ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ Χάουαρντ Ζιν/Σε Word

Standard

 

«ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ » 

ΧΑΟΥΑΡΝΤ  ΖΙΝ    (1)

 

Το θαυμάσιο βιβλίο

του  μεγάλου διανοητή

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ :

Η ΧΡΗΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ  ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

`


τις μέρες, που η παγκόσμια εργατική τάξη χτυπιέται ανελέητα, γυρίζοντας εκατονταετίες πίσω,

τις μέρες που στη χώρα μας κυριαρχεί η διάψευση, η απόγνωση, η έλλειψη οράματος, η οργή,

στις μέρες που η Αριστερά στέκεται ανήμπορη να ερμηνεύσει τα γεγονότα, να προτείνει και να  απαντήσει στο «τι κάνουμε;», βιβλία όπως αυτά νομίζουμε ότι αξίζουν.

*Χάουαρντ Ζιν Κορυφαίος διανοητής του 20-21 αιώνα , (1922-2010/01/28, από καρδιακή προσβολή ενώ ταξίδευε προς τη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας να δώσει διάλεξη).

Εγινε ευρύτερα γνωστός με το βιβλίο «Ιστορία του Λαού των ΗΠΑ», όπου ανέδειξε ως κεντρικούς ήρωες της ιστορίας της χώρας όχι τους ιδρυτές της, αλλά τους απλούς ανθρώπους, τους συνδικαλιστές, τις φεμινίστριες και τους μαχητές για διάφορους σκοπούς.

Εχουν εκδοθεί περισσότερα από 25 βιβλία του. Η «Ιστορία του Λαού των ΗΠΑ» κυκλοφόρησε το 1984 και εξελίχθηκε σε διαχρονικό μπεστ σέλερ, με πωλήσεις που μόνο στις ΗΠΑ έχουν ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Διδάσκεται σε εκατοντάδες πανεπιστήμια και κολέγια των ΗΠΑ και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

Οπως ο ίδιος είχε δηλώσει, πρόκειται για μία ιστορία της Αμερικής που έρχεται να φωτίσει, να τεκμηριώσει αλλά και να ανατρέψει τις μέχρι τώρα πληροφορίες μας γι’ αυτήν. Δεν παγιδεύεται στους εθνικούς μύθους της επίσημης ιστορίας, που γράφτηκε από την οπτική γωνία των κυβερνήσεων, των κατακτητών, των διπλωματών και των ηγετών. Ο Ζιν επιλέγει να αφηγηθεί την αμερικανική ιστορία όπως την έζησαν οι γυναίκες, οι εργάτες, οι μαύροι, οι Ινδιάνοι, οι φτωχοί, οι μετανάστες.

Για τον Αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα είχε δηλώσει ότι, στο εσωτερικό μέτωπο, ο πλανητάρχης είναι μια σκέτη απογοήτευση για τους ανθρώπους που τον ψήφισαν.

Το ελληνικό κοινό γνώρισε τον Ζιν ως θεατρικό συγγραφέα από τον εκπληκτικό μονόλογο «Ο Μαρξ στο Σόχο». Στο έργο ο Αμερικανός ακαδημαϊκός φέρνει σε πρώτο πρόσωπο απέναντι από τον θεατή τον Μαρξ να αναλύει με καθαρότητα τις βασικές γραμμές της ιδεολογίας του.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Αλλαξε τη συνείδηση μιας γενιάς

Γεννήθηκε το 1922 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Διετέλεσε επίτιμος καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης και ανέπτυξε πλούσιο συγγραφικό έργο. Εργάστηκε στα ναυπηγεία και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε ως μέλος πληρώματος στα βομβαρδιστικά αεροπλάνα.

Μετά τον πόλεμο αναμείχθηκε ενεργά στο κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα και στο αντιπολεμικό κίνημα που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ. Ο εβραϊκής καταγωγής Ζιν, ο άνθρωπος που άλλαξε τη συνείδηση μίας γενιάς σύμφωνα με τον διάσημο καθηγητή Νόαμ Τσόμσκι, ήταν έφηβος όταν «ρουφούσε» το «Μανιφέστο» του Καρλ Μαρξ.

Οι μαρξιστικές θεωρίες τον σημάδεψαν ανεξίτηλα. «Ο καπιταλισμός, όπως εκπροσωπείται από τις ΗΠΑ, είναι ακόμη ένα άρρωστο σύστημα, εξαιρετικά σπάταλο, που πολώνει τον πλούτο οδηγώντας στον ιμπεριαλισμό και στον πόλεμο. Επειδή η Σοβιετική Ενωση κατέρρευσε, πολλοί υπέθεσαν ότι οι μαρξιστικές ιδέες είναι νεκρές. Ομως οι αναλύσεις του Μαρξ αφορούν τον καπιταλισμό των ημερών μας», είχε δηλώσει. Είχε συνεργαστεί με αρκετές διασημότητες, όπως τον ηθοποιό Ματ Ντέιμον και τον σκηνοθέτη Ολιβερ Στόουν.

Τίτλος Πρωτότυπου:  Declaratίons οί Independence

Συγγραφέας: Howard Zinn

Originally Published: NewYork, Harper Collins 1990

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΞΑΡΧΕΙΑ 2009

Τηλ:6955493432  , e-mail:exarchiapress@yahoo.gr

Γλωσσική Επιµέλεια: Γεωργία Νικολάου

Σελιδοποίηση: Λέανδρος Κοκκόρης, Εξώφυλλο: Λέανδρος Κοκκόρης

`

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ                                          -10

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ: ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ         -19

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΥΟ: ΜΑΚΙΑΒΕΛΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

ΚΑΙ  ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ                 -28

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑ: ΒΙΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ         – 51

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΕΡΑ: Η ΧΡΗΣΗ

ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ  ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ                                   – 69

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΝΤΕ: ΔΙΚΑΙΟΣ ΚΑΙ

ΑΔΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ                                                                    – 89

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΙ: ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ                 -129

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΠΤΑ: ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ:

ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΤΑΞΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ                               – 172

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΚΊΏ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΛΟΓΟΥ                        – 209

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΝΙΑ: ANΤΙΠPOΣΩΠEYTIΚH

ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ                                                                         – 260

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑ: ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ

ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ                                                           -289

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΤΕΚΑ: Η ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΔΥΝΑΜΗ          -309

Αφιερωμένο στον αδελφό μου Shelly,

που ήθελε να ζήσει σ΄εναν καλύτερο κόσμο

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

ελετώντας το πολιτικό βιβλίο του ριζοσπάστη ιστορικού Χάουαρντ Ζιν αναρωτήθηκα για µια ακόµη φορά: Μήπως η Ιστορία, όπως και τόσες άλλες «επιστήµες», έβλαψαν τον άνθρωπο και την κοινωνία του, του χάρισαν απλόχερα εκατόµβες για να ‘χει να θυµάται;

Οτιδήποτε ξεφεύγει από τον έλεγχο των καθηµερινών ανθρώπων, από τη συνεχή κρίση και αµφισβήτηση, οτιδήποτε αυτονοµείται, χαρίζεται στους ειδικούς και τελικά γίνεται υποχείριό εκείνων που µέσα από κάποιες ιστορικές αλλά αφανέρωτες διαδικασίες απέκτησαν εξουσία εις βάρος µας, είναι φυσικό να µας βλάπτει. ‘Ετσι και η περισπούδαστη αλλά ρηχή ιστορία µας ανάγκασε από τα µικράτα µας να αποστηθίζουµε µάχες, πολέµους, στρατηγούς και βασιλιάδες, πρωθυπουργούς και προέδρους, αγώνες κρατών για σύνορα και ψεύτικη ελευθερία. Σε σχολεία και πανεπιστήµια, ως αναπόσπαστο κοµµάτι του ακαδηµαϊκού βάλτου, η Ιστορία μας έµαθε να λύνουµε τα προβλήµατά µας µε ηγέτες και πολέµους.

Ο Χάουαρντ Ζιν δεν είναι ένας συνηθισµένος καθηγητής πανεπιστηµίου. Ίσως επειδή είναι αναρχικός. **Ο ίδιος αναφέρει: «Η προσωπική µου άρνηση να αποδεχτώ είτε το σοβιετικό σοσιαλισµό είτε τον αµερικανικό καπιταλισµό ως µοντέλα δικαιοσύνης και ελευθερίας µε οδήγησε, ενώ συµµετείχα στα κινήµατα του ’60, στη διαρκή µελέτη της φιλοσοφίας του αναρχισµού».

Και συνεχίζει: «Οι αναρχικοί, ανακάλυψα, δεν πιστεύουν στην αναρχία όπως συνήθως ορίζεται αταξία, αποδιοργάνωση, χάος, σύγχυση και ο καθένας να κάνει αυτό που του αρέσει. Αντίθετα, πιστεύουν ότι η κοινωνία πρέπει να είναι οργανωµένη µε χίλιους διαφορετικούς τρόπους, ότι οι άνθρωποι πρέπει να συνεργάζονται στην εργασία και την ψυχαγωγία και να συγκροτούν µια όµορφη κοινωνία … πιστεύουν ότι κάθε οργάνωση πρέπει να αποφεύγει την ιεραρχία, την εξουσία από τα πάνω πρέπει να είναι δηµοκρατική, συναινετική, να φτάνει σε αποφάσεις µε συνεχή συζήτηση και επιχειρηµατολογία».

Στην ιστορία που διδάσκει ο Ζιν δε θα µάθετε για τα ανδραγαθήµατα των πλούσιων και δυνατών, των πολιτικών ηγετών, των βιοµηχάνων, των σπουδαίων σωτήρων του λαού. αλλά για την πραγµατικότητα, όπως διαµορφώνεται αργά και επίπονα, µακριά από τις πένες των ιστορικών, µέσα από τις άοκνες προσπάθειες καθηµερινών ανθρώπων που κυριεύτηκαν από την ιδέα της περισσότερης δικαιοσύνης, ένωσαν τις δυνάµεις τους, οργανώθηκαν και αγωνίστηκαν για να φέρουν τα πάνω κάτω.

 

Ο Χάουαρντ Ζιν προέρχεται από φτωχή οικογένεια µεταναστών και µεγάλωσε στις σκοτεινές και βρώµικες εργατικές κατοικία; της Ν. Υόρκης. Οµολογεί ότι έγινε ιστορικός για ν’ αλλάξει τον κόσµο και έθεσε την ιστορία στην υπηρεσία του ανθρώπου ως εργαλείο µεταβολής της κοινωνίας και όχι διαιώνισης µιας άρρωστης πραγµατικότητας. Πεπεισµένος ο ίδιος ότι η κοινωνική πρόοδος, όπου και όσο αυτή συντελέστηκε στην πάροδο των αιώνων, προήλθε µόνο µέσα από τους αγώνες των απλών ανθρώπων που πάλεψαν ενάντια σε κάθε είδους εξουσιαστικούς και καταπιεστικούς µηχανισµούς, φέρνει στο φως την ιστορία από τα κάτω.

Όσοι από εμάς έχουµε εντρυφήσει στις αφηρηµένες έννοιες θα συγκινηθούµε διαβάζοντας τον Χάουαρντ Ζιν γιατί µας επιστρέφει στο χειροπιαστό εκεί όπου ανήκουµε. ‘Ετσι κι αλλιώς οι σπουδαίες ιδέες είναι απλές, εµείς τις περιπλέκουµε. Μετά από διακόσια χρόνια φίµωσης, λογοκρισίας και δυσφήµισης του αναρχικού σοσιαλισµού από εχθρούς και φίλους, στο µεταίχµιο του 20°» και 21°» αιώνα, τη στιγµή που κατέρρευσε ο εξουσιαστικός µπολσεβικισµός, ο Χάουαρντ Ζιν µας χάρισε ίσως το καλύτερο λαϊκό εγχειρίδιο εισαγωγής στον αναρχικό σοσιαλισµό, όπως αυτός οριοθετήθηκε ως κοινωνική θεωρία αναζήτησης της αυτονόητης ελευθερίας, δικαιοσύνης και ειρήνης. Και επειδή στα µυαλά πολλών στην εποχή µας αυτές οι έννοιες είναι οµιχλώδεις, τα ιστορικά στοιχεία του Χάουαρντ Ζιν είναι διαφωτιστικά: ξεκαθαρίζουν σε όλους µας τι πάει να πει αδικία, σκλαβιά και πόνος.

ι συλλογισµοί του Ζιν βασίζονται σε στοιχεία της αµερικανικής κοινωνίας. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν περιορίζονται εκεί, αλλά αποκτούν παγκόσµιο χαρακτήρα, αφού το αµερικανικό κοινωνικό µοντέλο, συνέχεια του δυτικοευρωπαϊκού, επικράτησε διεθνώς. Και αυτή ακριβώς είναι η αξία της σκέψης του για τον ελληνικό µικρόκοσµο. Στις Διακηρύξεις Ανεξαρτησίας ο συγγραφέας αποδοµεί την κυρίαρχη αµερικανική ιδεολογία. Αναδεικνύει τον καταπιεστικό χαρακτήρα της δυτικής «δηµοκρατίας» που εξαπατά τους πολίτες της προσφέροντας ψεύτικο πλουραλισµό και κίβδηλη ελευθερία. Αυτοί που έχουν δύναµη και εξουσία στις κοινωνίες µας, πλουτοκράτες και επαγγελµατίες πολιτικοί, µας αναγκάζουν να επιλέγουµε µεταξύ περιορισµένων επιλογών, αφήνοντας απέξω τις ρηξικέλευθες προτάσεις, εκείνες που απειλούν την αυθαίρετη και άδικη τάξη πραγµάτων. Με αυτό το δεδοµένο ο συγγραφέας διακηρύττει ότι δεν είναι ουδέτερος. Σε έναν κόσµο που κινείται ήδη προς συγκεκριµένη κατεύθυνση, όπου ο πλούτος και η δύναµη διανέµονται ήδη µε συγκεκριµένο τρόπο, ουδετερότητα γι’ αυτόν σηµαίνει αποδοχή των πραγµάτων όπως είναι τώρα. Ο Χάουαρντ Ζιν θεωρεί ότι η πολιτική είναι ζήτηµα όλων των ανθρώπων και απεχθάνεται τους ειδικούς. Δε διστάζει να τα βάλει µε έναν απ’ αυτούς, το Νικολό Μακιαβέλι.

Δεν πρόκειται για προσωπική ετεροχρονισµένη εµπάθεια. Ο σκοπός του είναι να διακηρύξει ότι ο πολιτικός ρεαλισµός του Μακιαβέλι και των κατοπινών υποστηρικτών του µπορεί να είναι ρεαλισµός για τα συµφέροντα εκείνων που ασκούν την εξουσία, αλλά για όλους εμάς τους υπόλοιπους είναι απάνθρωπος κυνισµός που στρέφεται ενάντια στην ίδια τη ζωή. Λένιν, Χίτλερ, Moυσoλίνι, Στάλιν και τόσοι σύγχρονοι «δημοκράτες» μελέτησαν και  επικαλούνται τον Πριγκηπα του Μακιαβέλι, όπου ο ιταλός στοχαστης διδαξε οτι ο ηγετης, τοσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερικη πολιτική, πρέπει να μιμειται την αλεπου και το λιοντάρι, να μεταχειρίζεται την πανουργία και τη βία, προκειμενου να εξασφαλίσει τα συμφέροντά του.

Η πλειονότητα των πολιτικών αλλά και των απλών ανθρώπων που μεταχειρίζονται τη βία, προκειμένου να πετύχουν τους σκοπούς τους, δεν έχουν τύψεις: διακηρύττουν ότι είναι στη φύση του ανθρώπου. Ο Μακιαβέλι, στην προσπάθεια του να υποστηρίξει το ρεαλισμό και να παρακάμψει τους όποιους ηθικούς φραγμούς, συμφωνεί. «Οι άνθρωποι έχουν την τάση να είναι κακοί».

Και το ίδιο φαίνεται να λένε ο Τόμας Χομπς, ο Αϊνστάιν αργότερα, ο Φρόιντ και ο σπουδαίος κοινωνιοβιολόγος Ουίλσον, επικαλούμενοι όλοι τούς αμέτρητους πολέμους στην ιστορία και όχι τις επιστήμες τους. Αυτό, όμως, είναι το πεδίο δράσης του Ζιν: Αν το φαινόμενο της βίας και του πολέμου δεν οφείλεται στη φύση του ανθρώπου, όπως δηλώνουν γενετιστές, ψυχολόγοι, ανθρωπολόγοι και ζωολόγοι, αλλά πρόκειται για ένα τόσο συχνό ιστορικό γεγονός, τότε είναι λογικό να οφείλεται τελικά στις ιστορικές συνθήκες. Εκεί όπου ευδοκίμησαν εξουσιαστικές ελίτ, ερωτευμένες με την εξουσία τους και άπληστες, εκεί όπου επικράτησε η πλύση εγκεφάλου και ο εθνικισμός είναι φυσικό να μη λείπει ο πόλεμος. Εξάλλου, «η Ιστορία, τόσο φιλότιμη στην καταγραφή των καταστροφών, παραμένει άκρως σιωπηλή απέναντι στον τεράστιο αριθμό ειρηνικών πράξεων θάρρους από άτομα που αμφισβήτησαν την εξουσία και αδιαφόρησαν για το θάνατο. Το ζήτημα της ιστορίας, όμως, η χρήση και η κατάχρησή της, αξίζει να συζητηθεί ξεχωριστά».

Ο Χάουαρντ Ζιν δεν είναι αντικειμενικός ιστορικός, όπως δε θα έπρεπε να είναι και κανένας συνάδελφος του. Από την πρώτη στιγμή που ασχολήθηκε με την Ιστορία είχε αποφασίσει ότι θα είναι προκατειλημμένος, υποστηρίζοντας ολόψυχα τις θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες, το δικαίωμα όλων των ανθρώπων στη ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας. Προσπάθησε, ωστόσο, να είναι ανοιχτόμυαλος με τα μέσα που θα το πετύχαινε αυτό. Δε φοβήθηκε ποτέ τις ιστορικές αποκαλύψεις, γιατί δε θα μπορούσαν ποτέ να απειλήσουν τις αρχές του. Τα ιστορικά στοιχεία θέτουν σε δοκιμασία μόνο τα μέσα που μεταχειριζόμαστε και όχι τους σκοπούς μας.

 

Για το συγγραφέα, «κάθε καταγεγραμμένη ιστορία είναι μερική κατά δύο έννοιες. Είναι μερική με την έννοια ότι αποτελεί μόνο ένα απειροελάχιστο κομμάτι όλης της πραγματικότητας … και επειδή επιλέγει πλευρές, υποστηρίζει τη μία άποψη ή την άλλη ανάλογα με αυτά που αναφέρει ή παραλείπει, αυτά που δίνει έμφαση ή όχι … Το βασικό πρόβλημα, σχετικά με την ιστορική εντιμότητα, δεν είναι το απροκάλυπτο ψέμα. Είναι η παράλειψη, ο υποτονισμός σημαντικών στοιχείων». Οι άνθρωποι, όμως, έχουν ανάγκη την ιστορία, όχι αυτή που δίνει έμφαση στη στείρα γνώση γυμνών γεγονότων και στις πράξεις των ανθρώπων της εξουσίας αλλά εκείνη που «παρακινεί τη νέα γενιά να αντισταθεί στην παράνοια των κυβερνήσεων, οι οποίες προσπαθούν να κατευθύνουν τον κόσμο και τα μυαλά μας εντός της σφαίρας επιρροής τους»,

Οι κάθε είδους κυβερνήσεις είναι αυτές που επεμβαίνουν αυταρχικά στις ζωές μας και πολύ συχνά μας οδηγούν σαν πρόβατα στα σφαγεία των πεδίων της μάχης. Στον 20ο αιώνα περίπου 65 εκατομμύρια ανθρώπινες υπάρξεις θυσιάστηκαν χωρίς δισταγμό από τις κυβερνήσεις των λαών. Και όπως πάντα «οι φτωχοί πήγαν στον πόλεμο για να υπερασπιστούν τις απολαύσεις των άλλων» (Πλούταρχος). Πολλοί άνθρωποι και διανοούμενοι θεωρούν τον πόλεμο αναγκαίο κακό (Μακιαβέλι), άλλοι τον θεωρούν επιθυμητό (Ρούζβελτ) και άλλοι ξεχωρίζουν δίκαιους και άδικους πολέμους ορισμένοι, όμως, θεωρούν κάθε πόλεμο αποκρουστικό (Έρασμος). Για τον Αϊνστάιν «ο πόλεμος δεν εξανθρωπιζεται. Καταργείται».

Τη μάχη με τον πόλεμο δίνει και ο Χάουαρντ Ζιν, με όπλo την ιστορία. Μας μαθαίνει ότι ο πόλεμoς δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο των αυταρχικών κρατών. Η Δημοκρατία των Αθηνών εξόντωσε τους Μηλίους που αρνήθηκαν να υποταχτούν και η δημοκρατία των ΗΠΑ μεταχειρίστηκε το πιο σατανικό όπλo που βρέθηκε ποτέ στα χέρια των ανθρώπων. Ο Χάουαρντ Ζιν πολέμησε το φασισμό στο Β.Π.Π. και με βάση την εμπειρία του αναρωτιέται: υπάρχει δίκαιος πόλεμος; Με αδιάσειστα ντοκουμέντα αποδεικνύει ότι ο πόλεμος του 1940 δεν έγινε για να σωθούν οι Εβραίοι από τη γενοκτονία. Δεν έγινε για να προστατευτεί το δικαίωμα των εθνών για αυτοπροσδιορισμό. Δεν έγινε για να καταπολεμηθεί ο ρατσισμός. Δεν έγινε για τη δημοκρατία. Αντίθετα έγινε για να προστατευτούν τα συμφέροντα των κραταιών δυνάμεων της εποχής που αισθάνθηκαν ν’ απειλούνται από την ανερχόμενη δύναμη της ναζιστικής Γερμανίας. Και αν ο ναζισμός ήταν αποτρόπαιος, πρέπει όλοι να θυμόμαστε τις φρικαλεότητες των δημοκρατικών συμμάχων Δρέσδη, Χιροσίμα, Ρόγιαν.

Όσο οι άνθρωποι θα καταφεύγουν στη μαζική βία ως μέθοδο επίλυσης των προβλημάτων (και θα καμαρώνουν γι’ αυτό), άνθρωποι σαν το συγγραφέα, που δεν μπορούν να χωνέψουν ότι δεν υπάρχει μια πιο ανθρώπινη λύση, θα ρωτούν: Μήπως 10-20 χρόνια μαζικής αντίστασης με κάθε είδους ευρηματικό μη βίαιο τρόπο είναι προτιμότερα από 6 xρόνια μαζικής, παρανοϊκής βίας; «Η μεγάλη πρόκληση της εποχης μας είναι πώς θα καταφέρουμε να κατακτήσουμε τη δικαιοσύνη με αγωνα αλλα χωρίς πόλεμο».

Και όταν λέμε δικαιοσύνη δεν εννοούμε τους νομούς. Για τον Χάουαρντ Ζιν όλοι οι νόμοι δεν είναι δίκαιοι και οι άνθρωποι έχουν, μεγαλύτερη υποχρέωση να επιδιώκουν τη δικαιοσύνη, παρά να υπακούουν στους νόμους. Εξάλλου, πρόκειται για κατασκευή των ισχυρών της κοινωνίας μας, των κυβερνήσεων και των πλούσιων της εποχής μας, που μεταχειρίζονται το νόμο ως εργαλείο προώθησης των συμφερόντων τους. Και, ενώ η υποχρέωση, το δέσιμο που αισθάνονται οι άνθρωπoι μεταξύ τους αποτελεί αυθόρμητη συμπεριφορά (και πως αλλιώς..), η υποταγή στο κράτος και την κυβέρνηση δεν είναι φυσιολογική μας τη μαθαίνει η κοινωνία. Μας τη μαθαίνουν τα σχολεία που διδάσκουν τις αρχές του Πλάτωνα. Αυτού του σπουδαίου φιλοσόφου που διακήρυξε αυθαίρετα δια στόματος Σωκράτη, ενός ανθρώπου που σε όλη του τη ζωή εναντιώθηκε στην αυθεντία του κράτους, ότι ο πολίτης μπορεί να χρησιμοποιεί μόνο την πειθώ,  το κράτος αντίθετα μπορεί να μεταχειρίζεται τη βία.

ε αντιπαράθεση με τον Πλάτωνα, ο Ζιν αναρωτιέται: «Μπορεί να υπάρξει αξιοπρεπής κοινωνία (και αυτό είναι δική μας έγνοια, όχι του κράτους), αν οι άνθρωποι δουλικά υπακούουν σ’ όλους τους νόμους, ακόμη και σ’ αυτούς που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα; Και, όταν οι άδικοι νόμοι και οι άδικες πολιτικές γίνουν ο κανόνας, δεν πρέπει να ανατραπεί το κράτος; … Αυτό για το οποίο πρέπει να ανησυχούμε περισσότερο … είναι η τάση των ανθρώπων που ενώ βασανίζονται από ένα καταπιεστικό περιβάλλον αδικίας υποτάσσονται σ’ αυτό. Ιστορικά, τα πιο απαίσια πράγματα πόλεμος, γενοκτονίες και δουλεία έχουν προέλθει όχι από ανυπακοή αλλά από την υπακοή».

Μεγαλωμένος σε μια χώρα με τεράστιες αντιθέσεις, εκπληκτική τεχνολογική πρόοδο και απαίσιες συνθήκες φτώχειας, ο συγγραφέας δε θα μπορούσε να μην κατακεραυνώσει και το ταξικό, οικονομικό σύστημα της γενέτειράς του. Ο ίδιος, ως αντικείμενο της ταξικής αδικίας, βίωσε στο πετσί του την παράνοια του Lαissez Fαire. Αντιλήφθηκε πολύ νωρίς τι σημαίνει από τη μία μεριά κάποιοι άνθρωποι να γεννιούνται σε οικογένειες χωρίς καθόλου πόρους, βυθισμένες στα χρέη, τον αλκοολισμό και τα ναρκωτικά, από την άλλη κάποιοι να έρχονται στον κόσμο έχοντας στη διάθεσή τους όλα τα εφόδια για μια προκλητικά πολυτελή ζωή, και το κράτος να μιλά χωρίς αιδώ για ελεύθερη αγορά. Στην Αμερική, που καταστρατήγησε στο όνομα της ελεύθερης αγοράς κάθε έννοια κοινωνικής παροχής προς τους στερημένους ανθρώπους, οι πλουτοκράτες, από τη γέννηση των ΗΠΑ μέχρι σήμερα, συνεχίζουν να επιχορηγούνται από το κράτος. Κρατική βοήθεια για τους πλουσίους, Lαissez Fαire για τους φτωχούς.

Ο Ζιν δεν έχει καμιά αμφιβολία για την ταξική πραγματικότητα του καπιταλισμού. Ξεκαθαρίζει ότι ο ταξικός αγώνας είναι μια αναγκαιότητα και σημειώνει: «Αν θέλουμε να κάνουμε τις ριζικές αλλαγές που απαιτούνται για να έχουμε μια κατάσταση οικονομικής δικαιοσύνης … θα χρειαστεί οι άνθρωποι να οργανωθούν και να αγωνιστούν, να διαμαρτυρηθούν, να απεργήσουν, να μποϋκοτάρουν, να εμπλακούν στην πολιτική, να βγουν έξω από τα καθιερωμένα κανάλια και να εκφράσουν πολιτική ανυπακοή, να εφαρμόσουν την εξίσωση του πλούτου (όπως έκαναν οι μαύροι, όταν απλά παρευρίσκονταν σε μέρη όπου απαγορευόταν). Μόνο όταν εξισωθεi ο πλούτος (τουλάχιστον στο περίπου) θα εξισωθεί και η ελευθερία. Και  μόνο τότε θα είναι δυνατή η δικαιοσύνη στη χώρα αυτή. Μόνο τότε θα μπορούμε, τελικά  να να κάνουμε πράξη την υπόσχέση της Διακήρυξης Aνεξαpτησiας, να δώσουμε σ’όλους τους άνδρες και γυναίκες και παιδιά ισότιμο δικαίωμα στη «ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας«».

Για τον Χαουάρντ Ζιν, το λίκνο της καπιταλιστικής δημοκρατίας, οι ΗΠΑ, πάσχει από σοβαρό έλλειμμα ελευθερίας λόγου. Η Πρώτη Τροποποίηση του αμερικανικού Συντάγματος, ενσωματωμένη μέσα στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων, υποτίθεται ότι καθιέρωσε την ελευθερία λόγου μια για πάντα, αλλά δεν είναι έτσι. Υποτίθεται ότι δίνει το δικαίωμα σε όλους να εκφραστούν ελεύθερα, χωρίς κανείς να μπορεί να τους το απαγορεύσει εκ των προτέρων. Εκ των υστέρων, όμως, «αν η κυβέρνηση αποφασίσει να ορίσει συγκεκριμένες δηλώσεις ως «παράνομες» ή «εμπρηστικές» ή και απλώς «ανάρμοστες», μπορεί να στείλει κάποιον στη φυλακή»: όπως και έκανε επανειλημμένα.

Οι αυθαίρετες ερμηνείες των πανίσχυρων δικαστών, η de facto εξουσία της τοπικής αστυνομίας που μπορεί να μην επιτρέψει την άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου, ο φόβος των ανθρώπων ότι μπορεί να χάσουν τη δουλειά τους αν μιλήσουν ελεύθερα και οι παρακολουθήσεις των πολιτών από τις μυστικές αστυνομίες, δεν είναι οι μόνοι παράγοντες που περιορίζουν την ελευθερία του λόγου. Το ζήτημα είναι και ποσοτικό. Αν ξεπεραστούν τα άλλα προβλήματα και καταφέρουμε να εκφραστούμε, σε πόσους θα μπορέσει να φτάσει το μήνυμα; Οι οικονομικές δυνατότητες, ο πλούτος, καθορίζουν την ελευθερία λόγου του καθενός.

Από την άλλη μεριά, ακόμη κι αν βρούμε τους πόρους, θα έχουμε κάτι να πούμε; Θα διαθέτουμε την κριτική σκέψη για να στοχαστούμε πάνω στα γεγονότα, αφού η παιδεία μας είναι αυτή που ακρωτηριάζει την καθαυτό σκέψη; Θα έχουμε στη διάθεσή μας τις απαραίτητες πληροφορίες, αφού η ενημέρωσή μας εξαρτάται από τα ΜΜΕ που αποκρύπτουν ή τονίζουν πληροφορίες ανάλογα με τα συμφέροντά τους και τις επιταγές του κράτους;

Οι άνθρωποι δεν μπορούν εγκαταλείψουν σε κανένα διάταγμα ή άλλο νομικό κείμενο την υπεράσπιση και άσκηση των δικαιωμάτων τους. Σύμφωνα με το συγγραφέα Άλντους Χάξλεϊ,

«οι ελευθερίες κατακτιούνται, δε χαρίζονται».

Όπως δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε και τη δημοκρατία στα χέρια κάποιων αντιπροσώπων. Ο Χάουαρντ Ζιν προειδοποιεί: «Κάνουμε εκλογές, ψηφίζουμε για πρόεδρο και αντιπροσώπους στο Κογκρέσο, και νομίζουμε ότι αυτό είναι δημοκρατία». «Οι συγγραφείς των εγγράφων The Federαlist Pαpers εξήγησαν πιο ξεκάθαρα από κάθε άλλον πολιτικό ηγέτη του έθνους μέχρι τότε, τι ακριβώς σημαίνει ο θεσμός της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης ..αυτή χρησιμοποιείται από τους ισχυρούς μίας κοινωνίας ως ένα δημοκρατικό προσωπείο, προκειμένου να ελέγχεται η κοινωνία, και ως φράγμα απέναντι στις απαιτήσεις που απειλούν τα συμφέροντά τους».

 

Σύμφώνα με τον Ζιν, η εμπειρία των μαύρων ανθρώπων στην Αμερική το αποδεικνύει αυτό ξεκάθαρα. Οι μαύροι, ένα τεράστιο κομμάτι του αμερικανικού πληθυσμού, δεν ωφελήθηκαν ούτε στο ελάχιστο, όσον αφορά τα δηµοκρατικά τους δικαιώµατα, από τα επίσηµα κανάλια του αντιπροσωπευτικού πολιτεύµατος. Και ο ίδιος τονίζει: «Το κίνηµα των µαύρων, το εργατικό κίνηµα, το γυναικείο και το αντιπολεµικό, µας έµαθαν µια απλή αλήθεια: Τα επίσηµα κανάλια, οι επίσηµες διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης είναι µερικές φορές χρήσιµες, αλλά ποτέ δεν είναι αρκετές και συχνά αποτελούν εµπόδιο στην προσπάθεια της κατάκτησης ορισµένων βασικών ανθρώπινων δικαιωµάτων. Αυτό που έχει αποδώσει στην ιστορία είναι η άµεση δράση ανθρώπων που αγωνίστηκαν ενωµένοι, κάνοντας θυσίες και αναλαµβάνοντας ρίσκα για ένα σκοπό που άξιζε τον κόπο».

τον εικοστό αιώνα, εκατοµµύρια άνθρωποι αγωνίστηκαν για το σκοπό της εγκαθίδρυσης του κοµµουνισµού και σε µερικές περιοχές του πλανήτη νόµισαν ότι το κατάφεραν. Την ίδια περίοδο ο κόσµος χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα φτάνοντας πολύ κοντά στην απόλυτη καταστροφή. Ο σταλινισµός από τη µία και η αντικοµµουνιστική υστερία από την άλλη δε θα µπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορο έναν ιστορικό που αγάπησε τον Μαρξ, διαφώνησε µε τους µαρξιστές και έγινε αναρχικός. Ο Χάουαρντ Ζιν αναδεικνύει την παρανοϊκή ατµόσφαιρα και τα συµπτώµατα της µακαρθικής Αµερικής και βάζει τον υπαρκτό «σοσιαλισµό» στη θέση που του αξίζει: στο πάνθεον των ολοκληρωτικών, αιµοσταγών καθεστώτων.

Στον επίλογό του, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει το αισιόδοξο και αγωνιστικό πνεύµα του. Η απρόβλεπτη φύση της ανθρώπινης ιστορίας, όπως αποδείχθηκε περίτρανα και τον 20ο αιώνα, τον οδηγεί στο συµπέρασµα ότι ο αγώνας των ανθρώπων για δικαιοσύνη δεν πρέπει να εγκαταλείπεται ποτέ λόγω µαταιότητας, αφού οι υποτιθέµενα ανυπέρβλητες δυνάµεις του χρήµατος και των όπλων κάµφθηκαν συχνά από τους αγώνες των απλών ανθρώπων. Βιώνοντας, όµως, ταυτόχρονα και τη φρίκη του αιώνα που πέρασε, είναι κατηγορηµατικός: «Η µαζική βία, είτε σε έναν πόλεµο είτε σε εσωτερικές αναταραχές, δε δικαιολογείται από κανένα σκοπό, όσο ευγενικός κι αν είναι, επειδή κανένα αποτέλεσµα δεν είναι βέβαιο. Κάθε λογικός και ευαίσθητος άνθρωπος πρέπει να καταλάβει ότι, εάν οι σκοποί είναι αβέβαιοι, όσο επιθυµητοί κι αν είναι, ενώ τα µέσα είναι σίγουρα φρικιαστικά, τότε αυτά τα µέσα δεν πρέπει να χρησιµοποιηθούν» .

Για τον Χ. Ζιν, «τα µέσα που µεταχειριζόµαστε για να πετύχουµε την κοινωνική αλλαγή πρέπει να συνάδουν, ηθικά, προς τους σκοπούς». Η µη βίαιη άµεση δράση παίρνει τη θέση της µαζικής βίας. Γι’ αυτόν «η µη βία δε σηµαίνει αποδοχή αλλά αντίσταση όχι αναµονή αλλά δράση. Δεν είναι καθόλου παθητική. Περιλαµβάνει απεργίες, µποϋκοτάζ, άρνηση συνεργασίας, µαζικές διαδηλώσεις και σαµποτάζ, καθώς και εκκλήσεις στη συνείδηση του κόσµου, ακόµη και προς τα άτοµα της καταπιεστικής τάξης που ίσως κάποια στιγµή σπάσουν τα δεσµά τους µε το παρελθόν … Η µη βίαιη δράση είναι άρρηκτα συνδεδεµένη µε τη δηµοκρατία. Η βία µε τη µορφή της τροµοκρατίας είναι η απεγνωσµένη τακτική µικρών οµάδων που αδυνατούν να συγκροτήσουν µια µαζική βάση λαϊκής υποστήριξης. Οι κυβερνήσεις προτιµούν πολύ περισσότερο τη βία αυτών των πειθαρχηµένων στρατών που µπορούν να τους ελέγξουν, παρά τις τακτικές της µη βίας που θα τις ανάγκαζαν να παραχωρήσουν εξουσία σε µεγάλους αριθµούς πολιτών, οι οποίοι θα µπορούσαν στη συνέχεια να απειλήσουν την εξουσία της ελίτ».

Για τον Χάουαρντ Ζιν η υπέρτατη δύναµη δεν είναι τα όπλα είναι οι άνθρωποι που αγωνίζονται.

Δηµήτρης Κωνσταντίνου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ

  

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

Η ιδέα ότι οι μαύροι είναι λιγότερο άνθρωποι από τους λευκούς, η οποία ενσωματώθηκε στη δυτική συλλογική συνείδηση αρκετούς αιώνες πριν, έδωσε τη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί το υπερατλαντικό εμπόριο σκλάβων, κατά τη διάρκεια του οποίου 40 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Πεποιθήσεις περί φυλετική ς κατωτερότητας, είτε αφορούν τους μαύρους, είτε τους Εβραίους, είτε τους Άραβες, είτε τους ανθρώπους της κίτρινης φυλής, έχουν οδηγήσει σε γενοκτονίες. Η άποψη που εξέφρασαν οι πολιτικοί αρχηγοί και αποδέχτηκε το αμερικανικό κοινό το 1964 ότι ο κομμουνισμός στο Βιετνάμ αποτελούσε απειλή για την «εθνική μας ασφάλεια», οδήγησε σε πολιτικές που κόστισαν ένα εκατομμύριο ζωές, συμπεριλαμβανομένων 55 χιλιάδων νέων Αμερικανών.

Η πίστη, που καλλιεργήθηκε στη Σοβιετική Ένωση, ότι ο «σοσιαλισμός» απαιτούσε μια απάνθρωπη μορφή κολεκτιβοποίησης της γης καθώς επίσης και τον πλήρη έλεγχο της αποκλίνουσας σκέψης, ευθύνεται για το θάνατο αμέτρητων χωρικών και τη φυλάκιση επίσης αμέτρητων πολιτικών κρατουμένων.

Άλλες αντιλήψεις, όπως: παράτα τους φτωχούς στη μοίρα τους (laissez faire) και βοήθα τους πλουσίους (οικονομική ανάπτυξη»), έχουν ωθήσει την αμερικανική κυβέρνηση, στο μεγαλύτερο διάστημα της ιστορίας της, να δίνει επιχορηγήσεις στις μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ ταυτόχρονα αδιαφορεί για τους φτωχούς, επιτρέποντας, έτσι, απαίσιες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας καθώς και αμέτρητα βάσανα και θανάτους. Στα χρόνια της προεδρίας Ρήγκαν, laissez faire σήμαινε περικοπή κονδυλίων οικογενειακής πρόνοιας, γεγονός που οδήγησε σε υψηλά ποσοστά παιδικής θνησιμότητας στα αστικά γκέτο.

Με βάση τη λογική, λοιπόν, μπορούμε να αποφανθούμε ότι ο τρόπος που σκεφτόμαστε δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο μέτριου ενδιαφέροντος ή καθαρής φιλοσοφικής διαμάχης, αλλά είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.

Όσο αυτοί που ηγούνται της κοινωνίας μας πολιτικοί, διευθυντές πολυεθνικών και μεγαλοϊδιοκτήτες των ΜΜΕ μπορούν να εξουσιάζουν τις αντιλήψεις μας, θα παραμένουν ασφαλείς στις θέσεις ισχύος τους. Δε θα χρειάζονται στρατιώτες να περιπολούν στους δρόμους. θα ελέγχουμε μόνοι μας τον εαυτό μας.

Εφόσον η βία χρησιμοποιείται, επί του παρόντος, ως εφεδρική μέθοδος επίλυσης των προβλημάτων και ο έλεγχος από το καθεστώς δεν είναι ολοκληρωτικός, δικαιούμαστε να αυτοαποκαλούμαστε «δημοκρατία». Πραγµατικά, η πληθώρα ευκαιριών και η ελαστικότητα καθιστούν αυτήν την κοινωνία πιο ελκυστική. Ταυτόχρονα, όµως, γεννούν έναν αποτελεσµατικότερο τρόπο ελέγχου της κοινωνίας. Γιατί είναι λιγότερο πιθανό να διαµαρτυρηθούµε, εφόσον αισθανόµαστε ότι ζούµε σε µια «πλουραλιστική» κοινωνία, όπου έχουµε στη διάθεσή µας δύο κόµµατα αντί ενός, τρία όργανα διακυβέρνησης αντί για έναν µονάρχη και πληθώρα απόψεων εκφρασµένων στον Τύπο αντί για µια, και µόνο, επίσηµη γραµµή.

Όµως, µια προσεκτική µατιά σ’ αυτόν τον πλουραλισµό αναδεικνύει ότι είναι πολύ περιορισµένος. Ο τρόπος µε τον οποίο κάνουµε τις επιλογές µας θυµίζει τους διαγωνισµούς πολλαπλών επιλογών (multiple choice tests), όπου µπορούµε να διαλέξουµε µεταξύ α, β, γ ή δ. Όµως οι επιλογές ε, στ, ζ και η δε συµπεριλαµβάνονται.

‘Ετσι, µπορεί να διαθέτουµε Δηµοκρατικό και Ρεπουµπλικανικό κόµµα, αλλά κανένα άλλο κόµµα δεν επιτρέπεται, ούτε ενθαρρύνεται ούτε χρηµατοδοτείται. Πραγµατικά, υπάρχει ένας νόµος που καθορίζει ότι στις εθνικές τηλεοπτικές διαµάχες για τις προεδρικές εκλογές θα συµµετέχουν µόνο υποψήφιοι των δύο µεγάλων κοµµάτων.

Θεωρείται ότι έχουµε «ελευθερία του Τύπου», όµως το µεγάλο κεφάλαιο τον εξουσιάζει· ουσιαστικά, µπορούµε να επιλέξουµε µεταξύ Time, Newsweek και U.S. News & World Report. Οµοίως, στην τηλεόραση, µπορούµε να διαλέξουµε µεταξύ NBC, CBS, και ABC. Στην πραγµατικότητα, υπάρχει ανατρεπτικός Τύπος, όµως δε διαθέτει τα κεφάλαια των µεγάλων εταιριών των ΜΜΕ και δεν µπορεί να διαφηµιστεί εξίσου µε αυτές, και γι’ αυτό πρέπει να δίνει σκληρό αγώνα, για να προσεγγίσει έστω και έναν µικρό αριθµό προσώπων. Επίσης, υπάρχει και η δηµόσια τηλεόραση, η οποία είναι περιστασιακά τολµηρή, όµως και αυτή είναι εξίσου φτωχή και τις περισσότερες φορές επιφυλακτική.

Διαθέτουµε τρία όργανα διακυβέρνησης, µε υποτιθέµενο «έλεγχο και ισορροπία» µεταξύ τους, όπως µας µάθαιναν στο σχολείο, αλλά το ένα όργανο διακυβέρνησης (η Προεδρία) μας οδηγεί σε πολέµους και τα άλλα δύο (Κογκρέσο και Ανώτατο Δικαστήριο) ακολουθούν σαν πρόβατα.

Εξίσου περιορισµένες είναι οι επιλογές µας στον τοµέα της εξωτερικής πολιτικής. Κατά τον πόλεµο του Βιετνάµ, η διαµάχη διεξαγόταν για µεγάλο διάστηµα µεταξύ αυτών που επιθυµούσαν τον ολοκληρωτικό βοµβαρδισµό της Ινδοκίνας και αυτών που πρότειναν τον περιορισµένο βοµβαρδισµό. Η πλήρης απόσυρση από το Βιετνάµ δεν υπήρχε καθόλου ως επιλογή. Στον Ντάνιελ Έλσµπεργκ, που δούλευε για τον Χένρι Κίσινγκερ το 1969, ανατέθηκε να εκπονήσει µια λίστα µε τις εναλλακτικές πολιτικές που µπορούσαν να εφαρµοστούν στο Βιετνάµ. Μια από τις προτάσεις του µακροσκελούς καταλόγου του ήταν και ο τερµατισµός του πολέµου. Ο Κίσιγκερ έλεγξε τον κατάλογό του και διέγραψε την πρόταση αυτή, πριν τον παραδώσει στον πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον.

Σε δηµόσιες συζητήσεις για τα στρατιωτικά έξοδα υπάρχουν έντονες διαµάχες κατά πόσο θα πρέπει να ξοδευτούν 300 δις ή 290 δις   δολάρια. Η πρόταση να ξοδευτούν 100 δις δολάρια (ώστε να περισσέψουν 200 δις για τις ανθρώπινες ανάγκες) είναι σαν το ε ή το στ στις απαντήσεις των πολλαπλών επιλογών, δεν υφίσταται. Αν προτείνεις µηδέν δις, τότε είσαι υποψήφιος για ψυχιατρικό ίδρυµα.

Σχετικά µε τις φυλακές, υπάρχει διαµάχη για τον αριθµό που πρέπει να έχουµε. Η ιδέα της κατάργησης των φυλακών είναι υπερβολικά σκανδαλώδης, ακόµη και για συζήτηση.

Επιπλέον, ακούµε επιχειρήµατα σχετικά µε το πόσα χρήµατα πρέπει να πληρώνουν οι ηλικιωµένοι για τις υπηρεσίες περίθαλψης, αλλά η άποψη ότι δεν πρέπει να πληρώνουν καθόλου και, πραγµατικά, κανείς δεν πρέπει να πληρώνει για περίθαλψη δε συζητείται καν.

Με αυτόν τον τρόπο, ενηλικιωνόµαστε σε µια κοινωνία, όπου οι επιλογές απόψεων είναι περιορισµένες και συγκεκριµένες αντιλήψεις κυριαρχούν: τις ακούµε από τους γονείς µας, τις ακούµε στα σχολεία, τις εκκλησίες, τις εφηµερίδες, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Μας εµφυτεύονται από την πρώτη στιγµή που µαθαίνουµε να περπατάµε και να µιλάµε. Συνιστούν την αµερικανική ιδεολογία δηλαδή ένα δεσπόζον σχήµα αντιλήψεων. Οι περισσότεροι άνθρωποι τις αποδέχονται και, αν τις αποδεχθούµε και εµείς, τότε είναι λιγότερο πιθανό να µπλέξουµε.

Η κυριαρχία αυτών των αντιλήψεων δεν είναι αποτέλεσµα της δράσης µιας συνωµοτικής οµάδας, η οποία επεξεργάζεται δολοπλοκίες, για να επιβάλλει στην κοινωνία έναν συγκεκριµένο τρόπο σκέψης. Ούτε είναι απλώς ένα ατύχηµα, αθώο προϊόν της ελεύθερης σκέψης των ανθρώπων. Υφίσταται µια διαδικασία φυσικής (ή µάλλον αφύσικης) επιλογής, βάσει της οποίας συγκεκριµένες ορθόδοξες αντιλήψεις ενθαρρύνονται, χρηµατοδοτούνται και προωθούνται από τους ισχυρότερους µηχανίσµούς τού πνευµατικού πολιτισµού µας. Αυτές οι απόψεις προτιµούνται, επειδή είναι ασφαλείς δεν απειλούν την καθεστηκυία τάξη του πλούτου και της εξουσίας.

Για παράδειγµα: «Να είσαι ρεαλιστής τα πράγµατα είναι έτσι, δεν υπάρχει λόγος να σκέφτεσαι πώς θα έπρεπε να είναι».

«Οι άνθρωποι που διδάσκουν, γράφουν ή µας ενηµερώνουν για τα γεγονότα πρέπει να είναι αντικειµενικοί, δεν πρέπει να προωθούν τις απόψεις τους».

«Υπάρχουν άδικοι πόλεµοι, αλλά, επίσης, και απλώς πόλεµοι»,

«Εφόσον παραβείς το νόµο, ακόµη και για καλό σκοπό, πρέπει να αποδεχθείς την τιµωρία σου».

«Αν εργάζεσαι σκληρά, θα ζεις ικανοποιητικά. Αν είσαι φτωχός, φταις εσύ».

«Η ελευθερία του λόγου είναι επιθυµητή, εκτός εάν απειλεί τη δημόσια ασφάλεια».

«Η φυλετική ισότητα είναι θεμιτή, όμως έχουμε προοδεύσει αρκετά προς αυτήν την κατεύθυνση».

«Το Σύνταγμά μας είναι η σπουδαιότερη μας εγγύηση ελευθερίας και δικαιοσύνης».

«Οι ΗΠΑ πρέπει να επεμβαίνουν περιστασιακά με στρατιωτικές δυνάμεις σε διάφορα μέρη του πλανήτη, για να σταματήσουν τον κομμουνισμό και να προωθήσουν τη δημοκρατία».

«Αν θέλεις να αλλάξεις τα πράγματα, ο μόνος τρόπος είναι μέσα από τις κοινωνικά αποδεκτές οδούς».

«Χρειαζόμαστε τα πυρηνικά όπλα, για να αποτρέψουμε τον πόλεμο».

«Υπάρχει, πραγματικά, τεράστια αδικία στον κόσμο, αλλά οι καθημερινοί άνθρωποι χωρίς πλούτο ή εξουσία δεν μπορούν να κάνουν τίποτα γι’ αυτό.

Αυτές οι αντιλήψεις δεν είναι αποδεκτές από το σύνολο των Αμερικανών, όμως υποστηρίζονται από αρκετούς και με τέτοιο πάθος, ώστε κυριαρχούν στη σκέψη μας. Όσο συμβαίνει αυτό, οι άνθρωποι που κατέχουν πλούτο και εξουσία στην κοινωνία μας είναι ασφαλείς στη δεσπόζουσα θέση τους.

Το 1984, το περιοδικό Forbes, εξέχον έντυπο που ασχολείται με το χώρο της ανώτερης οικονομίας και της επιχειρηματικότητας, κατάρτισε μια λίστα των πλουσιότερων ανθρώπων στις ΗΠΑ. Οι 400 άνθρωποι στην κορυφή της λίστας κατείχαν κεφάλαια ύψους 60 δις δολαρίων. Στη βάση της κατάταξης υπήρχαν 60 εκατ. άνθρωποι χωρίς καθόλου κεφάλαιο.

Περίπου το ίδιο διάστημα, ο οικονομολόγος Λέστερ Θόροού υπολόγισε ότι τα 482 πλουσιότερα άτομα έλεγχαν (χωρίς απαραίτητα να κατέχουν) πάνω από 2 τρις δολάρια.

Αναλογιστείτε, λοιπόν, την επιρροή μιας τόσο πλούσιας τάξης ανθρώπων εξαιτίας του ελέγχου που ασκεί αναπόφευκτα στον Τύπο, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και την εκπαίδευση στον τρόπο σκέπτεσθαι του έθνους.

Πάντως, ανατρεπτικές ιδέες μπορεί να υπάρχουν ακόμη και κάτω από αυτές τις συνθήκες, αλλά καταπνίγονται από την κριτική και χαρακτηρίζονται ως ανυπόληπτες, επειδή δεν ανήκουν στις αποδεκτές επιλογές. Ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, τους επιτρέπεται να επιβιώνουν στο περιθώριο του πολιτισμού μας, κάτισχνες αλλά ζωντανές, ώστε να τις παρουσιάζουν ως απόδειξη της δημοκρατίας μας, της ανεκτικότητας και του πλουραλισμού μας.

Ένα πολύπλοκο σύστημα ελέγχου της κοινωνίας, που έχει αυτοπεποίθηση για τη δύναμή του, επιτρέπει έναν βαθμό ανυπακοής. Παρόλα αυτά, παρακολουθεί στενά τους ανθρώπους που στέκονται κριτικά απέναντί του, έτοιμο να τους καταστείλει, να τους τρομοκρατήσει ή ακόμη και να τους καταβάλει, εάν απειλήσουν σοβαρά το σύστημα ή αν το καθεστώς, σε κρίση παράνοιας, θεωρήσει ότι το απειλούν. Εάν οι αναγνώστες νομίζουν ότι υπερβάλω, επειδή χρησιμοποιώ λέξεις όπως «παρακολουθεί. .. καταστείλει … καταβάλλει … παράνοια», τότε αξίζει να διαβάσουν τους τόμους των αναφορών του FBI και της CIA, που δημοσιεύτηκαν το 1975 από την επιτροπή Κυβερνητικών Υποθέσεων της Γερουσίας.

Ωστόσο, η παρακολούθηση και οι απειλές εκ μέρους της κυβέρνησης αποτελούν εξαίρεση. Σε κανονικές συνθήκες, αυτό που λειτουργεί καθημερινά είναι η αθόρυβη κυριάρχηση συγκεκριμένων αντιλήψεων αυτών που οι γείτονές μας, οι εργοδότες μας και οι πολιτικοί μας θεωρούν δεδομένο ότι πρέπει να υποστηρίζουμε. αυτών που μαθαίνουμε από μικροί ότι είναι οι πιο αποδεκτές. Το αποτέλεσμα είναι μια πειθήνια, καλόβολη, παθητική πολιτική στάση, θανάσιμη για τη δημοκρατία.

Εφόσον μια μέρα αποφασίσουμε να επανεξετάσουμε αυτές τις πεποιθήσεις; και συνειδητοποιήσουμε ότι αυτές δεν προκύπτουν με φυσικό τρόπο από τα βάθη της ψυχής μας ή από τις αυθόρμητες επιθυμίες μας, ότι δεν είναι προϊόν ακηδεμόνευτης σκέψης εκ μέρους μας, και ότι, πραγματικά, δε συνάδουν προς την πραγματικότητα όπως τη βιώνουμε, τότε βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής στη ζωή μας. Τότε, θα συλλάβουμε τον εαυτό μας να εξετάζει με κριτικό πνεύμα και να αντιμάχεται την αμερικανική ιδεολογία.

Αυτό θέλω να πετύχω με το βιβλίο αυτό.

α πραγματευτώ πολιτικές αντιλήψεις. Όταν αναλύονται απόψεις για θέματα όπως η σχέση της ανθρώπινης φύσης με τη βία, ο ρεαλισμός και ο ιδεαλισμός, ποιες είναι οι καλύτερες μορφές διακυβέρνησης ή κατά πόσο πρέπει να υπάρχει κυβέρνηση, οι υποχρεώσεις των πολιτών απέναντι στο κράτος και η δίκαιη κατανομή του πλούτου στην κοινωνία, τότε βρισκόμαστε στο πεδίο της πολιτικής θεωρίας ή της πολιτικής φιλοσοφίας. Υπάρχει ένας μακρύς κατάλογος διάσημων πολιτικών στοχαστών, οι απόψεις των οποίων παραδοσιακά χρησιμοποιούνται στις συζητήσεις που γίνονται γι’ αυτά τα αιώνια διλήμματα, όπως είναι ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Μακιαβέλι, ο Χομπς, ο Λοκ, ο Μάντισον, ο Ρουσώ, ο Μαρξ και ο Φρόιντ.

Ατέρμονες λογομαχίες λαμβάνουν χώρα στους ακαδημαϊκούς κύκλους σχετικά με το τι πραγματικά εννοούσε ο Πλάτωνας ή ο Μακιαβέλι ή ο Ρουσώ ή ο Μαρξ. Παρόλο που δίδαξα πολιτική θεωρία για είκοσι χρόνια, δε με απασχολεί καθόλου αυτό το ζήτημα. Από τις σκέψεις των στοχαστών αυτών με ενδιαφέρουν μόνο εκείνες που θεωρώ ότι είναι ζωντανές ακόμη στις μέρες μας και μπορούν να φωτίσουν ένα ζήτημα. Οι αναγνώστες που θέλουν να μάθουν περισσότερα γι’ αυτούς τους φιλόσοφους και το έργο τους θα βρουν αναφορές στις σημειώσεις του βιβλίου. Θεωρώ, όμως, ότι καθήκον μας είναι να παράγουμε τις δικές μας σκέψεις και όχι να ερμηνεύουμε απλώς τους μεγάλους θεωρητικούς.

Θα κινούμαι συνεχώς μεταξύ θεωρίας και ιστορικών γεγονότων (ακόµη και πολύ πρόσφατων), προσπαθώντας να διαλευκάνω ζητήµατα επείγουσας σηµασίας για την εποχή µας. Δε θα περιοριστώ από τη χρονολογική σειρά, αλλά θα περιπλανηθώ στους αιώνες, από τον Μακιαβέλι στον Κίσιγκερ, από τον Σωκράτη, που ήταν φυλακισµένος στην Αθήνα, σε έναν Καθολικό ιερέα φυλακισµένο στο Κονέκτικατ, πραγµατοποιώντας τις συνδέσεις, όπου το θεωρώ χρήσιµο.

Ο ορθόδοξος τρόπος σκέψης δίνει τεράστια βαρύτητα στους ειδικούς. Επειδή η µοντέρνα τεχνολογική κοινωνία έχει δηµιουργήσει µια τάξη ειδικών-που κατανοούν τα τεχνικά ζητήµατα, αυτά που προκαλούν σύγχυση σε εμάς τους υπόλοιπους, θεωρούµε ότι και για τα ζητήµατα κοινωνικής σύγκρουσης, που απαιτούν ηθική αξιολόγηση εκ µέρους µας, πρέπει να απευθυνθούµε σε ειδικούς.

Κυριαρχούν δύο λαθεµένες αντιλήψεις για τους ειδικούς. Η µια είναι ότι βλέπουν πιο καθαρά και σκέφτονται πιο έξυπνα από τους απλούς ανθρώπους. Αυτό µερικές φορές συµβαίνει και µερικές όχι. Η άλλη αντίληψη είναι ότι αυτοί οι ειδικοί έχουν τα ίδια συµφέροντα µε τους απλούς πολίτες, επιθυµούν τα ίδια πράγµατα, έχουν τις ίδιες αξίες, και γι’ αυτό µπορούµε όλοι µας να τους εµπιστευόµαστε να αποφασίζουν αντί για εμάς.

εξάρτηση της κοινωνίας από σπουδαίους διανοούμενους, αυθεντίες και ειδικούς είναι, κατά την άποψή µου, αντίθετη µε το πνεύµα της δηµοκρατίας. Η δηµοκρατία βασίζεται στην ιδέα ότι, εκτός από ορισµένες τεχνικές λεπτοµέρειες για τις οποίες οι ειδικοί είναι χρήσιµοι, οι σηµαντικές αποφάσεις της κοινωνίας είναι µέσα στις δυνατότητες των απλών ανθρώπων. Όχι µόνο µπορούν οι απλοί άνθρωποι να αποφασίζουν γι’ αυτά τα θέµατα, αλλά και οφείλουν να το κάνουν, γιατί οι πολίτες κατανοούν τα συµφέροντά τους καλύτερα από κάθε ειδικό.

Στο. µυθιστόρηµα του Τζον Λε Καρέ, The Russia House (Κnopf, 1989), ένας αντικαθεστωτικός ρώσος επιστήμονας πληροφορείται ότι το κρυφό του πρότζεκτ το έχουν στα χέρια τους « … αυθεντίες. Συνετοί άνθρωποι. Ειδικοί.» Εξοργίζεται:

«Δε µου αρέσουν οι ειδικοί. Είναι οι δεσµοφύλακές µας. Απεχθάνοµαι τους ειδικούς όσο τίποτα στη γη … Δε λύνουν τίποτα! Είναι υπηρέτες τού κάθε συστήµατος που τους προσλαµβάνει. Το διαιωνίζουν. Όταν θα βασανιζόµαστε, θα µας βασανίζουν ειδικοί. Όταν θα κρεµαστούµε, θα µας κρεμάσουν ειδικοί. .. Όταν ο κόσµος θα καταστραφεί, θα καταστραφεί όχι από τους παρανοϊκούς αλλά από τη µετριοπάθεια των ειδικών και την ύψιστη άγνοια των γραφειοκρατών».

Είµαστε υποχρεωµένοι να πιστεύουµε ότι οι σπουδαίοι διανοούμενοι-ειδικοί είναι αντικειµενικοί, ότι δεν έχουν προκαταλήψεις και άξονες γύρω από τους οποίου, κινούνται, ότι οι κρίσεις τους είναι καθαρά επιστηµονικές. Και όµως, η σκέψη όλων των ανθρώπων επηρεάζεται σφοδρά (όχι όµως και απόλυτα) από το υπόβαθρό τους, από το αν είναι πλούσιοι ή φτωχοί, άνδρες ή γυναίκες, µαύροι, λευκοί ή Ασιάτες, αν κατέχουν θέση εξουσίας ή χαµηλή κοινωνική θέση. Ακόµη και οι επιστήμονες, όταν κάνουν επιστημονικές παρατηρήσεις, λαµβάνουν υπόψη τους ότι αυτό που βλέπουν εξαρτάται από τη δική τους θέση.

Γιατί πρέπει να επιδοκιµάζουµε την «αντικειµενικότητα», λες και οι απόψεις είναι αθώες ή δεν εξυπηρετούν κάποιο συµφέρον; Πράγµατι, θέλουµε να είµαστε αντικειµενικοί, αν αυτό σηµαίνει ότι λέµε την αλήθεια όπως τη βλέπουµε, χωρίς να αποκρύπτουµε πληροφορίες που ίσως έρχονται σε αντίθεση µε τις απόψεις µας. Ωστόσο, δε θέλουµε να είµαστε αντικειµενικοί, αν αυτό σηµαίνει ότι πρέπει να υποκρινόµαστε πως οι αντιλήψεις γενικά δε διαδραµατίζουν κανένα ρόλο στους κοινωνικούς αγώνες της εποχής µας ή ότι δεν παίρνουµε το µέρος κανενός στους αγώνες αυτούς.

Πραγµατικά, είναι αδύνατο να είσαι ουδέτερος. Σε έναν κόσµο που κινείται ήδη προς συγκεκριµένη κατεύθυνση, όπου ο πλούτος και η δύναµη κατανέµονται ήδη µε συγκεκριµένο τρόπο, ουδετερότητα σηµαίνει ότι αποδεχόµαστε τα πράγµατα όπως είναι τώρα. Πρόκειται για έναν κόσµο ταξικών συµφερόντων πόλεµος εναντίον ειρήνης, εθνικισµός ενάντια στο διεθνισµό, ισότητα ενάντια στην απληστία και δηµοκρατία ενάντια στον ελιτισµό και, κατά την άποψή µου, είναι ταυτόχρονα και αδύνατο και αθέµιτο να είσαι ουδέτερος απέναντι σ’ αυτές τις συγκρούσεις.

Δεν ισχυρίζοµαι ότι είµαι ουδέτερος ούτε και θέλω να είµαι. Υπάρχουν ιδέες που εκτιµώ και άλλες όχι. Στο βιβλίο αυτό δεν πρόκειται να παρουσιάσω αντιλήψεις µε αντικειµενικό τρόπο, αν αυτό σηµαίνει ότι δε θα χρησιµοποιήσω την προσωπική µου κρίση, αξιολογώντας ποιες από αυτές είναι σωστές και ποιες λάθος. Θα προσπαθήσω να είµαι δίκαιος, αντιπαραθέτοντας µε ακρίβεια τις αντικρουόµενες αντιλήψεις. Όµως ο αναγνώστης πρέπει να γνωρίζει ότι αυτά που θα διαβάσει εδώ είναι η δική µου άποψη για τον κόσµο όπως είναι τώρα και όπως θα ήθελα να είναι.

Σκοπός µου είναι να επηρεάσω τον αναγνώστη. Θέλω, όµως, να το κάνω αυτό µε τη δύναµη των επιχειρηµάτων και των γεγονότων, παρουσιάζοντας ιδέες και αντιλήψεις που δεν είναι ορθόδοξες. Είµαι αισιόδοξος ότι αν οι άνθρωποι οπλιστούν µε περισσότερες γνώσεις, θα αυξηθούν οι δυνατότητες της σκέψης τους και θα καταλήξουν σε σοφότερα συµπεράσµατα.

Όσο δίδασκα, ποτέ δεν άκουσα τις συµβουλές ορισµένων που υποστήριζαν ότι ο δάσκαλος πρέπει να είναι αντικειµενικός, ουδέτερος και επαγγελµατίας. Όλα τα βιώµατα της ζωής µου, µεγαλώνοντας στους δρόµους της Ν. Υόρκης, δουλεύοντας δεκαοκτώ χρονών ως εργάτης στα ναυπηγεία, υπηρετώντας στην Πολεµική Αεροπορία κατά το Β’.Π.Π. και συµµετέχοντας στο κίνηµα για τα δικαιώµατα των ανθρώπων στο Νότο, απαιτούν από µένα να κάνω το αντίθετο.

Νοµίζω ότι πρέπει να εκµεταλλευτούµε όσο γίνεται περισσότερο το γεγονός ότι ζούµε σε µια χώρα η οποία, παρόλο που ελέγχεται από τον πλούτο και την εξουσία, µας προσφέρει δυνατότητες και ευκαιρίες που δεν υπάρχουν σε πολλά άλλα µέρη. Οι άνθρωποι της εξουσίας βάζουν στοίχηµα ότι αυτή η ελαστικότητα θα µας κρατήσει ήσυχους, ότι δε θα την εκµεταλλευτούµε πραγµατικά, ώστε να κάνουµε τις τολµηρές αλλαγές που απαιτούνται, για να δηµιουργήσουµε µια αξιοπρεπή κοινωνία. Εµείς πρέπει να τους διαψεύσουµε.

Δεν ξεκινάµε από το µηδέν. Αυτή η χώρα διαθέτει µια µακρά ιστορία εξέγερσης ενάντια στην εξουσία, αντίστασης στην ορθοδοξία. Υπήρξε πάντοτε µια κοινή πεποίθηση στο λαό ότι ορισµένα πράγµατα είναι λάθος και ότι δεν µπορούµε να βασιστούµε στους ανθρώπους της εξουσίας για να τα διορθώσουν.

Αυτή η αντίληψη οδήγησε τους Αµερικανούς στη διαµαρτυρία και την εξέγερση. Φέρνω στο µυαλό µου εκείνους που επαναστάτησαν για το ψωµί στη Βοστώνη και τους αγρότες της Καρολίνα που εξεγέρθηκαν λόγω της φορολογίας, κατά το 18ο αιώνα. Τους µαύρους και τους λευκούς ανθρώπους που πολέµησαν ενάντια στους φυλετικούς διαχωρισµούς στα χρόνια της δουλείας, τους εργάτες των σιδηροδρόµων, των ορυχείων, των υφαντουργιών, των σιδηρουργείων και των αυτοκινητοβιοµηχανιών που απήργησαν, απαιτώντας οκτάωρο και έναν αξιοπρεπή µισθό, ενάντια στα γκλοµπ των αστυνοµικών και τα πολυβόλα των στρατιωτών. Τις γυναίκες που αρνήθηκαν να µείνουν στην κουζίνα τους και διαδήλωσαν και φυλακίστηκαν διεκδικώντας ίσα δικαιώµατα. τους µαύρους διαδηλωτές και τους ακτιβιστές εναντίον του πολέµου της δεκαετίας του ’60 και αυτούς που αγωνίστηκαν ενάντια στη βιοµηχανική µόλυνση και την κούρσα των εξοπλισµών τη δεκαετία του ’80.

Στην έξαψη των συνθηκών τέτοιων κινηµάτων, η σκέψη των ανθρώπων κεντρίζεται από νέες αντιλήψεις, οι οποίες παραµονεύουν σε πιο ήσυχους καιρούς, περιµένοντας µια ευκαιρία για να πυροδοτήσουν τη δράση και να αλλάξουν τον κόσµο γύρω µας.

Οι αιρετικοί, το γνωρίζω, µπορεί να καταλήξουν σε µια δική τους ορθοδοξία. Γι’ αυτό χρειάζεται να αναστοχαζόµαστε διαρκώς τις αντιλήψεις µας, µε βάση τα στοιχεία που βλέπουµε και ακούµε γύρω µας, τα βιώµατά µας, έτσι ώστε η σκέψη µας να διατηρείται φρέσκια. Χρειάζεται να διακηρύξουµε την ανεξαρτησία µας από όλα τα έθνη, τα κόµµατα και τις προειληµµένες αποφάσεις όλα τα άκαµπτο δόγµατα.

Οι εµπειρίες που βιώσαµε αυτόν τον αιώνα μας διδάσκουν ότι οι παλιές κατεστηµένες αντιλήψεις, οι παραδοσιακές πεποιθήσεις, µε άλλα λόγια ο συστηµατοποιηµένος σωρός των ιδεολογιών καπιταλισµός, σοσιαλισμός, δηµοκρατία πρέπει να αποδιαρθρωθεί, έτσι ώστε να µπορέσουµε να παίξουµε και να πειραµατιστούµε µε τα υλικά ραφής, να προσθέσουµε καινούργια στοιχεία και να δηµιουργήσουµε νέους συνδυασµούς µε χαλαρότερους δεσµούς. Είναι γεγονός, καθώς οδεύουµε στον 21ο αιώνα, ότι χρειαζόµαστε απεγνωσµένα νέες, ευρηµατικές προσεγγίσεις στα ανθρώπινα προβλήµατα του καιρού µας.

Όταν οι πολίτες οι ίδιοι λειτουργούν µε αυτόν τον τρόπο, όταν ακούν µε σκεπτικισµό τους σπουδαίου; διανοούμενους και τους ειδικούς, και όταν επεξεργάζονται οι ίδιοι τα µεγάλα ζητήµατα του σηµερινού κόσµου, τότε γεννιέται η δηµοκρατία.

Ας ξεκινήσουµε, αντιµετωπίζοντας έναν από αυτούς τους σπουδαίους στοχαστές, τον Νικολό Μακιαβέλι, και εξετάζοντας τη σχέση µεταξύ αυτού και των ρυθµιστών της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.

(Συνεχίζεται)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΥΟ

ΜΑΚΙΑΒΕΛΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

ΚΑΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ:

ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΙ

Συμφέροντα: Ο Πρίγκηπας και ο Πολίτης

Perizitito.gr

Πριν από 500 περίπου χρόνια γεννήθηκε η μοντέρνα πολιτική σκέψη. Ο παραπλανητικός μανδύας της ήταν ο «ρεαλισμός». Στο εσωτερικό της, όμως, κυριαρχούσε η ιδέα ότι ο σκοπός που αξίζει τον κόπο αγιάζει τα μέσα. Εκφραστής της ήταν ο Νικολό Μακιαβέλι.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s