ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ Χάουαρντ Ζιν/Σε Word

Standard

«ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ » 

ΧΑΟΥΑΡΝΤ  ΖΙΝ    (1)

 

Το θαυμάσιο βιβλίο

του  μεγάλου διανοητή

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ :

Η ΧΡΗΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ  ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ

`


τις μέρες, που η παγκόσμια εργατική τάξη χτυπιέται ανελέητα, γυρίζοντας εκατονταετίες πίσω,

τις μέρες που στη χώρα μας κυριαρχεί η διάψευση, η απόγνωση, η έλλειψη οράματος, η οργή,

στις μέρες που η Αριστερά στέκεται ανήμπορη να ερμηνεύσει τα γεγονότα, να προτείνει και να  απαντήσει στο «τι κάνουμε;», βιβλία όπως αυτά νομίζουμε ότι αξίζουν.

*Χάουαρντ Ζιν Κορυφαίος διανοητής του 20-21 αιώνα , (1922-2010/01/28, από καρδιακή προσβολή ενώ ταξίδευε προς τη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνιας να δώσει διάλεξη).

`

Εγινε ευρύτερα γνωστός με το βιβλίο «Ιστορία του Λαού των ΗΠΑ», όπου ανέδειξε ως κεντρικούς ήρωες της ιστορίας της χώρας όχι τους ιδρυτές της, αλλά τους απλούς ανθρώπους, τους συνδικαλιστές, τις φεμινίστριες και τους μαχητές για διάφορους σκοπούς.

Εχουν εκδοθεί περισσότερα από 25 βιβλία του. Η «Ιστορία του Λαού των ΗΠΑ» κυκλοφόρησε το 1984 και εξελίχθηκε σε διαχρονικό μπεστ σέλερ, με πωλήσεις που μόνο στις ΗΠΑ έχουν ξεπεράσει το ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Διδάσκεται σε εκατοντάδες πανεπιστήμια και κολέγια των ΗΠΑ και έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.

Οπως ο ίδιος είχε δηλώσει, πρόκειται για μία ιστορία της Αμερικής που έρχεται να φωτίσει, να τεκμηριώσει αλλά και να ανατρέψει τις μέχρι τώρα πληροφορίες μας γι’ αυτήν. Δεν παγιδεύεται στους εθνικούς μύθους της επίσημης ιστορίας, που γράφτηκε από την οπτική γωνία των κυβερνήσεων, των κατακτητών, των διπλωματών και των ηγετών. Ο Ζιν επιλέγει να αφηγηθεί την αμερικανική ιστορία όπως την έζησαν οι γυναίκες, οι εργάτες, οι μαύροι, οι Ινδιάνοι, οι φτωχοί, οι μετανάστες.

Για τον Αμερικανό πρόεδρο Μπαράκ Ομπάμα είχε δηλώσει ότι, στο εσωτερικό μέτωπο, ο πλανητάρχης είναι μια σκέτη απογοήτευση για τους ανθρώπους που τον ψήφισαν.

Το ελληνικό κοινό γνώρισε τον Ζιν ως θεατρικό συγγραφέα από τον εκπληκτικό μονόλογο «Ο Μαρξ στο Σόχο». Στο έργο ο Αμερικανός ακαδημαϊκός φέρνει σε πρώτο πρόσωπο απέναντι από τον θεατή τον Μαρξ να αναλύει με καθαρότητα τις βασικές γραμμές της ιδεολογίας του.

ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ
Αλλαξε τη συνείδηση μιας γενιάς

Γεννήθηκε το 1922 στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης. Διετέλεσε επίτιμος καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο της Βοστόνης και ανέπτυξε πλούσιο συγγραφικό έργο. Εργάστηκε στα ναυπηγεία και κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υπηρέτησε ως μέλος πληρώματος στα βομβαρδιστικά αεροπλάνα.

Μετά τον πόλεμο αναμείχθηκε ενεργά στο κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα και στο αντιπολεμικό κίνημα που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου του Βιετνάμ. Ο εβραϊκής καταγωγής Ζιν, ο άνθρωπος που άλλαξε τη συνείδηση μίας γενιάς σύμφωνα με τον διάσημο καθηγητή Νόαμ Τσόμσκι, ήταν έφηβος όταν «ρουφούσε» το «Μανιφέστο» του Καρλ Μαρξ.

Οι μαρξιστικές θεωρίες τον σημάδεψαν ανεξίτηλα. «Ο καπιταλισμός, όπως εκπροσωπείται από τις ΗΠΑ, είναι ακόμη ένα άρρωστο σύστημα, εξαιρετικά σπάταλο, που πολώνει τον πλούτο οδηγώντας στον ιμπεριαλισμό και στον πόλεμο. Επειδή η Σοβιετική Ενωση κατέρρευσε, πολλοί υπέθεσαν ότι οι μαρξιστικές ιδέες είναι νεκρές. Ομως οι αναλύσεις του Μαρξ αφορούν τον καπιταλισμό των ημερών μας», είχε δηλώσει. Είχε συνεργαστεί με αρκετές διασημότητες, όπως τον ηθοποιό Ματ Ντέιμον και τον σκηνοθέτη Ολιβερ Στόουν.

`

 

Τίτλος Πρωτότυπου:  Declaratίons οί Independence

Συγγραφέας: Howard Zinn

Originally Published: NewYork, Harper Collins 1990

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΕΞΑΡΧΕΙΑ 2009

Τηλ:6955493432  , e-mail:exarchiapress@yahoo.gr

Γλωσσική Επιµέλεια: Γεωργία Νικολάου

Σελιδοποίηση: Λέανδρος Κοκκόρης, Εξώφυλλο: Λέανδρος Κοκκόρης

`

ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ                                          -10

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ: ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ         -19

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΥΟ: ΜΑΚΙΑΒΕΛΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

ΚΑΙ  ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ                 -28

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑ: ΒΙΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ         – 51

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΕΡΑ: Η ΧΡΗΣΗ

ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ  ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ                                   – 69

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΝΤΕ: ΔΙΚΑΙΟΣ ΚΑΙ

ΑΔΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ                                                                    – 89

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΙ: ΝΟΜΟΣ ΚΑΙ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ                 -129

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΠΤΑ: ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗ:

ΤΟ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΟ ΤΑΞΙΚΟ ΣΥΣΤΗΜΑ                               – 172

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΟΚΊΏ: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΛΟΓΟΥ                        – 209

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΝΙΑ: ANΤΙΠPOΣΩΠEYTIΚH

ΔΙΑΚΥΒΕΡΝΗΣΗ                                                                         – 260

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΚΑ: ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ

ΑΝΤΙΚΟΜΜΟΥΝΙΣΜΟΣ                                                           -289

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΤΕΚΑ: Η ΥΠΕΡΤΑΤΗ ΔΥΝΑΜΗ          -309

`

Αφιερωμένο στον αδελφό μου Shelly,

που ήθελε να ζήσει σ΄εναν καλύτερο κόσμο

`

ΠΡΟΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗ

ελετώντας το πολιτικό βιβλίο του ριζοσπάστη ιστορικού Χάουαρντ Ζιν αναρωτήθηκα για µια ακόµη φορά: Μήπως η Ιστορία, όπως και τόσες άλλες «επιστήµες», έβλαψαν τον άνθρωπο και την κοινωνία του, του χάρισαν απλόχερα εκατόµβες για να ‘χει να θυµάται;

Οτιδήποτε ξεφεύγει από τον έλεγχο των καθηµερινών ανθρώπων, από τη συνεχή κρίση και αµφισβήτηση, οτιδήποτε αυτονοµείται, χαρίζεται στους ειδικούς και τελικά γίνεται υποχείριό εκείνων που µέσα από κάποιες ιστορικές αλλά αφανέρωτες διαδικασίες απέκτησαν εξουσία εις βάρος µας, είναι φυσικό να µας βλάπτει. ‘Ετσι και η περισπούδαστη αλλά ρηχή ιστορία µας ανάγκασε από τα µικράτα µας να αποστηθίζουµε µάχες, πολέµους, στρατηγούς και βασιλιάδες, πρωθυπουργούς και προέδρους, αγώνες κρατών για σύνορα και ψεύτικη ελευθερία. Σε σχολεία και πανεπιστήµια, ως αναπόσπαστο κοµµάτι του ακαδηµαϊκού βάλτου, η Ιστορία μας έµαθε να λύνουµε τα προβλήµατά µας µε ηγέτες και πολέµους.

`

Ο Χάουαρντ Ζιν δεν είναι ένας συνηθισµένος καθηγητής πανεπιστηµίου. Ίσως επειδή είναι αναρχικός. **Ο ίδιος αναφέρει: «Η προσωπική µου άρνηση να αποδεχτώ είτε το σοβιετικό σοσιαλισµό είτε τον αµερικανικό καπιταλισµό ως µοντέλα δικαιοσύνης και ελευθερίας µε οδήγησε, ενώ συµµετείχα στα κινήµατα του ’60, στη διαρκή µελέτη της φιλοσοφίας του αναρχισµού».

Και συνεχίζει: «Οι αναρχικοί, ανακάλυψα, δεν πιστεύουν στην αναρχία όπως συνήθως ορίζεται αταξία, αποδιοργάνωση, χάος, σύγχυση και ο καθένας να κάνει αυτό που του αρέσει. Αντίθετα, πιστεύουν ότι η κοινωνία πρέπει να είναι οργανωµένη µε χίλιους διαφορετικούς τρόπους, ότι οι άνθρωποι πρέπει να συνεργάζονται στην εργασία και την ψυχαγωγία και να συγκροτούν µια όµορφη κοινωνία … πιστεύουν ότι κάθε οργάνωση πρέπει να αποφεύγει την ιεραρχία, την εξουσία από τα πάνω πρέπει να είναι δηµοκρατική, συναινετική, να φτάνει σε αποφάσεις µε συνεχή συζήτηση και επιχειρηµατολογία».

Στην ιστορία που διδάσκει ο Ζιν δε θα µάθετε για τα ανδραγαθήµατα των πλούσιων και δυνατών, των πολιτικών ηγετών, των βιοµηχάνων, των σπουδαίων σωτήρων του λαού. αλλά για την πραγµατικότητα, όπως διαµορφώνεται αργά και επίπονα, µακριά από τις πένες των ιστορικών, µέσα από τις άοκνες προσπάθειες καθηµερινών ανθρώπων που κυριεύτηκαν από την ιδέα της περισσότερης δικαιοσύνης, ένωσαν τις δυνάµεις τους, οργανώθηκαν και αγωνίστηκαν για να φέρουν τα πάνω κάτω.

`

Ο Χάουαρντ Ζιν προέρχεται από φτωχή οικογένεια µεταναστών και µεγάλωσε στις σκοτεινές και βρώµικες εργατικές κατοικία; της Ν. Υόρκης. Οµολογεί ότι έγινε ιστορικός για ν’ αλλάξει τον κόσµο και έθεσε την ιστορία στην υπηρεσία του ανθρώπου ως εργαλείο µεταβολής της κοινωνίας και όχι διαιώνισης µιας άρρωστης πραγµατικότητας. Πεπεισµένος ο ίδιος ότι η κοινωνική πρόοδος, όπου και όσο αυτή συντελέστηκε στην πάροδο των αιώνων, προήλθε µόνο µέσα από τους αγώνες των απλών ανθρώπων που πάλεψαν ενάντια σε κάθε είδους εξουσιαστικούς και καταπιεστικούς µηχανισµούς, φέρνει στο φως την ιστορία από τα κάτω.

Όσοι από εμάς έχουµε εντρυφήσει στις αφηρηµένες έννοιες θα συγκινηθούµε διαβάζοντας τον Χάουαρντ Ζιν γιατί µας επιστρέφει στο χειροπιαστό εκεί όπου ανήκουµε. ‘Ετσι κι αλλιώς οι σπουδαίες ιδέες είναι απλές, εµείς τις περιπλέκουµε. Μετά από διακόσια χρόνια φίµωσης, λογοκρισίας και δυσφήµισης του αναρχικού σοσιαλισµού από εχθρούς και φίλους, στο µεταίχµιο του 20°» και 21°» αιώνα, τη στιγµή που κατέρρευσε ο εξουσιαστικός µπολσεβικισµός, ο Χάουαρντ Ζιν µας χάρισε ίσως το καλύτερο λαϊκό εγχειρίδιο εισαγωγής στον αναρχικό σοσιαλισµό, όπως αυτός οριοθετήθηκε ως κοινωνική θεωρία αναζήτησης της αυτονόητης ελευθερίας, δικαιοσύνης και ειρήνης. Και επειδή στα µυαλά πολλών στην εποχή µας αυτές οι έννοιες είναι οµιχλώδεις, τα ιστορικά στοιχεία του Χάουαρντ Ζιν είναι διαφωτιστικά: ξεκαθαρίζουν σε όλους µας τι πάει να πει αδικία, σκλαβιά και πόνος.

ι συλλογισµοί του Ζιν βασίζονται σε στοιχεία της αµερικανικής κοινωνίας. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν περιορίζονται εκεί, αλλά αποκτούν παγκόσµιο χαρακτήρα, αφού το αµερικανικό κοινωνικό µοντέλο, συνέχεια του δυτικοευρωπαϊκού, επικράτησε διεθνώς. Και αυτή ακριβώς είναι η αξία της σκέψης του για τον ελληνικό µικρόκοσµο. Στις Διακηρύξεις Ανεξαρτησίας ο συγγραφέας αποδοµεί την κυρίαρχη αµερικανική ιδεολογία. Αναδεικνύει τον καταπιεστικό χαρακτήρα της δυτικής «δηµοκρατίας» που εξαπατά τους πολίτες της προσφέροντας ψεύτικο πλουραλισµό και κίβδηλη ελευθερία. Αυτοί που έχουν δύναµη και εξουσία στις κοινωνίες µας, πλουτοκράτες και επαγγελµατίες πολιτικοί, µας αναγκάζουν να επιλέγουµε µεταξύ περιορισµένων επιλογών, αφήνοντας απέξω τις ρηξικέλευθες προτάσεις, εκείνες που απειλούν την αυθαίρετη και άδικη τάξη πραγµάτων. Με αυτό το δεδοµένο ο συγγραφέας διακηρύττει ότι δεν είναι ουδέτερος. Σε έναν κόσµο που κινείται ήδη προς συγκεκριµένη κατεύθυνση, όπου ο πλούτος και η δύναµη διανέµονται ήδη µε συγκεκριµένο τρόπο, ουδετερότητα γι’ αυτόν σηµαίνει αποδοχή των πραγµάτων όπως είναι τώρα. Ο Χάουαρντ Ζιν θεωρεί ότι η πολιτική είναι ζήτηµα όλων των ανθρώπων και απεχθάνεται τους ειδικούς. Δε διστάζει να τα βάλει µε έναν απ’ αυτούς, το Νικολό Μακιαβέλι.

`

Δεν πρόκειται για προσωπική ετεροχρονισµένη εµπάθεια. Ο σκοπός του είναι να διακηρύξει ότι ο πολιτικός ρεαλισµός του Μακιαβέλι και των κατοπινών υποστηρικτών του µπορεί να είναι ρεαλισµός για τα συµφέροντα εκείνων που ασκούν την εξουσία, αλλά για όλους εμάς τους υπόλοιπους είναι απάνθρωπος κυνισµός που στρέφεται ενάντια στην ίδια τη ζωή. Λένιν, Χίτλερ, Moυσoλίνι, Στάλιν και τόσοι σύγχρονοι «δημοκράτες» μελέτησαν και  επικαλούνται τον Πριγκηπα του Μακιαβέλι, όπου ο ιταλός στοχαστης διδαξε οτι ο ηγετης, τοσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερικη πολιτική, πρέπει να μιμειται την αλεπου και το λιοντάρι, να μεταχειρίζεται την πανουργία και τη βία, προκειμενου να εξασφαλίσει τα συμφέροντά του.

Η πλειονότητα των πολιτικών αλλά και των απλών ανθρώπων που μεταχειρίζονται τη βία, προκειμένου να πετύχουν τους σκοπούς τους, δεν έχουν τύψεις: διακηρύττουν ότι είναι στη φύση του ανθρώπου. Ο Μακιαβέλι, στην προσπάθεια του να υποστηρίξει το ρεαλισμό και να παρακάμψει τους όποιους ηθικούς φραγμούς, συμφωνεί. «Οι άνθρωποι έχουν την τάση να είναι κακοί».

Και το ίδιο φαίνεται να λένε ο Τόμας Χομπς, ο Αϊνστάιν αργότερα, ο Φρόιντ και ο σπουδαίος κοινωνιοβιολόγος Ουίλσον, επικαλούμενοι όλοι τούς αμέτρητους πολέμους στην ιστορία και όχι τις επιστήμες τους. Αυτό, όμως, είναι το πεδίο δράσης του Ζιν: Αν το φαινόμενο της βίας και του πολέμου δεν οφείλεται στη φύση του ανθρώπου, όπως δηλώνουν γενετιστές, ψυχολόγοι, ανθρωπολόγοι και ζωολόγοι, αλλά πρόκειται για ένα τόσο συχνό ιστορικό γεγονός, τότε είναι λογικό να οφείλεται τελικά στις ιστορικές συνθήκες. Εκεί όπου ευδοκίμησαν εξουσιαστικές ελίτ, ερωτευμένες με την εξουσία τους και άπληστες, εκεί όπου επικράτησε η πλύση εγκεφάλου και ο εθνικισμός είναι φυσικό να μη λείπει ο πόλεμος. Εξάλλου, «η Ιστορία, τόσο φιλότιμη στην καταγραφή των καταστροφών, παραμένει άκρως σιωπηλή απέναντι στον τεράστιο αριθμό ειρηνικών πράξεων θάρρους από άτομα που αμφισβήτησαν την εξουσία και αδιαφόρησαν για το θάνατο. Το ζήτημα της ιστορίας, όμως, η χρήση και η κατάχρησή της, αξίζει να συζητηθεί ξεχωριστά».

Ο Χάουαρντ Ζιν δεν είναι αντικειμενικός ιστορικός, όπως δε θα έπρεπε να είναι και κανένας συνάδελφος του. Από την πρώτη στιγμή που ασχολήθηκε με την Ιστορία είχε αποφασίσει ότι θα είναι προκατειλημμένος, υποστηρίζοντας ολόψυχα τις θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες, το δικαίωμα όλων των ανθρώπων στη ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας. Προσπάθησε, ωστόσο, να είναι ανοιχτόμυαλος με τα μέσα που θα το πετύχαινε αυτό. Δε φοβήθηκε ποτέ τις ιστορικές αποκαλύψεις, γιατί δε θα μπορούσαν ποτέ να απειλήσουν τις αρχές του. Τα ιστορικά στοιχεία θέτουν σε δοκιμασία μόνο τα μέσα που μεταχειριζόμαστε και όχι τους σκοπούς μας.

`

Για το συγγραφέα, «κάθε καταγεγραμμένη ιστορία είναι μερική κατά δύο έννοιες. Είναι μερική με την έννοια ότι αποτελεί μόνο ένα απειροελάχιστο κομμάτι όλης της πραγματικότητας … και επειδή επιλέγει πλευρές, υποστηρίζει τη μία άποψη ή την άλλη ανάλογα με αυτά που αναφέρει ή παραλείπει, αυτά που δίνει έμφαση ή όχι … Το βασικό πρόβλημα, σχετικά με την ιστορική εντιμότητα, δεν είναι το απροκάλυπτο ψέμα. Είναι η παράλειψη, ο υποτονισμός σημαντικών στοιχείων». Οι άνθρωποι, όμως, έχουν ανάγκη την ιστορία, όχι αυτή που δίνει έμφαση στη στείρα γνώση γυμνών γεγονότων και στις πράξεις των ανθρώπων της εξουσίας αλλά εκείνη που «παρακινεί τη νέα γενιά να αντισταθεί στην παράνοια των κυβερνήσεων, οι οποίες προσπαθούν να κατευθύνουν τον κόσμο και τα μυαλά μας εντός της σφαίρας επιρροής τους»,

Οι κάθε είδους κυβερνήσεις είναι αυτές που επεμβαίνουν αυταρχικά στις ζωές μας και πολύ συχνά μας οδηγούν σαν πρόβατα στα σφαγεία των πεδίων της μάχης. Στον 20ο αιώνα περίπου 65 εκατομμύρια ανθρώπινες υπάρξεις θυσιάστηκαν χωρίς δισταγμό από τις κυβερνήσεις των λαών. Και όπως πάντα «οι φτωχοί πήγαν στον πόλεμο για να υπερασπιστούν τις απολαύσεις των άλλων» (Πλούταρχος). Πολλοί άνθρωποι και διανοούμενοι θεωρούν τον πόλεμο αναγκαίο κακό (Μακιαβέλι), άλλοι τον θεωρούν επιθυμητό (Ρούζβελτ) και άλλοι ξεχωρίζουν δίκαιους και άδικους πολέμους ορισμένοι, όμως, θεωρούν κάθε πόλεμο αποκρουστικό (Έρασμος). Για τον Αϊνστάιν «ο πόλεμος δεν εξανθρωπιζεται. Καταργείται».

Τη μάχη με τον πόλεμο δίνει και ο Χάουαρντ Ζιν, με όπλo την ιστορία. Μας μαθαίνει ότι ο πόλεμoς δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο των αυταρχικών κρατών. Η Δημοκρατία των Αθηνών εξόντωσε τους Μηλίους που αρνήθηκαν να υποταχτούν και η δημοκρατία των ΗΠΑ μεταχειρίστηκε το πιο σατανικό όπλo που βρέθηκε ποτέ στα χέρια των ανθρώπων. Ο Χάουαρντ Ζιν πολέμησε το φασισμό στο Β.Π.Π. και με βάση την εμπειρία του αναρωτιέται: υπάρχει δίκαιος πόλεμος; Με αδιάσειστα ντοκουμέντα αποδεικνύει ότι ο πόλεμος του 1940 δεν έγινε για να σωθούν οι Εβραίοι από τη γενοκτονία. Δεν έγινε για να προστατευτεί το δικαίωμα των εθνών για αυτοπροσδιορισμό. Δεν έγινε για να καταπολεμηθεί ο ρατσισμός. Δεν έγινε για τη δημοκρατία. Αντίθετα έγινε για να προστατευτούν τα συμφέροντα των κραταιών δυνάμεων της εποχής που αισθάνθηκαν ν’ απειλούνται από την ανερχόμενη δύναμη της ναζιστικής Γερμανίας. Και αν ο ναζισμός ήταν αποτρόπαιος, πρέπει όλοι να θυμόμαστε τις φρικαλεότητες των δημοκρατικών συμμάχων Δρέσδη, Χιροσίμα, Ρόγιαν.

Όσο οι άνθρωποι θα καταφεύγουν στη μαζική βία ως μέθοδο επίλυσης των προβλημάτων (και θα καμαρώνουν γι’ αυτό), άνθρωποι σαν το συγγραφέα, που δεν μπορούν να χωνέψουν ότι δεν υπάρχει μια πιο ανθρώπινη λύση, θα ρωτούν: Μήπως 10-20 χρόνια μαζικής αντίστασης με κάθε είδους ευρηματικό μη βίαιο τρόπο είναι προτιμότερα από 6 xρόνια μαζικής, παρανοϊκής βίας; «Η μεγάλη πρόκληση της εποχης μας είναι πώς θα καταφέρουμε να κατακτήσουμε τη δικαιοσύνη με αγωνα αλλα χωρίς πόλεμο».

Και όταν λέμε δικαιοσύνη δεν εννοούμε τους νομούς. Για τον Χάουαρντ Ζιν όλοι οι νόμοι δεν είναι δίκαιοι και οι άνθρωποι έχουν, μεγαλύτερη υποχρέωση να επιδιώκουν τη δικαιοσύνη, παρά να υπακούουν στους νόμους. Εξάλλου, πρόκειται για κατασκευή των ισχυρών της κοινωνίας μας, των κυβερνήσεων και των πλούσιων της εποχής μας, που μεταχειρίζονται το νόμο ως εργαλείο προώθησης των συμφερόντων τους. Και, ενώ η υποχρέωση, το δέσιμο που αισθάνονται οι άνθρωπoι μεταξύ τους αποτελεί αυθόρμητη συμπεριφορά (και πως αλλιώς..), η υποταγή στο κράτος και την κυβέρνηση δεν είναι φυσιολογική μας τη μαθαίνει η κοινωνία. Μας τη μαθαίνουν τα σχολεία που διδάσκουν τις αρχές του Πλάτωνα. Αυτού του σπουδαίου φιλοσόφου που διακήρυξε αυθαίρετα δια στόματος Σωκράτη, ενός ανθρώπου που σε όλη του τη ζωή εναντιώθηκε στην αυθεντία του κράτους, ότι ο πολίτης μπορεί να χρησιμοποιεί μόνο την πειθώ,  το κράτος αντίθετα μπορεί να μεταχειρίζεται τη βία.

ε αντιπαράθεση με τον Πλάτωνα, ο Ζιν αναρωτιέται: «Μπορεί να υπάρξει αξιοπρεπής κοινωνία (και αυτό είναι δική μας έγνοια, όχι του κράτους), αν οι άνθρωποι δουλικά υπακούουν σ’ όλους τους νόμους, ακόμη και σ’ αυτούς που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα; Και, όταν οι άδικοι νόμοι και οι άδικες πολιτικές γίνουν ο κανόνας, δεν πρέπει να ανατραπεί το κράτος; … Αυτό για το οποίο πρέπει να ανησυχούμε περισσότερο … είναι η τάση των ανθρώπων που ενώ βασανίζονται από ένα καταπιεστικό περιβάλλον αδικίας υποτάσσονται σ’ αυτό. Ιστορικά, τα πιο απαίσια πράγματα πόλεμος, γενοκτονίες και δουλεία έχουν προέλθει όχι από ανυπακοή αλλά από την υπακοή».

Μεγαλωμένος σε μια χώρα με τεράστιες αντιθέσεις, εκπληκτική τεχνολογική πρόοδο και απαίσιες συνθήκες φτώχειας, ο συγγραφέας δε θα μπορούσε να μην κατακεραυνώσει και το ταξικό, οικονομικό σύστημα της γενέτειράς του. Ο ίδιος, ως αντικείμενο της ταξικής αδικίας, βίωσε στο πετσί του την παράνοια του Lαissez Fαire. Αντιλήφθηκε πολύ νωρίς τι σημαίνει από τη μία μεριά κάποιοι άνθρωποι να γεννιούνται σε οικογένειες χωρίς καθόλου πόρους, βυθισμένες στα χρέη, τον αλκοολισμό και τα ναρκωτικά, από την άλλη κάποιοι να έρχονται στον κόσμο έχοντας στη διάθεσή τους όλα τα εφόδια για μια προκλητικά πολυτελή ζωή, και το κράτος να μιλά χωρίς αιδώ για ελεύθερη αγορά. Στην Αμερική, που καταστρατήγησε στο όνομα της ελεύθερης αγοράς κάθε έννοια κοινωνικής παροχής προς τους στερημένους ανθρώπους, οι πλουτοκράτες, από τη γέννηση των ΗΠΑ μέχρι σήμερα, συνεχίζουν να επιχορηγούνται από το κράτος. Κρατική βοήθεια για τους πλουσίους, Lαissez Fαire για τους φτωχούς.

Ο Ζιν δεν έχει καμιά αμφιβολία για την ταξική πραγματικότητα του καπιταλισμού. Ξεκαθαρίζει ότι ο ταξικός αγώνας είναι μια αναγκαιότητα και σημειώνει: «Αν θέλουμε να κάνουμε τις ριζικές αλλαγές που απαιτούνται για να έχουμε μια κατάσταση οικονομικής δικαιοσύνης … θα χρειαστεί οι άνθρωποι να οργανωθούν και να αγωνιστούν, να διαμαρτυρηθούν, να απεργήσουν, να μποϋκοτάρουν, να εμπλακούν στην πολιτική, να βγουν έξω από τα καθιερωμένα κανάλια και να εκφράσουν πολιτική ανυπακοή, να εφαρμόσουν την εξίσωση του πλούτου (όπως έκαναν οι μαύροι, όταν απλά παρευρίσκονταν σε μέρη όπου απαγορευόταν). Μόνο όταν εξισωθεi ο πλούτος (τουλάχιστον στο περίπου) θα εξισωθεί και η ελευθερία. Και  μόνο τότε θα είναι δυνατή η δικαιοσύνη στη χώρα αυτή. Μόνο τότε θα μπορούμε, τελικά  να να κάνουμε πράξη την υπόσχέση της Διακήρυξης Aνεξαpτησiας, να δώσουμε σ’όλους τους άνδρες και γυναίκες και παιδιά ισότιμο δικαίωμα στη «ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας«».

 

`

Για τον Χαουάρντ Ζιν, το λίκνο της καπιταλιστικής δημοκρατίας, οι ΗΠΑ, πάσχει από σοβαρό έλλειμμα ελευθερίας λόγου. Η Πρώτη Τροποποίηση του αμερικανικού Συντάγματος, ενσωματωμένη μέσα στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων, υποτίθεται ότι καθιέρωσε την ελευθερία λόγου μια για πάντα, αλλά δεν είναι έτσι. Υποτίθεται ότι δίνει το δικαίωμα σε όλους να εκφραστούν ελεύθερα, χωρίς κανείς να μπορεί να τους το απαγορεύσει εκ των προτέρων. Εκ των υστέρων, όμως, «αν η κυβέρνηση αποφασίσει να ορίσει συγκεκριμένες δηλώσεις ως «παράνομες» ή «εμπρηστικές» ή και απλώς «ανάρμοστες», μπορεί να στείλει κάποιον στη φυλακή»: όπως και έκανε επανειλημμένα.

Οι αυθαίρετες ερμηνείες των πανίσχυρων δικαστών, η de facto εξουσία της τοπικής αστυνομίας που μπορεί να μην επιτρέψει την άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου, ο φόβος των ανθρώπων ότι μπορεί να χάσουν τη δουλειά τους αν μιλήσουν ελεύθερα και οι παρακολουθήσεις των πολιτών από τις μυστικές αστυνομίες, δεν είναι οι μόνοι παράγοντες που περιορίζουν την ελευθερία του λόγου. Το ζήτημα είναι και ποσοτικό. Αν ξεπεραστούν τα άλλα προβλήματα και καταφέρουμε να εκφραστούμε, σε πόσους θα μπορέσει να φτάσει το μήνυμα; Οι οικονομικές δυνατότητες, ο πλούτος, καθορίζουν την ελευθερία λόγου του καθενός.

Από την άλλη μεριά, ακόμη κι αν βρούμε τους πόρους, θα έχουμε κάτι να πούμε; Θα διαθέτουμε την κριτική σκέψη για να στοχαστούμε πάνω στα γεγονότα, αφού η παιδεία μας είναι αυτή που ακρωτηριάζει την καθαυτό σκέψη; Θα έχουμε στη διάθεσή μας τις απαραίτητες πληροφορίες, αφού η ενημέρωσή μας εξαρτάται από τα ΜΜΕ που αποκρύπτουν ή τονίζουν πληροφορίες ανάλογα με τα συμφέροντά τους και τις επιταγές του κράτους;

Οι άνθρωποι δεν μπορούν εγκαταλείψουν σε κανένα διάταγμα ή άλλο νομικό κείμενο την υπεράσπιση και άσκηση των δικαιωμάτων τους. Σύμφωνα με το συγγραφέα Άλντους Χάξλεϊ,

«οι ελευθερίες κατακτιούνται, δε χαρίζονται».

Όπως δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε και τη δημοκρατία στα χέρια κάποιων αντιπροσώπων. Ο Χάουαρντ Ζιν προειδοποιεί: «Κάνουμε εκλογές, ψηφίζουμε για πρόεδρο και αντιπροσώπους στο Κογκρέσο, και νομίζουμε ότι αυτό είναι δημοκρατία». «Οι συγγραφείς των εγγράφων The Federαlist Pαpers εξήγησαν πιο ξεκάθαρα από κάθε άλλον πολιτικό ηγέτη του έθνους μέχρι τότε, τι ακριβώς σημαίνει ο θεσμός της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης ..αυτή χρησιμοποιείται από τους ισχυρούς μίας κοινωνίας ως ένα δημοκρατικό προσωπείο, προκειμένου να ελέγχεται η κοινωνία, και ως φράγμα απέναντι στις απαιτήσεις που απειλούν τα συμφέροντά τους».

`

Σύμφώνα με τον Ζιν, η εμπειρία των μαύρων ανθρώπων στην Αμερική το αποδεικνύει αυτό ξεκάθαρα. Οι μαύροι, ένα τεράστιο κομμάτι του αμερικανικού πληθυσμού, δεν ωφελήθηκαν ούτε στο ελάχιστο, όσον αφορά τα δηµοκρατικά τους δικαιώµατα, από τα επίσηµα κανάλια του αντιπροσωπευτικού πολιτεύµατος. Και ο ίδιος τονίζει: «Το κίνηµα των µαύρων, το εργατικό κίνηµα, το γυναικείο και το αντιπολεµικό, µας έµαθαν µια απλή αλήθεια: Τα επίσηµα κανάλια, οι επίσηµες διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης είναι µερικές φορές χρήσιµες, αλλά ποτέ δεν είναι αρκετές και συχνά αποτελούν εµπόδιο στην προσπάθεια της κατάκτησης ορισµένων βασικών ανθρώπινων δικαιωµάτων. Αυτό που έχει αποδώσει στην ιστορία είναι η άµεση δράση ανθρώπων που αγωνίστηκαν ενωµένοι, κάνοντας θυσίες και αναλαµβάνοντας ρίσκα για ένα σκοπό που άξιζε τον κόπο».

τον εικοστό αιώνα, εκατοµµύρια άνθρωποι αγωνίστηκαν για το σκοπό της εγκαθίδρυσης του κοµµουνισµού και σε µερικές περιοχές του πλανήτη νόµισαν ότι το κατάφεραν. Την ίδια περίοδο ο κόσµος χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα φτάνοντας πολύ κοντά στην απόλυτη καταστροφή. Ο σταλινισµός από τη µία και η αντικοµµουνιστική υστερία από την άλλη δε θα µπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορο έναν ιστορικό που αγάπησε τον Μαρξ, διαφώνησε µε τους µαρξιστές και έγινε αναρχικός. Ο Χάουαρντ Ζιν αναδεικνύει την παρανοϊκή ατµόσφαιρα και τα συµπτώµατα της µακαρθικής Αµερικής και βάζει τον υπαρκτό «σοσιαλισµό» στη θέση που του αξίζει: στο πάνθεον των ολοκληρωτικών, αιµοσταγών καθεστώτων.

Στον επίλογό του, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει το αισιόδοξο και αγωνιστικό πνεύµα του. Η απρόβλεπτη φύση της ανθρώπινης ιστορίας, όπως αποδείχθηκε περίτρανα και τον 20ο αιώνα, τον οδηγεί στο συµπέρασµα ότι ο αγώνας των ανθρώπων για δικαιοσύνη δεν πρέπει να εγκαταλείπεται ποτέ λόγω µαταιότητας, αφού οι υποτιθέµενα ανυπέρβλητες δυνάµεις του χρήµατος και των όπλων κάµφθηκαν συχνά από τους αγώνες των απλών ανθρώπων. Βιώνοντας, όµως, ταυτόχρονα και τη φρίκη του αιώνα που πέρασε, είναι κατηγορηµατικός: «Η µαζική βία, είτε σε έναν πόλεµο είτε σε εσωτερικές αναταραχές, δε δικαιολογείται από κανένα σκοπό, όσο ευγενικός κι αν είναι, επειδή κανένα αποτέλεσµα δεν είναι βέβαιο. Κάθε λογικός και ευαίσθητος άνθρωπος πρέπει να καταλάβει ότι, εάν οι σκοποί είναι αβέβαιοι, όσο επιθυµητοί κι αν είναι, ενώ τα µέσα είναι σίγουρα φρικιαστικά, τότε αυτά τα µέσα δεν πρέπει να χρησιµοποιηθούν» .

Για τον Χ. Ζιν, «τα µέσα που µεταχειριζόµαστε για να πετύχουµε την κοινωνική αλλαγή πρέπει να συνάδουν, ηθικά, προς τους σκοπούς». Η µη βίαιη άµεση δράση παίρνει τη θέση της µαζικής βίας. Γι’ αυτόν «η µη βία δε σηµαίνει αποδοχή αλλά αντίσταση όχι αναµονή αλλά δράση. Δεν είναι καθόλου παθητική. Περιλαµβάνει απεργίες, µποϋκοτάζ, άρνηση συνεργασίας, µαζικές διαδηλώσεις και σαµποτάζ, καθώς και εκκλήσεις στη συνείδηση του κόσµου, ακόµη και προς τα άτοµα της καταπιεστικής τάξης που ίσως κάποια στιγµή σπάσουν τα δεσµά τους µε το παρελθόν … Η µη βίαιη δράση είναι άρρηκτα συνδεδεµένη µε τη δηµοκρατία. Η βία µε τη µορφή της τροµοκρατίας είναι η απεγνωσµένη τακτική µικρών οµάδων που αδυνατούν να συγκροτήσουν µια µαζική βάση λαϊκής υποστήριξης. Οι κυβερνήσεις προτιµούν πολύ περισσότερο τη βία αυτών των πειθαρχηµένων στρατών που µπορούν να τους ελέγξουν, παρά τις τακτικές της µη βίας που θα τις ανάγκαζαν να παραχωρήσουν εξουσία σε µεγάλους αριθµούς πολιτών, οι οποίοι θα µπορούσαν στη συνέχεια να απειλήσουν την εξουσία της ελίτ».

Για τον Χάουαρντ Ζιν η υπέρτατη δύναµη δεν είναι τα όπλα είναι οι άνθρωποι που αγωνίζονται.

Δηµήτρης Κωνσταντίνου

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΝΑ

 

  

ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

Η ιδέα ότι οι μαύροι είναι λιγότερο άνθρωποι από τους λευκούς, η οποία ενσωματώθηκε στη δυτική συλλογική συνείδηση αρκετούς αιώνες πριν, έδωσε τη δυνατότητα να πραγματοποιηθεί το υπερατλαντικό εμπόριο σκλάβων, κατά τη διάρκεια του οποίου 40 εκατομμύρια άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους. Πεποιθήσεις περί φυλετική ς κατωτερότητας, είτε αφορούν τους μαύρους, είτε τους Εβραίους, είτε τους Άραβες, είτε τους ανθρώπους της κίτρινης φυλής, έχουν οδηγήσει σε γενοκτονίες. Η άποψη που εξέφρασαν οι πολιτικοί αρχηγοί και αποδέχτηκε το αμερικανικό κοινό το 1964 ότι ο κομμουνισμός στο Βιετνάμ αποτελούσε απειλή για την «εθνική μας ασφάλεια», οδήγησε σε πολιτικές που κόστισαν ένα εκατομμύριο ζωές, συμπεριλαμβανομένων 55 χιλιάδων νέων Αμερικανών.

Η πίστη, που καλλιεργήθηκε στη Σοβιετική Ένωση, ότι ο «σοσιαλισμός» απαιτούσε μια απάνθρωπη μορφή κολεκτιβοποίησης της γης καθώς επίσης και τον πλήρη έλεγχο της αποκλίνουσας σκέψης, ευθύνεται για το θάνατο αμέτρητων χωρικών και τη φυλάκιση επίσης αμέτρητων πολιτικών κρατουμένων.

Άλλες αντιλήψεις, όπως: παράτα τους φτωχούς στη μοίρα τους (laissez faire) και βοήθα τους πλουσίους (οικονομική ανάπτυξη»), έχουν ωθήσει την αμερικανική κυβέρνηση, στο μεγαλύτερο διάστημα της ιστορίας της, να δίνει επιχορηγήσεις στις μεγάλες επιχειρήσεις, ενώ ταυτόχρονα αδιαφορεί για τους φτωχούς, επιτρέποντας, έτσι, απαίσιες συνθήκες διαβίωσης και εργασίας καθώς και αμέτρητα βάσανα και θανάτους. Στα χρόνια της προεδρίας Ρήγκαν, laissez faire σήμαινε περικοπή κονδυλίων οικογενειακής πρόνοιας, γεγονός που οδήγησε σε υψηλά ποσοστά παιδικής θνησιμότητας στα αστικά γκέτο.

Με βάση τη λογική, λοιπόν, μπορούμε να αποφανθούμε ότι ο τρόπος που σκεφτόμαστε δεν είναι απλώς ένα αντικείμενο μέτριου ενδιαφέροντος ή καθαρής φιλοσοφικής διαμάχης, αλλά είναι ζήτημα ζωής και θανάτου.

Όσο αυτοί που ηγούνται της κοινωνίας μας πολιτικοί, διευθυντές πολυεθνικών και μεγαλοϊδιοκτήτες των ΜΜΕ μπορούν να εξουσιάζουν τις αντιλήψεις μας, θα παραμένουν ασφαλείς στις θέσεις ισχύος τους. Δε θα χρειάζονται στρατιώτες να περιπολούν στους δρόμους. θα ελέγχουμε μόνοι μας τον εαυτό μας.

Εφόσον η βία χρησιμοποιείται, επί του παρόντος, ως εφεδρική μέθοδος επίλυσης των προβλημάτων και ο έλεγχος από το καθεστώς δεν είναι ολοκληρωτικός, δικαιούμαστε να αυτοαποκαλούμαστε «δημοκρατία». Πραγµατικά, η πληθώρα ευκαιριών και η ελαστικότητα καθιστούν αυτήν την κοινωνία πιο ελκυστική. Ταυτόχρονα, όµως, γεννούν έναν αποτελεσµατικότερο τρόπο ελέγχου της κοινωνίας. Γιατί είναι λιγότερο πιθανό να διαµαρτυρηθούµε, εφόσον αισθανόµαστε ότι ζούµε σε µια «πλουραλιστική» κοινωνία, όπου έχουµε στη διάθεσή µας δύο κόµµατα αντί ενός, τρία όργανα διακυβέρνησης αντί για έναν µονάρχη και πληθώρα απόψεων εκφρασµένων στον Τύπο αντί για µια, και µόνο, επίσηµη γραµµή.

Όµως, µια προσεκτική µατιά σ’ αυτόν τον πλουραλισµό αναδεικνύει ότι είναι πολύ περιορισµένος. Ο τρόπος µε τον οποίο κάνουµε τις επιλογές µας θυµίζει τους διαγωνισµούς πολλαπλών επιλογών (multiple choice tests), όπου µπορούµε να διαλέξουµε µεταξύ α, β, γ ή δ. Όµως οι επιλογές ε, στ, ζ και η δε συµπεριλαµβάνονται.

‘Ετσι, µπορεί να διαθέτουµε Δηµοκρατικό και Ρεπουµπλικανικό κόµµα, αλλά κανένα άλλο κόµµα δεν επιτρέπεται, ούτε ενθαρρύνεται ούτε χρηµατοδοτείται. Πραγµατικά, υπάρχει ένας νόµος που καθορίζει ότι στις εθνικές τηλεοπτικές διαµάχες για τις προεδρικές εκλογές θα συµµετέχουν µόνο υποψήφιοι των δύο µεγάλων κοµµάτων.

Θεωρείται ότι έχουµε «ελευθερία του Τύπου», όµως το µεγάλο κεφάλαιο τον εξουσιάζει· ουσιαστικά, µπορούµε να επιλέξουµε µεταξύ Time, Newsweek και U.S. News & World Report. Οµοίως, στην τηλεόραση, µπορούµε να διαλέξουµε µεταξύ NBC, CBS, και ABC. Στην πραγµατικότητα, υπάρχει ανατρεπτικός Τύπος, όµως δε διαθέτει τα κεφάλαια των µεγάλων εταιριών των ΜΜΕ και δεν µπορεί να διαφηµιστεί εξίσου µε αυτές, και γι’ αυτό πρέπει να δίνει σκληρό αγώνα, για να προσεγγίσει έστω και έναν µικρό αριθµό προσώπων. Επίσης, υπάρχει και η δηµόσια τηλεόραση, η οποία είναι περιστασιακά τολµηρή, όµως και αυτή είναι εξίσου φτωχή και τις περισσότερες φορές επιφυλακτική.

Διαθέτουµε τρία όργανα διακυβέρνησης, µε υποτιθέµενο «έλεγχο και ισορροπία» µεταξύ τους, όπως µας µάθαιναν στο σχολείο, αλλά το ένα όργανο διακυβέρνησης (η Προεδρία) μας οδηγεί σε πολέµους και τα άλλα δύο (Κογκρέσο και Ανώτατο Δικαστήριο) ακολουθούν σαν πρόβατα.

Εξίσου περιορισµένες είναι οι επιλογές µας στον τοµέα της εξωτερικής πολιτικής. Κατά τον πόλεµο του Βιετνάµ, η διαµάχη διεξαγόταν για µεγάλο διάστηµα µεταξύ αυτών που επιθυµούσαν τον ολοκληρωτικό βοµβαρδισµό της Ινδοκίνας και αυτών που πρότειναν τον περιορισµένο βοµβαρδισµό. Η πλήρης απόσυρση από το Βιετνάµ δεν υπήρχε καθόλου ως επιλογή. Στον Ντάνιελ Έλσµπεργκ, που δούλευε για τον Χένρι Κίσινγκερ το 1969, ανατέθηκε να εκπονήσει µια λίστα µε τις εναλλακτικές πολιτικές που µπορούσαν να εφαρµοστούν στο Βιετνάµ. Μια από τις προτάσεις του µακροσκελούς καταλόγου του ήταν και ο τερµατισµός του πολέµου. Ο Κίσιγκερ έλεγξε τον κατάλογό του και διέγραψε την πρόταση αυτή, πριν τον παραδώσει στον πρόεδρο Ρίτσαρντ Νίξον.

Σε δηµόσιες συζητήσεις για τα στρατιωτικά έξοδα υπάρχουν έντονες διαµάχες κατά πόσο θα πρέπει να ξοδευτούν 300 δις ή 290 δις   δολάρια. Η πρόταση να ξοδευτούν 100 δις δολάρια (ώστε να περισσέψουν 200 δις για τις ανθρώπινες ανάγκες) είναι σαν το ε ή το στ στις απαντήσεις των πολλαπλών επιλογών, δεν υφίσταται. Αν προτείνεις µηδέν δις, τότε είσαι υποψήφιος για ψυχιατρικό ίδρυµα.

Σχετικά µε τις φυλακές, υπάρχει διαµάχη για τον αριθµό που πρέπει να έχουµε. Η ιδέα της κατάργησης των φυλακών είναι υπερβολικά σκανδαλώδης, ακόµη και για συζήτηση.

Επιπλέον, ακούµε επιχειρήµατα σχετικά µε το πόσα χρήµατα πρέπει να πληρώνουν οι ηλικιωµένοι για τις υπηρεσίες περίθαλψης, αλλά η άποψη ότι δεν πρέπει να πληρώνουν καθόλου και, πραγµατικά, κανείς δεν πρέπει να πληρώνει για περίθαλψη δε συζητείται καν.

Με αυτόν τον τρόπο, ενηλικιωνόµαστε σε µια κοινωνία, όπου οι επιλογές απόψεων είναι περιορισµένες και συγκεκριµένες αντιλήψεις κυριαρχούν: τις ακούµε από τους γονείς µας, τις ακούµε στα σχολεία, τις εκκλησίες, τις εφηµερίδες, το ραδιόφωνο και την τηλεόραση. Μας εµφυτεύονται από την πρώτη στιγµή που µαθαίνουµε να περπατάµε και να µιλάµε. Συνιστούν την αµερικανική ιδεολογία δηλαδή ένα δεσπόζον σχήµα αντιλήψεων. Οι περισσότεροι άνθρωποι τις αποδέχονται και, αν τις αποδεχθούµε και εµείς, τότε είναι λιγότερο πιθανό να µπλέξουµε.

Η κυριαρχία αυτών των αντιλήψεων δεν είναι αποτέλεσµα της δράσης µιας συνωµοτικής οµάδας, η οποία επεξεργάζεται δολοπλοκίες, για να επιβάλλει στην κοινωνία έναν συγκεκριµένο τρόπο σκέψης. Ούτε είναι απλώς ένα ατύχηµα, αθώο προϊόν της ελεύθερης σκέψης των ανθρώπων. Υφίσταται µια διαδικασία φυσικής (ή µάλλον αφύσικης) επιλογής, βάσει της οποίας συγκεκριµένες ορθόδοξες αντιλήψεις ενθαρρύνονται, χρηµατοδοτούνται και προωθούνται από τους ισχυρότερους µηχανίσµούς τού πνευµατικού πολιτισµού µας. Αυτές οι απόψεις προτιµούνται, επειδή είναι ασφαλείς δεν απειλούν την καθεστηκυία τάξη του πλούτου και της εξουσίας.

Για παράδειγµα: «Να είσαι ρεαλιστής τα πράγµατα είναι έτσι, δεν υπάρχει λόγος να σκέφτεσαι πώς θα έπρεπε να είναι».

«Οι άνθρωποι που διδάσκουν, γράφουν ή µας ενηµερώνουν για τα γεγονότα πρέπει να είναι αντικειµενικοί, δεν πρέπει να προωθούν τις απόψεις τους».

«Υπάρχουν άδικοι πόλεµοι, αλλά, επίσης, και απλώς πόλεµοι»,

«Εφόσον παραβείς το νόµο, ακόµη και για καλό σκοπό, πρέπει να αποδεχθείς την τιµωρία σου».

«Αν εργάζεσαι σκληρά, θα ζεις ικανοποιητικά. Αν είσαι φτωχός, φταις εσύ».

«Η ελευθερία του λόγου είναι επιθυµητή, εκτός εάν απειλεί τη δημόσια ασφάλεια».

«Η φυλετική ισότητα είναι θεμιτή, όμως έχουμε προοδεύσει αρκετά προς αυτήν την κατεύθυνση».

«Το Σύνταγμά μας είναι η σπουδαιότερη μας εγγύηση ελευθερίας και δικαιοσύνης».

«Οι ΗΠΑ πρέπει να επεμβαίνουν περιστασιακά με στρατιωτικές δυνάμεις σε διάφορα μέρη του πλανήτη, για να σταματήσουν τον κομμουνισμό και να προωθήσουν τη δημοκρατία».

«Αν θέλεις να αλλάξεις τα πράγματα, ο μόνος τρόπος είναι μέσα από τις κοινωνικά αποδεκτές οδούς».

«Χρειαζόμαστε τα πυρηνικά όπλα, για να αποτρέψουμε τον πόλεμο».

«Υπάρχει, πραγματικά, τεράστια αδικία στον κόσμο, αλλά οι καθημερινοί άνθρωποι χωρίς πλούτο ή εξουσία δεν μπορούν να κάνουν τίποτα γι’ αυτό.

Αυτές οι αντιλήψεις δεν είναι αποδεκτές από το σύνολο των Αμερικανών, όμως υποστηρίζονται από αρκετούς και με τέτοιο πάθος, ώστε κυριαρχούν στη σκέψη μας. Όσο συμβαίνει αυτό, οι άνθρωποι που κατέχουν πλούτο και εξουσία στην κοινωνία μας είναι ασφαλείς στη δεσπόζουσα θέση τους.

Το 1984, το περιοδικό Forbes, εξέχον έντυπο που ασχολείται με το χώρο της ανώτερης οικονομίας και της επιχειρηματικότητας, κατάρτισε μια λίστα των πλουσιότερων ανθρώπων στις ΗΠΑ. Οι 400 άνθρωποι στην κορυφή της λίστας κατείχαν κεφάλαια ύψους 60 δις δολαρίων. Στη βάση της κατάταξης υπήρχαν 60 εκατ. άνθρωποι χωρίς καθόλου κεφάλαιο.

Περίπου το ίδιο διάστημα, ο οικονομολόγος Λέστερ Θόροού υπολόγισε ότι τα 482 πλουσιότερα άτομα έλεγχαν (χωρίς απαραίτητα να κατέχουν) πάνω από 2 τρις δολάρια.

Αναλογιστείτε, λοιπόν, την επιρροή μιας τόσο πλούσιας τάξης ανθρώπων εξαιτίας του ελέγχου που ασκεί αναπόφευκτα στον Τύπο, το ραδιόφωνο, την τηλεόραση και την εκπαίδευση στον τρόπο σκέπτεσθαι του έθνους.

Πάντως, ανατρεπτικές ιδέες μπορεί να υπάρχουν ακόμη και κάτω από αυτές τις συνθήκες, αλλά καταπνίγονται από την κριτική και χαρακτηρίζονται ως ανυπόληπτες, επειδή δεν ανήκουν στις αποδεκτές επιλογές. Ή, σε ορισμένες περιπτώσεις, τους επιτρέπεται να επιβιώνουν στο περιθώριο του πολιτισμού μας, κάτισχνες αλλά ζωντανές, ώστε να τις παρουσιάζουν ως απόδειξη της δημοκρατίας μας, της ανεκτικότητας και του πλουραλισμού μας.

Ένα πολύπλοκο σύστημα ελέγχου της κοινωνίας, που έχει αυτοπεποίθηση για τη δύναμή του, επιτρέπει έναν βαθμό ανυπακοής. Παρόλα αυτά, παρακολουθεί στενά τους ανθρώπους που στέκονται κριτικά απέναντί του, έτοιμο να τους καταστείλει, να τους τρομοκρατήσει ή ακόμη και να τους καταβάλει, εάν απειλήσουν σοβαρά το σύστημα ή αν το καθεστώς, σε κρίση παράνοιας, θεωρήσει ότι το απειλούν. Εάν οι αναγνώστες νομίζουν ότι υπερβάλω, επειδή χρησιμοποιώ λέξεις όπως «παρακολουθεί. .. καταστείλει … καταβάλλει … παράνοια», τότε αξίζει να διαβάσουν τους τόμους των αναφορών του FBI και της CIA, που δημοσιεύτηκαν το 1975 από την επιτροπή Κυβερνητικών Υποθέσεων της Γερουσίας.

Ωστόσο, η παρακολούθηση και οι απειλές εκ μέρους της κυβέρνησης αποτελούν εξαίρεση. Σε κανονικές συνθήκες, αυτό που λειτουργεί καθημερινά είναι η αθόρυβη κυριάρχηση συγκεκριμένων αντιλήψεων αυτών που οι γείτονές μας, οι εργοδότες μας και οι πολιτικοί μας θεωρούν δεδομένο ότι πρέπει να υποστηρίζουμε. αυτών που μαθαίνουμε από μικροί ότι είναι οι πιο αποδεκτές. Το αποτέλεσμα είναι μια πειθήνια, καλόβολη, παθητική πολιτική στάση, θανάσιμη για τη δημοκρατία.

Εφόσον μια μέρα αποφασίσουμε να επανεξετάσουμε αυτές τις πεποιθήσεις; και συνειδητοποιήσουμε ότι αυτές δεν προκύπτουν με φυσικό τρόπο από τα βάθη της ψυχής μας ή από τις αυθόρμητες επιθυμίες μας, ότι δεν είναι προϊόν ακηδεμόνευτης σκέψης εκ μέρους μας, και ότι, πραγματικά, δε συνάδουν προς την πραγματικότητα όπως τη βιώνουμε, τότε βρισκόμαστε σε ένα κρίσιμο σημείο καμπής στη ζωή μας. Τότε, θα συλλάβουμε τον εαυτό μας να εξετάζει με κριτικό πνεύμα και να αντιμάχεται την αμερικανική ιδεολογία.

Αυτό θέλω να πετύχω με το βιβλίο αυτό.

α πραγματευτώ πολιτικές αντιλήψεις. Όταν αναλύονται απόψεις για θέματα όπως η σχέση της ανθρώπινης φύσης με τη βία, ο ρεαλισμός και ο ιδεαλισμός, ποιες είναι οι καλύτερες μορφές διακυβέρνησης ή κατά πόσο πρέπει να υπάρχει κυβέρνηση, οι υποχρεώσεις των πολιτών απέναντι στο κράτος και η δίκαιη κατανομή του πλούτου στην κοινωνία, τότε βρισκόμαστε στο πεδίο της πολιτικής θεωρίας ή της πολιτικής φιλοσοφίας. Υπάρχει ένας μακρύς κατάλογος διάσημων πολιτικών στοχαστών, οι απόψεις των οποίων παραδοσιακά χρησιμοποιούνται στις συζητήσεις που γίνονται γι’ αυτά τα αιώνια διλήμματα, όπως είναι ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Μακιαβέλι, ο Χομπς, ο Λοκ, ο Μάντισον, ο Ρουσώ, ο Μαρξ και ο Φρόιντ.

Ατέρμονες λογομαχίες λαμβάνουν χώρα στους ακαδημαϊκούς κύκλους σχετικά με το τι πραγματικά εννοούσε ο Πλάτωνας ή ο Μακιαβέλι ή ο Ρουσώ ή ο Μαρξ. Παρόλο που δίδαξα πολιτική θεωρία για είκοσι χρόνια, δε με απασχολεί καθόλου αυτό το ζήτημα. Από τις σκέψεις των στοχαστών αυτών με ενδιαφέρουν μόνο εκείνες που θεωρώ ότι είναι ζωντανές ακόμη στις μέρες μας και μπορούν να φωτίσουν ένα ζήτημα. Οι αναγνώστες που θέλουν να μάθουν περισσότερα γι’ αυτούς τους φιλόσοφους και το έργο τους θα βρουν αναφορές στις σημειώσεις του βιβλίου. Θεωρώ, όμως, ότι καθήκον μας είναι να παράγουμε τις δικές μας σκέψεις και όχι να ερμηνεύουμε απλώς τους μεγάλους θεωρητικούς.

Θα κινούμαι συνεχώς μεταξύ θεωρίας και ιστορικών γεγονότων (ακόµη και πολύ πρόσφατων), προσπαθώντας να διαλευκάνω ζητήµατα επείγουσας σηµασίας για την εποχή µας. Δε θα περιοριστώ από τη χρονολογική σειρά, αλλά θα περιπλανηθώ στους αιώνες, από τον Μακιαβέλι στον Κίσιγκερ, από τον Σωκράτη, που ήταν φυλακισµένος στην Αθήνα, σε έναν Καθολικό ιερέα φυλακισµένο στο Κονέκτικατ, πραγµατοποιώντας τις συνδέσεις, όπου το θεωρώ χρήσιµο.

Ο ορθόδοξος τρόπος σκέψης δίνει τεράστια βαρύτητα στους ειδικούς. Επειδή η µοντέρνα τεχνολογική κοινωνία έχει δηµιουργήσει µια τάξη ειδικών-που κατανοούν τα τεχνικά ζητήµατα, αυτά που προκαλούν σύγχυση σε εμάς τους υπόλοιπους, θεωρούµε ότι και για τα ζητήµατα κοινωνικής σύγκρουσης, που απαιτούν ηθική αξιολόγηση εκ µέρους µας, πρέπει να απευθυνθούµε σε ειδικούς.

Κυριαρχούν δύο λαθεµένες αντιλήψεις για τους ειδικούς. Η µια είναι ότι βλέπουν πιο καθαρά και σκέφτονται πιο έξυπνα από τους απλούς ανθρώπους. Αυτό µερικές φορές συµβαίνει και µερικές όχι. Η άλλη αντίληψη είναι ότι αυτοί οι ειδικοί έχουν τα ίδια συµφέροντα µε τους απλούς πολίτες, επιθυµούν τα ίδια πράγµατα, έχουν τις ίδιες αξίες, και γι’ αυτό µπορούµε όλοι µας να τους εµπιστευόµαστε να αποφασίζουν αντί για εμάς.

εξάρτηση της κοινωνίας από σπουδαίους διανοούμενους, αυθεντίες και ειδικούς είναι, κατά την άποψή µου, αντίθετη µε το πνεύµα της δηµοκρατίας. Η δηµοκρατία βασίζεται στην ιδέα ότι, εκτός από ορισµένες τεχνικές λεπτοµέρειες για τις οποίες οι ειδικοί είναι χρήσιµοι, οι σηµαντικές αποφάσεις της κοινωνίας είναι µέσα στις δυνατότητες των απλών ανθρώπων. Όχι µόνο µπορούν οι απλοί άνθρωποι να αποφασίζουν γι’ αυτά τα θέµατα, αλλά και οφείλουν να το κάνουν, γιατί οι πολίτες κατανοούν τα συµφέροντά τους καλύτερα από κάθε ειδικό.

Στο. µυθιστόρηµα του Τζον Λε Καρέ, The Russia House (Κnopf, 1989), ένας αντικαθεστωτικός ρώσος επιστήμονας πληροφορείται ότι το κρυφό του πρότζεκτ το έχουν στα χέρια τους « … αυθεντίες. Συνετοί άνθρωποι. Ειδικοί.» Εξοργίζεται:

«Δε µου αρέσουν οι ειδικοί. Είναι οι δεσµοφύλακές µας. Απεχθάνοµαι τους ειδικούς όσο τίποτα στη γη … Δε λύνουν τίποτα! Είναι υπηρέτες τού κάθε συστήµατος που τους προσλαµβάνει. Το διαιωνίζουν. Όταν θα βασανιζόµαστε, θα µας βασανίζουν ειδικοί. Όταν θα κρεµαστούµε, θα µας κρεμάσουν ειδικοί. .. Όταν ο κόσµος θα καταστραφεί, θα καταστραφεί όχι από τους παρανοϊκούς αλλά από τη µετριοπάθεια των ειδικών και την ύψιστη άγνοια των γραφειοκρατών».

Είµαστε υποχρεωµένοι να πιστεύουµε ότι οι σπουδαίοι διανοούμενοι-ειδικοί είναι αντικειµενικοί, ότι δεν έχουν προκαταλήψεις και άξονες γύρω από τους οποίου, κινούνται, ότι οι κρίσεις τους είναι καθαρά επιστηµονικές. Και όµως, η σκέψη όλων των ανθρώπων επηρεάζεται σφοδρά (όχι όµως και απόλυτα) από το υπόβαθρό τους, από το αν είναι πλούσιοι ή φτωχοί, άνδρες ή γυναίκες, µαύροι, λευκοί ή Ασιάτες, αν κατέχουν θέση εξουσίας ή χαµηλή κοινωνική θέση. Ακόµη και οι επιστήμονες, όταν κάνουν επιστημονικές παρατηρήσεις, λαµβάνουν υπόψη τους ότι αυτό που βλέπουν εξαρτάται από τη δική τους θέση.

Γιατί πρέπει να επιδοκιµάζουµε την «αντικειµενικότητα», λες και οι απόψεις είναι αθώες ή δεν εξυπηρετούν κάποιο συµφέρον; Πράγµατι, θέλουµε να είµαστε αντικειµενικοί, αν αυτό σηµαίνει ότι λέµε την αλήθεια όπως τη βλέπουµε, χωρίς να αποκρύπτουµε πληροφορίες που ίσως έρχονται σε αντίθεση µε τις απόψεις µας. Ωστόσο, δε θέλουµε να είµαστε αντικειµενικοί, αν αυτό σηµαίνει ότι πρέπει να υποκρινόµαστε πως οι αντιλήψεις γενικά δε διαδραµατίζουν κανένα ρόλο στους κοινωνικούς αγώνες της εποχής µας ή ότι δεν παίρνουµε το µέρος κανενός στους αγώνες αυτούς.

Πραγµατικά, είναι αδύνατο να είσαι ουδέτερος. Σε έναν κόσµο που κινείται ήδη προς συγκεκριµένη κατεύθυνση, όπου ο πλούτος και η δύναµη κατανέµονται ήδη µε συγκεκριµένο τρόπο, ουδετερότητα σηµαίνει ότι αποδεχόµαστε τα πράγµατα όπως είναι τώρα. Πρόκειται για έναν κόσµο ταξικών συµφερόντων πόλεµος εναντίον ειρήνης, εθνικισµός ενάντια στο διεθνισµό, ισότητα ενάντια στην απληστία και δηµοκρατία ενάντια στον ελιτισµό και, κατά την άποψή µου, είναι ταυτόχρονα και αδύνατο και αθέµιτο να είσαι ουδέτερος απέναντι σ’ αυτές τις συγκρούσεις.

Δεν ισχυρίζοµαι ότι είµαι ουδέτερος ούτε και θέλω να είµαι. Υπάρχουν ιδέες που εκτιµώ και άλλες όχι. Στο βιβλίο αυτό δεν πρόκειται να παρουσιάσω αντιλήψεις µε αντικειµενικό τρόπο, αν αυτό σηµαίνει ότι δε θα χρησιµοποιήσω την προσωπική µου κρίση, αξιολογώντας ποιες από αυτές είναι σωστές και ποιες λάθος. Θα προσπαθήσω να είµαι δίκαιος, αντιπαραθέτοντας µε ακρίβεια τις αντικρουόµενες αντιλήψεις. Όµως ο αναγνώστης πρέπει να γνωρίζει ότι αυτά που θα διαβάσει εδώ είναι η δική µου άποψη για τον κόσµο όπως είναι τώρα και όπως θα ήθελα να είναι.

Σκοπός µου είναι να επηρεάσω τον αναγνώστη. Θέλω, όµως, να το κάνω αυτό µε τη δύναµη των επιχειρηµάτων και των γεγονότων, παρουσιάζοντας ιδέες και αντιλήψεις που δεν είναι ορθόδοξες. Είµαι αισιόδοξος ότι αν οι άνθρωποι οπλιστούν µε περισσότερες γνώσεις, θα αυξηθούν οι δυνατότητες της σκέψης τους και θα καταλήξουν σε σοφότερα συµπεράσµατα.

Όσο δίδασκα, ποτέ δεν άκουσα τις συµβουλές ορισµένων που υποστήριζαν ότι ο δάσκαλος πρέπει να είναι αντικειµενικός, ουδέτερος και επαγγελµατίας. Όλα τα βιώµατα της ζωής µου, µεγαλώνοντας στους δρόµους της Ν. Υόρκης, δουλεύοντας δεκαοκτώ χρονών ως εργάτης στα ναυπηγεία, υπηρετώντας στην Πολεµική Αεροπορία κατά το Β’.Π.Π. και συµµετέχοντας στο κίνηµα για τα δικαιώµατα των ανθρώπων στο Νότο, απαιτούν από µένα να κάνω το αντίθετο.

Νοµίζω ότι πρέπει να εκµεταλλευτούµε όσο γίνεται περισσότερο το γεγονός ότι ζούµε σε µια χώρα η οποία, παρόλο που ελέγχεται από τον πλούτο και την εξουσία, µας προσφέρει δυνατότητες και ευκαιρίες που δεν υπάρχουν σε πολλά άλλα µέρη. Οι άνθρωποι της εξουσίας βάζουν στοίχηµα ότι αυτή η ελαστικότητα θα µας κρατήσει ήσυχους, ότι δε θα την εκµεταλλευτούµε πραγµατικά, ώστε να κάνουµε τις τολµηρές αλλαγές που απαιτούνται, για να δηµιουργήσουµε µια αξιοπρεπή κοινωνία. Εµείς πρέπει να τους διαψεύσουµε.

Δεν ξεκινάµε από το µηδέν. Αυτή η χώρα διαθέτει µια µακρά ιστορία εξέγερσης ενάντια στην εξουσία, αντίστασης στην ορθοδοξία. Υπήρξε πάντοτε µια κοινή πεποίθηση στο λαό ότι ορισµένα πράγµατα είναι λάθος και ότι δεν µπορούµε να βασιστούµε στους ανθρώπους της εξουσίας για να τα διορθώσουν.

Αυτή η αντίληψη οδήγησε τους Αµερικανούς στη διαµαρτυρία και την εξέγερση. Φέρνω στο µυαλό µου εκείνους που επαναστάτησαν για το ψωµί στη Βοστώνη και τους αγρότες της Καρολίνα που εξεγέρθηκαν λόγω της φορολογίας, κατά το 18ο αιώνα. Τους µαύρους και τους λευκούς ανθρώπους που πολέµησαν ενάντια στους φυλετικούς διαχωρισµούς στα χρόνια της δουλείας, τους εργάτες των σιδηροδρόµων, των ορυχείων, των υφαντουργιών, των σιδηρουργείων και των αυτοκινητοβιοµηχανιών που απήργησαν, απαιτώντας οκτάωρο και έναν αξιοπρεπή µισθό, ενάντια στα γκλοµπ των αστυνοµικών και τα πολυβόλα των στρατιωτών. Τις γυναίκες που αρνήθηκαν να µείνουν στην κουζίνα τους και διαδήλωσαν και φυλακίστηκαν διεκδικώντας ίσα δικαιώµατα. τους µαύρους διαδηλωτές και τους ακτιβιστές εναντίον του πολέµου της δεκαετίας του ’60 και αυτούς που αγωνίστηκαν ενάντια στη βιοµηχανική µόλυνση και την κούρσα των εξοπλισµών τη δεκαετία του ’80.

Στην έξαψη των συνθηκών τέτοιων κινηµάτων, η σκέψη των ανθρώπων κεντρίζεται από νέες αντιλήψεις, οι οποίες παραµονεύουν σε πιο ήσυχους καιρούς, περιµένοντας µια ευκαιρία για να πυροδοτήσουν τη δράση και να αλλάξουν τον κόσµο γύρω µας.

Οι αιρετικοί, το γνωρίζω, µπορεί να καταλήξουν σε µια δική τους ορθοδοξία. Γι’ αυτό χρειάζεται να αναστοχαζόµαστε διαρκώς τις αντιλήψεις µας, µε βάση τα στοιχεία που βλέπουµε και ακούµε γύρω µας, τα βιώµατά µας, έτσι ώστε η σκέψη µας να διατηρείται φρέσκια. Χρειάζεται να διακηρύξουµε την ανεξαρτησία µας από όλα τα έθνη, τα κόµµατα και τις προειληµµένες αποφάσεις όλα τα άκαµπτο δόγµατα.

Οι εµπειρίες που βιώσαµε αυτόν τον αιώνα μας διδάσκουν ότι οι παλιές κατεστηµένες αντιλήψεις, οι παραδοσιακές πεποιθήσεις, µε άλλα λόγια ο συστηµατοποιηµένος σωρός των ιδεολογιών καπιταλισµός, σοσιαλισμός, δηµοκρατία πρέπει να αποδιαρθρωθεί, έτσι ώστε να µπορέσουµε να παίξουµε και να πειραµατιστούµε µε τα υλικά ραφής, να προσθέσουµε καινούργια στοιχεία και να δηµιουργήσουµε νέους συνδυασµούς µε χαλαρότερους δεσµούς. Είναι γεγονός, καθώς οδεύουµε στον 21ο αιώνα, ότι χρειαζόµαστε απεγνωσµένα νέες, ευρηµατικές προσεγγίσεις στα ανθρώπινα προβλήµατα του καιρού µας.

Όταν οι πολίτες οι ίδιοι λειτουργούν µε αυτόν τον τρόπο, όταν ακούν µε σκεπτικισµό τους σπουδαίου; διανοούμενους και τους ειδικούς, και όταν επεξεργάζονται οι ίδιοι τα µεγάλα ζητήµατα του σηµερινού κόσµου, τότε γεννιέται η δηµοκρατία.

Ας ξεκινήσουµε, αντιµετωπίζοντας έναν από αυτούς τους σπουδαίους στοχαστές, τον Νικολό Μακιαβέλι, και εξετάζοντας τη σχέση µεταξύ αυτού και των ρυθµιστών της εξωτερικής πολιτικής των ΗΠΑ.

(Συνεχίζεται)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΥΟ

ΜΑΚΙΑΒΕΛΙΚΟΣ ΡΕΑΛΙΣΜΟΣ

ΚΑΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΚΗ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ:

ΜΕΣΑ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΙ

Συμφέροντα: Ο Πρίγκηπας και ο Πολίτης

Perizitito.gr

Πριν από 500 περίπου χρόνια γεννήθηκε η μοντέρνα πολιτική σκέψη. Ο παραπλανητικός μανδύας της ήταν ο «ρεαλισμός». Στο εσωτερικό της, όμως, κυριαρχούσε η ιδέα ότι ο σκοπός που αξίζει τον κόπο αγιάζει τα μέσα. Εκφραστής της ήταν ο Νικολό Μακιαβέλι.

(ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ)

(3) ΔΙΑΚΗΡΥΞΕΙΣ ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑΣ Χάουαρντ Ζιν, (Κεφάλαιο ΤΡΙΤΟ)

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΑ

ΒΙΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ

Θυμάμαι τρία διαφορετικά περιστατικά βίας σε τρεις διαφορετικές περιόδους της ζωής μου. Στα δύο απ’ αυτά ήμουν παρατηρητής, σ’ ένα υπήρξα δράστης.

ο φθινόπωρο του 1963 ήμουν στη Σέλμα της Αλαμπάμα και είδα δύο νεαρούς μαύρους εργάτες, αγωνιστές υπέρ των πολιτικών δικαιωμάτων, να πέφτουν στο χώμα από τα γκλομπ των έφιππων αστυνομικών και στη συνέχεια να δέχονται επίθεση με ηλεκτρικά όπλα, γιατί προσπάθησαν να φέρουν φαγητό και νερό στους μαύρους ανθρώπους που περίμεναν στην ουρά, για να εγγραφούν στους εκλογικούς καταλόγους.

Ως βομβαρδιστής της Πολεμικής Αεροπορίας, 22 χρόνων, εκτέλεσα μια αποστολή βομβαρδισμού τις τελευταίες βδομάδες του Β’.Π.Π., που μόνο θηριωδία μπορεί να αποκληθεί. Αναφέρομαι στο βομβαρδισμό ενός μικρού γαλλικού χωριού με ναπάλμ, που έγινε για λόγους που δεν είχαν καμία σχέση με την προσπάθεια επικράτηση; στον πόλεμο. Το αποτέλεσμα ήταν ένα έρημο τοπίο θανάτου και καταστροφής σε έκταση πέντε μιλίων.

Πολλά χρόνια πριν, όταν ήμουν έφηβος στους δρόμους του Μπρούκλιν, είχα παρακολουθήσει τον καβγά μεταξύ ενός μαύρου άντρα και ενός γέρο-Εβραίου γυρολόγου που έσερνε ένα καρότσι και μάλλον δούλευε για τον άλλο. Μάλωναν για χρήματα, τα οποία ο μαύρος άντρας ισχυριζόταν ότι του ανήκαν. Φαινόταν απελπισμένος και εκτόξευε εναλλάξ ικεσίες και απειλές, όμως ο γέρος παρέμενε ακλόνητος. Ξαφνικά, ο μαύρος άντρας πήρε μια σανίδα και χτύπησε τον άλλο στο κεφάλι. Ο γέρος, με αίματα στο πρόσωπο, συνέχισε να σπρώχνει το καρότσι του στο δρόμο.

Ποτέ δεν πείστηκα ότι αυτού του είδους η βία, όπως αυτή ενός εξοργισμένου μαύρου άντρα, ενός αστυφύλακα που αισθάνεται μίσος ή ενός ευσυνείδητου αξιωματικού της Πολεμικής Αεροπορίας, ήταν αποτέλεσμα κάποιου φυσικού ενστίκτου. Όλα αυτά τα περιστατικά, όπως τα συλλογίστηκα αργότερα, μπορούσαν να εξηγηθούν από τις κοινωνικές συνθήκες. Σύμφωνα με την τοποθέτηση του άγγλου φιλοσόφου του 19°» αιώνα, Τζον Στιούαρτ           . «Απ’ όλες τις πρόστυχες μεθόδους, τις οποίες χρησιμοποιούν οι άνθρωποι για να από φύγουν να λάβουν υπόψη τις επιπτώσεις που έχουν οι κοινωνικές και ηθικές επιδράσεις στο μυαλό των ανθρώπων ,χειρότερη είναι απόδοση της ποικιλίας των ανθρώπινων συμπεριφορών και χαρακτήρων σε έμφυτες, βιολογικές διαφορές».

Παρόλα αυτά, σε συζητήσεις για την ανθρώπινη βία, θα ακούσεις πολλούς να λένε, ειδικά για τις αιτίες του πολέμου, ότι «είναι στην ανθρώπινη φύση». Οι διανοούμενοι, από πολύ παλιά, υποστηρίζουν αυτό το επιχείρημα, δίνοντάς του ιδιαίτερη βαρύτητα. Ο Μακιαβέλι, στον Πρίγκιπα, εκφράζει με σιγουριά τη δική του άποψη για την ανθρώπινη φύση, λέγοντας ότι οι άνθρωποι έχουν την τάση να είναι κακοί. Αυτή η άποψη τού παρέχει μια επαρκή δικαιολογία, ώστε να υποστηρίζει το «ρεαλισμό» και να απαιτεί την παραμέριση των ηθικών φραγμών στις ανθρώπινος σχέσεις: «’Ενας άνθρωπος που επιθυμεί να ασκήσει ένα οποιοδήποτε επάγγελμα με καλοσύνη, σίγουρα θα αποτύχει ανάμεσα σε τόσους κακούς ανθρώπους. Επομένως, είναι αναγκαίο για έναν πρίγκιπα που θέλει να επιβιώσει να μάθει πώς να μην είναι καλός»

Ο φιλόσοφος του 11′» αιώνα, Τόμας Χομπς, είπε: «Καταγράφω μια γενική τάση του ανθρώπινου είδους, έναν αιώνιο, ακατάπαυστα πόθο για ολοένα και περισσότερη δύναμη και εξουσία, ο οποίος παύει μόνο με το θάνατο». Αυτή η άποψη του Χομπς για την ανθρώπινη φύση τον οδήγησε να υποστηρίζει κάθε είδους διακυβέρνηση, όσο αυταρχική κι αν είναι, φτάνει να διατηρεί την ειρήνη αντιμετωπίζοντας αυτήν που θεωρούσε ως φυσική τάση των ανθρώπων, δηλαδή την άσκηση βίας. Αναφέρθηκε στην «έκλυτη κατάσταση των ανθρώπων που δεν εξουσιάζονται», η οποία απαιτεί «την εφαρμογή μιας καταναγκαστικής δύναμης, προκειμένου να αποφευχθούν οι πράξεις λεηλασίας και εκδίκησης»

Οι αντιλήψεις αυτές για την ανθρώπινη φύση μετατρέπονται έτσι σε προφητείες που αυτοεκπληρώνονται. Αν θεωρείς ότι οι άνθρωποι είναι από τη φύση τους βίαιοι και κακοί, μπορείς εύκολα να πειστείς (χωρίς να χρειαστεί να πιέσεις τον εαυτό σου να σκεφτεί) ότι είναι «ρεαλιστικό» να συμπεριφέρεσαι με τον ίδιο τρόπο κι εσύ. Όμως, είναι πραγματικά ρεαλιστικό (εννοώντας: «δε μου αρέσει, αλλά αυτή είναι η πραγματικότητα … ») να κατηγορούμε την ανθρώπινη φύση για τον πόλεμο;

Το 1932, ο Άλμπερτ Αϊνστάιν, που ήταν ήδη διάσημος για τα επιτεύγματά του στη φυσική και τα μαθηματικά, έγραψε ένα γράμμα σε έναν άλλο διακεκριμένο στοχαστή, τον Σίγκμουντ Φρόυντ. Ο Αϊνστάιν ήταν βαθιά προβληματισμένος με τον Α’Π.Π., που είχε τερματιστεί μόλις πριν 14 χρόνια. Δέκα εκατομμύρια άνθρωποι σκοτώθηκαν στα πεδία μάχης της Ευρώπης, για λόγους που κανένας δεν μπορούσε να εξηγήσει με τη λογική. Όπως και πολλοί άλλοι που είχαν ζήσει τον πόλεμο, ο Αϊνστάιν ήταν τρομοκρατημένος με τη σκέψη ότι μπορούν να χαθούν ανθρώπινες ζωές με τόσο μαζικό τρόπο και ανησυχούσε ότι μπορεί να συμβεί και άλλος τέτοιος πόλεμος. Θεώρησε ότι ο Φρόυντ, ο καλύτερος ψυχολόγος του κόσμου, θα μπορούσε να απαντήσει στο ερώτημα: Γιατί κάνουν πόλεμο οι άνθρωποι;

«Αγαπητέ καθηγητή Φρόυντ … », έγραψε, « … υπάρχει τρόπος να απαλλαγεί το ανθρώπινο είδος από τη συμφορά του πολέμου;» Κατόπιν τούτου αναφέρθηκε «σ’ αυτή τη μικρή αλλά αποφασισμένη ομάδα ανθρώπων, ενεργή σε κάθε έθνος, που αποτελείται από τους κατασκευαστές και πωλητές όπλων, οι οποίοι … εκλαμβάνουν τον πόλεμο ως μια ευκαιρία να προωθήσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα και να αυξήσουν την προσωπική τους εξουσία». Στη συνέχεια έθεσε το ερώτημα: «Πώς είναι δυνατόν αυτή η μικρή κλίκα ανθρώπων να υποτάσσει στην υπηρεσία των συμφερόντων της τη θέληση της πλειονότητας, η οποία ζημιώνεται και υποφέρει από τον πόλεμο;»

Ο Αϊνστάιν πρότεινε μια απάντηση: «Ίσως επειδή ο άνθρωπος έχει μέσα του το πάθος του μίσους και της καταστροφής». Και τότε κατέθεσε την τελευταία του ερώτηση στον Φρόιντ: «Είναι δυνατόν να ελέγξουμε την  διανοητική εξέλιξη του είδους έτσι ώστε να το κάνουμε ανθεκτικό απέναντι στις ψυχώσεις του μίσους και της καταστροφικότητας;»

Ο Φρόιντ απάντησε:« Εικάζεις ότι ο άνθρωπος διαθέτει ένα ενεργό ένστικτο μίσους και καταστροφικότητας, το οποίο είναι επιδεκτικό σε τέτοιους ερεθισμούς. Συμφωνώ απόλυτα μαζί σου … Ακόμη και η πιο επιφανειακή ματιά στην ιστορία θα μας αποκαλύψει μια ατελείωτη σειρά συγκρούσεων μεταξύ των ανθρώπινων κοινοτήτων». Ο Φρόυντ επισήμανε την ύπαρξη δύο θεμελιωδών ενστίκτων στο ανθρώπινο είδος: το ερωτικό ένστικτο και το αντίθετό του, το καταστροφικό. Και στήριζε τη μόνη του ελπίδα για την επικράτηση του ερωτικού ενστίκτου στην πολιτισμική ανάπτυξη της ανθρώπινης φυλής, που περιλαμβάνει και «την ενδυνάμωση της νοημοσύνης, η οποία έχει την τάση να δαμάζει την ενστικτώδη συμπεριφορά».

Ο Αϊνστάιν είχε διαφορετική άποψη για την αξία της νόησης, όσον αφορά την τιθάσευση των ενστίκτων. Μετά την αναφορά «στις ψυxώσεις του μίσους και της καταστροφικοτητας» κατέληξε: «Η εμπειρία μας δείχνει ότι η επονομαζόμενη ιντελιγκέντσια είναι αυτή που ενδίδει πιο εύκολα σε τέτοιου είδους καταστροφικές, συλλογικές αποφάσεις».

Εδώ, λοιπόν, έχουμε δύο από τα μεγαλύτερα μυαλά του αιώνα να εμφανίζονται ανήμπορα, και απoγoητευμένα μπροστά στο αναπόφευκτο του πολέμου. Ο Αϊνστάιν, ριψοκινδυνεύοντας την υπόθεση ότι αυτά τα επιθετικά ένστικτα αποτελούν τη ρίζα του κακού, ζητά από τον Φρόυντ, τον ειδικό των ενστίκτων, να τον βοηθήσει να βρει μια λύση. Σημειώστε, όμως, ότι ο Αϊνστάιν έχει μεταπηδήσει από την αρχική σκέψη ότι «Ο άνθρωπος έχει μέσα του ένα πάθος» στο επίπεδo των καταστροφικών συλλογικών αποφάσεων». Ο Φρόιντ παραβλέπει αυτο το λογικό άλμα από τα ένστικτα στον πολιτισμό και επιβεβαιώνει ότι «το ένστικτο της καταστροφικότητας» είναι η ριζική αιτία του πολέμου.

Όμως, ποια απόδειξη επικαλείται ο Φρόιντ για την ύπαρξη ενός τέτοιου ενστίκτου; Υπάρχει κάτι παράξενο στο επιχείρημά του. Δεν καταθέτει καμία απόδειξη από το πεδίο της ειδικότητάς του, την ψυχολογία. Η απόδειξή του βασίζεται σε μια «επιφανειακή ματιά στην ιστορία».

Ας δούμε, ωστόσο, το ίδιο ζήτημα που εξετάζεται πενήντα χρόνια αργότερα, από μια σχολή σκέψης που δεν υπήρχε στην εποχή του Φρόυντ, την κοινωνιοβιολογία. Ο κυριoτεpoς εκπρόσωποςτης σχολής αυτης είναι ο Ε. Ουίλσον, καθηγητής του Χάρβαρντ και διακεκριμένος επιστήμονας. Το βιβλίο του Κοινωνιοβιολογία είναι μια εντυπωσιακή πραγματεία της συμπεριφοράς διαφόρων βιολογικών ειδών που έχουν τάσεις κοινωνικότητας, όπως τα μυρμήγκια και οι μέλισσες.

Στο τελευταίο κεφάλαιο της Κοινωνιοβιολογίας, ο Ουίλσον αναφέρεται στους ανθρώπους. Αυτή η αναφορά προκάλεσε τόσο μεγάλο ενδιαφέρον, που τον ανάγκασε να γράψει ολόκληρο βιβλίο με το θέμα αυτό: Περί Ανθρώmνης Φύσης. Μέσα σ’ αυτό υπάρχει ένα κεφάλαιο για την επιθετικότητα. Ξεκινά με την ερώτηση: «Είναι τα ανθρώπινα πλάσματα εγγενώς επιθετικά;» Δύο γραμμές μετά γράφει: «Η απάντηση είναι ναι» (χωρίς κανένα δισταγμό), ενώ στην επόμενη πρόταση εξηγεί γιατί: «Σ’ όλη την ανθρώπινη ιστορία, ο πόλεμος, εκφράζοντας απλώς την πιο οργανωμένη μορφή επιθετικότητας, υπήρξε ενδημικός σε κάθε μορφή κoινωνίας από εκείνες των ρακοσυλλεκτών-κυνηγών μέχρι τα βιομηχανικά κράτη».

Εδώ έχουμε και πάλι μια παράξενη κατάσταση. Οι αποδείξεις για την ύπαρξη του ενστίκτου της επιθετικότητας, που επικαλείται ο ψυχολόγος (Φρόιντ), δεν  βρίσκονται ,στην ψυχολογία αλλά στην ιστορία. Αντίστοιχα, οι αποδείξεις του βιολόγου (Ουίλσον) δε βρίσκονται στη βιολογία αλλά στην ιστορία.

Αυτό μάς δείχνει ότι δεν υπάρχουν ικανά τεκμήρια ούτε από την ψυχολογία ούτε από τη βιολογία που να στηρίζουν την άποψη για την ύπαρξη του ενστίκτου της επιθετικότητας. Γι’ αυτό οι σπουδαίοι αυτοί στοχαστές στράφηκαν προς την ιστορία. Με αυτή την έννοια δε διαφέρουν από τον απλό άνθρωπο, του οποίου η σκέψη ακολουθεί την ίδια λογική: η ιστορία είναι γεμάτη από πολέμους είναι αδύνατο να βρεις εποχή χωρίς πόλεμο,  αυτό πρέπει να σημαίνει ότι ο πόλεμος έχει τις ρίζες του στην ανθρώπινη φύση, σε κάτι βιολογικό, μια ενόρμηση, ένα ένστικτο που ευθύνεται για τη βίαιη επιθετικότητα.

Αυτή η λογική είναι ευρέως διαδεδομένη στη μοντέρνα σκέψη, σε όλες τις τάξεις ανθρώπων, μορφωμένων και μη, και παρόλα αυτά είναι σίγουρα λαθεμένη,  ή, ακόμη χειρότερα, είναι και επικίνδυνη.

Είναι λαθεμένη, διότι ουσιαστικά δεν υπάρχει καμία απόδειξη που να τη στηρίζει. Ούτε στη γενετική ούτε στη ζωολογία ούτε στην ψυχολογία ούτε στην ανθρωπολογία ούτε στην ιστορία ούτε καν στη συνηθισμένη εμπειρία των στρατιωτών στον πόλεμο. Είναι και επικίνδυνη, διότι αποσπά την προσοχή μας από τις μη βιολογικές αιτίες της βίας και του πολέμου.

Παρόλα αυτά, φαίνεται ότι η απόλυτη αποδοχή από τον Ουίλσον της ιδέας ότι τα ανθρώπινα πλάσματα είναι «ευγενώς επιθετικά» οφείλεται στο δικό του επαναπροσδιορισμό των όρων «εγγενής» και «επιθετικές». Στο βιβλίο του Περί Ανθρώπινης Φύσης σημειώνει: «Η εννoιά του εγγενούς χαρακτηριστικού αναφέρεται στη μετρήσιμη πιθανότητα να αναπτυχθεί το γνώρισμα αυτό σε συγκεκριμένες συνθήκες … Με αυτό το κριτήριο, τα ανθρώπινα πλάσματα διαθέτουν μια εντοπισμένη γενετική προδιάθεση για επιθετική συμπεριφορά». Εξάλλου η έννοια της επιθετικότητας αφορά μια πλειάδα ανθρώπινων πράξεων, εκ των οποίων μόνο ορισμένες είναι βίαιες.

Με άλλα λόγια, όταν ο Ουίλσον αναφέρει ότι οι άνθρωποι είναι «εγγενώς επιθετικοί», δεν εννοεί ότι όλοι έχουμε γεννηθεί με ένα ακαταμάχητο ορμέμφυτο επιθετικότητας, αλλά ότι η ύπαρξή της εξαρτάται από το περιβάλλον μας. Επιπλέον όταν γινόμαστε επιθετικοί, δε γινόμαστε απαραίτητα και βίαιοι. Πραγματικά, ο Ουίλσον αναφέρει ότι: «Οι πιο βίαιες μορφές της ανθρώπινης επιθετικότητα; δεν είναι οι εκδηλώσεις των έμφυτων ενορμήσεων». ‘Ετσι έχουμε, σύμφωνα με τον Ουίλσον, «μια πιο ικανοποιητική εξήγηση, η οποία βασίζεται στην αλληλεπίδραση της γενετικής λανθάνουσας δυνατότητας και της κοινωνικής μάθησης».

Η φράση «γενετική λανθάνουσα δυνατότητα» φέρνει πιο κοντά τον Ουίλσον με τους επικριτές του, οι οποίοι τού απέδωσαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, πιο υπερβολικές απόψεις για την έμφυτη επιθετικότητα, από αυτές που πραγματικά είχε. Αυτή σημαίνει ότι οι άνθρωποι σίγουρα διαθέτουν εξαρχής (γενετικά) τη δυνατότητα για βία, αλλά διαθέτουν, επίσης, και τη δυνατότητα για ειρηνισμό. Αυτό αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να ισχύσει κάποια απ’ όλες τις πιθανότητες, ανάλογα με τις συνθήκες που μας επιβάλλονται και τις συνθήκες που δημιουργούμε οι ίδιοι για τους εαυτούς μας.

Δεν υπάρχει, απ’ όσο ξέρουμε, γονίδιο της επιθετικότητας. Πραγματικά, δε γνωρίζουμε την ύπαρξη συγκεκριμένου γονιδίου για οποιαδήποτε μορφή ανθρώπινης συμπεριφοράς (δέχομαι την πιθανότητα μια γενετική ανωμαλία του εγκεφάλου να ευθύνεται για τη βίαιη συμπεριφορά ενός ατόμου, αλλά και μόνο το γεγονός ότι πρόκειται για ανωμαλία μάς δείχνει ότι δε μιλάμε για ένα κοινό χαρακτηριστικό). Η επιστήμη της γενετικής, η μελέτη αυτού του κληρονομικού υλικού που μεταφέρεται τυχαία από τα 40 χρωμοσώματα του κάθε ανθρώπινου κυττάρου και μεταδίδεται από γενιά σε γενιά, έχει αποκαλύψει πολλά πράγματα για τα γονίδια των φυσικών χαρακτηριστικών, πολύ λίγα για τα γονίδια που αφορούν τις διανοητικές δυνατότητες, και σχεδόν τίποτα για τα χαρακτηριστικά που αφορούν την προσωπικότητα του ατόμου (βία, ανταγωνιστικότητα, ευγένεια, δυστροπία, χιούμορ κ.ά.).

Ο συμμαθητής του Ουίλσον στο Χάρβαρντ Στέφεν Γκουλντ, εξειδικευμένος στην εξέλιξη, αναφέρει πολύ κατηγορηματικά (στο Natural History Magazίne, 1976): «Ποια είναι τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι συγκεκριμένες ανθρώπινες κοινωνικές συμπεριφορές οφείλονται σε γονίδια;». Προς το παρόν, η απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει κανένα στοιχείο απολύτως».

Ο διακεκριμένος βιολόγος Π. Μένταγουορ αναφέρει το εξής: «Μέχρι τώρα το πιο σημαντικό χαρακτηριστικό του ανθρώπου είναι ότι διαθέτει και ασκεί ηθική κρίση και ότι δεν είναι στο έλεος των ορμονών και των γονιδίων.

Την άνοιξη του 1986, σε μια διεθνή διάσκεψη στη Σεβίλη της Ισπανίας, οι επιστήμονες κατέληξαν σε μια δήλωση, όσον αφορά τη σχέση της ανθρώπινης φύσης με τη βίαιη επιθετικότητα: «Είναι επιστημονικά λαθεμένο να λέγεται ότι ο πόλεμος οφείλεται σε κάποιο «ένστικτο» ή άλλο ,απλό κίνητρo … Ο σύγχρονος πόλεμος εμπεριέχει την επίσημη θεσμική εκμετάλλευση ατομικών χαρακτηριστικών, όπως η υπακοή, η επιδεκτικοτητα σε επηρεασμό, η ιδεοληψία … Το συμπέρασμά μας είναι ότι η βιολογία δεν καταδικάζει την ανθρωπότητα σε πόλεμο». ,

Τι ισχύει για τις ενδείξεις από την ψυχολογία; Αυτή η επιστήμη δεν είναι τόσo «σκληροπυρηνική» όσο η γενετική. Οι γενετιστές μπορούν να εξεταζoυν τα γονίδια, ακόμη και  να τα συναρμόζουν σε νέες μορφές. Αυτο που κάνουν οι ψυχολόγοι είναι να παρατηρούν τον τρόπο που συμπεριφέρονται και σκέπτoνται οι άνθρωποι, να τους εξετάζουν, να τους ψυxαναλυoυν, να διεξάγουν πειράματα για να δουν πώς αντιδρούν σε διάφορα ερεθίσματα, και προσπαθούν να καταλήξουν σε λογικά συμπεράσματα για τους λόγους για -τους oποίoυς οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με κάποιον τρόπο. Δεν υπάρχει τίποτα στα ευρήματα των ψυχολόγων που να αποτελεί απόδειξη για την ύπαρξη ενστίκτου στο οποίο να οφείλεται η βίαιη επιθετικότητα του πολέμου. Γι’ αυτόν το λόγο ο Φρόιντ, θεμελιωτής της σύγxρoνης ψυχολογίας, έπρεπε να αναζητήσει στην ιστορία τις απoδείξεις για το ένστικτο της επιθετικότητας.

Στο Γειλ, τη δεκαετια του ’60, πραγματοποιήθηκε το διάσημο «πείραμα πού πήρε το όνομα του», από τον ψυχολόγοι που είχε την ευθύνη του πειράματος. Στο πείραμα συμμετείχε μια ομάδα πληρωμένων εθελοντών, στους όποιους είχαν πει ότι θα βοηθήσουν σε ένα πείραμα σxετικό με τις επιδράσεις  της τιμωρίας στη διαδικασία της μάθησης. Καθένας εθελοντής καθόταν σε μια θέση, όπου παρατηρούσε κάποιον που, συμμετείχε σε ένα τεστ φορώντας ηλεκτρόδια συνδεδεμένα σε έναν πίνακα ελέγχουμενoυ, τον οποίο χειριζόταν ο εθελοντής. Ζητήθηκε από τον εθελοντή να παρατηρεί το τεστ και, όταν δινόταν λάθος απάντηση, να πατάει ένα κουμπί προκαλώντας ηλεκτρικό σοκ στον άνθρωπο που εξεταζόταν. Mετά από καθένας λαθεμένη απάντηση η ένταση του σοκ αυξανόταν. Στoν πινάκα έλεγχου υπήρχαν 30 διακόπτες, με ετικέτες που ξεκινoυσαν από «ελαφρύ σοκ» και έφταναν μέχρι «κίνδυνος ισχυρό σοκ».

Αυτό, που δεν είxαν πει στον εθελοντή ήταν ότι ο άνθρωπος που εξεταζόταν ήταν ηθοποιός και ότι το ηλεκτρικό σοκ ήταν ψεύτικο. Ο ηθοποιός αποκρινόταν ότι πονoύσε, όταν ο, εθελοντής πατούσε το κουμπί. Οταν ένας εθελοντής δίσταζε να συνεχίσει να προκαλεί πόνο ο υπεύθυνος πειράματος του έλεγε περίπου ότι «το πείραμα απαιτεί από σένα να συνεχίσεις». Κάτω απ’ αυτές τις συνθήκες, τα δύο τρίτα των εθελοντών συνέxιζαν να πατούν τους ηλεκτρικούς διακόπτες, ακόμη και όταν οι εξεταζόμενοι επιδείκνυαν σημάδια ανυπόφορου πόνου. Το ένα τρίτο αρνήθηκε.

Το πείραμα, πραγματoπoήθηκε με τους εθελοντές σε διαφορετικές αποστάσεις απo τους εξεταζομένους. Όταν δε βρίσκονταν κοντά τους, περίπου το 35% των εθελοντών περιφρόνησαν την εξουσία, ακόμη και όταν δεν μπορούσαν να δουν ή να μιλήσουν με τον εξεταζόμενο. Όταν, όμως, ήταν πολύ κοντά, το 70% αρνήθηκαν να υπακούσουν στις διαταγές.

Η συμπεριφορά των ανθρώπων που προθυμοποιήθηκαν να ασκήσουν το μέγιστο πόνο μπορεί σίγουρα να εξηγηθεί χωρίς αναφορά στην «ανθρώπινη φύση». Η συμπεριφορά τους ήταν μαθημένη και όχι έμφυτη. Αυτό που είχαν μάθει είναι αυτό, που μαθαίνουν οι περισσότεροι άνθρωποι του σύγχρονου πολιτισμού, δηλαδή να ακoλoυθoυν διαταγές, να κάνουν τη δουλεία για την oποία τους προσέλαβαν, να υπακούουν τους ειδικούς υπευθύνους. Στη διάρκεια του πειράματος, οι επιβλέποντες, που συμπεριφέρονταν ως άνθρωποι υψηλού κύρους και με μια ορισμένη νομιμοποίηση ως διευθυντές ενός «επιστημόνο’κοινωνικoυ» πειράματος, διαβεβαίωναν συνεχώς τους εθελοντές οτι έπρεπε να πατούν τους διακόπτες, ακόμη, και αν οι εξεταζoμενoι έδειχναν οτι πονούσαν πολύ. Όταν οι εθελοντές ήταν μακριά από τα θύματα, ήταν πιο εύκολο να υπακούουν στους επιβλέποντας. Όταν, όμως, έβλεπαν ή άκουγαν τον πόνο από κοντά, τότε γεννιόταν στην ψυχή τους ένα ισχυρό φυσικό συναίσθημα συμπάθειας, που τους έκανε να αψηφούν τις διαταγές των γεμάτων αυτοπεποίθηση και επισημότητα επιστημόνων που επέβλεπαν το πείραμα.

Κάποιοι θεώρησαν ότι το πειράμα ανέδειξε μια βιαιότητα, έμφυτη στον άνθρωπο. Όμως αυτό δεν ήταν το συμπέρασμα του Στανλέρ Μίλγκραμ, που διεύθυνε τη μελέτη. Ο Μίλγκραμ συνόψισε τα συμπεράσματά του ως εξής: «Το κυρίαρχο εύρημα της μελέτης είναι η υπερβολική προθυμία των ενηλίκων να ακoλoυθήσουν στο έπακρο την προσταγή μίας εξουσιαστικής αυθεντίας … Αυτο είναι, πιθανόν, το πιο βασικό πόρισμα: κανονικοί άνθρωπoι, απλώς κάνοντας τη δουλεία τους, και χωρίς κάποια συγκεκριμένη εχθρότητα απo πλευράς τους, γίνεται να μετατραπούν σε συντελεστές μιας φρικτής αποτρόπαιας διαδικασίας».

Πρόκειται λοιπόν για μια μαθημένη συμπεριφορά «πάντα vα υπακούς» «κάνε τη δουλειά σου» και όχι για φυσική ενόρμηση. Αυτή η συμπεριφορά κρύβεται πίσω από το γεγoνός ότι πολλοί από τους εθελοντές συνέχισαν να πατούν τους διακόπτες και να προκαλούν πόνο.  Αυτό που είναι αξιοσημείωτο στο πείραμα Μίλγκραμ σχετικά με τη δύναμη «του καθήκοντος … της υπακοής», που μαθαίνουμε από την παιδική ηλικία, δεν είναι ότι τόσοι πολλοί υπάκουσαν, αλλά ότι τόσοι πολλοί αρνήθηκαν.[1]

Ο Κ. Σνόου, βρετανός μυθιστοριογράφος και επιστήμονας, έγραψε το 1961:

Αν αναλογιστείς τη μακρόχρονη και ζοφερή ιστορία του ανθρώπου, θα ανακαλύψεις, ότι τα περισσότερα ειδεxθή εγκλήματα έχουν διαπραχθεί στο ονομάστηκε της υπακοής και όχι στο όνομα της επανάστασης Οι γερμανoι αξιωματικοί είχαν εκπαιδευτεί με τον πιο άτεγκτο κώδικα υπακοής… στο όνομα της υπακοής συμμετείχαν και βοήθησαν να διαπραχθούν οι πιο διεφθαρμένες πράξεις μεγάλης κλίμακας στην ιστορία του κόσμου.

Τι στοιχεία μπορεί, όμως, να μας προσφέρει η ανθρωπολογία, δηλαδή η συμπεριφορά των «πρωτόγονων» ανθρώπων, οι οποίοι υποτίθεται ότι είναι, πιο κοντά στη «φυσική. κατάσταση, και γι’ αυτό μπορούμε να βρούμε σ’αυτούς πειστικά στοιχεια για την «ανθρώπινη φύση». Έχουν γίνει πολλές, μελέτες για τα χαρακτηριστικά της προσωπικότητας τέτοιων ανθρώπων, όπως είναι οι Μπούσμεν της Αφρικής, οι Ινδιάνοι της Β. Αμερικής, οι φυλές της Μαλαισίας, οι Τασαντέι των Φιλιππίνων κ.α

Τα συμπεράσματα μπορούν εύκολα να συνοψιστούν: Δεν υπάρχει καμιά μόνιμη και σταθερή συμπεριφορά πολεμοχαρής ή φιλειρηνική υπάρχουν τεράστιες διαφοροποιήσεις. Στην Β. Αμερική, οι Ινδιάνοι του κάμπου ήταν πολεμοχαρείς, ενώ οι Τσερόκι της Τζόρτζια φιλειρηνικοί.

Ο ανθρωπολόγος Kόλια Τέρνμπελ πραγματοποίησε δύο διαφορετικές επιτόπιες μελέτες, ζώντας για ένα διάστημα μαζί με τις πρωτόγoνες φυλές στο βιβλίο του The Forest Ρeοple περιγράφει τους Πυγμαιoυς του δάσους Ιτουρι στην Κεντρική Αφρική ως υπέροχους, ευγενικούς ανθρώπους, οι οποίοι τιμωρούσαν κάποιον που έτυχε να σφάλει, στέλνoντας τον στο δάσος για, να στεναχωρηθεί. ‘Οταν μελέτησε τη φυλή Mπoύτι του Ζαϊρ, τους βρήκε πολύ συνεργάσιμους και φιλειρηνικούς. Αντίθετα, oταν ο Τέρνμπελ έζησε με τη φυλή Ικ της Ανατολικής Αφρικής, τους οποίους περιγράφει στο βιβλίο του The Mountain Ρeοple, τους βρήκε μοχθηρούς και εγωιστές.

Οι διαφορές στη συμπεριφορά που ανακάλυψε ο Τέρνμπελ δεν εξηγούνται με τη γενετική ούτε αποδίδονται στη φύση των ανθρώπων αυτών, αλλά oφείλoνται στο περιβάλλον τους και τις συνθήκες διαβίωσης. Η σχετικά εύκολη ζωή των ανθρώπων τού δάσους καλλιέργησε την καλή θέληση και τη γενναιοδωρία, Οι Iκ, από την άλλη μεριά, αφού το κράτος τους έδιωξε αποδίδονται τoυν φυσικούς τους κυνηγότοπους για να φτιάξει ένα εθνικό πάρκο, κατέληξαν να διάγουν μια απομονωμένη ζωή στα χέρσα βουνά με, ελαχίστη τροφή. Η απεγνωσμένη τους προσπάθεια να επιβιωσoυν γέννησε την επιθετική καταστροφικότητα που παρατήρησε ο Τέρνμπελ,.

Έγιναν πoλλές προσπάθειες να χρησιμοποιηθούν τεκμήρια από την ηθολογία (τη μελέτη της συμπεριφορας των ζώων) για να «αποδειχτεί» έμφυτη επιθετικότητα των ανθρώπων. Για παράδειγμα, ο Ρόμπερτ Άρντρεϊ επικαλείται το γεγoνός ότι τα ζώα προστατεύουν την περιοχή τους, για να αποδείξει την ύπαρξη στους ανθρώπους ενός έμφυτου καθήκοντος προστασίας περioχής, το οποίο ευθύνεται για τους πολέμους. Παρόμοια, ο Ντεσμοντ Μορις επικαλείται στοιχεία που αφορούν τα πρωτεύοντα θηλαστικά (The Naked Ape), για να συμπεράνει ότι οι άνθρωποι είναι βαθιά επηρεασμένοι από την καταγωγή τους στην πορεία της εξέλιξης, ως πρωτονονοι κυνηγoι.

Αλλά η μελέτη της συμπεριφορας των ζώων προσφέρει αντικρουόμενες ενδείξεις, οι μπαμπουίνοι του ζωολoγικoυ κήπου του Λονδίνου βρέθηκαν να είναι βίαιοι, ενώ στα λιβάδια της Νότιας Αφρικής η συμπεριφορά τους ήταν φιλειρηνική. Η διαφοροποίηση αυτή εξηγείται εύκολα από το γεγονός ότι στο Λονδίνο οι μπαμπουίνοι ήταν ξένοι μεταξύ τους και βρέθηκαν μαζί λόγω της ανθρώπινη; επέμβασης. Ακόμη και όταν ήταν επιθετικοί, αυτό σήμαινε κυρίως, φωνές και λογομαχίες και όχι σωματική βία.

Μπορούμε, επίσης, να αναφέρουμε το έργο του Κόνραντ Λόρεντζ, ενός σημαντικού ζωολόγου και ειδικού στη μελέτη των πτηνών, ο οποίος μπήκε στον πειρασμό να αναφερθεί στην ανθρώπινη συμπεριφορά, στο βιβλίο του Οn Aggression. Ο Λορεντζ συχνά αναφέρει ότι τα επιθετικά ένστικτα των ανθρώπων προέρχονται από τα ζώα στην πορεία της εξέλιξης των ειδών. Όμως δεν είναι και τόσο κατητηγoρηματικό. Πραγματικά, σε ένα σημείο αναφέρει ότι κανένα από τα λεγόμενα ένστικτα μας δεν είναι τόσο επικίνδυνο όσο η «συναισθηματική» μας πιστή σε πολιτισμικές αξίες.

Είναι μεγάλο άλμα, όπως και να’χει, η μετάβαση απo τις μέλισσες τις πάπιες ή ακόμη και τους μπαμπουίνους στα ανθρώπινα πλάσματα. Αυτό το λογικό άλμα δεν λαμβάνει υπόψη του τον κρίσιμο παράγοντα διαφοροποίησης, τον ανθρώπινο εγκέφαλο, που μας δίνει τη δυνατότητα της μάθησης και του πολιτισμού, και γεννά, ένα ολόκληρο φάσμα, πιθανοτήτων, καλών και κακών. Αυτή η ποικιλία δυνατοτήτων δεν, είναι διαθέσιμη στα πλάσματα με περιορισμένη νοημοσύνη, των όποιων η συμπεριφορά καθορίζεται αυστηρά από τα γενετικά τους ένστικτα (παρόλο που, ακόμα και αυτά, σε διαφορετικές συνθήκες, αναπτύσσουν διαφορετικά χαρακτηριστικά).

Ο ψυχολόγος ‘Ερικ ‘Ερικσον, ξεπερνώντας την εμμoνή του Φρόιντ με τα βιολογικά ένστικτα και τις εντυπώσεις της παιδικής ηλικίας, επισημαίνει το γεγονός ότι, αντίθετα με τα περισσότερα ζώα, τα ανθρώπινα πλάσματα περνούν μια μακρόχρονη παιδική ηλικία, στην oποία επιτελείται η διαδικασία της μάθησης και ο πολιτισμικός καθορισμός. Αυτό γεννά την πιθανότητα για πολύ μεγαλύτερη ποικιλία συμπεριφορών. Ο Ερικσον αναφέρει ότι οι πολιτισμοί μας έχουν δημιουργήσει «ψευτοείδη», δηλαδή εικονικές κατηγορίες φύλων και εθνών, οι οποίες εξαλείφουν την αίσθηση που θα έπρερε να εxoυμε ως ενιαίο είδος και καλλιεργούν την επιθετικότητα, η όποια μετατρέπεται σε βία.

Τα ζώα, εκτός από τους ανθρώπους, δεν κάνουν πόλεμο. Δεν εμπλέκονται σε συστηματική, οργανωμένη άσκηση βίας στο όνομα μιας αφηρημένης ιδέας. Αυτό είναι χάρισμα των όντων με ανεπτυγμένο εγκέφαλο και πολιτισμό. Τα ζώα ασκούν βία για συγκεκριμένο, ορατό λογομαχίες, την ανάγκη για τροφή και για αυτοάμυνα.

Γενετική, ψυχολογία, ανθρωπολογία και ζωολογία σε κανένα από αυτά τα πεδία δεν υπάρχουν αποδείξεις ότι υφίσταται κάποιο ανθρώπινο ένστικπο το οποίο να ευθύνεται για το είδος της επιθετικής βίας που χαρακτήριζε τον πόλεμο. Τι ισχύει, όμως, στην ιστορία, την οποία επικαλέστηκε ο Φρόυντ;

Ποιος  μπορεί να αρνηθεί τη συχνότητα με την οποία απαντά ο πόλεμος στην ανθρώπινη ιστορίας Αυτή η μόνιμη παρουσία του, όμως, δεν αποδεικνύει ότι αίτια του πολέμου είναι η ανθρώπινη φύση. Δεν υπάρxoυν, άραγε, άλλα επαναλαμβανόμενα φαινόμενα στις  ανθρώπινες κοινωνίες τα oπoια να συνδεoνται με τα συνεχή ξεσπάσματα του πολέμου και να τα εξηγείταιoυν, χωρίς  να χρειάζεται να προσφύγουμε σ’ αυτά τα μυστηριώδη ένστικτα, τα όποια η επιστήμη, όσο και αν προσπαθεί δεν μπορεί να τα ανακαλύψει στα γονίδιά μας; Για παράδειγμα, η ύπαρξη εξουσιαστικών ελίτ, οι οποίες ερωτεύονται την εξουσία τους και προσπαθούν να την επεκτείνουν, δεν είναι ένα απ’ αυτά τα επαναλαμβανόμενα φαινoμενα; Δεν είναι ένα ακόμη τέτοιο μόνιμο φαινόμενο και η απληστία, όχι του λαoύ, αλλά των ισχυρών μειοψηφιών της κοινωνίας, οι οποίες αποζητούν ολοένα και περισσότερο; πρώτες ύλες, περισσότερες αγορές, περισσότερη γη η καταλληλότερα μέρη για επενδύσεις; Δεν κυριαρxει, ειδικά στο σύγχρονο κόσμο, μια μόνιμη ιδεολογία εθνικισμoυ; Δηλαδή ένα σύνολο πεποιθήσεων που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά, σύμφωνα με την οποία τα πάτρια εδάφη πρέπει να αποτελούν αντικειμενo τυφλής λατρείας, με αποτέλεσμα να μετατρέπονται σε αίτια εξαγρίωσης, κάνοντας τους ανθρώπους να επιθυμούν να σκοτώσουν τα παιδιά από άλλες πατρίδες;

Σίγουρα, δε χρειαζόμαστε την ανθρώπινη φύση για να εξηγήσουμε τον πόλεμο. υπάρχουν άλλες εξηγήσεις, αλλά η ανθρώπινη φύση είναι η εύκολη λύση. Δεν απαιτεί καθόλου σκέψη. Αντίθετα, η ανάλυση των κοινωνικών: οικoνoμικών και πολιτισμικών παραγόντων, οι οποίοι σ’όλη την πορεία της ανθρώπινης ιστορίας έχουν οδηγήσει σε τόσους πoλεμους, απαιτεί πολύ κόπο. Δύσκολα μπορεί; να κατηγορήσεις  τους ανθρώπους που την αποφεύγουν.

Aν ξαναρίξουμε μια ματιά, όμως στην υπόθεση ότι η σταθερή παρουσία του πoλεμoυ στην ιστορία αποδεικνύει ότι αυτός οφείλεται στην ανθρώπινη φύση. Το επιχείρημα αυτό βασίζεται στην υπόθεση ότι οι πόλεμοι δεν είναι μόνο συχνοί, αλλά είναι και αδιάκοποι, ότι δεν περιορίζονται μόνο σε ορισμένα έθνη. Διότι, εάν οι πόλεμοι είναι απλώς περιστασιακοί, αν υπάρχουν περίοδο πολέμου αλλά και περίοδοι ειρήνης, αν υπάρχουν έθνη που κάνoυν πόλεμο και άλλα που δεν κάνουν τότε είναι παράλογο να αποδίδουμε την ευθύνη για τον πόλεμο σε κάτι τόσο παγκόσμιο και  καθολικό, όπως είναι η ανθρώπινη φύση.

Όταν κάποιος  επικαλείται ότι «η ιστορία αποδεικνύει … » και τότε αναφέρει μια σειρά ιστορικών γεγονότων, πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί. Υπάρχει πάντα η δυνατότητα να επιλέξουμε γεγονότα από την ιστορία (υπάρχει πολύ υλικό για επιλογή), για να αποδείξουμε σχεδόν τα πάντα γύρω από την ανθρώπινη συμπεριφορά. Όπως ακριβώς μπορούμε να διαλέξουμε από τη ζωή κάποιου, μόνο τις περιπτώσεις που συμπεριφέρθηκε με μοχθηρία και επιθετικότητα, για να αποδείξουμε ότι το άτομο αυτό είναι από τη φύση του μοχθηρό και επιθετικό, έτσι ακριβώς μπορούμε να διαλέξουμε από τη ζωή του μόνο τις περιπτώσεις ευγενικής και στοργικής συμπεριφορας, για να αποδείξουμε ότι το άτομο είναι από τη φύση του καλό.

‘Ίσως πρέπει να ξεφύγουμε απ’ αυτές τις ακαδημαϊκές μελέτες της ιστορίας, της γενετικής, της ανθρωπολογίας της ψυχολογίας και της ζωολογίας, και να στραφoύμε στη σκληρή πραγματικότητα του καθαυτό πολέμου. Προφανώς είχαμε αρκετή εμπειρία απ αυτόν στην εποχή μας.

Θυμάμαι, όταν διάβασα το μυθιστόρημα του Τζον Χέρσεϊ, Twe wαr Lover, ότι μου προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον, πρωτoν γιατί ήμουν θαυμαστής του συγγραφέα, αλλά κυρίως  γιατί το αντικείμενο του ήταν ένα πλήρωμα του Ιπτάμενου Φρουρίου Β-Ι7, βομβαρδιστικού του Β.Π.Π. Υπήρξα και εγώ βομβαρδιστής σε τέτοιο αερoπλάνο στoν ίδιο πόλεμο. Ο πρωταγωνιστής αυτού του μυθιστορήματος ήταν ένας πιλότος ερωτευμένος με τον πόλεμο. Ο ίδιoς αγαπούσε πολύ και τις γυναίκες. Καυχιόταν και κόμπαζε και για τα δυο. Τελικά, αποδείχθηκε ότι οι σεξουαλικοί του άθλοι για τους όποιους περηφανευόταν, ήταν ψεύτικοι και ουσιαστικά, ήτdν ανίκανος. Aποκαλύφτηκε ότι το πάθος του για τους βομβαρδισμούς και τους σκοτωμούς συνδεόταν με την ανικανότητα του.

Όταν τελείωσα το βιβλίο, σκέφτηκα: «Λοιπόν, ίσως  έτσι εξηγείται η συμπεριφορά αυτού του απαίσιου τύπου που διάλεξε ο Χερσει για πρωταγωνιστή και το πάθος του για βία και θάνατο». αλλά δεν εξηγείται έτσι ο πόλεμος.

Οι άνθρωποι που γνώρισα στην Πολεμική Αεροπορία oι πιλότοι, οι ναυτίλοι, οι βομβαρδιστές και οι πυροβολητές των πληρωμάτων πού πετούσαν στην Ευρώπη, ρίχνοντας βόμβες και σκοτώνoντας πoλλούς ανθρώπους δεν ποθούσαν να σκοτώνουν, δεν υποστήριζαν τη βία και δεν ήταν ερωτευμένοι με τον πόλεμο. Είχαν-είχαμε-μπλέξει σε μια μαζική δολοφονία, κυρίως άμαχων ανθρώπων, γυναικoπαιδων και ηλικιωμένων, που έτυχε να κατοικούν στις γειτoνιές, που βoμβαρδιζαμε (επίσημα ήταν όλοι «στρατιωτικοί στόχοι»). Αυτό, όμως, δεν προέρχοταν από τη φύση μας, η οποία δεν ήταν διαφορετική από εκείνη που επιδεικνύαμε όταν παίζαμε ήσυχα, μελετούσαμε και, γενικά, βιώναμε τη συνηθισμένη ζωή των αμερικανών αγοριών στο Μπρουκλιν, τη Νέα Υόρκη ή την Ορόρα και το Μιζούρι.

Οι αιμοσταγείς πράξεις μας οφείλονταν σε ένα σύνολο εμπειριών που δεν είναι δύσκολο να καταγράψουμε: στην ανατροφή μας διδαχτήκαμε να πιστεύουμε ότι οι πολιτικοί ηγέτες μας είχαν ηθικά κίνητρα και ότι μπορούσαμε να τους εμπιστευτούμε για έναν καλύτερο κόσμο. Μάθαμε ότι στον κόσμο υπάρχουν καλοί άνθρωποι και κακοί, καλές χώρες και κακές, και η δική μας ήταν καλή. Εκπαιδευτήκαμε να πετάμε με αεροπλάνα, να πυροβολούμε και να αισθανόμαστε υπερήφανοι, όταν κάνουμε τη δουλειά καλά. Εκπαιδευτήκαμε να ακολουθούμε διαταγές, τις οποίας δεν υπήρχε λόγος να αμφισβητήσουμε, αφού όλοι από τη μεριά μας ήταν καλοί, και όλοι από την άλλη μεριά ήταν κακοί. Επιπλέον, δε χρειαζόταν να βλέπουμε μικρά κοριτσάκια να ανατινάζονται από τις βόμβες μας. Ήμασταν 30.000 πόδια ψηλά και κανένας άνθρωπος δεν ήταν ορατός στο έδαφος, καμία κραυγή δεν ακουγόταν. Σίγουρα αυτά είναι αρκετά για να αιτιολογήσουν τη συμμετοχή των ανθρώπων στον πόλεμο. Δε χρειάζεται να αναζητούμε τις αιτίες στα σκοτάδια της ανθρώπινης φύσης.

Πράγματι, αν παρατηρήσουμε έναν σύγχρονο πόλεμο, θα βρούμε άνδρες να εφορμούν με άγρια διάθεση να σκοτώσουν; Δύσκολα. Θα βρούμε άνδρες (και μερικές γυναίκες) που κατατάσσονται στο στρατό, αποζητώντας εκπαίδευση, καριέρα, συντροφικότητα, δόξα, ψυχολογική και οικονομική ασφάλεια. Θα βρούμε άλλους που στρατολογούνται από το νόμο, με την απειλή της φυλάκισης σε περίπτωση που αρνηθούν. Kαι όλοι αυτοί, ξαφνικά, μεταφέρονται στο πεδίο της μάχης, όπου η συνηθεία να ακολουθούν διαταγές και η πλύση εγκεφάλου για την ορθότητα της αποστολής τους, μπορούν να υπερνικήσουν το φόβο του θανάτου ή τις ηθικές αναστολές για το φόνο άλλων ανθρώπων.

Πoλλοί παρατηρητές πολέμων, και πρώην στρατιώτες επίσης, μας έχουν μιλήσει για τα θέλγητρα του πολέμου, για την έλξη που ασκεί στους άνδρες, σαν να υπάρχει κάτι στη φύση των ανδρών που να τους κάνει να γοητεύονται από τον πόλεμο. Ο Γκλεν Γκρέι, που υπηρετούσε στην Υπηρεσία Πληροφοριών του στρατού και έζησε στα ευρωπαϊκά πεδία μάχης κατά το Β’. Π.Π., είχε ένα κεφαλαίο που ονομαζόταν «Η διαρκής γοητεία της μάχης» στο βιβλίο του The Warriors. Μιλάει για την «ακαταμάχητη γοητεία» του πολέμου. Αναφέρει: «Οι συναισθηματικές συνθήκες του πολέμου ήταν πάντα συγκλονιστικές … Πολλοί άνδρες ταυτόχρονα αγαπούν και μισούν τη μάχη».Ποια είναι αυτά τα θέλγητρα του πολέμου σύμφωνα με τον Γκρέι; «Η απόλαυση της θέας, της συντροφικότητας, η ευχαρίστηση της καταστροφής».

Αναφέρει τη βιβλική φράση «η λαγνεία του ματιού», για να περιγράψει το ακατανίκητο θέαμα του πολέμου, τις συγκλονιστικές σκηνές, τις εικόνες και τις στιγμές. Πράγματα που δεν είχαν βιώσει ποτέ πριν οι νέοι που ζούσαν συνηθισμένες ζωές σε συνηθισμένα αγροκτήματα ή σε συνηθισμένες γειτονιές. Αυτό είναι αναμφισβήτητα σωστό. Ποτέ δεν είχα δει από κοντά πυροβόλο 50 mm, ποτέ δεν είχα πετάξει τόσο ψηλά με αεροπλάνο μέσα στη νύχτα και τόσο κοντά στα αστέρια. Αυτό με είχε εντυπωσιάσει. Χρησιμοποιούσα τα σκοπευτικά μου και παρακολουθούσα τα φωτεινά σημάδια στο έδαφος που έμοιαζαν με μικρούς φακούς, και ποτέ δεν είχα ξαναδεί από κοντά τούς καπνούς από τα αντιαεροπορικά βλήματα που έσκαγαν δίπλα μου και απειλούσαν τη ζωή μου. Αυτό, όμως, δεν είναι έρωτας για τον πόλεμο, προκύπτει από μια εσωτερική, ανάγκη για οπτική και συναισθηματική συγκίνηση, που συνοδεύει αυθόρμητα τον πόλεμο και μπορεί να γεννηθεί και από άλλες εμπειρίες.

Ο Γκρέι έχει, επίσης, δίκιo για την ισχυρή συντροφικότητα που αναπτύσσουν οι άνδρες στη μάχη: αλλά δεν αποζητούν τη μάχη γι αυτό. ‘Οπως ακριβώς οι φυλακισμένοι δεν αποζητούν τη φυλάκιση: επειδή στη φυλακή συχνά σφυρηλατούνται ισχυροί ανθρώπινοι δεσμοί μεταξύ των κρατουμένων, πολύ ισχυρότεροι απ’ έξω.

Όσο για την «ευχαρίστηση της καταστροφής» αμφιβάλλω γι αυτό. Παραδέχομαι ότι οι εκρήξεις προκαλούν οπτική έξαψη και ότι υπάρχει ικανοποίηση όταν πετύχεις το στόχο, όπως  εκπαιδεύτηκες να κάνεις, αλλά η ευχαρίστηση που γεννιέται όταν κάνεις μια δουλεία καλά αφορά κάθε δουλειά όχι μόνο όταν καταστρέφεις πράγματα.

‘Ολα τα στοιχεία που επικαλούνται ο Γκρέι και άλλοι ως τα «αιώνια θέλγητρα» του πολέμου δεν αφορούν, τη βία και το φόνο, αλλά τα παρεπόμενα μιας κατάστασης πολέμου. Ειναι λυπηρό που η ζωή ειναι τόσο άχαρη και χωρίς καμιά ικανοποίηση, για τόσους ανθρώπους πoυ γνώριζαν τις πρώτες εκστατικές απολαύσεις στη μάχη, είτε «επικά» είτε από άποψη συντροφιάς είτε κάνοντας μια δουλειά καλά. Αυτο μας προκαλεί να αναζητήσουμε αυτό που ο φιλόσοφος Ουίλιαμ Τζέιμς απoκάλεσε «ηθικό ισοδύναμο του πολέμου»: τρόπους να κάνουμε τη ζωή έξω από τον πόλεμο ζωηρή, γεμάτη συναισθήματα και συναρπαστική.

Ο ίδιος ο Γκρέι, παρόλο που προσπαθεί να κατανοήσει και να εξηγήσει αυτά «τα αιώνια θέλγητρα», αγανακτεί με τον πόλεμο. Στο βιβλίο του έχει καταχωρίσει ένα απόσπασμα από το προσωπικό του πολεμικό του ημερολόγιο, γραμμένο στις 8 Δεκεμβρίου 1944, το οποίο αντανακλά όχι μόνο τα δικά του συναισθήματα αλλά και πoλλών άλλων βετεράνων, αναφέροντας ότι ο πόλεμος είναι ύβρις για τη φύση μας ως ανθρώπινα πλάσματα. Εκεί γράφει:

Το προηγούμενο βράδυ έμεινα ξύπνιος και αναλογιζόμουν όλη την απανθρωπιά της υπόθεσης, την κτηνωδία του πολέμου … Θυμήθηκα όλες τις ωμοτητες πoυ είχαμε δει από τότε που ήρθα εδώ, όλους αυτούς τους ανθρώπους που σάπιζαν στη φυλακή, για ορισμένους από τους οποίους βοήθησα και εγώ να μπουν εκεί…. Σκέφτηκα μια ιστορία του Πλάτωνα που αναφέρεται σε έναν σοφό άνθρωπο που ζούσε σε διεφθαρμένη εποχή και αρνιόταν να συμμετέχει στα εγκλήματα των συμπολιτών του, απλώς κρυβόταν πίσω από έναν τοίχο μέχρι να περάσει η μπόρα. Και αυτό το πρωί, όταν σηκώθηκα, κουρασμένος και αναστατωμένος από το κρεβάτι, ήξερα ότι, προκειμένου να επιβιώσω στην εποχή μας, έπρεπε να αγαπήσω περισσότερο. Δε γινόταν αλλιώς.

Οταν η αμερικανική κυβέρνηση αποφάσισε να εμπλακεί στον Α’Π.Π., δε βρήκε ενθουσιώδη ανταπόκριση από τους άνδρες της χώρας, οι οποίοι δεν ανυπομονούσαν να βρουν μια ευκαιρία για να εκτονώσουν τη «φυσιολογική» τους οργή εναντία στον εχθρό ούτε να ικανοποιήσουν τη «φυσιολογική» τους τάση να σκοτώνουν. Πράγματι, ένα ισχυρό κίνημα διαμαρτυρίας έλαβε χώρα ενάντια στην είσοδο στον πόλεμο, που ανάγκασε το Κογκρέσο να ψηφίσει νόμους για να τιμωρήσει την αντιπολεμική δράση (2.000 άνθρωποι καταδικάστηκαν, επειδή εναντιώθηκαν στον πόλεμο). Η κυβέρνηση, εκτός από την αναγκαστική επιστράτευση υπό την απειλή της φυλάκισης και τη δίωξη των διαδηλωτών ενάντια στον πόλεμο, αναγκάστηκε να οργανώσει και μια προπαγάνδα, στέλνοντας 75.000 ομιλίες να κάνουν 750.000 ομιλίες σε εκατοντάδες πόλεις και χωριά, για να πείσουν τους ανθρώπους για την ορθότητα του πολέμου.

Παρόλα αυτά, οι νέοι άνδρες αντιστάθηκαν στη στρατολόγηση. Στη Νέα Υόρκη, ενενήντα από τους πρώτους εκατό στρατολογημένους απαίτησαν εξαίρεση. Στη Μινεσότα, το Minneapolis Journal ανέφερε: «Το κύμα εναντίωσης στη στρατολόγηση εξαπλώνεται σ’ όλη την πολιτεία». Στην Φλόριντα, δύο μαύροι εργάτες πήγαν στο δάσος με ένα όπλο και ακρωτηριάστηκαν για να αποφύγουν τη στρατολόγηση: ο ένας πυροβόλησε τέσσερα δάκτυλα του χεριού του, ο άλλος πυροβολήθηκε στο χέρι δίπλα στον αγκώνα. Ένας γερουσιαστής από τη Τζόρτζια ανέφερε «γενική και εκτεταμένη αντίθεση … στο διάταγμα της στρατολόγησης … Μαζικές διαμαρτυρίες έλαβαν χώρα παντού στην Πολιτεία». Τελικά, πάνω από 330.000 άνδρες καταχωρήθηκαν ως ανυπότακτοι.

Διαθέτουμε πολύ πλούσια πολεμική λογοτεχνία. Μεγάλο μέρος αυτής γράφτηκε από ανθρώπους που βίωσαν τον πόλεμο: Έριχ Ρεμάρκ και Έρνεστ Xεμιvγoυέι στον Α’Π.Π· Νόρμαν Μέιλερ, Τζέιμς Τζόουνς, Κερτ Βόνεγκατ, Τζόζεφ Χέλερ και Πωλ Φούσελ στο Β.Π.Π· οι Φίλιπ Καπούτο, Τιμ Ο’ Μπράιαν, Τζον Ντελβέκιο, Μπιλ Έρχαρτ και Ρον Κόβιτς στο Βιετνάμ. Οι άνδρες που περιγράφουν αυτοί οι συγγραφείς (εκτός λίγων εξαιρέσεων) δεν είναι αιμοσταγείς δολοφόνοι, παραδομένοι σε κτηνώδη ένστικτα που τους υπαγορεύουν να ξεκοιλιάσουν και να εξοντώσουν άλλα ανθρώπινα πλάσματα. Είναι παιδιά της εποχής τους, όπως ο φοβισμένος νεαρός στο Red Badge of CourageJ  αισθάνονται πιο πολύ φόβο παρά μίσος, εξουθένωση παρά οργή, και ανία παρά εκδικητικότητα. Αν κάποιοι απ’ αυτούς μετατρέπονται σε αλλόφρονες δολοφόνους για κάποια λεπτά ή ώρες, δεν είναι δύσκολο να βρούμε τις αιτίες στις παρανοϊκές συνθήκες του πολέμου και στον τρόπο με τον οποίο ανατρέφεται ένας νέος του πολιτισμένου κόσμου στην εποχή μας.

Ο στρατιώτης Τζον Κέτγουιγκ έγραψε ένα γράμμα στη γυναίκα του:

Μετά από τόσα χρόνια προετοιμασίας στα σχολεία, βγαίνεις στην κοινωνία και σου λένε ότι είναι καθήκον σου να σκοτώσεις τα κομμούνια στο Ν. Βιετνάμ. Αν δεν πας εθελοντής, θα σε στρατολογήσουν, θα σε αναγκάσουν να κάνεις πράγματα που δε θέλεις. Θα σε βάλουν φυλακή. Θα σου κόψουν τα μαλλιά και θα σου πάρουν τα κομψά σου ρούχα, θα σε μάθουν να σκοτώνεις. Πώς μπορούν να το κάνουν αυτό; Είναι εντελώς αντίθετο με οτιδήποτε σου είχαν μάθει οι γονείς, οι δάσκαλοι και οι παπάδες. Αν το αμφισβητήσεις, οι γονείς σου θα σου πουν ότι δε θέλουν να πας στον πόλεμο, αλλά καλύτερα αυτό παρά η φυλακή. Ο δάσκαλος θα σου πει ότι είναι το καθήκον σου. Οι παπάδες θα σου πουν ότι δε θα ήθελες να ζήσει η μητέρα σου σε κομμουνιστική χώρα, και γι’ αυτό καλύτερα να πας να τους πολεμήσεις στην Ασία, πριν φτάσουν στην Καλιφόρνια. Και αν τους πεις ότι «δεν είστε εσείς που θα αναγκαστείτε να σκοτώσετε ανθρώπους», τότε θα χάσουν τα λόγια τους.

Ο Τζον Κέτγουιγκ κατατάχτηκε όχι εξαιτίας κάποιου δολοφονικού ενστίκτου, αλλά λόγω της πίεσης που δέχτηκε από τους ανθρώπους γύρω του και της κατήχησης που δέχτηκε κατά την ανατροφή του. Γι’ αυτό δεν είναι παράξενο που κατατάχτηκε. Το αξιοσημείωτο είναι ότι κάποια στιγμή επαναστάτησε.

Ενώ 2 εκατομμύρια άνδρες υπηρέτησαν στο Βιετνάμ, μισό εκατομμύριο ξέφυγαν τη στρατολόγηση με κάπoιo τρόπο. και  από αυτούς που υπηρέτησαν, περίπου 100.000 λιποτάκτησαν. Περίπου 34.000 στρατιώτες πέρασαν από στρατοδικείο και φυλακίστηκαν. Αν πραγματικά λειτούργησε κάποιο ένστικτο, αυτό δεν ήταν υπέρ του πολέμου αλλά εναντίον του.

Από τη στιγμή που ξεσπάσει ο πόλεμος, η ένταση της μάχης και η μαθημένη υπακοή παράγουν φρικαλεότητες. Η σφαγή του Μάι Λάι αποτελεί ακραίο παράδειγμα της δύναμης της κουλτούρας στο να διδάσκει υπακοή. Στο Μάι Λάι, ένα χωριουδάκι του Ν. Βιετνάμ, μια ομάδα αμερικάνων στρατιωτών προσγειώθηκε με ελικόπτερο ένα πρωινό του Μαρτίου 1968, με αποστολή να σκοτώσει τους πάντες στο xωριό. Μέσα σε μία ώρα, παρόλο που δε δέχτηκαν ούτε μια ανταποδοτική βολή, εξόντωσαν περίπου 400 Βιετναμέζους, κυρίως ηλικιωμένους και γυναικόπαιδα. Τους περισσότερους απ’ αυτούς τους μάζεψαν σε χαντάκια και τους αποδεκάτισαν με αυτόματα όπλα.

Ενας από τους αμερικανούς στρατιώτες, ο Τσάρλς Ούτο, είπε αργότερα: «Η εντύπωση που είχα ήταν ότι έπρεπε να σκοτώσουμε τους πάντες στο χωριό … Σύμφωνα με μια διαταγη, έπρεπε να καταστρέψουμε ολοένα το φαγητό, να σκοτώσουμε όλα τα ζώα και όλους τους ανθρώπους … μεταξύ κάψαμε το χωριό … Δε συμφωνούσα με τους σκοτωμούς, αλλά είχαμε διαταχθεί να το κάνουμε».

Δεν είναι καθόλου παράξενο που οι άνδρες πηγαίνουν στον πόλεμο, αφού τους εξαπατούν με καλοπιάσματα, τους εξαγοράζουν με χρήματα, τους κάνουν προπαγάνδα, τους επιστρατεύουν και τους απειλούν. Και δεν είναι επίσης παράξενο που, μετά από την αυστηρή εκπαίδευση, υπακούουν τυφλά στις διαταγές, ακόμη και αν πρόκειται να σκοτώσουν γυναίκες και παιδιά. Αυτό που γεννά έκπληξη είναι ότι ορισμένοι αρνούνται.

Στο Μάι Λάι, κάποιοι στρατιώτες δεν πυροβόλησαν, παρά τις διαταγές : ο Μάικλ Μπέρνχαρτ, ο Ρόι Γουντ, ο Ρομπερτ Μειπλς και ένας ακόμη, ονόματι Γκρζέσικ, Ο υπαξιωματικός Χιου Τόμσον, κυβερνήτης ενός ελικοπτέρου που έτυχε να πετάει πάνω από την περιοχή, όταν είδε τι συνέβαινε, προσγειώθηκε και διέσωσε μερικά γυναικόπαιδα, διατάζοντας τους άνδρες του να πυροβολήσουν τους άλλους στρατιώτες, στην περίπτωση που πυροβολούσαν τους Βιετναμέζους. Ο Τσαρλς Ούτο, που πήρε μέρος στη σφαγή του Μάι Λάι, αργότερα είπε:

Ήμουν 19 χρόνων, και μου είχαν μάθει από μικρό να κάνω αυτό που μου λένε οι μεγαλύτεροι … Τώρα, όμως, θα πω στους γιους μου ότι, αν η κυβέρνηση τους καλέσει να υπηρετήσουν την πατρίδα τους, αυτοί να χρησιμοποιήσουν τη δική τους κρίση … να μη λάβουν υπόψη τους την εξουσία … να βασιστούν στη συνείδησή τους. Μακάρι κάποιος  να μου το είχε πει αυτό, πριν πάω στο Βιετνάμ. Δεν ήξερα. Τώρα πιστεύω ότι δεν πρέπει για τίποτα στον κόσμο να γίνεται πόλεμος … γιατί κάνει άνω-κάτω το μυαλό του ανθρώπου.

Ο βρετανός συγγραφέας Τζορτζ Όργουελ, στο δοκίμιό του Shooting an Elephant, καταγράφει την εμπειρία του ως κατώτερος αξιωματικός της βρετανικής αυτοκρατορίας στη Μπούρμα. Ένας ελέφαντας που είχε ξεφύγει έτρεχε σαν τρελός και τελικά τον πυροβόλησε και τον σκότωσε. Μας λέει, όμως, ότι το έκανε αυτό όχι εξαιτίας κάποιου εσωτερικού κινήτρου ή από έχθρα, αλλά επειδή οι άνθρωποι γύρω του περίμεναν απ’ αυτόν να λειτουργήσει έτσι, ήταν κομμάτι της δουλειάς του. Δεν ήταν στη «φύση» του.

Στις αρχές του 20ου αιώνα, πριν ξεκινήσουν οι συζητήσεις για τη σχέση μεταξύ της βίας και της ανθρώπινη; φύσης, η αμερικανίδα φεμινίστρια και αναρχική Έμμα Γκόλντμαν έγραψε:

Κατακαημένη ανθρώπινη φύση, τι απαίσια εγκλήματα διαπράχτηκαν στο όνομά σου! Κάθε ανόητος, από το βασιλιά μέχρι τον αστυφύλακα, από τον κάθε ξεροκέφαλο άνθρωπο μέχρι τον επιπόλαιο και χωρίς όραμα επιστήμονα, θεωρεί ότι είναι αυθεντία στο θέμα της ανθρώπινη; φύσης. Όσο σπουδαιότερος είναι ο λόγιος τσαρλατάνος, τόσο πιο απόλυτη είναι η επιμονή του για την κτηνωδία και την μικροπρέπεια της ανθρώπινης φύσης. Πώς μπορούμε, όμως, να μιλάμε γι’ αυτήν σήμερα, που η κάθε ψυχή είναι και μια φυλακή, που κάθε καρδιά είναι αλυσοδεμένη, πληγωμένη και ακρωτηριασμένη.

Την άποψή της για τον «επιπόλαιο και χωρίς όραμα επιστήμονα» την επιβεβαίωσε μισό αιώνα αργότερα ο νομπελίστα; βιολόγος Σαλβαντόρε Λουρία, επισημαίνοντας την παρεκτροπή της επιστήμης, που προσπαθεί να αποδώσει τη βίαιη συμπεριφορά στα γονίδιά μας. Ξεπερνώντας το γενετικό ντετερμινισμό και τη μοιρολατρία του (με τον οποίο έχει συνδεθεί τόσο συχνά το αναπόφευκτο του πολέμου και του θανάτου), ο Λουρία αναφέρει ότι στους βιολόγους επιφυλάσσεται ένας πολύ ευγενικότερος ρόλος για το μέλλον: να εξερευνήσουν «την πιο ανεξιχνίαστη λειτουργία: τη δημιουργικότητα του ανθρώπινου πνεύματος».

Η δημιουργικότητα αυτή αποκαλύπτεται στην ανθρώπινη ιστορία, αλλά ο Μακιαβέλι και οι διάδοχοί του, οι ακαδημαϊκοί πεσιμιστές, αγνοούν την ιστορία αυτή, αφού εστιάζουν στις χειρότερες πλευρές της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Υπάρχει, όμως, και η άλλη ιστορία, αυτή της απόρριψης της βίας, των ανθρώπων που αρνήθηκαν να σκοτώσουν και αυτών που προσπάθησαν με πάθος να φτιάξουν την κοινότητά τους. Αυτή γράφτηκε στο παρελθόν μέσα από πράξεις θάρρους και θυσίας, ενάντια σε όλες τις άμεσες πιέσεις του περιβάλλοντος.

Αυτό συνέβη ακόμη και στις απερίγραπτες συνθήκες των γερμανικών στρατοπέδων συγκέντρωσης κατά το Β’Π.Π, όπως γράφει ο Τέρενς Ντε Πρε στο βιβλίο του The Survivor: «Το βάθος, η διάρκεια και η επιμονή της κοινωνικής φύσης του ανθρώπου μπορούν να μετρηθούν από το γεγονός ότι, ενώ οι συνθήκες στα στρατόπεδα συγκέντρωσης ήταν μελετημένες ώστε να στρέφουν τον ένα κρατούμενο ενάντια στον άλλο, άνδρες και γυναίκες, εφευρίσκοντας διάφορους τρόπους, επέμεναν να συμπεριφέρονται κοινωνικά».

Είναι αλήθεια ότι το ανθρώπινο είδος, δυνητικά, μπορεί να ασκήσει απεριόριστη βία. Ταυτόχρονα, όμως, από τη φύση του, μπορεί να επιδείξει και απεριόριστη καλοσύνη. Η μοναδική ικανότητα που έχει ο άνθρωπος να φαντάζεται, δίνει τεράστια δύναμη στον ιδεαλισμό, δηλαδή στη φανταστική δημιουργία ενός καλύτερου κόσμου, που ακόμη δεν υφίσταται. Αυτή η δύναμη έχει χρησιμοποιηθεί λαθεμένα για να οδηγηθούν νέοι άνδρες στον πόλεμο αλλά η δύναμη του ιδεαλισμού μπορεί εξίσου να χρησιμοποιηθεί και στον αγώνα για τη δικαιοσύνη, για να τερματιστεί η μαζική βία του πολέμου.

Οποιοσδήποτε έχει συμμετάσχει σε ένα κοινωνικό κίνημα έχει δει με τα μάτια του το πώς η δύναμη του ιδεαλισμού οδηγεί τους ανθρώπους στο δρόμο της αυτοθυσίας και της συνεργασίας. Θυμάμαι έναν νεαρό μαύρο από το Μισσισσιππή, πολύ αδύνατο και με κακή όραση, τον Σαμ Μπλοκ, που οδηγούσε μαύρους ανθρώπους στην υπηρεσία εκλογικών καταλόγων για να κάνουν εγγραφή, μέσα σε ένα κλίμα δολοφονικό, όπως εκείνο του Γκρίνγουντ του Μισσισσιπή στις αρχές του ’60. Κάποια στιγμή τον πλεύρισε ένας σερίφης (κάποιος άλλος αγωνιστής που άκουγε κατέγραψε τη συζήτηση):

Σερίφης: Αράπη, από πού είσαι;

Μπλοκ: Είμαι ντόπιος  εδώ στο Μισσισσιππή,

Σερίφης: Τους ξέρω όλους τους αράπηδες εδώ.

Μπλοκ: Μήπως ξέρεις και κανέναν έγχρωμο άνθρωπο;

(Ο σερίφης τότε τον έφτυσε.)

Σερίφης: Σου δίνω διορία μέχρι αύριο να φύγεις από δω.

Μπλοκ: Αν δε θες να με ξαναδείς εδώ, καλύτερα να τα μαζέψεις εσύ και να φύγεις, γιατί εγώ θα μείνω.

Η Ιστορία, τόσο φιλότιμη στην καταγραφή των καταστροφών, παραμένει άκρως σιωπηλή απέναντι στον τεράστιο αριθμό πράξεων θάρρους από άτομα που αμφισβήτησαν την εξουσία και αδιαφόρησαν για το θάνατο.

Το ζήτημα της ιστορίας, όμως, η χρήση και η κατάχρησή της, αξίζει να συζητηθεί ξεχωριστα.(σελ68)


Πείραμα Μίλγκραμ –Καταπληκτικό ![1]

`

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΣΣΕΡΑ

Η ΧΡΗΣΗ ΚΑΙ Η ΚΑΤΑΧΡΗΣΗ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ


ριν γίνω επαγγελματίας ιστορικός, πέρασα ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μου στις σκοτεινές και βρώμικες εργατικές κατοικίας της Νέας Υόρκης, είχα πέσει αναίσθητος από χτύπημα αστυνομικού ενώ κρατούσα ένα πανό, δούλεψα 3 χρόνια στα ναυπηγεία και είχα συμμετάσχει στη θηριωδία του πολέμου. Αυτές οι εμπειρίες μου, μαζί με άλλες, με έκαναν να χάσω κάθε διάθεση για «αντικειμενικότητα», είτε στον τρόπο που ζω είτε στον τρόπο που γράφω ιστορία.

Η δήλωση αυτή προβληματίζει ορισμένους ανθρώπους, γι’ αυτό χρειάζεται εξήγηση.

Με αυτά τα λόγια εννοώ ότι, όταν άρχισα να μελετώ ιστορία επίσημα, ήδη γνώριζα ότι δεν το έκανα από απλό «ενδιαφέρον» ή επειδή θα εξασφάλιζα σίγουρη και αξιοπρεπή καριέρα. Με κάποιον τρόπο είχα συγκινηθεί από τον αγώνα των απλών ανθρώπων για επιβίωση, από τή λάμψη και την ασχήμια του πολέμου, και με τα διαβάσματα μου έκανα τη δική μου προσπάθεια να κατανοήσω το φασισμό, τον κομμουνισμό, τον καπιταλισμό και το σοσιαλισμό. Ήταν αδύνατο να μελετήσω ιστορία ως ουδέτερος. Για μένα, η ιστορία ήταν κάτι που θα με βοηθούσε να κατανοήσω και να διορθώσω (τι υπερβολική αισιοδοξία!) τα στραβά αυτού του κόσμου.

Αυτό δε σήμαινε ότι ερευνούσα μόνο τα ιστορικά γεγονότα που ενίσχυαν τις αντιλήψεις μου. Δε σήμαινε ότι αγνοούσα τα στοιχεία που μπορούσαν να αλλάξουν ή να περιπλέξουν την προσωπική μου θεώρηση της κοινωνίας. Σήμαινε, όμως, ότι έθετα ερωτήματα που ήταν σημαντικά για την κοινωνική μεταβολή, που είχαν σχέση με την ισότητα, την ελευθερία, την ειρήνη και τη  δικαιοσύνη, αλλά ήμουν έτοιμος να δεχτώ όλες τις απαντήσεις  που θα προέκυπταν από την ιστορική έρευνα.

Από την αρχή είχα αποφασίσει ότι θα ήμουν προκατειλημμένος, με την έννοια της ολόψυχης υποστήριξης συγκεκριμένων θεμελιωδών αξιών: το δικαίωμα όλων των ανθρώπων ανεξάρτητα από φυλή, εθνικότητα, γένος, θρησκεία στη ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας, τα ιδανικά του Τζέφερσον. Είχα την πεποίθηση ότι η αφιέρωση μιας ολόκληρης ζωής στη μελέτη της ιστορίας είχε αξία μόνο εφόσον στόχευε στα ιδανικά αυτά.

Ήθελα, όμως, να είμαι ανοιχτόμυαλος σχετικά με τα μέσα με τα οποία θα πετύχαινα τους σκοπούς μου. Ακριβοδίκαιη εντιμότητα ήταν απαραίτητη όσον αφορά την καταγραφή του παρελθόντος, διότι κάθε απόφαση για τα μέσα (τακτικέε, μέθοδοι και εργαλεία) έπρεπε να είναι δοκιμαστικής φύσης και ανοιχτή σε αλλαγές, ανάλογα με τα διδάγματα της ιστορίας. Παράλληλα, όμως, δεν ήμουν υποχρεωμένος να εγκαταλείψω τις αξίες, τους σκοπούς και τα ιδανικά που είχα, όποιες κι αν ήταν οι ιστορικές αποκαλύψεις. Γι’ αυτό δεν είχα κανένα κίνητρο να παραμορφώσω το παρελθόν, φοβούμενος ότι μια έντιμη καταγραφή θα έβλαπτε τους σκοπούς μου.

Μήπως αυτό σημαίνει ότι οι αξίες μας, τα αγαπημένα μας ιδανικά δε βασίζονται στην πραγματικότητα, και ότι η επιθυμία για ελευθερία και δικαιοσύνη είναι απλώς μια επιπόλαιη, προσωπική ιδιοτροπία ή ένας υποκειμενικός πόθος; Αντιθέτως, τα ισχυρά μας ορμέμφυτα για ελευθερία και συμβίωση προέρχονται από μια βαθιά, έγκυρη, εσωτερική παρόρμηση (που είναι, επίσης, πραγματικό γεγονός), η οποία συχνά παρεκτρέπεται ή καταβάλλεται από τις τρομερές πιέσεις που ασκεί η κουλτούρα μας, αλλά ποτέ δεν εκμηδενίζεται. Το γεγονός αυτό εξηγεί το φαινόμενο κατά το οποίο άνθρωποι μακροχρόνια υποδουλωμένοι και εξαναγκασμένοι να σιωπούν ξαφνικά επαναστατούν απαιτώντας την ελευθερία τους.

Επαγγελματίες φιλόσοφοι αναφέρονται στο πρόβλημα της σχέσης «δεδομένων-αξιών». Δηλαδή το κατά πόσο οι βασικές αξίες στηρίζονται σε συγκεκριμένα δεδομένα, έτσι ώστε, αν αποδειχτεί ότι τα δεδομένα είναι λάθος, να μεταβληθούν και οι αξίες. Εγώ υποστηρίζω την πίστη σε συγκεκριμένες, βασικές αξίες και επιμένω ότι τα δεδομένα που μπορεί να αποκαλυφτούν από την ιστορική μελέτη μπορούν να τροποποιήσουν τα μέσα αλλά όχι τους σκοπούς.

Θα δώσω ένα παράδειγμα από την προσωπική μου εμπειρία. Όταν ήμουν δεκαεφτά ή δεκαοκτώ χρονών διάβαζα πολλά μυθιστορήματα. Μερικά απ’ αυτά ήταν απλώς διασκεδαστικά. Άλλα ήταν μυθιστορήματα κοινωνικής κριτικής, όπως το βιβλίο του Άπτον Σιγκλαίρ «Η Ζούγκλα» και του Τζον Στάινμπεκ «Τα σταφύλια της οργής».

Δεν ξέρω πότε ακριβώς αποφάσισα να πιστέψω στο σοσιαλισμό που περιγράφει ο Σιγκλαίρ στις τελευταίες σελίδες της Ζούγκλας. Ούτε πότε αποφάσισα να μη φοβάμαι το χαρακτηρισμό «κομμουνιστής», επειδή, όπως αναφέρει κάποιος στα Σταφύλια της Οργής (το παραθέτω κατά προσέγγιση), «κομμουνιστής είναι οποιοσδήποτε ζητάει είκοσι σεντς την ώρα, όταν το αφεντικό πληρώνει δεκαπέντε».

Όταν γνώρισα μερικούς νεαρούς κομμουνιστές στην εργατική γειτονια μου, που με βομβάρδισαν με σοβιετική λογοτεχνία, πείστηκα (όπως πολλοί Αμερικανοί στα χρόνια της μεγάλης οικονομικής κρίσης) ότι αυτό ήταν το σωστό μοντέλο για μια μελλοντική κοινωνία ισoτήτας και δικαιοσύνης, για έναν ορθολογικό σχεδιασμό της παραγωγης και της διανομής αγαθών, για τη δημιουργία ενός «εργατικού κράτους». Όμως, όταν πετούσα στις αποστολές βομβαρδισμού στο Β.Π.Π., έγινα φίλος με έναν άλλο νεαρό πυροβολητή, ο οποίος ήταν φανατικό ς βιβλιοφάγος σαν κι εμένα. Μου έδωσε ένα βιβλίο για το οποίο δεν είχα ακούσει ποτέ πριν, ενός συγγραφέα που δε γνώριζα το όνομά του. To βιβλίο λεγόταν Ο Γιόγκι και ο Κομμισσάριςο του Αρθουε Καίσλερ.

Το βιβλίο αυτό, που γράφτηκε από έναν πρώην κομμουνιστή που πολέμησε το φασισμό στην Ισπανία, ήταν μια ισχυρή, πειστική καταγγελία της Σοβιετικής Ένωσης, που αντιμετώπιζε όλα όσα συνέβησαν εκεί ως προδοσία των κομμουνιστικών ιδανικών. Τα ιστορικά του στοιχεία φαίνονταν να είναι αδιάσειστα. Εμπιστεύτηκα την αφοσίωση του συγγραφέα και την ευφυία του. Από τότε απομακρύνθηκα από την ιδέα ότι η Σοβιετική Ένωση ήταν ένα σοσιαλιστικό ή κομμουνιστικό μοντέλο.

Όταν ο Χρουτσώφ, κατά τη διάρκεια της συγκλονιστικής του ομιλίας το 1956, παραδέχτηκε τα εγκλήματα του Στάλιν (στα οποία συμμετείχαν και πολλοί άλλοι από τη σοβιετική ιεραρχία, και ας μην επέμεινε ο Χρουτσώφ σ’ αυτό), ουσιαστικά επιβεβαίωνε αυτό που είχαν πει ο Κέστλερ και πολλοί άλλοι, πολύ νωρίτερα. Όταν τα σοβιετικά στρατεύματα εισέβαλλαν στην Ουγγαρία και μετά στην Τσεχοσλοβακία για να καταπνίξουν τις επαναστάσεις, ήταν ξεκάθαρο στο μυαλό μου ότι η Σοβιετική Ένωση παραβίαζε μια θεμελιώδη μαρξιστική αρχή ουσιαστικά πανανθρώπινη αρχή, που ξεπερνά το μαρξισμό αυτήν της διεθνούς αλληλεγγύης.

Η πίστη μου στο ιδανικό μιας κοινωνίας ισότητας, μιας συνεργατικής, δημοκρατικής κοινότητας, ενός κόσμου χωρίς εθνικά σύνορα παρέμενε ακλόνητη. Την άποψή μου ότι η Σοβιετική Ένωση ενσάρκωνε αυτό το ιδανικό μπορούσα να την ξεφορτωθώ. Ήμουν υποχρεωμένος, ενάντια στις αντιλήψεις μου, να δεχτώ τα γεγονότα, όπως προέκυπταν από τη μελέτη της ιστορίας της Σοβιετικής Ένωσης, όπως απαιτούσα και από αυτούς που έβλεπαν με ρομαντικό βλέμμα τις ΗΠΑ να δεχτούν τα δεδομένα για το αμερικανικό παρελθόν. Γνώριζα, επίσης, ότι ήταν μεγάλος ο πειρασμός να κολλήσω στις παλιές πεποιθήσεις και να αγνοήσω τα γεγονότα που δεν ταίριαζαν μ’ αυτές, επειδή γενικά ο άνθρωποςσυνδέεται πολύ στενά με τα ιδανικά του. Ήξερα ότι έπρεπε να πολεμήσω αυτόν τον πειρασμό και ότι έπρεπε να ξεχωρίζω, όταν διάβαζα άλλους ιστορικούς, σε ποιες περιπτώσεις  είχαν υποκύψει σ’ αυτόν.

Η ακλόνητη πίστη του ιστορικού σε συγκεκριμένες αξίες και σκοπούς μπορεί να οδηγήσει στην ανεντιμότητα ή στην παραποίηση της ιστορίας. Αυτό, όμως, αποφεύγεται αν ο ιστορικός κατανοεί τη διαφορά που υπάρχει ανάμεσα στη σταθερή πίστη σε βασικές αρχές και την έλλειψη προκαταλήψεων απέναντι στα ιστορικά γεγονότα.

Υπάρχει και μια άλλη μορφή ανεντιμότητας που συχνά περνά απαρατήρητη: πολλές φορές οι ιστορικοί δεν αναγνωρίζουν ότι υιοθετούν συγκεκριμένες αρχές και υποκρίνονται ότι είναι «αντικειμενικοί», εξαπατώντας, έτσι, τους εαυτούς τους και τους αναγνώστες τους.

Όλοι είναι προκατειλημμένοι, είτε το γνωρίζουν είτε όχι, με την έννοια ότι υιοθετούν συγκεκριμένα ιδανικά και σκοπούς. Αν το χωνέψουμε αυτό, θα είμαστε αρκετά σκεπτικιστές απέναντι σε όλους τους ιστορικούς (και τους δημοσιογράφους και όλους όσους καταγράφουν τον κόσμο), και θα προσέχουμε κατά πόσο οι αντιλήψεις που έχουν τούς κάνουν να δίνουν έμφαση σε ορισμένα γεγονότα της ιστορίας και να παραλείπουν ή να δίνουν ελάχιστη προσοχή σε άλλα.

‘Ισας ο καλύτερος τρόποςπροσέγγισης της αντικειμενικότητας είναι ένα παζάρι από υποκειμενικές απόψεις, στο οποίο θα μπορούμε να έχουμε πρόσβαση ταυτόχρονα στις ορθόδοξες και στις ανορθόδοξες υποθέσεις του παρελθόντος, στα ευρέως γνωστά γεγονότα και αυτά που μέχρι τώρα αγνοήθηκαν. Χρειάζεται, όμως, να ανακαλύπτουμε (κάτι που δεν είναι εύκολο) τα στοιχεία που μας λείπουν απ’ αυτό το παζάρι και να προσπαθούμε να τα αποκτήσουμε, για να τα διερευνήσουμε εξονυχιστικά, Στη συνέχεια, μπορούμε να αποφασίσουμε για τον εαυτό μας, βασισμένοι στο σύστημα αξιών μας, ποιες υποθέσεις  είναι οι πιο σημαντικές και οι πιο χρήσιμες.

Ο καθένας που διαβάζει ιστορία πρέπει να γνωρίζει από την αρχή ότι δεν υπάρχει καθολική ή απόλυτη ιστορία. Κάθε καταγεγραμμένη ιστορία είναι μερική κατά δύο έννοιες. Είναι μερική με την έννοια ότι αποτελεί μόνο ένα απειροελάχιστο κομμάτι της πραγματικότητας. Αυτός είναι ένας περιορισμός ανυπέρβλητος. Και είναι μερική με την έννοια ότι, αναποφευκτα, επιλέγει πλευρές, υποστηρίζει τη μια άποψη ή την άλλη, ανάλογα με αυτά που αναφέρει ή παραλείπει, αυτά στα οποία δίνει έμφαση ή όχι. Αυτό μπορεί να το κάνει ανοιχτά ή κρυφά, συνειδητά ή ασυνείδητα.

Το βασικό πρόβλημα σχετικά με την ιστορική εντιμότητα δεν είναι το απροκάλυπτο ψέμα. Είναι η παράλειψη, ο υποτονισμός των σημαντικών στoιxείων. Ο ορισμός των σημαντικών στοιχείων, φυσικά, εξαρτάται από τις αξιες του καθενός.

Ένα παράδειγμα είναι η σφαγή στο Λάντλοού.

Ήμουν ακόμη στο κολέγιο, όπου σπούδαζα ιστορία, όταν πρωτάκουσα ένα τραγούδι από το φολκλορικό τραγουδιστή Γούντι Γκάθρι που λεγοταν The Ludlow Massacre. Μια σκοτεινή, ευαίσθητη μπαλάντα που συνοδευόταν από τις μελαγχολικές συγχορδίες της κιθάρας του. Μιλούσε για τα γυναικόπαιδα που κάηκαν ζωντανά, κατά τη διάρκεια της απεργίας, των ανθακωρύxων ενάντια στον εργοδότη τους, τον Ροκφέλερ, στο Νοτιο Κολοραντο, το 1914.

Το τραγούδι αυτό μού ερέθισε την περιέργεια. Σε κανένα μάθημα αμερικανικής ιστορίας σε κανένα βιβλίο που διδάχτηκα δεν υπήρχε αναφορά για τη σφαγή στο Λάντλοού ή την απεργία των ανθρακωρύχων του Κολοράντο. Αποφάσισα να μελετήσω την ιστορία του εργατικού κινήματος μονος μου.

Η απόφαση αυτή με οδήγησε σε ένα βιβλίο, το American Labor Struggles, που γράφτηκε όχι από έναν ιστορικό αλλά από έναν άγγλο δάσκαλο που λεγόταν Σάμιουελ Γιέλεν. Περιέγραφε δέκα συναρπαστικές υποθέσεις εργατικών συγκρούσεων της αμερικανικής ιστορίας, για τις περισσότερες απο τις οποίας δεν υπήρχε αναφορά στα ακαδημαϊκά βιβλία μου. Ένα κεφάλαιο ήταν αφιερωμένο στην απεργία του Κολοράντο 1913-1914.

Είχα συγκινηθεί από το απόλυτο δράμα εκείνου του συμβάντος. Ξεκίνησε από τον πυροβολισμό ενός νεαρού εργάτη-οργανωτή στους δρόμους του Τρινιντάτ στο Κολοράντο, στο κέντρο της συνοικίας των ανθρακωρύχων, ένα πολύβουο Σαββατόβραδο, από δύο πράκτορες της εταιρίας Rockefeller Colorado Fuel & Iron. Οι ανθρακωρύχοι, κυριως  μετανάστες που μιλούσαν πολλές διαφορετικές γλώσσες, ζούσαν σαν δουλοπάροικοι σε τεχνητές πόλεις, όπου ο Ροκφέλερ τούς έβαζε να πληρώνουν νοίκι, τους πουλούσε τα αναγκαία αγαθά, προσελάμβανε αστυνομικούς και τους έλεγχε ασφυκτικά για οποιοδήποτε σημάδι συνδικαλισμού.

Η δολοφονία του οργανωτή Τζέρι Λίπιατ ξεσήκωσε κύμα οργής στις πόλεις των ανθρακωρύχων. Σε μια μαζική συνάντηση στο Τρινιντάτ, οι ανθρακωρύχοι άκουσαν την ξεσηκωτική ομιλία μιας ογδοντάχρονης γυναίκας της Μέρι Τζόουνς «μητέρα Τζόουνς» στέλεχος της ‘Ενωσης Ανθρακωρύχων: «Τι θα άξιζε το κάρβουνο στα ορυχεία αυτών των βουνών αν δε βάζατε τη δύναμή σας και τους μύες σας για να το εξορύξετε … Συγκεντρώσατε, δημιουργήσατε περισσότερο πλούτο απ’ αυτόν που δημιουργήθηκε στη Ρωμαϊκή Δημοκρατία για χίλια χρόνια, και παρόλα αυτά για σας δεν έμεινε τίποτα»

Οι ανθρακωρύχοι ψήφισαν υπέρ της απεργίας. Εκδιωγμένοι απο τις καλύβες τους από τις εταιρίες άνθρακα, φόρτωσαν τα υπάρχοντά τους στα κάρα και τις πλάτος τους και περπάτησαν μέσα από χιονοθύελλα, για να φτάσουν στην κατασκήνωση της Ένωσης Ανθρακωρύχων. Ήταν Σεπτέμβριος  του 1913. Εκεί έζησαν για τους επόμενους επτά μήνες, υπομένοντας την πείνα και τις αρρώστιες, περιφρουρώντας την περιοχή, για να αποτρέψουν τους απεργοσπαστες να μπουν μεσα στα ορυχεία και για να αμυνθούν ενάντια σε ένοπλο; επιθέσεις. ,Η ιδιωτική εταιρία ντετέκτιβ Bαldwin Felts, που είχε προσληφθεί απο τους Ροκφέλερ με σκοπό να σπάσει το ηθικό των απεργών, xρησιμοπoιoύσε καραμπίνες, αυτόματα όπλα και ένα πολυβόλο τοποθετημένο σε ενα θωρακισμένο αυτοκίνητο, το οποίο περιφέροταν στην περιοχή και πυροβολούσε στις σκηνές των ανθρακωρύχων.

Παρόλα αυτά, οι απεργοί δεν υποχωρούσαν και ο κυβερνήτης κάλεσε σε βοήθεια την εθνοφρουρά. Σε μια επιστολή προς τον Τζον Ροκφέλερ το νεότερο, ο αντιπρόεδρος της εταιρίας Colorαdo Fuel & Iron εξηγούσε:

Θα σας ενδιέφερε να μάθετε ότι καταφέραμε να εξασφαλίσουμε τη συνεργασία όλων των τραπεζιτών της πόλης, οι οποίοι συναντήθηκαν 3-4 φορές με το μικρό μας καουμπόι κυβερνήτη και συμφώνησαν να υποστηρίξουν την Πολιτεία και να δανείσουν όλα τα χρήματα που χρειάζονται, για να διατηρηθούν οι ένοπλες ομάδες και να προσφέρουν απλόχερα την προστασία τους, έτσι ώστε οι ανθρακωρύχοι μας να γυρίσουν στη δουλειά … Ακόμη μια σπουδαία υποστήριξη εξασφαλίστηκε για την εταιρία, όσον αφορά τους 14 εκδότες των πιο σημαντικών εφημερίδων της Πολιτείας.

Οι ανθρακωρύχοι και οι οικογένειές τους υποδέχτηκαν με αθώο καλωσόρισμα την εθνοφρουρά, ανεμίζοντας αμερικανικές σημαίες, θεωρώντας ότι οι άνδρες που φορούσαν τη στολή των ΗΠΑ θα τους προστάτευαν. Όμως οι εθνοφρουροί ήρθαν για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντα της εταιρίας. Έδειραν τους ανθρακωρύχους, τους φυλάκισαν και συνόδεψαν τους απεργοσπάστες στα ορυχεία.

Οι απεργοί απάντησαν. Ένας απεργοσπάστης δολοφονήθηκε, άλλος ξυλοκοπήθηκε και τέσσερις φρουροί δολοφονήθηκαν, ενώ συνόδευαν έναν απεργοσπάστη. Εξ’άλλου, ο πράκτορα; Τζορτζ Μπέλτσερ της εταιρίας Bαldwin Felts, ο δολοφόνος του Λίπιατ, που αθωώθηκε από ένα σώμα ενόρκων αποτελούμενο από επιχειρηματίες («δικαιολογημένη ανθρωποκτονία»), δολοφονήθηκε με έναν πυροβολισμό από κάποιον κρυμμένο σκοπευτή, την ώρα που έβγαινε από ένα φαρμακείο και σταμάτησε να ανάψει το πούρο του.

Οι ανθρακωρύχοι άντεξαν το σκληρό χειμώνα και οι ιδιοκτήτες των ορυχείων αποφάσισαν να αναλάβουν πιο έντονη δράση. Την άνοιξη, δύο λόχοι εθνοφρουρών εγκαταστάθηκαν στους λόφους, πάνω από τη μεγαλύτερη κατασκήνωση των απεργών. Εκεί φιλοξενούνταν χίλιοι άνδρες, γυναίκες και παιδιά, κοντά σε ένα μικρό σιδηροδρομικό σταθμό, που λεγόταν Λάντλοού. Το πρωί της 20ης Απριλίου 1914, οι εθνοφρουροί άνοιξαν πυρ με πολυβόλα εναντίον της κατασκήνωσης. Οι άνδρες σύρθηκαν έξω από τις σκηνές για να απαντήσουν στα πυρά, ενώ τα γυναικόπαιδα κουλουριάστηκαν σε λάκκους σκαμμένους μέσα στις σκηνές. Το σούρουπο, οι στρατιώτες ήρθαν με δαυλούς και έβαλαν φωτιά στην κατασκήνωση. Η περιοχή έγινε παρανάλωμα πυρός. Όσοι μπορούσαν το έβαλαν στα πόδια.

Το επόμενο πρωί, ένας υπάλληλος της τηλεφωνίας, περιφερόμενος ανάμεσα στα καρβουνιασμένα ερείπια της κατασκήνωσης, σήκωσε ένα ράντζο που κάλυπτε έναν λάκκο στο πάτωμα μιας σκηνής. Από κάτω κρύβονταν τα παραμορφωμένα, καμένα κορμιά 2 γυναικών και 11 παιδιών. Το τραγικό αυτό συμβάν έγινε γνωστό ως η σφαγή του Λάντλοού.

Όταν διάβαζα γι’ αυτό το γεγονός, αναρωτιόμουν γιατί αυτό το ασυνήθιστο περιστατικό, το τόσο δραματικό και με τις τόσες αξιοσημείωτες προσωπικότητες να παίζουν σημαντικό ρόλο, δεν αναφέρεται σε κανένα ιστορικό βιβλίο. Για ποιο λόγο αυτή η απεργία, που αναδείκνυε τη σκοτεινή πλευρά των συμφερόντων του Ροκφέλερ και του επιχειρηματικού κόσμου της Αμερικής γενικότερα, θεωρήθηκε λιγότερο σημαντική από τη δημιουργία της Stαndαrd ΟίΙ Compαny από τον Τζον Ροκφέλερ, η οποία, αντίθετα, εκλαμβανόταν ως ένα σημαντικό και εποικοδομητικό γεγονός στην πορεία της ανάπτυξης της αμερικανικής βιομηχανίας;

Γνώριζα ότι δεν υπήρξε καμία μυστική συμφωνία μεταξύ των βιομηχάνων και των ιστορικών που να υποχρέωνε τους δεύτερους να δώσουν έμφαση στα θαυμαστά επιτευγματα των μεγάλων εταιριων και να αγνοήσουν το αιματηρό τίμημα της βιoμηxανoίησης ή την Αμερικη. Συμπέρανα, ωστόσο, ότι μια συγκεκριμενη υπογεια αντίληψη κρύβεται πίσω από τη συγγραφή των βιβλίων και τη διδασκαλια της ιστορίας: όποιος αναφέρεται εκτενώς στους ταξικούς αγώνες στις HΠΑ, χαρακτηρίζεται ως θρασύς, ριζοσπάσης ή ακόμη και «κομμουνιστής», σε μια χώρα όπου η κυρίαρχη ιδεολογία δίνει έμφαση στην ενοτητα του έθνους «Εμείς ο λαός, προκειμένου … κτλ, κτλ» και τις δοξασμενες στιγμές τού αμερικανικού συστήματος.

Πριν από λίγο καιρό, ένας παρουσιαστής ειδήσεων ενός μικρού ραδιοφωνικού σταθμού στο Μάντισον του Oυνσκόνσιν αναφερθηκε σε ένα σχολικό βιβλίο που διδάσκεται στα λύκεια όλης της xώρας, δημοσιευμενο το 1986 και με τίτλο Legacy Οf Freedom. Γραμμένo από δύο καθηγητές λυκείου και έναν πανεπιστημιακο καθηγητή ιστοριας, εκδoθηκε από την εταιρία Doubleday & Company, έναν απο τους μεγαλύτερoυς εκδοτικούς οίκους των ΗΠΑ. Στην εισαγωγη «Για το μαθητη» εγραφε.

Η Κληρονομιά Ελευθερίας θα σε βοηθήσει να κατανοήσεις την οικονομική ανάπτυξη της πατρίδας μας. Στο βιβλίο αυτό παρουσιάζονται οι εξελίξεις και τα οφέλη του οικονομικού συστήματος της ελεύθερης αγοράς για την πατρίδα μας. Θα ανακαλύψεις τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους οι αμερικανικές επιχειρήσεις, η βιομηχανία και η γεωργία χρησιμοποίησαν τις επιστημονικές και τεχνολoγικές ανακαλύψεις για να προαγάγουν το αμερικανικό σύστημα της ελεύθερης αγoράς . Το σύστημα αυτό επιτρέπει στις επιχειρήσεις να αποκομίζουν κέρδη, ενώ ταυτόχρονα, παρέχει στους καταναλωτές μια ποικιλία, προϊόντων ποιότητας που διατίθενται στην αγορά, προσφέροντας έτσι στο λαό μας ένα υψηλό βιοτικό επίπεδο.

Στη σύνοψη αυτή δημιουργείται η εντύπωση μιας θαυμάσιας, ειρηνικής ανάπτυξης, ως αποτέλεσμα του «οικονομικού συστηματος της ελεύθερης αγοράς της πατρίδας μας». Που ειναι ,η μακρόχρονη, περίπλοκη ιστορία των εργατικών συγκρούσεων; που ειναι το τίμημα σε ανθρώπινες ζωές αυτής της βιομηχανικής ανάπτυξης, οι xιλιάδες θάνατοι κάθε χρόνο από βιομηχανικά ατυχήματα, οι εκατοντάδες χιλιάδες τραυματισμοί, οι πρώιμοι θάνατοι των εργατών (τα κορίτσια των υφαντουργείων που πέθαιναν στα 20, αφού είχαν ξεκινήσει τη δουλειά στα 12 και στα 13);

Η απεργία των ανθρακωρύχων του Koλoράντo δεν ταιριάζει με την ωραιοποιημένη εικόνα που μας παρουσιάζουν τα περισσότερα σχολικά βιβλία για την ανάπτυξη της αμερικανικής οικονομίας. Iσως μια λεπτομερής αναφορά σ’ αυτό το γεγονός θα δημιουργούσε απορίες στα μυαλά των νέων ανθρώπων, όπως δημιούργησε στο δικό μου. Απορίες που θα μπορούσαν να είναι απειλητικές για τις κυρίαρχες δυνάμεις αυτής της χώρας, που θα γεννούσαν σύγκρουση με τις ορθόδοξες, κυρίαρχες αντιλήψεις. Οι αμφισβητίες είτε δάσκαλοι, είτε διευθυντές, είτε σχολικές επιτροπές θα έμπλεκαν άσχημα.

Καταρχάς, το γεγονός αυτό δε θα υπονόμευε, άραγε, την πίστη στην ουδετερότητα της κυβέρνησης, αυτή την ενδόμυχη πεποίθηση (που είχα και εγώ στην παιδική ηλικία) ότι σε όλες τις συγκρούσεις εντός της αμερικανικής κοινωνίας ο ρόλος της κυβέρνησης είναι να μεσολαβεί ως ουδέτερος διαιτητής, προσπαθώντας με όλες της τις δυνάμεις να απονέμει «ελευθερία και δικαιοσύνη σε όλους;», σύμφωνα με τα λόγια του Όρκου Αφοσίωσης; : Δε φάνηκε από την απεργία του Κολοράντο ότι οι κυβερνήτες, ίσως και όλοι οι πολιτικοί ηγέτες, είναι υποτελείς στη δύναμη των πλουσίων και ότι υπακούουν στις διαταγές των πλούσιων εταιριών, αντί να προστατεύουν τις ζωές των φτωχών, ανίσχυρων εργατών;

Μια προσεκτική ματιά στα γεγονότα της απεργίας του Κολοράντο θα μας αποκαλύψει ότι όχι μόνο η Πολιτεία του Κολοράντο αλλά και η εθνική κυβέρνηση της Ουάσιγκτον υπό την προεδρία του υποτιθέμενου φιλελεύθερου Γούντροού Ουίλσον ήταν με την πλευρά των εταιριών. Όταν οι πράκτορες του Ροκφέλερ ή οι εθνοφρουροί ξυλοκοπούσαν, φυλάκιζαν και δολοφονούσαν τους ανθρακωρύχους, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν έκανε τίποτα για να προστατέψει τα συνταγματικά δικαιώματα του λαού της. (Υπάρχει ένα ομοσπονδιακό θέσπισμα άρθρο 10, παράγραφος 333 το οποίο δίνει το δικαίωμα στην εθνική κυβέρνηση να υπερασπίζει τα συνταγματικά δικαιώματα των πολιτών, όταν οι τοπικές αρχές δεν το κάνουν.)

Μόνο μετά τη σφαγή, αφού οι ανθρακωρύχοι πήραν τα όπλα και άσκησαν μανιασμένη βία ενάντια στους φρουρούς των ορυχείων και αφού προκάλεσαν ζημιές σ’ αυτά, ο πρόεδρος Ουίλσον έστειλε τους ομοσπονδιακούς στρατιώτες να καταστείλουν τις αναταραχές στο Νότιο Κολοράντο.

Συνέβη και μια παράξενη σύμπτωση. Την ίδια μέρα που ανακαλύφτηκαν τα πτώματα στο λάκκο στο Λάντλοού, ο Ουίλσον, σε αντίποινα για τη φυλάκιση ορισμένων αμερικανών ναυτικών στο Μεξικό, διέταξε το βομβαρδισμό του λιμανιού της Βέρα Κρουζ, έστειλε δέκα αποβατικά πλοία με πεζοναύτες, κατέλαβε την πόλη και σκότωσε πάνω από 100 Μεξικανούς.

Στο ίδιο σχολικό βιβλίο, η εισαγωγή «Για το μαθητή» αναφέρει: «Η Κληρονομιά Ελευθερίας θα σε βοηθήσει να κατανοήσεις την ανάμιξη της πατρίδας σου στις εξωτερικές υποθέσεις, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου της στις διεθνείς συγκρούσεις και στις ειρηνευτικές και συνεργατικές προσπάθειες πολλών ειδών σε όλη τη γη». Δεν πρόκειται για ένα παραπλανητικό, πρόχειρο μπάλωμα της ιστορίας της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής, για μια ωραιοποίησή της;

Η μελέτη της σφαγής στο Λάντλοου, σε συνδυασμό με τα γεγονότα στο Μεξικό, θα έδειχναν στους μαθητές και κάτι άλλο που αφορά το σπουδαίο Τύπο μας. Θα μας έκανε να αμφιβάλλουμε για τη σιγουριά που αισθανόμαστε, όταν αγοράζουμε όχι καπoια σκανδαλoθηρική ή αισθηματική φυλλάδα αλλά τους σοβαρoυς, και αξιοπιστoυς Τάιμς της Ν. Υόρκης. Όταν το αμερικανικό Ναυτικό βομβάρδισε τη Βέρα Κρουζ, οι Τάιμς έγραψαν στη στήλη της σύνταξης:

Μπορούμε να εμπιστευτούμε τη δίκαιη σκέψη, την ορθή κρίση και το φιλειρηνικό χαρακτήρα του, Προέδρου Ουίλσον. Δεν υπάρχει κανένας λόγος να οξυνθούν τα πνεύματα για τη μεξικανική υπόθεση: δεν υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας για το χρηματιστήριο η για οποιαδήποτε επιχείρηση.

Δεν είναι δυνατό να αντιμετωπιστεί με αντικειμενικό τρόπο η σφαγή στο Λάντλοού. Αντίθετα, μπορεί κάποιος  να πάρει υποκειμενικά (προκατειλημμένα και δογματικά) την απόφαση να την παραλείψει από την ιστορία, βασισμένος σε ένα σύστημα αξιών που τη θεώρει ασήμαντη. Το ίδιο αυτό σύστημα μπορεί να θεωρεί θεμελιώδη την πίστη στην ευεργεσία της αμερικανικής βιομηχανίας (όπως παρουσιάζεται από το απόσπασμα του σχολικού βιβλίου Legacy of Freedom) ή μπορεί να επιδεικνύει μακαριότητα απέναντι στους ταξικούς αγώνες και  την αυθαίρετη παρέμβαση της κυβέρνησης υπέρ των εταιριών. Σε κάθε περίπτωση, κάποιο συγκεκριμένο σύνολο αξιών υπαγόρευση την παράβλεψη ενός τόσο σημαντικού ιστορικού γεγoνoτoς.

Εξίσου υποκειμενική (προκατειλημμένη και δογματική) ειναι και η απόφαση να περιγράψεις τη σφαγή στο Λάντλooυ με κάποια λεπτομέρεια (όπως κάνω στο βιβλίο μου The politiιcs of History η στο Α People’s History of the United States). H απόφαση  μου βασίστηκε στην πεποίθηση ότι είναι σημαντικό να γνωρίζουν οι άνθρωπoι την έκταση της ταξικής σύγκρουσης στην ιστορία μας, να μαθαίνουν  ότι οι εργαζόμενοι έπρεπε να αγωνιστούν για να αλλαξoυν τις συνθήκες ζωής τους και να καταλάβουν το ρόλο που έπαιξαν η κυβέρνηση και ο συμβατικός Τύπος στους ταξικούς αγώνες του παρελθόντος.

Σίγουρα, είναι αναπόφευκτο να παραβλέπεται ένας τεράστιος όγκος ιστορικών πληροφοριών, αλλά το τι παραβλέπεται είναι κρίσιμο, με την έννοια της ιστορικής μόρφωσης που λαμβάνουν οι άνθρωποι. Μπορεί να τους ωθήσει προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση να τους αφήσει ακίνητους, παθητικούς επιβάτες ενός τρενoυ που ήδη κινείται προς μια συγκεκριμένη κατεύθυνση, την οποία αυτοί με την παθητικότητα τους δείχνουν να αποδέχονται. Η δική μoυ πρόθεση ειναι να επιλέγω εκείανα τα γεγονότα και να παρουσιαζω εκεινες τις πλευρες τους, που θα ωθήσουν τους ανθρώπους να δράσουν προς όφελος των βασικων ανθρώπινων δικαιωμάτων: της ισότητας, της δημοκρατιας, της ειρηνης και ενος κόσμου χωρίς εθνικά σύνορα. Όχι αποκρύπτοντας πληροφορίες απ’ αυτούς, αλλά προσθέτοντας νέες στο σωρό της ορθόδοξης γνώσης, διευρύνοντας τα όρια της διαθέσιμης τράπεζας πληροφοριών …

Το πρόβλημα της επιλογής στην ιστορία εμφανίζεται ξεκάθαρα στην περίπτωση του Χριστόφορου Κολόμβου, που παρουσιάζεται σε κάθε σχολικό βιβλίο αμερικανικής ιστορίας από το δημοτικό μέχρι το κολέγιο. Παντού παρουσιάζεται ως μια ιστορία ικανότητας και κουράγιου, που οδήγησε στην ανακάλυψη του δυτικού ημισφαιρίου.

Κάτι, όμως λείπει απ’ αυτή την ιστορία, σχεδόν σε κάθε βιβλίο, σε όλα τα σχολεία των ΗΠΑ. Αυτό που παραλείπεται είναι ότι ο Κολόμβος, διψώντας για χρυσάφι, σφαγίασε, υποδούλωσε και δολοφόνησε τους Ινδιάνους που τον καλωσόρισαν με φιλική αθωότητα, και ότι αυτό έγινε σε τέτοια έκταση που να δικαιολογείται ο όρος «γενοκτονία»-η αφάνιση ενός ολόκληρου λαού.

Αυτή η πληροφορία ήταν διαθέσιμη στους ιστορικούς. Στο ημερολόγιο του ίδιου του Κολόμβου φαίνεται η συμπεριφορά του από την αρχή. Μετά την εξιστόρηση της αποβίβασης του ίδιου και των αντρών του στο πρώτο νησί στις Μπαχάμες, όπου οι ινδιάνοι Αραγουάκ, που δε γνώριζαν τίποτα από όπλα, τους καλωσόρισαν ειρηνικά και τους χάρισαν δώρα, ο Κολόμβος σημειώνει: «Θα γίνονταν τέλειοι υπηρέτες … Με 50 άνδρες θα μπορούσαμε να τους υποτάξουμε όλους και να τους βάλουμε να κάνουν ό.τι θέλουμε».

Η πιο κοντινή σύγχρονη πηγή που αναφέρει αυτά που συνέβησαν μετά την πρώτη αποβίβαση είναι η μαρτυρία του Μπαρτολομέο ντε λας Κάσας, ο οποίος, ως νεαρός ιερέας, συμμετείχε στην κατάκτηση της Κούβας. Στο βιβλίο του Ιστορία των Ινδιών, έγραψε: «Αμέτρητες μαρτυρίες … αποδεικνύουν το μαλθακό και ειρηνικό χαρακτήρα των ιθαγενών … Αλλά ο σκοπός μας ήταν να τους προκαλέσουμε, να τους λεηλατήσουμε, να τους σκοτώσουμε, να τους ακρωτηριάσουμε και να τους καταστρέψουμε …

Ο ναύαρχος … , λόγω της σφοδρής επιθυμίας να ικανοποιήσει το Βασιλιά, διέπραξε ανεπανόρθωτα εγκλήματα εις βάρος των Ινδιάνων».  Ο «ναύαρχος» ήταν ο Κολόμβος. Ένας από τους λίγους ιστορικούς που αναφέρθηκαν, έστω και με λίγα λόγια, στις φρικαλεότητες που διέπραξε ο Κολόμβος εις βάρος των Ινδιάνων είναι ο Σάμιουελ Έλιοτ Μόρισον, που έγράψε τη δίτομη βιογραφία του Κολόμβου, Admiral of the Ocean Sea. Σε ένα μικρότερο βιβλίο του, γραμμένο για το ευρύ κοινό το 1954, το Christofer Columbus, Mariner, ο Μόρισον αναφέρει: «Η απάνθρωπη πολιτική του Κολόμβου, την οποία ακολούθησαν και οι διάδοχοί του, κατέληξε σε απόλυτη γενοκτονία». Αυτή η δήλωση, όμως, είναι γραμμένη σε μια σελίδα, θαμμένη μέσα σε ένα βιβλίο που κατά τ’ άλλα αποδίδει φόρο τιμής στον ένδοξο Κολόμβο.

Στο βιβλίο μου, Α People’s History of the United States, σχολίασα τη σύντομη αναφορά τού Μόρισον στην κτηνωδία του Κολόμβου:

Το εξόφθαλμο ψέμα ή η σιωπηλή παράλειψη ενέχουν τον κίνδυνο να αποκαλυφτούν, πράγμα το οποίο, αν συμβεί, μπορεί να ξεσηκώσει τον αναγνώστη ενάντια στο συγγραφέα. Αντίθετα, μια σύντομη αναφορά στα γεγονότα και στη συνέχεια το θάψιμο τους κάτω από τόνους άλλων πληροφοριών είναι καλύτερη, σαν να λέμε στον αναγνώστη με κάποια μεταδοτική απάθεια: Ναι, πράγματι συνέβη μαζική δολοφονία, αλλά αυτό δεν είναι τόσο σημαντικό δεν πρέπει να το λάβουμε σοβαρά υπόψη για τις τελικές μας κρίσεις πρέπει να επηρεάζει ελάχιστα τη στάση μας απέναντι στον κόσμο.

Μήπως  η δική μου εμμονή με τη συμπεριφορά του Κολόμβου απέναντι στους Ινδιάνους είναι ένδειξη προκατάληψης; Χωρίς καμιά αμφιβολία. Δεν αρνούμαι ούτε κρύβω ότι ο Κολόμβος είχε κoυράγια και ικανότητες, ότι ήταν εξαιρετικός ναυτικός. Θέλω όμως να αποκαλύψω κάτι γι’ αυτόν που έχει παραλειφθεί από την ιστορικη παιδεία των περισσοτερων Αμερικανών.

Η προκατάληψή μου είναι η εξής: Θέλω οι αναγνώστες μου να επανεξετάσουν τους παραδοσιακούς μας ήρωες, αυτά πoυ δoξάζoυμε (τις τεχνικές ικανότητες) και αυτά που αγνοούμε (τις ανθρώπινες συνέπειες). Θέλω να σκεφτούν για ποιο λόγο αποδεχόμαστε τόσο ευκoλα την κατάκτηση και το φόνο, όταν εξυπηρετούν την «πρόοδο». Η μαζική δολοφονία για «καλό σκοπό» είναι μια από τις αρρώστιας της εποχής μας. Υπήρξαν αυτοί που υπερασπίζονταν τον Στάλιν, λέγοντας «Έκανε τη Ρωσία υπερδύναμη». ‘Οπως  είδαμε υπήρξαν  και εκείνοι που δικαιoλόγησαν τον ατομικό βομβαρδισμό της Χιροσίμα και του Ναγκασάκι, λέγοντας: «Έπρεπε να κερδίσουμε τον πόλεμο».

Υπάρχει ακόμη ένα είδος ιστορικής προκατάληψης που μπορεί να μας παραπλανήσει και αυτό προέρχεται από τη γενικότερη τάση της κουλτούρας μας να δίνει έμφαση στις ιστορικές κοινοτοπίες, σε άχρηστες, κενές πληροφορίες: δηλαδή να μαθαίνει γεγονότα για τα γεγονότα. Το αποτέλεσμα της τάσης αυτής ειναι η ενίσχυση ενός ρηχού, άχρηστου ενδιαφέροντος για τα γεγονότα του παρελθόντoς, που δεν μπορούν να παίξουν κανένα ρόλο στη βελτίωση των ανθρώπινων συνθηκών αλλά είναι απλώς «ενδιαφέροντα». Με αυτόν τον τρόπο αποπροσανατολιζόμαστε από την αληθινά σημαντική χρήση της ιστορίας και, ουσιαστικά, αυτή λειτουργεί ως αντιπερισπασμός.

Για παράδειγμα, το φθινόπωρο του 1986, η εφημερίδα Boston Globe είχε στο πρωτοσέλιδο την ιστορία ενός ακαδημαϊκού του Natιonal Geographic, ο οποίος; ανακάλυψε ότι ο Κολόμβος είχε αποβιβαστεί στην ξηρά της Αµερικής 65 µίλια νοτιότερα από το σηµείο που νοµίζαµε µέχρι τότε, στο Σαµάνα Κέι αντί για το νησί Γουότλιγκ. Είµαι σίγουρος ότι η Globe (και φαντάζοµαι όλες οι εφηµερίδες στις ΗΠΑ) δεν έκανε ποτέ πρωτοσέλιδη, αλλά ούτε και απλή αναφορά, στις αποκαλύψεις ότι ο Κολόµβος είχε δολοφονήσει αµέτρητους Ινδιάνους. Οι τελετάρχες της γιορτής του Κολόµβου (Columbus Day) θα έβρισκαν µια τέτοια αναφορά ντροπιαστική. Ωστόσο οι αναγνώστες των εφηµερίδων ίσως να έβρισκαν αυτή την πληροφορία πολύ πιο σηµαντική σε σχέση µε την ακριβή διαδροµή του ταξιδιού του Κολόµβου, επειδή θα τους έκανε να σκεφτούν περισσότερο κάποια πράγµατα.

Αυτό που είναι σηµαντικό δεν είναι ο Κολόµβος. Να υπερασπίζεσαι ή να επιτίθεσαι στον Κολόµβο δεν έχει νόηµα. Το σηµαντικό είναι πόσο προσεκτικά µελετούµε τα σύγχρονα προβλήµατα των ανθρώπων, ποια κριτήρια χρησιµοποιούµε για την «πρόοδο». Συνηθίσαµε να µετράµε την κατάσταση ενός έθνους µε τα νούµερα του χρηµατιστηρίου (Dow Jones) και όχι µε τον αριθµό των παιδιών που πεθαίνουν από υποσιτισµό.

Ακόµη και οι τίτλοι που δίνουµε σε διάφορες εποχές μας µαθαίνουν να παραβλέπουµε κάποια γεγονότα και να δίνουµε σηµασία σε άλλα. Η σφαγή στο Λάντλοού πραγµατοποιήθηκε σε µια περίοδο, η οποία αποκαλείται από τα περισσότερα βιβλία αµερικανικής ιστορίας «Εποχή της Προόδου», µια φράση που οφείλεται στο γεγονός ότι στην αρχή του 20°» αιώνα ψηφίστηκαν κάποιες συγκεκριµένες µεταρρυθµίσεις από το Κογκρέσο. Η Εποχή της Προόδου, όµως, ήταν αυτή κατά την οποία λιντσαρίστηκαν κρεμάστηκαν, κάηκαν, πυροβολήθηκαν από συµµορίες ένας τεράστιος αριθµός µαύρων ανθρώπων στις ΗΠΑ, χιλιάδες απ’ αυτούς.

Σε όλες τις συνηθισµένες πραγµατείες για τη δεκαετία του ’20, αυτή ήταν «η Εποχή της Τζαζ»; της διασκέδασης και της ευηµερίας για τους Αµερικανούς. Όταν, όµως, οι κοινωνιολόγοι Ρόµπερτ και Έλεν Λιντ µελέτησαν την πόλη Μάντσι της Ιντιάνα, τη δεκαετία του ’20, ανακάλυψαν ότι υπήρχαν δύο τάξεις: «η εργατική και η επιχειρηµατική». Ανέφεραν ότι στα δύο τρίτα των οικογενειών «ο πατέρας ξυπνάει στα άγρια χαράµατα του χειµώνα, τρώει κάτι βιαστικά στην κουζίνα και είναι στη δουλειά µία µε δύο ώρες νωρίτερα από την ώρα που πηγαίνουν τα παιδιά στο σχολείο».  Η ιστορικός Μερλ Κέρτι επισήµανε πόσο είχε αγνοηθεί το χάλι της πλειοψηφίας τη δεκαετία του ’20: «Ουσιαστικά, µόνο το ανώτερο 10% του πληθυσµού γνώρισε µια καταγεγραµµένη αύξηση στο πραγµατικό του εισόδηµα».

Ο Φιορέλο ΛαΓκάρντια, αντιπρόσωπος µιας φτωχής περιοχής του ανατολικού Χάρλεµ κατά την «εποχή της Τζαζ», σηκωνόταν συνεχώς στις µύτες των ποδιών του στη Βουλή των Αντιπροσώπων, προσπαθώντας να υπενθυµίσει στους συνάδελφούς του ότι υπήρχαν άνθρωποι στην περιοχή του και σ’ ολόκληρη τη χώρα που δεν µπορούσαν να πληρώσουν το νοίκι τους, τους λογαριασµούς πετρελαίου και δεν µπορούσαν να αγοράσουν αρκετό φαγητό για την οικογένειά τους. Το 1928 ο ΛαΓκάρντια περιόδευσε στις φτωχογειτονιές της Ν. Υόρκης και ανέφερε: «Οµολογώ ότι δεν ήµουν προετοιµασµένος γι’ αυτό που είδα. Είναι απίστευτο ότι µπορεί να υφίστανται συνθήκες τέτοιας φτώχειας».

Αν οι Αµερικανοί δέχονταν µια καλύτερη ιστορική παιδεία, αν µάθαιναν να κοιτούν πίσω από την επιφάνεια των εύκολων χαρακτηρισµών («Εποχή της Καλής Θέλησης», «Εποχή της Ευηµερίας», κτλ), αν κατανοούσαν ότι η εθνική ορθοδοξία προτιµά να αποκρύπτει ενοχλητικά γεγονότα που αφορούν την κοινωνία µας, ίσως να έβλεπαν πίσω από τη λάµψη και τη χλιδή των δεκαετιών του ’80 και του ’90 και να αντιδρούσαν µε οργή ενάντια στην έλλειψη στέγης, τη φτώχεια και την απόγνωση που βασανίζουν εκατοµµύρια ανθρώπους σ’ αυτή τη χώρα.

Οι ιστορικοί, όπως και οι δηµοσιογράφοι, επιλέγουν αυτά που θεωρούν σηµαντικά ή αυτά που θεωρούν ότι ο εκδότης θα κρίνει ως σηµαντικά ή αυτά που και οι δύο θεωρούν ότι το κοινό θα κρίνει ως σηµαντικά. Πολλές φορές θα αναφερθούν σε κάτι, επειδή όλοι που έγραψαν στο παρελθόν γι’ αυτό το θέµα αναφέρθηκαν και στο συγκεκριµένο γεγονός και θα παραλείψουν κάτι, επειδή πάντοτε παραλείπεται. Με άλλα λόγια, υπάρχει µια προκατάληψη συντήρησης και µια τάση να δίνεται έµφαση στα ίδια πράγµατα που έδιναν όλες οι προηγούµενες γενιές. Το κίνητρό τους είναι η ασφάλεια, επειδή ο ιστορικός που σπάει το κατεστηµένο προκαλεί εκπλήξεις και κινεί υποψίες.

Τη συντηρητική αυτή τάση, δηλαδή να επαναλαµβάνουν τη σκέψη του παρελθόντος, παρουσιάζουν ακόµη και άνθρωποι που θεωρούν τους εαυτούς τους επαναστάτες. Ο Καρλ Μαρξ το αναγνωρίζει αυτό στην ιστορία της αντεπανάστασης στη Γαλλία, µετά την επανάσταση του 1848:

Η παράδοση όλων των νεκρών γενιών βαραίνει σαν εφιάλτη ς στη σκέψη των ζωντανών. Και ακριβώς όταν φαίνεται ότι ριζοσπαστικοποιούνται, δηµιουργώντας κάτι εντελώς καινούργιο, ακριβώς στη φάση της επαναστατικής κρίσης, αγχωµένα καλούν τα πνεύµατα του παρελθόντος στην υπηρεσία τους και δανείζονται απ’ αυτά ονόµατα, αγωνιστικά συνθήµατα και αµφιέσεις, προκειµένου να µεταµφιέσουν αυτή τη νέα ιστορική κατασκευή µε παραδοσιακή περιβολή, χρησιµοποιώντας δανεική γλώσσα.

Στις ΗΠΑ η ιστορική παιδεία δίνει έµφαση στα πεπραγµένα των πλουσίων και δυνατών, των πολιτικών ηγετών, των βιοµηχάνων. Η σχολική µόρφωση των νέων συνήθως επικεντρώνεται στους προέδρους. Ένα ευρέως χρησιµοποιούµενο βιβλίο καθηγητών (Push Back the Desks) µιλούσε µε θαυµασµό για µια τάξη, όπου τα πορτρέτα όλων των προέδρων γέµιζαν τους τοίχους και τα µαθήµατα ιστορίας βασίζονταν σ’ αυτά. Συχνά, στις ΗΠΑ, περιγελάµε άλλες χώρες που αντιµετωπίζουν τους πολιτικούς τους ηγέτες ως θεούς και έχουν πορτρέτα και αγάλματά τους παντού. Στη δική μας κουλτούρα, όμως, οι πιο κοινότοπος και πεζές δραστηριότητες των προέδρων θεωρούνται υψίστης σημασίας, ενώ οι αγώνες ζωής και θανάτου των απλών ανθρώπων αγνοούνται.

Για παράδειγμα, στις 17 Σεπτεμβρίου 1972, οι Τάιμς της Ν. Υόρκης είχαν πρωτοσέλιδο μια ιστορία για τον Άρθουρ Τσέστερ, που έγινε πρόεδρος το 1881, και του οποίου η θητεία δεν ήταν άξια αναφοράς για επιτεύγματα στον τομέα της ανθρώπινη; Ελευθερίας. Ο τίτλο; ήταν: «ο πρόεδρος Άρθουρ κρατούσε την ασθένειά του μυστική». Η ιστορία αναφέρεται σε μια σύνοδο ιστορικών στην πόλη Ταριτάουν της Ν. Υόρκης «Ο πρόεδρος Άρθουρ είχε μια σπάνια ασθένεια στα νεφρά, η οποία κρατήθηκε μυστική όχι μόνο στην εποχή του αλλά και από την ιστορία. Αυτό έγινε γνωστό δημόσια για πρώτη φορά σ’ αυτή τη σύνοδο». Οι Τάιμς παρέθεσαν τα λόγια ενός ιστορικού τής συνόδου: «Η καταγραφή των γεγονότων πραγματικά διορθώθηκε, ενημερώθηκε και εμπλουτίστηκε. Οι υφιστάμενες υποθέσεις  μας για μια εποχή του παρελθόντος δέχτηκαν ένα ισχυρό σοκ».

Αυτό που έπρεπε να μας σοκάρει πραγματικά ήταν ότι μια τέτοια ασήμαντη κοινοτοπία έγινε πρωτοσέλιδο στη μεγαλύτερη εφημερίδα της χώρας.

Η Εθνική Επιτροπή Ιστορικών Εγγράφων ξόδεψε εκατομμύρια δολάρια, που δόθηκαν από το Κογκρέσο και το Ίδρυμα Φορντ, για να εκδώσει 60 τόμους με έγγραφα του Τόμας Τζέφερσον, 60 τόμους του Τζέιμς Μάντισον, 75 τόμους του Τζορτζ Ουάσιγκτον, 100 τόμους της οικογένειας Άνταμς., Προγραμματίζονται άλλοι 65 τόμοι του Μπέντζαμιν Φράγκλιν (και επιπλέον, σύμφωνα με τον αρχισυντάκτη, «αρκετοί τόμοι με προσθήκες και παραρτήματα»). ‘Ενας ιστορικός ο Τζέσε Λέμκ, του οποίου το έργο αφορούσε τους απλούς ναυτικούς της Επαναστατικής Περιόδου και ο οποίος θρηνούσε για την έλλειψη ιστορικής προσοχής προς τους απλούς εργαζόμενους ανθρώπους αυτής της χώρας, αποκαλούσε τκ εκδόσεις αυτές «τα έγγραφα των Σπουδαίων Λευκών Ανδρών».

Τι είδους αξίες και ιδανικά μεταλαμπαδεύονται στους νέους ανθρώπους τής επόμενη; γενιάς, μέσω της τεράστιας έμφασης στους προέδρους της χώρας και στους Πατέρες τους ‘Εθνους; Έχω την εντύπωση ότι το αποτέλεσμα είναι να δημιουργείται μια εξάρτηση από τις ισχυρές πολιτικές φυσιογνωμίες, για να μας λύσουν αυτές τα προβλήματα.

Μας εκμεταλλευόταν η Αγγλία; Οι Πατέρες του ‘Εθνους το τακτοποίησαν το θέμα, ηγούμενοι του αγώνα για ανεξαρτησία. Χώλαινε η ηθική του έθνους, λόγω της ύπαρξης 4 εκατομμυρίων μαύρων δούλων; Ο Αβραάμ Λίγκολν το έλυσε αυτό με τη Διακήρυξη Χειραφέτησης. Γνωρίσαμε μια τρομερή οικονομική κρίση στις αρχές του ’30; Ο Φράγκλιν Ρούζβελτ μάς έσωσε απ’ αυτή. Σήμερα αντιμετωπίζουμε τεράστια προβλήματα; Η λύση είναι να βρούμε τον κατάλληλο πρόεδρο, να πάμε στην κάλπη και να διαλέξουμε είτε το Ρεπουμπλικάνο είτε το Δημοκρατικό υποψήφιο.

Αυτή η αντίληψη, σφηνωμένη στα μυαλά του αμερικανικού κοινού από μια επίσημη εκπαίδευση που εστιάζει στις ελίτ, αγνοεί ένα σημαντικό κομμάτι του ιστορικού παρελθόντος, αδιαφορεί για «τα πλήθη» της Επαναστατικής Περιόδου, για τις οργανώσεις  λαϊκής βάσης, για τους διαδηλωτές και τους αγκιτάτορες, αυτούς που προκάλεσαν το ξέσπασμα της επανάστασης.

Ελάχιστα αναγνωρίστηκε η προσφορά του τεράστιου κινήματος κατάργησης της δουλείας, των δεκάδων χιλιάδων μαύρων και λευκών ανθρώπων, που ριψοκινδύνευσαν τη ζωή τους και την ελευθερία τους, απαιτώντας την κατάργηση της δουλείας. Ήταν αυτό το κίνημα που καλλιέργησε το συναίσθημα ενάντια στη δουλεία μεταξύ 1830 και 1860, πίεσε τον Λίγκολν να ενεργοποιηθεί και ανάγκασε το Κογκρέσο να ψηφίσει τη 13η, 14η και 15η Τροποποίηση του Συντάγματος, που κατέστησαν τη δουλεία και τους φυλετικούς διαχωρισμούς παράνομα; πράξεις (ακόμη και αν συνέχισαν να υπάρχουν με διαφορετική μορφή).

Οι μεταρρυθμίσεις του New Deαl, παρόλο που συνδέθηκαν με το όνομα του Ρούζβελτ, δέχτηκαν αρχική ώθηση από τα μαζικά κινήματα της εποχής: τη διαδήλωση για το «δώρο» το Μάρτιο του 1932, τις απεργίες του 1934, τις απεργίας στις βιομηχανίες αυτοκινήτου, πλαστικού και σιδήρου το 1936 και 1937, από τις οργανώσεις των ενοικιαστών και των ανέργων και τις αναταραχές σε πόλεις και χωριά.

Αναλογιστείτε πόσο μεγάλη σημασία δίνεται κατά τη συγγραφή της ιστορίας στις στρατιωτικές υποθέσεις  σε μάχες και πολέμους και πόσοι από τους ήρωές μας είναι στρατιωτικοί. Και αναλογιστείτε, επίσης, πόσο λίγη προσοχή δίνεται στα αντιπολεμικά κινήματα και σ’ αυτούς που αγωνίστηκαν ενάντια στην ηλιθιότητα του πολέμου. Το κάθε παιδί που πάει σχολείο μαθαίνει για την έφοδο του Θίοντορ Ρούζβελτ στο λόφο του Σαν Τζουάν στον ισπανοαμερικανικό πόλεμο. Πόσοι, όμως, μαθαίνουν για την Αντιιμπεριαλιστική Ένωση που κατέκρινε τις ενέργειες της χώρας στην Κούβα και τη στρατιωτική κατοχή των Φιλιππίνων:

Ως αποτέλεσμα αυτής της παράλειψη; ή της υποβάθμιση; από την ιστορία της σημασίας των κοινωνικών, λαϊκών κινημάτων της δράσης  των ανθρώπων ενάντια στη δουλεία,  των εργατικών ηγετών, των ριζοσπαστών, των φεμινιστριών και των ειρηνιστών μια θεμελιώδη; αρχή της δημοκρατίας καταστρατηγείται: η αρχή ότι οι απλοί πολίτες και όχι η κυβέρνηση είναι η υπέρτατη πηγή δύναμης και αποτελούν την ατμομηχανή που σέρνει το τρένο της κυβέρνησης  προς την κατεύθυνση της ισότητας και της δικαιοσύνης. Οι ιστορίας που το ξεχνούν αυτό δημιουργούν παθητικούς και υποτακτικούς πολίτες.

Αυτή δεν είναι η εσκεμμένη πρόθεση του ιστορικού, αλλά πηγάζει από την επιθυμία να αποφύγει τη σύγκρουση, να συμβαδίσει με ότι γινόταν πάντα, να τονίσει αυτά που τονίζονται πάντα, να κρατήσει τη δουλειά του, να µη µπλέξει και να καταφέρει να εκδώσει τα έργα του. Η µόλυνση της ιστορίας συµβαίνει όπως και η µόλυνση του νερού και του αέρα. Κανένας δεν δηλητηριάζει προµελετηµένα το νερό και τον αέρα ο καθένας δρα για προσωπικό όφελος σε ένα σύστηµα όπου η «ελεύθερη αγορά» λειτουργεί στην εκπαίδευση όπως και στη βιοµηχανία. Διατηρεί την κοινωνία στην πεπατηµένη οδό και ρυθµίζει τα µυαλά των ανθρώπων έτσι, ώστε να σκέφτονται µε τον παραδοσιακό τρόπο. Είναι επικερδές. Είναι ασφαλές.

Η αξίωση για αντικειµενικότητα αποκρύπτει το γεγονός ότι όλη η ιστορία, ενώ καταγράφει το παρελθόν, εξυπηρετεί κάποια συµφέροντα του παρόντος. Ένας πανεπιστηµιακός καθηγητής, σε µια κριτική ενός βιβλίου για τον εγκλεισµό ιαπωνικών οικογενειών στη Δυτική Ακτή κατά το Β΄ Π.Π. (Ρίτσαρντ Ντρίνον, Keeper ΟΙ Concentration Camps), δυσανασχέτησε µε την ηθική αγανάκτηση που επέδειξε ο συγγραφέας. Το αποκάλεσε «µοιραίο ελάττωµα … της γνώσης εκ των υστέρων». Και συνέχισε: «Γράψτε ιστορία σαν να ήσασταν εκεί, όταν συνέβη, και σαν να την παρατηρούσατε µε τα µάτια αυτών που συµµετείχαν…Αυτό είναι δύσκολο, αλλά πρέπει να γίνεται για να αποφεύγουµε την προκατάληψη».

Αυτό είναι συνηθισµένο επιχείρηµα. Μας λέει να αποφεύγουµε τον αναχρονισµό. Να βάζουµε τους εαυτούς µας στο χωροχρόνο του παρελθόντος. Όµως και στο παρελθόν υπήρχαν διαφορετικές απόψεις. Ποιοι ήταν αυτοί που συµµετείχαν στην απάνθρωπη φυλάκιση των Ιαπώνων: οι γραφειοκράτες που τη σχεδίασαν και την επέβλεπαν ή οι Ιάπωνες άνδρες, γυναίκες και παιδιά που την υπέφεραν; Το να βάλουµε τον εαυτό µας στη θέση του παρελθόντος δεν εξαλείφει την αναγκαιότητα της επιλογής πλευράς, άποψης ή αξίας. Η κλίση προς τη µια πλευρά είναι αναπόφευκτη, αλλά µπορούµε, τουλάχιστο, να την οµολογήσουµε ειλικρινά. Το να υποκρινόµαστε ότι «αποφεύγουµε την προκατάληψη», πολύ συχνά σηµαίνει (λόγω έλλειψης αγανάκτησης) την αθώωση των ηθικών εγκληµάτων του παρελθόντος.

 

Η αξίωση των ιστορικών για αντικειµενικότητα εξετάστηκε λεπτοµερώς από τον Πίτερ Νόβικ, που την βρήκε απολύτως λαθεµένη, ειδικά σε περίοδο πολέµου. Για παράδειγµα, τον Απρίλιο του 1917, αµέσως µετά την είσοδο των ΗΠΑ στον ευρωπαϊκό πόλεµο, µια οµάδα διακεκριµένων ιστορικών συναντήθηκαν στην Ουάσιγκτον για να συζητήσουν «τι µπορούν να προσφέρουν οι ιστορικοί στην πατρίδα τους, αυτή την χρονική στιγµή». Τελικά, συγκρότησαν την Εθνική Επιτροπή Ιστορικών Υπηρεσιών για να «βοηθήσουν στην παροχή του κοινού µε αξιόπιστες πληροφορίες ιστορικού ή παρόµοιου χαρακτήρα».

`

Αποτέλεσµα αυτού ήταν µια τεράστια παραγωγή φυλλαδίων, γραμμένων από ιστορικούς, που αποσκοπούσαν στο να ενσταλάξουν τον πατριωτισµό στον κόσµο. 23 εκατοµµύρια αντίτυπα τέτοιων φυλλαδίων µοιράστηκαν. Σύµφωνα µε µια πρόσφατη µελέτη του ρόλου των ιστορικών στην προπαγάνδα του Α’.Π.Π., τα περισσότερα φυλλάδια «υποβάθµιζαν το ζήτηµα του πολέµου σε ζήτηµα άσπρου µαύρου, φόρτιζαν το ρόλο της Αµερικής µε ιδεαλισµό και ηθική ορθότητα, ενώ διακήρυτταν τελεσίδικα την ενοχή της Γερµανίας.

`

Κατά το Β΄ Π.Π., ο Σάµουελ Μόρισον δήλωνε τη δέσμευση του να µην καθοδηγήσει το παρόν, αλλά «να περιγράψει τα γεγονότα απλώς όπως συνέβησαν». Παρόλα αυτά, στο ίδιο κείµενο (Faith Οf a Historian) κατέκρινε εκείνους τους ιστορικούς που είχαν δηλώσει ότι οι ψευδαισθήσεις τους για τον Α’Π.Π. είχαν διαλυθεί, κατηγορώντας τους ότι «κατέστησαν τη γενιά των νέων που έφτασε στην ωρίµανση περίπου το 1940 πνευµατικά απροετοίµαστη για τον πόλεµο που έπρεπε να πολεµήσει … Οι ιστορικοί είναι εκείνοι που έπρεπε να επισηµάνουν ότι ο πόλεµος επιτυγχάνει κάτι, ότι ο πόλεµος είναι καλύτερος από την υποτέλεια».

`

Στην ατµόσφαιρα του ψυχρού πολέµου το 1950, κάποιοι ιστορικοί επέλεξαν συγκεκριµένα γεγονότα, προκειµένου να συνταχθούν µε την κυβερνητική θέση. Δύο απ’ αυτούς έγραψαν µια δίτοµη ιστορία της εµπλοκής των ΗΠΑ στο Β΄ Π.Π., για να δείξουν, όπως έλεγαν, «την πολύπαθη ανάδυση των ΗΠΑ ως ηγέτιδα δύναµη του φωτός σε έναν παγκόσµιο αγώνα που δίνεται µέχρι σήµερα».

Η ειλικρινής οµολογία της προκατάληψής τους θα ήταν µια ευχάριστη έκπληξη. Κι όµως, ενώ είχαν πρόσβαση σε επίσηµα έγγραφα που δεν ήταν διαθέσιµα σε άλλους, ανέφεραν στην εισαγωγή τους: «Κανείς από το υπουργείο Εξωτερικών ή από κάπου αλλού δεν προσπάθησε να επηρεάσει τις απόψεις µας». Ίσως όχι, αλλά ο ένας απ’ αυτούς, ο Ouίλιαµ Λάνγκερ, ήταν διευθυντής ερευνών για τη CIA κάποια στιγµή και ο άλλος, ο Έβερετ Γκλίσον, ήταν βοηθός γενικού γραµµατέα του Συµβουλίου Εθνικής Ασφάλειας.

`

Ο Λάνγκερ ήταν επίσης και πρόεδρος της Αµερικανικής Ένωσης Ιστορικών (ΑΗΑ) … Κάποιος άλλος πρόεδρος της ΑΗΑ, ο Σάµουελ Μπέµις, απευθυνόµενος στην ένωση το 1961 ήταν ξεκάθαρος σχετικά µε αυτό που ήθελε να κάνουν οι ιστορικοί:

`

Υπερβολική … αυτοκριτική εξασθενίζει το λαό. Ο σπουδαίος πολιτισµός ενός λαού παρακµάζει, όταν αρχίζει να εξετάζει τον εαυτό του … Αρχίζουµε να χάνουµε από τα µάτια µας το στόχο της εθνικής ισχύος … οι στρατιωτικές µας προετοιµασίες υπονοµεύονται από ύπουλες απεργίες που ζητούν λιγότερη δουλειά και µεγαλύτερο µισθό … Η µαζική υπευθυνότητα δε συνάδει προς τη µαζική αυτοεπιείκεια … πώς µπορεί να συγκριθεί η τεµπέλικη χρονοτριβή και η µαλθακότητά µας µε την άκαµπτη πειθαρχία και την τυραννική αντιµετώπιση των υποτελών ανθρώπων, χαρακτηριστικά που δυναµώνουν το επιθετικό σθένος του µοχθηρού µας αντιπάλου;»

`

Ο ιστορικές Ντάνιελ Μπούρστιν κατέθεσε στην Επιτροπή Αντιαµερικανικών Δραστηριοτήτων το 1953. Συµφώνησε µε την Επιτροπή ότι δεν έπρεπε να επιτραπεί στους κοµµουνιστές να διδάσκουν στα αµερικανικά πανεπιστήµια προφανώς επειδή θα ήταν προκατειληµµένοι. Ο Μπούρστιν είπε στην Επιτροπή ότι εξέφραζε την αντίθεσή του στον κοµµουνισµό µε δύο τρόπους. Πρώτον, συµµετέχοvτας σε θρησκευτικές δραστηριότητες στο πανεπιστήµιο του Σικάγο και «δεύτερον, προσπαθώvτας να αποκαλύψω και να εξηγήσω στους µαθητές, µε τη διδασκαλία και τα γραπτά µου, τις µοναδικές αρετές της αµερικανικής δηµοκρατίας». Αυτό δεν ήταν προκατάληψη.

`

Ο Πίτερ Νόβικ, αφού εξέτασε την αντικειµενικότητα των αµερικανών ιστορικών και διαπίστωσε πόσο µεροληπτούσαν υπέρ των ΗΠΑ, αναρωτήθηκε κατά πόσο έπαιξε ρόλο στην αποκρουστική εισβολή στο Βιετνάµ και τον ψυχρό πόλεµο αυτή η «ύβρις», η αλαζονεία για την εθνική κυριαρχία. Έθεσε το θέµα ως εξής:

Αν αυτός ο αρρωστηµένος, διεθνής, αµερικανικός επεµβατισµός μας οδήγησε σ’ αυτή την αιµατοβαµµένη εκδήλωση του ψυχρού πολέµου (Βιετνάµ), δεν αξίζει τουλάχιστο να αναρωτηθούµε κατά πόσο η ίδια ύβρις ήταν υπεύθυνη και για τη µεγαλύτερη σύγκρουση (Β΄Π.Π.); Προφανέστατα, µέχρι τη δεκαετία του ’60, οι ΗΠΑ κατάφεραν να δηµιουργήσουν µια ολόκληρη αυτοκρατορία. Είναι δυνατόν οι ακαδηµαϊκοί να µας πείσουν ότι αυτή αποκτήθηκε, όπως λέγεται, από τη βρετανική αυτοκρατορία «από έναν παραλογισµό;»

`

Κατά τη δεκαετία του ’60, είχαµε µια σειρά πολυτάραχων κοινωνικών κινηµάτων ενάντια στους φυλετικούς διαχωρισµούς, τον πόλεµο του Βιετνάµ και υπέρ της ισότητας των δύο φύλων. Αυτά προκάλεσαν µια επαναξιολόγηση της επίσηµης ιστορίας. Όλο και περισσότερο εµφανίζοvταν βιβλία (ή έρχονταν στο προσκήνιο παλιότερα βιβλία), τα οποία παρουσίαζαν τους αγώνες των µαύρων, τις προσπάθειες των γυναικών να κερδίσουν ισότητα, τα αντιπολεµικό κινήµατα και τις απεργίες και διαδηλώσεις των εργαζόµενων ανθρώπων ενάντια στις άθλιες συνθήκες διαβίωσης, βιβλία που, ενώ επικαλούνταν πιστά διασταυρωµένες πληροφορίες, µεροληπτούσαν ανοιχτά υπέρ της ισότητας, εναντίον του πολέµου και υπέρ της εργατικής τάξης.

`

Ο αδιάλλακτος ακτιβισµός της εποχής (γράφοvτας ιστορία τόσο στους δρόµους όσο και µε γραπτά κείµενα) αποτέλεσε έµπνευση για πολλούς επαγγελµατίες ιστορικούς. Κατά τις δεκαετίες του ’70 και του ’80, η τάση αυτή κατηγορήθηκε από µερικούς ακαδηµαϊκούς και από κάποια όργανα της κοινής γνώµης ότι έβλαπτε την ορθή ιστορική παιδεία των νέων ανθρώπων. Ως µέρος της επίθεσης καλλιεργήθηκε η απαίτηση για περισσότερα γεγονότα, ηµεροµηνίες και για σκέτη συσσώρευση ιστορικών δεδοµένων.

`

Το Μάιο του 1976, οι Τάιµς της Ν. Υόρκης δηµοσίευσαν µια σειρά άρθρων στα οποία θρηνούσαν για την άγνοια που επικρατούσε στους αµερικανούς µαθητές σχετικά µε την ίδια τους την ιστορία. Η στενοχώρια που επιδείκνυε η εφηµερίδα όπως και οι τέσσερις διακεκριµένοι ιστορικοί που έγραψαν τα άρθρα ήταν µεγάλη. Αποκαλύφτηκε ότι οι µαθητές δε γνώριζαν ότι ο Τζέιµς Πολκ ήταν πρόεδρος κατά τον πόλεµο του Μεξικό, ότι ο Τζέιµς Μάντισον ήταν πρόεδρος κατά τον πόλεµο του 1812, ότι η Αγροτική Μεταρρύθµιση ψηφίστηκε νωρίτερα από την µεταρρύθµιση των Δηµόσιων Υπηρεσιών ή ότι το Σύνταγµα εξουσιοδοτεί το Κογκρέσο να ρυθµίζει το ενδοπολιτειακό εµπόριο, αλλά δεν αναφέρεται καθόλου στο υπουργικό συµβούλιο.

`

Πρέπει να αναρωτηθούµε αν οι Τάιµς ή οι ιστορικοί τους σύµβουλοι έµαθαν κάτι από την ιστορία αυτού του αιώνα. Ήταν ένας αιώνας γεµάτος φρικαλεότητες: όπως τα στρατόπεδα θανάτου του Χίτλερ, τα στρατόπεδα εξόvτωσης του Στάλιν και η ισοπέδωση της Νοτιοανατολικής Ασίας από τις ΗΠΑ. Όλα αυτά έγιναν πραγµατικότητα από ισχυρούς ηγέτες και πειθήνιους λαούς, που είχαν κατακτήσει υψηλό βαθµό µόρφωσης και παιδείας. Φαίνεται πως οι υψηλές βαθµολογίες στα τεστ δεν είχαν και τόση σηµασία γι’ αυτούς τους ηγέτες και αυτούς τους πολίτες.

`

Στην περίπτωση των ΗΠΑ, η δολοφονία 1 εκατοµµυρίου Βιετναµέζων και η θυσία 55.000 Αµερικανών διαπράχθηκε από πολύ µορφωµένους ανθρώπους τού περιβάλλοντος του Λευκού Οίκου, οι οποίοι είχαν υψηλές βαθµολογίες στα τεστ και σίγουρα θα πετύχαιναν υψηλούς βαθµούς και στο τεστ των Τάιµς της Ν. Υόρκης. Ένα µέλος της οργάνωσης ΦΒΚ, ο Μακ Τζόρτζ Μπάντι, ήταν αυτός που σχεδίασε το βοµβαρδισµό των αµάχων στη νοτιοανατολική Ασία. Ένας καθηγητής του Χάρβαρντ, ο Χένρι Κίσιγκερ, ήταν ο στρατηγικός νους του µυστικού βοµβαρδισµού αγροτικών χωριών στην Καµπότζη.

`

Πηγαίνοντας και λίγο πίσω στην ιστορία, ο πιο µορφωµένος µας πρόεδρος, ο Γουντρόου Ουίλσον ιστορικός µε διδακτορικό και πρώην πρόεδρος του Πρίνστον ήταν αυτός που βοµβάρδισε τις µεξικανικές ακτές, σκοτώνοντας εκατοντάδες αθώους ανθρώπους, επειδή η µεξικανική κυβέρνηση αρνήθηκε να χαιρετήσει την αµερικανική σηµαία. Ο µορφωµένος στο Χάρβαρντ Τζον Κένεντι, συγγραφέας δύο βιβλίων ιστορίας, ήταν αυτός που ηγήθηκε της αµερικανικής εισβολής στην Κούβα και δήλωσε τότε τα ανάλογα ψέµατα στον κόσµο.

`

Τι έµαθαν ο Κένεντι ή ο Ουίλσον απ’ όλα τα µαθήµατα ιστορίας που διδάχτηκαν στα καλύτερα πανεπιστήµια της Αµερικής; Τι ήταν αυτό που έµαθαν όλοι οι Αµερικανοί από τα βιβλία ιστορίας του Λυκείου, που τους έκανε να καταπνίξουν την κοινή τους λογική και να υπακούσουν σ’ αυτούς τους ηγέτες; Προφανώς, η «εξυπνάδα» ενός ατόµου, όπως προκύπτει από τα τεστ ιστορίας των Τάιµς, ή η «µόρφωση» ενός ατόµου δε µας λένε τίποτα για την εντιµότητα αυτού του ανθρώπου, αν είναι βίαιος ή φιλειρηνικός και αν αυτό το άτοµο θα αντισταθεί στην πίεση του κακού ή θα γίνει σύµβουλος των «γερακιών» του πολέµου. Δε µας λένε κατά πόσο ο άνθρωπος αυτός θα γίνει ιερέας Νιεµόλερ (ένας Γερµανός που αντιστάθηκε στους Ναζί) ή Άλµπερτ Σπίερ (που συνεργάστηκε µε τους Ναζί), υπολοχαγός Κάλεϊ (που σκότωσε παιδιά στο Μάι Λάι) ή υπαξιωµατικός Τόµσον (που προσπάθησε να τα σώσει).

`

Ένας από τους δύο που πέτυχαν τη µεγαλύτερη βαθµολογία στο τεστ των Τάιµς, περιγράφτηκε ως εξής: «Λίγο κάτω από 20 χρονών, αναφέρει ότι οι δραστηριότητες στη φύση και το Κλαµπ Πολεµικών Παιγνίων Augustαnα αποτελούν τις κυριότερες ασχολίες του ελεύθερου χρόνου του, εξηγώντας ότι το Augustana είναι µια οµάδα ανθρώπων που συναντιούνται κάθε Παρασκευή και εξοµοιώνουν ιστορικές µάχες σε ένα παιχνίδι».

`

Είναι µεγάλη ανάγκη να µαθαίνουµε ιστορία, όχι αυτή που δίνει έµφαση στη γνώση των προέδρων, διαταγµάτων και αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά εκείνη που παρακινεί τη νέα γενιά να αντισταθεί στην παράνοια των κυβερνήσεων, οι οποίας προσπαθούν να κατευθύνουν τον κόσµο και τα µυαλά µας εντός της σφαίρας επιρροής τους.(σελ.88)

(Συνεχίζεται Κεφάλαιο Πέμπτο: ΔΙΚΑΙΟΣ ΚΑΙ ΑΔΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ)

Και συνεχίζει: «Οι αναρχικοί, ανακάλυψα, δεν πιστεύουν στην αναρχία όπως συνήθως ορίζεται αταξία, αποδιοργάνωση, χάος, σύγχυση και ο καθένας να κάνει αυτό που του αρέσει. Αντίθετα, πιστεύουν ότι η κοινωνία πρέπει να είναι οργανωµένη µε χίλιους διαφορετικούς τρόπους, ότι οι άνθρωποι πρέπει να συνεργάζονται στην εργασία και την ψυχαγωγία και να συγκροτούν µια όµορφη κοινωνία … πιστεύουν ότι κάθε οργάνωση πρέπει να αποφεύγει την ιεραρχία, την εξουσία από τα πάνω πρέπει να είναι δηµοκρατική, συναινετική, να φτάνει σε αποφάσεις µε συνεχή συζήτηση και επιχειρηµατολογία».

Στην ιστορία που διδάσκει ο Ζιν δε θα µάθετε για τα ανδραγαθήµατα των πλούσιων και δυνατών, των πολιτικών ηγετών, των βιοµηχάνων, των σπουδαίων σωτήρων του λαού. αλλά για την πραγµατικότητα, όπως διαµορφώνεται αργά και επίπονα, µακριά από τις πένες των ιστορικών, µέσα από τις άοκνες προσπάθειες καθηµερινών ανθρώπων που κυριεύτηκαν από την ιδέα της περισσότερης δικαιοσύνης, ένωσαν τις δυνάµεις τους, οργανώθηκαν και αγωνίστηκαν για να φέρουν τα πάνω κάτω.

`

Ο Χάουαρντ Ζιν προέρχεται από φτωχή οικογένεια µεταναστών και µεγάλωσε στις σκοτεινές και βρώµικες εργατικές κατοικία; της Ν. Υόρκης. Οµολογεί ότι έγινε ιστορικός για ν’ αλλάξει τον κόσµο και έθεσε την ιστορία στην υπηρεσία του ανθρώπου ως εργαλείο µεταβολής της κοινωνίας και όχι διαιώνισης µιας άρρωστης πραγµατικότητας. Πεπεισµένος ο ίδιος ότι η κοινωνική πρόοδος, όπου και όσο αυτή συντελέστηκε στην πάροδο των αιώνων, προήλθε µόνο µέσα από τους αγώνες των απλών ανθρώπων που πάλεψαν ενάντια σε κάθε είδους εξουσιαστικούς και καταπιεστικούς µηχανισµούς, φέρνει στο φως την ιστορία από τα κάτω.

Όσοι από εμάς έχουµε εντρυφήσει στις αφηρηµένες έννοιες θα συγκινηθούµε διαβάζοντας τον Χάουαρντ Ζιν γιατί µας επιστρέφει στο χειροπιαστό εκεί όπου ανήκουµε. ‘Ετσι κι αλλιώς οι σπουδαίες ιδέες είναι απλές, εµείς τις περιπλέκουµε. Μετά από διακόσια χρόνια φίµωσης, λογοκρισίας και δυσφήµισης του αναρχικού σοσιαλισµού από εχθρούς και φίλους, στο µεταίχµιο του 20°» και 21°» αιώνα, τη στιγµή που κατέρρευσε ο εξουσιαστικός µπολσεβικισµός, ο Χάουαρντ Ζιν µας χάρισε ίσως το καλύτερο λαϊκό εγχειρίδιο εισαγωγής στον αναρχικό σοσιαλισµό, όπως αυτός οριοθετήθηκε ως κοινωνική θεωρία αναζήτησης της αυτονόητης ελευθερίας, δικαιοσύνης και ειρήνης. Και επειδή στα µυαλά πολλών στην εποχή µας αυτές οι έννοιες είναι οµιχλώδεις, τα ιστορικά στοιχεία του Χάουαρντ Ζιν είναι διαφωτιστικά: ξεκαθαρίζουν σε όλους µας τι πάει να πει αδικία, σκλαβιά και πόνος.

ι συλλογισµοί του Ζιν βασίζονται σε στοιχεία της αµερικανικής κοινωνίας. Και ακριβώς γι’ αυτό δεν περιορίζονται εκεί, αλλά αποκτούν παγκόσµιο χαρακτήρα, αφού το αµερικανικό κοινωνικό µοντέλο, συνέχεια του δυτικοευρωπαϊκού, επικράτησε διεθνώς. Και αυτή ακριβώς είναι η αξία της σκέψης του για τον ελληνικό µικρόκοσµο. Στις Διακηρύξεις Ανεξαρτησίας ο συγγραφέας αποδοµεί την κυρίαρχη αµερικανική ιδεολογία. Αναδεικνύει τον καταπιεστικό χαρακτήρα της δυτικής «δηµοκρατίας» που εξαπατά τους πολίτες της προσφέροντας ψεύτικο πλουραλισµό και κίβδηλη ελευθερία. Αυτοί που έχουν δύναµη και εξουσία στις κοινωνίες µας, πλουτοκράτες και επαγγελµατίες πολιτικοί, µας αναγκάζουν να επιλέγουµε µεταξύ περιορισµένων επιλογών, αφήνοντας απέξω τις ρηξικέλευθες προτάσεις, εκείνες που απειλούν την αυθαίρετη και άδικη τάξη πραγµάτων. Με αυτό το δεδοµένο ο συγγραφέας διακηρύττει ότι δεν είναι ουδέτερος. Σε έναν κόσµο που κινείται ήδη προς συγκεκριµένη κατεύθυνση, όπου ο πλούτος και η δύναµη διανέµονται ήδη µε συγκεκριµένο τρόπο, ουδετερότητα γι’ αυτόν σηµαίνει αποδοχή των πραγµάτων όπως είναι τώρα. Ο Χάουαρντ Ζιν θεωρεί ότι η πολιτική είναι ζήτηµα όλων των ανθρώπων και απεχθάνεται τους ειδικούς. Δε διστάζει να τα βάλει µε έναν απ’ αυτούς, το Νικολό Μακιαβέλι.

`

Δεν πρόκειται για προσωπική ετεροχρονισµένη εµπάθεια. Ο σκοπός του είναι να διακηρύξει ότι ο πολιτικός ρεαλισµός του Μακιαβέλι και των κατοπινών υποστηρικτών του µπορεί να είναι ρεαλισµός για τα συµφέροντα εκείνων που ασκούν την εξουσία, αλλά για όλους εμάς τους υπόλοιπους είναι απάνθρωπος κυνισµός που στρέφεται ενάντια στην ίδια τη ζωή. Λένιν, Χίτλερ, Moυσoλίνι, Στάλιν και τόσοι σύγχρονοι «δημοκράτες» μελέτησαν και  επικαλούνται τον Πριγκηπα του Μακιαβέλι, όπου ο ιταλός στοχαστης διδαξε οτι ο ηγετης, τοσο στην εσωτερική όσο και στην εξωτερικη πολιτική, πρέπει να μιμειται την αλεπου και το λιοντάρι, να μεταχειρίζεται την πανουργία και τη βία, προκειμενου να εξασφαλίσει τα συμφέροντά του.

Η πλειονότητα των πολιτικών αλλά και των απλών ανθρώπων που μεταχειρίζονται τη βία, προκειμένου να πετύχουν τους σκοπούς τους, δεν έχουν τύψεις: διακηρύττουν ότι είναι στη φύση του ανθρώπου. Ο Μακιαβέλι, στην προσπάθεια του να υποστηρίξει το ρεαλισμό και να παρακάμψει τους όποιους ηθικούς φραγμούς, συμφωνεί. «Οι άνθρωποι έχουν την τάση να είναι κακοί».

Και το ίδιο φαίνεται να λένε ο Τόμας Χομπς, ο Αϊνστάιν αργότερα, ο Φρόιντ και ο σπουδαίος κοινωνιοβιολόγος Ουίλσον, επικαλούμενοι όλοι τούς αμέτρητους πολέμους στην ιστορία και όχι τις επιστήμες τους. Αυτό, όμως, είναι το πεδίο δράσης του Ζιν: Αν το φαινόμενο της βίας και του πολέμου δεν οφείλεται στη φύση του ανθρώπου, όπως δηλώνουν γενετιστές, ψυχολόγοι, ανθρωπολόγοι και ζωολόγοι, αλλά πρόκειται για ένα τόσο συχνό ιστορικό γεγονός, τότε είναι λογικό να οφείλεται τελικά στις ιστορικές συνθήκες. Εκεί όπου ευδοκίμησαν εξουσιαστικές ελίτ, ερωτευμένες με την εξουσία τους και άπληστες, εκεί όπου επικράτησε η πλύση εγκεφάλου και ο εθνικισμός είναι φυσικό να μη λείπει ο πόλεμος. Εξάλλου, «η Ιστορία, τόσο φιλότιμη στην καταγραφή των καταστροφών, παραμένει άκρως σιωπηλή απέναντι στον τεράστιο αριθμό ειρηνικών πράξεων θάρρους από άτομα που αμφισβήτησαν την εξουσία και αδιαφόρησαν για το θάνατο. Το ζήτημα της ιστορίας, όμως, η χρήση και η κατάχρησή της, αξίζει να συζητηθεί ξεχωριστά».

Ο Χάουαρντ Ζιν δεν είναι αντικειμενικός ιστορικός, όπως δε θα έπρεπε να είναι και κανένας συνάδελφος του. Από την πρώτη στιγμή που ασχολήθηκε με την Ιστορία είχε αποφασίσει ότι θα είναι προκατειλημμένος, υποστηρίζοντας ολόψυχα τις θεμελιώδεις ανθρώπινες αξίες, το δικαίωμα όλων των ανθρώπων στη ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας. Προσπάθησε, ωστόσο, να είναι ανοιχτόμυαλος με τα μέσα που θα το πετύχαινε αυτό. Δε φοβήθηκε ποτέ τις ιστορικές αποκαλύψεις, γιατί δε θα μπορούσαν ποτέ να απειλήσουν τις αρχές του. Τα ιστορικά στοιχεία θέτουν σε δοκιμασία μόνο τα μέσα που μεταχειριζόμαστε και όχι τους σκοπούς μας.

`

Για το συγγραφέα, «κάθε καταγεγραμμένη ιστορία είναι μερική κατά δύο έννοιες. Είναι μερική με την έννοια ότι αποτελεί μόνο ένα απειροελάχιστο κομμάτι όλης της πραγματικότητας … και επειδή επιλέγει πλευρές, υποστηρίζει τη μία άποψη ή την άλλη ανάλογα με αυτά που αναφέρει ή παραλείπει, αυτά που δίνει έμφαση ή όχι … Το βασικό πρόβλημα, σχετικά με την ιστορική εντιμότητα, δεν είναι το απροκάλυπτο ψέμα. Είναι η παράλειψη, ο υποτονισμός σημαντικών στοιχείων». Οι άνθρωποι, όμως, έχουν ανάγκη την ιστορία, όχι αυτή που δίνει έμφαση στη στείρα γνώση γυμνών γεγονότων και στις πράξεις των ανθρώπων της εξουσίας αλλά εκείνη που «παρακινεί τη νέα γενιά να αντισταθεί στην παράνοια των κυβερνήσεων, οι οποίες προσπαθούν να κατευθύνουν τον κόσμο και τα μυαλά μας εντός της σφαίρας επιρροής τους»,

Οι κάθε είδους κυβερνήσεις είναι αυτές που επεμβαίνουν αυταρχικά στις ζωές μας και πολύ συχνά μας οδηγούν σαν πρόβατα στα σφαγεία των πεδίων της μάχης. Στον 20ο αιώνα περίπου 65 εκατομμύρια ανθρώπινες υπάρξεις θυσιάστηκαν χωρίς δισταγμό από τις κυβερνήσεις των λαών. Και όπως πάντα «οι φτωχοί πήγαν στον πόλεμο για να υπερασπιστούν τις απολαύσεις των άλλων» (Πλούταρχος). Πολλοί άνθρωποι και διανοούμενοι θεωρούν τον πόλεμο αναγκαίο κακό (Μακιαβέλι), άλλοι τον θεωρούν επιθυμητό (Ρούζβελτ) και άλλοι ξεχωρίζουν δίκαιους και άδικους πολέμους ορισμένοι, όμως, θεωρούν κάθε πόλεμο αποκρουστικό (Έρασμος). Για τον Αϊνστάιν «ο πόλεμος δεν εξανθρωπιζεται. Καταργείται».

Τη μάχη με τον πόλεμο δίνει και ο Χάουαρντ Ζιν, με όπλo την ιστορία. Μας μαθαίνει ότι ο πόλεμoς δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο των αυταρχικών κρατών. Η Δημοκρατία των Αθηνών εξόντωσε τους Μηλίους που αρνήθηκαν να υποταχτούν και η δημοκρατία των ΗΠΑ μεταχειρίστηκε το πιο σατανικό όπλo που βρέθηκε ποτέ στα χέρια των ανθρώπων. Ο Χάουαρντ Ζιν πολέμησε το φασισμό στο Β.Π.Π. και με βάση την εμπειρία του αναρωτιέται: υπάρχει δίκαιος πόλεμος; Με αδιάσειστα ντοκουμέντα αποδεικνύει ότι ο πόλεμος του 1940 δεν έγινε για να σωθούν οι Εβραίοι από τη γενοκτονία. Δεν έγινε για να προστατευτεί το δικαίωμα των εθνών για αυτοπροσδιορισμό. Δεν έγινε για να καταπολεμηθεί ο ρατσισμός. Δεν έγινε για τη δημοκρατία. Αντίθετα έγινε για να προστατευτούν τα συμφέροντα των κραταιών δυνάμεων της εποχής που αισθάνθηκαν ν’ απειλούνται από την ανερχόμενη δύναμη της ναζιστικής Γερμανίας. Και αν ο ναζισμός ήταν αποτρόπαιος, πρέπει όλοι να θυμόμαστε τις φρικαλεότητες των δημοκρατικών συμμάχων Δρέσδη, Χιροσίμα, Ρόγιαν.

Όσο οι άνθρωποι θα καταφεύγουν στη μαζική βία ως μέθοδο επίλυσης των προβλημάτων (και θα καμαρώνουν γι’ αυτό), άνθρωποι σαν το συγγραφέα, που δεν μπορούν να χωνέψουν ότι δεν υπάρχει μια πιο ανθρώπινη λύση, θα ρωτούν: Μήπως 10-20 χρόνια μαζικής αντίστασης με κάθε είδους ευρηματικό μη βίαιο τρόπο είναι προτιμότερα από 6 xρόνια μαζικής, παρανοϊκής βίας; «Η μεγάλη πρόκληση της εποχης μας είναι πώς θα καταφέρουμε να κατακτήσουμε τη δικαιοσύνη με αγωνα αλλα χωρίς πόλεμο».

Και όταν λέμε δικαιοσύνη δεν εννοούμε τους νομούς. Για τον Χάουαρντ Ζιν όλοι οι νόμοι δεν είναι δίκαιοι και οι άνθρωποι έχουν, μεγαλύτερη υποχρέωση να επιδιώκουν τη δικαιοσύνη, παρά να υπακούουν στους νόμους. Εξάλλου, πρόκειται για κατασκευή των ισχυρών της κοινωνίας μας, των κυβερνήσεων και των πλούσιων της εποχής μας, που μεταχειρίζονται το νόμο ως εργαλείο προώθησης των συμφερόντων τους. Και, ενώ η υποχρέωση, το δέσιμο που αισθάνονται οι άνθρωπoι μεταξύ τους αποτελεί αυθόρμητη συμπεριφορά (και πως αλλιώς..), η υποταγή στο κράτος και την κυβέρνηση δεν είναι φυσιολογική μας τη μαθαίνει η κοινωνία. Μας τη μαθαίνουν τα σχολεία που διδάσκουν τις αρχές του Πλάτωνα. Αυτού του σπουδαίου φιλοσόφου που διακήρυξε αυθαίρετα δια στόματος Σωκράτη, ενός ανθρώπου που σε όλη του τη ζωή εναντιώθηκε στην αυθεντία του κράτους, ότι ο πολίτης μπορεί να χρησιμοποιεί μόνο την πειθώ,  το κράτος αντίθετα μπορεί να μεταχειρίζεται τη βία.

ε αντιπαράθεση με τον Πλάτωνα, ο Ζιν αναρωτιέται: «Μπορεί να υπάρξει αξιοπρεπής κοινωνία (και αυτό είναι δική μας έγνοια, όχι του κράτους), αν οι άνθρωποι δουλικά υπακούουν σ’ όλους τους νόμους, ακόμη και σ’ αυτούς που παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα; Και, όταν οι άδικοι νόμοι και οι άδικες πολιτικές γίνουν ο κανόνας, δεν πρέπει να ανατραπεί το κράτος; … Αυτό για το οποίο πρέπει να ανησυχούμε περισσότερο … είναι η τάση των ανθρώπων που ενώ βασανίζονται από ένα καταπιεστικό περιβάλλον αδικίας υποτάσσονται σ’ αυτό. Ιστορικά, τα πιο απαίσια πράγματα πόλεμος, γενοκτονίες και δουλεία έχουν προέλθει όχι από ανυπακοή αλλά από την υπακοή».

Μεγαλωμένος σε μια χώρα με τεράστιες αντιθέσεις, εκπληκτική τεχνολογική πρόοδο και απαίσιες συνθήκες φτώχειας, ο συγγραφέας δε θα μπορούσε να μην κατακεραυνώσει και το ταξικό, οικονομικό σύστημα της γενέτειράς του. Ο ίδιος, ως αντικείμενο της ταξικής αδικίας, βίωσε στο πετσί του την παράνοια του Lαissez Fαire. Αντιλήφθηκε πολύ νωρίς τι σημαίνει από τη μία μεριά κάποιοι άνθρωποι να γεννιούνται σε οικογένειες χωρίς καθόλου πόρους, βυθισμένες στα χρέη, τον αλκοολισμό και τα ναρκωτικά, από την άλλη κάποιοι να έρχονται στον κόσμο έχοντας στη διάθεσή τους όλα τα εφόδια για μια προκλητικά πολυτελή ζωή, και το κράτος να μιλά χωρίς αιδώ για ελεύθερη αγορά. Στην Αμερική, που καταστρατήγησε στο όνομα της ελεύθερης αγοράς κάθε έννοια κοινωνικής παροχής προς τους στερημένους ανθρώπους, οι πλουτοκράτες, από τη γέννηση των ΗΠΑ μέχρι σήμερα, συνεχίζουν να επιχορηγούνται από το κράτος. Κρατική βοήθεια για τους πλουσίους, Lαissez Fαire για τους φτωχούς.

Ο Ζιν δεν έχει καμιά αμφιβολία για την ταξική πραγματικότητα του καπιταλισμού. Ξεκαθαρίζει ότι ο ταξικός αγώνας είναι μια αναγκαιότητα και σημειώνει: «Αν θέλουμε να κάνουμε τις ριζικές αλλαγές που απαιτούνται για να έχουμε μια κατάσταση οικονομικής δικαιοσύνης … θα χρειαστεί οι άνθρωποι να οργανωθούν και να αγωνιστούν, να διαμαρτυρηθούν, να απεργήσουν, να μποϋκοτάρουν, να εμπλακούν στην πολιτική, να βγουν έξω από τα καθιερωμένα κανάλια και να εκφράσουν πολιτική ανυπακοή, να εφαρμόσουν την εξίσωση του πλούτου (όπως έκαναν οι μαύροι, όταν απλά παρευρίσκονταν σε μέρη όπου απαγορευόταν). Μόνο όταν εξισωθεi ο πλούτος (τουλάχιστον στο περίπου) θα εξισωθεί και η ελευθερία. Και  μόνο τότε θα είναι δυνατή η δικαιοσύνη στη χώρα αυτή. Μόνο τότε θα μπορούμε, τελικά  να να κάνουμε πράξη την υπόσχέση της Διακήρυξης Aνεξαpτησiας, να δώσουμε σ’όλους τους άνδρες και γυναίκες και παιδιά ισότιμο δικαίωμα στη «ζωή, την ελευθερία και την επιδίωξη της ευτυχίας«».

 

`

Για τον Χαουάρντ Ζιν, το λίκνο της καπιταλιστικής δημοκρατίας, οι ΗΠΑ, πάσχει από σοβαρό έλλειμμα ελευθερίας λόγου. Η Πρώτη Τροποποίηση του αμερικανικού Συντάγματος, ενσωματωμένη μέσα στη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων, υποτίθεται ότι καθιέρωσε την ελευθερία λόγου μια για πάντα, αλλά δεν είναι έτσι. Υποτίθεται ότι δίνει το δικαίωμα σε όλους να εκφραστούν ελεύθερα, χωρίς κανείς να μπορεί να τους το απαγορεύσει εκ των προτέρων. Εκ των υστέρων, όμως, «αν η κυβέρνηση αποφασίσει να ορίσει συγκεκριμένες δηλώσεις ως «παράνομες» ή «εμπρηστικές» ή και απλώς «ανάρμοστες», μπορεί να στείλει κάποιον στη φυλακή»: όπως και έκανε επανειλημμένα.

Οι αυθαίρετες ερμηνείες των πανίσχυρων δικαστών, η de facto εξουσία της τοπικής αστυνομίας που μπορεί να μην επιτρέψει την άσκηση του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου, ο φόβος των ανθρώπων ότι μπορεί να χάσουν τη δουλειά τους αν μιλήσουν ελεύθερα και οι παρακολουθήσεις των πολιτών από τις μυστικές αστυνομίες, δεν είναι οι μόνοι παράγοντες που περιορίζουν την ελευθερία του λόγου. Το ζήτημα είναι και ποσοτικό. Αν ξεπεραστούν τα άλλα προβλήματα και καταφέρουμε να εκφραστούμε, σε πόσους θα μπορέσει να φτάσει το μήνυμα; Οι οικονομικές δυνατότητες, ο πλούτος, καθορίζουν την ελευθερία λόγου του καθενός.

Από την άλλη μεριά, ακόμη κι αν βρούμε τους πόρους, θα έχουμε κάτι να πούμε; Θα διαθέτουμε την κριτική σκέψη για να στοχαστούμε πάνω στα γεγονότα, αφού η παιδεία μας είναι αυτή που ακρωτηριάζει την καθαυτό σκέψη; Θα έχουμε στη διάθεσή μας τις απαραίτητες πληροφορίες, αφού η ενημέρωσή μας εξαρτάται από τα ΜΜΕ που αποκρύπτουν ή τονίζουν πληροφορίες ανάλογα με τα συμφέροντά τους και τις επιταγές του κράτους;

Οι άνθρωποι δεν μπορούν εγκαταλείψουν σε κανένα διάταγμα ή άλλο νομικό κείμενο την υπεράσπιση και άσκηση των δικαιωμάτων τους. Σύμφωνα με το συγγραφέα Άλντους Χάξλεϊ,

«οι ελευθερίες κατακτιούνται, δε χαρίζονται».

Όπως δεν μπορούμε να εγκαταλείψουμε και τη δημοκρατία στα χέρια κάποιων αντιπροσώπων. Ο Χάουαρντ Ζιν προειδοποιεί: «Κάνουμε εκλογές, ψηφίζουμε για πρόεδρο και αντιπροσώπους στο Κογκρέσο, και νομίζουμε ότι αυτό είναι δημοκρατία». «Οι συγγραφείς των εγγράφων The Federαlist Pαpers εξήγησαν πιο ξεκάθαρα από κάθε άλλον πολιτικό ηγέτη του έθνους μέχρι τότε, τι ακριβώς σημαίνει ο θεσμός της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης ..αυτή χρησιμοποιείται από τους ισχυρούς μίας κοινωνίας ως ένα δημοκρατικό προσωπείο, προκειμένου να ελέγχεται η κοινωνία, και ως φράγμα απέναντι στις απαιτήσεις που απειλούν τα συμφέροντά τους».

`

Σύμφώνα με τον Ζιν, η εμπειρία των μαύρων ανθρώπων στην Αμερική το αποδεικνύει αυτό ξεκάθαρα. Οι μαύροι, ένα τεράστιο κομμάτι του αμερικανικού πληθυσμού, δεν ωφελήθηκαν ούτε στο ελάχιστο, όσον αφορά τα δηµοκρατικά τους δικαιώµατα, από τα επίσηµα κανάλια του αντιπροσωπευτικού πολιτεύµατος. Και ο ίδιος τονίζει: «Το κίνηµα των µαύρων, το εργατικό κίνηµα, το γυναικείο και το αντιπολεµικό, µας έµαθαν µια απλή αλήθεια: Τα επίσηµα κανάλια, οι επίσηµες διαδικασίες της αντιπροσωπευτικής κυβέρνησης είναι µερικές φορές χρήσιµες, αλλά ποτέ δεν είναι αρκετές και συχνά αποτελούν εµπόδιο στην προσπάθεια της κατάκτησης ορισµένων βασικών ανθρώπινων δικαιωµάτων. Αυτό που έχει αποδώσει στην ιστορία είναι η άµεση δράση ανθρώπων που αγωνίστηκαν ενωµένοι, κάνοντας θυσίες και αναλαµβάνοντας ρίσκα για ένα σκοπό που άξιζε τον κόπο».

τον εικοστό αιώνα, εκατοµµύρια άνθρωποι αγωνίστηκαν για το σκοπό της εγκαθίδρυσης του κοµµουνισµού και σε µερικές περιοχές του πλανήτη νόµισαν ότι το κατάφεραν. Την ίδια περίοδο ο κόσµος χωρίστηκε σε δύο στρατόπεδα φτάνοντας πολύ κοντά στην απόλυτη καταστροφή. Ο σταλινισµός από τη µία και η αντικοµµουνιστική υστερία από την άλλη δε θα µπορούσαν ν’ αφήσουν αδιάφορο έναν ιστορικό που αγάπησε τον Μαρξ, διαφώνησε µε τους µαρξιστές και έγινε αναρχικός. Ο Χάουαρντ Ζιν αναδεικνύει την παρανοϊκή ατµόσφαιρα και τα συµπτώµατα της µακαρθικής Αµερικής και βάζει τον υπαρκτό «σοσιαλισµό» στη θέση που του αξίζει: στο πάνθεον των ολοκληρωτικών, αιµοσταγών καθεστώτων.

Στον επίλογό του, ο συγγραφέας ξεδιπλώνει το αισιόδοξο και αγωνιστικό πνεύµα του. Η απρόβλεπτη φύση της ανθρώπινης ιστορίας, όπως αποδείχθηκε περίτρανα και τον 20ο αιώνα, τον οδηγεί στο συµπέρασµα ότι ο αγώνας των ανθρώπων για δικαιοσύνη δεν πρέπει να εγκαταλείπεται ποτέ λόγω µαταιότητας, αφού οι υποτιθέµενα ανυπέρβλητες δυνάµεις του χρήµατος και των όπλων κάµφθηκαν συχνά από τους αγώνες των απλών ανθρώπων. Βιώνοντας, όµως, ταυτόχρονα και τη φρίκη του αιώνα που πέρασε, είναι κατηγορηµατικός: «Η µαζική βία, είτε σε έναν πόλεµο είτε σε εσωτερικές αναταραχές, δε δικαιολογείται από κανένα σκοπό, όσο ευγενικός κι αν είναι, επειδή κανένα αποτέλεσµα δεν είναι βέβαιο. Κάθε λογικός και ευαίσθητος άνθρωπος πρέπει να καταλάβει ότι, εάν οι σκοποί είναι αβέβαιοι, όσο επιθυµητοί κι αν είναι, ενώ τα µέσα είναι σίγουρα φρικιαστικά, τότε αυτά τα µέσα δεν πρέπει να χρησιµοποιηθούν» .

Για τον Χ. Ζιν, «τα µέσα που µεταχειριζόµαστε για να πετύχουµε την κοινωνική αλλαγή πρέπει να συνάδουν, ηθικά, προς τους σκοπούς». Η µη βίαιη άµεση δράση παίρνει τη θέση της µαζικής βίας. Γι’ αυτόν «η µη βία δε σηµαίνει αποδοχή αλλά αντίσταση όχι αναµονή αλλά δράση. Δεν είναι καθόλου παθητική. Περιλαµβάνει απεργίες, µποϋκοτάζ, άρνηση συνεργασίας, µαζικές διαδηλώσεις και σαµποτάζ, καθώς και εκκλήσεις στη συνείδηση του κόσµου, ακόµη και προς τα άτοµα της καταπιεστικής τάξης που ίσως κάποια στιγµή σπάσουν τα δεσµά τους µε το παρελθόν … Η µη βίαιη δράση είναι άρρηκτα συνδεδεµένη µε τη δηµοκρατία. Η βία µε τη µορφή της τροµοκρατίας είναι η απεγνωσµένη τακτική µικρών οµάδων που αδυνατούν να συγκροτήσουν µια µαζική βάση λαϊκής υποστήριξης. Οι κυβερνήσεις προτιµούν πολύ περισσότερο τη βία αυτών των πειθαρχηµένων στρατών που µπορούν να τους ελέγξουν, παρά τις τακτικές της µη βίας που θα τις ανάγκαζαν να παραχωρήσουν εξουσία σε µεγάλους αριθµούς πολιτών, οι οποίοι θα µπορούσαν στη συνέχεια να απειλήσουν την εξουσία της ελίτ».

Για τον Χάουαρντ Ζιν η υπέρτατη δύναµη δεν είναι τα όπλα είναι οι άνθρωποι που αγωνίζονται.

Δηµήτρης Κωνσταντίνου

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s