Το Δόγμα του ΣΟΚ – της Naomi Klein (Εισαγωγή-Κεφάλαιο 1)

Standard

`

`

NAOMI KLEIN

`

Η ΑΝΟΔΟΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ

`

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΤΟ NO ΕINΑΙ  ΩΡΑΙO

ΤΡΕΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΙΣΟΠΕΔΩΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ


(Εκδόσεις Λιβάνη) `

Πρόλογος :Το  best seller της Naomi Klein «Το Δόγμα του Σοκ», που ακολουθεί,  δίνει, κατά τη γνώμη μας,  τεκμηριωμένες απαντήσεις για ότι συμβαίνει στις μέρες μας (και όχι μόνο), αλά και αφίνει σε μας το απείρως δυσκολότερο: να δώσουμε απαντήσεις στο «ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ» για να αντιμετωπίσουμε αυτά που.. συμβαίνουν.

Το συνιστούμε ανεπιφύλακτα.

Ακολουθεί βιβλιοπαρουσίαση από τα ΝΕΑ,  με το… «αναμενόμενο» συμπέρασμα *:


ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΟΥ ΣΟΚ

Naomi Klein

`

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

ΤΟ NO ΕINΑΙ  ΩΡΑΙO

ΤΡΕΙΣ ΔΕΚΑΕΤΙΕΣ ΙΣΟΠΕΔΩΣΗΣ ΚΑΙ ΑΝΑΠΛΑΣΗΣ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

`

«έφθάρη δε ή γη έναντίον του Θεοϋ, και έπλήσθη

ή γη άδικίας. και  είδε Κύριος ό Θεός την γην,

και ην κατεφθαρµένη, οτι κατέφθειρε  πάσα σαρξ

την οδόν αύτου επί της γης. και είπε Κύριος

ό Θεός Τω  Νώε’ καιρος παντός άνθρώπου ηκει

έναντίον µου, ότι έπλήσθη ή γη  άδικίας άπ’ αύτών,

και ίδου εγώ καταφθείρω αυτούς και την γην».

Γένεσις, 6: 1113 (Η Αγία Γραφή,

Μετάφραση των Εβδοµήκοντα)

`

«Το Σοκ και το Δέος συνιστούν ενέργειες οι

οποίες συνεπάγονται φόβους, κινδύνους και

καταστροφές που αδυνατούν να κατανοήσουν

οι άνθρωποι στην πλειονότητά τους, αλλά και

συγκεκριµένα στοιχεία/τοµείς της κοινωνίας της

απειλής ή της ηγεσίας  της. Η φύση, µε τη µορφή

καταιγίδων, τυφώνων, σεισµών, πλημμυρών,

ανεξέλεγκτων πυρκαγιών, λιµών και ασθενειών,

µπορεί  να προκαλέσει Σοκ και Δέος.

Shock and Awe: Achieving Rapid Dominance,

το στρατιωτικό δόγµα για τον πόλεµο των

ΗΠΑ στο Ιράκ!


(ΤΥΦΩΝΑΣ ΚΑΤΡΙΝΑ)


νώρισα τον Τζαµάρ Πέρι τον Σεπτέµβριο του 2005 στο µεγάλο καταυλισµό  του Ερυθρού Σταυρού στο Μπατόν Ρουζ της Λουϊζιάνα. Το συσσίτιο διανεμόταν από χαµογελαστούς νεαρούς οπαδούς της σαϊεντολογίας και ο Πέρι περίµενε στην ουρά. Έχοντας µόλις προ ολίγου συλληφθεί να µιλάω µε πληγέντες  χωρίς να µε συνοδεύει κάποιος από τους υπευθύνους του Γραφείου Τύπου, έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι µου για να συγχωνευτώ µε το πλήθος, µια λευκή Καναδή µέσα σε µια θάλασσα Αφροαµερικανών του Νότου. Κατάφερα να χωθώ στην ουρά πίσω από τον Πέρι. Του ζήτησα να αρχίσει να µου µιλάει σαν  να ήµασταν παλιοί φίλοι και το έκανε πρόθυµα.

Έχοντας γεννηθεί και µεγαλώσει στη Νέα Ορλεάνη, είχε εγκαταλείψει την πλημμυρισμένη πόλη πριν από µία βδοµάδα. Έµοιαζε γύρω στα δεκαεφτά,  αλλά µου είπε ότι ήταν είκοσι τεσσάρων ετών. Εκείνος και η οικογένειά του είχαν υποχρεωθεί σε ατέλειωτη αναµονή για τα λεωφορεία που θα τους αποµάκραιναν από την πόλη. Καθώς αυτά δεν εµφανίστηκαν ποτέ, χρειάστηκε να  περπατήσουν επί ώρες κάτω από τον καυτό ήλιο. Τελικά, κατέληξαν εδώ, σε  ένα µεγάλο συνεδριακό κέντρο το οποίο συνήθως φιλοξενεί εκθέσεις φαρµακευτικών προϊόντων και τη διοργάνωση «Πρωτεύουσα του Μακελειού: Η Υπέρτατη Πρόκληση στην Πάλη µέσα σε Σιδερένια Κλουβιά», αλλά τώρα ήταν ασφυκτικά γεµάτο από δύο χιλιάδες κρεβάτια και ένα πλήθος εξοργισµένων  και εξουθενωµένων ανθρώπων, φρουρούµενων από ευέξαπτους άντρες της  Εθνοφρουράς οι οποίοι είχαν µόλις επιστρέψει από το Ιράκ.

Η είδηση που διαδιδόταν µε αστραπιαία ταχύτητα σε όλο τον καταυλισµό  εκείνη τη µέρα ήταν ότι ο Ρίτσαρντ Μπέικερ, ένας διακεκριµένος Ρεπουµπλικάνος βουλευτής που καταγόταν από αυτή την πόλη, είχε πει στα µέλη κάποιου λόµπι: «Επιτέλους, ξεµπερδέψαµε µε το ζήτηµα της κοινωνικής στέγης στη  Νέα Ορλεάνη. Εµείς δεν µπορούσαµε να το κάνουµε, αλλά το έκανε ο Θεός.”  Ο Τζόζεφ Κανιζάρο, ένας από τους πλουσιότερους εργολάβους της Νέας Ορλεάνης, διακατεχόταν από παρόµοια συναισθήµατα: «Πιστεύω ότι τώρα µπορούµε να αρχίσουµε από την αρχή. Αυτή η λευκή σελίδα µας εξασφαλίζει µερικές πολύ µεγάλες ευκαιρίες».” Ολόκληρη εκείνη τη βδοµάδα η έδρα του Νοµοθετικού Σώµατος της Πολιτείας της Λουϊζιάνα στο Μπατόν Ρουζ ήταν κατακλυσµένη από ανθρώπους των επιχειρηµατικών λόµπι που έκαναν ό,τι µπορούσαν για να διασφαλίσουν την εκµετάλλευση αυτών των µεγάλων ευκαιριών: χαµηλότερους φόρους, λιγότερες κανονιστικές ρυθµίσεις, φτηνότερο εργατικό δυναµικό και µια «µικρότερη, ασφαλέστερη πόλη»  κάτι που στην πράξη σήµαινε την ακύρωση των σχεδίων για κοινωνικές κατοικίες και την αντικατάστασή τους από συγκροτήµατα ιδιόκτητων κατοικιών. Ακούγοντας όλες  αυτές τις συζητήσεις για «καινούρια αρχή» και «λευκή σελίδα», µπορούσες σχεδόν να ξεχάσεις το τοξικό χάος των ερειπίων, των χηµικών αποβλήτων και των  ανθρώπινων λειψάνων µερικά χιλιόµετρα πιο πέρα.

Στον καταυλισµό ο Τζαµάρ δεν µπορούσε να σκεφτεί τίποτα άλλο.

Πραγματικά δεν το βλέπω ως καθάρισμα της πόλης. Αυτό που βλέπω είναι ότι πολλοί άνθρωποι σκοτώθηκαν στα προάστια. Άνθρωποι που δεν έπρεπε να πεθάνουν».

Μιλούσε χαµηλόφωνα, αλλά ένας ηλικιωµένος άντρας που στεκόταν µπροστά µας στην ουρά άκουσε τη συζήτησή µας και ξέσπασε:

«Μα τι έχουν πάθει όλοι αυτοί στο Μπατόν Ρουζ; Δεν πρόκειται για ευκαιρία. Πρόκειται για µια καταραµένη τραγωδία. Μα είναι τυφλοί;».

Μια µητέρα δύο παιδιών παρενέβη στη συζήτηση:

«’Οχι, δεν είναι τυφλοί, είναι σατανικοί. Βλέπουν µια χαρά».

Ένας από εκείνους που διέβλεψαν µια µεγάλη ευκαιρία στην πληµµυρισµένη  Νέα Ορλεάνη ήταν ο Μίλτον Φρίντµαν, ο µεγάλος γκουρού του ιδεολογικού  κινήµατος υπέρ του αχαλίνωτου καπιταλισµού και ο άνθρωπος στον οποίο πιστώνεται το κανονιστικό πλαίσιο για τη σηµερινή, υπερκινητική παγκόσµια οικονοµία. Ενενήντα τριών ετών και µε εύθραυστη υγεία, ο «θείος Μίλτι», όπως  ήταν γνωστός στους κύκλους των οπαδών του, βρήκε εντούτοις τη δύναµη να  γράψει ένα άρθρο στη Wαll Street Journal τρεις µήνες µετά την κατάρρευση των  φραγµάτων που προστάτευαν τη Νέα Ορλεάνη. «Τα περισσότερα σχολεία της  Νέας Ορλεάνης είναι συντρίμμια», σχολίαζε ο Φρίντµαν, «όπως εξάλλου και  τα σπίτια των παιδιών που φοιτούσαν σε αυτά. Τα παιδιά είναι πλέον διασκορπισµένα σε ολόκληρη τη χώρα. Πρόκειται για µια τραγωδία. Αλλά είναι επίσης και µια ευκαιρία να µεταρρυθµίσουµε ριζικά το εκπαιδευτικό σύστηµα».

Η ριζοσπαστική ιδέα του Φρίντµαν ήταν, αντί να δαπανήσει η κυβέρνηση  ένα µέρος από τα δισεκατομμύρια δολάρια της χρηµατικής βοήθειας προς  τους πληγέντες για την ανοικοδόµηση και τη βελτίωση του υπάρχοντος συστήµατος δηµόσιας παιδείας στη Νέα Ορλεάνη, να εφοδιάσει τις οικογένειες µε  κουπόνια µε τα οποία τα παιδιά θα µπορούσαν να πηγαίνουν σε ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύµατα πολλά από τα οποία λειτουργούσαν µε αποκλειστικό  σκοπό το κέρδος, ώστε µε αυτό τον τρόπο να επιδοτηθούν από το κράτος.  Ήταν κρίσιµο, έγραφε ο Φρίντµαν, αυτή η θεµελιώδης αλλαγή να µην αποτελεί µια προσωρινή λύση, αλλά µάλλον µια «µόνιµη µεταρρύθµιση».

Ένα δίκτυο δεξιών «δεξαµενών σκέψης» οπλίστηκαν µε την πρόταση του  Φρίντµαν και εφόρµησαν στην πόλη µετά τον τυφώνα. Η κυβέρνηση του  Τζορτζ Μπους υποστήριξε τα σχέδιά τους µε δεκάδες εκατοµµύρια δολάρια,  προκειµένου τα σχολεία της Νέας Ορλεάνης να µετατραπούν σε «επιδοτούµενα σχολεία», δηλαδή σε εκπαιδευτικά ιδρύματα που θα επιχορηγούνταν από  το δημόσιο, αλλά θα τα διηύθυναν νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου σύμφωνα με τους δικούς τους κανόνες. Τα επιδοτούμενα σχολεία έχουν προκαλέσει  μεγάλη πόλωση στις ΗΠΑ, και κυρίως στη Νέα Ορλεάνη, όπου πολλοί Αφροαμερικανοί γονείς τα αντιμετωπίζουν ως ένα μέσο για να ανατραπούν οι κατακτήσεις του κινήματος για τα ανθρώπινα δικαιώματα, οι οποίες διασφάλιζαν  το ίδιο επίπεδο παιδείας για όλα τα παιδιά. Ωστόσο για τον Μίλτον Φρίντμαν  η έννοια του δημόσιου εκπαιδευτικού συστήματος «βρομούσε» σοσιαλισμό.

Κατά την άποψή του, ο ρόλος του κράτους πρέπει να περιορίζεται «στην προστασία της ελευθερίας μας τόσο από τους εχθρούς εκτός των πυλών όσο και  από τους συμπολίτες μας: στη διατήρηση του νόμου και της τάξης, στην επιβολή της εφαρμογής των ιδιωτικών συμφωνιών, στην προώθηση των ανταγωνιστικών αγορών». Με άλλα λόγια, στη συντήρηση της αστυνομίας και του  στρατού  οτιδήποτε άλλο, συμπεριλαμβανομένης της δωρεάν παιδείας, είναι  μια άδικη παρέμβαση στην αγορά.

Σε αντίθεση με τον αργό ρυθμό με τον οποίο επισκευάζονταν τα φράγματα και αποκαθίστατο η ηλεκτροδότηση, ο εκπλειστηριασμός του σχολικού συστήματος της Νέας Ορλεάνης πραγματοποιήθηκε με στρατιωτική ταχύτητα  και ακρίβεια. Μέσα σε δεκαεννέα μήνες, και με τους περισσότερους από τους  φτωχούς κατοίκους της πόλης ακόμα εξόριστους, το σύστημα δημόσιας παιδείας της Νέας Ορλεάνης αντικαταστάθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά από επιδοτούμενα ιδιωτικά σχολεία. Πριν από τον τυφώνα Κατρίνα στη σχολική διεύθυνση υπάγονταν εκατόν είκοσι τρία δημόσια σχολεία, ενώ τώρα πια μόνο τέσσερα. Πριν από τον τυφώνα υπήρχαν εφτά επιδοτούμενα σχολεία στην πόλη,  ενώ τώρα αυτά ανέρχονταν σε τριάντα ένα. Οι δάσκαλοι της Νέας Ορλεάνης  διέθεταν ένα ισχυρό συνδικάτο, ενώ τώρα πια η συλλογική σύμβαση των δασκάλων ήταν ένα κουρελόχαρτο και όλα τα μέλη του συνδικάτου (τετρακόσια εβδομήντα άτομα) είχαν απολυθεί. Μερικοί από τους νεαρότερους δασκάλους  προσλήφθηκαν με μειωμένους μισθούς από τα επιδοτούμενα ιδιωτικά σχολεία,  κάτι που όμως δε συνέβη για τους περισσότερους.

Η Νέα Ορλεάνη ήταν πλέον, σύμφωνα με τους New York Times, «το κατεξοχήν πειραματικό εργαστήριο του έθνους για την επέκταση των κρατικά επιδοτούμενων ιδιωτικών σχολείων», ενώ το American Enterprise Institute, μια  φριντμανική «δεξαμενή σκέψης», δεν έκρυβε τον ενθουσιασμό του επειδή «ο τυφώνας Κατρίνα πραγματοποίησε μέσα σε μία μέρα [ … ] ό,τι οι μεταρρυθμιστές του σχολικού συστήματος της Λουϊζιάνα δεν είχαν καταφέρει έπειτα από πολλά χρόνια προσπαθειών». Εν τω µεταξύ, οι δάσκαλοι των δηµόσιων  σχολείων, που έβλεπαν τα χρήµατα τα οποία προορίζονταν για τα θύµατα  της πληµµύρας να αλλάζουν προορισµό και να χρησιµοποιούνται για να εξαλειφθεί ένα δηµόσιο σύστηµα εκπαίδευσης και να αντικατασταθεί από ένα  ιδιωτικό, αποκαλούσαν το σχέδιο του Φρίντµαν «εκπαιδευτική υφαρπαγή  γης».

Όσο για µένα, προτιµώ να ονοµάζω αυτές τις ενορχηστρωµένες επιδροµές  εναντίον της δηµόσιας σφαίρας ύστερα από καταστρεπτικά συµβάντα, σε συνδυασµό µε την αντιµετώπιση των καταστροφών ως επιχειρηµατικών ευκαιριών, «καπιταλισµό της καταστροφής.

Αυτή υπήρξε η τελευταία ανάµειξη του Φρίντµαν στο δηµόσιο βίο. Προτού συµπληρωθεί ένας χρόνος από τη δηµοσίευση του άρθρου του, στις 16 Νοεµβρίου 2006, πέθανε σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών. Η προώθηση της ιδιωτικοποίησης του σχολικού συστήµατος µιας µεσαίου µεγέθους πόλης των ΗΠΑ  µοιάζει ίσως µε µια ταπεινή ενασχόληση για τον άνθρωπο που εξυµνήθηκε ως  ο οικονοµολόγος που άσκησε τη µεγαλύτερη επιρροή στο δεύτερο µισό του εικοστού αιώνα, ανάµεσα στους µαθητές του οποίου συγκαταλέγονται αρκετοί  Πρόεδροι των ΗΠΑ, πρωθυπουργοί της Βρετανίας, Ρώσοι ολιγάρχες, υπουργοί Οικονοµικών της Πολωνίας, δικτάτορες σε χώρες του Τρίτου Κόσµου, γενικοί γραµµατείς του Κοµουνιστικού Κόµµατος της Κίνας, αξιωµατούχοι του  Διεθνούς Νοµισµατικού Ταµείου και οι τελευταίοι τρεις επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ (Federal Reserve).

Ωστόσο η αποφασιστικότητά  του να εκµεταλλευτεί την κρίση στη Νέα Ορλεάνη για να προωθήσει µια φονταµενταλιστική εκδοχή του καπιταλισµού ήταν ένας αλλόκοτα αρµόζων αποχαιρετισµός από αυτό τον ανεξάντλητα ενεργητικό καθηγητή που το ανάστηµά του δεν ξεπερνούσε το ενάµισι µέτρο και στην ακµή της ηλικίας του είχε  περιγράψει τον εαυτό του ως έναν «παλαιών αρχών ιεροκήρυκα που εκφωνεί  το κυριακάτικο κήρυγµα».

Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες ο Φρίντµαν και οι παντοδύναµοι οπαδοί του τελειοποιούσαν αυτήν ακριβώς τη στρατηγική: την αναµονή κάποιας  µείζονος κρίσης προκειµένου να εκποιήσουν τµήµατα της δηµόσιας σφαίρας  σε ιδιώτες ενόσω οι πολίτες ήταν ακόµα ζαλισµένοι από το σοκ και να µονιµοποιήσουν στη συνέχεια τις «µεταρρυθµίσεις».

Φρίντμαν-Μπούς

Σε ένα από τα πιο σηµαντικά δοκίµιά του ο Φρίντµαν διατύπωσε τη συνταγή που συνιστά τον πυρήνα της τακτικής του σηµερινού καπιταλισµού και την  οποία αποκαλώ «δόγµα του σοκ». Επισήµανε ότι «µόνο µια κρίση είτε είναι  είτε απλώς εκλαµβάνεται ως πραγµατική οδηγεί σε πραγµατικές αλλαγές.  Όταν ξεσπάει µια κρίση, οι δράσεις που αναπτύσσονται εξαρτώνται από τις  περιρρέουσες ιδέες. Πιστεύω ότι αυτή πρέπει να είναι η βασική λειτουργία  µας: να αναπτύσσουµε εναλλακτικές πολιτικές που θα αντικαταστήσουν τις  υπάρχουσες, να τις διατηρούµε ζωντανές και διαθέσιµες, έως ότου το πολιτικά αδύνατον καταστεί πολιτικά αναπόφευκτο». Μερικοί άνθρωποι συσσωρεύουν κονσέρβες και νερό ώστε να είναι προετοιµασµένοι για µια πιθανή µείζονα καταστροφή. Οι οπαδοί του Φρίντµαν συσσωρεύουν ιδέες οι οποίες προωθούν τις ελεύθερες αγορές.

Διότι ο καθηγητής του Πανεπιστηµίου του Σικάγου ήταν πεπεισµένος ότι, όταν ξεσπάει µια κρίση, αποτελεί ζήτηµα καθοριστικής σηµασίας η ακαριαία δράση, η γρήγορη και αµετάκλητη επιβολή αλλαγών, πριν η συγκλονισµένη κοινωνία διολισθήσει πάλι στην «τυραννία του  στάτους κβο». Εκτιµούσε ότι «μια καινούρια κυβέρνηση έχει στη διάθεσή της  έξι µε εννέα µήνες για να επιβάλει µείζονες αλλαγές. Αν δεν αδράξει την ευκαιρία για να δράσει αποφασιστικά κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δε  θα της προσφερθεί ξανά παρόµοια ευκαιρία». Μια παραλλαγή της υπόδειξης του Μακιαβέλι ότι τα πλήγµατα πρέπει να επιφέρονται «όλα µαζί», η στρατηγική αυτή υπήρξε το µακροβιότερο κληροδότηµα του Φρίντµαν.

Ο Φρίντµαν πρωτοέµαθε πώς να εκµεταλλεύεται ένα µεγάλης κλίµακας σοκ ή  µια κρίση στα µέσα της δεκαετίας του 1970, όταν έδρασε ως σύµβουλος του  Χιλιανού δικτάτορα στρατηγού Αουγκούστο Πινοτσέτ. Οι Χιλιανοί βρέθηκαν  σε κατάσταση σοκ µετά το βίαιο πραξικόπηµα του Πινοτσέτ, ενώ η χώρα είχε  δεχτεί βαθύτατο πλήγµα από τον υπερπληθωρισµό. Ο Φρίντµαν συµβούλεψε  τον Πινοτσέτ να προχωρήσει σε έναν καταιγιστικό µετασχηµατισµό της οικονοµίας: µείωση φόρων, ελεύθερο εµπόριο, ιδιωτικοποίηση των κοινωφελών  υπηρεσιών, περιστολή των κοινωνικών δαπανών και απορρύθµιση.

Τελικά, οι  Χιλιανοί είδαν ακόµα και τα δηµόσια σχολεία τους να αντικαθίστανται από  χρηµατοδοτούµενα µε κουπόνια ιδιωτικά εκπαιδευτικά ιδρύµατα. Ήταν η πιο  ακραία καπιταλιστική µεταµόρφωση που επιχειρήθηκε ποτέ και έγινε γνωστή  ως «η επανάσταση της Σχολής του Σικάγου», καθώς πολλοί από τους οικονοµολόγους του Πινοτσέτ είχαν υπάρξει φοιτητές του Φρίντµαν στο Πανεπιστήµιο του Σικάγου. Ο Φρίντµαν πρόβλεψε ότι η ταχύτητα, το εύρος και η αιφνιδιαστική επιβολή των οικονοµικών αλλαγών θα προκαλούσαν στον πληθυσµό  ψυχολογικές αντιδράσεις οι οποίες «θα διευκόλυναν την προσαρµογή». Επινόησε δε την ακόλουθη φράση για αυτή την οδυνηρή τακτική: οικονοµική «θεραπεία-σοκ». Στις δεκαετίες που ακολούθησαν, όποτε οι κυβερνήσεις επέβαλλαν σαρωτικά προγράµµατα προώθησης της ελεύθερης αγοράς, η θεραπεία σοκ (ή αγωγή-σοκ) ήταν η µέθοδος που επέλεγαν.

Επιπλέον, ο Πινοτσέτ διευκόλυνε τη µετάβαση αυτή µε τις δικές του θεραπείες-σοκ, οι οποίες πραγµατοποιούνταν στα κελιά βασανισµού του καθεστώτος, όπου εφαρµόζονταν πάνω στα σφαδάζοντα σώµατα όσων θεωρούνταν πιθανά εµπόδια στον καπιταλιστικό µετασχηµατισµό. Πολλοί στη Λατινική Αµερική διέκριναν µια άµεση σχέση ανάµεσα στα οικονοµικά σοκ που οδήγησαν  στην ανέχεια εκατοµµύρια ανθρώπους και στην επιδηµία των βασανιστηρίων  µε τα οποία τιµωρούνταν εκατοντάδες χιλιάδες άτοµα τα οποία πίστευαν σε  µια διαφορετική κοινωνία. Όπως έχει γράψει ο Ουρουγουανός συγγραφέας  Εδουάρδο Γκαλεάνο: «Υπάρχει άλλος τρόπος να διατηρηθεί µια τέτοια ανισότητα εκτός από τις συσπάσεις των ηλεκτροσόκ;».

Ακριβώς τριάντα χρόνια µετά την πρόκληση αυτών των τριών διακριτών  µορφών σοκ στη Χιλή, η συνταγή εφαρµόστηκε πάλι, µε πολύ µεγαλύτερη βιαιότητα, στο Ιράκ. Στην αρχή ήρθε ο πόλεµος, ο οποίος, σύµφωνα µε τους δηµιουργούς του στρατιωτικού δόγµατος «Σοκ και Δέος», αποσκοπούσε στο «να  ελέγξει τη βούληση, την αντίληψη και την κατανόηση του αντιπάλου και, κυριολεκτικά, να τον καταστήσει ανίκανο να δράσει ή να αντιδράσει». Επακολούθησε µια ριζοσπαστική οικονοµική θεραπεία-σοκ, η οποία επιβλήθηκε από  τον εκπρόσωπο των ΗΠΑ Λιούις Πολ Μπρέµερ ενόσω η χώρα ήταν ακόµα παραδοµένη στις φλόγες: µαζικές ιδιωτικοποιήσεις, καθολική επιβολή του ελεύθερου εµπορίου, ενιαίος φορολογικός συντελεστής 15%, δραµατική µείωση  του ρόλου του κράτους.

Ο µεταβατικός υπουργός Εµπορίου του Ιράκ Αλί Αµπντούλ Αµίρ Αλάουι είχε πει ότι οι συµπατριώτες του «έχουν αηδιάσει και κουραστεί να είναι πειραµατόζωα. Το σύστηµα έχει ήδη δεχτεί πολλά σοκ, άρα δε χρειαζόµαστε αυτή  τη θεραπεία σοκ στην οικονοµία». Όταν όµως οι Ιρακινοί αντιστέκονταν,  συλλαµβάνονταν και οδηγούνταν σε φυλακές όπου το σώµα και το µυαλό τους  υποβάλλονταν σε επιπλέον σοκ  αυτή τη φορά όχι µε τη µεταφορική έννοια  της λέξης.

Άρχισα να ερευνώ την εξάρτηση των ελεύθερων αγορών από τη δύναµη του  σοκ τέσσερα χρόνια πριν, κατά τη διάρκεια των πρώτων ηµερών της κατοχής  του Ιράκ. Αφού εξιστόρησα σε εκτενή ρεπορτάζ από τη Βαγδάτη τις αποτυχηµένες απόπειρες της Ουάσινγκτον να εφαρµόσει µετά το «Σοκ και Δέος» τη θεραπεία-σοκ, ταξίδεψα στη Σρι Λάνκα εφτά µήνες µετά το ολέθριο τσουνάµι  του 2004 και υπήρξα αυτόπτης µάρτυρας µιας άλλης εκδοχής του ίδιου εγχειρήµατος: Σε αγαστή συνεργασία, ξένοι επενδυτές και διεθνείς δανειστές εκµεταλλεύτηκαν την ατµόσφαιρα του πανικού προκειµένου να παραδώσουν ολόκληρη την πανέµορφη ακτογραµµή σε επιχειρηµατίες που κατασκεύασαν γρήγορα µεγάλα θέρετρα, εµποδίζοντας εκατοντάδες χιλιάδες ψαράδες να ξαναχτίσουν τα παραθαλάσσια χωριά τους. «Εξαιτίας ενός σκληρού παιχνιδιού της  µοίρας, η φύση έδωσε στη Σρι Λάνκα µια µοναδική ευκαιρία, κι έτσι από αυτή τη µεγάλη τραγωδία θα αναδυθεί ένας παγκόσµιας ακτινοβολίας τουριστικός προορισµός», είχε ανακοινώσει η κυβέρνηση της Σρι Λάνκα.

Όταν ο τυφώνας Κατρίνα έπληξε τη Νέα Ορλεάνη και ένα ολόκληρο πλέγµα Ρεπουµπλικάνων πολιτικών, «δεξαµενών σκέψης» και ιδιωτικών εργοληπτικών εταιρειών  άρχισαν να µιλάνε για «λευκή σελίδα» και συναρπαστικές ευκαιρίες, είχε καταστεί πλέον ολοφάνερο ότι η προτιµώµενη µέθοδος προώθησης των επιχειρηµατικών σκοπών ήταν η εκµετάλλευση συλλογικών τραυµάτων προκειµένου  να επιβληθούν ριζικές κοινωνικές και οικονοµικές µεταβολές.

Οι περισσότεροι άνθρωποι που επιβιώνουν από µια βιβλική καταστροφή  θέλουν το ακριβώς αντίθετο µιας καινούριας αρχής: Επιθυµούν να διασώσουν  ό,τι µπορούν και να αρχίσουν να επιδιορθώνουν ό,τι δεν έχει καταστραφεί, επανεπιβεβαιώνοντας τη σχέση τους µε τον τόπο που τους έχει διαµορφώσει. «Οταν  αναπλάθω την πόλη, αισθάνοµαι ότι αναπλάθω τον εαυτό µου», δήλωσε η Κασάντρα Άντριους, κάτοικος της βαριά πληγείσας Κατώτερης Ένατης Περιφέρειας της Νέας Ορλεάνης, ενώ συµµετείχε στην αποµάκρυνση των χαλασµάτων µετά τον τυφώνα.  Όµως ο καπιταλισµός της καταστροφής δεν έχει κανένα συµφέρον να επιδιορθωθεί ό,τι υπήρχε.

Στο Ιράκ, στη Σρι Λάνκα και στη  Νέα Ορλεάνη η διαδικασία που παραπλανητικά ονοµάζεται «ανοικοδόµηση»  άρχισε µε την ολοκλήρωση της αρχικής καταστροφής, µε την εξάλειψη οτιδήποτε είχε αποµείνει από τη δηµόσια σφαίρα και τις εκεί ριζωµένες κοινότητες  και µε τη γρήγορη αντικατάστασή τους µε ένα είδος εταιρικής Νέας Ιερουσαλήµ  κι όλα αυτά προτού τα θύµατα ενός πολέµου ή µιας φυσικής καταστροφής προλάβουν να ανασυγκροτηθούν και να διεκδικήσουν ό,τι ήταν δικό τους.

Ο Μάικ Μπατλς το έχει θέσει πολύ ξεκάθαρα: «Για εµάς, ο φόβος και η αταξία ήταν µια πραγµατική επαγγελία». Ο τριαντατετράχρονος πρώην πράκτορας της CIA εξηγούσε πώς το χάος στο µεταπολεµικό Ιράκ βοήθησε την  άγνωστη και χωρίς ιδιαίτερη εµπειρία προσωπική του εταιρεία ιδιωτικής  ασφάλειας Custer Battles να υπογράψει µε την οµοσπονδιακή κυβέρνηση συµβόλαια ύψους l00 εκατοµµυρίων δολαρίων. Τα λόγια του θα µπορούσαν να  είναι το σλόγκαν του σύγχρονου καπιταλισµού: Ο φόβος και η καταστροφή είναι οι καταλύτες για κάθε νέο άλµα προς τα εµπρός.

Όταν άρχισα αυτή την έρευνα για το πώς συνδέονται τα υπερκέρδη µε τις  τεράστιες καταστροφές, πίστευα ότι ήµουν αυτόπτης µάρτυρας µιας θεµελιώδους αλλαγής στον τρόπο µε τον οποίο προωθείται σε όλο τον κόσµο η συστηµατική εκστρατεία «απελευθέρωσης» των αγορών. Όντας µέλος του κινήµατος εναντίον της διόγκωσης της δύναµης των εταιρειών, που εγκαινιάστηκε το  1999 στο Σιάτλ ως ένα φαινόµενο παγκόσµιων διαστάσεων, είχα συνηθίσει να  βλέπω φιλικές προς τις επιχειρήσεις πολιτικές να επιβάλλονται είτε µέσω ασφυκτικών πιέσεων στις συνόδους κορυφής του Παγκόσµιου Οργανισµού Εµπορίου είτε ως προϋποθέσεις για τη χορήγηση δανείων από το Διεθνές Νοµισµατικό Ταµείο (ΔΝΤ). Οι τρεις τυπικές απαιτήσεις (ιδιωτικοποιήσεις, κρατική  απορρύθµιση και σηµαντικές περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες) δεν ήταν  καθόλου δηµοφιλείς στους πολίτες, όµως, όταν υπογράφονταν οι συµφωνίες,  διατηρούνταν τουλάχιστον το πρόσχηµα της αµοιβαίας συµφωνίας ανάµεσα  στις κυβερνήσεις που βρίσκονταν σε διαπραγµάτευση, αλλά και της συναίνεσης από τους υποτιθέµενους ειδικούς.

Πλέον το ίδιο ιδεολογικό πρόγραµµα  επιβαλλόταν µε τα πιο σκληρά µέσα καταναγκασµού που θα µπορούσαν να  υπάρξουν: υπό καθεστώς ξένης στρατιωτικής κατοχής ύστερα από µια εισβολή ή έπειτα από µια κατακλυσµιαία φυσική καταστροφή. Φαίνεται ότι η 1lη  Σεπτεµβρίου έδωσε στην Ουάσινγκτον το πράσινο φως ώστε να σταµατήσει να  ρωτάει τις χώρες αν επιθυµούν την αµερικανική εκδοχή «του ελεύθερου εµπορίου και της δηµοκρατίας» και να αρχίσει να την επιβάλλει µε τη στρατιωτική  ισχύ και την τακτική του «Σοκ και Δέους».

Ωστόσο, όταν ερεύνησα πιο διεξοδικά πώς αυτό το µοντέλο της αγοράς  είχε σαρώσει ολόκληρο τον πλανήτη, ανακάλυψα ότι η ιδέα της εκµετάλλευσης κρίσεων και καταστροφών ήταν το modus operandi του ιδεολογικού  κινήµατος του Μίλτον Φρίντµαν ήδη από τις απαρχές του  αυτή η φονταµενταλιστική µορφή του καπιταλισµού χρειαζόταν πάντα καταστροφές για  να προελάσει. Σίγουρα, αυτές οι τόσο εξυπηρετικές καταστροφές έτειναν  µε τον καιρό να γίνονται µεγαλύτερες και περισσότερο συγκλονιστικές από ό,τι παλιότερα, ωστόσο τα όσα συνέβαιναν στο Ιράκ και στη Νέα Ορλεάνη  δεν ήταν πρωτοφανή, δεν αποτελούσαν µια επινόηση της µετά την 1lη Σεπτεµβρίου εποχής. Αντίθετα, αυτά τα τολµηρά πειράµατα εκµετάλλευσης  των κρίσεων υπήρξαν το αποκορύφωµα τριών δεκαετιών αυστηρής προσήλωσης στο δόγµα του σοκ.

Εξεταζόµενα υπό το πρίσµα αυτού του δόγµατος, τα τριάντα πέντε τελευταία χρόνια φαντάζουν πολύ διαφορετικά. Μερικές από τις πιο κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρώπινων δικαιωµάτων κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, τις οποίες τείναµε να θεωρούµε σαδιστικές ενέργειες αντιδηµοκρατικών  καθεστώτων, στην πραγµατικότητα είτε διαπράχθηκαν µε την πρόθεση να τροµοκρατηθεί ο πληθυσµός είτε χρησιµοποιήθηκαν προκειµένου να προλειανθεί το έδαφος για την εισαγωγή ριζικών «µεταρρυθµίσεων» υπέρ της ελεύθερης αγοράς.

Στη δεκαετία του 1970 η ενέργεια της χούντας της Αργεντινής να  «εξαφανίσει» 30.000 ανθρώπους, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν αριστεροί ακτιβιστές, αποτελούσε αναπόσπαστο τµήµα της επιβολής των πολιτικών της Σχολής του Σικάγου της χώρας, ακριβώς µε τον ίδιο τρόπο που η τροµοκρατία υπήρξε αρωγός της ίδιας οικονοµικής µεταµόρφωσης στη Χιλή.

Στην  Κίνα το σοκ της σφαγής στην πλατεία Τιενανµέν το 1989 και οι επακόλουθες  συλλήψεις δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων έλυσαν τα χέρια του Κοµουνιστικού  Κόµµατος προκειµένου να µετατρέψει ένα µεγάλο µέρος της χώρας σε µια διαρκώς διευρυνόµενη ζώνη εξαγωγών, η οποία επανδρώθηκε µε εργάτες υπερβολικά τροµοκρατηµένους για να διεκδικήσουν τα δικαιώµατά τους.

Στη Ρωσία  η απόφαση του Μπορίς Γέλτσιν το 1993 να στείλει τανκς να βοµβαρδίσουν το  κτίριο του Κοινοβουλίου και να φυλακίσει τους ηγέτες της αντιπολίτευσης άνοιξε το δρόµο για τις ιδιωτικοποιήσειςεκποιήσεις που δηµιούργησαν τους διαβόητους ολιγάρχες της χώρας.

Ο πόλεµος των Φόκλαντ το 1982 εξυπηρέτησε έναν παρόµοιο σκοπό στη  Βρετανία της Μάργκαρετ Θάτσερ: Εξαιτίας της αναστάτωσης και της εθνικιστικής έξαψης που προκάλεσε, η Θάτσερ απέκτησε τεράστια ισχύ και τη χρησιµοποίησε για να συνθλίψει τους απεργούς ανθρακωρύχους και να εγκαινιάσει τη φρενίτιδα των ιδιωτικοποιήσεων στις Δυτικές δηµοκρατίες. Η επίθεση  του ΝΑΤΟ εναντίον της Σερβίας το 1999 δηµιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για ταχύτατες ιδιωτικοποιήσεις στην πρώην Γιουγκοσλαβία  ένας στόχος  που χρονολογικά είχε τεθεί πριν από τον πόλεµο. Η οικονοµική πολιτική δεν  ήταν σε καµία περίπτωση ο µοναδικός κινητήριος µοχλός για αυτούς τους πολέµους, όµως είναι σαφές ότι σε όλες τις περιπτώσεις ένα µείζον συλλογικό σοκ χρησιµοποιήθηκε προκειµένου να προετοιµαστεί το έδαφος για µια οικονοµική θεραπείασοκ.

Τα τραυµατικά γεγονότα που εξυπηρετούν αυτή την «εξασθένιση των αντιστάσεων» της κοινωνίας δε βασίζονται πάντοτε στην απροκάλυπτη βία. Στη  Λατινική Αµερική και στην Αφρική κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1980  ήταν η κρίση του χρέους που υποχρέωσε τις χώρες «να προβούν σε ιδιωτικοποιήσεις ή να πεθάνουν», όπως το έχει θέσει ένας πρώην αξιωµατούχος του  ΔΝΤ. Σε κατάσταση διάλυσης εξαιτίας του υπερπληθωρισµού και υπερβολικά χρεωµένες για να πουν όχι στις απαιτήσεις που συνόδευαν τα ξένα δάνεια,  οι κυβερνήσεις αποδέχτηκαν τις «θεραπείεςσοκ» µε την υπόσχεση ότι αυτές  θα τις έσωζαν από µεγαλύτερες καταστροφές. Στην Ασία η χρηματοοικονομική κρίση του 19971998 σχεδόν εξίσου καταστροφική µε τη Μεγάλη Ύφεση ταπείνωσε τις αποκαλούµενες «ασιατικές τίγρεις», οδηγώντας στο άνοιγµα των  αγορών τους σε αυτό που το περιοδικό New York Times περιέγραψε ως τη «µεγαλύτερη εκποίηση επιχειρήσεων που πραγµατοποιήθηκε ποτέ σε ολόκληρο  τον κόσµο». Πολλές από αυτές τις χώρες ήταν δηµοκρατίες, όµως οι ριζικές  µεταρρυθµίσεις υπέρ της ελεύθερης αγοράς δεν επιβλήθηκαν δηµοκρατικά.  Ακριβώς το αντίθετο: Όπως πίστευε ο Φρίντµαν, η διάχυτη ατµόσφαιρα µιας  µείζονος κλίµακας κρίσης πρόσφερε το αναγκαίο πρόσχηµα ώστε να µη ληφθούν υπόψη οι εκπεφρασµένες επιθυµίες των ψηφοφόρων και να παραδοθεί  η χώρα στον έλεγχο οικονοµικών «τεχνοκρατών».

Φυσικά, υπήρξαν περιπτώσεις στις οποίες η υιοθέτηση των πολιτικών της  ελεύθερης αγοράς έγινε δηµοκρατικά: Πολιτικοί κέρδισαν τις εκλογές µε σκληροπυρηνικά προεκλογικά προγράµµατα, µε πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα  την εκλογή του Ρόναλντ Ρέιγκαν στις ΗΠΑ και πιο πρόσφατο την εκλογή του  Νικολά Σαρκοζί. Ωστόσο σε αυτές τις περιπτώσεις οι σταυροφόροι της ελεύθερης αγοράς βρέθηκαν αντιµέτωποι µε λαϊκές πιέσεις και υποχρεώθηκαν να  αµβλύνουν και να τροποποιήσουν τα σχέδιά τους, προβαίνοντας σε σταδιακές  αλλαγές αντί για µια σαρωτική µεταβολή.

Εν κατακλείδι, παρότι είναι εφικτό  να επιβληθεί εν µέρει το οικονοµικό µοντέλο του Φρίντµαν σε µια δηµοκρατία, οι συνθήκες ενός απολυταρχικού καθεστώτος αποτελούν απαραίτητη προϋπόθεση για την απόλυτη εκπλήρωση του πραγµατικού οράµατός του.

Προκειµένου να εφαρµοστεί χωρίς περιορισµούς η οικονοµική θεραπεία σοκ (όπως  έγινε στη Χιλή τη δεκαετία του 1970, στην Κίνα στα τέλη της δεκαετίας του  1980, στη Ρωσία τη δεκαετία του 1990 και στις ΗΠΑ µετά την 11η Σεπτεµβρίου του 2001), απαιτείται πάντα ένα είδος µείζονος συλλογικού τραύµατος, το οποίο είτε αναστέλλει προσωρινά τις δημοκρατικές πρακτικές είτε τις καταργεί ολοκληρωτικά.

Η συγκεκριμένη ιδεολογική σταυροφορία ξεκίνησε από τα  καθεστώτα της Νότιας Αμερικής, ενώ στις μεγαλύτερες από τις πρόσφατα κατακτημένες επικράτειές της, στη Ρωσία και στην Κίνα, συνυπάρχει μέχρι σήμερα αρμονικά και επικερδώς με μια πολιτική ηγεσία που διαθέτει σιδερένια  πυγμή.

Η θεραπεία-σοκ επιστρέφει στην κοιτίδα της.

ο ιδεολογικό κίνημα του Φρίντμαν κατακτά εδάφη σε όλο τον κόσμο από τη  δεκαετία του 1970, όμως μέχρι πρόσφατα το όραμά του δεν είχε ποτέ υλοποιηθεί πλήρως στη χώρα προέλευσής του. Ασφαλώς, ο Ρέιγκαν έδωσε σημαντική ώθηση σε αυτό το ιδεολογικό κίνημα, όμως οι ΗΠΑ διατήρησαν ένα σύστημα κοινωνικής πρόνοιας, κοινωνικής ασφάλισης και δημόσιας παιδείας, καθώς, σύμφωνα με τα λόγια του Φρίντμαν, οι γονείς επέμεναν στην «ανορθολογική προσκόλλησή τους σε ένα σοσιαλιστικό σύστημα».

Όταν οι Ρεπουμπλικάνοι απέκτησαν τον έλεγχο του Κογκρέσου το 1995, ο  Ντέιβιντ Φραμ, απόδημος Καναδός και μελλοντικός συγγραφέας των λόγων  του Τζορτζ Μπους, ήταν ανάμεσα στους αποκαλούμενους «νεοσυντηρητικούς  που έκαναν έκκληση να πραγματοποιηθεί στις ΗΠΑ μια οικονομική επανάσταση με τη μορφή της θεραπείας-σοκ. «Να τι πιστεύω ότι πρέπει να κάνουμε: Αντί για σταδιακές περικοπές λίγο από δω, λίγο από κει, καλύτερα μέσα  σε μία μέρα να καταργήσουμε τριακόσια προγράμματα, καθένα από τα οποία  κοστίζει ένα δισεκατομμύριο δολάρια. Ίσως αυτές οι περικοπές να μην κάνουν  τη διαφορά, όμως σίγουρα θα δώσουν το μήνυμα. Και μπορούμε να τις κάνουμε αμέσως»

Η θεραπεία-σοκ που επιζητούσε ο Φρίνταμ δεν εφαρμόστηκε τότε, κυρίως  επειδή δεν υπήρχε κάποια εσωτερική κρίση για να προετοιμάσει το έδαφος.  Όμως το 2001 τα πράγματα άλλαξαν. Όταν έγιναν οι επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου, ο Λευκός Οίκος έβριθε από μαθητές του Φρίντμαν, συμπεριλαμβανομένου του στενού του φίλου Ντόναλντ Ράμσφελντ. Η ομάδα του Μπους  εκμεταλλεύτηκε στυγνά και ακαριαία αυτή την περίσταση συλλογικού ιλίγγου  όχι, όπως ισχυρίστηκαν μερικοί, επειδή η κρίση ήταν αποτέλεσμα συνωμοσίας της κυβέρνησης, αλλά επειδή τα κεντρικά πρόσωπα της διοίκησης, βετεράνοι προγενέστερων πειραμάτων του καπιταλισμού της καταστροφής στη Λατινική Αµερική και στην Ανατολική Ευρώπη, ανήκαν σε ένα ιδεολογικό κίνηµα που εύχεται να ξεσπούν κρίσεις µε τον ίδιο τρόπο που οι αγρότες των οποίων τα κτήµατα µαστίζονται από την ξηρασία εύχονται να βρέξει, µε την ίδια  θέρµη που οι χριστιανοίσιωνιστές οι οποίοι πιστεύουν στη συντέλεια του κόσµου προσεύχονται για την επιφοίτηση του Αγίου Πνεύµατος.

Για τρεις δεκαετίες ο Φρίντµαν και οι οπαδοί του είχαν µεθοδικά εκµεταλλευτεί συγκλονιστικά γεγονότα ανάλογα της 11ης Σεπτεµβρίου σε άλλες χώρες,  αρχής γενοµένης από το πραξικόπηµα του Πινοτσέτ στις 11 Σεπτεµβρίου του  1973. Αυτό που συνέβη την 1lη Σεπτεµβρίου του 2001 ήταν ότι µια ιδεολογία  που επωάστηκε σε αµερικανικά πανεπιστήµια και ισχυροποιήθηκε σε ιδρύµατα της Ουάσινγκτον είχε επιτέλους την ευκαιρία να επιστρέψει στην κοιτίδα  της.

Η κυβέρνηση Μπους εκµεταλλεύτηκε αµέσως το φόβο που προκάλεσαν οι  επιθέσεις όχι µόνο για να κηρύξει τον «πόλεµο κατά της τροµοκρατίας» αλλά  και για να διασφαλίσει ότι αυτός θα αποτελούσε ένα απόλυτα κερδοφόρο εγχείρηµα, µια ακµάζουσα νέα βιοµηχανία που θα έδινε το φιλί της ζωής στην  παραπαίουσα οικονοµία των ΗΠΑ. Το φαινόµενο γίνεται καλύτερα κατανοητό αν το ονοµάσουµε «σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής», ενώ  τα πλοκάµια του φτάνουν πολύ µακρύτερα από το στρατιωτικοβιοµηχανικό  σύµπλεγµα για το οποίο προειδοποιούσε ο Ντουάιτ Αϊζενχάουερ στα τέλη της  προεδρικής του θητείας: Πρόκειται, στην ουσία, για έναν παγκόσµιο πόλεµο  που διεξάγεται σε όλα τα επίπεδα από ιδιωτικές εταιρείες οι οποίες αµείβονται για την ανάµειξή τους µε δηµόσιο χρήµα και είναι εξουσιοδοτηµένες να  προστατεύουν εις το διηνεκές το έδαφος των Ηνωµένων Πολιτειών, αλλά και  να εξολοθρεύουν το «κακό» στο εξωτερικό. Μέσα σε λίγα µόνο χρόνια το σύµπλεγµα αυτό έχει ήδη επεκτείνει τις δραστηριότητές του από την καταπολέµηση της τροµοκρατίας στη συµµετοχή σε διεθνείς ειρηνευτικές αποστολές,  την αστυνόµευση δήµων και την άµεση ανταπόκριση στις ολοένα και πιο συχνές φυσικές καταστροφές. Ο τελικός στόχος των εταιρειών που βρίσκονται  στον πυρήνα του συµπλέγµατος είναι να µετατρέψουν το µοντέλο της προσανατολισµένης στο κέρδος διακυβέρνησης, το οποίο προωθείται ταχύτατα σε  συνθήκες έκτακτης ανάγκης, στο συνήθη και καθηµερινό τρόπο λειτουργίας  του κράτους  σε τελική ανάλυση, µιλάµε για ιδιωτικοποίηση της κυβέρνησης.

Για να δώσει την αρχική ώθηση στο σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής, η κυβέρνηση Μπους ανέθεσε, χωρίς δηµόσιο διάλογο, σε εξωτερικούς προµηθευτές πολλές από τις πλέον ευαίσθητες και βασικές λειτουργίες της κυβέρνησης: από την παροχή ιατροφαρµακευτικής περίθαλψης στους  στρατιώτες και την ανάκριση αιχµαλώτων µέχρι τη συλλογή πληροφοριών και  την επεξεργασία «δεδοµένων» για όλους µας. Ο ρόλος που διαδραµατίζει η κυβέρνηση σε αυτό τον ατελεύτητο πόλεµο δεν είναι ο ρόλος ενός διαχειριστή  που διευθύνει ένα δίκτυο εργοληπτικών ιδιωτικών εταιρειών, αλλά ο ρόλος ενός  ριψοκίνδυνου καπιταλιστή που βάζει βαθιά το χέρι στην τσέπη του τόσο για  να προσφέρει τα αρχικά κεφάλαια για τη δηµιουργία του συµπλέγµατος όσο  και για να γίνει ο µεγαλύτερος πελάτης για τις υπηρεσίες που παρέχει το σύµπλεγµα αυτό.

Για να παραθέσω τρία µόνο στατιστικά στοιχεία που δείχνουν  το εύρος αυτού του µετασχηµατισµού: Πρώτον, το 2003 η κυβέρνηση των ΗΠΑ  υπέγραψε 3.512 συµβόλαια µε εταιρείες για την προσφορά υπηρεσιών ασφάλειας, ενώ µέχρι τον Αύγουστο του 2006, µόλις είκοσι δύο µήνες µετά, το  Υπουργείο Εθνικής Ασφάλειας είχε υπογράψει περισσότερα από 115.000 ανάλογα συµβόλαια. Δεύτερον, το συνολικό µέγεθος της «βιοµηχανίας εθνικής  ασφάλειας», που ήταν οικονοµικά ασήµαντη πριν από το 2001, ανέρχεται πλέον σε 200 δισεκατοµµύρια δολάρια. Τρίτον, το 2006 οι δαπάνες της κυβέρνησης των ΗΠΑ για την εθνική ασφάλεια ανέρχονταν σε 545 δολάρια ανά νοικοκυριό. Και αυτά τα κονδύλια διατέθηκαν µόνο για το εσωτερικό µέτωπο του πολέµου κατά της τροµοκρατίας …

Το πραγµατικό χρήµα βρίσκεται στη διεξαγωγή πολέµων στο εξωτερικό. Εκτός από τους κατασκευαστές οπλικών συστηµάτων, που είδαν τα κέρδη τους να εκτοξεύονται στα ύψη εξαιτίας του πολέµου  στο Ιράκ, η διατήρηση της στρατιωτικής ισχύος των ΗΠΑ είναι πλέον ένας από  τους ταχύτερα αναπτυσσόµενους τοµείς της οικονοµίας σε παγκόσµια κλίµακα. «Δύο χώρες που διαθέτουν McDonald’s δε θα πολεµήσουν ποτέ η µια την  άλλη», είχε δηλώσει τολµηρά ο αρθρογράφος των New York Times Τόµας Φρίντµαν τον Δεκέµβριο του 1996. Όχι µόνο διαψεύστηκε δύο χρόνια µετά, αλλά και, χάρη στο µοντέλο του κερδοσκοπικού πολέµου, ο στρατός των ΗΠΑ  πηγαίνει πλέον στον πόλεµο συνοδεία των Burger King και Pizza Hut, καθώς  έχουν υπογραφεί συµβόλαια που επιτρέπουν σε αυτές τις δύο εταιρείες να  διατηρούν υποκαταστήµατα µε καθεστώς δικαιόχρησης (franchise) σε στρατιωτικές βάσεις από το Ιράκ µέχρι τη «µικρή πόλη» στον κόλπο του Γκουαντάναµο.

Ένας άλλος τοµέας στον οποίο δραστηριοποιείται το σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής είναι η ανθρωπιστική βοήθεια και η ανοικοδόµηση. Με πρώτο πεδίο εφαρµογής το Ιράκ, η κερδοσκοπική ανθρωπιστική βοήθεια και ανοικοδόµηση έχει ήδη γίνει το νέο παγκόσµιο παράδειγµα, ασχέτως  του αν η καταστροφή οφείλεται σε έναν προειδοποιητικό πόλεµο (όπως στην  περίπτωση της εισβολής του Ισραήλ στον Λίβανο το 2006) ή σε έναν τυφώνα.  Με την εξάντληση των φυσικών πόρων και τις κλιµατικές αλλαγές να προκαλούν µια σταθερά εντεινόµενη επέλαση νέων καταστροφών, η ανταπόκριση σε  καταστάσεις έκτακτης ανάγκης είναι, απλώς, µια υπερβολικά καυτή αναδυόµενη αγορά για να παραχωρηθεί σε µη κερδοσκοπικές οργανώσεις.

  • Για ποιο  λόγο να ανοικοδοµεί σχολεία η UNICEF, όταν µπορεί να το κάνει η Bechtel,  µια από τις µεγαλύτερες κατασκευαστικές εταιρείες στις ΗΠΑ;
  • Για ποιο λόγο  να στεγαστούν οι πληµµυροπαθείς της Πολιτείας του Μισισιπή σε επιδοτούµενα άδεια διαµερίσµατα, ενώ µπορούν να µείνουν στα κρουαζιερόπλοια της  Carniνal;
  • Για ποιο λόγο να αναπτυχθούν οι ειρηνευτικές δυνάµεις του ΟΗΕ στο  Νταρφούρ, όταν ιδιωτικές εταιρείες ασφάλειας, όπως η Blackwater, ψάχνουν  για νέους πελάτες;

Αυτή ακριβώς είναι η διαφορά µετά την 11η Σεπτεµβρίου:  Παλιότερα οι πόλεµοι και οι καταστροφές πρόσφεραν ευκαιρίες σε περιορισµένους τοµείς της οικονοµίας  για παράδειγµα, στους κατασκευαστές πολεµικών αεριωθούµενων ή στις εταιρείες που ανοικοδοµούσαν βοµβαρδισµένες  γέφυρες. Ωστόσο ο πρωταρχικός οικονοµικός ρόλος του πολέµου περιοριζόταν στο άνοιγµα νέων αγορών οι οποίες µέχρι τότε ήταν κλειστές και στην πρόκληση µεταπολεµικής οικονοµικής άνθησης. Πλέον η ανταπόκριση σε πολέµου ς και καταστροφές έχει ιδιωτικοποιηθεί σε τόσο µεγάλο βαθµό, ώστε να  αποτελεί η ίδια µια νέα αγορά: Δεν υπάρχει πια λόγος να τελειώσει ο πόλεµος  για να σηµειωθεί οικονοµική άνθηση  το µέσο έχει γίνει ο σκοπός.

Ένα ιδιαίτερο πλεονέκτηµα αυτής της µεταµοντέρνας προσέγγισης είναι  ότι, µε όρους αγοράς, δεν µπορεί να αποτύχει. Όπως σχολίασε χαρακτηριστικά κάποιος αναλυτής των αγορών αναφερόµενος σε ένα εξαιρετικά κερδοφόρο τρίµηνο της εταιρείας Halliburton, που δραστηριοποιείται στον τοµέα της  ενέργειας, «τα πράγµατα στο Ιράκ πήγαν καλύτερα από ο,τι αναµενόταν». Αυτό συνέβη τον Οκτώβριο του 2006, το µήνα του πολέµου κατά τον οποίο παρουσιάστηκε η µεγαλύτερη κλιµάκωση βίας µέχρι τότε, µε τις απώλειες Ιρακινών πολιτών να ανέρχονται σε 3.709. Παρ’ όλα αυτά, ελάχιστοι ήταν οι µέτοχοι που δεν εντυπωσιάστηκαν από το γεγονός ότι ο πόλεµος είχε αποφέρει  έσοδα 20 δισεκατοµµυρίων δολαρίων σε αυτή την εταιρεία.

Από το όλο εκρηκτικό µείγµα των εµπόρων όπλων, των ιδιωτικών στρατών,  της κερδοσκοπικής ανοικοδόµησης και της βιοµηχανίας εθνικής ασφάλειας  αυτό που αναδύεται ως συνέπεια του ιδιαίτερου τρόπου µε τον οποίο η κυβέρνηση Μπους εφάρµοσε τη θεραπείασοκ µετά την 11η Σεπτεµβρίου είναι µια  πλήρως διαρθρωµένη Νέα Οικονοµία. Οικοδοµήθηκε κατά την περίοδο  Μπους, αλλά υφίσταται πλέον ανεξάρτητα από οποιαδήποτε κυβέρνηση και  θα παραµείνει στα χαρακώµατα µέχρι να προσδιοριστεί, να αποµονωθεί και  να αµφισβητηθεί η ιδεολογία της κυριαρχίας των εταιρειών, που αποτελεί το  θεµέλιο λίθο της. Του συµπλέγµατος αυτού ηγούνται εταιρείες των ΗΠΑ, αλλά είναι παγκόσµιο, µε βρετανικές εταιρείες να συνεισφέρουν την εµπειρία  τους στις πανταχού παρούσες κάµερες ασφαλείας, µε ισραηλινές εταιρείες να  προσφέρουν τις εξειδικευµένες γνώσεις τους στα ηλεκτροφόρα συρµατοπλέγµατα και στα τείχη, µε την καναδική βιοµηχανία ξυλείας να πουλάει προκατασκευασµένα σπίτια των οποίων το κόστος αγοράς είναι πολύ µεγαλύτερο από  αυτό των σπιτιών που κατασκευάζονται εγχώρια κτλ. «Μέχρι τώρα κανείς δεν  είχε δει την ανοικοδόµηση έπειτα από µια καταστροφή ως έναν επιµέρους τοµέα της στεγαστικής αγοράς», έχει δηλώσει ο Κεν Μπέικερ, διευθύνων σύµβουλος ενός καναδικού οµίλου ξυλείας. «Είναι µια στρατηγική που µας επιτρέπει να τη διαφοροποιήσουµε μακροπρόθεσμα».

Τηρουµένων των αναλογιών, το σύµπλεγµα του καπιταλισµού της καταστροφής µπορεί να συγκριθεί µε τις «αναδυόµενες αγορές και την τεχνολογία  της πληροφόρησης ως µοχλούς της οικονοµικής άνθησης τη δεκαετία του 1990.  Πράγµατι, καλά ενηµερωµένοι αναλυτές ισχυρίζονται ότι οι συµφωνίες είναι  ακόµα πιο κερδοφόρες και από την εποχή της έξαρσης του διαδικτύου και ότι  η «φούσκα της ασφάλειας» πήρε τη σκυτάλη όταν έσκασαν οι προγενέστερες  «φούσκες». Σε συνδυασµό µε τα διογκούµενα κέρδη της ασφαλιστικής βιοµηχανίας (που εκτιµάται ότι έφτασαν τον αριθµόρεκόρ των 60 δισεκατοµµυρίων δολαρίων το 2006 µόνο στις ΗΠΑ), αλλά και µε τα υπερκέρδη της πετρελαϊκής βιοµηχανίας (τα οποία αυξάνονται σε κάθε νέα κρίση), η οικονοµία της  καταστροφής ίσως να έσωσε την παγκόσµια αγορά από την ολοκληρωτική ύφεση µε το φάσµα της οποίας βρισκόταν αντιµέτωπη τις παραµονές της 11ης Σεπτεµβρίου.

Η απόπειρα εξιστόρησης της ιδεολογικής σταυροφορίας που κορυφώθηκε µε  τη ριζική ιδιωτικοποίηση των πολέµων και των καταστροφών προσκρούει σε  ένα πρόβληµα: Η ιδεολογία αυτή είναι ένας πραγµατικός χαµαιλέοντας, καθώς διαρκώς αλλάζει όνοµα και ταυτότητα. Ο Φρίντµαν αυτοπροσδιοριζόταν  ως «φιλελεύθερος», όµως οι οπαδοί του στις ΗΠΑ, που ταυτίζουν τους φιλελεύθερους µε την υψηλή φορολογία και τους χίπηδες, χρησιµοποιούν όρους όπως  «συντηρητικοί», «οπαδοί της κλασικής οικονοµίας», «υπέρµαχοι της ελεύθερης  αγοράς» και, πιο πρόσφατα, υπερασπιστές της οικονοµικής πολιτικής του Ρέιγκαν «(Reaganomics») και της ελευθερίας των συναλλαγών (lαissezfαire) για να  αυτοχαρακτηριστούν. Στις περισσότερες χώρες του κόσµου το «δόγµα της πίστης» τους είναι γνωστό ως «νεοφιλελευθερισµός», αλλά συχνά αυτό αναφέρεται απλώς ως «ελεύθερο εµπόριο» ή «παγκοσµιοποίηση». Μόνο µετά τα µέσα  της δεκαετίας του 1990, και χάρη σε δεξιές «δεξαµενές σκέψης» που διατηρούν µακροχρόνιες σχέσεις µε τον Φρίντµαν (όπως τα Heritage Foundation,  Cato Institute και American Enterprise Institute), αυτό το ιδεολογικό κίνηµα  άρχισε να χρησιµοποιεί τον όρο «νεοσυντηρητικός», ευαγγελιζόµενο µια κοσµοθεωρία που έθεσε την ισχύ της στρατιωτικής µηχανής των ΗΠΑ στην υπηρεσία της ατζέντας των εταιρειών.

Όλες αυτές οι «µετενσαρκώσεις» έχουν ως κοινό γνώρισµα την πλήρη υιοθέτηση της αγίας τριάδας «εξάλειψη της δηµόσιας σφαίρας  απόλυτη ελευθερία για τις εταιρείες  ανύπαρκτες δηµόσιες δαπάνες», όµως καµία από τις  προηγούµενες ονοµασίες δε µοιάζει κατάλληλη για την περιγραφή αυτής της  ιδεολογίας. Ο Φρίντµαν διαµόρφωσε το ιδεολογικό κίνηµά του ως µια προσπάθεια να απελευθερωθεί η αγορά από το κράτος, όµως αυτό που πραγµατικά συµβαίνει κάθε φορά που το όραµά του παίρνει σάρκα και οστά στην πιο  καθαρή µορφή του είναι εντελώς διαφορετικό.

Σε κάθε χώρα όπου εφαρµόστηκαν οι πολιτικές της Σχολής του Σικάγου τα τελευταία τριάντα χρόνια αυτό που προέκυψε ήταν µια κραταιή συµµαχία ανάµεσα σε µια δράκα πανίσχυρων εταιρειών και σε µια τάξη πλούσιων πολιτικών  µε τις διαχωριστικές  γραµµές ανάµεσα στις δύο οµάδες να είναι εξαιρετικά δυσδιάκριτες και διαρκώς µετακινούµενες.

Στη Ρωσία τους δισεκατοµµυριούχους επιχειρηµατίες που  µετέχουν στη συµµαχία τους αποκαλούν «ολιγάρχες», στην Κίνα «ηγεµονίσκους», στη Χιλή «πιράνχας», ενώ στις ΗΠΑ οι Μπους και Τσέινι τους χαρακτήρισαν «σκαπανείς» κατά τη διάρκεια της προεκλογικής τους εκστρατείας.  Αντί να απελευθερώσουν την αγορά από το κράτος, αυτές οι πολιτικές και επιχειρηµατικές ελίτ απλώς συγχωνεύτηκαν µεταξύ τους, επιβάλλοντας ένα καθεστώς ευνοιοκρατίας για να διασφαλίσουν το δικαίωµα ιδιοποίησης πολύτιµων  πόρων που µέχρι τότε ανήκαν στο δηµόσιο τοµέα: από τις πετρελαιοπηγές της  Ρωσίας και τις κολεκτίβες της Κίνας µέχρι τα χωρίς µειοδοτικούς διαγωνισµούς  συµβόλαια ανοικοδόµησης στο Ιράκ.

Μαχητικές απεργίες στην Κορέα

Ο πιο σωστός όρος για αυτό το σύστηµα που εξαλείφει τα όρια ανάµεσα στο Μεγάλο Κράτος και στις Μεγάλες Επιχειρήσεις δεν είναι «φιλελεύθερο»,  «συντηρητικό” ή «καπιταλιστικό», αλλά «κορπορατικό». Τα κύρια χαρακτηριστικά γνωρίσµατα αυτού του συστήµατα; είναι η µεταβίβαση του δηµόσιου  πλούτου σε ιδιωτικά χέρια (που συχνά συνοδεύεται από την εκτόξευση του δηµόσιου χρέους), το διαρκώς διευρυνόµενο χάσµα ανάµεσα στους ζάπλουτους  και στους αναλώσιµους φτωχούς και ένας επιθετικός εθνικισµός, που δικαιολογεί απεριόρισrες δαπάνες για την ασφάλεια. Για όσους βρίσκονται µέσα  στη φυσαλίδα του τεράστιου πλούτου που δηµιουργεί αυτός ο διακανονισµός  δεν µπορεί να υπάρξει πιο επικερδής τρόπος οργάνωσης της κοινωνίας.  Όµως, εξαιτίας των προφανών µειονεκτηµάτων για τη συντριπτική πλειονότητα του πληθυσµού που βρίσκεται έξω από αυτή τη φυσαλίδα, στα υπόλοιπα χαρακτηριοτικά γνωρίσµατα του κορπορατικού κράτους συγκαταλέγονται  η επιθετική παρακολούθηση (µε τις κυβερνήσεις και τις µεγάλες εταιρείες να  αλληλοβοηθιούνται µέσω της υπογραφής συµβάσεων), οι µαζικές φυλακίσεις,  η συρρίκνωση των ατοµικών ελευθεριών και συχνά αλλά όχι πάντα τα βασανιστήρια.

Τα Βασανιστήρια ως µεταφορά

πό τη Χιλή µέχρι την Κίνα και το Ιράκ, τα βασανιστήρια υπήρξαν ο σιωπηλός εταίρος στη σταυροφορία για µια παγκόσµια ελεύθερη αγορά. Όµως τα  βασανιστήρια είναι κάτι περισσότερο από ένα εργαλείο που χρησιµοποιείται  για να επιβληθούν ανεπιθύµητες πολιτικές σε εξεγερµένους ανθρώπους είναι  επίσης µια µεταφορά για την υποκείµενη λογική του δόγµατος του σοκ.

Τα βασανιστήρια, ή «πιεστική ανάκριση» στη γλώσσα της CIA, είναι µια  σειρά από τεχνικές που έχουν σχεδιαστεί για να προκαλούν στoυς κρατούµενους µια κατάσταση έντονου αποπροσανατολισµού και σοκ, µε σκοπό να υποχρεωθούν να προβούν σε οµολογίες παρά τη θέλησή τους. Η κατευθυντήρια  λογική που διέπει τα βασανιστήρια έχει αναπτυχθεί διεξοδικά σε δύο εγχειρίδια της CIA τα οποία αποχαρακτηρίστηκαν ως προς το απόρρητο στα τέλη της  δεκαετίας του 1990. Σε αυτά εξηγείται ότι ο τρόπος για να σπάσουν «ανθεκτικές πηγές πληροφοριών» είναι να προκληθεί µια βίαιη ρήξη ανάµεσα στους  κρατούµενους και στην ικανότητά τους να κατανοούν τον κόσµο που τους περιβάλλει. Στην αρχή οι αισθήσεις απoστερoύνται κάθε εξωτερικό ερέθισµα  (µε κουκούλες, ωτασπίδες, δεσµά, απόλυτη αποµόνωση), ενώ στη συνέχεια το σώµα βοµβαρδίζεται µε εξαιρετικά έντονα ερεθίσµατα (στροβοσκοπικά φώτα, εκκωφαντική µουσική, ξυλοδαρµούς, ηλεκτροσόκ).

Ο σκοπός αυτού του σταδίου της «εξασθένισης των αντιστάσεων. είναι η  πρόκληση ενός είδους καταιγίδας στον ανθρώπινο νου: Οι κρατούµενοι εξωθούνιαι σε ψυχολογική παλινδρόµηση και φοβούνται τόσο πολύ, ώστε δεν µπορούν πλέον να σκεφτούν ορθολογικά ή να προστατέψουν τον εαυτό τους. Όταν  βρεθούν σε αυτή την κατάσταση σοκ, οι περισσότεροι δίνουν στους ανακριτές  τους ό,τι τους ζητήσουν: πληροφορίες, οµολογίες, αποκήρυξη των προηγούµενων πεποιθήσεών τους.

Όπως εξηγείται συνοπτικά σε ένα από τα εγχειρίδια  της CIA: «Υπάρχει ένα µεσοδιάστηµα που ενδέχεται να είναι εξαιρετικά σύντοµο αναστολής της ζωτικότητας, ένα είδος ψυχολογικού σοκ ή παράλυσης.  Προκαλείται από µια τραυµατική ή υποσυνείδητα τραυµατική εµπειρία, η  οποία καταλύει τόσο τον κόσµο που είναι οικείος στον ύποπτο όσο και την εικόνα που έχει για τον εαυτό του µέσα σε αυτό τον κόσµο. Οι πεπειραµένοι ανακριτές αναγνωρίζουν αυτό το φαινόµενο όταν εµφανίζεται και γνωρίζουν ότι  αυτή είναι η στιγµή που η πηγή πληροφοριών είναι περισσότερο ανοιχτή σε  υποδείξεις, συνεπώς πολύ πιο πιθανό να συµµορφωθεί από ό,τι πριν βιώσει το  σοκ».

Το δόγµα του σοκ µιµείται επακριβώς αυτή τη διαδικασία και προσπαθεί  να επιτύχει σε µαζική κλίµακα ό,τι επιτυγχάνουν τα βασανιστήρια κατά τη  διάρκεια της ανάκρισης ενός ατόµου.

Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγµα ήταν  το σοκ της 11ης Σεπτεµβρίου, όταν για εκατοµµύρια ανθρώπους διερράγη «ο  κόσµος που τους ήταν οικείος» και ξεκίνησε µια περίοδος αποπροσανατολισµού και ψυχολογικής παλινδρόµησης, την οποία η κυβέρνηση Μπους εκµεταλλεύτηκε µε µεγάλη επιδεξιότητα. Ξαφνικά βρεθήκαµε να ζούµε σε ένα είδος «Έτους Μηδέν», οπότε οτιδήποτε γνωρίζαµε για τον κόσµο µέχρι τότε  έπρεπε να απορριφθεί ως «τρόπος σκέψης προ της 11ης Σεπτεµβρίου». Καθώς η γνώση της ιστορίας δεν ήταν ποτέ το δυνατό σηµείο µας, οι Βορειοαµερικανοί µετατραπήκαµε σε «άγραφο χαρτί», µια «λευκή σελίδα» στην οποία  µπορούσαν «να γραφτούν οι πιο καινούριες και όµορφες λέξεις», όπως συνήθιζε να λέει ο Μάο για το λαό του. Μια νέα στρατιά ειδικών άρχισαν αµέσως  να γράφουν καινούριες και όµορφες λέξεις στο δεκτικό καµβά του µετατραυµατικού συνειδητού µας: «σύγκρουση πολιτισµών», «άξονας του κακού», «ισλαµοφασισµός, «εθνική ασφάλεια». Καθώς όλοι είχαν στραµµένη την προσοχή τους στους θανάσιµους νέους πολιτισµικούς πολέµους, η κυβέρνηση Μπους  κατάφερε να πραγµατοποιήσει όσα µπορούσε µόνο να οραµατίζεται πριν από την 11η Σεπτεµβρίου: τη διεξαγωγή ιδιωτικοποιηµένων πολέµων στο εξωτερικό και την οικοδόµηση ενός εταιρικού συµπλέγµατος ασφάλειας στις ΗΠΑ.

Το δόγµα του σοκ λειτουργεί ως εξής: Η αρχική καταστροφή (ένα πραξικόπηµα, µια τροµοκρατική επίθεση, µια κατάρρευση των αγορών, ένας πόλεµος, ένα τσουνάµι, ένα τυφώνας) εξωθεί ολόκληρο τον πληθυσµό σε µια κατάσταση συλλογικού κλονισµού. Οι βόµβες που πέφτουν από τον ουρανό, τα τροµοκρατικά χτυπήµατα, οι θυελλώδεις άνεµοι χρησιµεύουν για να εξασθενήσουν οι αντιστάσεις ολόκληρων κοινωνιών, όπως ακριβώς η εκκωφαντική µουσική και οι ξυλοδαρµοί εξασθενίζουν τις αντιστάσεις των κρατουµένων στα κελιά των βασανιστηρίων. Και όπως οι τροµοκρατηµένοι κρατούµενοι προδίδουν  τα ονόµατα των συντρόφων τους και αποκηρύσσουν τα πιστεύω τους, έτσι και  οι κοινωνίες που βρίσκονται σε κατάσταση σοκ παραιτούνται συχνά από όσα  θα υπερασπίζονταν σθεναρά υπό διαφορετικές συνθήκες.

Ο Τζαµάρ Πέρι και  οι υπόλοιποι πληγέντες στον καταυλισµό του Μπατόν Ρουζ αναµενόταν, θεωρητικά, να παραιτηθούν από τα προγράµµατα κοινωνικής στέγης και τη δηµόσια παιδεία. Μετά το τσουνάµι οι ψαράδες της Σρι Λάνκα αναµενόταν, θεωρητικά, να παραδώσουν την πολύτιµη παραθαλάσσια γη τους στους ξενοδόχους. Και οι Ιρακινοί, αν όλα είχαν εξελιχτεί σύµφωνα µε το σχέδιο, αναµενόταν, θεωρητικά, να είναι τόσο συγκλονισµένοι και τροµοκρατηµένοι, ώστε να  παραδώσουν τον έλεγχο των πετρελαϊκών κοιτασµάτων τους, τις κρατικές εταιρείες τους και την εθνική κυριαρχία τους στις ΗΠΑ και να αποδεχτούν την  ύπαρξη στρατιωτικών βάσεων και πράσινων ζωνών στη χώρα τους.

Το µεγάλο ψέµα

το χείµαρρο των εγκωµίων που γράφτηκαν όταν πέθανε ο Μίλτον Φρίντµαν  σπάνια αναφέρεται ο ρόλος των σοκ και των κρίσεων στην προώθηση της κοσµοθεωρίας του. Αντίθετα, ο θάνατός του αποτέλεσε µια ευκαιρία για να ξαναειπωθεί η επίσηµη ιστορία του πώς ο ακραίος καπιταλισµός που ταυτίστηκε µε το όνοµά του µετατράπηκε στην επίσηµη κρατική ορθοδοξία σε κάθε  σχεδόν γωνιά του πλανήτη. Πρόκειται όχι µόνο για µια παραµυθένια εκδοχή  της ιστορίας, από την οποία έχουν διαγραφεί η βία και ο καταναγκασµός που  ήταν στενά συνδεδεµένα µε τη σταυροφορία του, αλλά και για το πιο επιτυχηµένο προπαγανδιστικό εγχείρηµα των τελευταίων τριών δεκαετιών. Η επίσηµη αυτή ιστορία έχει, σε γενικές γραµµές, ως εξής:

Ο Φρίντµαν αφιέρωσε ολόκληρη τη ζωή του σε έναν ειρηνικό πόλεµο ιδεών εναντίον όσων πιστεύουν ότι οι κυβερνήσεις έχουν την υποχρέωση να παρεµβαίνουν για να αµβλύνουν τις αιχµηρές γωνίες των αγορών. Πίστευε ότι η  ιστορία «παρεξέκλινε από το σωστό δρόµο» όταν οι πολιτικοί άρχισαν να ακούν  τον Τζον Μέιναρντ Κέινς, το διανοούµενο που υπήρξε ο αρχιτέκτονας του Νιου  Ντιλ και του σύγχρονου κράτους πρόνοιας.

Το κραχ του 1929 οδήγησε στην κοινά αποδεκτή άποψη ότι το lαissezfαire  είχε αποτύχει και ότι οι κυβερνήσεις έπρεπε να παρεµβαίνουν στην οικονοµία  για να αναδιανέµουν τον πλούτο και να επιβάλλουν περιορισµούς στις εταιρείες. Στη διάρκεια αυτών των ζοφερών για το lαissez-fαire ηµερών, όταν ο κοµουνισµός κατακτούσε την Ανατολή, το κράτος πρόνοιας υιοθετούνταν από τη  Δύση και ο οικονοµικός εθνικισµός ρίζωνε στο µεταποικιακό Νότο, ο Φρίντµαν  και ο µέντοράς του Φρίντριχ Χάγεκ προστάτευαν υποµονετικά τη φλόγα µιας  ανόθευτης εκδοχής του καπιταλισµού, η οποία δεν είχε κηλιδωθεί από τις κεϊνσιανικές προσπάθειες να χρησιµοποιείται ο συλλογικός πλούτος για να οικοδοµούνται πιο δίκαιες κοινωνίες.

«Κατά τη γνώµη µου, το µείζον λάθος [ … ] είναι να πιστεύουµε πως είναι  εφικτό να κάνουµε το καλό µε τα χρήµατα των άλλων», έγραψε το 1975 ο Φρίντµαν σε µια επιστολή του στον Πινοτσετ. Ελάχιστοι άκουγαν τις υποδείξεις  του. Οι περισσότεροι άνθρωποι συνέχιζαν να επιµένουν ότι οι κυβερνήσεις  µπορούσαν και έπρεπε να κάνουν το καλό. Το 1969 το περιοδικό Time περιέγραφε απαξιωτικά τον Φρίντµαν ως «έναν καλικάντζαρο ή ένα παράσιτο», ενώ  ήταν ελάχιστοι όσοι τον τιµούσαν ως προφήτη.

Τη δεκαετία του 1980, και αφού ο Φρίντµαν είχε περάσει δεκαετίες σε µια  διανοητική έρηµο, ανέβηκαν στην εξουσία η Μάργκαρετ Θάτσερ (που είπε για  τον Φρίντµαν ότι ήταν «ένας πνευµατικός µαχητής της ελευθερίας») και ο Ρόναλντ Ρέιγκαν (που στη διάρκεια της προεκλογικής του εκστρατείας είχε µαζί  του ένα αντίτυπο του Cαpitalism and Freedom, του ιδεολογικού µανιφέστου του  Φρiντµαν).” Επιτέλους, υπήρχαν πολιτικοί ηγέτες που είχαν το θάρρος να επιβάλουν τις χωρίς περιορισµούς ελεύθερες αγορές στον πραγµατικό κόσµο. Σύµφωνα µε την επίσηµη ιστορία, αφού ο Ρέιγκαν και η Θάτσερ απελευθέρωσαν  ειρηνικά και δηµοκρατικά τις αγορές των χωρών τους, η ελευθερία και η ευηµερία που επακολούθησαν ήταν τόσο έκδηλα επιθυµητές, ώστε, όταν άρχισαν  να ανατρέπονται η µια µετά την άλλη οι δικτατορίες από τη Μανίλα µέχρι το  Βερολίνο, οι µάζες να απαιτούν την εφαρµογή της οικονοµικής πολιτικής του  Ρέιγκαν προκειµένου να µπορούν να απολαύσουν τα Big Mac τους

Όταν τελικά κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση, οι λαοί της «αυτοκρατορίας  του κακού» επίσης αδηµονούσαν να εφαρµοστεί η επανάσταση του Φρίντµαν,  όπως εξάλλου και οι κοµουνιστέςπουµεταλλάχτηκανσεκαπιταλιστές στην  Κίνα. Αυτό σήµαινε ότι δεν είχε αποµείνει κανένα εµπόδιο στο δρόµο προς  µια πραγµατικά παγκόσµια ελεύθερη αγορά, στο πλαίσιο της οποίας οι εταιρείες δε θα ήταν ελεύθερες µόνο στις χώρες τους, αλλά θα µπορούσαν να διασχίζουν τα σύνορα χωρίς περιορισµούς, φέρνοντας ευηµερία σε όλο τον κόσµο. Υπήρχε πλέον µια διπλή συναίνεση όσον αφορά το πώς έπρεπε να είναι  οργανωµένη η κοινωνία: Οι πολιτικοί ηγέτες έπρεπε να εκλέγονται και οι οικονοµίες έπρεπε να λειτουργούν σύµφωνα µε τους κανόνες του Φρίντµαν.  Επρόκειτο, όπως έχει γράψει ο Φράνσις Φουκουγιάµα, για «το τέλος της ιστορίαq”  «το καταληκτικό σηµείο της ιδεολογικής εξέλιξης του ανθρώπινου είδους»”.

Όταν πέθανε ο Φρίντµαν, το περιοδικό Fortune έγραψε ότι «το ρεύµα της ιστορίας ήταν µαζί του» σε ένα ψήφισµα του Κογκρέσου των ΗΠΑ  εγκωµιαζόταν ως «ένας από τους σηµαντικότερους υπέρµαχους της ελευθερίας όχι µόνο στην οικονοµία αλλά εν γένει» ο κυβερνήτης της Καλιφόρνια  Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ ανακήρυξε την 29η Ιανουαρίου 2007 «Ηµέρα Μίλτον Φρίντµαν», ενώ το ίδιο έκαναν πολλές πόλεις. Ένας πρωτοσέλιδος τίτλος  στη Wαll Street Journαl συγκεφαλαίωνε όλη αυτή τη µεθοδική αγιογραφία: «Ο  Άνθρωπος της Ελευθερίας».

Το βιβλίο αυτό αµφισβητεί τον πιο κεντρικό και λατρεµένο ισχυρισµό της επίσηµης ιστορίας: ότι ο θρίαµβος του απορρυθµισµένου καπιταλισµού σήµαινε  τη γέννηση της ελευθερίας, ότι οι χωρίς περιορισµούς αγορές συµβαδίζουν µε  τη δηµοκρατία. Εγώ θα αποδείξω ότι µαµή αυτής της φονταµενταλιστικής µορφής καπιταλισµού υπήρξαν πάντα οι πιο βίαιες µορφές καταναγκασµού, οι  οποίες επιβλήθηκαν τόσο στο συλλογικό πολιτικό σώµα όσο και σε αναρίθµητα σώµατα µεµονωµένων ατόµων. Η ιστορία της σύγχρονης ελεύθερης αγοράς  που γίνεται ίσως καλύτερα κατανοητή ως άνοδος του κορπορατισµού γράφτηκε µε σοκ.

Το διακύβευµα είναι µεγάλο. Η εταιρική συµµαχία βρίσκεται ήδη καθ’ οδόν  προς την κατάκτηση και των τελευταίων εδαφών που εποφθαλµιά: των κλειστών πετρελαϊκών οικονοµιών του αραβικού κόσµου και των τοµέων εκείνων  των Δυτικών οικονοµιών που προστατεύονται εδώ και χρόνια από την κερδοσκοπία  συµπεριλαµβανοµένων της ανταπόκρισης σε καταστροφές και της συγκρότησης στρατών. Καθώς δεν µπορεί να βρεθεί κανένα πρόσχηµα προκειµένου να εξασφαλιστεί η κοινωνική συναίνεση για την ιδιωτικοποίηση αυτών των τόσο σηµαντικών τοµέων, είτε εντός είτε εκτός της χώρας, η κλιµάκωση της βίας και οι ολοένα µεγαλύτερες καταστροφές αποτελούν αναγκαίες  προϋποθέσεις για να επιτευχθεί ο στόχος. Ωστόσο, επειδή ο καθοριστικός ρόλος που διαδραµατίζουν τα σοκ και οι κρίσεις έχει επιµελώς παραλειφθεί από  το επίσηµο ιστορικό αρχείο της ανόδου των ελεύθερων αγορών, οι ακραίες τακτικές που εφαρµόστηκαν στο Ιράκ και στη Νέα Ορλεάνη αποδίδονται συχνά,  λανθασµένα, στην άνευ προηγουµένου ανικανότητα και στην ευνοιοκρατία που  επικρατούσε στο Λευκό Οίκο επί Προεδρίας Μπους. Στην πραγµατικότητα, τα  επιτεύγµατα του Μπους αντιπροσωπεύουν απλώς την τερατωδώς βίαιη και δηµιουργική αποκορύφωση µιας εκστρατείας πενήντα ετών για την ολοκληρωτική απελευθέρωση των εταιρειών.

Πρέπει να αντιµετωπίζουµε µε πολύ µεγάλη προσοχή κάθε προσπάθεια να  θεωρηθεί κάποια ιδεολογία υπεύθυνη για τα εγκλήµατα που διέπραξαν οι οπαδοί της. Είναι πολύ εύκολο να ισχυριζόµαστε ότι αυτοί µε τους οποίους διαφωνούµε όχι απλώς κάνουν λάθος, αλλά είναι τύραννοι, φασίστες, δολοφόνοι που  διαπράττουν γενοκτονίες. Ωστόσο αληθεύει εξίσου ότι µερικές ιδεολογίες συνιστούν κίνδυνο για την κοινωνία, και οφείλουµε να αναγνωρίζουµε ότι είναι  επικίνδυνες. Πρόκειται για κλειστά, φονταµενταλιστικά δόγµατα που δεν µπορούν να συνυπάρχουν µε άλλα συστήµατα πεποιθήσεων, καθώς οι οπαδοί τους  απορρίπτουν τη διαφορετικότητα και απαιτούν να έχουν τα χέρια τους ελεύθερα για να επιβάλουν το τέλειο σύστηµά τους. Ο κόσµος όπως είναι πρέπει  να ισοπεδωθεί, ώστε να ανοίξει ο δρόµος για το ανόθευτο επινόηµά τους. Καθώς έχει τις ρίζες της στις βιβλικές φαντασιώσεις των σαρωτικών κατακλυσµών  και των µεγάλων πυρκαγιών, πρόκειται για µια λογική που οδηγεί αναπόφευκτα στη βία. Οι ιδεολογίες που λαχταρούν µια «λευκή σελίδα», η οποία µπορεί να επιτευχθεί µόνο µέσω κάποιου είδους κατακλυσµού, είναι επικίνδυνες.

Συνήθως είναι τα ακραία θρησκευτικά και φυλετικά συστήµατα ιδεών που  απαιτούν να αφανιστούν ολόκληροι λαοί και πολιτισµοί προκειµένου να εκπληρωθεί ένα εξαγνισµένο όραµα για τον κόσµο. Ωστόσο µετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης υπάρχει µεγάλος συλλογικός προβληµατισµός σχετικά µε τα τεράστια εγκλήµατα που διαπράχθηκαν εν ονόµατι του κοµουνισµού. Τα σοβιετικά αρχεία άνοιξαν για τους ερευνητές προκειµένου να γίνει  καταµέτρηση των νεκρών  όσων πέθαναν εξαιτίας των καταναγκαστικών λιµών, όσων έχασαν τη ζωή τους στα στρατόπεδα εργασίας, όσων δολοφονήθηκαν. Η διαδικασία πυροδότησε µια έντονη διαµάχη σε όλο τον κόσµο για το  αν πολλές από αυτές τις φρικαλεότητες απέρρεαν από την ίδια την κοµουνιστική ιδεολογία ή αν οφείλονταν στη διαστρέβλωσή της από ανθρώπους όπως  ο Στάλιν, ο Τσαουσέσκου, ο Μάο και ο Πολ Ποτ.

«Ηταν ο κοµουνισµός µε σάρκα και οστά που επέβαλε την ολοκληρωτική  καταπίεση, η οποία κορυφώθηκε µε το βασίλειο του τρόµου που εγκαθίδρυσε  το κράτος, γράφει ο Στεφάν Κουρτουά, ένας από τους συγγραφείς του Black  Book οf Communism [Η Μαύρη Βίβλος του Κοµουνισµού, Βιβλιοπωλείο της Εστίας,  2001]. «Είναι η ιδεολογία άµοιρη ευθυνών;». Ασφαλώς και δεν είναι. Αυτό  όµως δε σηµαίνει ότι όλες οι µορφές του κοµουνισµού προάγουν εγγενώς τη  γενοκτονία, όπως περιχαρείς ισχυρίστηκαν µερικοί. Ωστόσο είναι βέβαιο ότι  ήταν µια ερµηνεία της κοµουνιστικής θεωρίας, δογµατική, αυταρχική και µε  απόλυτη περιφρόνηση προς την πολυφωνία, που οδήγησε στις σταλινικές εκκαθαρίσεις και στα στρατόπεδα αναµόρφωσης του Μάο. Ο αυταρχικός κοµουνισµός είναι και θα πρέπει να µείνει για πάντα στιγµατισµένος από αυτά τα  εργαστηριακά πειράµατα που έγιναν σε συνθήκες πραγµατικού κόσµου.

Ισχύει όµως το ίδιο και για τη σηµερινή σταυροφορία για την απελευθέρωση των παγκόσµιων αγορών; Τα πραξικοπήµατα, οι πόλεµοι και οι σφαγές  προκειµένου να επιβληθούν και να διατηρηθούν καθεστώτα µε ευνοϊκή προδιάθεση προς τον κορπορατισµό δεν αντιµετωπίστηκαν ποτέ ως εγκλήµατα  του καπιταλισµού, αλλά, αντίθετα, καταγράφτηκαν ως υπερβολές µανιακών  δικτατόρων, ως θερµά µέτωπα του Ψυχρού Πολέµου στο παρελθόν και του πολέµου της τροµοκρατίας σήµερα. Αν οι πιο ένθερµοι αντίπαλοι του κορπορατικού οικονοµικού µοντέλου εξολοθρεύονται συστηµατικά, είτε στην Αργεντινή τη δεκαετία του 1970 είτε στο Ιράκ σήµερα, η καταστολή αυτή ερµηνεύεται ως η βρώµικη όψη του αγώνα εναντίον του κοµουνισµού ή της τροµοκρατίας  και σχεδόν ποτέ ως µια αναπόσπαστη πλευρά του αγώνα για την προώθηση του ανόθευτου καπιταλισµού.

Δεν υποστηρίζω ότι όλες οι µορφές του συστήµατος της αγοράς είναι εγγενώς βίαιες. Είναι εφικτό να υπάρχει µια οικονοµία βασισµένη στην αγορά η  οποία δεν προϋποθέτει µια τέτοια βιαιότητα και δεν απαιτεί µια τέτοια ιδεολογική καθαρότητα. Μια ελεύθερη αγορά καταναλωτικών προϊόντων µπορεί  να συνυπάρχει µε τη δωρεάν ιατροφαρµακευτική περίθαλψη, µε τη δηµόσια  παιδεία, µε τον έλεγχο ενός µεγάλου µέρους της οικονοµίας (όπως µιας εθνικής πετρελαϊκής βιοµηχανίας) από το κράτος. Είναι εξίσου εφικτό να υποχρεώνονται οι εταιρείες να πληρώνουν αξιοπρεπείς µισθούς και να σέβονται το δικαίωµα των εργαζοµένων να συνδικαλίζονται, αλλά και να µπορούν οι κυβερνήσεις να φορολογούν και να αναδιανέµουν τον πλούτο έτσι ώστε να µειώνονται οι µεγάλες ανισότητες που χαρακτηρίζουν το κορπορατικό κράτος. Δεν  είναι αναγκαίο οι αγορές να είναι φονταµενταλιστικές.

Μάρξ, Κέινς

Ο Κέινς είχε προτείνει αυτήν ακριβώς τη µεικτή, ρυθµισµένη οικονοµία µετα την  Μεγάλη Ύφεση. Επρόκειτο για µια επανάσταση στη δηµόσια πολιτική,  η οποία γέννησε το Νιου Ντιλ και παρόµοιες µεταρρυθµίσεις σε όλο τον κόσµο. Και ήταν ακριβώς αυτό το σύστηµα συµβιβασµών, ελέγχων και ισορροπιών που η αντεπανάσταση του Φρίντµαν άρχισε να διαλύει µεθοδικά από χώρα σε χώρα. Ιδωµένος από αυτή την οπτική γωνία, ο καπιταλισµός της Σχολής  του Σικάγου έχει όντως κάτι κοινό µε άλλες επικίνδυνες ιδεολογίες: το χαρακτηριστικό πόθο για µια ανέφικτη καθαρότητα, για µια «λευκή σελίδα» πάνω  στην οποία θα γραφτεί ένα αναδιαµορφωµένο κοινωνικό µοντέλο.

Αυτός ο πόθος απόκτησης θεϊκών δυνάµεων για µια εκ νέου απόλυτη δηµιουργία είναι ακριβώς ο λόγος για τον οποίο οι ιδεολόγοι της ελεύθερης αγοράς έλκονται από τις κρίσεις και τις καταστροφές. Η µη Αποκαλυπτική πραγµατικότητα απλώς δεν προάγει τις φιλοδοξίες τους. Για τριάντα χρόνια η ζωογόνος πνοή της αντεπανάστασης του Φρίντµαν ήταν η έλξη προς ένα είδος  ελευθερίας και δυνατοτήτων που είναι διαθέσιµες µόνο σε περιόδους κατακλυσµιαίων αλλαγών, όταν βγαίνουν από τη µέση οι άνθρωποι µε τις πεισµατικές  συνήθειές τους και τα επίµονα αιτήµατά τους, µόνο σε στιγµές που η δηµοκρατία µοιάζει να είναι πρακτικά ανέφικτη.

Όσοι ασπάζονται το δόγµα του σοκ είναι πεπεισµένοι ότι µόνο µια µεγάλη ρήξη (µια πληµµύρα, ένας πόλεµος, µια τροµοκρατική επίθεση) µπορεί να  τους εξασφαλίσει το είδος του µεγάλου λευκού καµβά που ποθούν. Και είναι  ακριβώς αυτές τις καθοριστικές στιγµές, όταν ψυχολογικά είµαστε έρµαια και  σωµατικά ξεριζωµένοι, που αυτοί οι δεξιοτέχνες της χειραγώγησης της πραγµατικότητας απλώνουν τα χέρια τους και αρχίζουν να αναπλάθουν τον κόσµο.

(39)

ΜΕΡΟΣ

ΔΥΟ ΔΟΚΤΟΡΕΣ ΤΟΥ ΣΟΚ

ΕΡΕΥΝΑ ΚΑΙ ΑΝΑΠΤΥΞΗ

`

«Θα σας στύψουµε µέχρι να αδειάσετε και µετά

θα σας ξαναγεµίσουµε µε τους εαυτούς µας».

Τζορτζ Όργουελ, 1984

`

` «Η Βιοµηχανική Επανάσταση ήταν απλώς η αρχή

µιας επανάστασης πιο ακραίας και ριζοσπαστικής από οποιαδήποτε

είχε φλογίσει ποτέ µέχρι τότε το νου των εκάστοτε αιρετικών,

όµως τα προβλήµατα µπορούσαν να επιλυθούν δεδοµένης

της απεριόριστης ποσότητας υλικών αγαθών».

Καρλ Πολάνιι, The Great Transformation

[Ο Μεγάλος Μετασχηµατισµός, Νησίδες, 2001]

`

ΤΟ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΤΩΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΩΝ

O ΓΟΥΕΝ ΚΑΜΕΡΟΝ, Η CIA ΚΑΙ Η ΜΑΝΙΩΔΗΣ ΕΠΙΔΙΩΞΗ ΝΑ ΑΠΟΔΟΜΗθΕΙ ΚΑΙ ΝΑ ΑΝΑΠΛΑΣΤΕΙ Ο ΑΝΘΡΩΠIΝΟΣ ΝΟΥΣ

`

«Ο νους τους µοιάζει µε άγραφο χαρτί   πάνω στο οποίο µπορούµε να γράψουµε».

Δρ. Σίριλ Τζ. Κ. Κένεντι και δρ. Ντέιβιντ Άνσελ

για τα πλεονεκτήµατα της θεραπείας µε ηλεκτροσόκ, 1948

`

«Πήγα στο σφαγείο για να παρατηρήσω την  αποκαλούµενη «ηλεκτρική σφαγή» και είδα ότι  έσφιγγαν τα µηνίγγια των γουρουνιών µε µεγάλες µεταλλικές λαβίδες που ήταν συνδεδεµένες µε ηλεκτρικό ρεύµα (125 βολτ). Όταν ολοκληρωνόταν το σφίξιµο των λαβίδων,  τα γουρούνια έπεφταν αναίσθητα, µε το  σώµα άκαµπτο, και στη συνέχεια συγκλονίζονταν  από σπασµούς, όπως τα σκυλιά που χρησιµοποιούµε στα πειράµατά µας. Στο διάστηµα που είχαν χάσει τις αισθήσεις τους (επιληπτικό κώµα) ο σφαγέας µαχαίρωνε τα ζώα χωρίς καµία δυσκολία».

`

Ούγκο Τσερλέτι, ψυχίατρος, περιγράφοντας

πώς «επινόησε» τη θεραπεία µε ηλεκτροσόκ, 1954

`

Δε µιλάω πια σε δηµοσιογράφους», µου λέει µια φωνή γεµάτη ένταση από την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραµµής. «Τι θέλεις;»

Σκέφτοµαι ότι έχω περίπου είκοσι δευτερόλεπτα στη διάθεσή µου και ότι  δε θα είναι εύκολο. Πώς να εξηγήσω σιην Γκέιλ Κάστνερ τι θέλω, πώς να της αφηγηθώ εν συντοµία το ταξίδι που µε οδήγησε σε αυτή;

Η αλήθεια φαντάζει τόσο παράξενη: «Γράφω ένα βιβλίο για το σοκ. Για το πώς οι χώρες υφίστανται σοκ: από πολέµους, τροµοκρατικές επιθέσεις, πραξικοπήµατα και φυσικές καταστροφές. Και σιη συνέχεια πώς υφίστανται ένα ακόµα σοκ: από εταιρείες και πολιτικούς οι οποίοι εκµεταλλεύονται το φόβο και τον αποπροσανατολισµό που προκάλεσε το πρώτο σοκ για να προωθήσουν µια οικονοµική θεραπείασοκ. Αλλά και για το πώς οι άνθρωποι που αντιστέκονται σε αυτές τις πολιτικές υφίστανται, αν είναι αναγκαίο, ένα τρίτο σοκ: από αστυνοµικούς, στρατιωτες και ανακριτές. Θέλω να σου µιλήσω επειδή, κατά τη γνώµη µου, είσαι ανάµεσα στους ανθρώπους που έχουν υποστεί το πιο ισχυρό σοκ και επιβίωσαν, αφού είσαι µια από τους ελάχισιες επιζήσαντες των µυστικων πειραµάτων που έκανε η CIΑ πάνω στα ηλεκτροσόκ και άλλες “ειδικές ανακριτικές τεχνικές”. Έχω λόγους να πιστεύω ότι όσα έµαθαν από τα πειράµατα που έγιναν πάνω σου τη δεκαετία του 1950 στο Πανεπιστήµιο Μακγκίλ τα εφαρµόζουν σήµερα στους  κρατούµενους στον κόλπο του Γκουαντάναµο και στο Άµπου Γκράιµπ».

Όχι, δεν µπορώ να της δώσω αυτή την απάντηση. Περιορίζοµαι, λοιπόν, στο να πω:

«Ταξίδεψα πρόσφατα στο Ιράκ και προσπαθώ να καταλάβω το ρόλο που παίζουν τα βασανιστήρια που γίνονται εκεί. Μας είπαν ότι ο σκοπός των βασανιστηρίων είναι η απόσπαση πληροφοριών, αλλά έχω την αίσθηση ότι δεν είναι µόνο αυτός. Πιστεύω ότι τα βασανιστήρια έχουν επίσης σχέση µε την προσπάθεια να οικοδοµηθεί ένα νέο µοντέλο διακυβέρνησης, να αποδοµηθεί η σκέψη των ανθρώπων και να αναπλαστεί από το µηδέν».

Όταν µου απαντάει, έπειτα από µια µακριά παύση, η φωνή της έχει διαφορετικό τόνο. Παρόλο που δονείται ακόµα από την ένταση, υπάρχει κάτι σαν … ανακούφιση;

«Μόλις περιέγραψες τι ακριβώς µου έκαναν η CIΑ και ο Γιούεν Κάµερον. Προσπάθησαν να µε διαλύσουν και να µε ξαναφτιάξουν. Όµως δεν τα κατάφεραν».

Σε λιγότερο από είκοσι τέσσερις ώρες χτυπάω την πόρτα του διαµερίσµατος της Γκέιλ Κάσινερ, σε µια γκρίζα και παλιά πολυκατοικία του Μόντρεαλ.

«Είναι ανοιχτά», µου απαντάει µε φωνή που µόλις ακούγεται. Η Γκέιλ µου είχε πει ότι θα άφηνε την πόρτα ξεκλείδωτη, επειδή δυσκολεύεται να στέκεται όρθια: Ο πόνος από τα µικροσκοπικά κατάγµατα σιη σπονδυλική της στήλη αυξάνεται µε τα χρόνια εξαιτίας της αρθρίτιδας. Ο πόνος στην πλάτη της δεν είναι το µοναδικό ενθύµιο από τις εξήντα τρεις φορές που εκατόν πενήντα µε διακόσια βολτ ηλεκτρικού ρεύµατος διαπέρασαν τους µετωπιαίους λοβούς του εγκεφάλου της, ενώ οι βίαιες συσπάσεις του σώµατός της πάνω στο τραπέζι προκαλούσαν κατάγµατα, εξαρθρώσεις, αιµατώµατα και σπασίµατα δοντιών.

Η Γκέιλ µε χαιρετάει από την µπλε ανατοµική πολυθρόνα της. Αργότερα θα µάθω ότι µπορεί να τη ρυθµίζει σε είκοσι διαφορετικές θέσεις, και το κάνει ασταµάτητα, σαν φωτογράφος που προσπαθεί να εστιάσει το φακό της µηχανής του. Σε αυτή την πολυθρόνα περνάει τις µέρες και τις νύχτες της, αναζητώντας µια βολική θέση και προσπαθώντας να µην αποκοιµηθεί, ώστε να αποφύγει αυτά που ονοµάζει «τα ηλεκτρικά όνειρά µου». Τότε είναι που βλέπει «αυτόν»: τον δρα Γιούεν Κάµερον, τον από πολλού νεκρό ψυχίατρο που την υπέβαλε στα ηλεκτροσόκ και σε άλλα βασανιστήρια πριν από πολλά χρόνια.

«Χτες το βράδυ µε επισκέφθηκε δύο φορές το Διαπρεπές Τερας», µου λέει µόλις µπαίνω στο διαµέρισµα. «Δε θέλω να σε κάνω να αισθανθείς άσχηµα, αλλά ήταν εξαιτίας του τηλεφωνήµατός σου από το πουθενά, εξαιτίας όλων αυτών των ερωτήσεων που µου έκανες».

Συνειδητοποιώ ότι ίσως να µην είναι καλή ιδέα η παρουσία µου εκεί. Και το αίσθηµα αυτό γίνεται πιο έντονο όταν εξερευνώ µε το βλέµµα µου το διαµέρισµα και αντιλαµβάνοµαι ότι δεν υπάρχει κάποιο σηµείο για να καθίσω. Κάθε σπιθαµή του χώρου είναι καλυµµένη από ετοιµόρροπες στοίβες χαρτιών και βιβλίων, τοποθετηµένων ωστόσο µε κάποιου είδους ταξινοµικό σύστηµα, όπως υποδηλώνουν τα κίτρινα αυτοκόλλητα χαρτάκια που προεξέχουν από τα βιβλία. Η Γκέιλ µου υποδεικνύει το µοναδικό ελεύθερο σηµείο στο δωµάτιο, όπου υπάρχει µια ξύλινη καρέκλα που δεν είχα προσέξει. Όµως πανικοβάλλεται ελαφρώς όταν της λέω ότι χρειάζοµαι λίγο χώρο για το µαγνητοφωνάκι µου. Δεν υπάρχει περίπτωση να το ακουµπήσω στο τραπεζάκι δίπλα στην πολυθρόνα της, όπου είκοσι άδεια πακέτα τσιγάρων Matinee Regular σχηµατίζουν µια τέλεια πυραµίδα. (Η Γκέιλ µε είχε προειδοποιήσει στο τηλέφωνο ότι είναι µανιώδης καπνίστρια: «Λυπάµαι, αλλά καπνίζω. Επίσης, δεν τρώω υγιεινά. Είµαι χοντρή και καπνίζω. Ελπίζω να µη σε ενοχλεί».) Τα πακέτα µοιάζουν σαν η Γκέιλ να έχει βάψει µαύρο το εσωτερικό τους, αλλά, κοιτώντας πιο προσεκτικά, συνειδητοποιώ ότι είναι καλυµµένα από πυκνογραµµένα µικροσκοπικά γράµµατα: ονόµατα, αριθµούς, χιλιάδες λέξεις.

Όση ώρα µιλάµε, η Γκέιλ σκύβει συχνά για να σηµειώσει κάτι σε ένα κοµμάτι χαρτί ή σε ένα πακέτο τσιγάρων «Μια σημείωση προς τον εαυτό μου, διαφορετικά δε θα το θυμάμαι», μου εξηγεί. Για εκείνη, τα όσα γράφει σε κομματάκια χαρτιού και σε πακέτα τσιγάρων είναι κάτι περισσότερο από ένα ασυνήθιστο σύστημα αρχειοθέτησης. Είναι η ίδια της η μνήμη.

Σε ολόκληρη την ενήλικη ζωή της το μυαλό της Γκέιλ την πρόδιδε: Τα γεγονότα εξατμίζονται ακαριαία, οι αναμνήσεις της (οι ελάχιστες που έχει) μοιάζουν με διάσπαρτα φωτογραφικά στιγμιότυπα. Μερικές φορές θυμάται όλες τις λεπτομέρειες ενός συμβάντος («θραύσματα μνήμης» τα αποκαλεί), αν όμως τη ρωτήσεις για τη χρονική στιγμή που αυτό έλαβε χώρα, ενδέχεται να πέσει έξω μέχρι και δύο δεκαετίες. «Το 1968», λέει, για να σπεύσει αμέσως να διορθώσει τον εαυτό της: «’Οχι, ήταν το 1983». Για αυτόν ακριβώς το λόγο καταγράφει τα πάντα, ως μια απόδειξη ότι όντως έζησε. Στην αρχή μού ζητάει συγνώμη για την ακαταστασία που επικρατεί στο διαμέρισμά της, όμως αργότερα μου λέει: «Αυτός φταίει! Αυτό το διαμέρισμα είναι μέρος των βασανιστηρίων!».

Για πολλά χρόνια η Γκέιλ δεν μπορούσε να εξηγήσει την αδύναμη μνήμη της, καθώς και πολλά άλλα ιδιοσυγκρασιακά χαρακτηριστικά της. Για παράδειγμα, δεν ήξερε για ποιο λόγο κυριευόταν από ανεξέλεγκτο πανικό όταν την τίναζε το ρεύμα του ηλεκτρικού διακόπτη που άνοιγε την πόρτα του γκαράζ. Ή για ποιο λόγο τα χέρια της έτρεμαν όταν έβαζε το σεσουάρ στην πρίζα. Το κυριότερο, δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο θυμόταν τα περισσότερα γεγονότα της ενήλικης ζωής της, αλλά σχεδόν τίποτα από την περίοδο πριν γίνει είκοσι ετών. ‘Οταν συναντούσε κάποιον που ισχυριζόταν ότι τη γνώριζε από τα παιδικά της χρόνια, του έλεγε: «Ξέρω ποιος είσαι, αλλά δεν μπορώ να θυμηθώ από πού ακριβώς σε γνωρίζω. Προσποιούμαι».

Η Γκέιλ πίστευε ότι ευθυνόταν η εύθραυστη διανοητική της υγεία. Από τα είκοσι μέχρι τα τριάντα της αγωνιζόταν ενάντια στην κατάθλιψη και στην εξάρτησή της από χάπια, ενώ μερικές φορές οι νευρικοί κλονισμοί της ήταν τόσο σοβαροί, ώστε να πέφτει σε κώμα και να καταλήγει στο νοσοκομείο. Τα περιστατικά αυτά είχαν ως συνέπεια να την αποκηρύξει η οικογένειά της, αφήνοντάς τη τόσο μόνη και απελπισμένη, ώστε για να επιβιώσει έψαχνε στους σκουπιδοτενεκέδες έξω από τα παντοπωλεία.

Ωστόσο υπήρχαν ενδείξεις ότι είχε βιώσει ακόμα πιο τραυματικές εμπειρίες σε νεαρή ηλικία. Προτού η οικογένειά της διακόψει τις σχέσεις μαζί της, η Γκέιλ και η δίδυμη αδερφή της είχαν διαπληκτιστεί αρκετές φορές για τα όσα είχαν συμβεί κατά τη διάρκεια μιας περιόδου που η κατάστασή της ήταν πολύ άσχηµη και η Ζέλντα έπρεπε να την περιποιείται. «Δεν µπορείς να φαντασιείς τι πέρασα», έλεγε η Ζέλντα. «Κατουρούσες στο σαλόνι, βύζαινες τον αντίχειρά σου, µιλούσες σαν µωρό και απαιτούσες να σου δώσω το µπιµπερό του γιου µου. Τέτοια πράγµατα ήµουν αναγκασµένη να ανέχοµαι!». Η Γκέιλ δεν µπορούσε να βγάλει άκρη από τις επικρίσεις της αδερφής της. Κατουρούσε πο πάτωµα; Απαιτούσε το µπιµπερό του ανιψιού της; Δε θυµόταν να έχει κάνει τίποτα από όλα αυτά τα αλλόκοτα πράγµατα.

Κοντά στα πενήντα της η Γκέιλ συνδέθηκε µε τον Τζέικοµπ, έναν άντρα τον οποίο περιγράφει ως «αδελφή ψυχή» της. Ο Τζέικοµπ, που πέθανε περίπου µία δεκαετία πριν, είχε επιβιώσει από το Ολοκαύτωµα και τον απασχολούσε επίσης το ζήτηµα της µνήµης και της απώλειας. Τον προβληµάτιζε ιδιαίτερα το γεγονός ότι η Γκέιλ δε θυµόταν τα νεανικά της χρόνια. «Θα πρέπει να υπάρχει κάποια αιτία», επαναλάµβανε για αυτό το κενό στη ζωή της Γκέιλ.

Η φωτογραφία δείχνει μια ομάδα γιατρών στα σκαλιά του διαβόητου Ορφανοτροφείο του Μόντρεαλ 1960. Στον κύκλο αριστερά προςδεξιά, είναι ο δρ Ewen Cameron (που χρηματοδοτούσε η CIA επικεφαλής της ψυχιατρικής στο Allan Memorial Institute), ο Δρ Ruth Kajander (Lakeshore Ψυχιατρικό Νοσοκομείο, Τορόντο) και ο Δρ Heinz Lehmann (επικεφαλής της έρευνας στο McGill του Allan Memorial , Διευθυντής του Douglas Hospital, Verdun). Εμπνευστές του μετέπειτα Δόγματος ΣΟΚ

Το 1992, καθώς η Γκέιλ και ο Τζέικοµπ περνούσαν µπροστά από τον πάγκο ενός εφηµεριδοπώλη, τα µάτια τους έπεσαν στον ακόλουθο εντυπωσιακό πρωτοσέλιδο τίτλο: «Πειράµατα Πλύσης Εγκεφάλου: Τα Θύµατα θα Αποζηµιωθούν». Η Γκέιλ άρχισε να διαβάζει το άρθρο διαγώνια, µε την προσοχή της αιχµαλωτισµένη από φράσεις όπως «οµιλία σαν µωρού», «απώλεια µνήµης», «ακράτεια». «Είπα στον Τζέικοµπ: «Αγόρασε αυτή την εφηµερίδα». Το ζευγάρι κάθισε σε µια παρακείµενη καφετέρια και διάβασε µια απίστευτη ιστορία για το πώς τη δεκαετία του 1950 η Κεντρική Υπηρεσία Πληροφοριών των ΗΠΑ είχε χρηµατοδοτήσει ένα γιατρό του Μόντρεαλ για να πραγµατοποιήσει παράξενα πειράµατα σε ανθρώπους µε ψυχικές διαταραχές, κρατώντας τους ναρκωµένους και σε αποµόνωση για βδοµάδες, ενώ στη συνέχεια τους υπέβαλλε σε πολλαπλά ηλεκτροσόκ και τους χορηγούσε διάφορα κοκτέιλ πειραµατικών φαρµάκων, στα οποία συµπεριλαµβάνονταν το ψυχεδελικό LSD και το παραισθησιογόνο PCP, ευρύτερα γνωστό ως «αγγελόσκονη». Τα πειράµατα αυτά, που ανάγκαζαν τους ασθενείς να παλινδροµούν σε µια βρεφική, προλεκτική κατάσταση, είχαν πραγµατοποιηθεί στο Ινστιτούτο Άλαν του Πανεπιστηµίου Μακγκίλ υπό την εποπτεία του διευθυντή του δρα Γιούεν Κάµερον.

Η χρηµατοδότηση του Κάµερον από τη CIΑ αποκαλύφθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1970 χάρη στο Νόµο για την Ελευθερία της Πληροφόρησης, πυροδοτώντας έντονες συζητήσεις στη Γερουσία των ΗΠΑ. Εννέα από τους πρώην ασθενείς του Κάµερον υπέβαλαν οµαδική αγωγή εναντίον της CIA, αλλά και της καναδικής κυβέρνησης, που είχε επίσης χρηµατοδοτήσει την έρευνα του Κάµερον. Κατά τη διάρκεια των παρατεταµένων δικών οι δικηγόροι των ασθενών είχανυποστηρίξει ότι τα πειράματα παραβίαζαν κάθε κανόνα ιατρικής δεοντολογίας. Οι ασθενείς είχαν προσφύγει στον Κάμερον για να ζητήσουν βοήθεια για ελάσσονες ψυχικές διαταραχές (επιλόχεια κατάθλιψη, άγχος, συζυγικά προβλήματα) και είχαν χρησιμοποιηθεί, εν αγνοία τους και χωρίς τη συγκατάθεσή τους, ως πειραματόζωα για να ικανοποιηθεί η δίψα της CIA για πληροφορίες σχετικά με τον έλεγχο της σκέψης. Το 1988 η CIA συμφώνησε να καταβάλει συνολικά 750.000 δολάρια ως αποζημίωση στους εννέα ενάγοντες (το μεγαλύτερο μέχρι τότε ποσό που είχε καταβάλει η υπηρεσία για να επιτύχει ένα διακανονισμό). Τέσσερα χρόνια μετά η καναδική κυβέρνηση συμφώνησε να πληρώσει 100.000 δολάρια ως αποζημίωση σε κάθε ασθενή που είχε υποβληθεί στα αειράματα.

Ο Κάμερον όχι μόνο έχει διαδραματίσει κομβικό ρόλο στην ανάπτυξη των σύγχρονων τεχνικών βασανισμού στις ΗΠΑ, αλλά τα πειράματά του μας επιτρέπουν επίσης να αντιληφθούμε τη βαθύτερη λογική που διέπει τον καπιταλισμό της καταστροφής. Όπως οι οικονομολόγοι της ελεύθερης αγοράς είναι πεπεισμένοι ότι μόνο μια μεγάλης κλίμακας καταστροφή μια μεγάλη διάλυση μπορεί να προετοιμάσει το έδαφος για τις «μεταρρυθμίσεις τους, έτσι και ο Κάμερον πίστευε ότι υποβάλλοντας τον ανθρώπινο εγκέφαλο σε μια σειρά από σοκ μπορούσε να διαλύσει και να εξαλείψει την ελαττωματική νόηση, για να οικοδομήσει στη συνέχεια καινούριες προσωπικότητες εκ του μηδενός, γράφοντας πάνω σε «λευκή σελίδα».

Τα προηγούμενα χρόνια η Γκέιλ είχε ακούσει κάποια πράγματα για την ανάμειξη του Πανεπιστημίου Μακγκίλ στα πειράματα της CIA, αλλά δεν είχε δώσει ιδιαίτερη σημασία δεν είχε ποτέ της οποιαδήποτε σχέση με το Ινστιτούτο Άλαν. Όμως εκείνη τη μέρα του 1992, καθισμένη δίπλα στον Τζέικομπ, εστίασε την προσοχή της στα όσα έλεγαν οι πρώην ασθενείς για τη ζωή τους: για την απώλεια μνήμης, για την παλινδρόμηση. «Συνειδητοποίησα ότι αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να είχαν περάσει ό,τι είχα περάσει κι εγώ. Είπα στον Τζέικομπ: “Αυτή πρέπει να είναι η αιτία”».

Στο εργαστήρι του σοκ

Γκέιλ έστειλε μια επιστολή στο Ινστιτούτο Άλαν ζητώντας τον ιατρικό της φάκελο. Παρόλο που στην αρχή της απάντησαν ότι δεν είχαν κάποιο φάκελο για εκείνη, τελικά της τον έδωσαν και τις 138 σελίδες που τον απάρτιζαν. Ο γιατρός που ις είχε κάνει την εισαγωγή ονομάζοταν Γιούεν Κάμερον.

Οι επιστολές, οι σημειώσεις και τα σχεδιαγράμματα της Γκέιλ αποκάλυπταν  μια συνταρακτική ιστορία, που έλεγε πολλά τόσο για τις περιορισμένες επιλογές που υπήρχαν για ένα δεκαοκτάχρονο κορίτσι στη δεκαετία του 1950 όσο και για την κατάχρηση εξουσίας από την κυβέρνηση και τους γιατρούς. Ο φάκελος άρχιζε με την εκτίμηση του δρα Κάμερον για την Γκέιλ κατά την εισαγωγή της: Σπούδαζε νοσηλευτική στο Μακγκίλ και ήταν άριστη φοιτήτρια, με αποτέλεσμα ο Κάμερον να την περιγράφει ως «ένα λογικό και ισορροπημένο άτομο μέχρι τώρα». Ωστόσο διακατεχόταν από έντονο άγχος, το οποίο, όπως σημείωνε ο Κάμερον, οφειλόταν στον καταπιεστικό πατέρα της, έναν «έντονα διαταραγμένο» άντρα που ασκούσε «συστηματικά ψυχολογική βία» στην κόρη του.

Σύμφωνα με τις σημειώσεις των πρώτων ημερών, οι νοσοκόμες έδειχναν να συμπαθούν την Γκέιλ. Αισθάνονταν ότι είχαν μια ιδιαίτερη σχέση μαζί της επειδή σπούδαζε νοσηλευτική και την περιέγραφαν ως «ευδιάθετη», «κοινωνική» και «πάντα περιποιημενη». Όμως μέσα στους επόμενους μήνες, στερούμενη τη φροντίδα των νοσοκόμων, η προσωπικότητα της Γκέιλ υπέστη μια ριζική μεταμόρφωση, η οποία καταγράφεται λεπτομερώς στο φάκελο: Έπειτα από μερικές βδομάδες «άρχισε να επιδεικνύει παιδιάστικη συμπεριφορά, να εκφράζει αλλόκοτες ιδέες, να υποφέρει από παραισθήσεις και να γίνεται καταστροφική». Οι σημειώσεις αναφέρουν ότι αυτή η ευφυής νεαρή γυναίκα μπορούσε πλέον να μετράει μόνο μέχρι το έξι. Επιπλέον, είχε γίνει «ιδιαίτερα χειριστική, εχθρική και πολύ επιθετική», για να καταλήξει στη συνέχεια παθητική και αδιάφορη, ανίκανη να αναγνωρίσει ακόμα και τα μέλη της οικογένειάς της. Η τελική διάγνωση ήταν «σχιζοφρενής [ … ] με έκδηλα συμπτώματα υστερίας», μια κατάσταση πολύ πιο σοβαρή από το «άγχος» από το οποίο διακατεχόταν όταν είχε εισαχθεί.

Η μεταμόρφωση αυτή είχε, αναμφίβολα, σχέση με τις θεραπείες στις οποίες υποβλήθηκε και περιγράφονται με λεπτομέρεια στο φάκελό της: πολύ μεγάλες δόσεις ινσουλίνης, που προκάλεσαν πολλαπλά κώματα, παράξενους συνδυασμούς διεγερτικών και κατασταλτικών ουσιών, μεγάλες περιόδους κατά τη διάρκεια των οποίων ήταν ναρκωμένη με φάρμακα και οκταπλάσια σε αριθμό ηλεκτροσόκ από τον τυπικό για εκείνη την εποχή αριθμό.

Στα σχόλιά τους οι νοσοκόμες ανέφεραν συχνά τις προσπάθειες της Γκέιλ να γλιτώσει από τα χέρια των γιατρών: «Προσπαθεί να βρει έναν τρόπο να ξε φύγει, [ … ] ισχυρίζεται ότι της φέρονται άσχηµα, [….] αρνείται να υποστεί ηλεκτροσπασµοθεραπεία όταν της κάνουν ένεση». Τα παράπονα αυτά αντιµετωπίζονταν πάντα ως ένας λόγος για να την ξαναστείλουν σε αυτό που οι νεότεροι συνάδελφοι του Κάµερον αποκαλούσαν «το εργαστήρι του σοκ».

Η αναζήτηση της κενότηταs

φού διάβασε αρκετές φορές τον ιατρικό της φάκελο, η Γκέιλ Κάστνερ µετατράπηκε σε ένα είδος αρχαιολόγου της ίδιας της ζωής της, συγκεντρώνοντας και µελετώντας οτιδήποτε θα µπορούσε να εξηγήσει τι της είχε συµβεί στο νοσοκοµείο. Έµαθε ότι ο Γιούεν Κάµερον, ένας γεννηµένος στη Σκοτία Αµερικανός πολίτης, είχε φτάσει στο απόγειο της επαγγελµατικής του καριέρας, έχοντας διατελέσει πρόεδρος της Αµερικανικής, της Καναδικής και της Παγκόσµιας Ψυχιατρικής Ένωσης. Το 1945 ήταν ένας από τους τρεις Αµερικανούς ψυχιάτρους που είχαν καταθέσει για την ψυχική υγεία του Ρούντολφ Ες στη δίκη της Νιρεµβέργης.

Όταν η Γκέιλ άρχισε την έρευνά της, ο Κάµερον είχε πεθάνει προ καιρού, όµως είχε αφήσει πίσω του δεκάδες ακαδηµαίκές µελέτες και κείµενα διαλέξεων. Επίσης, είχαν γραφτεί αρκετά βιβλία για τη χρηµατοδότηση των πειραµάτων για τον έλεγχο της σκέψης από τη CIA, στα οποία υπήρχαν πολλές λεπτοµέρειες για τις σχέσεις του Κάµερον µε την υπηρεσία. * Η Γκέιλ τα διάβασε όλα, αποδελτιώνοντας τα σχετικά µε την περιπέτειά της αποσπάσµατα, φτιάχνοντας χρονολογικούς πίνακες και διασταυρώνοντας τις ηµεροµηνίες µε εκείνες στον ιατρικό της φάκελο. Ένα από τα πρώτα πράγµατα που συνειδητοποίησε ήταν ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1950 ο Κάµερον είχε απορρίψει την κλασική φροϊδική τεχνική της «θεραπείας µέσω του λόγου» προκειµένου να αποκαλυφθούν οι «βαθύτερες αιτίες» της ψυχικής διαταραχής των ασθενών. Εκείνος δε φιλοδοξούσε να βελτιώσει ή να αποκαταστήσει την υγεία των ασθενών του, αλλά να τους αναπλάσει χρησιµοποιώντας µια µέθοδο που είχε επινοήσει και την οποία ονόµαζε «ψυχική καθοδήγηση».

Σύµφωνα µε τις µελέτες του που είχαν δηµοσιευτεί εκείνη την εποχή, ο Κάµερον πίστευε ότι ο µοναδικός τρόπος για να διδάξει στους ασθενείς τους νέες, υγιείς συµπεριφορές ήταν να διεισδύσει στο µυαλό τους και να «σπάσει τα παλιά, παθολογικά νοητικά σχήµατα», Το πρώτο βήµα ήταν η «αποδοµηση», η διάλυση των υπαρχόντων γνωστικών σχηµάτων, η οποία απέβλεπε σε έναν εντυπωσιακό στόχο: να οδηγήσει τον ανθρώπινο νου σε µια κατάσταση «ωσπερ εν γραµµατεία ώ µηθεν ένυπάρχει έντελεχεία γεγραµµένον»,* όπως έχει γράψει ο Αριστοτέλης, να τον µετατρέψει σε tαbulα rαsα. Ο Κάµερον πίστευε ότι µπορούσε να επιτύχει αυτή την κατάσταση αν εξαπέλυε συστηµατική επίθεση στον ανθρώπινο εγκέφαλο µε οτιδήποτε παρεµποδίζει τη φυσιολογική λειτουργία του µε όλες τις µεθόδους ταυτόχρονα. Επρόκειτο για µια πολεµική επιχείρηση τύπου «Σοκ και Δεος» εναντίον της νόησης.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1940 ολοένα και περισσότεροι ψυχίατροι στην Ευρώπη και στη Βόρεια Αµερική χρησιµοποιούσαν το ηλεκτροσόκ ως µέθοδο θεραπείας. Είχε παρατηρηθεί ότι προκαλούσε λιγότερο µόνιµες βλάβες από τη λοβοτοµή και έµοιαζε να βοηθάει: Οι υστερικοί ασθενείς φαίνονταν να ηρεµούν και, σε µερικές περιπτώσεις, να αποκτούν µεγαλύτερη διαύγεια. Όµως όλα αυτά βασίζονταν µόνο στην παρατήρηση, ενώ ακόµα και οι γιατροί που είχαν αναπτύξει την τεχνική δεν µπορούσαν να δώσουν µια επιστηµονική εξήγηση για το πώς ακριβώς λειτουργούσε.

Ωστόσο όλοι γνώριζαν τις παρενέργειες που είχε. Κανείς δεν αµφισβητούσε ότι η ηλεκτροσπασµοθεραπεία µπορούσε να προκαλέσει αµνησία ήταν, µε µεγάλη διαφορά, το πιο συνηθισµένο παράπονο όσων υποβάλλονταν σε αυτή. Στενά συνδεδεµένη µε την απώλεια της µνήµης, η άλλη συνήθης παρενέργεια ήταν η παλινδρόµηση. Σε δεκάδες κλινικές µελέτες γιατροί επεσήµαιναν ότι αµέσως µετά τη θεραπεία οι ασθενείς πιπίλιζαν τους αντίχειρές τους, κουλουριάζονταν στη στάση του εµβρύου, χρειάζονταν να τους ταϊζουν µε κουτάλι και έκλαιγαν ζητώντας τη µητέρα τους (εκλαµβάνοντας συχνά τους γιατρούς και τις νοσοκόµες ως γονείς τους).

Οι συµπεριφορές αυτές ήταν συνήθως παροδικές, όµως σε περιπτώσεις που είχαν γίνει πολλά ηλεκτροσόκ οι γιατροί ανέφεραν ότι οι ασθενείς παλινδροµούσαν ολοκληρωτικά, σε σηµείο ώστε να έχουν ξεχάσει πώς να βαδίζουν και να µιλάνε. Η Μέριλιν Ράις, οικονοµολόγος που στα µέσα της δεκαετίας του 1970 ηγήθηκε ενός κινήµατος για τα δικαιώµατα των ασθενών και εναντίον της ηλεκτροσπασµοθεραπείας, έχει περιγράψει παραστατικά πώς είναι να διαγράφονται εξαιτίας της θεραπείας µε ηλεκτροσόκ η µνήµη και ένα µεγάλο µέρος της εκπαίδευσής σου. «Γνωρίζω πια πώς πρέπει να αισθανόταν η Εύα, καθώς δηµιουργήθηκε ενήλικη από το πλευρό του Αδάµ, χωρίς κανένα παρελθόν. Αισθάνοµαι κενή σαν την Εύα».*

Για τη Ράις και άλλους, αυτό το αίσθηµα κενότητας είναι µια αναντικατάστατη απώλεια. Αντίθετα, ο Κάµερον κοιτούσε αυτό το κενό και έβλεπε κάτι άλλο: µια άγραφη σελίδα, απαλλαγµένη από κακές συνήθειες, στην οποία µπορούσαν να εγγραφούν νέα πρότυπα. Για αυτόν, η «µαζική απώλεια όλων των αναµνήσεων» την οποία προκαλούσε η εντατική ηλεκτροσπασµοθεραπεία δεν ήταν µια ατυχής παρενέργεια, αλλά η ουσία της θεραπείας, το κλειδί για να ωθηθεί ο ασθενής σε ένα προγενέστερο στάδιο ανάπτυξης, «πολύ πριν εµφανιστεί ο σχιζοφρενικός τρόπος σκέψης και συµπεριφοράς. Όπως τα «γεράκια του πολέµου» απαιτούν µαζικούς βοµβαρδισµούς χωρών ώστε να ξαναγυρίσουν στη «λίθινη εποχή», έτσι και ο Κάµερον είδε τη θεραπεία µε ηλεκτροσόκ ως ένα µέσο για να εξωθήσει τους ασθενείς του πίσω στη νηπιακή ηλικία, να τους προκαλέσει ολοκληρωτική παλινδρόµηση.

Το 1962 περιέγραψε σε ένα άρθρο του την κατάσταση στην οποία ήθελε να οδηγήσει ασθενείς όπως η Γκέιλ Κάστνερ: «Δεν παρατηρείται απώλεια µόνο της εικόνας του χωροχρόνου, αλλά και κάθε αισθήµατος που θα έπρεπε να νιώθει. Στη διάρκεια αυτού του σταδίου ο ασθενής ενδέχεται να εκδηλώσει και µια ποικιλία άλλων συµπτωµάτων, όπως η απώλεια της ικανότητας οµιλίας µιας δεύτερης γλώσσας ή της επίγνωσης της συζυγικής του κατάστασης. Σε πιο προχωρηµένες µορφές, ενδέχεται να µην µπορεί να βαδίζει και να τρέφεται χωρίς βοήθεια, ενώ ίσως επιδείξει ακράτεια ούρων και κοπράνων. [ … ] Όλες οι πτυχές της λειτουργίας της µνήµης του διαταράσσονται σοβαρά».

___________________________________________________

* Ακόµα και σήµερα που η ηλεκτροσπασµοθεραπεία είναι πλέον µια αποδεκτή και συχνά αποτελεσµατική θεραπεία για τις ψυχώσεις, καθώς έχουν γίνει πάρα πολλές βελτιώσεις και υπάρχουν διαδικασίες που εγγυώνται την ασφάλεια και την άνεση των ασθενών, εξακολουθεί να υφίσταται ως παρενέργεια η προσωρινή απώλεια της βραχυπρόθεσµης µνήµης. Επιπλέον, µερικοί ασθενείς ισχυρίζονται ότι επηρεάζεται και η µακροπρόθεσµη µνήµη τους. (Σ.τ.Σ.)

___________________________________________________

Για να επιτύχει την «αποδοµηοη» της προσωπικότητας των ασθενών του, ο Κάµερον χρησιµοποιούσε µια σχετικά καινούρια συσκευή, η οποία ονοµαζόταν «συσκευή ΠέιτζΡάσελ» και µπορούσε να προκαλέσει µέχρι έξι διαδοχικά ηλεκτροσόκ αντί για ένα µόνο. Απογοητευµένος από το γεγονός ότι οι ασθενείς του έδειχναν να γαντζώνονται απελπισµένα από τα υπολείµµατα της προσωπικότητάς τους, τους αποπροσανατόλιζε ακόµα περισσότερο µε διεγερτικές, κατασταλτικές και παραισθησιογόνες ουσίες: χλωροπροµαζίνη, βαρβιτουρικά, αµοβαρβιτάλη (Amytal), νιτρώδες οξείδιο, δεξτροµεθαµφεταµίνη (Desoxyn), σεκοβαρβιτάλη (Seconal), πεντοβαρβιτάλη (Nembutal), βερονάλη (Veronal), θοραζίνη (Thorazine) και ινσουλίνη. Το 1956 ο Κάµερον έγραψε σε ένα άρθρο του ότι τα φάρµακα αυτά «προκαλούν απώλεια των αναστολών [στον ασθενή], µε αποτέλεσµα να µειώνονται οι άµυνές του».

Όταν είχε επιτευχθεί «πλήρης αποδόµηση» και είχε καταλυθεί σε ικανοποιητικό βαθµό η προηγούµενη προσωπικότητα του ασθενούς, µπορούσε να αρχίσει η ψυχική καθοδήγηση. Αυτή συνίστατο στο να υποχρεώνει ο Κάµερον τους ασθενείς του να ακούνε ηχογραφηµένα µηνύµατα όπως «Είσαι καλή µητέρα και σύζυγος και οι άνθρωποι απολαµβάνουν τη συντροφιά σου». Καθώς ο Κάµερον ήταν συµπεριφοριστής, πίστευε ότι, αν οι ασθενείς του προσλάµβαναν τα ηχογραφηµένα µηνύµατα, θα άρχιζαν να συµπεριφέρονται διαφορετικά.

Οι ασθενείς, σχεδόν σε κατάσταση φυτού εξαιτίας των ηλεκτροσόκ και των φαρµάκων, ήταν υποχρεωµένοι να ακούνε τα µηνύµατα για δεκαέξι µε είκοσι ώρες καθηµερινά επί βδοµάδες. Σε µια περίπτωση, µάλιστα, ο Κάµερον εξανάγκασε έναν ασθενή να ακούει συνέχεια τα µηνύµατα για εκατόν µία µέρες.*

Στα µέσα της δεκαετίας του 1950 αρκετοί ερευνητές της CIΑ άρχισαν να ενδιαφέρονται για τις µεθόδους του Κάµερον. Καθώς η υστερία του Ψυχρού Πολέµου είχε µόλις αρχίσει, η υπηρεσία εγκαινίασε ένα απόρρητο ερευνητικό πρόγραµµα για «ειδικες ανακριτικές τεχνικες». Ένα αποχαρακτηρισµένο µνηµόνιο της CIA εξηγεί ότι το πρόγραµµα «εξέταζε και ερευνούσε πολυάριθµες ασυνήθιστες τεχνικές ανάκρισης, συµπεριλαµβανοµένων της ψυχολογικής βίας και µεθόδων όπως η “απόλυτη αποµόνωση”, αλλά και η “χρησιµοποίηση φαρµάκων και χηµικών ουσιών”». Η αρχική κωδική ονοµασία του προγράµµατος ήταν «Σχέδιο Γαλάζιο Πουλί» (Project Bluebird), στη συνέχεια ονοµάστηκε «Σχέδιο Αγκινάρα» (Project Artichoke), ώσπου τελικά το 1953 του δόθηκε η ονοµασία «MKUltra». Στη διάρκεια της επόµενης δεκαετίας στο πλαίσιο του «MKUltra» δαπανήθηκαν 25 εκατοµµύρια δολάρια σε έρευνες για να βρεθούν νέοι τρόποι να «σπάνε» οι κρατούµενοι για τους οποίους υπήρχαν υποψίες ότι ήταν κοµουνιστές και διπλοί πράκτορες. Ογδόντα ιδρύµατα συµµετείχαν στο πρόγραµµα, συµπεριλαµβανοµένων σαράντα τεσσάρων πανεπιστηµίων και δώδεκα νοσοκοµείων.

_____________________________________________________

* Αν ο Κάµερον δεν είχε τόσο µεγάλο κύρος στον τοµέα του, τα ηχογραφηµένα µηνύµατα της «ψυχικής καθοδήγησης» θα εκλαµβάνονταν, ασφαλώς, ως ένα κακόγουστο αστείο. Συνέλαβε την ιδέα για το όλο εγχείρηµα από µια διαφήµιση για το Cerebrophone, ένα φωνογράφο που τοποθετούνταν δίπλα στο κρεβάτι µε τα ηχεία του ενσωµατωµένα στα µαξιλάρια, ο οποίος, σύµφωνα µε τους ισχυρισµούς του κατασκευαστή του, ήταν «ένας επαναστατικός τρόπος για να µάθει κάποιος ξένες γλώσσες ενόσω κοιµάται». (Σ.τ.Σ.)

_____________________________________________________

Οι πράκτορες που συµµετείχαν στο πρόγραµµα δε στερούνταν δηµιουργικών ιδεών για το πώς να αποσπάσουν πληροφορίες από ανθρώπους που δεν ήθελαν να τις αποκαλύψουν. Το πρόβληµα ήταν να βρεθούν τρόποι για να δοκιµαστούν αυτές οι ιδέες. Τα πρώτα χρόνια οι δραστηριότητες στο πλαίσιο των σχεδίων µε τις κωδικές ονοµασίες «Γαλάζιο Πουλί» και «Αγκινάρα» έµοιαζαν µε τραγελαφική κατασκοπική κινηµατογραφική ταινία στην οποία πράκτορες της CIΑ υπνώτιζαν ο ένας τον άλλο ή έριχναν LSD στα ποτά συναδέλφων τους για να δουν τι θα συνέβαινε (σε µία τουλάχιστον περίπτωση κάποιος που ήπιε LSD αυτοκτόνησε) για να µην αναφερθούµε στο βασανισµό ανθρώπων για τους οποίους υπήρχαν υποψίες ότι ήταν Ρώσοι κατάσκοποι.

Οι δοκιµές έµοιαζαν περισσότερο µε θανατηφόρες φάρσες φοιτητικών αδελφοτήτων παρά µε σοβαρή έρευνα και τα αποτελέσµατα δεν είχαν την επιστηµονική αξιοπιστία που επεδίωκε η υπηρεσία. Εποµένως, ήταν απαραίτητος ένας µεγάλος αριθµός ανθρώπων που θα µπορούσαν να χρησιµοποιηθούν ως πειραµατόζωα. Επιχειρήθηκαν αρκετές τέτοιες δοκιµές, αλλά ενείχαν κινδύνους: Αν µαθευόταν ότι η CIΑ δοκίµαζε επικίνδυνα φάρµακα πάνω σε ανθρώπους επί αµερικανικού εδάφους, θα διακοπτόταν οριστικά το πρόγραµµα. Και αυτός ήταν ο λόγος που η CIΑ άρχισε να ενδιαφέρεται για Καναδούς ερευνητές. Η σχέση αυτή χρονολογείται από την 1 η Ιουνίου του 1951, οπότε πραγµατοποιήθηκε µια τριεθνής συνάντηση αξιωµατούχων των υπηρεσιών πληροφοριών και ακαδηµαίκών στο ξενοδοχείο RitzCarlton στο Μόντρεαλ. Το αντικείµενο της συνάντησης ήταν η αυξανόµενη ανησυχία των Δυτικών υπηρεσιών πληροφοριών ότι οι κοµουνιστές είχαν ανακαλύψει πώς να κάνουν «πλύση εγκεφάλου» σε αιχµαλώτους πολέµου. Μια σαφής ένδειξη ήταν το γεγονός ότι Αµερικανοί στρατιώτες που είχαν αιχµαλωτιστεί στην Κορέα εµφανίζονταν µπροστά στις κάµερες και, φαινοµενικά εκουσίως, καταδίκαζαν τον καπιταλισµό και τον ιµπεριαλισµό.

Σύµφωνα µε τα αποχαρακτηρισµένα πρακτικά της συνάντησης στο ξενοδοχείο Ritz, οι συµµετέχοντες (ο Όµοντ Σόλαντ, πρόεδρος του Ερευνητικού Συµβουλίου για την Άµυνα του Καναδά, ο σερ Χένρι Τίζαρντ, πρόεδρος της Βρετανικής Ερευνητικής Επιτροπής για την Αµυντική Πολιτική, και δύο εκπρόσωποι της CIA) ήταν πεπεισµένοι ότι οι Δυτικές δυνάµεις έπρεπε επειγόντως να ανακαλύψουν πώς οι κοµουνιστές αποσπούσαν αυτές τις εντυπωσιακές οµολογίες. Έχοντας αυτό κατά νου, το πρώτο βήµα ήταν να πραγµατοποιηθεί «µια κλινική µελέτη πραγµατικών περιπτώσεων» προκειµένου να διαπιστωθεί πώς λειτουργούσε η πλύση εγκεφάλου. Ο διακηρυγµένος στόχος αυτής της έρευνας δεν ήταν να αρχίσουν οι Δυτικές δυνάµεις να εφαρµόζουν µεθόδους ελέγχου της σκέψης σε αιχµαλώτους, αλλά να εκπαιδεύονται οι Δυτικοί στρατιώτες ώστε να µπορούν να αντιµετωπίζουν οποιαδήποτε τεχνική εξαναγκασµού, αν συλλαµβάνονταν αιχµάλωτοι.

Φυσικά, η CIΑ είχε άλλα ενδιαφέροντα. Ωστόσο, ακόµα και σε µια κεκλεισµένων των θυρών συνάντηση όπως αυτή στο Ritz, ήταν αδύνατον, όταν είχε µεσολαβήσει τόσο µικρό χρονικό διάστηµα από τις αποκαλύψεις για τα ναζιστικά βασανιστήρια που είχαν προκαλέσει την παγκόσµια αγανάκτηση, να παραδεχτεί ανοιχτά η υπηρεσία ότι ενδιαφερόταν να αναπτύξει τις δικές της εναλλακτικές ανακριτικές µεθόδους.

Ένας από αυτούς που παρευρέθηκαν στη συνάντηση στο ξενοδοχείο Ritz ήταν ο δρ. Ντόναλντ Χεµπ, διευθυντής του Τµήµατος Ψυχολογίας στο Πανεπιστήµιο Μακγκίλ. Σύµφωνα µε τα αποχαρακτηρισµένα πρακτικά, ο Χεµπ, προσπαθώντας να δώσει µια απάντηση στο µυστήριο των οµολογιών των Αµερικανών στρατιωτών, διατύπωσε την υπόθεση ότι οι κοµουνιστές χειραγωγούσαν τους αιχµαλώτους διατηρώντας τους σε αποµόνωση για µεγάλα χρονικά διαστήµατα και εµποδίζοντας την εισροή εξωτερικών ερεθισµάτων στις αισθήσεις τους. Οι επικεφαλής των υπηρεσιών πληροφοριών εντυπωσιάστηκαν και τρεις µήνες µετά το Υπουργείο Εθνικής Άµυνας του Καναδά επιχορήγησε τον Χεµπ προκειµένου να διεξαγάγει µια σειρά από απόρρητα πειράµατα αποστέρησης των αισθήσεων.

Ο Χεµπ έδινε σε µια οµάδα εξήντα τριών φοιτητών του Πανεπιστηµίου Μακγκίλ είκοσι δολάρια καθηµερινά για να αποµονώνονται σε ένα δωµάτιο φορώντας σκούρα γυαλιά και ακουστικά λευκού θορύβου, ενώ τα χέρια τους ήταν εγκλωβισµένα σε χαρτονένιους κυλίνδρους ώστε να στερούνται την αίσθηση της αφής. Για µέρες ολόκληρες οι φοιτητές αιωρούνταν σε µια θάλασσα ανυπαρξίας, ανίκανοι να προσανατολιστούν µε τα µάτια, τα αφτιά ή τα χέρια τους, αναγκασµένοι να ζουν µε τις ολοένα και πιο ζωηρές φαντασιώσεις τους. Για να διαπιστώσει αν αυτή η στέρηση τους καθιστούσε πιο ευάλωτους σε µια «πλύση εγκεφάλου», ο Χεµπ άρχισε να παίζει ηχογραφηµένες φωνές που µιλούσαν για την ύπαρξη φαντασµάτων και για την ανηθικότητα της επιστήµης ιδέες στις οποίες είχαν εναντιωθεί οι φοιτητές πριν αρχίσει το πείραµα.

Σε µια εµπιστευτική αναφορά σχετικά µε τα ευρήµατα του Χεµπ το Ερευνητικό Συµβούλιο για την Άµυνα του Καναδά κατέληγε στο συµπέρασµα ότι η αποστέρηση των αισθήσεων προκαλούσε εµφανώς ακραία σύγχυση, αλλά και παραισθήσεις στους φοιτητές που είχαν υποβληθεί στις δοκιµές, και ότι παρατηρούνταν «µια σηµαντική προσωρινή µείωση της πνευµατικής ικανότητας κατά τη διάρκεια και αµέσως µετά τη χρονική περίοδο της αντιληπτικής αποστέρησης. Επιπλέον, η δίψα των φοιτητών για ερεθίσµατα τους καθιστούσε ιδιαίτερα δεκτικούς στις ιδέες που διατυπώνονταν στα ηχογραφηµένα µηνύµατα πράγµατι, αρκετοί ανέπτυξαν ένα ενδιαφέρον για το απόκρυφο που διήρκεσε βδοµάδες µετά το τέλος του πειράµατος. Έµοιαζε λες και η σύγχυση εξαιτίας της αποστέρησης των αισθήσεων εξάλειψε ένα µέρος της νόησής τους, για να έρθουν στη συνέχεια τα αισθητηριακά ερεθίσµατα να εγγράψουν καινούρια γνωστικά σχήµατα.

Ένα αντίτυπο της µελέτης του Χεµπ στάλθηκε στη CIA, ενώ σαράντα ένα αντίγραφα στάλθηκαν στο πολεµικό ναυτικό των ΗΠΑ και άλλα σαράντα δύο στο στρατό ξηράς. Επιπλέον, η CIA παρακολουθούσε από κοντά την εξέλιξη του πειράµατος µέσω ενός από τους ερευνητικούς βοηθούς του Χεµπ, του Μέτλαντ Μπάλντουιν, ο οποίος έδινε τακτικές αναφορές στην υπηρεσία εν αγνοία του προίσταµένου του.  Αυτό το έντονο ενδιαφέρον δεν πρέπει να µας εκπλήσσει: Ο Χεµπ είχε βαλθεί να αποδείξει ότι η µακροχρόνια αποµόνωση εµπόδιζε την πνευµατική διαύγεια και καθιστούσε τους ανθρώπους περισσότερο δεκτικούς σε υποδείξεις ιδέες ανεκτίµητης αξίας για κάθε ανακριτή. Τελικά, ο Χεµπ συνειδητοποίησε ότι ανοίγονταν τεράστιες δυνατότητες ώστε η έρευνά του να χρησιµοποιηθεί όχι µόνο για την προστασία των αιχµάλωτων στρατιωτών από την «πλύση εγκεφάλου» αλλά και ως ένα πρακτικό εγχειρίδιο για ψυχολογικά βασανιστήρια. Στην τελευταία συνέντευξη που παραχώρησε πριν από το θάνατό του το 1985 ο Χεµπ είπε: «Οταν υποβάλαµε την αναφορά µας στο Ερευνητικό Συµβούλιο για την Άµυνα, ήταν σαφές ότι περιγράφαµε τροµακτικές ανακριτικές τεχνικες.

Στην αναφορά του Χεµπ υπογραµµιζόταν ότι τέσσερα από τα υποκείµενα του πειράµατος «δήλωσαν αυθόρµητα ότι το να φέρουν τον [πειραµατικό] εξοπλισµό ισοδυναµούσε µε µια µορφή βασανισµού», κάτι που σήµαινε ότι ο εξαναγκασµός τους να ξεπεράσουν τα όρια αντοχής τους (παραµονή στην αποµόνωση για δύο ή τρεις µέρες) συνιστούσε σαφή παραβίαση της ιατρικής δεοντολογίας. Έχοντας επίγνωση των περιορισμών που αυτό το γεγονός έθετε στο πείραμα, ο Χεμπ έγραφε ότι δεν μπορούσαν να συναχθούν «πιο σαφή συμπεράσματα», επειδή «δεν είναι εφικτό να εξαναγκαστούν τα υποκείμενα του πειράματος να περάσουν τριάντα με εξήντα μέρες σε συνθήκες αντιληπτικής απομόνωσης».

Δεν ήταν εφικτό για τον Χεμπ, αλλά ήταν απολύτως εφικτό για το συνάδελφότου στο Πανεπιστήμιο Μακγκίλ και μεγαλύτερο ακαδημαίκό αντίπαλό του, τον δρα Γιούεν Κάμερον. (Αδιαφορώντας για ακαδημαϊκές ευγένειες, ο Χεμπ θα χαρακτήριζε αργότερα τον Κάμερον «εγκληματικά ηλίθιο».) Ο Κάμερον ήταν ήδη πεπεισμένος ότι η βίαιη καταστροφή της νόησης των ασθενών του ήταν το αναγκαίο πρώτο βήμα στο ταξίδι τους προς την πνευματική υγεία, συνεπώς δεν αποτελούσε παραβίαση του όρκου του Ιπποκράτη. Όσο για το θέμα της συγκατάθεσης, οι ασθενείς βρίσκονταν στα έλεός του: Το τυπικό έντυπο συγκατάθεσης παραχωρούσε στον Κάμερον την απόλυτη εξουσία να εφαρμόζει οποιαδήποτε θεραπεία έκρινε κατάλληλη για τους ασθενείς του, συμπεριλαμβανομένης της πραγματοποίησης λοβοτομών.

Παρά το γεγονός ότι είχε επαφές με την υπηρεσία για χρόνια, ο Κάμερον έλαβε την πρώτη του επιχορήγηση από τη CIΑ το 1957, χρησιμοποιώντας ως βιτρίνα μια οργάνωση με την ονομασία Εταιρεία για την Έρευνα της Ανθρώπινης Οικολογίας (Society for the Investigation of Human Ecology). Όσο περισσότερα δολάρια εισέρρεαν από τη CIA, τόσο λιγότερο έμοιαζε το Ινστιτούτο Άλαν με νοσοκομείο, μετατρεπόμενο σταδιακά σε μια μακάβρια φυλακή.

Η πρώτη αλλαγή που σημειώθηκε ήταν η δραματική αύξηση του αριθμού των ηλεκτροσόκ. Οι δύο ψυχίατροι που επινόησαν την αμφιλεγόμενη συσκευή ΠέιτζΡάσελ είχαν συστήσει τέσσερις θεραπείες ανά ασθενή, δηλαδή συνολικά είκοσι τέσσερα ηλεκτροσόκ. Ο Κάμερον άρχισε να χρησιμοποιεί τη συσκευή στους ασθενείς του δύο φορές τη μέρα επί τριάντα μέρες, φτάνοντας στον τρομακτικό αριθμό των εξακοσίων τριάντα ηλεκτροσόκ σε κάθε ασθενή πολύ περισσότερων από αυτά στα οποία είχαν υποβληθεί παλιότεροι ασθενείς του, όπως η Γκέιλ. Στον ήδη ιλιγγιώδη κατάλογο των ουσιών που χορηγούσε στα πειραματόζωά του πρόσθεσε δύο πειραματικές ψυχοτρόπους ουσίες που ενδιέφεραν ιδιαίτερα τη CIA: το LSD και το PCP.

Πρόσθεσε επίσης κι άλλα όπλα στο οπλοστάσιό του για την καταστολή της νόησης: αποστέρηση των αισθήσεων και πολύωρο ύπνο, μια διττή διαδικασία που, όπως ισχυριζόταν, «θα μειώσει ακόμα περισσότερο τις άμυνες του ατόμου», καθιστώντας τους ασθενείς πιο δεκτικούς στα ηχογραφημένα μηνύματα. Όταν άρχισαν να φτάνουν τα δολάρια της ClA, ο Κάµερον χρησιµοποίησε τα χρήµατα της επιχορήγησης για να µετατρέψει τους παλιούς στάβλους πίσω από το νοσοκοµείο σε κελιά αποµόνωσης. Επιπλέον, ανακαίνισε το υπόγειο, κατασκευάζοντας ένα δωµάτιο το οποίο αποκαλούσε «θάλαµο αποµόνωσης». Ηχοµόνωνε το δωµάτιο, το κατέκλυζε µε «λευκό θόρυβο», έσβηνε τα φώτα, φορούσε αδιαφανή γυαλιά και «λαστιχένιες ωτασπίδες» σε κάθε ασθενή, εγκλωβίζοντας ταυτόχρονα τα χέρια του µέσα σε χαρτονένιους κυλίνδρους, ώστε «να µην µπορεί να αγγίζει το σώµα του, επιβεβαιώνοντας µε αυτό τον τρόπο την αυτοεικόνα του», όπως έγραψε το 1956 ο Κάµερον σε ένα άρθρο του. Όµως, ενώ η όχι και τόσο έντονη αποστέρηση των αισθήσεων στα πειράµατα του Χεµπ σταµατούσε έπειτα από λίγες µέρες, ο Κάµερον υποχρέωνε τους ασθενείς τους να παραµένουν σε αυτή την κατάσταση για βδοµάδες ολόκληρες ένας από αυτούς έµεινε παγιδευµένος σε ένα κελί αποµόνωσης για τριάντα πέντε µέρες.

Επιπλέον αποστέρηση των αισθήσεων επιβαλλόταν στο αποκαλούµενο «δωµάτιο του ύπνου», όπου οι ασθενείς παρέµεναν ναρκωµένοι για είκοσι µε είκοσι δύο ώρες το εικοσιτετράωρο, µε τις νοσοκόµες να τους αλλάζουν θέση πάνω στα κρεβάτια για να µην πιάνονται και να τους ξυπνούν µόνο για να φάνε και να πάνε στην τουαλέτα.” Τα πειραµατόζωα παρέµεναν σε αυτή την κατάσταση δεκαπέντε µε τριάντα µέρες, αν και «η θεραπεία του συνεχόµενου ύπνου διήρκεσε για µερικούς ασθενείς µέχρι και εξήντα µέρες, όπως αναφέρει ο Κάµερον. Το προσωπικό του νοσοκοµείου είχε εντολές να µη µιλάει στους ασθενείς και να µην τους δίνει καµία πληροφορία για το χρονικό διάστηµα που θα παρέµεναν στο δωµάτιο. Για να διασφαλίσει ότι κανένας δε θα µπορούσε να γλιτώσει από αυτό τον εφιάλτη, ο Κάµερον χορήγησε σε µια οµάδα ασθενών µικρές δόσεις του φαρµάκου Curare, που προκαλεί παράλυση, µε συνέπεια αυτοί να είναι κυριολεκτικά φυλακισµένοι µέσα στο ίδιο τους το σωµα.

Σε ένα άρθρο του που έγραψε το 1960 ο Κάµερον ισχυριζόταν ότι υπάρχουν «δύο µείζονες παράγοντες» που µας επιτρέπουν «να διατηρούµε την αντίληψη του χρόνου και του χώρου» µε άλλα λόγια, να γνωρίζουµε πού και ποιοι είµαστε. Αυτοί οι δύο παράγοντες είναι: «α) η συνεχής εισροή αισθητηριακών ερεθισµάτων και β) η µνήµη µας». Με τα ηλεκτροσόκ ο Κάµερον εξουδετέρωνε τη µνήµη. µε τα κελιά αποµόνωσης εξουδετέρωνε την εισροή αισθητηριακών ερεθισµάτων. Ήταν αποφασισµένος να εξαναγκάσει τους ασθενείς του να απολέσουν ολοκληρωτικά το χωροχρονικό προσανατολισµό τους. Όταν αντιλήφθηκε ότι κάποιοι βασίζονταν στα γεύµατά τους για να υπολογίζουν τι ώρα είναι, ο Κάµερον διέταξε τους µάγειρες να αναστατώσουν το πρόγραµµα, αλλάζοντας τις ώρες των γευµάτων και σερβίροντας σούπα για πρωινό και χυλό για το δείπνο. «Μεταβάλλοντας τα χρονικά µεσοδιαστήµατα και αλλάζοντας τη φυσιολογική ώρα των γευµάτων µπορέσαµε να σπάσουµε αυτή τη δοµή», ανέφερε ικανοποιηµένος ο Κάµερον. Ωστόσο ανακάλυψε ότι, παρά τις επιµελείς προσπάθειές του, µια ασθενής είχε διατηρήσει κάποια επαφή µε τον εξωτερικό κόσµο αφουγκραζόµενη «τον αµυδρό βόµβο» ενός περοπλάνου που πετούσε πάνω από το νοσοκοµείο στις εννέα κάθε πρωί.

Για οποιονδήποτε έχει διαβάσει τις µαρτυρίες ανθρώπων που επέζησαν από βασανιστήρια, η λεπτοµέρεια αυτή είναι συνταρακτική. Όταν τους ρωτούν πώς κατάφεραν να αντέξουν µήνες ή χρόνια αποµόνωσης και βαναυσότητας, οι κρατούµενοι συχνά µιλάνε για τον ήχο της καµπάνας µιας µακρινής εκκλησίας ή για το κάλεσµα ενός µουεζίνη σε προσευχή ή για τα γέλια παιδιών που έπαιζαν σε κάποιο γειτονικό πάρκο. Όταν η ζωή περιορίζεται στους τέσσερις τοίχους ενός κελιού, ο επαναλαµβανόµενος ρυθµός αυτών των εξωτερικών ήχων µετατρέπεται σε ένα είδος σωσίβιου, µια απόδειξη ότι ο κρατούµενος είναι ακόµα άνθρωπος, ότι υπάρχει ένας κόσµος πέρα από τα βασανιστήρια. «Τεσσερις φορές άκουσα τα πουλιά να κελαηδούν µε την ανατολή του ήλιου έτσι κατάλαβα ότι είχαν περάσει τέσσερις µερες, δήλωσε ένας από τους επιζήσαντες του τελευταίου δικτατορικού καθεστώτος της Ουρουγουάης αναθυµούµενος ένα ιδιαίτερα µεγάλο χρονικό διάστηµα συνεχόµενων βασανιστηρίων. Η αγνώστων στοιχείων γυναίκα που, έγκλειστη στο υπόγειο του Ινστιτούτου Άλαν, προσπαθούσε να αφουγκραστεί τον κινητήρα ενός αεροπλάνου µέσα σε µια θολούρα σκοταδιού, φαρµάκων και ηλεκτροσόκ δεν ήταν µια ασθενής που τη φρόντιζε ένας γιατρός. Ήταν, από κάθε άποψη, µια κρατούµενη που υποβαλλόταν σε βασανιστήρια.

Υπάρχουν αρκετές ισχυρές ενδείξεις ότι ο Κάµερον είχε επίγνωση του γεγονότος ότι προσοµοίωνε συνθήκες βασανισµού και, όντας φανατικός αντικοµουνιστής, δικαιολογούσε τα πειράµατα στους ασθενείς του ως µέρος των πολεµικών επιχειρήσεων στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέµου. Σε µια συνέντευξη που παραχώρησε το 1955 σε ένα περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας συνέκρινε τους ασθενείς του µε αιχµαλώτους πολέµου που υποβάλλονται σε ανακρίσεις, λέγοντας ότι «όπως και οι αιχµάλωτοι που βρίσκονται στα χέρια των κοµουνιστών, προσπαθούν να αντισταθούν [στη θεραπεία] και πρέπει να τους ”σπάοουµε’». Ένα χρόνο µετά έγραψε ότι ο σκοπός της «αποδόµησης ήταν «η “κατάλυση” των αµυνών», επισηµαίνοντας ότι «είναι κάτι ανάλογο µε το ”σπάσιµο” ενός ατόµου όταν υποβάλλεται σε συνεχή ανάκριση».

Το 1960 ο Κάµερον πραγµατοποίησε µια σειρά διαλέξεων για τις έρευνές του σχετικά µε την αποστέρηση των αισθήσεων, στις οποίες δεν παρευρέθηκαν µόνο ψυχίατροι, αλλά και στρατιωτικοί. Σε µια από αυτές, που έγινε στο Τέξας, στη βάση Μπρουκς της πολεµικής περοπορίας, παραδέχτηκε ότι δε θεράπευε τη σχιζοφρένεια, αλλά ότι, αντίθετα, η αποστέρηση των αισθήσεων «προκαλεί τα βασικά συµmπτώµατα της σχιζοφρένειας: παραισθήσεις, έντονο άγχος, απώλεια της επαφής µε την πραγµατικότητα».Στις σηµειώσεις του για αυτή τη διάλεξη αναφέρει ότι µετά την αποστέρηση των αισθήσεων ακολουθούσε µια «αισθητηριακή υιιερφόρτωση», αναφερόµενος στη χρησιµοποίηση των ηλεκτροσόκ και στις ατέλειωτες επαναλήψεις ηχογραφηµένων µηνυµάτων και προαναγγέλλoνrας τις µελλοντικές ανακριτικές τακτικές”.

Η CIA χρηµατοδοτούσε το έργο του Κάµερον µέχρι το 1961, και για πολλά χρόνια δεν ήταν σαφές πώς ακριβώς και αν η κυβέρνηση των ΗΠΑ χρησιµοποίησε τις έρευνές του. Στις δεκαετίες του 1970 και του 1980, όταν τελικά παρουσιάστηκαν στις συνεδριάσεις της Γερουσίας αποδείξεις για τη χρηµατοδότηση των πειραµάτων από τη CIA και κάποιοι από τους ασθενείς πήραν την τολµηρή απόφαση να υποβάλουν αγωγές εναντίον της υπηρεσίας, οι περισσότεροι δηµοσιογράφοι και νοµοθέτες έτειναν να αποδεχτούν την εκδοχή της CIA για τα γεγονότα (δηλαδή, ότι είχε διεξαγάγει έρευνες για τις τεχνικες πλύσης εγκεφάλου µε σκοπό την προστασία των αιχµάλωτων Αµερικανών στρατιωτών). Το µεγαλύτερο µέρος της προσοχής του Τύπου εστιάστηκε στην εντυπωσιακή λεπτοµέρεια ότι η κυβέρνηση είχε χρηµατοδοτήσει τη χρήση ψυχοτρόπων ουσιών. Πράγµατι, όταν τελικά ξέσπασε το σκάνδαλο, δόθηκε ιδιαίτερη έµφαση στο γεγονός ότι η CIA και ο Γιούεν Κάµερον είχαν εντελώς κυνικά καταστρέψει µε τα πειράµατά τους ανθρώπινες ζωές χωρίς να υπάρχει ουσιαστικός λόγος: Η έρευνα θεωρήθηκε άχρηστη, καθώς όλοι γνώριζαν ότι η πλύση εγκεφάλου ήταν ένας µύθος του Ψυχρού Πολέµου.

Από τη µεριά της, η CIΑ ενθάρρυνε αυτή την αντιµετώπιση, προτιµώντας να τη χλευάζουν επειδή τάχα είχε πιστέψει σε ανόητες θεωρίες επιστηµονικής φαντασίας παρά να την κατηγορούν ότι είχε χρηµατοδοτήσει ένα εργαστήριο βασανιστηρίων σε ένα φηµισµένο πανεπιστήµιο το οποίο, µάλιστα, υπήρξε ιδιαίτερα αποτελεσµατικό. Όταν ο Τζον Γκίτινγκερ, ο ψυχολόγος που υπήρξε ο πρώτος άνθρωπος της CIΑ ο οποίος ήρθε σε επαφή µε τον Κάµερον, υποχρεώθηκε να καταθέσει στη συνεδρίαση µιας µεικτής επιτροπής της Γερουσίας, χαρακτήρισε την οικονοµική υποστήριξη προς τον Κάµερον «ένα ηλίθιο λάθος, […] ένα τροµακτικό λάθος». Όταν κατά τις ακροάσεις της Γερουσίας ζητήθηκε από τον Σίντνεί Γκότλιµπ, πρώην επικεφαλής του σχεδίου «MKUltra», να εξηγήσει για ποιο λόγο είχε διατάξει να καταστραφούν όλα τα αρχεία τού ύψους 25 εκατοµµυρίων δολαρίων προγράµµατος, απάντησε ότι «τα αποτελέσµατα του “MKUltra” δεν είχαν κάποια σηµαντική αξία για την υπηρεσία». Από τη στιγµή που ήρθε στο φως το σχέδιο «MKUltra» τη δεκαετία του 1980 και µέχρι σήµερα στις διάφορες έρευνες που δηµοσιεύονται τόσο στον Τύπο όσο και σε βιβλία τα πειράµατα περιγράφονται συστηµατικά µε τις φράσεις «έλεγχος της σκέψης» και «πλύση εγκεφάλου». Η λέξη «βασανιστήρια» δε χρησιµοποιείται σχεδόν ποτέ.

Η επιστήµη ιου φόβου

ο 1988 οι New York Times πραγµατοποίησαν µια τολµηρή έρευνα για την ανάµειξη των ΗΠΑ σε βασανιστήρια και δολοφονίες στην Ονδούρα. Ο Φλορένσιο Καµπαλέρο, ανακριτής του διαβόητου για τη βαναυσότητά του Τάγµατος 316 του στρατού της Ονδούρα, αποκάλυψε στους Times ότι ο ίδιος και είκοσι τέσσερις συνάδελφοί του είχαν εκπαιδευτεί στο Τέξας από τη CIA. «Μας δίδαξαν ψυχολογικές µεθόδους ώστε να εντοπίζουµε τους φόβους και τις αδυναµίες ενός κρατουµένου. Έπρεπε να τον υποχρεώνουµε να στέκεται όρθιος, να µην τον αφήνουµε να κοιµάται, να τον κρατάµε γυµνό και αποµονωµένο, να βάζουµε αρουραίους και κατσαρίδες στο κελί του, να του δίνουµε άθλια τροφή, να του σερβίρουµε νεκρά ζώα, να τον καταβρέχουµε, να αλλάζουµε τη θερµοκρασία στο κελί του». Υπήρχε µία ακόµα τεχνική, την οποία απέφυγε να αναφέρει: το ηλεκτροσόκ.

Η Ινές Μουρίλιο, µια εικοσιτετράχρονη κρατούµενη την οποία «ανέκριναν» ο Καµπαλέρο και οι συνάδελφοί του, είπε στους Times ότι της έκαναν τόσα πολλά ηλεκτροσόκ, ώστε «ούρλιαζα και σωριάστηκα στο έδαφος. Δεν µπορείς να συγκρατήσεις τα ουρλιαχτά σου». Και συνέχισε: «Μύρισα καπνό και συνειδητοποίησα ότι είχα πάθει εγκαύµατα από τα ηλεκτροσόκ. Μου είπαν ότι θα µε βασάνιζαν µέχρι να τρελαθώ. Δεν τους πίστεψα. Όµως άνοιξαν τα πόδια µου και έχωσαν καλώδια στα γεννητικά µου όργανα». Η Μουρίλιο δήλωσε επίσης ότι υπήρχε και κάποιος άλλος στο δωµάτιο: ένας Αµερικανός που έλεγε στους ανακριτές ποιες ερωτήσεις να κάνουν και αυτοί τον αποκαλούσαν «κύριο Μάικ».

Οι αποκαλύψεις αυτές οδήγησαν στις ακροάσεις της Επίλεκτης Επιτροπής για τις Υπηρεσίες Πληροφοριών της Γερουσίας, κατά τη διάρκεια των οποίων ο τότε αναπληρωτής διευθυντής της CIΑ Ρίτσαρντ Στολζ επιβεβαίωσε ότι «Ο Καμπαλέρο είχε όντως παρακολουθήσει ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα της CIA για την εκμετάλλευση των ανθρώπινων πόρων και την ανάκριση». Η Bαltimore Sun υπέβαλε μια αίτηση βάσει του Νόμου για την Ελευθερία της Πληροφόρησης ζητώντας το υλικό που είχε χρησιμοποιηθεί για την εκπαίδευση ανθρώπων όπως ο Καμπαλέρο. Για πολλά χρόνια η CIΑ αρνιόταν να συμμορφωθεί. Τελικά, υπό την απειλή μιας αγωγής και εννέα χρόνια μετά τη δημοσίευση του πρώτου άρθρου για αυτή την ιστορία, η CIΑ παρέδωσε ένα βιβλιαράκι με τον τίτλο Kubαrk Counterintelligence Ιnterrogαtion. Ο τίτλος ήταν κωδικοποιημένος: Σύμφωνα με τους New York Times, «η λέξη “Kubark” είναι ένα κρυπτώνυμο, με το κU να είναι δύο τυχαία γράμματα στη σειρά και το BARK ο κωδικός για την υπηρεσία εκείνη την εποχή».

Σύμφωνα με πιο πρόσφατες εκτιμήσεις, εικάζεται ότι το κU υποδηλώνει «μια χώρα ή μια συγκεκριμένη μυστική ή συγκαλυμμένη ειιιχείρηση». Το βιβλιαράκι είναι ένα εγχειρίδιο 128 σελίδων για την «ανάκριση ανθεκτικών πηγών» και βασίζεται σε πολύ μεγάλο βαθμό στις έρευνες που είχαν διεξαχθεί στο πλαίσιο του σχεδίου «MKUltra» είναι παντού εμφανή τα ίχνη των πειραμάτων του Γιούεν Κάμερον και του Ντόναλντ Χεμπ. Οι μέθοδοι ποικίλλουν από την αποστέρηση των αισθήσεων μέχρι την πρόκληση άγχους και από την αποστέρηση της όρασης με κουκούλα μέχρι την πρόκληση πόνου. (Το εγχειρίδιο παραδέχεται ότι πολλές από αυτές τις ανακριτικές τακτικές είναι παράνομες και συμβουλεύει τους ανακριτές «να ζητούν εκ των προτέρων έγκριση από τα κεντρικά [ … ] σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες καταστάσεις: 1. Αν πρόκειται να προκληθούν σωματικές βλάβες. 2. Αν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν ιατρικές, χημικές ή ηλεπφικές μέθοδοι ή υλικά για να αποσπαστεί η συναίνεση [του κρατουμενου]»}

Το εγχειρίδιο χρονολογείται από το 1963, το τελευταίο έτος λειτουργίας του προγράμματος «MKUltra» και δύο χρόνια μετά το τέλος των χρηματοδοτούμενων από τη CIΑ πειραμάτων του Κάμερον. Στο βιβλιαράκι αναγράφεται ότι, αν οι τεχνικές χρησιμοποιηθούν ορθά, «θα καταστρέψουν τη δυνατότητα αντίστασης» μιας ανθεκτικής πηγής. Όπως αποδεικνύεται, αυτός ήταν και ο πραγματικός σκοπός του σχεδίου «MKUltra»: όχι να γίνουν έρευνες πάνω στην πλύση εγκεφάλου (κάτι που αποτελούσε απλώς ένα παράπλευρο σχέδιο), αλλά να σχεδιαστεί ένα επιστημονικά τεκμηριωμένο σύστημα για την απόσπαση πληροφοριών από «ανθεκτικες πηγές». Πράγμα που σημαίνει βασανιστήρια.

Στην πρώτη σελίδα του εγχειριδίου αναφέρεται ότι στη συνέχεια θα περιγραφούν ανακριτικές μέθοδοι που βασίζονται «σε εκτενείς έρευνες, συμπεριλαμβανομένων επιστημονικών πειραμάτων που διεξήχθησαν από ειδικούς σε συναφή υποκείμενα». Το εγχειρίδιο εγκαινιάζει μια νέα εποχή εξειδικευμένων :αι εκλεπτυσμένων βασανιστηρίων σε αντικατάσταση των μακάβριων, χονδροειδών και αναποτελεσματικών μεθόδων βασανισμού που χρησιμοποιούταν από την εποχή της ισπανικής Ιεράς Εξέτασης. Εν είδει προλόγου, αναφέρεται στο εγχειρίδιο: «Η υπηρεσία πληροφοριών, η οποία είναι πλέον σε θέση να επιλύει τα προβλήματα που αντιμετωπίζει με τις πιο κατάλληλες και σύγχρονες γνώσεις, διαθέτει ένα τεράστιο πλεονέκτημα έναντι μιας υπηρεσίας που διεξάγει τις μυστικές επιχειρήσεις της με μεθόδους του δέκατου όγδοου αιώνα. [ … ] Δεν είναι πλέον δυνατόν να μιλάμε για ανάκριση χωρίς να γίνεται αναφορά συς ψυχολογικές έρευνες που πραγματοποιήθηκαν την προηγούμενη δειαετία».Και ακολουθεί ένας πρακτικός οδηγός για την αποδιάρθρωση της ανθρώπινης προσωπικότητας.

Στο εγχειρίδιο υπάρχει μια μεγάλη ενότητα για την αποστέρηση των αισθήσεων, στην οποία γίνεται λόγος για «έναν αριθμό πειραμάτων στο Πανεπιστήμιο Μακγκίλ». Περιγράφεται λεπτομερώς η κατασκευή θαλάμων απομόνωσης και επισημαίνεται ότι «η αποστέρηση ερεθισμάτων προκαλεί παλινδρόμηση, καθώς ο νους του υποκειμένου στερείται επαφής με τον εξωτερικό κόσμο, με συνέπεια αυτό να υποχρεώνεται να αναδιπλωθεί στον εαυτό του. Ταυτόχρονα, η έκθεση του υποκειμένου που έχει παλινδρομήσει σε προσχεδιασμένα ερεθίσματα κατά τη διάρκεια της ανάκρισης το ωθεί να αντιμετωπίζει τον ανακριτή ως πατρική φιγούρα». Η αίτηση βάσει του Νόμου για την Ελευθερία της Πληροφόρησης είχε ως αποτέλεσμα η CIΑ να παραδώσει και μια αναθεωρημένη εκδοχή του εγχειριδίου, που εκδόθηκε το 1983 για χρήση στη Λατινική Αμερική. «Τα παράθυρα θα πρέπει να βρίσκονται τοποθετημένα ψηλά στον τοίχο, ενώ θα πρέπει να υπάρχει η δυνατότητα να μπλοκάρεται το εξωτερικό φως», αναγράφεται εκεί.*

_____________________________________________________

* Τα εγχειρίδιο του 1983 είναι γραμμένο με τρόπο ώσrε να χρησιμοποιείται ως διδακτικό υλικό, καθώς συμπεριλαμβάνει τεστ και συμβουλές («Οταν ξεκινάτε μια νέα συνεδρία, να έχετε πάντα καινούριες μπαταρίες σrη διάθεσή σας»). (Σ.τ.Σ.)

_____________________________________________________

Ήταν αυτό ακριβώς που φοβόταν ο Χεμπ: τη χρησιμοποίηση των μεθόδων αποστέρησης των αισθήσεων ως «τρομακτικών ανακριτικών τεχνικών». Όμως ήταν το έργο του Κάμερον και η συνταγή του για τη διατάραξη της «αντίληψης του χωροχρόνου» που αποτέλεσαν τον πυρήνα της μεθόδου η οποία περιγράφεται στο εγχειρίδιο Kubαrk. Το βιβλιαράκι αναφέρει αρκετές από τις τεχνικές αποδόμησης της προσωπικότητας των ασθενών οι οποίες τελειποιήθηκαν στο υπόγειο του Ινστιτούτου Άλαν: «Η βασική αρχή είναι ότι οι συνεδρίες πρέπει να είναι σχεδιασµένες µε τέτοιον τρόπο, ώστε να διαταράσσουν την αίσθηση της χρονολογικής σειράς. [ … ] Μερικοί ανακρινόµενοι ενδέχεται να παλινδροµήσουν µέσω της συνεχούς χειραγώγησης του χρόνου, βάζοντας τα ρολόγια πιο µπροστά ή πιο πίσω και σερβίροντας τα γεύµατα σε παράξενες ώρες δέκα λεπτά ή δέκα ώρες µετά το σερβίρισµα του προηγούµενου γεύµατος. Η νύχτα και η µέρα συγχέονται».

Περισσότερο από οποιαδήποτε επιµέρους τεχνική, αυτό που κυρίως ερέθισε τη φαντασία των συγγραφέων του Kubark ήταν η εστίαση του Κάµερον στην παλινδρόµηση, στην ιδέα ότι, στερωντας από τους ανθρώπους την αίσθηση του ποιοι είναι και πού βρίσκονται σε σχέση µε το χρόνο και το χώρο, ενήλικες µπορούσαν να µετατραπούν σε εξαρτηµένα παιδιά των οποίων ο νους ήταν άγραφο χαρτί, απόλυτα χειραγωγήσιµα. Οι συγγραφείς επανέρχονται επανειληµµένα σε αυτό το θέµα: «Το σύνολο των τεχνικών που χρησιµοποιούνται για να βγει µια ανάκριση από ένα αδιέξοδο, ολόκληρο το φάσµα από την απλή αποµόνωση µέχρι την ύπνωση και τη νάρκωση, είναι ουσιώδεις τρόποι για να επιταχυνθεί η διαδικασία της παλινδρόµησης. Καθώς ο ανακρινόµενος διολισθαίνει από την ωριµότητα σε µια περισσότερο νηπιακή κατάσταση, τα αποκτηµένα ή δοµηµένα χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του εξασθενούν». Τότε είναι που ο κρατούµενος εισέρχεται σε µια κατάσταση «ψυχολογικού σοκ» ή «αναστολή» της ζωτικότητας», φτάνοντας στο ποθητό για έναν ανακριτή σηµείο, καθώς τότε «το υποκείµενο είναι πολύ πιο δεκτικό σε υποδείξεις, πολύ πιο πιθανό να συµµορφωθεί».

Ο Άλφρεντ Μακόι, ένας ιστορικό; του Πανεπιστηµίου του Ουισκόνσιν που έχει παρουσιάσει την εξέλιξη των τεχνικών βασανισµού από την εποχή της Ιεράς Εξέτασης στο βιβλίο του Α Question of Torture: CIA Ιnterrogation from the Cold War to the War on Terror, χαρακτηρίζει τη µέθοδο πρόκλησης σοκ µέσω της αποστέρησης των αισθήσεων που περιγράφεται στο εγχειρίδιο Kubark και την επακόλουθη αισθητηριακή υπερφόρτωση «την πρώτη πραγµατική επανάσταση στην απάνθρωπη επιστήµη του πόνου έπειτα από τρεις αιωνες. Και, σύµφωνα µε τον Μακόι, δε θα µπορούσε να επέλθει χωρίς τα πειράµατα που έγιναν στο Πανεπιστήµιο Μακγκίλ τη δεκαετία του 1950. «Απαλλαγµένα από τις αλλόκοτες υπερβολές του δρα Κάµερον, τα πειράµατά του, που βασίστηκαν στην προηγούµενη καινοτόµο έρευνα του δρα Χεµπ, έθεσαν τα επιστηµονικά θεµέλια για τη σε δύο στάδια ψυχολογική µέθοδο βασανισµού της CIA».

Στις χώρες όπου έδρασαν όσοι εκπαιδεύτηκαν στη µέθοδο του εγχειριδίου Kubαrk είναι ολοφάνερη η υιοθέτηση κάποιων συγκεκριµένων προτύπων, σχεδιασµένων έτσι ώστε να προκαλούν, να αυξάνουν και να συντηρούν την κατάσταση σοκ: Οι κρατούµενοι συλλαµβάνονται απροσδόκητα και µε τρόπο άκρως αποπροσανατολιστικό, είτε αργά τη νύχτα είτε τα χαράµατα, όπως συµβουλεύει το εγχειρίδιο. Τους φορούν αµέσως κουκούλες ή τους καλύπτουν τα µάτια, Τους γυµνώνουν και τους χτυπούν, ενώ στη συνέχεια τους επιβάλλουν κάποιας µορφής αποστέρηση των αισθήσεων. Και από τη Γουατεµάλα µέχρι την Ονδούρα, από το Βιετνάµ µέχρι το Ιράκ, από τις Φιλιππίνες µέχρι τη Χιλή, η χρήση ηλεκτροσόκ είναι καθολική.

Φυσικά, η επιρροή του Κάµερον ή του σχεδίου «MKUltra» δεν είναι η µοναδική. Τα βασανιστήρια βασίζονται πάντα στον αυτοσχεδιασµό, σε ένα συνδυασµό εµπεδωµένων τεχνικών και της ενστικτώδους ροπής του ανθρώπου προς τη βαναυσότητα, η οποία αποχαλινώνεται όταν βασιλεύει η ατιµωρησία. Στα µέσα της δεκαετίας του 1950 στην Αλγερία ήταν ρουτίνα ο βασανισµός µε ηλεκτροσόκ των µαχητών για την ανεξαρτησία από Γάλλους στρατιώτες, συχνά µε τη βοήθεια ψυχιάτρων. Την ίδια περίοδο Γάλλοι αξιωµατικοί πραγµατοποίησαν σεµινάρια σε µια αµερικανική σχολή «καταστολής της ανταρσίας στο Φορτ Μπραγκ της Βόρειας Καρολίνα, στη διάρκεια των οποίων εκπαίδευσαν όσους τα παρακολούθησαν στις τεχνικές που χρησιµοποιούνταν στην Αλγερία. Ωστόσο είναι σαφές ότι το συγκεκριµένο µοντέλο του Κάµερον, που βασιζόταν σε πολλαπλά και συνεχόµενα ηλεκτροσόκ όχι µόνο για την πρόκληση πόνου αλλά και για την κατάλυση δοµηµένων προσωπικοτήτων, εντυπωσίασε τη CIA. Το 1966 η υπηρεσία έστειλε στη Σαίγκόν τρεις ψυχιάτρους εξοπλισµένους µε µια ΠέιτζΡάσελ, τη συσκευή ηλεκτροσόκ που προτιµούσε ο Κάµερον. Τη χρησιµοποίησαν µε τόσο επιθετικό τρόπο, ώστε αρκετοί κρατούµενοι έχασαν τη ζωή τους.

Σύµφωνα µε τον Μακόι, «στην πραγµατικότητα, δοκίµαζαν υπό πραγµατικές συνθήκες αν οι τεχνικές αποδόµησης του Κάµερον µπορούσαν όντως να αλλοιώσουν την ανθρώπινη ουµπεριφορά. Ωστόσο η άµεση εµπλοκή αξιωµατούχων των υπηρεσιών πληροφοριών των ΗΠΑ ήταν σπάνια. Από τη δεκαετία του 1970 και µετά ο ρόλος που προτιµούσαν οι Αµερικανοί πράκτορες ήταν αυτός του µέντορα ή του εκπαιδευτή και όχι του απευθείας ανακριτή. Μαρτυρίες ανθρώπων που επέζησαν από βασανιστήρια στη Λατινική Αµερική κατά τη διάρκεια των δεκαετιών του 1970 και του 1980 βρίθουν αναφορών σε µυστηριώδεις ανθρώπους που µιλούσαν αγγλικά, µπαινόβγαιναν στα κελιά και έδιναν συµβουλές στους ανακριτές ή τους υπαγόρευαν τι ερωτήσεις να κάνουν. Η Νταίάνα Ορτίζ, μια Αμερικανίδα μοναχή που απήχθη και φυλακίστηκε στη Γουατεμάλα το 1989, έχει καταθέσει ότι οι άντρες που τη βίαζαν και την έκαιγαν με τσιγάρα έπαιρναν διαταγές από κάποιον που μιλούσε ισπανικά με έντονη αμερικανική προφορά και τον αποκαλούσαν «αφεντικο». Η Τζένιφερ Χάρμπουρι, της οποίας ο σύζυγος βασανίστηκε και δολοφονήθηκε από έναν αξιωματικό του στρατού της Γουατεμάλα που ήταν στη μισθοδοσία της CIA, έχει τεκμηριώσει πολλές τέτοιες περιπτώσεις στο εξαιρετικά σημαντικό βιβλίο της Truth, Torture and the American Wαy.

Παρά την «ευλογία» πολλών διαδοχικών κυβερνήσεων της Ουάσινγκτον, ο ρόλος των ΗΠΑ σε αυτούς τους βρόμικους πολέμους έπρεπε να είναι συγκαλυμμένος, για προφανείς λόγους. Τα βασανιστήρια, είτε ψυχολογικά είτε σωματικά, συνιστούν κατάφωρη παραβίαση των Συμβάσεων της Γενεύης, που απαγορεύουν ρητά «κάθε μορφή βασανισμού ή πρόκλησης πόνου», αλλά και του Ενιαίου Κώδικα Στρατιωτικής Δικαιοσύνης των ενόπλων δυνάμεων των ΗΠΑ, που απαγορεύει την «πρόκληση πόνου» και την «καταπίεση» των αιχμαλώτων. Το εγχειρίδιο Kubark προειδοποιεί τους αναγνώστες στη σελίδα 2 ότι οι τεχνικές ενέχουν «σοβαρό κίνδυνο μεταγενέστερων αγωγών», ενώ η εκδοχή του 1983 είναι ακόμα πιο ωμή: «Η χρησιμοποίηση βίας, ψυχολογικών βασανιστηρίων, απειλών και προσβολών ή η δυσάρεστη και απάνθρωπη μεταχείριση οποιουδήποτε είδους ως ένα μέσο υποβοήθησης της ανάκρισης απαγορεύονται από τη νομοθεσία, τόσο τη διεθνή όσο και την εγχώρια». Με απλά λόγια, αυτό που έκαναν οι Αμερικανοί πράκτορες ήταν παράνομο, συνεπώς έπρεπε να γίνεται συγκαλυμμένα. Αν κάποιος τους ρωτούσε, απαντούσαν ότι δίδασκαν σύγχρονες επαγγελματικές μεθόδους αστυνόμευσης σε εκπαιδευόμενους από τις αναπτυσσόμενες χώρες και ότι δεν ήταν υπεύθυνοι για τις όποιες «υπερβολες συνέβαιναν έξω από τις αίθουσες διδασκαλίας.

Στις 11 Σεπτεμβρίου 2001 η μακρόχρονη επιμονή στη δυνατότητα διάψευσης οποιασδήποτε ανάμειξης πήγε περίπατο. Οι τρομοκρατικές επιθέσεις στους Δίδυμους Πύργους και στο Πεντάγωνο ήταν διαφορετικά είδη σοκ από εκείνα που φαντάζονταν οι συγγραφείς του εγχειριδίου Kubαrk, όμως οι επιπτώσεις τους ήταν εντυπωσιακά παρόμοιες: βαθύτατος αποπροσανατολισμός, ακραίος φόβος και άγχος, συλλογική παλινδρόμηση. Ακριβώς όπως ο ανακριτής μετατρέπεται, σύμφωνα με το εγχειρίδιο Kubark, σε «πατρική φιγούρα» για τους αιχμαλώτους, έτσι και η κυβέρνηση Μπους έσπευσε να εκμεταλλευτεί το διάχυτο φόβο για να υποδυθεί το ρόλο του προστατευτικού γονιού που είναιέτοιµος να υπερασπιστεί την «πατρική γη» και τον ευάλωτο λαό µε κάθε αναγκαίο µέσο. Η µετατόπιση στην πολιτική των ΗΠΑ, που συνοψίστηκε από τον αντιπρόεδρο Ντικ Τσέινι στην περιβόητη δήλωσή του ότι «θα δράσουµε στη σκοτεινή πλευρά», δε σήµαινε πως η κυβέρνηση Μπους υιοθετούσε τακτικές τις οποίες αποστρέφονταν οι περισσότερο ανθρωπιστές προκάτοχοί της (όπως ισχυρίστηκαν πολλοί Δηµοκρατικοί, επικαλούµενοι αυτό που ο ιστορικός Γκάρ Ουίλς αποκαλεί «ιδιαίτερο αµερικανικό µύθο της αρχετυπικής αναµαρτησίας»). Αντίθετα, η πραγµατική µετατόπιση αφορούσε το ότι όσα στο παρελθόν γίνονταν διά αντιπροσώπων και αρκετά µακριά ώστε να υπάρχει η δυνατότητα διάψευσης τώρα πια η αµερικανική κυβέρνηση θα τα έκανε απευθείας η ίδια και θα τα υπερασπιζόταν ανοιχτά.

Παρά τα όσα έχουν ειπωθεί για την ανάθεση της πραγµατοποίησης βασανιστηρίων σε «εξωτερικούς προµηθευτές», η πραγµατική καινοτοµία της κυβέρνησης Μπους ήταν η «εγχωριοιιοίηοη» των βασανιστηρίων, µε τους κρατούµενους να βασανίζονται πλέον από πολίτες των ΗΠΑ σε ελεγχόµενες από τις ΗΠΑ φυλακές ή να µεταφέρονται µε περοπλάνα των ΗΠΑ σε τρίτες χώρες µε τη διαδικασία της «έκτακτης έκδοοης». Αυτή ακριβώς ήταν η διαφορά του καθεστώτος Μπους από τις προηγούµενες κυβερνήσεις: Μετά τις επιθέσεις της 11ης Σεπτεµβρίου τόλµησε να απαιτήσει το δικαίωµα να βασανίζει χωρίς αιδώ. Ωστόσο υπήρχε ο κίνδυνος να ασκηθεί ποινική δίωξη εναντίον της κυβέρνησης, ένα πρόβληµα που αντιµετωπίστηκε µε την αλλαγή της νοµοθεσίας. Η αλυσίδα των γεγονότων είναι γνωστή: Ο τότε υπουργός Άµυνας Ντόναλντ Ράµσφελντ, εξουσιοδοτηµένος από τον Τζορτζ Μπους, εξέδωσε ένα διάταγµα σύµφωνα µε το οποίο όσοι συλλαµβάνονταν στο Αφγανιστάν δεν καλύπτονταν από τις Συµβάσεις της Γενεύης, επειδή ήταν «εχθρικοί µαχητές» και όχι αιχµάλωτοι πολέµου. Το διάταγµα προσυπέγραψε ο τότε νοµικός σύµβουλος του Λευκού Οίκου Αλµπέρτο Γκονζάλες (ο οποίος αργότερα θα διοριζόταν γενικός εισαγγελέας των ΗΠΑ).

Στη συνέχεια ο Ράµσφελντ ενέκρινε τη χρησιµοποίηση µιας σειράς από ειδικές ανακριτικές πρακτικές στον πόλεµο κατά της τροµοκρατίας. Σε αυτές συµπεριλαµβάνονταν οι µέθοδοι που παρατίθενται στα εγχειρίδια της CIA: «χρησιµοποίηση χώρων αποµόνωσης µέχρι και για τριάντα µέρες», «αποστέρηση του φωτός και ακουστικών ερεθισµάτων», «τοποθέτηση µιας κουκούλας στο κεφάλι του κρατουµένου κατά τη διάρκεια της µεταφοράς και της ανάκρισής του», «αφαίρεση των ρούχων» και «χρησιµοποίηση των ατοµικών φοβιών των κρατουµένων (όπως η φοβία για τους σκύλους) για την πρόκληση άγχους». Σύµφωνα µε το Λευκό Οίκο, η απαγόρευση των βασανιστηρίων εξακολουθούσε να ισχύει, όµως για να χαρακτηρίζεται πλέον µια ενεργεια «βασανιστήριο» ο πόνος που προκαλούνταν θα έπρεπε να είναι «αντίστοχος σε ένταση µε τον πόνο που συνοδεύει σοβαρά σωµατικά τραύµατα, όπως η βλάβη σε ένα όργανο». *

Σύµφωνα µε αυτούς τους νέους κανόνες, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ήταν ελεύθερη να χρησιµοποιεί τις µεθόδους που είχαν αναπτυχθεί τη δεκαετία του 1950 υπό συνθήκες µυστικότητας και διαψευσιµότητας, µόνο που πλέον το έκανε απροκάλυπτα, χωρίς να υπάρχει ο φόβος ποινικής δίωξης. Τον Φεβρουάριο του 2006 το Συµβούλιο για τις Επιστήµες της Πληροφόρησης, ένας συµβουλευτικός βραχίονας της ClA, δηµοσίευσε µια αναφορά γραµµένη από ένα βετεράνο ανακριτή του Υπουργείου Άµυνας, η οποία δήλωνε απροκάλυπτα ότι «η προσεκτική ανάγνωση του εγχειριδίc Kubark είναι ουσιώδης για όποιον συµµετέχει σε ανακρίοεις.

Ένας από τους ανθρώπους που βρέθηκαν αντιµέτωποι µε τη νέα τάξη πραγµάτων ήταν ο πολίτης των ΗΠΑ και πρώην µέλος συµµορίας Χοσέ Παντίλα Συνελήφθη τον Μάιο του 2002 στο αεροδρόµιο Ο’Χέαρ του Σικάγου µε την κατηγορία ότι σκόπευε να κατασκευάσει µια «βρόµικη βόµβα»**. Αντί να ασκηθεί δίωξη εναντίον του και η υπόθεσή του να ακολουθήσει το δρόµο της δικαοσύνης, ο Παντίλα χαρακτηρίστηκε «εχθρικός µαχητής», µε συνέπεια να στερηθεί όλα τα δικαιώµατά του. Ο Παντίλα ισχυρίζεται ότι τον οδήγησαν σε μία φυλακή του πολεµικού ναυτικού των ΗΠΑ στο Τσάρλεστον της Νότιας Καρολίνα, του έκαναν µια ένεση µε ναρκωτική ουσία (που πιστεύει ότι ήταν είτε LSD είτε PCP) και τον υπέβαλαν σε έντονη αποστέρηση των αισθήσεων: Τον έκλε σαν σε ένα µικροσκοπικό κελί µε καλυµµένα παράθυρα και δεν του επέτρεψαν να έχει ένα ρολόι ή ένα ηµερολόγιο. Όποτε τον έβγαζαν από το κελί, τc φορούσαν χειροπέδες, αδιαφανή γυαλιά για να µη βλέπει και ακουστικά να μην ακούει. Ο Παντίλα έζησε σε αυτές τις συνθήκες χίλιες τριακόσιες εφτά μέρες, ερχόμενος σε επαφή μόνο με τους ανακριτές του, οι οποίοι, όταν τον ανέκριναν, βομβάρδιζαν τις διψασμένες για ερεθίσματα αισθήσεις του με εκτυφλωτικό φως και εκκωφαντικού; ήχους.

_________________________________________________________

* Υπό την πίεση µελών του Κογκρέσου και της Γερουσίας, αλλά και του Ανώτατου Δικαστήρίου, η κυβέρνηση Μπους υποχρεώθηκε να µετριάσει κάπως τη θέση της όταν το Κογκρέσο εν κρινε το Νόµο για τις Στρατιωτικές Προµήθειες του 2006. Όµως, παρόλο που ο Λευκός Οίκ χρησιµοποίησε τον καινούριο νόµο ως πρόσχηµα για να ισχυριστεί ότι αποκήρυσσε τη χρή< βασανιστηρίων, υπήρχαν τεράστια «παράθυρα» που επέτρεπαν στους πράκτορες της CIA κ στους άντρες των ιδιωτικών εταιρειών ασφάλειας να συνεχίσουν να χρησιµοποιούν την αισθ τηριακή αποστέρηση και υπερφόρτωση που περιγραφόταν στο εγχειρίδιο Kubαrk, καθώς κ άλλες «δηµιουργικά» τεχνικές, στις οποίες περιλαµβανόταν και η προσοµοίωση πνιγµού. Πρ υπογράψει τη νοµοθετική πράξη, ο Μπους πρόσθεσε µια «έγγραφη δήλωση» στην οποία δι τράνωνε το δικαίωµά του «να ερµηνεύω το νόηµα και την εφαρµογή των Συµβάσεων της Γενε ης» κατά το δοκούν. Οι New York Times έγραψαν ότι ψε τη µονοµερή απόφασή του ξαναέγρ ψε περισσότερα από διακόσια χρόνια παράδοσης και νόµου». (Σ.τ.Σ.)

** Αυτοσχέδια βόµβα µε ραδιενεργό υλικό. (Σ.τ.Μ.)

_____________________________________________________

Ο Παντίλα οδηγήθηκε στο δικαστήριο τον Δεκέμβριο του 2006, παρόλο που είχε αποσυρθεί η κατηγορία της πρόθεσης κατασκευής «βρόμικης βόμβας» για την οποία είχε συλληφθεί. Τον κατηγόρησαν ότι είχε επαφές με τρομοκράτες, όμως δεν μπορούσε να κάνει πολλά πράγματα για να υπερασπίσει τον εαυτό του: Σύμφωνα με τις καταθέσεις ειδικών, οι τεχνικές παλινδρόμησης είχαν καταστρέψει ολοκληρωτικά τον ενήλικο άντρα που ήταν κάποτε, εκπληρώνοντας απόλυτα το σκοπό για τον οποίο είχαν σχεδιαστεί. «Τα εκτενή βασανιστήρια που υπέστη ο κύριος Παντίλα του προκάλεσαν βλάβες, τόσο πνευματικές όσο και σωματικές», δήλωσε ο δικηγόρος του στο δικαστήριο. «Ο τρόπος με τον οποίο η κυβέρνηση αντιμετώπισε τον κύριο Παντίλα του στέρησε την προσωπικότητά του». Ένας ψυχίατρος που τον εξέτασε κατέληξε στο συμπέρασμα ότι «δεν έχει την ικανότητα να υπερασπίσει τον εαυτό του». Όμως ο διορισμένος από τον Μπους δικαστής επέμεινε ότι ο κατηγορούμενος ήταν σε θέση να δικαστεί. Το γεγονός ότι ο Παντιλα οδηγήθηκε ενώπιον της τακτικής δικαιοσύνης καθιστά την περίπτωσή του ιδιαίτερη. Χιλιάδες άλλοι κρατούμενοι σε ελεγχόμενες από τις Ηνωμένες Πολιτείες φυλακές (οι οποίοι, σε αντίθεση με τον Παντίλα, δεν είναι πολίτες των ΗΠΑ) υπέστησαν ένα παρόμοιο καθεστώς βασανισμού, χωρίς τη δημόσια απόδοση ευθυνών την οποία εξασφαλίζει η τακτική δικαιοσύνη.

Πολλοί βρίσκονται στο Γκουαντάναμο. Ο Μαμντού Χαμπίμπ, ένας Αυστραλός που ήταν έγκλειστος εκεί, έχει δηλώσει ότι «ο κόλπος του Γκουαντάναμο είναι ένα πείραμα [ … ] και πειραματίζονται πάνω στην πλύση εγκεφάλου». Πράγματι, όπως δείχνουν οι μαρτυρίες, οι αναφορές και οι φωτογραφίες από το Γκουαντάναμο, είναι σαν το Ινστιτούτο Άλαν να μεταφέρθηκε στην Κούβα. Στους κρατούμενους επιβάλλονται συνθήκες έντονης αποστέρησης των αισθήσεων με κουκούλες, αδιαφανή γυαλιά και ακουστικά. Τους αφήνουν μέσα σε κελιά απομόνωσης για μήνες και τους βγάζουν έξω μόνο για να βομβαρδίσουν τις αισθήσεις τους με αλυχτίσματα σκυλιών, εκτυφλωτικό φως και μαγνητοταινίες με κλάματα μωρών, εκκωφαντική μουσική και νιαουρίσματα γατιών.

Για πολλούς κρατούμενους οι επιπτώσεις αυτών των τεχνικών είναι παρόμοιες με εκείνες στους ασθενείς του Ινστιτούτου Άλαν τη δεκαετία του 1950: ολοκληρωτική παλινδρόμηση. Ένας Βρετανός πολίτης που ήταν κρατούμενος και απελευθερώθηκε αποκάλυψε στους δικηγόρους του ότι σε ένα τµήµα της φυλακής, το Μπλοκ Δέλτα, υπάρχουν «τουλάχιστον πενήντα» κρατούµενοι που βρίσκονται σε µόνιµη κατάσταση ααραληρήµατος. Σε µια αποχαρακτηρισµένη επιστολή του FBI προς το Πεντάγωνο γίνεται λόγος για ένα µεγάλης αξίας κρατούµενο που «παρέµεινε σε εντατική αποµόνωση για περισσότερους από τρεις µήνες» και «η συµπεριφορά του έδειχνε ότι είχε υποστεί ακραία ψυχολογικά τραύµατα (µίλαγε σε ανύπαρκτους ανθρώπους, έλεγε ότι άκουγε φωνές, έµενε κουλουριασµένος επί ώρες πάνω στο δάπεδο του κελιού τυλιγµένος µε ένα σεντονι)».

Ο Τζέιµς Γι, ένας µουσουλµάνος πρώην κληρικός του στρατού των ΗΠΑ που εργαζόταν στο Γκουαντάναµο, έχει δηλώσει ότι οι κρατούµενοι στο Μπλοκ Δέλτα επιδεικνύουν τα κλασικά συµπτώµατα της ακραίας παλινδρόµησης. «Σταµατούσα για να τους µιλήσω και εκείνοι µου απαντούσαν µε παιδιάστικη φωνή, λέγοντας ανοησίες. Πολλοί από αυτούς τραγουδούσαν παιδικά τραγουδάκια, επαναλαµβάνοντάς τα ασταµάτητα. Κάποιοι σκαρφάλωναν στα κρεβάτια τους και φέρονταν σαν παιδιά, θυµίζοντάς µου τα παιχνίδια που έπαιζα µε τα αδέρφια µου όταν ήµασταν µικροί». Η κατάσταση επιδεινώθηκε σηµαντικά τον Ιανουάριο του 2007, όταν εκατόν εξήντα πέντε κρατούµενοι µεταφέρθηκαν σε µια καινούρια πτέρυγα της φυλακής, γνωστή ως «Στρατόπεδο Έξι», όπου τα ατσάλινα κελιά αποµόνωσης δεν επιτρέπουν καµία επαφή µε ανθρώπους. Ο Σέιµπιν Γουίλετ, ένας δικηγόρος που εκπροσωπεί αρκετούς από τους κρατούµενους στο Γκουαντάναµο, έχει προειδοποιήσει ότι, αν αυτή η κατάσταση συνεχιστεί, «θα καταλήξετε να έχετε ένα άσυλο φρενοβλαβων».

Οι οργανώσεις υπεράσπισης των ανθρώπινων δικαιωµάτων έχουν επισηµάνει ότι, όσο τροµακτικό κι αν είναι το Γκουαντάναµο, στην πραγµατικότητα οι συνθήκες είναι οι καλύτερες που µπορεί κάποιος να συναντήσει στα ελεγχόµενα από τις ΗΠΑ ανακριτικά κέντρα στο εξωτερικό, καθώς ο Ερυθρός Σταυρός και οι δικηγόροι έχουν τη δυνατότητα περιορισµένου ελέγχου. Είναι άγνωστος ο αριθµός των κρατουµένων που τα ίχνη τους χάθηκαν µέσα στο δίκτυο των λεγόµενων «µαύρων τοποθεσιών» σε όλο τον κόσµο ή στάλθηκαν από πράκτορες των ΗΠΑ σε φυλακές τρίτων χωρών µε τη διαδικασία της «έκτακτης έκδοοης. Κρατούµενοι που γλίτωσαν από αυτό τον εφιάλτη έχουν καταθέσει ότι βρέθηκαν αντιµέτωποι µε ολόκληρο το οπλοστάσιο των τακτικών σοκ του Κάµερον.

Ο Ιταλός κληρικός Χασάν Μουσταφά Οσάµα Νασρ απήχθη στο Μιλάνο από µια οµάδα πρακτόρων της CIΑ και της ιταλικής µυστικής αστυνοµίας. «Δεν κατάλαβα τι συνέβαινε», έγραψε αργότερα. «Άρχισαν να µε γρονθοκοπούν στο στοµάχι και σε όλο µου το σώµα. Τύλιξαν γύρω από το πρόσωπό µου µονωτική ταινία και άνοιξαν τρύπες στα σημεία όπου βρίσκονταν τα ρουθούνια μου για να μπορώ να αναπνέω». Τον έστειλαν σιην Αίγυπτο, όπου για δεκατέσσερις μήνες έζησε σε ένα κελί χωρίς φως, «με κατσαρίδες και αρουραίους να περπατάνε πάνω στο σώμα μου». Ο Νασρ παρέμεινε φυλακισμένος σιην Αίγυmο μέχρι τον Φεβρουάριο του 2007, αλλά κατάφερε να βγάλει κρυφά από το κελί ιου μια χειρόγραφη επιστολή 11 σελίδων σιην οποία περιέγραφε λεπτομερώς την κακομεταχείριση που υφίστατο.

Έγραφε ότι τον υπέβαλλαν επανειλημμένα σε ηλεκτροσόκ. Σύμφωνα με ένα άρθρο της Washington Post, «τον έδεναν πάνω σε μια σιδερένια σχάρα που είχε το παρατσούκλι “η Νύφη” και του έκαναν ηλεκτροσόκ με όπλα ηλεκτρικής εκκενωσης». Επίσης, τον βασάνιζαν «πάνω σε ένα βρεγμένο στρώμα πεταμένο στο πάτωμα. Ενώ ο ένας από τους ανακριτές τον ακινητοποιούσε καθισμένος σε μια ξύλινη καρέκλα στο ύψος των ώμων του, ο άλλος πάταγε ένα διακόπτη στέλνοντας ηλεκτρικό ρεύμα στα ελατήρια του οτρώματος. Σύμφωνα με τη Διεθνή Αμνηστία, του έκαναν επίσης ηλεκτροσόκ στους  ορχεις.

Υπάρχουν βάσιμοι λόγοι να πιστεύουμε ότι ο βασανισμός με ηλεκτροσόκ κρατουμένων που συνελήφθησαν από τις ΗΠΑ δεν αποτελεί μεμονωμένο φαινόμενο, κάτι που παραβλέπεται σε όλες σχεδόν τις συζητήσεις για το αν οι ΗΠΑ πραγματοποιούν βασανιστήρια ή απλώς «δημιουργικές ανακρίσεις». Ο Τζουμά αλΝτοσάρι, ένας κρατούμενος στο Γκουαvrάναμο που αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει περισσότερες από δώδεκα φορές, έχει καταθέσει εγγράφως ότι, όταν κρατούνταν από τις Ηνωμένες Πολιτείες στο Καvrαχάρ, «Ο ανακριτής έβγαλε από την τσέπη του μια μικρή συσκευή παρόμοια με κινητό τηλέφωνο, αλλά ήταν μια συσκευή ηλεκτροσόκ. Άρχισε να διοχετεύει ρεύμα στο πρόσωπό μου, στην πλάτη μου, στα πλευρά μου και στα γεννητικά μου όργανα». Και ο Μουράτ Κουρνάζ, που γεννήθηκε σιη Γερμανία, υπέσιη παρόμοια μεταχείριση σε μια ελεγχόμενη από τις ΗΠΑ φυλακή στο Καvrαχάρ. «Καθώς ήταν ακόμα η αρχή, δεν υπήρχε κανένας κανόνας. Είχαν το δικαίωμα να κάνουν οτιδήποτε. Μας χτυπούσαν συνέχεια. Μας έκαναν ηλεκτροσόκ. Βουτούσαν το κεφάλι μου μέσα σε νερό».

Η αποτυχία της  οναμόρφωσης

ταν η πρώτη μας συνάvrηση πλησίαζε στο τέλος της, ζήτησα από την Γκέιλ Κάστνερ να μου μιλήσει για τα «ηλεκτρικά όνειρά της». Μου είπε ότι ονειρευόταν συχνά ολόκληρες σειρές ασθενών να βυθίζονται και να αναδύονται από ένα λήθαργο προκαλούμενο από ναρκωτικά.

«Ακούω ανθρώπους να ουρλιάζουν, να βογκούν, να στενάζουν, να φωνάζουν “όχι, όχι, όχι”. Θυμάμαι πώς ήταν να ξυπνάς μέσα σε εκείνο το δωμάτιο. Ήμουν κάθιδρη, ένιωθα ναυτία, έκανα εμετό. Και είχα μια τρομερά παράξενη αίσθηση στο κεφάλι μου. Σαν το μυαλό μου να είχε γίνει πολτός». Καθώς μιλούσε, η Γκέιλ άρχισε ξαφνικά να δείχνει απόμακρη. Κούρνιασε στην μπλε πολυθρόνα της και άρχισε να ασθμαίνει. Χαμήλωσε τα βλέφαρά της, πίσω από τα οποία μπορούσα να διακρίνω τα μάτια της να τρεμοπαίζουν. Έφερε το χέρι της στο δεξιό κρόταφό της και είπε με φωνή που ηχούσε βαριά και ναρκωμένη: «Παθαίνω φλας μπακ. Πρέπει να αποσπάσεις την προσοχή μου. Πες μου για το Ιράκ. Περίγραψέ μου πόσο άσχημα ήταν τα πράγματα εκεί».

Έστυψα το μυαλό μου προσπαθώντας να βρω μια ιστορία κατάλληλη για αυτή την παράξενη περίσταση και θυμήθηκα κάτι σχετικά ευχάριστο από τη ζωή στην Πράσινη Ζώνη. Το πρόσωπο της Γκέιλ άρχισε σταδιακά να ηρεμεί και η αναπνοή της έγινε πιο βαθιά. Τα μάτια της καρφώθηκαν και πάλι στα δικά μου.

«Σ’ ευχαριστώ», μου είπε.

«Είχα πάθει φλας μπακ».

«Το ξέρω».

«Πώς;»

«Μου το είπες.

Έσκυψε και σημείωσε κάτι σε ένα κομμάτι χαρτί. Όταν εκείνο το απόγευμα έφυγα από το σπίτι της Γκέιλ, σκεφτόμουν συνέχεια αυτό που δεν της είχα πει όταν μου ζήτησε να της μιλήσω για το Ιράκ. Αυτό που ήθελα να της πω αλλά δεν μπόρεσα ήταν ότι μου θύμιζε το Ιράκ, ότι ένιωθα πως όσα είχαν συμβεί σε εκείνη, μια κλονισμένη γυναίκα, και όσα είχαν συμβεί στο Ιράκ, μια κλονισμένη χώρα, είχαν κατά κάποιον τρόπο σχέση μεταξύ τους, πως ήταν διαφορετικές εκφάνσεις της ίδιας τρομακτικής λογικής.

Οι θεωρίες του Κάμερον βασίζονταν στην ιδέα ότι, εξωθώντας με διαδοχικά σοκ τους ασθενείς του σε μια χαοτική κατάσταση παλινδρόμησης, θα δημιουργούσε τις προύποθέσεις ώστε αυτοί να «αναγεννηθούν» ως υγιείς, υποδειγματικοί πολίτες. Παρόλο που αυτό είναι ελάχιστα παρήγορο για την Γκέιλ με τη γεμάτη κατάγματα σπονδυλική στήλη και τις κατακερματισμένες αν αμνήσεις, ο Κάμερον έχει γράψει ότι θεωρούσε τις καταστροφικές του ενέργειες δημιουργικές, ένα δώρο προς τους τυχερούς ασθενείς του, που, χάρη στις άοκνες προσπάθειές του για αποδόµηση της προσωπικότητάς τους, θα είχαν την «τύχη» να αναγεννηθούν.

Οι προσπάθειες του Κάµερον κατέληξαν σε παταγώδη αποτυχία. Ακόµα κι όταν η παλινδρόµηση των ασθενών του ήταν πλήρης, δεν απορρόφησαν και δεν αποδέχτηκαν ποτέ τα αενάως επαναλαµβανόµενα ηχογραφηµένα µηνύµατά του. Παρόλο που ήταν µια ιδιοφυία στο να καταστρέφει ανθρώπους, δεν μπορούσε να τους αναδηµιουργήσει. Σε µια µελέτη που έγινε όταν πλέον ο Κάµερον είχε φύγει από το Ινστιτούτο Άλαν διαπιστώθηκε ότι µετά τη θεραπεία το 75% των πρώην ασθενών του ήταν σε χειρότερη κατάσταση από ό,τι πριν εισαχθούν. Από τους ασθενείς του που εργάζονταν µε πλήρη απασχόληση πριν από τη νοσηλεία τους οι περισσότεροι δεν ήταν πλέον σε θέση να εργαστούν, ενώ µερικοί, όπως η Γκέιλ, έπασχαν από καινούριες ψυχολογικές και σωµατικές ασθένειες. Η «ψυχική καθοδήγηση» δε λειτούργησε ούτε στο ελάχιστο, κι έτσι τελικά το Ινστιτούτο Άλαν απαγόρεψε τη χρήση της µεθόδου αυτής.

Το πρόβληµα, που έγινε φανερό εκ των υστέρων, ήταν η θεµελιώδης αρχή πάνω στην οποία εδραζόταν ολόκληρη η θεωρία του: η ιδέα ότι πριν από τη θεραπεία έπρεπε να σαρωθούν όλα όσα προύπήρχαν. Ο Κάµερον ήταν βέβαιος πως, αν κατέστρεφε τις κακές συνήθειες, τα γνωστικά σχήµατα και τις αναµνήσεις των ασθενών του, ο νους τους θα επέστρεφε στην πρωταρχική κατάσταση του άγραφου χαρτιού. Όµως, όσο επίµονα κι αν τους κλόνιζε, τους νάρκωνε και τους αποπροσανατόλιζε, δεν τα κατάφερε. Συνέβη το ακριβώς αντίθετο: Όσο περισσότερο κατέστρεφε το νου των ασθενών του τόσο εκείνοι διαλύονταν. Το µυαλό τους δεν «καθάρισε». Αντίθετα, βυθίστηκαν στο χάος, οι αναµνήσεις τους κατακερµατίστηκαν, η εµπιστοσύνη τους προδόθηκε.

Οι καπιταλιστές της καταστροφής µοιράζονται µε τον Κάµερον την ίδια ανικανόιηια να διακρίνουν ανάµεσα στην καταστροφή και στη δηµιουργία, ανάµεσα στην πρόκληση βλάβης και στη θεραπεία. Το αίσθηµα αυτό µε διακατείχε συχνά στο Ιράκ, όταν ερευνούσα νευρικά γύρω µου το γεµάτο ουλές τοπίο προσπαθώντας να µαντέψω πού θα γινόταν η επόµενη έκρηξη. Οι ένθερµοι υποστηρικτές της λυτρωτικής δύναµης του σοκ, οι αρχιτέκτονες της αµερικανοβρετανικής εισβολής, φαντάζονταν ότι η ισχύς που θα χρησιµοποιούσαν θα ήταν τόσο εκπληκτική, τόσο συντριπτική, ώστε οι Ιρακινοί θα εξωθούνταν σε µια κατάσταση αναστολής της ζωτικότητας, παρόµοια µε αυτήν που περιγράφει το εγχειρίδιο Kubαrk. Και, αρπάζοντας την ευκαιρία, οι εισβολείς θα εφάρµοζαν στη συνέχεια µία ακόµα σειρά από σοκ, οικονοµικής φύσεως αυτή τη φορά, που θα δηµιουργούσαν µια υποδειγµατική δημοκρατία της αγοράς πάνω σrη λευκή σελίδα του μεταπολεμικού Ιράκ.

Όμως δεν υπήρξε καμία λευκή σελίδα, μόνο ερείπια και συντετριμμένοι, οργισμένοι άνθρωποι, που, όταν αντιστέκονταν, βομβαρδίζονταν με ακόμα περισσότερα σοκ, μερικά από τα οποία βασίζονταν στα ίδια πειράματα που είχαν γίνει πάνω σrην Γκέιλ Kάστνερ πριν από χρόνια. «Είμαστε πολύ καλοί στο να πηγαίνουμε κάπου και να διαλύουμε τα πάντα. Όμως η μέρα που θα αφιερώσω περισσότερο χρόνο σro να οικοδομώ παρά στο να πολεμάω θα είναι μια πολύ καλή μέρα», σχολίασε ο σrρατηγός Πίτερ Γ. Κιαρέλι, διοικητής της Πρώτης Μεραρχίας Ιππικού του στρατού των ΗΠΑ, ενάμιση χρόνο μετά το επίσημο τέλος του πολεμου. Η μέρα αυτή δεν ήρθε ποτέ. Όπως και σrην περίπτωση του Κάμερον, οι δόκτορες του σοκ στο Ιράκ μπορούν να καταστρεφουν, αλλά δείχνουν ανίκανοι να ανοικοδομούν.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ..)

(76/44)

`

Ftanei_pia

Σ.Σ. Φωτό-Έντονα-Χρώματα κ.α. δικά μας

`

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 2

Ο ΑΛΛΟΣ ΔΟΚΤΟΡΑΣ ΤΟΥ ΣΟΚ

Ο ΜΙΛΤΟΝ ΦΡΙΝΤΜΑΝ ΚΑΙ Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

ΕΝΟΣ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ LAΙSSEZ-FAΙRE

«Οι τεχνοκράτες της οικονοµίας µπορεί να είναι ικανοί να διαρθρώνουν µια φορολογική µεταρρύθµιση εδώ, ένα νέο νόµο για την κοινωνική ασφάλιση εκεί ή ένα τροποποιηµένο καθεστώς συναλλαγµατικής ισοτιµίας κάπου αλλού, όµως δεν έχουν ποτέ την πολυτέλεια µιας «λευκής σελίδας» πάνω στην οποία θα µπορέσουν να στήσουν, σε όλο του το µεγαλείο, το πλαίσιο της προτιµητέας οικονοµικής πολιτικής».

Άρνολντ Χάρµπεργκερ, καθηγητής οικονοµικών

του Πανεπιστηµίου του Σικάγου, 1998

Ελάχιστα ακαδηµαίκά περιβάλλοντα µυθοποιήθηκαν τόσο πολύ όσο το Τµήµα Οικονοµικών του Πανεπιστηµίου του Σικάγου τη δεκαετία του 1950, καθώς όσοι ανήκαν σε αυτό το περιβάλλον δεν το αντιµετώπιζαν µόνο ως πανεπιστηµιακή σχολή αλλά και ως µια σχολή σκέψης. Ο στόχος δεν ήταν απλώς η διδασκαλία των φοιτητών του ιδρύµατος, αλλά και η οικοδόµηση και ισχυροποίηση της οικονοµικής Σχολής του Σικάγου, πνευµατικού δηµιουργήµατος µιας φατρίας συντηρητικών ακαδηµαϊκών των οποίων οι ιδέες αποτελούσαν ένα επαναστατικό προπύργιο εναντίον της τότε κυρίαρχης «κρατικίστικης σκέψης». Όταν διάβαινες το κατώφλι του Κτιρίου Κοινωνικών Επιστηµών (περνώντας κάτω από την επιγραφή «Η Επιστήµη είναι Μέτρηση» και έµπαινες στο διάσηµο εστιατόριο όπου οι φοιτητές δοκίµαζαν το πνευµατικό σφρίγος τους τολµώντας να προκαλέσουν σε συζήτηση τους τιτάνες καθηγητές τους, δεν επεδίωκες κάτι τόσο πεζό όσο ένα πτυχίο. Καταγόσουν εθελοντής σε ένα στρατό. Όπως το έχει θέσει ο Γκάρι Μπέκερ, ένας συντηρητικός οικονοµολόγος που έχει τιµηθεί µε το βραβείο Νοµπέλ, «Ηµασταν στρατιώτες σε έναν πόλεµο εναντίον των υπόλοιπων συναδέλφων µας».

Όπως συνέβαινε και µε το ψυχιατρικό τµήµα του Γιούεν Κάµερον στο Πανεπιστήµιο Μακγκίλ κατά τη διάρκεια της ίδιας περιόδου, το Τµήµα Οικονοµικών του Πανεπιστηµίου του Σικάγου ήταν δέσµιο ενός φιλόδοξου και χαρισµατικού άντρα που είχε ως αποστολή του να επιφέρει θεµελιώδεις επαναστατικές αλλαγές στο επάγγελµά του. Ο άντρας αυτός ήταν ο Μίλτον Φρίντµαν. Παρόλο που πολλοί από τους µέντορες και τους συναδέλφους του πίστευαν το ίδιο ένθερµα όσο εκείνος στην ακραία εκδοχή του lαissezfαire, ήταν η ενεργητικότητα του Φρίντµαν που χάρισε στη Σχολή του Σικάγου τον επαναστατικό της ζήλο. «Με ρωτούσαν συνέχεια: «Για ποιο λόγο είσαι σε τέτοια έξαψη; Βγαίνεις µε κάποια όµορφη γυναίκα;»» θυµάται ο Μπέκερ. «Τους απαντούσα: «Όχι, σπουδάζω οικονοµικά! Το να είσαι µαθητής του Μίλτον ήταν κάτι µαγικό”». (Συνεχίζεται) ΕΔΩ

*          Tου Κωστή Καρπόζηλου, ΝΕΑ, 22.1.11

«Δεν πρόκειται για ένα σχέδιο συνωμοσίας σκοτεινών εγκεφάλων, αλλά για μία σχολή σκέψης, υποστηρίζει η Ναόμι Κλάιν, για τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας του «καπιταλισμού της καταστροφής» δηλαδή, ο οποίος τρέφεται και γιγαντώνεται μέσα από διαδοχικές κρίσεις. Η μαύρη βίβλος του καπιταλισμού περιλαμβάνει πραξικοπήματα, πολέμους, δολοφονίες αμάχων, εξόντωση πολιτικών αντιπάλων, βασανιστήρια και σαρωτικά οικονομικά μέτρα που οδήγησαν εκατομμύρια ανθρώπους στην φτώχεια και στην περιθωριοποίηση. Οι θεραπείες-σοκ οδήγησαν στη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών, σε κοινωνικούς μετασχηματισμούς σε όφελος των ήδη ισχυρών.»

Ηλεκτροσόκ σε πολίτες με στόχο την ανάπλαση του ανθρώπινου νου. Ούτε θεωρία συνωμοσίας ούτε εικόνα από στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το βιβλίο της Ναόμι Κλάιν αποκαλύπτει τη βαρβαρότητα πίσω από τη βιτρίνα του καπιταλισμού. Θεραπείες με ηλεκτροσόκ με στόχο την «αποδόμηση» και «ανάπλαση» της προσωπικότητας. Αυτό ήταν το υπόβαθρο για τα πειράματα εις βάρος δεκάδων αμερικανών πολιτών τη δεκαετία του 1950, τα οποία οργάνωσαν και εκτέλεσαν επιφανείς ψυχίατροι και επιτελεία των αμερικανικών μυστικών υπηρεσιών.

`
Στον πόλεμο κατά των «ερυθρών» δεν υπήρχαν όρια. Η Γκέιλ Κάστνερ, μία νεαρή αμερικανίδα με ήπια ψυχολογικά προβλήματα, έζησε για μήνες σε συνθήκες τεχνητής απομόνωσης, σκόπιμου αποπροσανατολισμού και διαδοχικών ηλεκτροσόκ, που οι συνέπειές τους την συνόδευσαν σε όλη την υπόλοιπη ζωή της. Με αφετηρία την ιστορία της, η Ναόμι Κλάιν διηγείται την ιστορία του «καπιταλισμού της καταστροφής»: τη διαπλοκή μεταξύ οικονομίας και πολιτικής, την πίστη στην χρησιμότητα του «σοκ», την αντίληψη ότι οι μεγάλες καταστροφές προσφέρουν απεριόριστες δυνατότητες ανάπτυξης. Το βιβλίο της Κλάιν είναι εξαιρετικά επίκαιρο. Αναδεικνύει τους τρόπους με τους οποίους έκτακτες καταστάσεις και οικονομικές κρίσεις οδηγούν σε προγράμματα λιτότητας, ιδιωτικοποιήσεις, στη συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και την αύξηση της κερδοφορίας του μεγάλου κεφαλαίου, των πολυεθνικών και των τραπεζών.

`

Μία κοινωνία σε κρίση, σε κατάσταση σοκ, είναι έτοιμη να δεχτεί σκληρά μέτρα, τις «θεραπείες-σοκ» που παρουσιάζονται ως σωτήριες και αναγκαίες τομές για την «αναδιάρθρωση», τον «εκσυγχρονισμό», την «ανάπτυξη». Την «αποδόμηση» της κοινωνίας ακολουθεί η «ανάπλαση», όπως ακριβώς στα ψυχολογικά πειράματα της ψυχροπολεμικής εποχής.

`

●Τα παραδείγματα της τεκμηριωμένης ανάλυσης της Κλάιν είναι άφθονα.

`

●Στη Χιλή, το πραξικόπημα Πινοσέτ συνοδεύτηκε από ένα γιγαντιαίο πρόγραμμα ιδιωτικοποιήσεων και λιτότητας, που εξαθλίωσε τον πληθυσμό των πόλεων.

●Στη Ρωσία στα χρόνια μετά το 1989 οι σαρωτικές αλλαγές οδήγησαν στην σκανδαλώδη ιδιοποίηση του δημόσιου πλούτου που συγκεντρώθηκε στα χέρια των νεόπλουτων καπιταλιστών.

●Η σφαγή της Τιεν-Αν-Μεν έγινε για να ανοίξει ο δρόμος της μετάβασης στη μεικτή οικονομία, στα σύγχρονα κάτεργα των κινεζικών εργοστασίων.

●Η ανείπωτη καταστροφή που έφερε το τσουνάμι στη Σρι Λάνκα έδωσε την ευκαιρία για την καταπάτηση των παραλιών από τεράστια τουριστικά συγκροτήματα και την εκδίωξη των ιθαγενών κατοίκων.

●Στο Ιράκ το «σοκ και δέος» του πολέμου ακολούθησε η ιδιωτικοποίηση των πετρελαϊκών επιχειρήσεων και η ανεξέλεγκτη επέκταση των πολυεθνικών που ανέλαβαν την ανοικοδόμηση της χώρας, αλλά και τη συντήρηση των στρατευμάτων κατοχής.

●Στη Νέα Ορλεάνη, ο τυφώνας Κατρίνα δεν σάρωσε μόνο τα σπίτια των φτωχών αφροαμερικανών κατοίκων, αλλά έδωσε και το έναυσμα για την ιδιωτικοποίηση των όποιων κοινωνικών δομών πρόνοιας.

Σε όλες τις περιπτώσεις, οι εξελίξεις αυτές ενδύθηκαν τον μανδύα της «προόδου» και της υπέρβασης των αγκυλώσεων του παρελθόντος, του σπάταλου και αναποτελεσματικού κράτους, της «κουλτούρας της διαφθοράς». Οι παραλληλισμοί με τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα είναι σχεδόν αυτόματοι, καθώς αναγνωρίζει κανείς ρητορικά σχήματα, εκβιασμούς και πολιτικές επιλογές εξαιρετικά γνώριμες. Στην Αργεντινή «η βόμβα του χρέους» οδήγησε στη λύση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, το οποίο εμφανίστηκε με το εξής «πακέτο επίλυσης»: «Θέλετε να σώσετε τη χώρα σας; Ξεπουλήστε τη». Η Αργεντινή, ο υποδειγματικός μαθητής του ΔΝΤ, είδε τον πληθυσμό της να εξαθλιώνεται, τα μεσαία στρώματα να συνθλίβονται και εισήλθε σε μία παρατεταμένη περίοδο κοινωνικής και πολιτικής κρίσης. Αυτή ήταν η σωτηρία που πρόσφερε το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο.

(Σ.Σ. Προσθέτουμε και  τη Βολιβία, την Πολωνία, την Βραζιλία, την Βενεζουέλα, την Ουρουγουάη κ.α. περιοχές που «ξέχασε» να αναφέρει ο  Κ.Κ., που πέρασε το Δόγμα του ΣΟΚ)

Μετασχηματισμοί
Δεν πρόκειται για ένα σχέδιο συνωμοσίας σκοτεινών εγκεφάλων, αλλά για μία σχολή σκέψης, υποστηρίζει η Ναόμι Κλάιν, για τον ίδιο τον τρόπο λειτουργίας του «καπιταλισμού της καταστροφής» δηλαδή, ο οποίος τρέφεται και γιγαντώνεται μέσα από διαδοχικές κρίσεις.

Η μαύρη βίβλος του καπιταλισμού περιλαμβάνει πραξικοπήματα, πολέμους, δολοφονίες αμάχων, εξόντωση πολιτικών αντιπάλων, βασανιστήρια και σαρωτικά οικονομικά μέτρα που οδήγησαν εκατομμύρια ανθρώπους στην φτώχεια και στην περιθωριοποίηση. Οι θεραπείες- σοκ οδήγησαν στη διεύρυνση του χάσματος μεταξύ πλουσίων και φτωχών, σε κοινωνικούς μετασχηματισμούς σε όφελος των ήδη ισχυρών. Η Κλάιν αναδεικνύει τη σύνδεση μεταξύ της βιαιότητας, των πολιτικών εκτροπών και των αυταρχικών μέτρων με την υιοθέτηση αντίστοιχα επιθετικών οικονομικών πολιτικών. Δεν υπάρχουν «παράφρονες» πρόεδροι και «παρανοϊκοί» πόλεμοι, αλλά συγκεκριμένα οικονομικά σχέδια και υπολογισμοί, η εκπλήρωση των οποίων απαιτεί συχνά βίαιες και καταστροφικές πολιτικές επιλογές. Το παράδειγμα του Ιράκ είναι χαρακτηριστικό.

Το «Δόγμα του σοκ»εστιάζει στη λεγόμενη Σχολή του Σικάγου η οποία και διαμόρφωσε το κυρίαρχο οικονομικό δόγμα. Το δόγμα που συνοψίζεται στην κατάργηση του κρατικού παρεμβατισμού στην οικονομία, στην εκποίηση της δημόσιας περιουσίας, την εκχώρηση κομβικών λειτουργιών του κράτους σε ιδιωτικά συμφέροντα και στην περικοπή των δαπανών, των δημοσίων επενδύσεων και των κοινωνικών πολιτικών. Το μοντέλο αυτό αναπτύχθηκε στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες ως αντίβαρο στη Σοβιετική Ενωση, την ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία και τα αντιαποικιακά κινήματα. Τη δεκαετία του

1970, την εποχή της μεγάλης πετρε λαϊκής κρίσης, «εξήχθη» στη Λατινική Αμερική, ενώ η δεκαετία του 1980 ήταν η εποχή του θριάμβου του στην καρδιά του καπιταλιστικού κόσμου, στα πρόσωπα του Ρίγκαν και της Θάτσερ. Μετά το 1989 κυριάρχησε στην Ανατολική Ευρώπη, στη Ρωσία και στην Κίνα, παράγοντας κοινωνίες ανισότητας και εξαθλίωσης, αλλά και την πεποίθηση ότι αποτελεί μονόδρομο στην ιστορική εξέλιξη των κοινωνιών. Η σημερινή οικονομική ύφεση θέτει για πρώτη φορά υπό τόσο γενικευμένη δοκιμασία τις θεωρίες και τις πρακτικές των υποστηρικτών του «καπιταλισμού της καταστροφής».

Για τη Ναόμι Κλάιν, το παράδειγμα της Λατινικής Αμερικής του Τσάβες, του Μοράλες και του Λούλα συνιστά εκείνη την απάντηση στην κρίση, που διασφαλίζει τα δικαιώματα και την ευημερία των πολλών και όχι τον πλουτισμό των λίγων. Παρ΄ όλα αυτά, είναι εμφανές ότι η προτεραιότητά της είναι η καταγγελία του «καπιταλισμού της καταστροφής» και όχι η αναζήτηση ενός τρόπου υπέρβασής του.

Σ.Σ. Ο οποίος τρόπος υπέρβασης του καπιταλισμού, αναμένουμε να μας υποδειχθεί από το καλό «ευαγές» ίδρυμα ΔΟΛ, λίγο πριν το 3670 μ.χ..

2o Μέρος

Advertisements

7 responses »

  1. Παράθεμα: Όσο τρόμο, φόβο, λάσπη κι’αν εξαπολύσουν: NΟ PASSARAN! « ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!

  2. Παράθεμα: Όσο τρόμο, φόβο, λάσπη κι’αν εξαπολύσουν: NΟ PASSARAN! « ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!

  3. Παράθεμα: Όσο τρόμο, φόβο, λάσπη κι’αν εξαπολύσουν: NΟ PASSARAN! « ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!

  4. Παράθεμα: ΕΡΩΤΙΚΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ προς ΕΥΔΑΠίτη * « ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!

  5. Παράθεμα: Το Δόγμα του ΣΟΚ – της Naomi Klein (Κεφάλαιο 22-ΤΕΛΟΣ)-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ | Αποσπάσματα Βιβλίου

  6. Παράθεμα: ΤΟ ΔΟΓΜΑ ΤΟΥ ΣΟΚ ΤΗΣ NAOMI KLEIN (ΣΕ ΣΥΝΕΧΕΙΕΣ) « Πρωτοβουλια για την Αντισυστημικη Αριστερα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s