ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΗΣ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ – ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ

Standard

ΜΙΑ ΓΚΑΖΙΑ ΓΙΑ ΤΟ «ΕΠΙΚΕΙΜΕΝΟ»-ΚΙ ΟΛΟ ΑΝΑΒΑΛΛΟΜΕΝΟ-ΖΕΣΤΑΜΑ ΤΩΝ ΑΓΩΝΙΣΤΙΚΩΝ ΜΗΧΑΝΩΝ….

2014-08-23 Ρουσης Γιωργος Βιβλιο ΑΠΟ ΤΗ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΕΜΟΣ ΘΕΣΕΩΝ

«Πέρασµα από τον πόλεµο ελιγµών (και από τη
µετωπική επίθεση) στον πόλεµο θέσεων ακόµα και
στο πολιτικό πεδίο. Μου φαίνεται ότι αυτό είναι το
πιο σηµαντικό πρόβληµα της µεταπολεµικής περιόδου
και που είναι το δυσκολότερο να λυθεί σωστά».
Αντόνιο Γκράµσι, (Παρελθόν και παρόν)

«Θα ‘θελα λίγο δυναµίτη θα ‘θελα µιαν έκρηξη
που θα σκορπίσει το χειρότερο θάνατο
στα βολέµατά σας».
Νίκος Καρούζος, (Κρώξιμο σ’ ένα σπουδαστήριο)

`

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

`

ΝΑΥΣΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΣΧΟΛΗΘΩ µε το θέµα του τίτλου, ήταν η διαπίστωση ενός σηµαντικού κενού στο χώρο του σύγχρονου αριστερού ριζοσπαστικού προβληµατισµού. Όσο περίεργο κι αν φαντάζει αυτό, πρόκειται για το κενό που υπάρχει στους προβληµατισµούς σχετικά µε το πώς θα οδηγηθούµε στον κοµµουνισµό και στην απαραίτητη για την πρόσβαση σε αυτόν κοινωνική επανάσταση.

Και ναι µεν είναι αναµενόµενο η ρεφορµιστική-σοσιαλδηµοκρατική αριστερά, να µην ασχολείται µε αυτό το ζήτηµα, µια και ευθαρσώς πια δηλώνει ότι στοχεύει σε έναν πιο δίκαιο, πιο ανθρώπινο καπιταλισµό, προϊόν διαταξικής διαπραγµάτευσης και συµβιβασµού, και όχι στη χειραφέτηση του ανθρώπου µέσω επαναστατικής ρήξης, είναι όµως άξιον απορίας, το ότι αυτό δεν απασχολεί ούτε την αριστερά εκείνη που διακηρύσσει ότι προσβλέπει στην κοµµουνιστική χειραφέτηση.

Μάλιστα αυτή η παράλειψη γίνεται ακόµη πιο εντυπωσιακή στο βαθµό που από τη µια ο σοσιαλισµός-κοµµουνισµός θεωρείται ως η µοναδική διέξοδος-λύση απέναντι στην σύγχρονη βαρβαρότητα, και από την άλλη δεν αµφισβητείται η αναγκαιότητα της επανάστασης για την ανατροπή του καπιταλισµού και το πέρασµα στην κοµµουνιστική κοινωνία. Όµως και σε αυτήν την περίπτωση, πέρα από την προσµονή της µυθικής Μεγάλης Νύχτας, που κάποτε θα προκύψει µέσα από τους καθημερινούς-ταξικούς αγώνες, δεν διευκρινίζεται µε ποιο τρόπο µπορεί να συνδεθεί η µεν µε τους δε, ή διαφορετικά η επαναστατική στρατηγική µε την καθηµερινή πάλη.

Ακόµη, ενώ, έστω και περιορισμένες, υπάρχουν αναζητήσεις, τοποθετήσεις και αντιπαραθέσεις σχετικά µε το χαρακτήρα και το περιεχόµενο της µελλούµενης σοσιαλιστικής κοινωνίας, δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο σχετικά µε την επαναστατική γέφυρα που οδηγεί σε αυτήν την κοινωνία. Και το χειρότερο είναι ότι λείπουν, όχι µόνον οι θεωρητικές περί επαναστατικής διαδικασίας αναζητήσεις, αλλά ακόµη και οι απλές αναφορές σε αυτήν. Και όταν αυτές υπάρχουν, είναι για να τιµήσουν επετείους, όπως η Κοµµούνα ή η Ρώσικη επανάσταση, και όχι για να προετοιµάσουν τις επαναστάσεις του μέλλοντος µας.

2014-08-24 Μαρξ Ενγκελς

Κλικ Μανιφέστο Κομμουνιστικού Κόμματος

Θεωρώ ότι αυτό το κενό, στο βαθµό βεβαίως που η στόχευση του κοµµουνιστικού οράµατος είναι ειλικρινής, οφείλεται στη δυσκολία αντιµετώπισης αυτού του κοµβικού ζητήµατος της επαναστατικής µετάβασης, µια δυσκολία που µε τη σειρά της είναι απόρροια µιας θεμελιώδους αντίθεσης της εποχής µας. Ποια είναι αυτή; Το γεγονός ότι στις αναπτυγµένες καπιταλιστικές χώρες, παρόλο που είναι αναγκαία και εφικτή η δυνατότητα κατάκτησης της χειραφέτησης του ανθρώπου, εντούτοις δεν διεκδικείται, όχι µόνον από ευρύτερες λαϊκές µάζες, αλλά ούτε καν από την πλειοψηφία του εν δυνάµει επαναστατικού υποκειµένου, δηλαδή από τη σύγχρονη εργατική τάξη. Και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι και οι καταπιεσµένοι διέπονται σε µεγάλο βαθµό από τις αστικές αξίες και ηγεµονεύει και σε αυτούς η αστική ιδεολογία, η οποία είναι πολύ δύσκολο να ανατραπεί, όσο η αστική τάξη θα είναι κυρίαρχη οικονοµικά τάξη.

Σηµαίνει µήπως αυτό ότι βρισκόµαστε µπρος σ’ ένα αδιέξοδο, η διαφορετικά ότι το δίληµµα κοµµουνισµός ή βαρβαρότητα θα λυθεί υπέρ της βαρβαρότητας; Η απάντηση που δίνω στο παραπάνω ερώτηµα µέσα από τούτη την προσπάθεια, είναι ότι µέσω µιας επαναστατικής αξιοποίησης της γκραµσιανής στρατηγικής του πολέµου θέσεων είναι δυνατόν να οδηγηθούµε στην επανάσταση και τον κοµµουνισµό.

Και εκκινώ από µια γκραµσιανή κατηγορία, όπως ο πόλεµος θέσεων, διότι παρόλο που και ο ίδιος ο Λένιν επεσήµανε πρώτος την ευκολία εκδήλωσης της επανάστασης στη Ρωσία σε σχέση µε τη Δύση1. ο Γκράµσι είναι εκείνος που προσπάθησε να αντιµετωπίσει συστηµατικά αυτό το ζήτηµα και να βρει κάποια λύση.

Από αυτήν τη σκοπιά είναι µάλλον εύστοχος ο χαρακτηρισµός του Γκράµσι ως θεωρητικού της επανάστασης των αναπτυγµένων χωρών της Δύσης. Σε αυτά τα πλαίσια, πρότεινε τη στρατηγική του πολέµου θέσεων ως την πιο κατάλληλη στρατηγική για να οδηγηθούµε στη σοσιαλιστική επανάσταση.

Ακολουθώντας λοιπόν το νήµα της σκέψης αυτού του µεγάλου επαναστάτη στοχαστή, επιχειρώ να διερευνήσω µε ποιο τρόπο αυτή η στρατηγική, τουλάχιστον µε το επικρατέστερο περιεχόµενο, που της αποδίδει ο Γκράµσι στα Τετράδια της Φυλακής, είναι δυνατόν να εφαρμοστεί µε επιτυχία στην εποχή µας.

Διευκρινίζω ότι ορισµένα απ’ όσα είναι αναγκαία για την ανάπτυξη του προβληµατισµού, γύρω από το θέµα που απασχολεί τούτη τη µελέτη, και αναλύονται στο βιβλίο µου µε τίτλο Ο Μαρξ γεννήθηκε vωρίς2, απλώς τα παραθέτω εδώ, επιγραµµατικά. Έτσι όσα αντιµετωπίζονται εδώ αποτελούν κατά κάποιο τρόπο συνέχεια των προβληµατισµών αυτού του προηγούµενου βιβλίου µου. Η µελέτη αυτή αποτελείται από τα ακόλουθα τέσσερα κεφάλαια:

‘Ενα πρώτο, στο οποίο επιδιώκεται αρχικά να καταδειχτεί ότι η νοµοτελειακή αποποµπή ζωντανής εργασίας από την παραγωγή, είναι η θεµελιακή αιτία της δοµικής κρίσης του καπιταλισµού την οποία διανύουµε από το 2008. Αυτός ο προσδιορισµός αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να τεκµηριωθεί στη συνέχεια ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει λύση παραµένοντας στα καπιταλιστικά πλαίσια. Σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο εκτός των αιτιών και του χαρακτήρα της κρίσης, καταγράφεται ο τρόπος µε τον οποίο επιχειρεί να την αντιµετωπίσει το Κεφάλαιο, και αναλύεται το πώς αυτός οδηγεί στην βαρβαρότητα η οποία είναι µακροπρόθεσµα αναποτελεσµατική και για το ίδιο το Κεφάλαιο.

Στη συνέχεια αναλύεται µε ποιο τρόπο η αποποµπή ζωντανής εργασίας που αποτελεί κατάρα για τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων στα πλαίσια του καπιταλισµού, είναι δυνατόν να µετατραπεί σε ευλογία και να αξιοποιηθεί για την απελευθέρωση των ανθρώπων από τα δεσµά της κυριαρχίας της καταναγκαστικής εργασίας. Με άλλα λόγια υποστηρίζω ότι η λύση στην κρίση είναι το πέρασµα στην κοµµουνιστική κοινωνία, δηλαδή στην κοινωνία όπου θα κυριαρχεί ο ελεύθερος δηµιουργικός χρόνος. Το κεφάλαιο αυτό κλείνει µε την υπόµνηση της αναγκαιότητας της επανάστασης ως το µέσο που θα µας οδηγήσει στον σοσιαλισµό και στη χειραφέτηση του ανθρώπου.

Σε ένα δεύτερο κεφάλαιο, παρουσιάζονται τα εναύσµατα που οδήγησαν τον Γκράµσι να αναζητήσει µια στρατηγική που θα άνοιγε τον δρόµο στην επαναστατική ανατροπή του καπιταλισµού στις αναπτυγµένες καπιταλιστικές χώρες. Αυτά, πέρα από µια γενικότερη αντιµετώπιση του µαρξισµού όχι ως µιας θετικιστικής, ή χυδαίας υλιστικής θεωρίας, κάτι που επικρατούσε στα πλαίσια της Δεύτερης Διεθνούς, είναι οι αρνητικές εκβάσεις των επαναστάσεων του 1848, της Παρισινής Κοµµούνας, της Γερµανικής Επανάστασης και του κινήµατος των εργοστασιακών Συµβουλίων, οι δυσκολίες εκδήλωσης της επανάστασης στη Δύση σε σχέση µε την Ανατολή, πιο ειδικά η ανεπάρκεια της οικονοµικής κρίσης για την επαναστατική συνειδητοποίηση, και τέλος η επικράτηση του φασισµού στην Ιταλία. Στο ίδιο κεφάλαιο παρατίθενται και οι θετικές και αρνητικές επιρροές προηγούµενων στοχαστών στη διαµόρφωση της γκραµσιανής στρατηγικής του πολέµου θέσεων.

Στο τρίτο κεφάλαιο εντοπίζεται η γενική στόχευση και το επικρατέστερο, περιεχόµενο του πολέµου θέσεων στο έργο του Γκράµσι. Στη συνέχεια παρουσιάζονται τα µέσα όπως το κόµµα, το µέτωπο, ο διεθνισµός, οι εναλλακτικοί θεσµοί, η χρήση βίαιων και µη µορφών, που θεωρούνται απαραίτητα για την διεξαγωγή αυτού του πολέµου. Τέλος αναδεικνύονται ορισµένα αδύνατα σηµεία της γκραµσιανής στρατηγικής, τα οποία, πέρα του ότι εγκυµονούν σοβαρούς κινδύνους παρερμηνείας της και ρεφορµιστικής ανάγνωσής της, αφήνουν αναπάντητα σηµαντικά ερωτήµατα, όπως εκείνο της δυνατότητας κατάκτησης από το προλεταριάτο της ηγεµονίας στην πλειοψηφία της κοινωνίας στα πλαίσια της αστικής εξουσίας.

Στο τέταρτο κεφάλαιο, λαµβάνοντας υπόψη τα διδάγµατα από την διπλή ήττα τόσο του «υπαρκτού σοσιαλισμού» όσο και του ευρωκομουνισμού, διερευνάται µε ποιο τρόπο ο πόλεµος θέσεων, αξιοποιώντας τις αντιφατικές στο επίπεδο της συνείδησης συνέπειες της κρίσης, µπορεί να αποτελέσει µια επαναστατική στρατηγική διεξόδου από αυτήν. Με άλλα λόγια εξετάζεται κατά πόσο ένας σύγχρονος πόλεµος θέσεων, µπορεί από τη µια να συµβάλλει στην ανατροπή του υπάρχοντος αρνητικού γενικού και ιδεολογικού συσχετισµού δυνάµεων και τελικά να συµβάλλει στο να αδράξει η ανθρωπότητα τη δυνατότητα της χειραφέτησης που της προσφέρεται. Και για να είµαι σαφής ευθύς εξαρχής, δηλώνω µε τον πλέον κατηγορηµατικό τρόπο ότι σε καµιά περίπτωση δεν αντιµετωπίζω τον πόλεµο θέσεων ως µέσο για να οδηγηθούµε σε κάποιο µεταβατικό στάδιο ανάµεσα σε καπιταλισµό και σοσιαλισµό, κάτι που κατά την γνώµη µου δεν έχει κανένα απολύτως νόηµα για τις αναπτυγµένες χώρες στην εποχή µας.

Αντίθετα, τον αντιµετωπίζω ως µια στην κυριολεξία πολεµική-πολιτική στρατηγική, η οποία θα ενισχύει τη θέση της εργατικής τάξης και τον ηγεµονικό της ρόλο, τόσο ιδεολογικά όσο και γενικότερα, και θα αποδυναµώνει αντίστοιχα τη θέση και την ηγεµονία της αστικής τάξης, µια στρατηγική που θα οδηγεί την εργατική τάξη στην κατάληψη όλο και περισσότερων και πιο σηµαντικών αντίπαλων οχυρών, ανοίγοντας έτσι το δρόµο, στην ούτως ή άλλως απαραίτητη τελική επαναστατική ρήξη, για την ανατροπή-συντριβή του αστικού κράτους και το πέρασµα στην κατώτερη φάση του κοµµουνισµού.

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
1.Βλέπε Μπύσι-Γκλύσµαν. Ο Γκράµσι και το κράτος, Θεµέλιο, 1984, σελ. 14.
2.Εκδόσεις Γκοβόστη, 2008, δεύτερη έκδοση 2011.

`

`

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

Η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΗ
ΩΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΑ ΒΑΘΥΤΕΡΑ ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ

1.1. Η αποποµπή Ζωντανής εργασίας θεµελιακή γενεσιουργός αιτία της κρίσης.

ο 2008 η κρίση που ενδηµούσε από τις αρχές τις δεκαετίας του ’70 σε παγκόσµιο επίπεδο, εκδηλώθηκε µε άγρια πια µορφή στη χώρα µας. Οι φιλοκαπιταλιστές οικονοµολόγοι και πολιτικοί-αντί να λουφάξουν µετά την αποκάλυψη της ανεπάρκειας της αστικής πολιτικής οικονοµίας και των αστικών κυβερνήσεων να την προβλέψουv, έσπευσαν να την αποδώσουν στην τεµπελιά των Ελλήνων, στην κακή διαχείριση ειδικά εκ µέρους των Ελλήνων πολιτικών, στους καταχραστές και στο µεγάλο δηµόσιο τοµέα µας που λειτουργούσε στη βάση πελατειακών σχέσεων.

Αργότερα όταν όλες οι χώρες της Νότιας Ευρώπης παρουσίασαν λίγο πολύ τα ίδια προβλήµατα µε την Ελλάδα -η ανεργία στην Ισπανία τον Ιούνιο του 2012 έφτασε το 24,8%, και σε ηλικίες κάτω των 25 ετών ξεπερνά το 40%, ενώ το χρέος της Ιταλίας το Γενάρη του 2012 έφτασε τα 1.935,8 δις ευρώ, έγινε πια κοινώς αποδεκτό ότι η κρίση δεν είναι αποκλειστικά ελληνική, αλλά νοτιοευρωπαϊκή, ή έστω της Ιρλανδίας και της ευρωπαϊκής περιφέρειας,`

Όμως και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση η ανεργία προσεγγίζει το 12%, δηλαδή 19 εκατομμύρια, χωρίς να συνυπολογίζονται σε αυτούς οι υποαπασχολούμενοι ή η νέα κατηγορία των απλήρωτων εργαζομένων, ενώ για τους νέους κάτω των 25 η ανεργία βρίσκεται κατά μέσο όρο στο 22,1 %. Ταυτόχρονα ανάλογα με το Νότο μέτρα, λαμβάνονται και στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ. Έτσι στη Γερμανία οι μισθοί μειώθηκαν κατά 4,5% την πρώτη δεκαετία του 2000, πάγωσαν οι συντάξεις, μειώθηκαν τα επιδόματα ανεργίας, επεκτάθηκε η ελαστικοποίηση της εργασίας, ενώ το χρέος της χώρας έφτασε το 2011 στα 2.088 δις ευρώ, δίχως τα ελλείμματα στα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης και συντάξεων. Στη Σουηδία επιχειρείται η εξομοίωση των μεροκάματων και των εργασιακών δικαιωμάτων με εκείνα των χωρών της Βαλτικής. Στη Γαλλία η αεροπορική εταιρία Air Mediterranee απολύει τους εργαζόμενούς της και τους ζητά να επαναπροσληφθούν στη θυγατρική που ίδρυσε στην Ελλάδα, με ελληνικούς μισθούς, για να συνεχίσουν την ίδια δουλειά που έκαναν και προηγουμένως. Στο Βέλγιο μόνο, χάρη στη μεγάλη γενική απεργία που έγινε μετά από 16 χρόνια, αποτράπηκε η λήψη σκληρών αντεργατικών μέτρων …
`
Είναι λοιπόν σαφές ότι δεν είναι μόνον ο Νότος που νοσεί, αλλά ολόκληρη η ΕΕ. Αλλά ούτε μόνον σε αυτήν περιορίζεται η κρίση. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτή ξέσπασε πρώτα στις ΗΠΑ με τη μορφή της αδυναμίας πληρωμής των στεγαστικών δανείων και με το σμπάρο του κολοσσού της Lehman Brothers, το Σεπτέμβρη του 2008. Επιπλέον στις ΗΠΑ, αν υπολογιστεί η μερική απασχόληση και οι λεγόμενοι «απογοητευμένοι απόκληροι», η ανεργία φτάνει το 15,1%. 3 Κι ενώ πριν από την κρίση το 2007 ήταν 5,8%, έφθασε το 8,6% το 2011 εκ των οποίων το 29% είναι άνεργοι πάνω από ένα χρόνο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 5,8% πριν από την κρίση του 2007.4
`
Επίσης το χρέος των ΗΠΑ, στο οποίο κατέχουν την παγκόσμια πρωτιά, όπως άλλωστε και όσον αφορά στο έλλειμμά τους, με δεύτερη την Ιαπωνία με 3.000 δις δολάρια, ξεπέρασε το 2008 το φράγμα των 10.000 δις δολαρίων και αυξάνεται από τότε κάθε επτάμηνο ανά 1.000 δις, για να φθάσει το 2012 τα 15.000 δις δολάρια, και σχεδόν το 100% του ΑΕΠ.5 Κι ενώ δεκαπέντε ευρωπαϊκές χώρες βρίσκονται υπό επιτήρηση, οι ίδιες οι ΗΠΑ έπαψαν να αξιολογούνται με τρία Α.
`
Αξίζει τέλος να επισημανθεί κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για την περαιτέρω επιχειρηματολογία μας, ότι το 60% των θέσεων εργασίας που χάθηκαν στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, οφείλονται σε τεχνολογικές αλλαγές, και το 30% σε εξαγωγή θέσεων εργασίας προς το Μεξικό, την Κίνα κ.λπ.6
`
Αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο τα στοιχεία που παραθέτουν ο ΟΗΕ και το Διεθνές Γραφείο Εργασίας είναι απογοητευτικά.7 Προβλέπεται ότι θα υπάρχει κρίση διαρκείας ως προς την απασχόληση, ότι το μέσο εισόδημα ανά κάτοικο θα μειώνεται αντί να αυξάνεται σε παγκόσμιο επίπεδο, και ότι το παγκόσμιο χρέος εκτιμάται ότι είναι περίπου 50 τρίς δολάρια. Συνεπώς πρόκειται για παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, και όσο αυτή βαθαίνει και επεκτείνεται θα είναι όλο και πιο δύσκολο να το αρνηθούν και οι πλέον φανατικοί υπέρμαχοι του καπιταλισμού.
`

2014-08-24 Αντονιο Γκραμσι

Έτσι, είτε από µια τεχνοκρατική θετικιστική περί οικονοµίας αντίληψη είτε από άγνοια, είτε ανάγοντας τις συνέπειες σε αιτίες, είτε επειδή από την ίδια τους την ταξική θέση αντιµετωπίζουν την κρίση από την οπτική γωνία της κυκλοφορίας, είτε από δόλο για να διασώσουν το σύστηµα, είτε από κάποιο συνδυασµό των παραπάνω, οι υπέρµαχοι του καπιταλισµού επιλέγουν µεν όλο και περισσότερο να αποδεχτούν τον παγκόσµιο χαρακτήρα της κρίσης, δεν αποδέχονται όµως ότι αυτή προκύπτει από τον ίδιο τον πυρήνα της καπιταλιστικής παραγωγής.

`
Όπως ο καθένας µπορεί να καταλάβει, η απάντηση στο παραπάνω ερώτηµα είναι κοµβική διότι, αν καταλήξουµε στο συµπέρασµα ότι η αιτία της κρίσης εντοπίζεται στην ίδια την καπιταλιστική παραγωγή υπό τη στενή έννοια, ή τη λεγόµενη «πραγµατική οικονοµία» -λες και οι τράπεζες, οι µετοχικές εταιρίες και τα χρηµατιστήρια δεν είναι πραγµατικά τότε γίνεται προφανές ότι αυτή δεν είναι δυνατόν να αντιµετωπιστεί παρά µόνο µε την ανατροπή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που την προκαλεί και όχι µε κάποια καλύτερη εφαρµογή του.
`
Ας πάρουµε όµως τα πράγµατα µε τη σειρά.
Και ας ξεκινήσουµε από την πιό απλοϊκή ερµηνεία, η οποία εντέχνως προβάλλεται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ για να γίνει κοινή συνείδηση, και έτσι να αποκρύψει την ουσία του προβλήµατος, δηλαδή ότι πρόκειται για κρίση οφειλόµενη στην διαφθορά, τις µίζες και τις υπεξαιρέσεις δηµόσιου χρήµατος.
`
Αναµφισβήτητο γεγονός είναι ότι όλα αυτά υπάρχουν σε παγκόσµιο επίπεδο. Όµως, καταρχάς, όποιος δεν δέχεται µια εκ φύσεως κακή ανθρώπινη φύση, είναι εύκολο να καταλάβει ότι όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά επιβεβαίωση της λογικής της µε κάθε µέσο και τρόπο αποκόµισης κέρδους, η οποία αποτελεί θεµελιακή αρχή του καπιταλισµού.
`
Επίσης η διαφθορά των πολιτικών και η γενικότερη διαφθορά, δεν είναι άσχετη µε τη γενίκευση της εµπορεuµατoπoίησης-ιδιωτικoπoίησης των πάντων για την οποία θα µιλήσουµε στη συνέχεια. Όταν όλα ανάγονται σε εµπόρευµα, γιατί να µην αναχθεί και η όποια συναλλαγή;
`
Βεβαίως θα αντιτάξει κάποιως ότι υπάρχει το νόµιµο και το παράνοµο κέρδος. Πράγµατι αυτό συµβαίνει. Όµως το ίδιο το νοµιµοποιηµένο κέρδος δεν είναι τίποτα άλλο από κλοπή. Κλοπή ξένης εργασίας. Συνεπώς το όριο ανάµεσα στη τυπικά νόµιµη και τυπικά παράνοµη κλοπή είναι µάλλον σαθρό και εύκολα υπερβάσιµο από πλευράς ηθικής.
`
Άλλωστε πιό ειδικά οι µίζες αποτελούν συνήθη πρακτική των εµπορικών συναλλαγών στα πλαίσια του καπιταλισµού, αλλά και σε εκείνα του «υπαρκτού», αποδεικνύοντας στη δεύτερη περίπτωση, και µε αυτόν τον τρόπο, τον µη σοσιαλιστικό του χαρακτήρα.
`
Ακόµη και η αµφισβητούµενης αντικειµενικότητας µη κυβερνητική οργάνωση «Διεθνής Διαφάνεια» αναφέρει σε έκθεσή της ότι το 2008 στο 75% των διεθνών συναλλαγών παρέχονταν από τις επιχειρήσεις µίζες που στόχο είχαν να κερδηθούν αγορές.8
`
Το ωραίο είναι ότι η ίδια αυτή η οργάνωση καταγγέλλεται ότι κατηγορεί για διαφθορά τις κυβερνήσεις που αρνούνται να ανοίξουν τις πόρτες των χωρών τους στις πολυεθνικές.9
`
Τέλος, πρέπει να επισηµανθεί µε βάση τα στοιχεία της ίδιας οργάνωσης ότι ο τζίρος ο προερχόµενος από τη διαφθορά είναι µεν τεράστιος σε σύγκριση µε τις απολαβές των απλών εργαζοµένων, ή εκείνων που λιµοκτονούν, είναι όµως αµελητέος σε σχέση µε το νόµιµο τζίρο των καπιταλιστών, τον οποίο κανείς από εκείνους που καταγγέλλουν τη διαφθορά, δεν θίγει και πολύ περισσότερο δεν προσδιορίζει ως αιτία της κρίσης.
`
Ας περάσουµε τώρα σε µια κριτική θεώρηση της θέσης ότι πρόκειται για κρίση που οφείλεται στο έλλειµµα ζήτησης, µια θέση που παλαιότερα είχε βρει ανταπόκριση και είχε υποστηριχτεί ακόµη και από επαναστάτες στοχαστές, όπως η Ρόζα Λούξεµπουργκ. Στην ίδια λογική κινήθηκαν αργότερα και οι αριστεροί ριζοσπάστες οικονοµολόγοι Barran και Sweezy, καθώς και ο Desai, οι οποίοι µε τη σειρά τους υποστήριζαν ότι οι κρίσεις προκαλούνται από µια υπερπαραγωγή πράγµα που σηµαίνει από µια υποκατανάλωση.10
`
Μάλιστα, ο φίλος και σύντροφος Νίκος Μπογιόπουλος, στο βιβλίο του Είναι ο Καπιταλισµός ηλίθιε, αν και κατά την ανάλυση των αιτιών της κρίσης αναδεικνύει το ρόλο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και ξεκαθαρίζει ότι αιτία της δεν είναι η υποκατανάλωση, αρχικά φαίνεται να ταυτίζει και αυτός την κρίση µε την έλλειψη ζήτησης.11
`
Η ίδια συλλογιστική αποτελεί θεµελιακό στοιχείο µιας κεϋνσιανής αντιµετώπισης της κρίσης, µέσω ακριβώς της ενίσχυσης της ζήτησης. Αυτή υποστηρίζεται στην εποχή µας µεταξύ άλλων από το βραβείο Νόµπελ οικονοµίας 2008 Paul Κrugrnan,12 για τον οποίο «οι ανεπάρκειες της συνολικής ζήτησης» κατά την κεϋνσιανή διατύπωση, αποτελούν την αιτία της κρίσης,13 ή από µετακεϋνσιανούς στοχαστές όπως ο Joan Robίnson.
`
Στη βάση ενός αποσπάσµατος από το Κεφάλαιο όπου ο Μαρξ κάνει λόγο για την περιορισµένη ζήτηση ως τελική αιτία των κρίσεων, στο πλαίσιο της αντίθεσης ανάµεσα στην ένδεια των µαζών και «την τάση της καπιταλίστικής παραγωγής να αναπτύσσει έτσι τις παραγωγικές δυνάµεις, σαν να αποτελείται το όριό της µόνο από την απόλυτη ικανότητα κατανάλωσης της κοινωνίας»14, αρχικά η Ρόζα Λούξεµπουργκ υποστήριξε ότι δεν είναι η παραγωγή του κέρδους, αλλά η πραγµατοποίησή του στην αγορά που αποτελεί την αιτία των περιοδικών κρίσεων του καπιταλισµού.
`
Αξίζει να αναφερθεί ότι, σε αντίθεση µε την Ρόζα, ο Otto Bauer εξίσου εσφαλµένα, υποστήριζε ότι είναι εφικτή µια αρµονική και απεριόριστη συσσώρευση του συνολικού κεφαλαίου.15
`
Πράγµατι, όπως θα δούµε παρακάτω, και όπως παρατηρεί ο Σταύρος Μαυρουδέας, υπάρχουν και άλλα πολύ περισσότερα αποσπάσµατα στο Κεφάλαιο που, αντίθετα µε το προηγούµενο, αποδίδουν την κρίση στην παραγωγή. Πάντως µε µια προσεκτικότερη ανάγνωση του παραπάνω αποσπάσµατος προβάλλεται ως γενεσιουργός αιτία των κρίσεων η εγγενής αντίθεση της καπιταλιστικής παραγωγής να θέλει να επεκταθεί πέρα από τα όρια των καπιταλιστικών σχέσεων, παρά η περιορισµένη ζήτηση. Άλλωστε, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Andrew Klirnan,16 το εν λόγω απόσπασµα δεν αναφέρεται στις θεµελιακές συνθήκες που µετατρέπουν αυτήν τη δυνατότητα -εκδήλωσης της κρίσηςσε πραγµατικότητα.
`
Έτσι λοιπόν, η προώθηση της ζήτησης δεν αποτελεί λύση, καθώς αυτή καθυστερεί µεν την προοδευτική εκδήλωση της αδυναµίας του συστήµατος, την επιτείνει δε σε βάθος χρόνου. Ας θυµηθούµε ότι για µια µεγάλη περίοδο προτού ξεσπάσει η κρίση, η ζήτηση είχε αυξηθεί µε το παραπάνω µε τα δάνεια και την εξάπλωση του πλαστικού χρήµατος, τα οποία όµως αντί να λύσουν το πρόβληµα οδήγησαν νοικοκυριά και κράτη στην υπερχρέωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υποστηριχτές της άποψης ότι η ελλιπής ζήτηση είναι η αιτία της κρίσης, λίγο πριν αυτή ξεσπάσει, υποστήριζαν ότι µε την µέχρι τότε ενίσχυση της ζήτησης «το κύριο πρόβληµα της πρόληψης της ύφεσης έχει επιλυθεί στην πράξη».17
`
Βεβαίως δεν είναι λάθος να υποστηρίζεται ότι η ανεργία προκαλεί µείωση της ζήτησης, η οποία µόνον σε περιορισµένο βαθµό µπορεί να καλυφθεί από την αυξηµένη ζήτηση των λίγων σε αριθµό κεφαλαιοκρατών, ή άλλων ενδιάµεσων στρωµάτων. Αυτό όµως, έστω και αν µε τη σειρά του επηρεάζει αρνητικά την παραγωγή, είναι λάθος να ανάγεται σε γενεσιουργό αιτία της κρίσης.
`
Μήπως όµως παρ’ όλα αυτά, όπως πράττουν µια σειρά οικονοµολόγοι και πολιτικοί, πρέπει να αναζητήσουµε την αιτία της κρίσης και πάλι στη σφαίρα της κυκλοφορίας, αυτή τη φορά όχι στο πεδίο της ζήτησης, αλλά σε εκείνο του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος; Το ερώτηµα αυτό θα απαντηθεί διεξοδικά µέσα από την τοποθέτησή µας για την αιτία της κρίσης, οπότε και θα καταδειχθεί ότι η χρηµατοπιστωτική κρίση είναι το αποτέλεσµα και όχι η αιτία της κρίσης. Το ίδιο θα αποδειχθεί και για την κρίση χρέους.

`
Για τον Μαρξ, λοιπόν, είναι ξεκάθαρο ότι είναι η θεωρία της αξίας που αποτελεί τη λυδία λίθο της πολιτικής ουωνοµίας. Αυτός ο νόµος δεν είναι δυνατόν να αλλάξει από τις όποιες πραγµατικές κατηγορίες της καπιταλιστικής οικονοµίας, ούτε να αναφεθεί από διάφορα φαινόµενα της αγοράς, τα οποία φαινοµενικά τον αντιβαίνουν.18

`
Υπενθυµίζω λοιπόν ότι, µε βάση το νόµο της αξίας, η κεφαλαιοκρατική παραγωγή βασίζεται στην εκµετάλλευση της εργατικής δύναµης και στην απόσπαση από αυτήν µιας αξίας πρόσθετης από εκείνην που απαιτείται για την αναπαραγωγή της, δηλαδή της υπεραξίας.

`
Έτσι λοιπόν η σχέση κεφαλαίου-εργασίας περικλείει µέσα της όλες τις δυσκολίες και είναι εκείνη που ορίζει τα όρια της διαδικασίας αναπαραγωγής του κεφαλαίου ως διαδικασίας κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Ακόµη κι αν δεχτούµε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβληµα πραγµατοποίησης, οι αντιθέσεις που προκύπτουν από τις σχέσεις παραγωγής θα συνέχιζαν να υπάρχουν και να αποτελούν την αιτία των κρίσεων.

`
Σηµαντική συµβολή στην επαναφορά της συζήτησης περί συσσώρευσης στο πεδίο των σχέσεων παραγωγής είχε ο Henryk Grossman, ο οποίος έθεσε στο επίκεντρο το ζήτηµα της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, το οποίο είχε αποκηρύξει η Ρόζα Λούξεµπουργκ ως αιτία της κρίσης.

`
Ο ίδιος λοιπόν ο Μαρξ στο Μανιφέστο, µας λέει ότι η αστική τάξη δεν µπορεί να υπάρξει δίχως να επαναστατικοποιεί διαρκώς τα µέσα παραγωγής.19 Και αυτό συµβαίνει διότι ο άγριος ανταγωνισµός οδηγεί νοµοτελειακά σε καινοτοµίες µε στόχο βεβαίως πάντοτε την αποκόµιση του µεγαλύτερου δυνατού κέρδους. Και όπως πολύ γλαφυρά αναφέρεται στο Κεφάλαιο, «το ποσοστό κέρδους [είναι] το «κεντρί της κεφαλαιοκρατικής παράγωγής»20, είναι το κίνητρό της.21

`
Το σταθερό λοιπόν κεφάλαιο αυξάνεται σε σχέση µε το µεταβλητό µε στόχο της αποκόµιση µιας πρόσθετης υπεραξίας. Το κεφάλαιο έχει τότε ανάγκη από λιγότερη εργασία, µια και αυτή µε αυτήν την αύξηση γίνεται πιο παραγωγική. Και πράγµατι αυτές οι καινοτοµίες πριν γενικευτούν, για ένα διάστηµα αποδίδουν πρόσθετα κέρδη στον κεφαλαιοκράτη που τις χρησιµοποιεί. Στη συνέχεια όµως, όταν αυτές γενικευτούν, τότε το γενικό ποσοστό κέρδους έχει την τάση να πέφτει και µαζί µε αυτό πέφτει από ένα σηµείο και µετά και η µάζα του κέρδους.

`
Με άλλα λόγια, όπως και πάλι επισηµαίνει ο Μαρξ, αλλά αποδεικνύει και ο Ρικάρντο, παρόλο που η δική του ανάλυση δεν λαµβάνει υπόψη τον ανθρώπινο παράγοντα, εκείνο που ενδιαφέρει τους κεφαλαιοκράτες είναι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάµεων, όχι βέβαια για να εξυπηρετηθούν οι ανθρώπινες ανάγκες ή για να βελτιωθεί η ζωή των ανθρώπων, αλλά για να αυξηθοϋν τα κέρδη τους.

`
Εκείνο λοιπόν που πρωτίστως ενδιαφέρει το κεφάλαιο είναι η σχέση της υπεραξίας που αποσπά, σε σχέση µε το κεφάλαιο που δαπανήθηκε δηλαδή µε το άθροισµα της αξίας αναπαραγωγής της εργατικής δύναµης από τη µια και της αξίας του σταθερού κεφαλαίου (πάγιες εγκαταστάσεις, κυκλοφορούν κεφάλαιο, πρώτες ύλες κ.λπ.) από την άλλη. Αυτό είναι και το ποσοστό κέρδους: Κ’=υ/(σ+µ).

`
Το µέγα λοιπόν πρόβληµα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής καθ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής της υπό συνθήκες πραγµατικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, κάτι που πραγµατοποιείται µε την εκµηχάνιση, είναι ότι από τη µια έχει την τάση να αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας εκσυγχρονίζοντας τα µέσα παραγωγής, από την άλλη όµως αυτό έχει σαν συνέπεια να µειώνει την αξία του µεταβλητού κεφαλαίου δηλαδή της εργατικής δύναµης -µόνης παραγωγού υπεραξίας σε σχέση µε εκείνην του σταθερού κεφαλαίου. Αυτό είναι που αποτελεί και την αιτία της εκδήλωσης της πτωτικής τάσης του µέσου ποσοστού κέρδους. Έτσι λοιπόν «το ποσοστό του κέρδους δεν πέφτει, γιατί η εργασία γίνεται λιγότερο παραγωγική, αλλά γιατί γίνεται πιο παραγωγική ».22

`
Με απλά µαθηµατικά αυτό αποδεικνύεται µε τον ακόλουθο τρόπο:

`
Ας ξεκινήσουµε από το ποσοστό κέρδους Κ’, το οποίο είναι ίσο µε το κλάσµα υ/(σ+µ), όπου υ είναι η υπεραξία, σ το σταθερό κεφάλαιο και µ το µεταβλητό. Αν λοιπόν έχουµε µια σταθερή υπεραξία = 100 µονάδες και αντίστοιχα το σ= 50 και το µ=100 τότε το ποσοστό κέρδους Κ’= 100/150= 0,66×1Ο0%= 66%.
Αν αυξηθεί το σταθερό κεφάλαιο και από 50 γίνει 100 µονάδες και το µ καθώς και η υπεραξία παραµείνουν σταθερά, τότε θα έχουµε ποσοστό κέρδους Κ’=1Ο0/200 = 0,50×1Ο0%=50%.

`
Ένας άλλος τρόπος για να αποδειχτεί µαθηµατικά ότι η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου έχει σαν συνέπεια την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, είναι να διαιρέσουµε τον αριθµητή και τον παρονοµαστή του κλάσµατος του ποσοστού κέρδους µε µ, οπότε θα έχουµε Κ’=υ/µ:σ/µ+µ/µ= υ/g+1 όπου υ’ είναι το ποσοστό υπεραξίας και g η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Αν λοιπόν αυξηθεί το g και το ποσοστό υπεραξίας-εκµετάλλευσης παραµείνει σταθερό, τότε µειώνεται το Κ’.

`
Βεβαίως το κεφάλαιο είτε συνειδητά είτε και µόνον από την ίδια του τη φύση παίρνει ορισµένα µέτρα ή ακολουθεί µια πορεία, η οποία από τη µια αντιστρατεύεται αυτήν την τάση, από την άλλη όµως οξύνει περαιτέρω την αντίθεση που την προκαλεί, αποδεικνύοντας και µέσω αυτού του τρόπου τον ιστορικά περιορισµένο χαρακτήρα του. Αυτός είναι και ο λόγος που ο νόµος αυτός εκδηλώνεται ως τάση και όχι µε απόλυτο τρόπο.

`
Στα µέτρα αυτά θα αναφερθούµε πιο αναλυτικά στη συνέχεια. Εκείνο όµως που έχει σηµασία, είναι ότι ένας από τους βασικούς παράγοντες που επιβραδύνουν, ή διαφορετικά αντιστρατεύονται αυτήν την πτώση, είναι η µέχρις ενός σηµείου αντιστάθµισή της από την αύξηση του βαθµού εκµετάλλευσης την οφειλόµενη στη αύξηση του απόλυτου αριθµού των εργαζοµένων. Εν προκειµένω η σχετική µείωση της αξίας του µεταβλητού κεφαλαίου σε σχέση µε το σταθερό, αντισταθµίζεται από αύξηση σε αξία που µπορεί να αποφέρει ένας µεγαλύτερος αριθµός εργατών, κάτι που σηµαίνει ότι εκείνο που χάνεται λόγω της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου αντισταθµίζεται σε ένα βαθµό από εκείνο που κερδίζεται από την εκµετάλλευση µιας απόλυτα µεγαλύτερης µάζας εργατών.

`
Πώς όµως λειτουργεί ο εκσυγχρονισµός του κεφαλαίου και ποιες οι συνέπειες της αποποµπής της ζωντανής εργασίας που τον συνοδεύουν στην εποχή µας; Με άλλα λόγια, αν αυτή ήταν µέχρι σήµερα η κυρίαρχη τάση στο πλαίσιο της εκµηχάνισης της παραγωγής και της κλασικής µεγάλης βιοµηχανίας, τι ιδιαίτερο συµβαίνει στην εποχή µας, ή διαφορετικά στην εποχή της γενίκευσης της αυτόµατοποίησης της άυλης παραγωγής και της µετατροπής της επιστήµης σε άµεση παραγωγική δύναµη, στην εποχή της πληροφορικής και της βιοτεχνολογίας;

`
Υποστηρίζω ότι η σύγχρονη ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών δυνάµεων έχει δυο σηµαντικές συνέπειες.

 

Η πρώτη είναι ότι ακριβώς λόγω του σύγχρονου επι πέδου αυτών των δυνάµεων, έχουµε φθάσει σε τέτοιο

Ροζα Λουξεμπουργκ-Καρλ Λιμπνεχτ

Ροζα Λουξεμπουργκ-Καρλ Λιμπνεχτ

σηµείο ώστε η µείωση της αξίας του µεταβλητού κεφαλαίου, που παίρνει µέρος στην παραγωγική διαδικασία να µην είναι µόνον σχετική, δηλαδή µείωση σε σχέση µε την αύξηση της αξίας του σταθερού κεφαλαίου, αλλά και απόλυτη.

`Με άλλα λόγια έχουµε φθάσει στο σηµείο που περιγράφει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο: «Με την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναµης γεννά ένα νόµο ο οποίος κάποια στιγµή έρχεται σε απόλυτη αντίθεση µε την ίδια αυτή ανάπτυξη της παραγωγικότητας. Από αυτό το δεδοµένο αυτή η σύγκρουση θα πρέπει συνεχώς να ξεπερνιέται από κρίσεις».23(σ.σ.!!)

`Έτσι, ενώ σε παγκόσµιο επίπεδο παρατηρείται αύξηση της µισθωτής εργασίας ως συνέπεια από τη µια της εκµηχάνισης των ανερχόµενων βιοµηχανικά χωρών και από την άλλη της υπαγωγής στην µισθωτή εργασία όλο και περισσότερων «ελεύθερων» επαγγελµατιών, παράλληλα παρατηρείται µια αύξηση της ανεργίας και της µη σταθερής εργασίας. Τα τεράστια ποσοστά ανεργίας που προαναφέρθηκαν επιβεβαιώνουν αυτήν την άποψη.

`
Συνέπεια αυτής της ανεργίας στις αναπτυγµένες χώρες, από το 1980 έως το 2007, είναι η µείωση του µεριδίου των µισθών στις προστιθέµενες αξίες κατά εφτά µονάδες.24 Ενώ όπως παραθέτει ο Robert Brener στα τρία πιο σηµαντικά ιµπεριαλιστικά κέντρα (ΗΠΑ, Γερµανία, Ιαπωνία), από τη δεκαετία του ’60 έως εκείνη του 2000, έχουµε µια συνεχή µείωση των εργατικών αµοιβών σε σταθερές τιµές που στις ΗΠΑ ήταν από 4,4 στο 1,3, στην Ιαπωνία από 6,9 στο 0,7 και στην Γερµανία από 2,5 στο -0,3.25
Κατά τον Shaikh η πτώση του ποσοστού κέρδους κατά την περίοδο 1965-1978 ήταν για τις ΗΠΑ 30% για την Ιαπωνία 33% και για την Γερµανία 19%.26
Ακόµη και µε πιο συντηρητικούς υπολογισµούς, σε σχέση µε τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, την πρώτη πενταετία του 2000 τα ποσοστά κέρδους ήταν στις ΗΠΑ κατά 1/3 χαµηλότερα, ενώ είχαν ακόµη µεγαλύτερη πτώση σε Γερµανία και Ιαπωνία. 27

`
Υποστηρίζω ότι σήµερα βρισκόµαστε σε µια τέτοια κατάσταση πραγµάτων όπως εκείνη που προφητικά αναλύει ο Μαρξ στα Grundrisse.

`
«Το κεφάλαιο -εντελώς δίχως τη θέλησή του µειώνει την ανθρώπινη εργασία, τη δαπάνη [εργατικής] δύναµης σε ένα ελάχιστο. Αυτό θα παίξει υπέρ της χειραφετηµένης εργασίας και αποτελεί την προϋπόθεση αυτής της χειραφέτησης».28

`
Αυτό έχει σαν συνέπεια µια ισχυρή αποδυνάµωση ενός βασικού παράγοντα αντιστράτευσης της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και την εκδήλωσή του όχι πια ως τάσης, αλλά µε απόλυτο τρόπο.

`
Ορισµένοι υποστηρίζουν ότι στην εποχή µας αυτή η τάση µπορεί να αντιστρατευτεί από τη δεύτερη συνέπεια της σύγχρονης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάµεων, που συνίσταται στο ότι πέρα από το κλασικό «υλικό» κεφάλαιο, το σταθερό κεφάλαιο αντικαθίσταται σε ένα βαθµό στην διαδικασία τόσο της υλικής παραγωγής όσο και σε εκείνη της άυλης -π.χ. πληροφόρηση από τη µια, από µια ασήµαντης πραγµατικής αξίας σταθερό κεφάλαιο -π.χ. τα µικροτσίπ και τα κοµπιούτερ και από την άλλη από την επιστήµη και την τεχνική που µετατρέπονται σε άµεσες παραγωγικές δυνάµεις, δηλαδή από τη συλλογική κοινωνική γνώση της κοινωνίας ή, όπως την αποκαλεί ο Μαρξ, «γενική διάνοια».

`
Στην προκειµένη περίπτωση πράγµατι παράλληλα µε την απόλυτη µείωση του µεταβλητού κεφαλαίου, που προέρχεται από την αποποµπή ζωντανής εργασίας λόγω αυτοµατοποίησης, έχουµε και µια µείωση της αξίας του πάγιου κεφαλαίου (π.χ. µικροεπεξεργαστές) και µια αντικατάστασή του από τη γνώση και τους ανθρώπινους φορείς της, οι οποίοι εν προκειµένω πια τοποθετούνται στη θέση του κλασικού σταθερού κεφαλαίου.

`
Το πρώτο θα µπορούσε θεωρητικά να σηµάνει την αντιστάθµιση της πτώσης του ποσοστού κέρδους την οφειλόµενη στην αποποµπή ζωντανής εργασίας, από την παράλληλη µε αυτήν πτώση της πραγµατικής αξίας σταθερού κεφαλαίου.

`

....Μισώ  τους αδιάφορους .

….Μισώ τους αδιάφορους .

Όµως αυτό συµβαίνει µόνον σε ορισµένους κλάδους της σύγχρονης παραγωγής, ενώ κατά δεύτερο λόγο υπάρχουν περιπτώσεις που η µονοπωλιακή θέση ορισµένων επιχειρήσεων, όπως π.χ. της Microsoft, τους επιτρέπει να πουλούν τα προϊόντα τους πολύ πάνω από την αξία τους στις επιχειρήσεις που τα χρησιµοποιούν, ενώ στην κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατόν να αντισταθµιστεί η απόλυτη πια απώλεια σε ζωντανή εργασία. Ταυτόχρονα ελεύθερα λογισµικά όπως το Linux πλανώνται πάνω από τα ιδιωτικά, τα ανταγωνίζονται και εν δυνάµει τα απειλούν σοβαρά.

Από την άλλη η ιδιωτική ιδιοποίηση της γνώσης και της γενικής διάνοιας, η οποία στην πραγµατικότητα ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα, και η συνεπακόλουθη ένταξή της από το κεφάλαιο στη λογική απόσπασης υπεραξίας, ναι µεν µπορεί να αναπληρώνει πρόσκαιρα την πτώση του ποσοστού κέρδους, µακροπρόθεσµα όµως την εντείνει διότι πλήττει στα θεµέλιά της την βασική προϋπόθεση άντλησης κερδών που, όπως είδαµε στην αρχή, δεν είναι άλλη από την αύξηση της παραγωγικότητας. Και αυτή η τελευταία, εν προκειµένω, δεν µπορεί να επιτευχθεί παρά, από τη µια, µε την ανάπτυξη των ίδιων των ανθρώπων φορέων της γενικής διάνσιας και, από την άλλη, µε την ελεύθερη διάδοση και εµπλουτισµό της και όχι µε τη φυλάκισή της στα στενά όρια της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Και µε αυτήν την έννοια «το κεφάλαιο δραστηριοποιείται για την ίδια του την αυτοδιάλυση ως κυρίαρχη µορφή της παραγωγής».29

`
Έτσι λοιπόν κάθε άλλο παρά δίκιο έχει ο Ζίζεκ όταν, σ’ ένα κείµενό του που θυµίζει σύγχρονη εκδοχή της κατά Galbraith κυριαρχίας των τεχνοκρατών, υποστηρίζει ότι ο Μαρξ δεν µπόρεσε να προβλέψει τη δυνατότητα ιδιωτικοποίησης της γενικής διάνοιας και ακόµη ότι αυτή η ιδιωτικοποίηση επιτρέπει στον µεταβιοµηχανικό καπιταλισµό όχι µόνον να συνεχίζει να επιβιώνει αλλά και να µεγιστοποιεί τα κέρδη του.»

`
Και έχει άδικο, διότι ναι µεν ο Μαρξ υποστηρίζει στα Grundrisse ότι η γενική διάνοια αποτελεί κοινωνικό αγαθό και ότι, όταν φθάσει να λειτουργεί ως άµεση παραγωγική δύναµη, αυτό σηµαίνει ότι η ανθρωπότητα έχει τη δυνατότητα να περάσει στην κυριαρχία της ελεύθερης δραστηριότητας απέναντι σε εκείνην της καταναγκαστικής εργασίας, κάθε άλλο όµως παρά αποκλείει την προσπάθεια του κεφαλαίου να χρησιµοποιήσει «παρά φύση» τη γενική διάνοια ως ιδιωτική ιδιοκτησία. Και αυτή η χρήση της είναι «παρά φύση», διότι δεν είναι δυνατόν να χρησιµοποιηθεί η γενική γνώση της άνθρωπότητας που βρίσκεται στα µυαλά των ανθρώπων, όπως οι µηχανές σαν ιδιωτική ιδιοκτησία, δεν είναι δυνατόν µια επιστηµονική γνώση, µια πληροφορία, το αποτέλεσµα µιας έρευνας που µπορεί να τα µοιραστεί η ανθρωπότητα ολάκερη να επιδιώκεται από το κεφάλαιο να χρησιµοποιούνται σαν µηχανές που µπορεί να περιοριστούν σε ένα συγκεκριµένο τόπο. Ακόµη δεν είναι τόσο εύκολο να αποµονωθούν οι άνθρωποι από τις πηγές αυτής της γνώσης, όπως είναι για παράδειγµα το διαδίκτυο, είτε ακόµη από τους υπολογιστές, όπως συνέβαινε µε τα µηχανήµατα της κλασικής βιοµηχανικής περιόδου.

`
Άλλωστε ο ίδιος ο Μαρξ στα Grundrisse κάνει λόγο για προσπάθεια του κεφαλαίου να περιορίσει τις γιγάντιες κοινωνικές δυνάµεις που δηµιουργήθηκαν με αυτόν τον τον τροπο και να τις φυλακισει στα ορια που απαιτεί η παραγωγή που στηρίζεται στην ανταλλακτική αξία.31

`
Αλλά και στο Κεφάλαιο όπου αναφέρεται ειδικά στη γενική διάνοια, ακριβώς στο τµήµα εκείνο που κάνει λόγο για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, αναφέρει ότι οι καπιταλιστές επιδιώκουν να αξιοποιήσουν ιδιωτικά τις εφευρέσεις κ.λπ. προτού αυτές γενικευτούν, έτσι ώστε να αποκοµίζουν από αυτές αυξήσεις της υπεραξίας πάνω από το γενικό επίπεδο.32

`
Το γεγονός λοιπόν ότι το κεφάλαιο επιτυγχάνει να αποκοµίζει κέρδη από αυτήν την ιδιωτική χρήση της γενικής διάνοιας θα πρέπει να συνδυαστεί µε το ότι µακροπρόθεσµα αυτό οξύνει αντί να επιλύει τις αντιθέσεις και την κρίση του συστήµατος και κάθε άλλο παρά το εδραιώνει όπως φαίνεται να διατείνεται ο ZiZek.33 Αυτή η προσπάθεια ιδιωτικής ιδιοποίησης της γνώσης και της γενικής διάνοιας, αποτελεί ακριβώς το σηµείο κορύφωσης της αντίθεσης του κοινωνικού χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάµεων, µε την ιδιωτική σχέση ιδιοκτησίας.

`
Ας δούµε τώρα πως αυτή η πτώση του ποσοστού κέρδους έχει σαν συνέπεια από τη µια τη χρηµατοπιστωτική κρίση κι από την άλλη πως επιτείνει την κρίση χρέους. Καταρχάς η κρίση αυτή, έχει ως συνέπεια αφενός την ένταση της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στα χέρια εκείνης της μερίδας του, που λόγω της ήδη ισχυρής της θέσης μπορεί να την αντέξει, ενώ πλήττει κυρίως τους κεφαλαιοκράτες μικρότερης εμβέλειας, και αφετέρου την απαξίωση μιας μερίδας του κεφαλαίου, την υπολειτουργία ή και το κλείσιμο παραγωγικών μονάδων, ακόμη και την καταστροφή κεφαλαίων, κλείσιμο γραφείων και μαγαζιών αναξιοποίητο χρήμα, πτώση μετοχών και ομολόγων … με άλλα λόγια την υποτίμηση μιας μερίδας του κεφαλαίου.

Ταυτόχρονα υπάρχει υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, όχι σε σχέση με τις ανάγκες της κοινωνίας, αλλά με την έννοια ότι ένα τμήμα του δεν το συμφέρει να λειτουργήσει με το μειωμένο ποσοστό κέρδους. Αυτήν ακριβώς την υπερσυσσώρευση κεφαλαίων, ή διαφορετικά το περίσσευμα συσσώρευσης σε σχέση με τα κέρδη, είχε επισημάνει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο ως θεμέλιο των κρίσεων υπερπαραγωγής.

`
Στις «Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας» έκανε εν προκειμένω λόγο, για δυνητικά άμετρη φάση συσσώρευσης χρήματος και δυνητικά περιορισμένες εκφάνσεις υλικής δραστηριότητας.34 Αυτό σημαίνει ότι η απελευθέρωση ζωντανής εργασίας, λόγω αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, και η συνεπαγόμενη πτώση του ποσοστού κέρδους, οδηγεί, όπως το καταγράφει ο Μαρξ, στο Κεφάλαιο και μάλιστα στα ελληνικά σε ένα συνδυασμό υπερπληθυσμού και «πληθώρας» κεφαλαίου.35

`
Έτσι, λοιπόν, αυτή η υπερουσσώρευση μηχανών και υλικών παραγωγής και συνεπώς παραγωγής, από τη μια, προκαλείται από την πτώση του ποσοστού κέρδους και, από την άλλη, από την ανεπάρκεια της ζήτησης των μισθωτών αρχικά λόγω της αποπομπής τους από την παραγωγή και στη συνέχεια λόγω της συρρίκνωσης των απολαβών τους που, όπως θα δούμε αμέσως μετά, χρησιμοποιεί μεταξύ άλλων το κεφάλαιο ως μέσο για να αντισταθμίσει την πτώση του ποσοστού κέρδους. Είναι κάτω από αυτές τις συνθήκες που ένα τμήμα του «περισσεύοντος» κεφαλαίου μετατοπίζεται προς τον χρηματοπιστωτικό τομέα με προοπτική μέσα από την σπέκουλα να αντλήσει από εκεί κέρδη. Όπως μας λέει ο Μαρξ, πρόκειται για τη στροφή ορισμένων από τα κεφάλαια που πλήττονται περισσότερο από την κρίση, στο δρόμο των περιπετειών της κερδοσκοπίας, της πιστωτικής αγυρτείας, της απάτης με τις μετοχές.36

`
Με άλλα λόγια πρόκειται για τη στροφή προς τα «χαρτιά» αντί της παραγωγής στην οποία προαναφερθήκαμε. Η διαδικασία αυτή ενισχύθηκε από την εποχή της εφαρμογής του μονεταρισμού, των «σκληρών» νομισμάτων και της απελευθέρωσης της κίνησης των κεφαλαίων.

`
Υπολογίζεται ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια τα χρηματοοικονομικά στοιχεία τριπλασιάστηκαν στο παγκόσμιο ΑΕΠ.37 Επειδή όμως αυτά δεν έχουν καμιά ανταπόκριση με πραγματικές αξίες κάποια στιγμή αποβαίνει αναπόφευκτο να εκδηλωθεί η χρηματοπιστωτική κρίση.

`
Έτσι λοπόν, παρόλο που υπάρχουν και κρίσεις καθαρά χρηματοπιστωτικές, στην προκείμενη περίπτωση, ούτε πρόκειται για κάτι τέτοιο, ούτε η αιτία της κρίσης εντοπίζεται σε αυτό το επίπεδο, πόσω μάλλον «η γενεσιουργός αιτία της κρίσης [δεν] ήταν ένα παγκόσμιο κραχ στην αγορά ακινήτων», όπως διατείνεται ο David Harvey μετατρέποντας απλοϊκά μια δευτερεύουσα συνεπεια σε αιτία.38

`

Ας μην ξεχνάμε ότι ο όποιος τόκος και η όποια αποκόμιση τοκογλυφικού κερδους, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στην παραγομενη από την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας παραγόμενη υπεραξία και όχι στο χρήμα αυτό καθεαυτό. Ο τόκος και η τοκογλυφία δεν είναι τελικά παρά μια μορφή διανομής της παραγόμενης υπεραξίας και δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν δίχως αυτήν. Έτσι, αν δεν υπήρχε ο στυγνός εκμεταλλευτικός της εργατικής δύναμης καπιταλισμός, δεν θα μπορούσε να υπάρχει «καπιταλισμός καζίνο», θα ήταν αέρας φρέσκος, πουκάμισο αδειανό, όπως αποδεικνύει η ίδια η κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

`
Όπως λοιπόν έχει καταδείξει με αξεπέραστο τρόπο η μαρξιστική ανάλυση, η πραγματική αιτία της κρίσης εντοπίζεται στη σφαίρα της παραγωγής. Και ακριβώς επειδή σε αυτήν τη σφαίρα δεν ικανοποιούνταν πια επαρκώς η απληστία για κέρδος, το κεφάλαιο μεταφέρθηκε στο χρηματοπιστωτικό επίπεδο και, μέσω κυρίως των λεγόμενων παραγώγων, λειτούργησε ως «καπιταλίσμός καζίνο». Και επειδή τα κέρδη που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο δεν αντιστοιχούσαν με την παραγωγή, δηλαδή δεν είχαν καμιά αντιστοιχία με πραγματικές αξίες, αλλά μόνο με αξίες σε χαρτιά, ή με πλασματικές αξίες (βλ. κρίση ακινήτων σε Ντουμπάι ή κρίση στεγαστικής πίστης στις ΗΠΑ), η κρίση έσκασε σαν φούσκα σε αυτό το επίπεδο, για να επιστρέψει και πάλι στη βάση της που δεν είναι άλλη από την παραγωγή.

`
Όπως θα δούμε στη συνέχεια, τα αστικά κράτη εγκαταλείποντας πριν αλέκτωρ λαλήσει τις νεοφιλελεύθερες αρχές της μη κρατικής παρέμβασης, έρχονται τότε να ενισχύσουν αφειδώς τόσο το τραπεζικό κεφάλαιο όσο και το βιομηχανικό, όχι μόνον μην αυξάνοντας τη φορολογία του και ενισχύοντας τα κίνητρά του, αλλά και με τη μείωση των μισθών και το ξεπούλημα σε αυτό της δημόσια περιουσίας κ.λπ.
Αυτή η ενίσχυση από το κράτος της καπιταλιστικής κερδοφορίας αποτελεί την βασική αιτία εκτίναξης των ελλειμμάτων και του xρέους.39 Έτσι αυξάνονται τα δημόσια χρέη και δημιουργείται η κρίση χρέους το οποίο ήδη είχε διογκωθεί, όπως άλλωστε εκείνο των νοικοκυριών λόγω της ενίσχυσης της ζήτησης.

 

Και αυτήν την τελευταία, όπως και γενικότερα την προώθηση της χρηματικής ρευστότητας, την επιχειρούσε το κεφάλαιο, όχι βεβαίως για να διευκολύνει τους εργαζόμενους, αλλά για να προωθήσει την κατανάλωση και τις επενδύσεις ελπίζοντας στη μελλούμενη απόσπαση υπεραξίας.

`
Τέλος μια άλλη συνέπεια αυτής της πτώσης του ποσοστού κέρδους είναι, όπως επισημαίνει ο Μαρξ, ότι «όσο όλα πάνε καλά ο ανταγωνισμός [. .. ] παίζει πρακτικά το ρόλο μιας φιλικής σύμπραξης της τάξης των καπιταλιστών, η οποία μοιράζει συλλογικά την κοινή λεία [ … ] Αντίθετα όταν ξεσπά η κρίση «καθένας αναζητά όσο είναι δυνατόν να μειώσει το μερίδιό του [από αυτή] και να το εναποθέσει στις πλάτες των γειτόνων του».40 (σ.σ. !!)

`
Ταυτόχρονα, εντείνονται οι γενικότερες ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις -οι οποίες ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ευρώπη περιέχουν και τον ανταγωνισμό για το ποιο από τα δυο νομίσματα, δολάριο ή ευρώ, θα ηγεμονεύει-, που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το βαθμό βιαιότητας της επίλυσής τους.

`

Ειδικά για την Ελλάδα ισχύουν όλα τα παραπάνω, υπάρχουν όμως και ορισμένες ιδιαιτερότητες που επιτείνουν την κρίση. Η κύρια από αυτές δεν είναι, όπως προσπαθούν επίμονα να μας πείσουν τα κυρίαρχα ΜΜΕ, τα λαμόγια υψηλού ή χαμηλού επιπέδου των οποίων οι έτσι κι αλλιώς καταδικαστέες ατασθαλίες είναι ψίχουλα στον ωκεανό, ούτε η υπερδιόγκωση του δημόσιου τομέα, ο οποίος έτσι κι αλλιώς λειτουργούσε και αυτός σαν κρίκος νόµιµης ή παράνοµης µεταβίβασης αξίας προς το κεφάλαιο, αλλά το σχετικά χαµηλότερο επίπεδο ανάπτυξης της ελληνικής οικονοµίας σε σχέση µε τις αναπτυγµένες ευρωπαϊκές χώρες, και η επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης να συµπλεύσει µε την ευρωπαϊκή για να καρπωθεί ένα µικρό έστω τµήµα της λείας της, µε αντάλλαγµα την πλήρη υποταγή της Ελλάδας και του λαού της σε αυτήν.

`

Ακόµη και ο Σταύρος Ψυχάρης υποχρεώθηκε να παραδεχτεί ότι ο Κωνσταντίνος Καραµανλής για να πετύχει το στόχο της ένταξης στην ΕΕ «συχνά αναγκάστηκε να ενδώσει σε οικονοµικές απαιτήσεις που εξέφραζαν ανενδοιάστως γνωστοί πολιτικοί ηγέτες».41 [εκπρόσωποι του ευρωπαϊκού κεφαλαίου].

`

Και αυτή η ιµπεριαλιστική εξάρτηση γίνεται ακόµη πιο βαριά σε περίοδο κρίσης, οπότε ο σκληρός πυρήνας του ευρωπαϊκού κεφαλαίου επιδιώκει και µέχρι σήµερα πετυχαίνει, µε τη σύµπραξη των ελληνικών κυβερνήσεων, τη µετατόπιση του µεγαλύτερου κόστους της κρίσης στις πλάτες των λαών των πιο αδύναµων χωρών όπως η δική µας. Προτρέχω να υποστηρίξω κάτι που θα αναπτυχθεί διεξοδικά στο τελευταίο κεφάλαιο, ότι και γι’ αυτόν το λόγο η άµεση έξοδος από την ΕΕ αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της όποιας φιλολαϊκής προοπτικής.

`

(Συνεχίζεται…)

1.2. Τρόποι αντιµετώπισης της κρίσης από το κεφάλαιο. ΟΙ συνέπειες και η αναποτελεσµατικότητά τους.

`

Αρχικά το κεφάλαιο στο πλαίσιο της κλασικής βιοµηχανικής του φάσης αντιµετώπιζε αυτές τις κρίσεις στο πλαίσιο του κρατικοµονοπωλιακού καπιταλισµού42 µε µια πολιτική Welfare State, µια πολιτική ενίσχυσης της ζήτησης ανάπτυξης του δηµόσιου τοµέα, κοινωνικής πολιτικής, κάτι όµως που κατέληξε περί τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και πάλι σε µια συστηµική κρίση η οποία πια, από ένα σηµείο και µετά, άρχισε να αντιµετωπίζεται µε τη νεοφιλελεύθερη στροφή. (……)

——————————–

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

`
1. Βλέπε http://www.statistiques-mondiales.com ή ακόµη για αυτά τα στοιχεία και εκείνα που ακολουθούν και αφορούν στην ΕΕ είναι από το δικτυακό τόπο http://www.touteleurope.eu.
2. Βλέπε finance.blog.lemonde.fr.
3. http://www.lesechos.fr/chiffres-economie/euscht-.htm.
4.Nations Unies Situation et perspectives de Ι’ economie mondia1e 2012 in http://www.org , σελ 4.
5. http://www.lemonde.fr.
6. Nations Unies Situation et perspectives de Ι’ economie mondiale 2012, ό.π., σελ 4.

7.Nations Unies, ό.π., σελ 5 και http://www.20minutes.fr/economie.
8. Βλέπε http://www.transparency.org.
9. Qui se cache derriere Ιa tres opaque Transparency International? Rtseau Voltaire, 29 Septembre 2007.
10. Βλέπε Anrew Κliman, Crise du capitalisme mondial: surproduction ou baisse tendantielle du taux de proftt? Ιτι http://socio13.wordpresse.com.
11. Νίκος Μπογιόπουλος, Είναι ο Καπιταλισµός ηλίθιε, Εκδοτικός Οίκος Λιβάνη, 2011, σελ 28 για την αρχική διατύπωση και σελ 42 για την ορθή αναίρεσή της.
12. Paul Κrugman, The Return of Depression Economics and the Crisis of 2008.
13. Paul Boccara, La crise systemique: Une crise de civilisation ses perspectives et des propositions pour avancer vers une nouvelle civilisation, Note de la Fondation GabrieI Peri, 2010.
14. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόµος 30ς, σελ 610.
15. Βλέπε Henry Grossman, theoricien de Ι’ accumulation et de la crise (Mattick, 1969) in http://bataillesocialiste.wordpress.com.
16. Βλέπε Marc Harpon, Crise du capitaIisme mondiaI: surproduction ou baisse tendancilIe du taux de projit? in http://socio13.wordpresse.com.
17. Paul Boccara, La crise systemique … , ό.π., 16.10.
18. Βλέπε Henry Grossman, theoricien de Ι’ accumuIation et de Ιa crise (Mattick, 1969)ό.π., σελ 5.
19. Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγµα του Κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισµού, ό.π., σελ 96.
20. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόµος 30ς, σελ 328.
21. Στο ίδιο, σελ 306.
22. Στο ίδιο, σελ 303.
23. Στο ίδιο, σελ 326-327.
24. Βλέπε Paul Boccara, La crise systemique: une crise de civilisation. Note de Ιε Fondation GabrieI Ρέτί, σελ 17.
25. Μπρένερ Ρόµπερτς, Ό,τι είναι καλό για την GoIdman 5achs είναι καλό για τις ΗΠΑ. Οι ρίζες της σηµερινής κρίσης, Αθήνα, Εργατική Πάλη, 2010.
26. Βλέπε Α.Μ. Shaikh, The Falling Rate ο! Projit and the Economic Crisis in the U.5. Union for RadicaI PoIiticaI Economics, 1987, σελ 123.
27. Βλέπε, Robert Brenner, The Economics of GIobaI TurbuIence, nouνelle edition amplifiee, Verso, 2006, figure 15.8, page 312, και στο Μπρένερ Ρόµπερτς, Ό,τι είναι καλό για την GoIdman 5achs εί ναι καλό για τις ΗΠΑ. Οι ρίζες της σηµερινής κρίσης, ό.π., σελ 30-31.
28. Grundrisse, ό.π., τόµος 2, σελ 189.
29. Grundrisse, στο ίδιο, σελ 188.
30. Βλέπε Slaνoj Zizek, The reνolt of the Salarian Bourgeoisie στο London Reνiew of Books, 11/01/2012.
31. Grundrisse, ό.π., τόµος 2, σελ 193.
32. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό.π., τόµος 3, σελ 295.
33. Slaνoj Zizek, The RevoIt of the 5aIaried Bourgeoisie in London Reνiew of Books http://www.lrb.co.uk.
34. Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγµα του Κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισµού, ό.π., σελ 56.
35. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό.π., τόµος 3, σελ 317.
36. Στο ίδιο, σελ 317 και 327.
37. Fine Ben, Πέραν της χρηµατιστικοποίησης στο Α. Βλάχου, Ν. Θεοχαράκης, Δ. Μυλωνάκης (επιµέλεια), Οικονοµική κρίση και Ελλάδα, Gutemberg, 2011.
38. Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγµα του Κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισµού, Μετάφραση Πέτρος Χατζόπουλος, Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ 20.
39. Σταύρος Μαυρουδέας, ΕΕ και Ελλάδα: καπιταλιστική κρίση και ψπεριαλιστικοί ανταγωνισµοί in http://www.staνrosmaνroudeas. wordpress.com, σελ 4.
40. Bruno Fornaciari, La Ιοί de Ιa baisse tendancielIe du taux de projit in http://bruno-fornaciari.oνer-blog.com , σελ 4.
41. Το Βήµα 12/8/2012.
42. Βλέπε Paul Boccara, La crise systemique: une crise de civilisation. Note de Ιa Fondation GabrieI Ρέτί, σελ 10. .

Advertisements

One response »

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s