ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ 17 ΝΟΕΜΒΡΗ – ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑΣ (ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ-ΠΡΟΛΟΓΟΙ)

Standard

….Μια βόμβα σε κολόνα ΔΕΗ έκοψε το ρεύµα ακριβώς στην περιοχή και ακριβώς τη στιγμή  που άρχιζαν να σκάζουν οι βόµβες. Είναι αδύνατον να περιγραφεί ο τρόµος των πλουσίων που έτρεχαν αλλόφρονες µε τα πιστόλια στο χέρι, µέσα στο σκοτάδι, µέσα στις φλόγες των διαδοχικών εκρήξεων µέσα στο τσάκισµα της αλαζονικής υπεροψίας τους και την κατάρρευση της σιγουριάς του απρόσβλητου κάστρου τους. Πανικόβλητοι, τρέµοντας. Εκείνη τη νύχτα τούς προσφέραµε  µια αυθεντική στιγµή της εκδίκησης των φτωχών………

Απόσπασμα

-Πρόλογος: Νίκου Γιαννόπουλου

-Χόρχε Σομπάλσα Βίγια ντελ Σέρο (τ.Τουπαμάρος)

(Μοντεβιδέο)

 

(……..) σ.339- 344

Η κρίση εκείνης της εποχής δεν έλεγε να καταλαγιάσει Χρειάστηκαν διαδοχικές εκλογικές διαδικασίες, πολλές µανούβρες και χειραγωγήσεις, που ενορχήστρωνε ο µάστορας  του είδους Μητσοτάκης µέχρι να µπορέσει να σχηµατίσει σταθερή, πλήρως ελεγχόµενη από αυτόν κυβέρνηση. Σε αυτή τη διαδικασία καταναλώθηκε πολύ πολιτικό κεφάλαιο, απαξιώθηκε πολιτικό προσωπικό που είχε κάνει χρόνια να χτίσει µια σοβαρή εικόνα.

Ιδιαίτερη φθορά γνώρισε ο ρεφορµισµός, σε όλο το φάσµα του: ΚΚΕ, ΕΑΡ, Οικολόγοι Εναλλακτικοί, ανεξάρτητες προσωπικότητες, λειτούργησαν ως εφεδρεία για τη σταθεροποίηση του συστήµατος. Έφτασαν σε τέτoιo σηµείο αυτοεξευτελισµού ώστε να στηρίξουν «οικουµενική» κυβέρνηση µαζί µε την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, την οποία οι ίδιοι κατηγορούσαν ως ένοχη και την είχαν παραπέµψει στα δικαστήρια. Ταυτόχρονα, συµµετείχαν σε µια διακυβέρνηση η οποία ακολουθούσε νεοφιλελεύθερες πολιτικές, ευνοώντας σκανδαλωδώς το ελληνικό και το ξένο κεφάλαιο, ιδίως το γερµανικό, µε τις γνωστές µιζοφόρες συµβάσεις, όπως µε τη SIEMENS.  Μια κυβέρνηση η οποία συνέχιζε τη νεοφιλελεύθερη πολιτική της αποφορολόγησης του κεφαλαίου και της µεγάλης περιουσίας.

Στην προκήρυξη που συνόδευε την ενέργεια στις 16 Μάιου 1990 στην Εκάλη καταγγέλλεται ακριβώς αυτή η πολιτική της αποφορολόγησης του πλούτου. Με στοιχεία από µελέτη του ΕΚΚΕ (Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών) αποδεικνύεται ότι η ελληνική άρχουσα τάξη δεν πληρώνει φόρο εισοδήµατος, πλούτου, κεφαλαίου. Φοροκλέπτει το λαό, του φορτώνει τα ελλείμματα και το διογκωµένο δηµόσιο χρέος.  Ελλείμματα που κατά κύριο λόγο οφείλονται στη φοροκλοπή της λματ* που συµπληρώνει τη ληστεία της στο δηµόσιο πλούτο.

Εκείνη τη νύχτα του Μάη η 17Ν µετέφερε στιγµιαία το µέτωπο κοινωνικού πολέµου στην Εκάλη, στην πρωτεύουσα της πατρίδας πλούτου. Ανάµεσα στις προκλητικές βίλες, που οικοδοµήθηκαν µε ιδρώτα και το αίµα των φτωχών, µια επιστρατευµένη καµιονέτα έσπειρε είκοσι  οκτώ βόµβες. Ανάµεσα στα τερατώδη φαραωνικά οικοδοµήµατα  της επίδειξης της λµατ, των Βαρδινογιάννηδων και των οµοίων τους.

Την ίδια ώρα, µια άλλη οµάδα της 17Ν είχε βρει, µακρύτερα, το δίκτυο του ηλεκτρικού ρεύµατος, τοποθέτησε βόµβα σε µια κολόνα ΔΕΗ κόβοντας το ρεύµα ακριβώς στην περιοχή και ακριβώς τη στιγμή  που άρχιζαν να σκάζουν οι βόµβες. Είναι αδύνατον να περιγραφεί τρόµος των πλουσίων που έτρεχαν αλλόφρονες µε τα πιστόλια στο χέρι, µέσα στο σκοτάδι, µέσα στις φλόγες των διαδοχικών εκρήξεων µέσα στο τσάκισµα της αλαζονικής υπεροψίας τους και την κατάρρευση της σιγουριάς του απρόσβλητου κάστρου τους. Πανικόβλητοι, τρέµοντας. Εκείνη τη νύχτα τούς προσφέραµε  µια αυθεντική στιγµή της εκδίκησης των φτωχών.

Αυτή την περίοδο είχαµε εγκαινιάσει µια τακτική βοµβιστικών επιθέσεων σε πολυτελή, πανάκριβα αυτοκίνητα: Στη Φιλοθέη, το Ψυχικό και αλλού. Δεν αναλαµβάναµε την ευθύνη, ενώ χρησιµοποιούσαµε κάπως διαφορετικούς ωρολογιακούς µηχανισµούς. Επειδή σε  αυτές έπαιρναν µέρος, ως δοκιµασία, κάποια καινούργια µέλη. Και επειδή θέλαµε αυτού του είδους οι ενέργειες να γενικευτούν. Πράγµα που, µέχρι ένα βαθµό, συνέβη.

Μία από εκείνες τις εκρηκτικές ενέργειες ακούστηκε µέχρι το µαιευτήριο, όπου κοιµόταν το στρουµπουλό µωρό µε τα όρθια, πάνκικα µαλλιά. Είχα πρωτοαντικρίσει τα σοβαρά µατάκια του µόλις πριν από λίγες µέρες, ένα µεσηµέρι, ώρα 2 παρά 10, και από τότε, για µέρες, κυκλοφορούσα µε ένα χαζό χαµόγελο.

Εκείνη η μέρα είναι από αυτές που δεν ξεχνάς ποτέ. Που θυμάσαι κάθε στιγµή τους. Όπως και το Σάββατο 29 lουνίου 2002, µετά την έκρηξη στον Πειραιά, όταν κοίταζα τα τεράστια µάτια του γιου µου, ξέρovτας  ότι  µπορεί να είναι η τελευταία, όσες φορές πιο πριν, για πόσα χιλιοστά του µέτρου, για πόσα χιλιοστά του δευτερολέπτου, από πόσες συµπτώσεις µπορεί να µην τα ξανάβλεπα.

Αν, για παράδειγµα, εκείνο το βράδυ, στις 20 Νοέµβρη του 1991, στη συµπλοκή µε τους αστυνοµικούς, στα Σεπόλια … Αν ο αστυνοµικός καουμπόης που µε σηµάδεψε στο κεφάλι µε το περίστροφό του και µε πυροβόλησε είχε πιο δυνατές σφαίρες στο όπλο του … Είχα καλυφθεί στο πλάι της καµιονέτας που είχαµε σκοπό να πάρουµε. (Ο Σάββας, στη συνάντηση µας στο νοσοκοµείο των Φυλακών, επέµενε ότι η καµιονέτα πίσω από την οποία είχα καλυφθεί ήταν µια άλλη. Νοµίζω ότι έχει δίκιο.) Προχώρησα σκυφτός µέχρι το παράθυρο του συνοδηγού. Σήκωσα το κεφάλι να εκτιµήσω την κατάσταση. Είδα τον αστυνοµικό να µε περιµένει, µέσα στην καουµπόικη έξαρσή του, και να σηµαδεύει µε το περίστροφο, τρία τέσσερα µέτρα απόσταση από το παρµπρίζ της καµιονέτας. Είδα τον πυροβολισµό. «Είδα» τη σφαίρα να τρυπά πρώτα το παρµπρίζ να κατευθύνεται στο κεφάλι µου, αλλά να σκοντάφτει στο τζάµι του συνοδηγού της καµιονέτας, λίγα χιλιοστά µόνο από µένα. Μάλλον -επειδή είχε συµβεί και σε µας- οι σφαίρες του περίστροφο υ των 38 όταν µένουν καιρό στο µύλο του όπλου, σαν να χτυπιούνται από την υγρασία ή τον ιδρώτα και να χάνουν σε δύναµη. Θα µπορούσε, ακόµα, να σηµάδευε καλύτερα, λίγο αργότερα, ο άλλος αστυνοµικός. Από πίσω, την ώρα που φεύγαµε µε το ταξί. Η σφαίρα του καρφώθηκε στο ταµπλό του ταξί ανάµεσα σε µένα που οδηγούσα και το συνοδηγό, τον Σάββα.

Εκείνο το βράδυ στα Σεπόλια έγιναν πολλές αναποδιές. Ήµασταν τέσσερις, είχαµε επισηµάνει µια µεγάλη καµιονέτα. Στην οδό Αυλώνος, όπως κατεβαίναµε από τη Ρόδου. Κάτω -εντελώς συµβολικά-από τα Θυµαράκια. Ο Σάββας αργούσε µε την κλειδαριά του τιµονιού. Έπρεπε να δώσω νωρίτερα το σήµα «Φεύγουµε», αλλά µε έφαγε εκείνο το «Λίγο ακόµα» του. Και το ιδανικό µέγεθος της καµιονέ τας.

Τα δύο περιπολικά είχαν κατεβεί από την οδό Ρόδου. Το πρώτο προσπέρασε τη γωνία µε την οδό Αυλώνος, ύστερα έκανε όπισθεν. Πετάχτηκε ένας, ο καουµπόης. Με προτεταµένο το περίστροφο και την αλαζονεία της εξουσίας διέταξε «Ψηλά τα χέρια». Λάθος πόρτα χτύπησε.  Βουτήξαµε πίσω από τα παρκαρισµένα αυτοκίνητα. Είχαµε µόλις συγκεντρωθεί και οι τέσσερις στο πεζοδρόµιο, πίσω από τη σειρά των παρκαρισµένων, ο καουµπόης είχε έρθει στον άξονα του δρόµου. Λίγο πριν είχα ζητήσει από τον Σάββα να βγει.

Ανταλλάξαµε πυροβολισµούς. Ο καουµπόης καλύφθηκε. Νοµίζω τον πήρε µια σφαίρα. Αργότερα, µετά τους πυροβολισµούς του εναντίον µου. Καλύφθηκαν και οι άλλοι από τα δύο περιπολικά που κατέβηκαν τη Ρόδου. Ρίχναµε αραιά πυρά δεν είχαµε πολλές σφαίρες. Μία-µία, να τους κρατάµε καθηλωµένους όσο αποχωρούσαµε. Ένας σύντροφος άδειασε το περίστροφό του. Πλησίασε αυτόν που είχε το σαρανταπεντάρι, του το πήρε, πυροβόλησε τον οδηγό του περιπολικού που είχε µπει στην οδό Αυλώνος και είχε σκύψει κάτω. Τον µάλωσα: «Μην του ρίχνεις αφού δεν αντιδρά». Μπορεί όµως να είχε δίκιο, ο οδηγός να έκανε τον ψόφιο κοριό και να µας έριχνε πισώπλατα.

Υποχωρούσαµε στην Αυλώνος. Πήγα στον πρώην κάτοχο του σαρανταπενταριού, πήρα µια χειροβοµβίδα. Την πέταξα πίσω από τους οχυρωµένους αστυνοµικούς. Πάνω που είχαν ξεθαρρέψει και έβγαιναν από το καβούκι τους. Λούφαξαν ξανά. Ο ένας από αυτούς είχε βγει στη µέση του δρόµου µε το αυτόµατο, έτοιµος να ρίξει Θα ,µας χτυπούσε, θα χτυπούσε και το συγκεντρωµένο κόσµο πίσω µας. Eριξα την χειροβοµβίδα εκεί, για να λουφάξει Ανάµεσά τους. Εκει δεν υπήρχε  κόσµος, δεν κινδύνευε κανένας, µόνο οι αστυνοµικοί τραυµατιστηκαν τρόµαξαν, κρύφτηκαν. Υποχωρήσαµε στην Αυλώνος., προς Αθήνα. Πολλά αυτοκίνητα είχαν σταµατήσει, έκλειναν το δροµο. Μπροστά ‘ηταν ένα παλιό ταξί . Βγάλαµε τον επιβάτη του, Βγάλαμε τον ταξιτζή . «Μια στιγµή να πάρω τις εισπράξεις», «Καλά, πάρτες»,  Ο απόλυτος σουρεαλισµός. Έπεφταν πυροβολισµοί, χειροβοµβίδες κι αυτός το νου του στις εισπράξεις. Παραδόπιστος. Αργότερα, όπως αποκαλύφθηκε στο δικαστήριο, έγινε έµµισθος της Ασφάλειας: Περιφερόταν όπου του έλεγαν και αναγνώριζε, δίχως αναστολές, όποιον του υπέδειχναν.

Οι αστυνοµικοί από τη µεριά της Ρόδου πήγαν να ξεµυτίσουν. Τους φώναξα «Ρίχνω κι άλλη χειροβοµβίδα». Ξαναλούφαξαν. Πρώτος αυτός µε το αυτόµατο. Το ταξί, πετρελαιοκίνητο, προβληµατικό, αντιδρούσε αργά στο γκάζι Βρήκα το σηµείο σύµπλεξης, ανέβαζα τις στροφές, τελικά ξεκίνησε. Ένα -τρίτο ή τέταρτο; περιπολικό ήρθε στην Αυλώνος από τη µεριά της Αθήνας. Μπλοκαρίστηκε από τα σταµατηµένα αυτοκίνητα. Κατέβηκαν, µας έριχναν από πίσω, από δυο τρία µέτρα απόσταση. Ανταποδώσαµε τα πυρά*. Ξεκίνησα αργά, έστριψα  αριστερά, στη Χρηστομάνου, ξανά αριστερά στη Δυρραχίου, ξανά αριστερά, πήρα την Αγίου Μελετίου. Ακούσαμε σειρήνα πίσω μας. Είπα να πετάξουν χειροβομβίδες. Δεν μας κυνηγούσαν, μετέφεραν τους τραυματίες τους. Όταν άκουσαν τις εκρήξεις εξαφανίστηκαν με ιλιγγιώδη ταχύτητα.

 

Πάρκαρα αφού περάσαμε τις γραμμές του τρένου. Κρατούσα ένα παράνομο σπίτι εκεί κοντά. Φεύγοντας, κοίταξα το βαρύκίτρινο όχημα: Ήταν χιλιοτρυπημένο, γαζωμένο από σφαίρες και θραύσμα τα. Είπα να μείνουμε στο σπίτι μέχρι νωρίς το πρωί, την ώρα που κυκλοφορούσαν οι πρώτοι εργάτες. Το δωμάτιο μύριζε μπαρούτι. Σιωπούσαμε ακούγοντας τις κοντινές σειρήνες. Τα χαράματα σκορπίσαμε. Πήρα ταξί για το κέντρο. Άλλαξα, πήρα άλλο ταξί. Με τα πόδια γύρισα στο σπίτι. Αγκάλιασα την Αγγελική, το μωρό μας στην κούνια του. Πού να της πω ότι μπορεί να μην την ξανάβλεπα; Ούτε το γιο μας; Ζούσαμε με δανεικό χρόνο, αλλά όχι κλεμμένο.

* Τα μεσάνυχτα της Πέμπτης 25.7.2013 με πήγαν στο νοσηλευτήριο των φυλακών. Δεν μπορούσαν να αντιμετωπίσουν την οξεία λοίμωξη, παραπεμπτικό για Ευαγγελισμό. Περιμένοντας τη μεταγωγή, με έβαλαν στο κελί όπου είχαν τον Σάββα. Είχαμε να ιδωθούμε μήνες. Μιλήσαμε για την υγεία του, για πολλά. Είπαμε και για τα Σεπόλια. Ο Σάββας έχει καλλιτεχνική μνήμη, κινηματογραφικό μάτι Θυμάται τη σκηνή, όταν πλησίαζα το ταξί, κάτω από το φως των προβολέων του, να καλύπτω το πρόσωπο με το αριστερό χέρι, να μη με δουν από τα μπαλκόνια οι περίοικοι, με το περίστροφο στο δεξί. Είχα μείνει οπισθοφυλακή να καλύπτω την υποχώρηση, θυμάται,τo «κρυφτούλι» μου με το ζωηρό μπάτσο. Έφτασα στο ταξί την ώρα που έβγαζε  έξω τον ταξιτζή. Οι δύο άλλοι πιο πριν είχαν σταματήσει ένα Κούπερ που όμως πάτησε γκάζι και έφυγε.

Έγινε εκείνη η σκηνή με τις εισπράξεις, με τον ταξιτζή να ορμάει στο ντουλαπάκι να τις πάρει Στο ίδιο ντουλαπάκι που έπειτα από λίγο θα πέσει μια σφαίρα, από το πίσω περιπολικό, από τη μεριά της Αθήνας. Εκείνη τη στιγμή στιγμή είχε ανοιξει την πόρτα του συνοδηγού και είχε πάρει φόρα να καθίσει Μια στιγμή μόλις πριν βρεθεί στη φορά της σφαίρας. «Μπορεί από τότε να είχα τελειώσει να μην ήμουν τώρα εδώ», είπε με τον απλό τρόπο που έλεγε τα πιο σοβαρά.

Το «εδώ» ήταν ένα μικροσκοπικό κελί, ανάμεσα σε δύο άλλα, στο βάθος του διαδρόμου, μετά τα εξεταστήρια του νοσηλευτηρίου. Στην απομονωμένη ειδική «μικροπτέρυγα» που κατασκευάστηκε βιαστικά το 2002 για τους κρατούμενους της 17Ν. Τώρα στα  άλλα δύο είχαν βάλει δύο φυματικούς. Φόντο στη μία ώρα της κουβέντας μας ήταν ο θόρυβος του νερού που έτρεχε κάθε τόσο μέσα σε ένα σωλήνα αποχέτευσης ακριβώς απέξω. Τα τελευταία χρόνια βλέπω τον Σάββα να αργολιώνει. Στο αγκάλιασμα του αποχωρισμού δεν είχε μυς, ήταν κόκαλα κι απάνω τους σβολιασμένο «κρέας με γρομπαλάκια»-, είπε.

Χρειάστηκαν δύο ώρες στον υπουργό της Αστυνομίας για να οργανώσει το στρατηγικό σχέδιο μεταφοράς μου στον Ευαγγελισμό, συντονίζοντας πολλές δεκάδες αστυνομικούς όλων των ομάδων του. Κορυδαλλός-Ευαγγελισμός: έξη λεπτά , ορθάνοιχτοι οι δρόμοι από περιπολικά και ζητάδες. Στον ίδιο Ευαγγελισμό όπου τεμάχισαν το μυαλό του συντρόφου μου το 2002. Διπλωμένος από τον πόνο στο σιδερένιο «τηλεφωνικό θάλαμοι» της κλούβας, εγώ, σκεφτόμουν εκείνη τη σφαίρα που πέρασε ανάμεσα μας, τη σφαίρα που καρφώθηκε στο ντουλαπάκι, τη μικρή στιγμή πριν βρεθεί στην τροχιά της ο Σάββας.  Θα τελείωνα τότε είχε πει χαμογελώντας λοξά.

*λματ Λούμπεν μεγαλοαστική τάξη

`

 Χόρχε Σομπάλσα Βίγια ντελ Σέρο (τ. Τουπαμάρος)

(Μοντεβιδέο)


Δημήτρη, σύντροφε

Δεν μπόρεσαν να τιθασέψουν και να ελέγξουν τον τρόπο της 2014-08-09 ΧΟΡΧΕ ΣΑΜΠΑΛΣΑ Ουρουγουαησκέψης σου, ούτε να τσακίσουν τις πεποιθήσεις σου, ούτε να εμποδίσουν να μεταδόσεις τη σταθερότητά σου. Το επαναστατικό μήνυμα, μέσα και από αυτό το βιβλίο σου, αποδρά από τα κελιά και οχυρώνεται στα δεκτικά αυτιά. Είναι η ήττα των βασανιστών, αδερφέ μου. Δεν τα βγάζουν πέρα μαζί μας!

Παρά την αλλοτρίωση και την ηγεμονία, οι σκλάβοι επανακτούν τη συνείδησή τους και δεν είναι μακριά η ώρα που θα εκπλήξουν ξανά τους κύριους του κόσμου. Τα μαλλιά θα ξανανεμίσουν στον αγέρα και θα κατακτήσουμε ξανά τους δρόμους και τις πλατείες. Τότε θα απέχει μόλις ένα βήμα να ξαναπάρει την ίδια του τη φυσική εξουσία ο ένοπλος και οργανωμένος λαός που εξεγείρεται και προχωρά προς την κοινωνική επανάσταση. Αυτή θα είναι η ήττα των ολιγαρχιών και των ιμπεριαλισμών. Δεν θα τα καταφέρουν ούτε με τους εργαζόμενους, αδερφέ μου!

Από την εδώ όχθη του ωκεανού και από την ίδια ταξική θέση έρχεται ο αδερφικός μου χαιρετισμός, στο όνομα των Τουπαμάρος, που πάντα αμετανόητοι συνεχίζουν τον αγώνα τους για την επανάσταση και το σοσιαλισμό.

Χόρχε Σομπάλσα Βίγια ντελ Σέρο (Μοντεβιδέο)

Ιανουάριος 2014

——————————————————————————————

Πρόλογος: Νίκου Γιαννόπουλου

17 ιδιαιτερότητες

Το βιβλίο του Δημήτρη Κουφοντίνα είναι ένα ξεχωριστό βιβλίο. Όχι τόσο για τον προφανή λόγο ότι είναι γραμμένο από έναν άνθρωπο που βρίσκεται δώδεκα χρόνια στην ειδική πτέρυγα απομόνωσης των Φυλακών Κορυδαλλού, όσο επειδή αποτελεί, κυριολεκτικά, ένα σπάνιο συνδυασμό βιωματικής αφήγησης, πολιτικής ιστορίας και ιδεολογικής αναζήτησης. Τολμώ να πω ότι αποτελεί φωτεινό δείγμα λαϊκότητας και λογιοσύνης, που τόσο λείπουν στους καιρούς μας, καθώς η λαϊκότητα στηλιτεύεται ως λαϊκισμός και η λογιοσύνη ταλανίζεται από το διανοουμενισμό.

Ο Κουφοντίνας, τελικά, από τη σκοπιά του πάντα, αποδεικνύει ότι η (ανατρεπτική, ριζοσπαστική) πολιτική χωρίς ορίζοντα αφυδατώνεται και δίχως στόχευση παραπαίει.

Σε αυτό το εισαγωγικό σημείωμα θα αναφέρω κάποιες από τις ιδιαιτερότητες που κάνουν αυτό το βιβλίο ξεχωριστό.

Η πρώτη: Ο Κουφοντίνας γράφει ένα βιβλίο από τη φυλακή, την εξοντωτική, εκδικητική φυλακή, αλλά ασχολείται ελάχιστα μαζί της. Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες εξαιρέσεις στη σχετική παγκόσμια βιβλιογραφία: Η συντριπτική πλειονότητα των πολιτικών κρατουμένων επικεντρώνεται στη «φυλακή» και παρεμπιπτόντως στους λόγους που την οδήγησαν σε αυτή – γράφουν «από μέσα προς τα έξω». Ο συγγραφέας αυτού του βιβλίου το γράφει «σαν να είναι έξω». Κι αυτό το κάνει, κατά τη γνώμη μου, γιατί, όπως φαίνεται πεντακάθαρα σε όλο το κείμενο του, είναι «έξω», παραμένει δρων πολιτικό υποκείμενο.

Η δεύτερη: Οπωσδήποτε αποσπασματικά και ελλειπτικά, αλλά με ακρίβεια και ενάργεια, ακριβώς γιατί διαμορφώνεται ιδεολογικοπολιτικά με την ενσώματη, χωρίς οικονομία δυνάμεων και συναισθημάτων, συμμετοχή στη δίνη της Μεταπολίτευσης, ο Δημήτρης Κουφοντίνας δίνει μια από τις πλέον συμπυκνωμένες και γλαφυρές περιγραφές εκείνης της εποχής: Του ριζοσπαστισμού της, των αντιφάσεών της, των προσδοκιών και των διαψεύσεών της. Και το κάνει πολύ αρτιότερα από άλλες εκτενέστερες και πλέον τεκμηριωμένες αναλύσεις επειδή όλα αυτά τα έζησε «από μέσα», και μάλιστα τόσο έντονα.

Η τρίτη: Αν και ο συγγραφέας το μεγαλύτερο διάστημα της πολιτικής ζωής του διατέλεσε μέλος και στέλεχος «σφιχτών» πολιτικοστρατιωτικών ή στρατιωτικοπολιτικών οργανώσεων, ακριβώς επειδή ήταν -και παραμένει- «παιδί του κινήματος», πέρα από μια από τις ακριβέστερες και διεξοδικότερες αυτοκριτικές που έχω διαβάσει, πραγματοποιεί και μια από τις ενδελεχέστερες διεισδύσεις στις αντιφάσεις, τα μετέωρα, τις κακοδαιμονίες της Αριστεράς – όλης της Αριστεράς, των «άλλων», της «δικής μας», της δικής του…

Η τέταρτη: Ο Κουφοντίνας αγαπά τη 17 Νοέμβρη, σέβεται την ιστορία της – και μαζί τη δική του. Γι” αυτό αποφασίζει, με επίγνωση του κόστους, να παρουσιαστεί στις Αρχές για να υπερασπιστεί αυτή την ιστορία και, συνολικότερα, την υπόθεση του κινήματος και της κοινωνικής απελευθέρωσης. Ωστόσο, τις σελίδες αυτού του βιβλίου δεν τις διακρίνει καμιά (κατανοητή) οίηση. Αντίθετα, αποτυπώνουν -συχνά- τις αντιφάσεις και τα αδιέξοδα όχι μόνο του ευρύτερου κινήματος, αλλά και της οργάνωσής του και του ίδιου προσωπικά. Τόσο διαφορετικά από τις αφηγήσεις της Αριστεράς, κάθε Αριστεράς, που έχουμε συνηθίσει.

Η πέμπτη: Ο Κουφοντίνας δεν μετανοεί για τη δράση του• κάνει απολογισμό, την κριτικάρει, απορρίπτει επιλογές, μεθοδολογίες, μοντέλα που την καθόρισαν, αλλά δεν μετανοεί. Παραμένει θιασώτης του συνδυασμού της μαζικής με την παράνομη δράση, συνεχίζει να πιστεύει ότι η ένοπλη επιλογή (πρέπει να) αποτελεί κόμβο της επαναστατικής διαδικασίας. Γι” αυτό δεν υπεκφεύγει στο ζήτημα των εκτελέσεων που πραγματοποίησε η 17Ν: «Έπρεπε να γίνουν ήταν δίκαιες και, ως εκ τούτου, πολιτικά νόμιμες».

Κι όμως, σε όλο το βιβλίο η αγάπη για τη ζωή αγκαλιά με τις επιταγές του κοινωνικού πολέμου («σε διαλεκτική αλληλεξάρτηση», λέει ο ίδιος) μετεωρίζονται στο ρευστό τόπο της σύγκρουσης του (επαναστατικού) ήθους με την (κυρίαρχη) ηθική, η ζωή ως αυταξία με τη σχετικοποίησή της από τους ίδιους τους υμνητές της, τους μηχανισμούς κυριαρχίας.

Εδώ, να μου επιτραπεί, μια μικρή ιστορία: Το 1921 ο Αρμένιος Σογκομόν Τεχλιριάν εκτέλεσε στη Γερμανία τον Ταλαάτ Πασά, τον υπεύθυνο της σφαγής των Αρμενίων από τον τουρκικό στρατό. Συνελήφθη και οδηγήθηκε σε δίκη. Εκεί, προφανώς μέσα στις ιδιαίτερες συνθήκες της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, το δικαστήριο τον αθώωσε με το σκεπτικό ότι ήταν συγκλονισμένος από τη σφαγή του λαού του!

Η έκτη: Το βιβλίο, αν και επικεντρωμένο στη διαδρομή της 17Ν, αποτελεί την πλέον εμπεριστατωμένη δημόσια περιγραφή της γέννησης και της ανάπτυξης του ελληνικού αντάρτικου πόλης. Εξάλλου, ο ίδιος ο Κουφοντίνας ξεκίνησε από την πολύμορφη δράση για να καταλήξει, μέσα από τις δαιδαλώδεις διαδρομές του ένοπλου κινήματος εκείνης της εποχής (όπως και όλης της Αριστεράς, επίσης), στη 17Ν.

Ιδρυτικές και «νεκρώσιμες» συσκέψεις, κείμενα-ορόσημα, πρόσωπα- κλειδιά, όπως αυτά του Χρήστου Κασσίμη και του Χρήστου Τσουτσουβή, μα, πάνω από όλα, το κλίμα μιας εποχής που «όλα ήταν δυνατά», δίνοντας σε χιλιάδες νέους αγωνιστές την εντύπωση ότι η ένοπλη επιλογή μπορεί να αποτελεί τον πρόδρομο της επανάστασης, προσδίδουν σε αυτό το βιβλίο, χωρίς υπερβολή, το χαρακτήρα ιστορικού ντοκουμέντου.

Η έβδομη: Η ιστορία της Αριστεράς βρίθει βεβαιοτήτων και «νομοτελειών» ή, ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού», σχετικισμού και αμφισημίας. Αντίθετα, το βιβλίο του Κουφοντίνα ανήκει στις εξαιρέσεις που ακροβατούν στον εύθραυστο, αλλά γόνιμο τόπο της βεβαιότητας για «το δίκιο μας», την ανάγκη της κοινωνικής χειραφέτησης, με το συνεχή αναστοχασμό ως προς την ορθότητα των τρόπων που διεκδικούμε αυτό το δίκιο – ο συγγραφέας πιστεύει σε δυνατότητες, όχι σε νομοτέλειες, γι” αυτό «βιάζεται» και δεν περιμένει την «πτώση του ώριμου φρούτου».

Η όγδοη: Ο Δημήτρης Κουφοντίνας, μέσα από τις σελίδες αστού του βιβλίου και τη γενικότερη στάση του, μπορεί να φανεί σε κάποιους παρωχημένος• εγώ τον θεωρώ συνεχή. Δεν νοσταλγεί τις «ένδοξες» εποχές• συνεχίζει να συνεγείρεται από τον Τσε, τους Τουπαμάρος, το «ένα, δύο, τρία, πολλά Βιετνάμ…». Και γι” αστό το βιβλίο του αποτελεί έναν άρτιο συνδυασμό «απαισιοδοξίας της γνώσης και αισιοδοξίας της βούλησης», πράγμα που απεικονίζεται χαρακτηριστικά στον επίλογο του.

Η ένατη: Ο συγγραφέας, αν και χρόνια παράνομος και στη φυλακή, άρα, εκ των πραγμάτων, αποκομμένος, με την ενσώματη έννοια, από το κοινωνικό γίγνεσθαι, διατηρεί τη ματιά και τη σκέψη της άμεσης συμμετοχής σε αυτό. Τούτο οφείλεται, κατά τη γνώμη μου, στην οξεία συναισθηματική ευφυΐα που τον διακρίνει, κυρίως όμως στο ότι ήταν και παραμένει ένας αυθεντικά λαϊκός άνθρωπος – κοινωνικά και ιδεολογικά. Αν και νομίζω ότι, κατά κάποιο τρόπο, μυθοποιεί το λαό (τις αξίες, τη μνήμη, τη συνέχειά του) ως «όλον», από εκεί αντλεί όχι μόνο τη στερεότητά του, αλλά και την πεποίθησή του στις δυνατότητες της λαϊκής αυτενέργειας και της κοινωνικής αυτοοργάνωσης, στην πρωτοκαθεδρία του κινήματος, την αμφισβήτησή του στο ρόλο των «πρωτοποριών» – συμπεριλαμβανομένης της 17Ν.

Η δέκατη: Στη βιβλιογραφία της Αριστεράς και του ευρύτερου κοινωνικού κινήματος, ως προς το ρόλο της σχέσης «αντικειμενικού» – «υποκειμενικού» στην εξέλιξη του κοινωνικού ανταγωνισμού, κυριαρχούν δύο μοντέλα: Εκείνο της «γενικής» εξήγησης, με εργαλείο τους στρατηγικούς προσανατολισμούς και τους συνολικούς κοινωνικοπολιτικούς συσχετισμούς, που ρέπει σε ένα στατικό ιστορικισμό και το άλλο της «ειδικής» εξήγησης, με άξονα το ρόλο της τακτικής, της ευθύνης συγκεκριμένων προσώπων και τυχαίων συμβάντων, που διολισθαίνει σε αστικές και μεσσιανικές προσεγγίσεις – προφανώς ο διαχωρισμός που κάνω είναι εξαιρετικά σχηματικός και αδικεί ουκ ολίγες φωτεινές εξαιρέσεις, αλλά νομίζω ότι αποδίδει σημαντικό τμήμα της πραγματικότητας.

Ο Δημήτρης Κουφοντίνας, αν και «κλασικός κομμουνιστής», επιχειρεί στο βιβλίο του ένα πάντρεμα προσώπων και συνθηκών, στρατηγικών ελλείψεων και τακτικών λαθών που θα μπορούσα να το συνοψίσω ως εξής: Η ταξική πάλη (και η βία της) κυοφορούν τις εξελίξεις, το κίνημα είναι το εμβρυουλκό, αλλά μαιευτήρας είναι πολιτικές υποκειμενικότητες, συλλογικές και ατομικές.

Η ενδέκατη: Στο βιβλίο συνυπάρχουν, ισόποσα σχεδόν, σελίδες ανάλυσης του κινήματος, του ένοπλου εγχειρήματος, της ανάπτυξης του ελληνικού καπιταλισμού, του πασοκικού εκσυγχρονισμού, της μητσοτακικής λαίλαπας, του ρόλου του ιμπεριαλισμού, της υποχώρησης της Αριστεράς, με σελίδες καταιγιστικής δράσης στο Συκούριο, το AT Βύρωνα, τα Σεπόλια κ.λπ.

Πρόκειται για ένα, μοναδικό, μάλλον, βιβλίο «ένα σε δύο», στο οποίο το πολιτικό στοιχείο συνυπάρχει με την «αστυνομική περιπέτεια» και η ιδεολογική αναζήτηση με τη βιωματική – υπαρξιακή διάσταση. Γιατί έτσι ακριβώς είναι ο Κουφοντίνας: Ένας απολύτως κανονικός και, παράλληλα, εντελώς διαφορετικός άνθρωπος.

Η δωδέκατη: Για πολλές πλευρές του κοινωνικού ανταγωνισμού, αλλά και συνολικά ως προς τη στρατηγική του κοινωνικού μετασχηματισμού, ο Κουφοντίνας έχει μια «εθνική ματιά» («ελληνικός σοσιαλισμός», Κυπριακό, ελληνοτουρκικός ανταγωνισμός, Γιουγκοσλαβικό κ.λπ. – σε αυτά είναι που διαφωνώ μαζί του, πολύ περισσότερο και από την επιλογή της ένοπλης προπαγάνδας σε περιόδους αστικής δημοκρατίας).

Ωστόσο, ο Δημήτρης Κουφοντίνας είναι διεθνιστής, ενεργός διεθνιστής. Όχι μόνο επειδή συνεγείρεται από τους αγώνες όπου Γης, αλλά, κυρίως, γιατί, με τον τρόπο του, στέκεται έμπρακτα στο πλευρό τους – από τους Παλαιστίνιους, τους Τούρκους, τους Κούρδους μέχρι τους Γερμανούς, τους Ιρακινούς, τους Λατινοαμερικάνους. Αναρωτιέμαι: Αυτή δεν είναι πολύ πιο συνεπής διεθνιστική στάση από εκείνη των πιο «ολοκληρωμένων» διεθνιστών που εκστασιάζονται με την παλαιστινιακή Ιντιφάντα, αλλά όταν πέσει μια πέτρα σε κάποια διαδήλωση στην Αθήνα αμέσως ανακαλύπτουν «προβοκάτορες»;

Η δέκατη τρίτη: Ο συγγραφέας κάνει στο βιβλίο του μια αναδρομή στους σταθμούς της Αριστεράς (κυρίως της παραδοσιακής Αριστεράς), διαχωρίζοντας με αρκετή δικαιοσύνη, ακρίβεια, αλλά και αυτοκριτική την άκρα Αριστερά, για να επισημάνει το κενό επαναστατικής πολιτικής που άφησαν η «ειρηνική συνύπαρξη», ο «δημοκρατικός δρόμος» κ.λπ., το οποίο επιχείρησαν να καλύψουν οι ένοπλες οργανώσεις.

Ως εδώ τίποτα απρόβλεπτο. Ωστόσο, ο Κουφοντίνας εξετάζει σφαιρικά και αυτοκριτικά τους τρόπους που προσπάθησαν να καλύψουν αυτό το κενό. Και επιχειρεί να ξαναθέσει το ζήτημα της πολυμορφίας του κινήματος στις νέες συνθήκες. Αυτή η προσέγγιση, ιδιαίτερα στο σημερινό περιβάλλον κρίσης – επίθεσης – καταστροφής, θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά σημαντικό να απασχολήσει την Αριστερά και το ευρύτερο κίνημα. Στ” αλήθεια, μπορούμε να πιστεύουμε ότι σε μια ενδεχόμενη κυβέρνηση Αριστεράς, που θα σεβαστεί το -όποιο- πρόγραμμά της, το κράτος, το κεφάλαιο, ο διεθνής παράγοντας θα παραδώσουν την εξουσία τους αμαχητί; Τούτο το βιβλίο είναι από τα πρώτα στην Ελλάδα που θέτουν ευθέως τα ερωτήματα της συγκυρίας: Με ποια ενότητα των λαϊκών δυνάμεων; Με ποιες δομές κοινωνικής αυτοοργάνωσης και αντιεξουσίας; Με ποιους μηχανισμούς επιβολής του δίκιου των καταπιεσμένων;

Η δέκατη τέταρτη: Ο συγγραφέας διακατέχεται από τη λογική του «ταξικού μίσους». Για κάθε λογής κυρίαρχο και «εχθρό του λαού»: Από τον καπιταλιστή και το στρατοκράτη μέχρι το δωσίλογο και τον «καπνέμπορα». Όμως δεν μισεί… Το βιβλίο αποπνέει μια σπάνια τρυφερότητα, αυτή που με ώθησε στη δίκη της 17Ν να μιλήσω για «ευγενή κίνητρα», που τόσο στηλιτεύτηκαν τότε και τώρα. Ο Κουφοντίνας μισεί την εκμετάλλευση, την καταπίεση, τον πόλεμο, τη λεηλασία των λαών και στον «πόλεμο» εναντίον τους υποχρεώνεται να συγκρουστεί με τους φορείς τους. Σε όλο το βιβλίο αυτή η αντίφαση «μίσος στον πόλεμο – πόλεμος εναντίον του» οριοθετεί τα ηθικά και ιδεολογικά διλήμματα του συγγραφέα, που τα πληρώνει επί δώδεκα χρόνια στο υπόγειο των Φυλακών Κορυδαλλού, αλλά προσδιορίζει και τη βαρβαρότητα με την οποία διεξάγουν το δικό τους πόλεμο οι παρασημοφορούμενοι εχθροί του.

Η δέκατη πέμπτη: Ο Δημήτρης Κουφοντίνας καταθέτει στο βιβλίο του, με τραγική οδύνη, την εμπειρία του 2002: Την υστερική τρομολαγνεία του πολιτικού προσωπικού τού κράτους, πρωτοστατούντων των ΜΜΕ” το Τραύμα, τις ομολογίες των περισσότερων και την εκκωφαντική σιωπή κάποιων άλλων από τους συλληφθέντες.

Πρόκειται για συγκλονιστικές σελίδες. «Ένας άνθρωπος που δεν τον αφήνουν να βαδίσει…». Όμως, φροντίζει τους συντρόφους. Έτσι, στο βιβλίο «κρύβει αλήθειες», που βέβαια δεν κρύβουν την αλήθεια, αποδεικνύοντας ότι ο συγγραφέας δεν ενδιαφέρεται να τιμωρήσει, αλλά να εξηγήσει, δεν νοιάζεται να δικαιωθεί προσωπικά, εξάλλου αυτό εκ των πραγμάτων έχει γίνει, αλλά να προσδιορίσει ιδέες, αξίες και στάσεις που γι” αυτόν έχουν χαρακτήρα αρχών, ίσως κάπως «παλιομοδίτικων», αλλά τόσο αναγκαίων.

Η δέκατη έκτη: Συνήθως όταν εξετάζουμε το παρελθόν το κάνουμε με τη ματιά του παρόντος. Κατά βάση αυτό κάνει και ο συγγραφέας. Το ασυνήθιστο του βιβλίου έγκειται στο ότι η ματιά «αλλάζει και δεν αλλάζει». Αναφέρεται σε γεγονότα κρίνοντάς τα με τη ματιά «του τότε», του Αντώνη της παρανομίας, και τα αξιολογεί με τη ματιά «του τώρα». Αυτό δεν είναι διόλου εύκολο και για τούτο το βιβλίο έχει μια σημαντική ιδεολογική και μορφωτική διάσταση. Τι άλλο είναι, τελικά, ο επαναστάτης από μια προσωπικότητα με διαρκείς τομές, μέσα όμως στη συνέχειά του; Ή, για να το διατυπώσω αλλιώς: Η ιστορία της ταξικής πάλης είναι η ιστορία των ασυνεχειών της.

Η δέκατη έβδομη: Ζούμε ξανά σε εποχές τρομουστερίας. Με πολλούς αποδέκτες: Το ανταγωνιστικό κίνημα, την Αριστερά, όσους είναι έτοιμοι -ή μπορεί- να εκραγούν. Και πάλι το όχημα είναι η απαξίωση, η «εγκληματοποίηση» των πολιτικών κρατούμενων: «Κατά συρροήν δολοφόνοι», «αιμοσταγείς» κ.λπ. Ποια καλύτερη απάντηση σε αυτή την επιχείρηση «κτηνώδους δύναμης και ογκώδους άγνοιας» από ένα βιβλίο γραμμένο από έναν από τους παλιότερους πολιτικούς κρατού¬μενους στη μεταπολιτευτική Ελλάδα, ιδεολογικά μεστό, πολιτικά εμπνευσμένο, βιωματικά ειλικρινές; Ποια πειστικότερη απόδειξη ότι η «από δω πλευρά» παραμένει ηθικά, μορφωτικά, αξιακά, οντολογικά, αν θέλετε, ανώτερη από τους εχθρούς της; Ποιο καταλληλότερο επιχείρημα ότι οι κοινωνικοί αγώνες δεν είναι ούτε νόμιμοι ούτε παράνομοι, είναι δίκαιοι;

Νίκος Γιαννόπουλος

Οι πρόλογοι από το Βαθύ Κόκκινο

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s