υπάρχουν τρεις εμφανείς καταβολές.

Μία ήταν οι ομοιοεπαγγελματικές ενώσεις όπως εκείνες των πολύ εξειδικευμένων εργατών, π.χ. των τυπογράφων.

Η δεύτερη  ήταν οι φιλικές εταιρείες, σύλλογοι αμοιβαίας ασφάλειας (απόγονοι των οποίων είναι οι σημερινοί συνεταιρισμοί).

Και η τρίτη ήταν οι συντεχνίες , στις οποίες οι εργάτες συνενώνονταν  για να προστατεύσουν και να διευθετήσουν τα επαγγελματικά τους συμφέροντα και να προσφέρουν εργασία στους εργοδότες που τη ζητούσαν.

Πριν από τη δεκαετία του 1880, ο συνδικαλισμός ήταν στην πράξη αποκλειστικό προνόμιο των ειδικευμένων εργατών. Η απεργία των εργατριών στα εργοστάσια των σπίρτων, το 1888, αποτελεί την αρχή αυτού που ονομάστηκε “νέος συνδικαλισμός” γιατί πρώτη φορά οργανώθηκαν σε συνδικάτα ανειδίκευτοι ή ημι-ειδικευμένοι εργάτες.  Αυτή η δραστηριότητα οδήγησε στο σήμερα γνωστό ως  GMB union (Γενικό Συνδικάτων Εργατών Βρετανίας). Είναι σημαντικό να τονίσουμε πάλι ότι εκείνη την εποχή τα περισσότερα συνδικάτα ήταν ομοιοεπαγγελματικά και όχι γενικά για όλους τους εργάτες. Επίσης ήταν τοπικά.

Μόνο στη δεκαετία του 1920 μπορεί κανείς να μιλά για συνδικάτα σε κλίμακα χώρας. Σήμερα το  Unison για τον δημόσιο τομέα και το  Unite για τον ιδιωτικό (παρόλο που και τα δύο έχουν μέλη εκτός των συγκεκριμένων τομέων) αποτελούν την επιτομή του μη επαγγελματικού –γενικού– συνδικαλισμού για τους προαναφερόμενους τομείς.Μία από τις ιστορικές ειρωνείες σε σχέση με τις απαρχές του συνδικαλισμού στη Βρετανία είναι ότι όπου οι εργάτες ήλεγχαν την προσφορά εργασίας σε πολλά ειδικευμένα επαγγέλματα  η προώθηση της συλλογικής διαπραγμάτευσης γινόταν από τους εργοδότες , επειδή αυτό τους επέτρεπε να ασκούν έλεγχο στην οργάνωση της εργασίας που προηγουμένως αποφασιζόταν μόνο από τους εργάτες.

Ποιο ήταν το πιο υψηλό σημείο οργάνωσης στα συνδικάτα από αριθμητικής απόψεως; Ποιες τάσεις παρατηρούνται στην πυκνότητα των συνδικάτων έκτοτε  και συγκριτικά ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα και ανάμεσα στους ειδικευμένους και ανειδίκευτους εργάτες;

Ειρωνικά, το πιο υψηλό σημείο ήταν στα 1980 (και όχι στα 1979), όταν οι συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι έφτασαν περίπου στα 13 εκατ. , 55% ποσοστιαία. Πριν από αυτό το ανώτατο σημείο, η συμμετοχή στα συνδικάτα διακρινόταν από αιφνίδιες αυξήσεις.

Τη δεκαετία του 1970 όμως, είδαμε μια αργή αλλά συνεχή αύξηση του αριθμού των συνδικαλισμένων. Εν μέρει αυτό οφειλόταν στην εξάπλωση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας που εξασφάλιζαν δουλειά στα μέλη των συνδικάτων που  τις διαπραγματεύονταν, όμως η πιο σημαντική αύξηση παρατηρήθηκε στον δημόσιο τομέα και στο υπαλληλικό προσωπικό της βιομηχανίας και του εμπορίου.

Το τελευταίο ήταν αποτέλεσμα της κυβερνητικής πολιτικής – ενθάρρυνση του συνδικαλισμού ως περιορισμένο μέτρο βιομηχανικής δημοκρατίας και εξασφάλισης της πολιτικής σταθερότητας, όπως επίσης και της εργοδοτικής πολιτικής (για παρόμοιους λόγους , αλλά και ως ένας τρόπος να διατηρούν τον έλεγχο).Αλλά και οι ευνοϊκές επιπτώσεις του συνδικαλισμού (η διαφορά ανάμεσα στους συνδικαλισμένους και μη συνδικαλισμένους χώρους εργασίας) στον ιδιωτικό τομέα για τους χειρώνακτες εργάτες, όπως τις αντιλαμβάνονταν οι άλλοι εργαζόμενοι, ήταν επίσης ένας παράγοντας.

Με άλλα λόγια, οι μη χειρώνακτες εκτός του ιδιωτικού τομέα και άλλοι εργαζόμενοι έβλεπαν ποιο ήταν το όφελος του συνδικαλισμού στους μισθούς. Τέλος, η ανάδειξη εργατικών  εκπροσώπων στη διοίκηση των επιχειρήσεων και η εξάπλωση του συνδικαλισμού στον δημόσιο τομέα μπορούν να εξηγήσουν εν μέρει  την γενική  αύξηση των συνδικαλισμένων εργατών.

Έκτοτε, ο αριθμός των συνδικαλισμένων εργατών έχει μειωθεί σημαντικά τόσο απόλυτα όσο και σχετικά. Το 1989, οι συνδικαλισμένοι εργαζόμενοι μειώθηκαν στα 9 εκατ. (34% , που αν συγκριθεί με την αύξηση του εργατικού δυναμικού είναι ακόμη μικρότερο). Το 1990, η συμμετοχή των εργαζόμενων του δημόσιου τομέα στα συνδικάτα έφτανε το 65%, ενώ στον ιδιωτικό τομέα ήταν 25%. Το 2010, τα ποσοστά ήταν 56% και 14% αντίστοιχα.

Τα στοιχεία για τον ιδιωτικό τομέα κρύβουν μια τεράστια ανισότητα ανάμεσα στην σχεδόν ανύπαρκτη συνδικαλιστική οργάνωση στα ξενοδοχεία, τα εστιατόρια και στους κλάδους αναψυχής και στο πάνω από το 50% σε πολλές από τις ιδιωτικοποιημένες επιχειρήσεις.

Σήμερα, οι μη χειρώνακτες (τα λευκά κολλάρα) εργαζόμενοι είναι πιο συνδικαλισμένοι από ό,τι οι ειδικευμένοι, η ημι-ειδικευμένοι ή οι ανειδίκευτοι εργαζόμενοι. Η πλειοψηφία των μελών των συνδικάτων –4 εκατ. βρίσκεται στον δημόσιο τομέα  και οι υπόλοιποι –2,5 εκατ.- στον ιδιωτικό.

Ποια είναι η σημασία αυτών των ανισοτήτων στην συνδικαλιστική συμμετοχή;

Ο πυρήνας των συνδικαλισμένων εργαζόμενων βρίσκεται σήμερα κυρίως στον δημόσιο τομέα  (κοινό φαινόμενο  στις περισσότερες αναπτυγμένες οικονομίες). Αυτό έχει προφανή υπέρ και κατά.  Αλλά πρώτα απ’ όλα, πρέπει να αναγνωριστεί ότι όποια απεργία στο δημόσιο τομέα είναι ουσιαστικά πολιτική απεργία, επειδή η πίεση προς τον εργοδότη είναι πολιτική και όχι οικονομική (όπως συμβαίνει σε απεργίες στον ιδιωτικό τομέα που προσπαθούν να προκαλέσουν οικονομική ζημία στον εργοδότη).  Αυτό απαιτεί από τα συνδικάτα να ενεργούν αναλόγως και να αναλαμβάνουν από κοινού απεργιακές κινητοποιήσεις με σαφείς πολιτικούς στόχους.

Στον ιδιωτικό τομέα, οι ειδικευμένοι εργάτες, εκτός ελαχίστων κλάδων,  δεν είναι συνδικαλισμένοι  όπως παλιά. Ωστόσο, πρέπει  να έχουμε κατά νου ότι η βιομηχανία αποτελεί μια ουσιώδη συνιστώσα της βρετανικής οικονομίας, παρά το ότι απασχολεί μόνο το 11% του εργατικού δυναμικού  (συγκρινόμενο με το 23%, το 1979, και το 16%, το 1997).

Αυτό σημαίνει ότι μια μικρότερη ομάδα εργατών βρίσκεται σε μια σημαντική στρατηγική θέση– επίσης πρέπει να έχουμε κατά νου ότι οι εργάτες στην οργάνωση της διακίνησης εμπορευμάτων (logistics)και στις επικοινωνίες (μέσα διανομής και ανταλλαγής σε σύγκριση  με τα μέσα παραγωγής) είναι εξίσου σημαντικοί από την άποψη της δυνητικής πίεσης που μπορούν να ασκήσουν.

Ποιος ήταν ο αντίκτυπος του θατσερισμού στα συνδικάτα και στον αριθμό των μελών τους και πόσο έχει επιδράσει η αντισυνδικαλιστική νομοθεσία του νεοφιλελευθερισμού στην οργανωτική τους ικανότητα;

Η μεγαλύτερη νίκη του θατσερισμού ήταν το ότι ενστάλαξε στους εργάτες την πεποίθηση ότι δεν υπήρχε εναλλακτική λύση στον ανταγωνισμό προς το κατώτατο εργατικό κόστος και την επιδείνωση των εργασιακών συνθηκών προκειμένου να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας.  Έτσι ο “νέος ρεαλισμός” υπαγόρευε ότι οι εργοδότες δεν πρέπει να πλήττονται και ότι η συνεργασία ήταν καλύτερη από τη σύγκρουση. Όλες οι ήττες της δεκαετίας του 1980 ενίσχυσαν αυτή την άποψη. Αυτός ήταν ο βασικός ψυχολογικός παράγοντας που μπορεί να εξηγήσει τη μείωση της δύναμης και των μελών των συνδικάτων. Δομικά, το κλείσιμο πολλών συνδικαλισμένων εργασιακών χώρων στη βιομηχανία και το άνοιγμα επιχειρήσεων που δεν προσλάμβαναν συνδικαλισμένους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα των υπηρεσιών επίσης ενίσχυσε αυτό το φαινόμενο.

Μετά την εμπειρία των αρχών της δεκαετίας του 1970 με τους λιμενεργάτες του Πέντονβιλ, η Θάτσερ αναγνώρισε ότι ήταν πολύ καλύτερο γι’ αυτήν να στοχοποιήσει τα συνδικάτα ως οργανώσεις (τα οικονομικά τους, τις προϋποθέσεις οργάνωσής τους κ.λπ) από το να στοχοποιήσει μεμονωμένους συνδικαλιστές. Αυτό ήταν  δαιμόνιο, καθώς κανένα συνδικάτο εκτός από τα  συνδικάτα των ανθρακωρύχων (NUM) και των τυπογράφων (NGA) δεν είχε επιχειρήσει ποτέ να αγνοήσει τους νέους νόμους, δεδομένων των συνεπειών. Ο αντίκτυππος των νόμων ήταν να οδηγηθούν τα συνδικάτα σε αυτολογοκρισία μην αναλαμβάνοντας δράσεις και καταπνίγοντας άλλες. Μέχρι να αμφισβητήσει ένας μεγάλος αριθμός συνδικάτων τους νόμους ανοιχτά, το κάθε μεμονωμένο συνδικάτο θα είναι σιδηροδέσμιο.

Ήταν τα συνδικάτα τόσο δυνατά τη δεκαετία του 1970 όσο φαντάζεται ο κόσμος;

Ήταν, αλλά υπάρχει και η υπερβολή. Η επιρροή των συνδικάτων στο Εργατικό Κόμμα ήταν μεγάλη, αλλά εδώ και  πολύ καιρό η  κοινοβουλευτική πτέρυγα του  Εργατικού Κόμματος  και η ηγεσία του έχουν δείξει ότι αγνοούν τις αποφάσεις των συνεδρίων. Εάν τα συνδικάτα ήταν τόσο ισχυρά όσο λέγεται, τόσο στους χώρους δουλειάς όσο και πολιτικά, πιθανώς θα είχαμε μια κατάσταση πολύ πιο κοντά σε μια μορφή σοσιαλδημοκρατίας (όπου το κράτος παρεμβαίνει και ρυθμίζει τις διαδικασίες και τα αποτελέσματα της αγοράς) από όσο είχαμε ποτέ.

Αυτό που ξεχνιέται είναι πως η δύναμη των συνδικάτων είναι απαντητική – αντιδρούν σε αυτά που κάνουν οι κυβερνήσεις και οι εργοδότες, δεν ενεργούν προληπτικά και με τρόπο ανεξάρτητο.

Από διανοητές της Αριστεράς έχουν διατυπωθεί διαφορετικές ιδέες σχετικά με την επίδραση των συνδικάτων στην πολιτική στάση και τη συνείδηση των εργαζόμενων. Γνωστά παραδείγματα περιλαμβάνουν την αναφορά του Μαρξ στα συνδικάτα ως “σχολεία του σοσιαλισμού” και του Λένιν για τα “όρια της συνδικαλιστικής συνείδησης”.  Έχουν τα συνδικάτα  εγγενώς την τάση να καλλιεργούν το πνεύμα της κριτικής στον καπιταλισμό και της συμπάθειας στο σοσιαλισμό;

Τα αποφθέγματα τόσο του Μάρξ όσο και του Λένιν αντανακλούν τις αναλύσεις τους για τα σκαμπανεβάσματα των συνδικαλιστικών αγώνων, και  σε καθένα απ’ αυτά φαίνεται η “αισιοδοξία” και η “απαισιοδοξία” σχετικά με το ρόλο των συνδικάτων σε διαφορετικές καταστάσεις. Καλύτερη αφετηρία είναι,ίσως,  να αναγνωρίσουμε μια διπλή τάση μέσα στα συνδικάτα. Έτσι, από τη μια, τα συνδικάτα αποτελούν μια αντίδραση στον καπιταλισμό, αλλά, από την άλλη, διαμορφώνονται από αυτόν, ιδίως όσον αφορά την επιλεγμένη αντίδρασή τους.

Αντίστοιχα, υπάρχουν για να διαπραγματεύονται καλύτερους μισθούς χωρίς αναγκαία να επιζητούν την κατάργηση αυτής της διαπραγματευτικής προσπάθειας. Ωστόσο, οι ίδιοι οι όροι της εκμετάλλευσης που είναι ενσωματωμένοι στη διαπραγμάτευση για καλύτερους μισθούς συνεπάγονται ότι μόνο η κατάργηση αυτής της διαπραγμάτευσης –ήτοι του καπιταλισμού– μπορεί να εξαφανίσει την ίδια την εκμετάλλευση. Υπ’ αυτή την έννοια,  τα συνδικάτα αντιδρούν σε πιέσεις τόσο για μεταρρύθμιση όσο και για επανάσταση.

Στις αγγλοσαξονικές χώρες, υπάρχει επίσης η τάση να είναι τα συνδικάτα πρωτίστως οικονομίστικα –ασχολούνται με τα μισθολογικά αιτήματα μόνο και αφήνουν στην άκρη τα πολιτικά ζητήματα τα οποία χειρίζονται αποκλειστικά οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι : τα εργατικά ή σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Αυτή η τάση ενισχύει το συντηρητισμό.

Στις περισσότερες περιόδους –π.χ. όταν δεν υπάρχει όξυνση των συλλογικών εργατικών αγώνων και της συλλογικής αντιπολιτευτικής συνείδησης-και η συνδικαλιστική δράση απλώς αντιδρά στην κυβερνητική και εργοδοτική πολιτική, τα συνδικάτα και τα μέλη τους κρατούν μια συντηρητική στάση. Αυτό είναι και καλό και κακό. Καλό, με την έννοια ότι αυτό που ορίζεται ως πρόοδος συχνά εξαρτάται από αυτή την αντίδραση, κακό υπό την έννοια ότι οι φιλοδοξίες περιορίζονται στην υπάρχουσα κατάσταση. Επιπλέον, ο διαχωρισμός ανάμεσα στα μέλη και στο συνδικάτο ενισχύει αυτή την τάση, επειδή τα μέλη συνολικά δεν ταυτίζονται με τους συνδικαλιστές που διαμορφώνουν τα συνδικάτα. Έτσι, τα συνδικάτα συχνά είναι συντηρητικά  στην πράξη, ακόμη και αν έχουν γενικά μια αριστερή πολιτική θεώρηση.

Οι εξ αριστερών επικριτές των συνδικάτων αναφέρουν συχνά μια σειρά προβλημάτων που αφορούν τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες (τις ηγεσίες και το αμειβόμενο προσωπικό) – ότι είναι ιεραρχικές, άκαμπτες και εν τέλει εχθρικές  στη δραστηριότητα των απλών εργατών της βάσης. Ποια είναι η άποψή σας σχετικά με τα θέματα που αφορούν τη διαίρεση ανάμεσα σε απλούς εργάτες και τη συνδικαλιστική ηγεσία/γραφειοκρατία;

Είναι σαφές πως υπάρχει μια τέτοια διαίρεση μεταξύ αυτών των δύο  σχετικά με τις διαδικασίες των διαπραγματεύσεων για τους μισθούς  και τις αντίστοιχες προοπτικές για τα επίπεδα αμοιβής και εργασιακών συνθηκών, αλλά δεν πρέπει να πιστεύουμε αφελώς ότι αυτό είναι πάντα κακό. Στην πρόσφατη περίοδο,οι αξιωματούχοι και οι ηγεσίες των συνδικάτων κρατούν πιο αντιπολιτευτική στάση από ό,τι τα απλά μέλη και ενθαρρύνουν την αντίσταση των απλών μελών. Αυτό οφείλεται στο ότι οι συνδικαλιστές δεν απειλούνται άμεσα με απώλεια της δουλειάς τους σε αντίθεση με τους απλούς εργαζόμενους, δεδομένου ότι αυτοί πρέπει να οργανώσουν την αντίσταση στους χώρους δουλειάς.

Μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις μπορούμε να μιλάμε για μεγάλο αριθμό μελών συνδικάτων που κινείται πιο μαχητικά ή πιο αριστερά από τις συνδικαλιστικές ηγεσίες.  Αυτό δεν σημαίνει, βεβαίως, ότι δεν είναι πολύ σημαντικό, όχι μόνο  από την άποψη δημοκρατίας και της λογοδοσίας αλλά και της συλλογικής ισχύος, το να μπορούν να επηρεάζουν τα απλά μέλη των συνδικάτων την κατεύθυνση των αγώνων.

Όμως, ο κύριος άξονας διαίρεσης μέσα στα συνδικάτα δεν είναι μεταξύ μελών και ηγεσίας όσο μεταξύ αριστεράς και δεξιάς, όσον αφορά τους στόχους, τη στρατηγική και την τακτική. Μπορείτε να το δείτε αυτό στη διαμάχη για το ζήτημα των συντάξεων. Μια πιο ισχυρή και πιο εμπεδωμένη αριστερά στα συνδικάτα θα ήταν η πιο ευπρόσδεκτη εξέλιξη.

Υπάρχει μια εξελισσόμενη διαμάχη σχετικά με το αν θα έπρεπε τα συνδικάτα να διατηρήσουν το δεσμό τους με το Εργατικό Κόμμα. Ποια είναι τα πιο ισχυρά επιχειρήματα της κάθε πλευράς και ποια η δική σας άποψη;

Καλώς ή κακώς, το Εργατικό Κόμμα παίζει ρόλο στη βρετανική πολιτική και θα συνεχίσει να μετράει. Τα συνδικάτα που βρίσκονται μέσα σ’ αυτό είναι τα τελευταία οργανωμένα  απομεινάρια της σοσιαλδημοκρατίας. Οι Εργατικοί δεν μπορούν να αγνοούνται επειδή έτσι επιθυμούμε. Στην πραγματικότητα, στο βαθμό που οι Εργατικοί έχουν κάποιες διαφορές [από τους Συντηρητικούς], ακόμη και μετά την επικράτηση του νεοφιλελευθερισμού στους κόλπους τους, αυτό οφείλεται στο κοινωνικό βάρος των συνδικάτων.

Αλλά το ερώτημα “μέσα” ή “έξω” από το Εργατικό Κόμμα είναι για τα συνδικάτα μια κατάσταση αδιεξόδου. Όσο αποδυναμωμένοι και δεξιοί κι αν είναι οι Εργατικοί, για πολλούς θα φαίνονται η μοναδική λύση όσο η ριζοσπαστική αριστερά είναι περιθωριοποιημένη και διασπασμένη. Όταν η ριζοσπαστική αριστερά είναι τόσο παθητική, φαίνεται λογικό να παραμένει κανείς στην ίδια πλευρά με αυτή των σχετικά πιο πολιτικοποιημένων εργατών.

Όσοι βρίσκονται στα αριστερά του Εργατικού Κόμματος δεν χρειάζεται να πεισθούν  για το “γιατί” και για το “πώς”. Και εδώ η ριζοσπαστική αριστερά δεν προσφέρει αξιόπιστη εναλλακτική από την άποψη των οργανωτικών μορφών. Θα έπρεπε να είχε επωφεληθεί στην παρούσα κρίση του νεοφιλελευθερισμού. Το Σκωτικό Σοσιαλιστικό Κόμμα ήταν μια προσωρινή εξαίρεση, αλλά κάθε κανόνας έχει και την εξαίρεσή του. Στο τρέχον πλαίσιο λοιπόν τα συνδικάτα –τόσο αυτά που ανήκουν στο Εργατικό Κόμμα όσο και τα άλλα– πρέπει από τη μια να πιέζουν τους Εργατικούς και από την άλλη να ενεργούν ανεξάρτητα  απ’ αυτό, με τους δικούς τους πολιτικούς ρόλους.

Γινόμαστε μάρτυρες της μεγαλύτερης 24 ωρης απεργίας στο Ηνωμένο Βασίλειο στη διάρκεια γενεών. Υποδεικνύει αυτή μια άνοδο της μαχητικότητας στα συνδικάτα του δημόσιου τομέα; Και πόσο σημαντική είναι η σημερινή μάχη ανάμεσα στα συνδικάτα και την κυβέρνηση;

Ενώ η διενέργεια της απεργίας της 30ής Νοεμβρίου είναι εξαιρετικά ευπρόσδεκτη και ενώ η ίδια η απεργία είναι αποτέλεσμα μιας πίεσης από τα κάτω, είναι μια μαζική γραφειοκρατική απεργία, αν κοιτάξει κανείς ποιοι την καθοδήγησαν, τη δυναμική της και τους περιορισμούς της και πώς εμφανίστηκε από την άποψη των διαδικασιών και των ψηφοφοριών. Οι απαιτήσεις ψηφοφοριών για την κήρυξη απεργίας έχουν συγκεντρώσει την ισχύ των συνδικάτων στα χέρια της εθνικής ηγεσίας.  Γι’ αυτούς τους λόγους, όπως επίσης για το ότι μιλούμε για μία μόνο 24ωρη απεργία, μέχρι στιγμής τουλάχιστον, είναι λάθος να συμπεράνουμε πως αυτό αποτελεί απόδειξη μιας νέας μαχητικότητας. Το  βασικό ζήτημα θα είναι εάν υπάρξει μεγαλύτερη δραστηριότητα μετά την απεργία, πόσο αποτελεσματική θα είναι και ποιος θα είναι ο χαρακτήρας της. Εάν η ηγεσία ακολουθήσει την προδιαγεγραμμένη πορεία της, θα υπάρξει κυλιόμενη επιλεκτική απεργιακή δράση, αυτό που αποκαλείται έξυπνη απεργία. Έτσι θα φανούν τελικά τα όρια της όποιας μαχητικότητας.

Εντούτοις, η τρέχουσα μάχη είναι ζωτικής σημασίας τόσο για τα συνδικάτα όσο και για την κυβέρνηση, γιατί εξαρτώνται πάρα πολλά απ’ αυτήν και γιατί και οι δύο πλευρές έχουν υψώσει τον πήχη τις τελευταίες εβδομάδες. Αλλά υπάρχει πάντα η πιθανότητα ενός συμβιβασμού, εάν μια συμφωνία ικανοποιήσει  το Unison αλλά όχι το PCS και εξασφαλίσει ότι η κυβέρνηση θα κάνει περικοπές ενώ ταυτόχρονα διατηρεί την πολιτική αξιοπιστία της.

Αποτελούν ακόμη τα μαχητικά συνδικάτα  βασικό παράγοντα για τις προοπτικές μιας επιτυχημένης αριστερής στρατηγικής; Και αν αποτελούν, θα πρέπει η αριστερά να τα πιέσει να προχωρήσουν σε στρατηγικές και σε δομικές αλλαγές, προκειμένου να εκπληρώσουν αυτό το ρόλο; Έχετε γράψει ότι τα συνδικάτα του δημόσιου τομέα χρειάζεται να κάνουν συμμαχίες με τους χρήστες των δημόσιων υπηρεσιών. Βρίσκεται σ’ αυτό το μήκος κύματος η απόφαση του συνδικάτου Unite (ενός συνδικάτου στον ιδιωτικό τομέα) να κινηθεί πέραν του εργασιακού χώρου σε ένα σχήμα μαζί με τους κατοίκους μιας περιοχής;

Ναι, επειδή, τελικά, δεν θα ασκούν επιρροή μόνο οι εργάτες στους χώρους δουλειάς στα μέσα παραγωγής, διανομής και ανταλλαγής –στη βάση της οικονομίας-αλλά επειδή υπάρχουν ακόμη μαζικές οργανώσεις που μπορούν να κατεβάσουν χιλιάδες στους δρόμους, όπως έγινε στις 26/3/2011.

Ναι, επίσης, επειδή η αριστερά έχει ανάγκη να είναι δραστήρια  μέσα και έξω από τα συνδικάτα  για να τα βοηθήσει να γίνουν πιο στρατηγικοί παράγοντες δράσης που να ενεργούν προληπτικά και όχι απαντητικά.

Μερικά από τα προαναφερθέντα μπορεί να τα ανιχνεύσει κανείς στη δράση του  Unite, αλλά χρειάζονται πολύ περισσότερα να γίνουν  στο  Unite και πολύ περισσότερο σε άλλα συνδικάτα. Η οργάνωση των συνδικάτων και εκτός του τόπου εργασίας  είναι ζωτική , αλλά δεν μπορεί να υποκαταστήσει την οργάνωση μέσα στους τόπους δουλειάς. Είναι αναγκαία, αλλά όχι επαρκής. Πρέπει να εργαστούμε για να διαμορφωθεί μια κατάσταση στην οποία τα συνδικάτα της Βρετανίας να κινητοποιούν μεγάλους αριθμούς εργαζομένων  και πολιτών μέσα στους χώρους δουλειάς και σε ανοιχτούς χώρους και δρόμους  όπως γίνεται στις χώρες της Νότιας Ευρώπης.Αυτή θα ήταν μια σημαντική ποιοτική και ποσοτική εξέλιξη στη Βρετανία, από  την άποψη των μοχλών της ισχύος και της στρατηγικής ικανότητας των εργαζομένων.

Τέλος, θα ήθελα να προσθέσω ότι στην τρέχουσα διαπάλη γύρω από τις συντάξεις, η κυβέρνηση του Συνασπισμού Συντηρητικών-Φιλελεύθερων έπαιξε ένα πολύ αδέξιο παιχνίδι σε σχέση με το Σχέδιο Ρίντλεϊ που χρησιμοποίησε η Θάτσερ. Η Θάτσερ  δεν επιτέθηκε με μιάς σε όλα τα συνδικάτα όπως έκανε ο Χιθ στις αρχές της δεκαετίας του 1970. Αντίθετα, χρησιμοποίησε το “διαίρει και βασίλευε” και επετίθετο σε ένα συνδικάτο κάθε φορά.

Στις αρχές του καλοκαιριού φάνηκε πως η κυβέρνηση μπορούσε να αποσπάσει ένα μεγάλο μέρος των μελών του  Unison  στους δήμους (με το σχέδιο περί συνταξιοδότησης των εργαζομένων σ’ αυτούς), επειδή υιοθέτησε διαφορετικό σχήμα χρηματοδότησης και ελαφρώς διαφορετική και οριακά καλύτερη συμφωνία . Όμως, έχασε αυτή την ευκαιρία γιατί δεν κατάφερε να εφαρμόσει το “διαίρει και βασίλευε”, αλλά αντίθετα οδήγησε στη δημιουργία μιας συμπαγούς ομάδας 30 συνδικάτων και αυτό είναι μια μαρτυρία του ότι δεν μπορούσε να αντιδράσει ψύχραιμα. Το μόνο μεγάλο συνδικάτο που δεν απέργησε στις 30/11 ήταν το  FBU (πυροσβέστες), επειδή η κυβέρνηση έκανε πιο ουσιαστική διαπραγμάτευση μαζί του η οποία έπρεπε να εξαντληθεί για να προχωρήσει η ψηφοφορία για την απεργία  και το “ναι” ήταν απαραίτητο.

Δεν υπάρχουν σημάδια που να δείχνουν ότι η κυβέρνηση προτίθεται να χειριστεί επιλεκτικά τα συνδικάτα (σαλαμοποίηση). Ο χρόνος θα δείξει εάν θα επιστρέψει σ’ αυτή την παλιά αποπροσανατολιστική τακτική, η οποία προσφέρει πλεονεκτήματα, όσο τα συνδικάτα δείχνουν διαφορετικό βαθμό προθυμίας να συνεχίσουν τους αγώνες μετά τις 30 Νοεμβρίου.

Μέτωπο Αλληλεγγύης και Ανατροπής

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s