ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΗΣ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ – ΠΟΛΕΜΟΣ ΤΩΝ ΘΕΣΕΩΝ (2ο Μέρος)

Standard

Οι «από κάτω» συμφωνούμε και στηρίζουμε κάθε μέτρο (ομιλία Α.Τσίπρα,ΔΕΘ), που βάζει φρένο στην απελπισία και στην ανθρωπιστική καπιταλιστική καταστροφή . Μήπως όμως οι μειωμένες προσδοκίες  και ο «χαμηλός πήχυς», δεν δίνουν την καλύτερη απάντηση στη ζοφερή πραγματικότητα; Ο Γ.Ρούσης νομίζουμε πως δίνει την δική του, στη συνέχεια.

`

2014-09-13 Ρουσης Γιωργος Βιβλιο ΑΠΟ ΤΗ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΠΟΛΕΜΟΣ ΘΕΣΕΩΝ

 

(…) Όπως έλεγε και ο Μπάιρον, «η επανάσταση σε µερικούς µπορεί να µην αρέσει, µα είναι ο µόνος σίγουρος και δίκαιος τρόπος, να καθαρίσεις απ’το ρύπος τους ανθρώπους ».

 

ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι

1.2.

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ) από ΕΔΩ

 

1.2. Τρόποι αντιµετώπισης της κρίσης από το κεφάλαιο. Οι συνέπειες και η αναποτελεσµατικότητά τους.

Α Φολκλορρχικά το κεφάλαιο στο πλαίσιο της κλασικής βιοµηχανικής του φάσης αντιµετώπιζε αυτές τις κρίσεις στο πλαίσιο του κρατικοµονοπωλιακού καπιταλισµού42 µε µια πολιτική Welfare State, µια πολιτική ενίσχυσης της ζήτησης ανάπτυξης του δηµόσιου τοµέα, κοινωνικής πολιτικής, κάτι όµως που κατέληξε περί τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και πάλι σε µια συστηµική κρίση η οποία πια, από ένα σηµείο και µετά, άρχισε να αντιµετωπίζεται µε τη νεοφιλελεύθερη στροφή. (……)

Έτσι, λοιπόν, είναι αναγκαίο να ξεκαθαριστεί ότι, όχι λόγω κακής βούλησης ή διαχειριστικής ανικανότητας των κυβερνώντων, το κεφάλαιο υποχρεώθηκε να αλλάξει ρότα και να στραφεί, των πολιτικών του εκπροσώπων οµοφωνούντων, προς το νεοφιλελευθερισµό.

Και αυτό το έπραξε όχι µόνον η δεξιά, αλλά και σύµπασα η σοσιαλδηµοκρατία, που µε δεδοµένη την συναίνεσή της προς την κυρίαρχη καπιταλιστική τάξη πραγµάτων, υποχρεώθηκε παρά το όποιο πολιτικό κόστος, και κυρίως το ρίσκο όξυνσης της ταξικής πάλης που αυτό θα προκαλούσε, να στραφεί προς αυτόν.

Και αυτό συνέβη διότι η σύγχρονη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάµεων στις αναπτυγµένες καπιταλιστικές χώρες, οδηγεί σε µια τέτοια ποσοτική αποποµπή ζωντανής εργασίας, µοναδική παραγωγό υπεραξίας, που το κεφάλαιο δεν είχε πια την πολυτέλεια να µοιράζει έστω και ψίχουλα στις λαϊκές µάζες. Από αυτήν την άποψη δεν είχε άδικο η Μάργκαρετ Θάτσερ όταν δήλωνε ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική»43, φυσικά εντός του καπιταλιστικού συστήµατος, εκτός από την πολιτική που ακολουθούσε.

Αντίθετα σε χώρες όπως η Κίνα όπου οι δυνατότητες άντλησης µεγάλων ποσοστών κέρδους λόγω χαµηλού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάµεων, άγριας εκµετάλλευσης της εργατικής τάξης, και δη των µεταναστών από την ύπαιθρο, και δικτατορικής καταστολής τους, είναι ακόµη εφικτές οι κεϋνσιανές πολιτικές. Έτσι 600 δις δολάρια δαπανήθηκαν από το κράτος μόνον για έργα υποδομής.»

Έτσι, λοιπόν, απέναντι σε αυτήν του την κρίση, το κεφάλαιο χρησιμοποιεί διάφορα μέσα για να αντισταθμίσει την πτώση του ποσοστού κέρδους. Όμως όπως θα δούμε, τα μέσα αυτά οδηγούν σε αδιέξοδο ή, ακριβέστερα, στη βαρβαρότητα το υπόλοιπο πλην των κεφαλαιοκρατών συντριπτικό κομμάτι της κοινωνίας, και συνεπώς μακροπρόθεσμα σε μια αναποτελεσματική λύση και για το ίδιο το κεφάλαιο το οποίο δεν είναι δυνατόν να συνεχίσει να κυριαρχεί για πολύ κάτω από αυτές τις συνθήκες. «Το κεφάλαιο μοιάζει με το μάγο εκείνο που δεν καταφέρνει πια να κυριαρχήσει πάνω στις καταχθόνιες δυνάμεις που κάλεσε το ίδιο».45

Ποια λοιπόν είναι αυτά τα βάρβαρα και αδιέξοδα μέτρα που παίρνει το κεφάλαιο; Αντί να επιλέξει τον επώδυνο για το ίδιο τρόπο της απαξίωσης ενός τμήματος του συσσωρευμένου παλιού κεφαλαίου, κάτι που προφανώς δεν θα έλυνε οριστικά το πρόβλημα, αλλά θα το μετέθετε χρονικά επιδεινώνοντάς το, εκτός από την σπέκουλα επιδιώκει καταρχάς τη με κάθε τρόπο μετατόπιση του βάρους της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων. Και ως προς αυτήν την πτυχή, η ευρηματικότητα του κεφαλαίου θυμίζει εκείνη την αξεπέραστη φαντασία που αναπτύσσει, φτάνει να αυξήσει τα κέρδη του, που περιγράφει ο Μπρεχτ στην Όπερα της Πεvτάρας.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι ένας από τους λόγους που επέτειναν την κρίση της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους ήταν και το γεγονός ότι, λόγω του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων, κυρίως κατά το διάστημα 1968-1973 αλλά και σε μικρότερο βαθμό τη δεκαετία του ’80, το κεφαλαιο δεν κατορθώνει να αντισταθμίσει την πτώση του ποσοστού κέρδους από μια μείωση των μισθών.46 Βεβαίως, αυτό σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι η γενεσιουργός αιτία της κρίσης ήταν η αύξηση ή η σταθερότητα των μισθών, καθώς κατά τη μεταπολεμική περίοδο είχαμε παράλληλα ανάκαμψη των μισθών και του ποσοστού κέρδους.

Το κεφάλαιο λοιπόν επιδιώκει να εντείνει την εκμετάλλευση αξιοποιώντας και την ανεργία, είτε με απλήρωτη στην κυριολεξία εργασία είτε παρατείνοντας την εργάσιμη μέρα και γενικότερα τον χρόνο εργασίας όσων εργάζονται -κατάργηση πενθήμερου και μείωση χρόνου διακοπών-, αυξάνοντας έτσι τον πραγματικό απλήρωτο χρόνο εργασίας, είτε με την εντατικοποίηση της εργασίας, είτε με την εκ περιτροπής απασχόληση που πληρώνεται συχνά κάτω από το κόστος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, είτε με μείωση μισθών και μεροκάματων, είτε μεταφέροντας τις δραστηριότητές του σε χώρες με χαμηλά μεροκάματα. [ … ] Και φυσικά για να τα επιβάλλει όλα αυτά προσαρμόζει ανάλογα την εργατική νομοθεσία επί το αντιδραστικότερο καταργώντας δικαιώματα δεκαετιών.

Ας μου επιτραπεί να αναπαραγάγω εδώ ένα τμήμα ενός σχολίου που είχα δημοσιεύσει στον Ριζοσπάστη έξι χρόνια πριν, με τίτλο «Ολοταχώς προς κινέζικα μεροκάματα», όπου αναφερόμουν στην ανάλυση του Μαρξ, τη σχετική με την επιδίωξη του κεφαλαίου να ρίξει όσο πιό κάτω γίνεται τα μεροκάματα. Η αλήθεια είναι ότι τότε δεν μπορούσα να προβλέψω την ένταση της επερχόμενης κρίσης, ούτε των μέτρων που θα έπαιρνε το κεφάλαιο και οι πολιτικοί του εκπρόσωποι για την αντιμετώπισή της.

Παρατηρούσε, λοιπόν, ο Μαρξ στο Κεφάλαιο: «Ένας Άγγλoς συγγραφέας του 18ου αιώνα έγραφε: «Στη Γαλλία η εργασία είναι κατά ένα ολόκληρο τρίτο φτηνότερη απ’ ό.τι στην Αγγλία: Γιατί οι Γάλλοι φτωχοί (εργάτες) εργάζονται σκληρά ενώ η τροφή και το ντύσιµό τους είναι πενιχρά [ … ] έτσι που πράγµατι ξοδεύουν καταπληχτικά λίγο χρήµα». Ακολουθεί µια λεπτοµερής περιγραφή των «ταπεινών » διατροφικών συνηθειών των Γάλλων εργατών και το κείµενο συνεχίζει: «Φυσικά είναι δύσκολο να πετύχουµε µια τέτοια κατάσταση, δεν είναι όµως αδύνατο να την πετύχουµε, πράγµα που το αποδείχνει η ύπαρξή της τόσο στη Γαλλία, όσο και στην Ολλανδία «».47

Προς την ίδια κατεύθυνση, Άγγλοι ιδιοκτήτες ορυχείων έγραφαν στους Times το 1866 και 1867 για τους Βέλγους εργάτες ότι «δε ζητούσαν και δεν έπαιρναν περισσότερα ή λιγότερα από τα απολύτως απαραίτητα που χρειάζονται για να ζουν».48 Και µε βάση αυτήν τους τη συµπεριφορά οι Βέλγοι θα έπρεπε να αποτελούν παράδειγµα προς µίµηση, «υποδείγµατα εργατών» για τους «προνοµιούχους Άγγλους» εργάτες.

Τα παραπάνω τα παραθέτει ο Μαρξ για να τεκµηριώσει ότι «το πιο ενδόµυχο µυστικό» του αγγλικού κεφαλαίου, αλλά και «η µόνιµη τάση του (κεφαλαίου γενικότερα) είναι να υποβιβάσει τους εργάτες ίσαµε το µηδενικό επίπεδο».49 Μάλιστα ο Μαρξ αναφέρεται πιο ειδικά στην τάση υποβιβασµού των ευρωπαϊκών µεροκάµατων στο επίπεδο των κινέζικων, έτσι όπως αυτή προβλεπόταν από το µέλος του Αγγλικού κοινοβουλίου, κυρίου Στάµπλτον το 1873. «Αν η Κίνα γίνει µεγάλη βιοµηχανική χώρα, έγραφε ο Στάµπλτον, δε βλέπω πώς ο εργατικός πληθυσµός της Ευρώπης θ’ αντέξει στον αγώνα, χωρίς να κατέβει ίσαµε το επίπεδο των ανταγωνιστών του».

2014-09-13 Μπορούμε, Ρούσης

Αλλά και ο ίδιος ο Μαρξ συµφωνεί µε αυτήν την πρόβλεψη. Σε µια υποσηµείωση στην τρίτη έκδοση του Κεφαλαίου γράφει σχετικά: «σήµερα προχωρήσαµε πολύ πιο πέρα χάρη στο συναγωνισµό που γίνεται στην παγκόσµια αγορά [ … ] Όχι πια ηπειρωτικά, αλλά κινέζικα µεροκάµατα, αυτός είναι τώρα ο σκοπός που επιδιώκει το αγγλικό κεφάλαιο».50 Και αυτή η τάση της προς τα κάτω ισοπέδωσης ενισχύεται πέρα από τον ανταγωνισµό µε τα µικρότερα µεροκάµατα χωρών, όπως η Κίνα, και από την ανεργία στις ίδιες τις αναπτυγµένες χώρες.

Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Ένγκελς, από τη µια, «η υπερεργασία ενός τµήµατος της εργατικής τάξης γίνεται η προϋπόθεση για την πλήρη ανεργία του άλλου τµήµατος της εργατικής τάξης»51, από την άλλη, µε δεδοµένο ότι αυτή η ανεργία «καρφώνει τον εργάτη στο κεφάλαιο πιο γερά απ’ ό.τι τα καρφιά του Ηφαίστου κάρφωσαν τον Προµηθέα στο βράχο»,52 προσφέρει τη δυνατότητα στο κεφάλαιο να πατάει πάνω της για να ρίχνει τους µισθούς και τα µεροκάµατα όσων εργάζονται, και γενικότερα να χειροτερεύει τις συνθήκες της δουλειάς τους.

Έτσι, λοιπόν, εφόσον «η µισθωτή εργασία στηρίζεται αποκλειστικά στο συναγωνισµό ανάµεσα στους ίδιους» τους εργάτες»,53 το κεφάλαιο επιδιώκει να αξιοποιήσει και αυτόν το συναγωνισµό για να ρίξει όσο γίνεται τα µεροκάµατα και τους µισθούς και αυτό γίνεται από τη µια αξιοποιώντας την ανεργία και από την άλλη τα κινέζικα µεροκάµατα. Όµως µε αυτόν τον τρόπο είναι προφανές ότι όχι µόνον δεν αντιµετωπίζεται η κρίση αλλά επιτείνεται.

Με τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας, µε τη δραµατική συρρίκνωση των εισοδηµάτων εργαζοµένων και συνταξιούχων, µε τον περιορισµό του κράτους πρόνοιας, αλλά και το δραστικό περιορισµό των δηµοσίων επενδύσεων, είναι σαφές ότι περιορίζεται η αγοραστική δύναµη των εργαζομένων, και συνεπώς η, απαιτούμενη για την όποια ανάκαμψη, αύξηση της εσωτερικής ζήτησης.

Πρόκειται για μια κατάσταση σαν κι εκείνη που περιγράφεται στο Μανιφέστο: «ο εργάτης πέφτει στην αθλιότητα και η μαζική αθλιότητα αυξάνει ακόμα πιο γρήγορα από τον πληθυσμό και τον πλούτο. Έτσι γίνεται φανερό ότι η αστική τάξη είναι ανίκανη να παραμείνει άλλο κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας και να επιβάλει στην κοινωνία σαν ρυθμιστικό νόμο τους όρους ύπαρξης της τάξης της. Είναι ανίκανη να κυριαρχεί γιατί είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στο σκλάβο της την ύπαρξη, ακόμα και μέσα στη σκλαβιά του, γιατί είναι υποχρεωμένη να τον ρίξει ως την κατάσταση που θα χρειάζεται να τον τρέφει αυτή αντί να τρέφεται η ίδια απ’ αυτόν. Η κοινωνία δεν μπορεί πια να ζήσει κάτω από την κυριαρχία της αστικής τάξης, δηλαδή η ύπαρξη της αστικής τάξης δεν συμβιβάζεται άλλο με την κοινωνία».54

Από μια άλλη οπτική γωνία είναι βέβαιο, όπως θα δούμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια (στο κεφάλαιο 4.2), τα αντιλαϊκά μέτρα δεν μπορεί παρά να οδηγήσουν σε μια όξυνση του αυταρχισμού. Ταυτόχρονα υπάρχει μια φυγή κεφαλαίων προς χώρες όπως η Κίνα. «Αυτό γίνεται όχι γιατί δεν θα μπορούσε απολύτως καθόλου να χρησιμοποιηθεί στο εσωτερικό [ … ], αλλά γιατί μπορεί να απασχοληθεί στο εξωτερικό με μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους».55

Αξίζει να θυμηθούμε ότι παλιότερα στο όνομα της φτηνής εργατικής δύναμης ενισχύονταν ποικιλότροπα από τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες η μετανάστευση προς αυτές. Έτσι τα τέλη της δεκαετίας του ’60 η ,Γαλλία χρηματοδοτούσε τη μετανάστευση από τη Βόρεια Αφρική, η Γερμανία προωθούσε τη μετανάστευση από την Τουρκία, η Σουηδία από την Γιουγκοσλαβία, η Μεγάλη Βρετανία από τις παλιές αποικίες της.56

Σήμερα έχουμε μετατόπιση του κεφαλαίου εκεί όπου υπάρχει πλεόνασμα φτηνής εργατικής δύναμης, κάτι όμως που και αυτό δεν λύνει παρά πρόσκαιρα το πρόβλημα της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και αυτό διότι νομοτελειακά η μετάθεση επενδύσεων σταθερού κεφαλαίου σε αυτές τις χώρες από ένα σημείο και μετά ανεβάζει και σε αυτές την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, συμβάλλοντας έτσι στην κατά μέσο όρο, σε παγκόσμιο πια καπιταλιστικό επίπεδο, ενίσχυση της τάσης πτώσης του ποσοστού κέρδους.

Το γεγονός ότι ήδη έχει αρχίσει μια επιστροφή κεφαλαίων από λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, όπως η Κίνα ή Ινδία ή η Βραζιλία, προς τις ΗΠΑ, με χαμηλότερα όμως μεροκάματα από πριν, όπως π.χ, στην αυτοκινητοβιομηχανία, σε μεγάλο βαθμό οφείλεται και σε αυτήν την τάση εξισορρόπησης του ποσοστού κέρδους. Το ίδιο συμβαίνει και όταν χώρες όπως η Κίνα επιδιώκουν να ενισχύσουν την εσωτερική τους ζήτηση, κάτι που δεν μπορεί παρά να αποβεί εναντίον μιας ανταγωνιστικότητας που στηρίζεται στην εσωτερική της εξαθλίωση. Με τη ίδια λογική στο εσωτερικό αναπτυγμένων χωρών όπως οι ΗΠΑ παρατηρείται μια μετακίνηση παραγωγικών δραστηριοτήτων από τις εκβιομηχανοποιημένες και σωματειακά ισχυρές περιοχές όπως οι βορειοανατολικές και μεσοδυτικές ΗΠΑ προς το νότο και τη Δύση.57

Όμως και η υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης έχει τα όριά της, διότι οι εργαζόμενοι ούτε μπορούν να δουλεύουν ασταμάτητα, ούτε να δουλεύουν δίχως να Πληρώνoνται, έτσι η αύξηση της υπερεργασίας, και κατ’ επέκταση της απόσπασης υπεραξίας, έχει και αυτή τα όρια της.

Συνολικά, όπως καταδείχνουν και τα αποτελέσµατα της αντιµετώπισης της κρίσης στην Ελλάδα, πέρα από τον αδήλωτο στόχο της αύξησης της εκµετάλλευσης µε την ακολουθούµενη πολιτική έχουν αποτύχει όλοι οι ποσοτικοί στόχοι που έχουν τεθεί. 58 Το ίδιο δε συµβαίνει και σε παγκόσµιο επίπεδο.»

Ένας άλλος τρόπος που χρησιµοποιεί το κεφάλαιο είναι η ακόµη µεγαλύτερη και απροσχηµάτιστη πια άµεση ενίσχυσή του από το κράτος. Αν και είναι προφανές ότι αυτό αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των διακηρυγµένων αρχών του νεοφιλελευθερισµού, ο οποίος πάσχιζε να επιβάλει ιδεολογικά την υπεροχή του ατόµου και της αγοράς απέναντι στο κράτος, παρόλο που στην πραγµατικότητα, όπως άλλωστε ο κλασικός φιλελευθερισµός από εποχής Locke, ουσιαστικά έθετε πάντοτε το κράτος πάνω από την προσωπικότητα, το κράτος παρεµβαίνει απροοχηµάτιστα πια υπέρ του κεφαλαίου.60

Έτσι για παράδειγµα έχουµε τη σκανδαλώδη ενίσχυση τραπεζών σε Ευρώπη και ΗΠΑ, την ενίσχυση της αυτοκινητοβιοµηχανίας σε ΗΠΑ. Στην πραγµατικότητα ενισχύονται µε αυτόν τον τρόπο αυτοί που είναι υπεύθυνοι για την κρίση, και επιδιώκεται να θρέψουν τους λαούς µε την αυταπάτη ότι οι ίδιοι θα µας βγάλουν από αυτήν, ενώ στην πραγµατικότητα θα µας οδηγήσουν ακόµη πιό βαθιά σε αυτήν.

Από αυτήν τη σκοπιά είναι ενδεικτικό ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δάνειζε τις διάφορες τράπεζες µε επιτόκιο 1% για να δανείζουν οι ίδιες τα διάφορα κράτη µε επιτόκια έως και 6%! Αυτή όµως η ενίσχυση οδηγεί στον υπερδανεισµό και στην εκτίναξη των ελλειµµάτων και του χρέους 61 Έτσι, για παράδειγµα, οι ΗΠΑ εδώ και κάµποσα χρόνια δανείζονται µε ρυθµό 2 δις δολάρια ηµερησίως.

Ταυτόχρονα γενικεύεται η ιδιωτικοποίηση, εµπορευµατοποίηση σε τοµείς που αυτή δεν κυριαρχούσε πριν από την κρίση. Προς αυτήν την κατεύθυνση το κεφάλαιο, όχι µόνον τείνει να απαλλαγεί πλήρως από την όποια ευθύνη κάλυψης της κοινωνικής αναπαραγωγής (υγεία, παιδεία, συντάξεις), µέρος της οποίας έτσι κι αλλιώς ήταν και το ίδιο που την επωφελούνταν, αλλά επιδιώκει µέσω της εµπορευµατοποίησής της να αποκοµίσει κέρδη και από αυτήν.

Ακραίο χαρακτηριστικό παράδειγµα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η εµπορευµατοποίηση των τοξικών απόβλητων και πιό ειδικά του ανθρακικού οξέος. Η µεταπώληση περισσέµατος δυνατότητας ρύπανσης, µε βάση τους κανονισµούς, λες και πρόκειται για µεταφορά συντελεστή δόµησης, ή τα ποσά των προστίµων που επιβάλλονται σε όσους -ιδιώτες ή κράτη υπερβαίνουν τα επιτρεπτά όρια, έφταναν το 2008 τα 65 δις δολάρια!62 Μάλιστα πολύ συχνά οι διεθνείς κανονισµοί φτιάχνονται µε κριτήριο όχι την παύση εκποµπής ρύπων, αλλά τη µεγιστοποίηση είσπραξης προστίµων από χώρες υπό έντονη βιοµηχανοποίηση όπως η Κίνα.

Επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η ιδιωτικοποίηση της γνώσης η οποία και εκδηλώνεται από τις προσπάθειες των κεφαλαιοκρατών να κατοχυρώσουν τις πατέντες τους, τα διπλώµατα ευρεσιτεχνίων ή να επεκτείνουν όσο περισσότερο µπορούν τα copyright, την ώρα βεβαίως που αποτρέπουν την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, που κρίνουν ότι δεν θα αποφέρουν άµεσα κέρδη, ή ότι το κόστος απαξίωσης των επικρατούντων θα είναι τέτοιο που δεν θέλουν να το επιφορτιστούν.

Χαρακτηριστικό παράδειγµα είναι οι προσφυγές της Apple κατά της Google και κάποιων εταιριών κινητής τηλεφωνίας, διότι κατά τους ισχυρισµούς της, της έκλεψαν και εµπορεύτηκαν δικές της ανακαλύψεις. Τέτοιες διαµάχες και προσπάθειες κατοχύρωσης δικαιωµάτων αποκλειστικότητας είναι ιδιαίτερα έντονες και ανάµεσα στις φαρµακευτικές εταιρίες οι οποίες στην κυριολεξία κάνουν εµπόριο στην πλάτη των ανθρώπινων ζωών. Έφθασαν µάλιστα στο σηµείο οι ανθρωποκτόνοι, να µηνύσουν τη Βραζιλία και τη Νότια Αφρική, επειδή τόλµησαν να παράγουν γενόσηµα φάρµακα για να σώσουν τον πληθυσµό τους, που µαστίζεται από το AIDS. Στην Αφρική από τους 22 εκατοµµύρια φορείς του ιού του AIDS, µόνον 10.000 έχουν µια θεραπευτική αγωγή, µια και το κόστος της θεραπείας ξεπερνά τις δυνατότητες των αφρικανικών χωρών. Για την Ζιµπάµπουε αυτό το κόστος είναι της τάξης του 256% του ΑΕΠ της.

Η Βραζιλία λοιπόν κατόρθωσε παράγοντας δικά της φάρµακα να παρέχει άµεσα φαρµακευτική αγωγή σε 90.000 από τους 500.000 φορείς µε συνέπεια να µειωθεί η θνησιµότητα κατά το ήµισυ. Το ίδιο επιχείρησε να κάνει και η Νότια Αφρική. Όµως ενάντια στην πρώτη προσέφυγαν δικαστικώς οι ΗΠΑ και ενάντια στη δεύτερη 39 φαρµακευτικές εταιρίες, διότι παραβίασαν τη σχετική µε τις πατέντες νοµοθεσία. Μετά από αυτά τα συµβάντα, µε παρέµβαση των φαρµακευτικών εταιριών και συµφωνία ΗΠΑ και ΕΕ, κατοχυρώθηκε διεθνώς το δικαίωµα για εικοσαετή κατοχή των δικαιωµάτων ευρεσιτεχνίας από τις φαρµακευτικές εταιρίες.»

Από την άλλη στις ΗΠΑ διακόπηκαν οι έρευνες για τον καρκίνο, οι οποίες αναµένονταν σε σύντοµο χρονικό διάστηµα να οδηγήσουν στην πετυχηµένη θεραπεία της πλειοψηφίας των περισσότερων µορφών του, µόνο και µόνο γιατί αυτό επέβαλαν τα συµφέροντα των φαρµακευτικών και ασφαλιστικών εταιριών. Παράλληλα, το κεφάλαιο επεκτείνει χωρικά, όπου ακόµη αυτή δεν επικρατεί πλήρως, την κεφαλαιοκρατικη εµπορευµατικ»ή παραγωγή και επιδιώκει να την καταστήσει κυρίαρχη ενώ επιδιώκει να επεκτείνει τις αγορές του.

Διαψεύδεται έτσι παταγωδώς η διαπίστωση του Fukuyama, ότι η φιλελεύθερη δηµοκρατία έχει περιορίσει την επιθετικότητα και τη βία και κατ’ επέκταση τα κίνητρα του ιµπεριαλισµού.»

Πέραν τούτου το κεφάλαιο των αναπτυγµένων οικονοµικά καπιταλιστικών χωρών συνεχίζει να εκµεταλλεύεται τις υπανάπτυκτες χώρες, εξάγοντας σε αυτές τα προϊόντα του πάνω από την αξία τους, ενώ εισάγει από αυτές φτηνές πρώτες ύλες, ρίχνοντας έτσι την αξία ενός στοιχείου του σταθερού κεφαλαίου.»

Όσον αφορά πιο ειδικά την ελληνική κρίση δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι η αντιµετώπισή της από το διεθνές και ντόπιο κεφάλαιο οδηγεί νοµοτελειακά σε επιδείνωση της κρίσης και σε ένα αδιέξοδο φαύλο κύκλο.

Και πώς θα µπορούσε να είναι διαφορετικά όταν η Ελλάδα, αντί να απελευθερώνεται από το βραχνά του χρέους, βυθίζεται όλο και βαθύτερα σε αυτό (189,1% του ΑΕΠ το 2013 έναντι 175,6% το 2012), όταν τα δάνεια που υποτίθεται ότι της δίδονται για να ενισχύσουν την οικονοµία της, επιστρέφουν ατόφια και πολλαπλάσια είτε στους δανειστές της είτε στο ντόπιο κυρίως τραπεζιτικό κεφάλαιο, ενώ ταυτόχρονα παραβιάζεται βάναυσα ακόµη και αυτή η περιορισµένη λαϊκή κυριαρχία και εντείνεται παραπέρα η εξάρτηση και για δεκαετίες, όταν αφαιρείται κάθε δυνατότητα άσκησης στοιχειώδους αυτοτελούς πολιτικής;

Προς απόδειξη των ανωτέρω δεν χρειάζεται παρά να λάβουµε υπόψη µας ότι το τελευταίο κούρεµα, ή διαγραφή χρέους των 105 δις ευρώ αντικαταστάθηκε από ένα µεγαλύτερο δάνειο 137 δις ευρώ, εκ των οποίων θα αποδοθούν στις Ελληνικές τράπεζες 48 δις, σε εθνικές κεντρικές τράπεζες 36 δις και 30 δις σε πιστωτές που εκπροσωπούνται από το Διεθνές Ινστιτούτο Χρηµατοπιστωτικής που θα αποζηµιωθούν στο ακέραιο για τα ελληνικά οµόλογα των οποίων είναι κάτοχοι και τα οποία µπορεί να απέκτησαν σε πολύ χαµηλότερες τιµές από τη δευτερογενή αγορά. Την ίδια ώρα τα ασφαλιστικά ταµεία ή τα πανεπιστήµια -το πιο συχνά δίχως τη θέλησή τουςµε τη µορφή ουσιαστικής υπεξαίρεσης εκ µέρους της Τραπέζης της Ελλάδας, υφίστανται σοβαρές απώλειες δίχως να προβλέπεται το πώς αυτές θα καλυφθούν.66

Ταυτόχρονα η δανειακή σύµβαση η οποία και παραπέµπει στο αγγλικό και όχι στο ελληνικό δίκαιο οδηγεί νοµοτελειακά στην κατάσχεση της δηµόσιας περιουσίας και σε περαιτέρω ξεπούληµα από εκείνο που ήδη συντελείται στο όνοµα του περιορισµού του ελλείµµατος.

Όλα αυτά, σε συνδυασµό µε το ξεπούληµα από ό.τι είχε αποµείνει στο Δηµόσιο, οδηγούν σε µια παραπέρα σε βάθος χρόνου αποσάθρωση του παραγωγικού ιστού σε σχέση µε εκείνη που έτσι κι αλλιώς συντελέστηκε µε την είσοδο στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη, σ’ ένα παραπέρα βάθεµα της εξάρτησης, και σε µια µακροπρόθεσµη ύφεση δίχως καµιά ορατή ακόµη και µακροπρόθεσµα διέξοδο από αυτήν.

1.3. Από την αποποµπή κατάρα, στην αποποµπή ευλογία.

Ποιος λοιπόν µπορεί να είναι ο άλλος δρόµος διεξόδου από την κρίση εκτός από το παραπάνω αδιέξοδο που στα πλαίσια µιας µονοδιάστατης κυρίαρχης σκέψης προσπαθούν να µας επιβάλλουν στην πράξη και ιδεολογικά οι κυρίαρχοι;

Αναφέραµε ήδη ότι η επιστροφή στον Keynes, και δη στον νεοκεϋνσιανισµό που είναι πολύ πιο συντηρητικός από τον κλασικό κεϋνσιανισµό, πέρα του ότι είναι αδύνατη διότι το κεφάλαιο δεν έχει πια τα περιθώρια εφαρµογής της, είναι ταυτόχρονα και αναποτελεσµατική, διότι εφαρµόστηκε και απέτυχε, όπως καταδείχτηκε από την κρίση του 1973-1975 που εκδηλώθηκε µετά από µια µακρά περίοδο κεϋνσιανών πολιτικών, και έτσι οδηγηθήκαµε στη νεοφιλελεύθερη µεταστροφή, και κυρίως διότι δεν θίγει την βασική αιτία της κρίσης, δηλαδή τον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κυριάκος Κατσαρός, «ο νεοφιλελευθερισµός θα στυλωθεί ορµώµενος από την πρακτική αδυναµία του κεϋνσιανισµού µπροστά στις υφεσιακές εξελίξεις και µέσω αυτής της «αποτυχίας» από τη συνεπακόλουθη θεωρητική αυτοακύρωσή του».67 Συνεπώς η διεκδίκηση της υπέρβασης του νεοφιλελευθερισµού και µόνον, και όχι του ίδιου του καπιταλισµού είναι παραπλανητική, και οδηγεί σε αδιέξοδο.

Μήπως λοιπόν η λύση είναι η αµυντική υπεράσπιση των θέσεων εργασίας µε τον τρόπο που το έπρατταν οι Λουδιστές, οι οποίοι και κατέστρεφαν τις µηχανές για να µην χάσουν τη δουλειά τους από αυτές; Θυµίζω ενδεικτικά ότι το 1910, στην ιδιαίτερη πατρίδα µου την Κέρκυρα, οι εργαζόµενοι στα τοπικά καπνεργοοτάσια και οι ιδιοκτήτες των µικρών καπνοβιοτεχνιών αντιδρώντας στην εισαγωγή µηχανών ζητούσαν από την κυβέρνηση να τις αποσύρει και µάλιστα προσφέρονταν να συµβάλουν στην εκ µέρους της αγορά τους, φτάνει να µην χάσουν τη δουλειά τους. Μια ανάλογη τέτοια αντίδραση σήµερα, όπως άλλωστε και τότε, θα ήταν βαθιά συντηρητική.

Αντίθετα αυτό που απαιτούν οι καιροί είναι να αξιοποιηθεί το σύγχρονο επίπεδο ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάµεων και η συνεπαγόµενη απελευθέρωση ζωντανής εργασίας, µε τέτοιο τρόπο έτσι ώστε από κατάρα που την έχει καταστήσει το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστηµα να µετατραπεί σε ευλογία, δηλαδή να αξιοποιηθεί έτσι ώστε να περιοριστεί ο χρόνος της καταναγκαστικής εργασίας και να αυξηθεί ο ελεύθερος χρόνος, ο χρόνος της δηµιουργικής δραστηριότητας.

Όπως ο Αριστοτέλης, θαυµάζοντας τις µηχανές του ‘Ηφαιστου και τις αντίστοιχες περιγραφές του Οµήρου, θεωρούσε ότι αυτές θα µπορούσαν να αντικαταστήσουν τους δούλους» και να απαλλάξουν την ανθρωπότητα από την δουλεία, έτσι και σήµερα το επίπεδο της επιστήµης και της τεχνολογία; είναι ικανά να απαλλάξουν την ανθρωπότητα από τη σύγχρονη µισθωτή σκλαβιά, δηλαδή να την οδηγήσουν στην κοµµουνιστική χειραφέτηση, η οποία συνίσταται ακριβώς σε αυτήν την κυριαρχία της ελεύθερης δηµιουργικής δραστηριότητας απέναντι στην καταναγκαστική εργασία.

Ήδη σχετικά µε την εκµηχάνιση ο Μαρξ στο Κεφάλαιο επεσήµαινε τις αντιφάσεις ανάµεσα στις δυνατότητες που πρόσφερε αυτή καθαυτή και στην καπιταλιστική της αξιοποίηση.

« … οι µηχανές εξεταζόµενες αυτές καθαυτές περιορίζουν το χρόνο εργασίας, ενώ όταν χρησιµοποιούνται καπιταλιστικά παρατείνουν την εργάσιµη ηµέρα, [ … ] αυτές καθαυτές ευκολύνουν την εργασία, ενώ όταν χρησιµοποιούνται καπιταλιστικά αυξάνουν την εντατικότητά της, [ … ] αυτές καθαυτές αποτελούν νίκη του ανθρώπου πάνω στις δυνάµεις της φύσης ενώ όταν χρησιµοποιούνται καπιταλιστικά υποδουλώνουν τον άνθρωπο σε αυτές [ … ] αυτές καθαυτές αυξάνουν τον πλούτο του παραγωγού ενώ όταν χρησιµοποιούνται καπιταλιστικά εξαθλιώνουν τον παραγωγό κ.λπ. »68

Παρ’ όλα αυτά η εκµηχανισµένη παραγωγή αποτελούσε την υλική βάση µιας ουσιαστικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Όµως, η σύγχρονη µεταβιοµηχανική ανάπτυξη, η µετατροπή της επιστήµης σε άµεση παραγωγική δύναµη, και η τάση κυριαρχίας της γενικής διάνοιας αποτελεί την υλική βάση του κοµµουνισµού. Αυτός είναι σήµερα πραγµατοποιήσιµος στις αναπτυγµένες καπιταλιστικές χώρες, αν οι άνθρωποι πάψουν να δουλεύουν για να παράγουν υπεραξία, αν ενσωµατωθούν στην παραγωγή οι άνεργοι, αν εκλείψουν οι στρατιωτικές δαπάνες, αν αλλάξουν οι καταναλωτικές συνήθειες που έχει επιβάλει ο καπιταλισµός, ή διαφορετικά αν πάψει κυρίαρχη αξία να είναι το χρήµα και γίνει ο άνθρωπος, αν πάψει να κυριαρχεί το φαίνεσθαι απέναντι στο Είναι, αν πάψει να κυριαρχεί η αποκόµιση του κέρδους και γίνει η ελεύθερη ανάπτυξη της πρόσωπικότητας.

Παράλληλα κάτι που δεν επεσήµανε αρκούντως ο Μαρξ, και που πρώτος, η αλήθεια είναι µε µια ροµαντική χροιά, ανέδειξε ο Walter Benjamin είναι ότι η ίδια η ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών δυνάµεων, από τη µια θα πρέπει να προσλάβει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά από εκείνα που είχε όταν ήταν υποταγµένη στη λογική του κέρδους, και από την άλλη θα πρέπει να πάψει να είναι ξέφρενη και να αντιµάχεται τη φύση.

Με αυτήν την έννοια η επανάσταση δεν θα πρέπει να αντιµετωπίζεται µόνον σαν την ατµοµηχανή της ιστορίας, όπως το πράττει ο Μαρξ, αλλά ταυτόχρονα σαν «το χέρι του ανθρώπινου είδους; που ταξιδεύει σε αυτό το τρένο [της ιστορίας] και τραβάει το φρένο έκτακτης ανάγκης»,69 για να σταµατήσει την ανάπτυξη εκείνων των τεχνολογιών που στρέφονται κατά του ανθρώπου και της φύσης.

Αντί λοιπόν η αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, σε συνδυασµό µε την αποποµπή ζωντανής εργασίας, να γίνεται η αφορµή κρίσεων, όπως συµβαίνει στο πλαίσιο του καπιταλισµού, αντί, όπως αναφέρει το Μανιφέστο, «στην αστική κοινωνία η ζωντανή δουλειά [να] είναι µονάχα ένα µέσο για να αυξάνει η συσσωρευµένη εργασία, στην κοµµουνιστική κοινωνία η συσσωρευµένη εργασία [µετατρέπεται] µονάχα σ’ ένα µέσο για να ευρύνει, να πλουτίζει κα; να προάγει τη ζωή των εργατών». Και όχι µόνον των εργατών, διότι εν προκειµένω, η εργατική τάξη εκφράζει τα συµφέροντα όλης της κοινωνϊας, τα οποία όπως γράφει ο Karl Polayni είναι τελικά «ο ύστερος φορέας της ιστορίας της κοινωνίας».70

Βεβαίως είναι αδύνατον να οδηγηθεί άµεσα η κοινωνία σε µια τέτοια κατάσταση πραγµάτων, αν δεν διαβεί το στάδιο του σοσιαλισµού, ο οποίος ήδη χάρη στη σχεδιοποίηση που καθίσταται δυνατή µε την κοινωνικοποίηση των µέσων παραγωγής, λύνει το πρόβληµα της ανεργίας. Αυτός όµως ο σοσιαλισµός στην εποχή µας δεν µπορεί να είναι ο «σοσιαλισµός» που γνωρίσαµε, πόσω µάλλον οι πιο σκοτεινές περίοδοι του, δεν µπορεί να είναι ένας σοσιαλισµός µε κυρίαρχη αποστολή την πάση θυσία ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών δυνάµεων, ή και της προσπάθειας κοινωνικοποίησης µιας χαµηλού κοινωνικού χαρακτήρα παραγωγής, όπως εκείνη της αγροτικής παραγωγής της Ρωσίας του 1917, αλλά µε κυρίαρχη αποστολή τη διαµόρφωση, κυρίως µέσα από την εµπειρία τους, προσωπικοτήτων που βαθµιαία θα απαλλαγούν από τη συνήθεια των κυρίαρχων αστικών αξιών και θα µπορέσουν έτσι να οικοδοµήσουν τη νέα αταξική κοινωνία.

Με άλλα λόγια, όπως γράφει ο Μαρξ στην 18η Μπρυµαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, οι σύγχρονες αναγχαίες επαναστατικές αλλαγές δεν είναι δυνατόν «να αντλήσουν την ποίησή τους από το παρελθόν αλλά µόνον από το µέλλον», και συνεπώς δεν µπορούν να αρχίσουν «προτού σβήσουν όλες τις προλήψεις σχετικά µε το παρελθόν», προτού απαλλαγούν από κάθε δεισιδαιµονία απέναντι σε αυτό το παρελθόν.

Οι σύγχρονες επαναστάσεις θα πρέπει «να αφήσουν τους νεκρούς να ενταφιάσουν τους νεκρούς τους», να πάψουν να προσφεύγουν σε κοσµοϊστορικές αναµνήσεις, για να µπορέσουν να αποχτήσουν το δικό τους περιεχόµενο, που δεν θα είναι µια φάρσα µιας προηγούµενης τραγωδίας, αλλά ο πραγµατικά νέος κόσµος που έχει ανάγκη η ανθρωπότητα. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν επιχειρηθεί αυτή η απαλλαγή, αυτή η προς το µέλλον ενατένιση, και παραµείνουν στραµµένες προς «τους περιορισµένους όρους ύπαρξης του [παλιού συστήµατος] αναγκαστικά αποτυχαίνουν».71

1.4. Η αναγκαιότητα της επανάστασης .

 

Το ερώτηµα που προκύπτει είναι αν µπορούµε άραγε να οδηγηθούµε στο σοσιαλισµό δίχως κοινωνική και πολιτική επανάσταση, δηλαδή δίχως την βίαιη ανατροπή της εξουσίας των κεφαλαιοκρατών ;

Η απάντηση ήταν, είναι και θα είναι αρνητική. Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο µια από τις αντιφάσεις της εποχής µας είναι, ότι, ενώ λόγω της δοµικής κρίσης τού καπιταλιστικού συστήµατος γίνεται όλο και πιό επιτακτική η επαναστατική ανατροπή του, όλο και λιγότερο γίνεται λόγος για επανάσταση, πόσω µάλλον όλο και λιγότερο προετοιµάζεται αυτή στην πράξη. Αντίθετα, όταν οι δυνάµεις της ευρύτερης αριστεράς δεν έχουν πλήρως ενσωµατωθεί στο σύστηµα, οι περισσότερες από αυτές και δη οι κοινοβουλευτικές, αντιδρούν σε αυτό µε ρεφορµιστικό τρόπο, έναν τρόπο που ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι το σύστηµα έχει οδηγηθεί στα όριά του, είναι ακόµη πιό αναποτελεσµατικός και αδιέξοδος απ’ ό.τι στο παρελθόν.

Αξίζει λοιπόν τον κόπο να ασχοληθούµε µε τη σχέση µεταρρύθµισης-επανάστασης έτσι όπως αυτή διαµορφώνεται στην εποχή µας. Θυµίζω ότι «οι µεταρρυθµίσεις είναι παραχωρήσεις που αποσπώνται από την κυρίαρχη τάξη, ενώ διατηρείται η κυριαρχία της, [ενώ] η επανάσταση είναι η ανατροπή της κυρίαρχης τάξης».72 Αυτή η τελευταία, πέρα από την ειρηνική ή ένοπλη µορφή που µπορεί να προσλάβει, η οποία αρχικά τουλάχιστον, τόσο στην Γαλλική επανάσταση του 1789 όσο και στην Ρώσικη του 1917, ήταν ειρηνική, δεν µπορεί παρά να είναι πάντοτε βίαιη, µε την έννοια ότι η αστική τάξη δεν πρόκειται να παραδώσει µε τη βούλησή της την εξουσία και τα πλούτη της.

Από αυτήν την οπτική γωνία το να κάνει λόγο κάποιος για µη βίαιη επανάσταση σηµαίνει όπως γράφει ο Zizek, ότι εκφράζει την επιθυµία «να έχουµε επανάσταση δίχως επανάσταση».73 Θυµίζω ακόµη ότι επανάσταση, µε την πολιτική έννοια, η οποία και συνιστά µερική επανάσταση, σηµαίνει διάλυση της παλιάς εξουσίας, και, µε την κοινωνική έννοια, διάλυση της παλιάς κοινωνίας.74 Τέλος, η επανάσταση, σε αντίθεση µε την µεταρρύθµιση, σηµαίνει ποιοτικό άλµα, ρήξη και «βαθιά κρίση τόσο πολιτική όσο και οικονοµική»,75 σηµαίνει ότι διαρρηγνύεται το συνεχές της ιστορίας». 76

Έτσι, από τη µια, η µεταρρύθµιση και η επανάσταση είναι αντίθετες µεταξύ τους έννοιες, από την άλλη και κάτω από ορισµένες προϋποθέσεις, συµπληρωµατικές, στο βαθµό που οι µεταρρυθµίσεις και η πάλη για αυτές εντάσσονται στην πράξη σε µια επαναστατική στρατηγική.

Όπως επισηµαίνει η Ρόζα Λούξεµπουργκ, «η µεταρρύθµιση και η επανάσταση δεν είναι λοιπόν διαφορετικές µέθοδοι της ιστορικής προόδου, που µπορεί κανείς να τις διαλέξει από τον µπουφέ της ιστορίας σαν ζεστούς ή κρύους µεζέδες, αλλά διαφορετφτές ροπές στην εξέλιξη των ταξικών κοινωνιών, οι οποίες ορίζουν και συµπληρώνουν η µια την άλλη. Ταυτόχρονα όµως αλληλοαποκλείονται, όπως π.χ, ο Νότος και ο Βόρειος Πόλος».77

Στην εποχή µας, το κεφαλαιοκρατικό σύστηµα λόγω των εσωτερικών του αντιθέσεων και πιό ειδικά λόγω των προβληµάτων που προκύπτουν για αυτό, χάρη στην αντίθεση ανάµεσα στην νοµοτελειακή λόγω του ανταγωνισµού αποποµπή ζωντανής εργασίας και το γεγονός ότι αυτή είναι η µοναδική παραγωγός αξίας, έχει φθάσει στα όριά του και του είναι αδύνατον να προβεί σε ουσιαστικές προοδευτικές µεταρρυθµίσεις. Όπως θα δούµε στο τέταρτο κεφάλαιο, αυτές δεν µπορεί παρά να έχουν αντικαπιταλιστικό-αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα, οπότε και δεν θα είναι δυνατόν να γίνουν συναινετικά αποδεκτές από τους κυρίαρχους

Και είναι αδύνατον σήµερα να υπάρξουν ουσιαστικές µεταρρυθµίσεις σε προοδευτική κατεύθυνση δίχως ρήξεις µε το κυρίαρχο σύστηµα στις αναπτυγµένες καπιταλιστιτές χώρες, διότι όπως είδαµε οι κυρίαρχοι ωςαντίδραση στις αρνητικές γι’ αυτούς συνέπειες της αποποµπής της ζωντανής εργασίας, το πρώτο πράγµα που επιδιώκουν είναι η ένταση της εκµετάλλευσης των εργαζοµένων από τη µια και η επέκταση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής από την άλλη, και όχι ο εξανθρωπισµός του.

Από την άλλη, δεν αρκεί να δίνονται στα λόγια όρκοι πίστης στο σοσιαλισµό, ή, ακόµη χειρότερα, να χρησιµοποιείται αυτός µόνον και µόνον σαν πρόσχηµα για να αποκλείονται όλοι όσοι έχουν διαφορετική περί αυτού αντίληψη, αλλά θα πρέπει να προετοιµάζεται στην πράξη η επανάσταση, η οποία ακόµη και ως έννοια και όρος, όχι βεβαίως τυχαία, αποφεύγεται συστηµατικά.

Και αυτό διότι, όπως έλεγε και ο Μπάιρον, «η επανάσταση σε µερικούς µπορεί να µην αρέσει, µα είναι ο µόνος σίγουρος και δίκαιος τρόπος, να καθαρίσεις απ’το ρύπος τους ανθρώπους». 78 Όµως, παρόλο που υπάρχουν οι αντικειµενικές δυνατότητες για το πέρασµα στο σοσιαλισµό, για µια σειρά λόγους που αναλύω διεξοδικά στο βιβλίο µου Ο Μαρξ Υεννήθηκε νωρίς79 και που επαναλαµβάνω συνοπτικά στο 3.3, ο υποκειµενικός παράγοντας ο οποίος καλείται να επιτελέσει αυτόν το µετασχηµατισµό δεν φαίνεται ακόµη να τον επιδιώκει. Επαναλαµβάνω εδώ µόνον, τη διαπίστωση του Μαρξ στο Κεφάλαιο, ότι στην «πορεία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αναπτύσσεται µια εργατική τάξη, που από αγωγή, παράδοση και συνήθεια αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόµους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής».

Ταυτόχρονα η ίδια η οργάνωση του διαµορφωµένου κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής σπάει κάθε αντίσταση, ενώ η ανεργία και ο βουβός εξαναγκασµός των οικονοµικών σχέσεων, επισφραγίζουν την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη πάνω στον εργάτη».80

Έτσι λοιπόν όσο αντιφατικό κι αν φαντάζει αυτό, ο δρόµος προς τη χειραφέτηση περνάει µέσα από εκείνον της αποξένωσης. Με άλλα λόγια συµβαίνει κάτι ανάλογο µε την πορεία του Εγελιανού Πνεύµατος το οποίο πραγµατώνει την ουσία του µέσα από την οδό της αλλοτρίωσής του, µέσα στον πραγµατικό αντικειµενικό κόσµο.81

Ας δούµε λοιπόν µέσα από ποια στρατηγική µπορεί να ξεπεραστεί αυτή η αποξένωση-ενσωµάτωση και να οδηγηθούµε στην επανάσταση.

 (ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

42.                 Βλέπε Paul Boccara, La crise systemique: une crise de civilisation. Note de Ιa Fondation GabrieI Ρeri, σελ 10. .

43.                 Chantal Mouffe, entretien aνec Elke Wagner, Antagonisme et hέgemonie. La democratie radicaIe contre Ie consensus neoIiberaL, in La reνue internationale des liνres et des idees nο 3, σελ 2.

44.                 Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγµα του Κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισµού, ό.π., σελ 246.

45.                 Στο ίδιο, σελ 27.

46.                 Βλέπε Κυριάκος Κατσαρός, Μεγάλοι κύκλοι της καπιταλιστικής οικονοµίας και κυρίαρχα ρεύµατα του αστικού φιλελευθεΡισµού, Εκδόσεις Παπαζήση, 2010, σελ 207-208.

47.                 Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, βιβλίο πρώτο, σελ 622.

48.                 Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό.π., σελ 621.

49.                 Στο ίδιο, σελ 621.

50.                 Στο ίδιο, σελ 622.

51.                 Φρ. ΈνΥκελς, Η εξέλιξη του σοσιαλισµού απ6 την ουτοπία στην επιστήµη, στο Μαρξ, Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, εκδόσεις Γνώσεις, τόµος δεύτερος, σελ 158.

52.                 Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, 6. π., βιβλίο πρώτο, σελ. 668.

53.                 Κ. Μαρξ, Φρ. ΈνΥκελς, Μανιφέστο του Κοµµουνιστικού Κ6µµατος, εκδόσεις Οδηγητής, 1986, σελ 49.

54.                 Κ. Μαρξ, Φρ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κοµµουνιστικού Κ6µµατος.

55.                 Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό. π., τόµος 3, σελ 324.

56.                 Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγµα του Κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισµού, ό.π., σελ 24.

57.                 Στο ίδιο, σελ 70.

58.                 Σταύρος Μαυρουδέας, Η αρχή του τέλους του ελληνικού δράµατος; In stavτosmavroudeas.wordpress.com , σελ 4.

59.                 Βλέπε σχετικά κείµενο του.Σπύρου Σακελλαρόπουλου, Η Εποχή µας, εποχή της νίκης, εποχή της Επανάστασης; 2012.

60.                 Βλέπε Κ. Μπ. Μακφέρσον, Ατοµικισµ6ς και ιδιοκτησία. Η πολιτική θεωρία του πρώιµου φιλελευθεΡισµού ή από τον Hobbes ως τον Locke. Μετάφραση Ελένη Κασιµάτη, Εκδόσεις Γνώση, 1986, και διδακτορική διατριβή του Γιώργου Μανιάτη µε τίτλο, Μεθοδολογικές και φιλοσοφικές προϋποθέσεις της νεοφιλελεύθερης αντίληψης για το κράτος, Αθήνα, 1989.

61.                 Σταύρος Μαυρουδέας, ΕΕ και Ελλάδα: καπιταλιστική κρίση και ιµπεριαλιστικοί ανταγωνισµοί, in http://www.stavrosmavτoudeas.wordpress.com.

62.                 Βλέπε http://www.actu-enνironnement.com.

63.                 Βλέπε La guerre aux pauvres est declaree in http://ecorev.org.

64.                 Francis Fukuyama, Το τέλος της Ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος, Εκδ. Λιβάνη, 1993, σελ 348-349.

65.                 Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό. π., τόµος 3, σελ 309-310.

66.                 Βλέπε Λεωνίδα Βατοαώτη, Δανειακή σύµβαση υποτέλειας, Εφηµερίδα Πριν, 24 Μαρτίου 2012.

67.                 Βλέπε Κυριάκος Κατσαρός, Μεγάλοι κύκλοι της καπιταλιστικής οικονοµίας και κυρίαρχα ρεύµατα του αστικού φιλελευθερισµού, ό.π., σελ 218. Στο ίδιο βιβλίο, ιδίως στο κεφάλαιο 6, βλέπε και µια εµπεριστατωµένη ανάλυση της σύνδεσης οικονοµικής πραγµατικότητας και επικράτησης του νεοφιλευθερισµού.

68.                 Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόµος πρώτος, σελ 458 λ

69.                 Walter Benjamin, Notes prέparatoires pour les Theses sur Ιa philosopllie de Ι’ histoire in Gesammelte Schiften, 1. 3 σελ 1232 αναφέρεται από τον Michael Lowy, Avertisseur d’ incendie: la critique de Ιa technologie chez Walter Benjamin, in http://multitudes.Samizdat.net , σελ 5.

70.                 Walter Baier, La transjormation: Antonio Gramsci et Κarl PoZanyi in http://www.espaces-marx.net. σελ 4.

71.                 Κ. Μαρξ, Η 18η Μπρυµαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Σύγχρονη Εποχή, σελ 15.

72.                 Λένιν, Απάντηση στις ερωτήσεις Αµερικάνου Δηµοσιογράφου, Άπαντα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόµος 39, σελ 113.

73.                 Slavoj Zizek, Καλωσορίσατε στην έρηµο του πραγµατικού, µετάφραση Βίκυ Ιακώβου, εκδόσεις Scripta, 2003, σελ 44.

74.                 Μαρξ,’Ενγκελς, Werke, τόµος 1, σελ 409.

75.                 Λένιν, Σχέδιο απάντησης του ΚΚΡ, στο γράµµα του ανεξάρτητου ΣΔ κ6µµατος, Άπαντα, ό.π., τόµος 40, σελ 58.

76.                 Walter Benjamin, Sur le concept d’ histoire in Oeuvrs Gallimard, 2000, tome ΠΙ, σελ 441.

77.                 Ρόζα Λούξεµπουργκ, Κοινωνική µεταρρύθµιση ή επανάσταση; Μετάφραση Δηµήτρη Μαράκα, Σύγχρονη Εποχή.

78.                 Από τον Δον Ζουάν, σε µετάφραση Άρη Αλεξάνδρου, στο Άρης Αλεξάνδρου, Διάλεξα, επιµέλεια Καίτη Δρόσου, Κείµενα, Αθήνα, 1984.

79.                 Εκδόσεις Γκοβόστη, 2008, κυρίως σελ. 223-282.

80.                 Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό.π., τόµος 10ς, σελ. 762.

81.                 Βλέπε Γκ. Χέγκελ, Φιλοσοφία της Ιστορίας, Μετάφραση Αιµιλία Μανούση, Εκδόσεις Νεφέλη, 1980.

 

 

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s