ΒΑΡΟΥΦΑΚΗ ΓΙΑΝΗ: Βιβλίο «ΑΝΙΚΗΤΟΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ»

Standard
2018-09-23 Δημοψήφισμα 2015

ΣΥΝΤΑΓΜΑ -ΙΟΥΛΗΣ 2015- ΔΗΜΟΨΗΦΙΣΜΑ

`

Εν Κατακλείδι*

Το 2015 υπήρχε τρόπος να αποδράσει η χώρα από τη φυλακή του χρέους παραμένοντας παράλληλα στο ευρώ: αν η ηγεσία µας φοβόταν το 3ο μνημόνιο περισσότερο απ’ ότι φοβόταν το Grexit.  (έντονα, συντάκτης.. εφεξής)

Αν έστω και µία στιγμή, τότε που µου προτάθηκε να συμμετάσχω στην κυβέρνηση Σύριζα, πίστευα ότι: η ηγεσία του θα υπέκυπτε στην αυταπάτη ότι η υποταγή στην τρόικα ήταν λιγότερο κακή λύση από το Grexit, δεν υπήρχε πιθανότητα να συμμετάσχω.

Το βιβλίο τούτο οφείλεται: στην εσωτερική ανάγκη µου να αφηγηθώ τα διεθνούς σηµασίας γεγονότα που έφεραν την καθυπόταξη της κυβέρνησης µας στην αυταπάτη ότι η Ελληνική Άνοιξη ήταν καταδικασμένη και πανάκριβη, ενώ το 3ο μνημόνιο µονόδροµος .

*(Από τον πρόλογο του Γ.Β.)

ΠΡΟΛΟΓΟΣ

ο αµέσως προηγούµενο βιβλίο µου, Η Αρπαγή της Ευρώπης, ανέλυε τις φυγόκεντρες οικονοµικές δυνάµεις που, εδώ και χρόνια, αποδοµούν την Ευρώπη και της στερούν την ηθική και πολιτική αίγλη που κάποτε είχε. Καθώς ολοκλήρωνα εκείνο το βιβλίο, στις αρχές του 2015, βρέθηκα ξαφνικά µέσα στη δίνη, µέσα στην κοιλιά του κτήνους, που έως τότε ανέλυα.

Αποδεχόµενος τη θέση του υπουργού Οικονοµικών της πτωχευµέvης χώρας µας σε µια ιστορική συγκυρία που επέβαλλε την ολομέτωπη σύγκρουση µε τους δανειστές της, τους ισχυρότερους οργανισµούς και κυβερνήσεις του κόσµου, βρέθηκα στη θέση τόσο του δρώντος όσο και του παρατηρητή ενός δράματος που θα οδηγούσε είτε στη λύτρωση είτε στην εδραίωση της παγίδευσης της Ελλάδας, αλλά και ολόκληρης της ηπείρου µας, σε µια δίνη από την οποία η απόδραση θα αργήσει δεκαετίες.

Από στενή οπτική γωνία, το βιβλίο τούτο φαντάζει ως η αφήγηση µιας ήττας που προαναγγέλλει κι άλλα δεινά για την πτωχευµένη Ελλάδα και την αποδοµούµενη Ευρώπη. Ακόµα πιο στενή θα ήταν η αντιμετώπιση του ως της ιστορίας ενός πανεπιστημιακού που έγινε υπουργός για µερικούς μήνες προτού αποφασίσει να παραιτηθεί δημοσιοποιώντας όσα έζησε κεκλεισμένων των θυρών. Ή ως ενός χρονικού συναρπαστικών συζητήσεων µε ανθρώπους που καθορίζουν τις τύχες µας ως χώρας αλλά και ως ηπείρου, π.χ. τον Βόλφγκανγκ Σόιµπλε, την Κριστίν Λαγκάρντ, τον Μάριο Ντράγκι, τον Εµµανουέλ Μακρόν, τον Μπαράκ Οµπάµα. Ή ως µιας αφήγησης του τι συνέβη όταν µια ταραία άνοιξη ένας µικρός, ταλαιπωρημένος λαός τα έβαλε µε τους Γολιάθ της Ευρώπης σε µια απέλπιδα προσπάθεια να αποδράσει από τη χρεοδουλοπαροικία που του είχαν επιβάλει πέντε χρόνια πριν.

Αν και όλοι αυτοί οι χαρακτηρισµοί του βιβλίου έχουν βάση, κανείς τους δεν καταφέρνει να απoτυπώσει ούτε τη σημασία της ιστορίας αυτής ούτε το κίνητρο που µε ώθησε να την καταγράψω. Τα γεγονότα που περιγράφει το βιβλίο δροµολόγησαν συγκλονιστικές εξελίξεις για όλη την Ευρώπη, αλλά και για την απέναντι όχθη του Ατλαντικού. Επιπλέον, η ήττα µας µπορεί να ήταν αδιαμφισβήτητη, αλλά η Ελληνική Άνοιξη, όπως πολλοί προοδευτικοί άνθρωποι εκτός Ελλάδας θυµούνται τα γεγονότα του πρώτου εξαµήνου του 2015, παραµένει ζωντανή και, συνεπώς, ανίκητη, τουλάχιστον πρoς το παρόν. Με άλλα λόγια, η ιστορία που το βιβλίο αυτό καταγράφει είναι τόσο οικουμενική όσο και εν εξελίξει.

#Για τον αναγvώστη που ξέχασε την πανευρωπαϊκή σημασία του δικού µας 2015, να θυµίσω µία σημαδιακή σκηνή: Ηταν 13 Iουλίου. Λεπτά της ώρας µετά τη συνθηκολόγηση του Έλληνα πρωθυπουργού στις Βρυξέλλες, την οποία ο ίδιος χαρακτήρισε «πραξικόπημα», Ο συντηρητικός lσπανός πρωθυπουργός παρουσιάστηκε στις κάμερες των τηλεοράσεων της χώρας του κρατώντας στο χέρι το κείµενο συνθηκολόγησης λέγοντας στον ισπανικό λαό: «Αυτό να περιµένει όποιος υποστηρίζει τον Σύριζα της lσπανίας».

Από εκείνη τη µέρα η εκλογική δυναμική των Ποδέµος, στους οποίους αναφέρονταν, συρρικνώθηκε και το ισπανικό κατεστηµένο ανακουφίστηκε.

Όµως στο µεταξύ αηδιασµένοι οπαδοί του Εργατικού Κόμματος της Βρετανίας παρακολουθούσαν στις δικές τους τηλεοράσεις τη βαναυσότητα µε την οποία η ΕΕ συνέτριβε την έννοια της δημοκρατίας στην ευρωπαϊκή ήπειρο, ξεκινώντας µε την Ελλάδα, µε σκοπό να τρομοκρατηθούν οι ψηφοφόροι της lσπανίας, της Πορτογαλίας, της lρλανδίας, της lταλίας και, εν τέλει, της Γαλλίας.

Έτσι, την 23η Ιουνίου 2016, προοδευτικοί Βρετανοί ψήφισαν υπέρ της εξόδου της Βρετανίας από την ΕΕ, προσθέτοντας τις ψήφους τους σε εκείνες των αντιευρωπαίων ξενοφοβικών Βρετανών, παγιώνοντας τη διαφορά υπέρ του Brexit. Το Brexit, µε τη σειρά του, ενίσχυσε τον Τραμπ στην άλλη µεριά του Ατλαντικού. Με την εκλογή του Τραμπ φύσηξε ούριος άνεµος στα πανιά των ξενοφοβικών εθνικιστικών δυνάµεων σε όλη την Ευρώπη. Στο µεταξύ ο Βλαντιµίρ Πούτιν παρατηρούσε χαµογελαστός, τρίβοντας τα µάτια του, τον τρόπο µε τον οποίο η «Δύση» αυτοϋπονοµεύονταν µε σθένος περισσό!

Η ιστορία λοιπόν τούτου του βιβλίου ρίχνει φως όχι µόνο στο τι συνέβη στη µικρή και καταπονηµένη Ελλάδα αλλά και στα αίτια και τις διαδικασίες που µεταλλάσσουν την Ευρώπη. τη Βρετανία και τις ΗΠΑ. Καθώς το λεγόµενο «φιλελεύθερο κατεστημένο» διαµαρτύρεται για τα ψέματα του Τράμπ και των εθνικολαϊκιστών που υποστηρίζουν ένα Βrexit.. σε κάθε χώρα, έχει σημασία να μην ξεχνάµε πως, εν έτει 2015, το ίδιο «φιλελεύθερο κατεστημένο» ήταν εκείνο που εξαπέλυε µια αδυσώπητη καµπάνια «αντιστροφής της αλήθειας» και δολοφονίας της υπόστασης και του χαρακτήρα εκπροσώπων µιας φιλοευρωπαϊκής, δημοκρατικά εκλεγµένης κυβέρνησης σε µια µικρή χώρα της Ευρώπης.#

Ακόµα όµως και αυτή η χρήσιμη όψη του βιβλίου αποτυγχάνει να συλλάβει το βαθύτερο κίνητρο που µε ώθησε να το γράψω. Ένιωσα την ακαταμάχητη ανάγκη να καταπιαστώ µε το κείµενο που ακολουθεί όταν, πίσω και πάνω από τα συγκεκριµένα γεγονότα που βίωσα, αναγvώρισα µια ιστορία διαχρονική και παγκόσµια.

Μια ακολουθία γεγονότων µε σημασία που υπερέβαινε τα στενά όρια των συµβάντων εντός της ελληνικnς κυβέρνησης, των Eurogroup, των συσκέψεων και των διασκέψεων που ακολουθούσαν η µία την άλλη ακατάπαυστα. Ένα δράµα το οποίο λαµβάνει χώρα όταν κανονικοί άνθρωποι εγκλωβίζονται στη δίνη σκληρών διαδικασιών που γεννούν αόρατα, απάνθρωπα, αµείλικτα δυναµικά συστήματα εξουσίας.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στο βιβλίο µου δεν υπάρχουν «καλοί» και «κακοί». Αντ’ αυτών, υπάρχουν «κανονικοί» άνθρωποι που κάνουν ό,τι καλύτερο µπορεί ο καθένας, µε βάση την προσωπική τους οπτική των πραγµάτων, υπό συνθήκες τις οποίες όµως δεν επιλέγουν οι ίδιοι.

Όσους συνάντησα, και στους οποίους αναφέροµαι στο βιβλίο, θεωρούσαν ότι έκαναν ότι µπορούσαν εντός των περιορισµών που αντιµετώπιζαν, όµως, συλλογικά, οι πράξεις τους οδηγούσαν µια ολόκληρη ήπειρο βαθύτερα στο αδιέξοδο όπου ενδυναμώνονται η απελπισία και η διάλυση.

Αυτή δεν είναι όμως η πεμπτουσία ενός αυθεντικού δράματος; Αυτό δεν είναι τα χαρακτηριστικό των τραγωδιών του Σοφοκλή και του Σαίξπηρ, που μιλούν ακόμα στην ψυχή και στον νου μας, αν και τα γεγονότα στα οποία βασίζονται έπαψαν να είναι επίκαιρα αιώνες τώρα;

Κάποια στιγμή η Κριστίν Λαγκάρντ, γενική διευθύvτρια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, ενοχλημένη από την καθυστέρηση με την οποία η δική μας πλευρά υποχωρούσε, σχολίασε ότι για να επέλθει συμφωνία χρειάζονταν «ενήλικες στην αίθουσα». Δίκαιο είχε. Υπήρχε πράγματι απουσία ενηλίκων σε πολλές από τις αίθουσες όπου εκτυλισσόταν το δράμα. Όσοι βρίσκονταν σε αυτές ήταν άνθρωποι δύο κατηγοριών: Άνθρωποι αλγοριθμικοί, μπανάλ, γκρι. Και κάποιοι, ελάχιστοι, συναρπαστικοί και τραγικοί συνάμα. Οι μπανάλ ήταν εκεί δουλεύοvτας σαν ρομπότ, τσεκάροvτας τα κουτάκια στις λίστες που είχαν προετοιμάσει τα αφεντικά τους.

Σε κάποιες περιπτώσεις τα αφεντικά τους-πολιτικοί όπως ο Βόλφνκανγκ Σόιμπλε και γραφειοκράτες όπως η Κριστίν Λαγκάρντ ή ο Μάριο Ντράγκι διέφεραν: διέθεταν τη δυνατότητα να στοχαστούν τον ρόλο τους στο εκτυλισσόμενο δράμα και να προβούν σε διάλογο με τον εαυτό τους. Αυτό τους έκανε συναρπαστικά επιρρεπείς στην αυτοεκπληρούμενη προφητεία όπου θεμελιώνεται κάθε αυθεντική τραγωδία.

Πραγματικά, παρατηρώvτας κανείς τους εκπροσώπους των δανειστών μας εν δράσει ήταν σαν να παρακολουθείς μια έκδοση του Μάκμπεθ στη χώρα του Οιδίποδα. Όπως ο πατέρας του Οιδίποδα, ο βασιλιάς Λάιος της Θήβας, άθελά του δημιούργησε τις συνθήκες της δολοφονίας του ακριβώς επειδή πίστεψε την προφητεία ότι θα έπεφτε θύμα του γιου του, έτσι και οι εξυπνότεροι και πιο ισχυροί δρώντες του δράματος μας απεργάζονταν τη δική τους απαξίωση επειδή είχαν πιστέψει την προφητεία που την προανήγγειλε.

Γνώστες του πόσο εύκολα μπορούσε να γλιστρήσει η εξουσία σαν άμμος μέσα από τα δάχτυλα των χεριών τoυς, οι δανειστές της Ελλάδας συχνά αφοπλίζονταν από την ανασφάλειά τους. Φοβούμενοι ότι η ακήρυκτη πτώχευση της Ελλάδας θα τους κόστιζε την εξουσία τoυς, επέμεναν στην εφαρμογή πολιτικών που σταδιακά υπονόμευαν τον πολιτικό τους έλεγχο, όχι μόνον επί της Ελλάδας αλλά και επί της Ευρώπης στο σύνολό της.

Σ’ ένα σημείο, προς τα τέλη Ιουνίου του 2015, όπως ο Μάκμπεθ, νιώθοvτας την ισχύ τους να μετατρέπεται σε ανυπόφορη αδυναμία, αισθάνθηκαν την ανάγκη να κάνουν ό,τι χειρότερο μπορούσαν. Υπήρξαν στιγμές που σχεδόν τους άκουγες να λένε:

Είμαι στο αίμα

τόσο βαθιά βουτηγμένος που αν σταματήσω τώρα

η επιστροφή θα είναι ακόμα πιο δύσκολη.

Μάκμπεθ, Σκηνή ΙΙΙ, iv

Καμία αφήγηση ενός τέτοιου βίαιου δράματος, από έναν εκ των πρωταγωνιστών, δεν μπορεί βέβαια να διαφύγει τη μεροληψία ή την επιθυμία της δικαίωσης. Όμως, στην προσπάθειά μου, να είμαι όσο πιο δίκαιος και αμερόληπτος γινόταν, πάσκισα να διακρίνω τις πράξεις αvτιπάλων και συvτρόφων μέσα από το πρίσμα του αυθεντικού αρχαιοελληνικού ή σαιξπηρικού δράματος, όπου τους διάφορους χαρακτήρες, ανθρώπους ούτε καλούς ούτε κακούς, τους υπερβαίνουν τα μη ηθελημένα αποτελέσματα των πράξεων τους αλλά και των πεποιθήσεων που τις καθοδηγούσαν.


Υποψιάζομαι ότι τα κατάφερα καλύτερα στην περίπτωση χαρακτήρων τους οποίους βρήκα συναρπαστικούς και λιγότερο καλά με εκείνους των οποίων η ρηχότητα μούδιαζε τις αισθήσεις μου. Είναι κάτι για το οποίο δε θα ζητήσω συγγνώμη, καθώς, διαφορετικά, η ακρίβεια της ιστορίας που παραθέτω θα χώλαινε.

Περί πηγών και αναφορών

Σ’ ένα βιβλίο όπου τόσο πολλά εξαρτώvται από το «τι είπε ποιος, σε ποιον και πότε» κατέβαλα κάθε προσπάθεια να διασφαλίσω την ακρίβεια των αναφορών στα λεγόμενα των πρωταγωνιστών. Για τον σκοπό αυτό κατέφυγα σε διαλόγους nχογραφnμένους με το κινητό μου (από τα Eurogroup και κάποιες επίσημες συναντήσεις εκτός Ελλάδας με εκπροσώπους των δανειστών), σε τηλεφωνικούς διαλόγους μου τους οποίους βιντεοσκοπούσε η Δανάn Στράτου τις µεταµεσονύκτιες ώρες στο σπίτι µας και σε χειρόγραφες σnµειώσεις που κρατούσα τον καιρό εκείνο µετά από συνοµιλίες, συσκέψεις κτλ. Σε αυτές τις περιπτώσεις, όπου οι διάλογοι αναπαράγονται στη βάση αρχειακού υλικού, χρησιμοποιώ εισαγωγικά. Σε όλες τις άλλες περιπτώσεις όπου βασίζοµαι στη µνήμη µου, προφανώς παραφράζοντας, δε χρησιμοποιώ εισαγωγικά. Παράλλnλα, όπου ήταν δυνατόν, προσπάθnσα να επιβεβαιώσω όσα ειπώθηκαν χρησιμοποιώντας τις µαρτυρίες παρισταµένων.

μπαρα καθετη πορτοκαλιΕπειδή έχουν γραφτεί πολλά κυήµατα της φαντασίας των ελληνικών µέσων μαζικής αποβλάκωσnς, τα οποία δυστυχώς έχουν καταφέρει να διαβρώσουν τον δημόσιο διάλογο ως «αλήθειες», να ξεκαθαρίσω ότι οι φηµισµένες µου ηχογραφήσεις αφορούν µόνον επίσnµες συνοµιλίες µε εκπροσώπους των δανειστών εκτός Ελλάδας-ποτέ συνοµιλίες µε συντρόφους, συναδέλφους η άλλους ‘Eλληνες συνδιαμορφωτές των γεγονότων.


Όσον αφορά τη γλώσσα, προφανώς οι διάλογοι µε µη Έλληνες γίνονταν στα αγγλικά. Η µετάφραση τους σε αυτό βιβλίο είναι δική µου. Όµως ο αναγνώστης που θέλει να δει τα αρχικό κείµενο στα αγγλικά δεν έχει παρά να συµβουλευτεί την αγγλική έκδοσn του παρόντος: Adultς in the Room: My Battle With Europe’ς Deep Establishment (Λονδίνo: Τhe Bodley Head, Μάιος 2017). Οι μοναδικές συνοµιλίες που δεν έγιναν ούτε στα αγγλικά ούτε στα ελληνικά ήταν µε τον Γάλλο υπουργό Οικονοµικών Μισέλ Σαπέν, τον µοναδικό υπουργό στο Eurogroup που δε µιλούσε αγγλικά.

Οι µεταξύ µας επίσημοι διάλογοι διεξάγονταν µέσω διερμηνέων ενώ στoυς ανεπίσηµους διαλόγους µας εκείνος µιλούσε γαλλικά κι εγώ αγγλικά (και οι δυο µας κατανοούσαµε αλλήλους σε ικανοποιητικό βαθµό για να είναι δυνατό κάτι τέτοιο). Οι διάλογοι αυτοί καταγράφnκαν χειρόγραφο στα αγγλικά.

Σε κάθε περίπτωση, οι αναφορές µου στο «τι είπε ποιος σε ποιον και πότε» περιορίζονται αυστηρά σε διαλόγους των οποίων η δηµοσιοποίηση, κατά την κρίση µου, εξυπηρετεί το δημόσιο συµφέρον στον βαθµό που αφορούν σημαντικές πολιτικές αποφάσεις οι οποίες άγγιξαν, και θα αγγίζουν για καιρό, τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων. Όλοι οι άλλοι διάλογοι αποκλείστnκαν από τις επόµενες σελίδες, ακόµα και εκείνοι που παρουσίαζαν δηµοσιογραφικό ενδιαφέρον.

Ευχαριστίες

Αν επιχειρούσα να ευχαριστήσω όσουs αξίζουν ευχαριστίες για ένα βιβλίο όπως αυτό, και για τη συμπαράσταση τoυς κατά τη διάρκεια των γεγονότων που εξιστορεί, θα έπρεπε να προσθέσω πάµπολλες επιπλέον σελίδες σ’ έναν ήδη ογκώδη τόµο. Ελπίζοντας ότι γνωρίζουν την ευγνωμοσύνη που νιώθω, θα περιορισιώ σε εκείνους που δούλεψαν ακατάπαυστα για να παραχθεί το βιβλίο.

Αρχίζω από τον Will Hammond, του εκδοτικού οίκου Penguin, µε τον οποίο δουλέψαμε σκληρά µαζί ώστε να ολοκληρωθεί το βιβλίο στην ώρα του αλλά και να αφήσει του σημάδι του στον δηµόσιο διάλογο στην Βρετανία. Συνεχίζω µε την Έλενα Πατάκη, που έφερε το βιβλίο στην Ελλάδα µε µοναδική προσήλωση, καθώς και µε τoυς Πέτρο Γεωργίου, Μαρία Χρίστου και Αλέξανδρο Βαφειάδη, που βοήθησαν να μεταφραστεί από τα αγγλικά και µάλιστα υπό ασφυκτική πίεση χρόνου.

Τέλος, θα ήταν απαράδεκτο να µην κλείσω την παράγραφο των ευχαριστιών µε ένα απέραντο ευχαριστώ στους «ανίκητους ηττηµένους» αυτής της χώρας, αλλά και πέραν των ελληνικών συνόρων. Στους ηρωικούς εκείνους ανθρώπους που κάνουν τη διαφορά και που κρατούν την ελπίδα ζωντανή ακόµα και όταν δεν καταφέρνουν να είναι αισιόδοξοι.

 


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η µοναδική νότα χρώµατος στο ηµίφως του µπαρ ήταν το κεχριµπαρένιο υγρό που τρεμόπαιζε στο ποτήρι του. Καθώς τον πλησίαζα, σήκωσε το βλέµµα του, µε χαιρέτησε µε ένα νεύµα και ξανάστρεψε την προσοχή του στο ουίσκι του. Αφού χαιρέτησα την Έλενα Παναρίτη, που είχε κανονίσει τη συνάντησή µας, βυθίστηκα στον αναπαυτικό καναπέ, αποκαµωµένος. Αµέσως η φωνή του ήχησε επιβλητική: «Γιάνη», µου είπε, «έκανες µεγάλο λάθος».

Τις ανοιξιάτικες νύχτες µια απαλότητα που είναι αδιανόητη κατά τη διάρκεια της µέρας απλώνεται πάνω από την Ουάσινγκτον. Αφού αποσυρθούν οι πολιτικοί οι πολιτικάντηδες, οι λοµπίστες και οι λογής λογής παρατρεχάµενοι η έντασn που διαχέουν εξανεµίζεται και τα µπαρ παραδίδονται στους λιγοστούς θαµώνες που δεν έχουν λόγο να σηκωθούν τα χαράματα και στους ακόµη λιγότερους των οποίων οι σκοτούρες ακυρώνουν την ανάγκη για ύπνο. Εκείνο τα βράδυ, όπως τις ογδόντα µία νύχτες που είχαν προηγηθεί ή και τις ογδόντα µία που θα ακολουθούσαν, ανήκα στη δεύτερη κατηγορία.

Χρειάστηκαν µόλις δεκαπέντε λεπτά για να διασχίσω, καλυµµένος από το σκοτάδι, την απόσταση που χώριζε το κτίριο του Διεθνούς Νομισματικού Ταµείου στη 19η οδό από τα µπαρ του ξενοδοχείου όπου θα τον συναντούσα. Δεν είχα φανταστεί ότι ένας σύντοµος, µοναχικός περίπατος στην αδιάφορη Ουάσινγκτον θα όταν τόσο αναζωογονητικός.

Η προοπτική της συνάvτησης ενίσχυε το αίσθημα ανακούφισης: μετά από δεκαπέντε ώρες απέναvτι σε ανθρώπους τόσο κοινότοπους και φοβισμένους που δεν τολμούσαν να πουν ούτε που σκέφτονταν, θα συναντούσα μια προσωπικότητα με μεγάλη επιρροή τόσο στην Ουάσινγκτον όσο και παραπέρα. Μια προσωπικότητα στην οποία κανείς δεν μπορούσε να προσάψει ούτε κοινοτοπία ούτε ατολμία,

Η ευεξία μου εξανεμίστηκε απότομα στο άκουσμα της καυστικής πρώτης πρότασης του, που ακούστηκε ακόμη πιο ανησυχητική στο ημίφως και τις σκιές του μπαρ. Παριστάνοντας τον απολύτως ψύχραιμο, τον ρώτησα: «Και ποιο είναι αυτό το λάθος, Λάρρυ;» «Κέρδισες τις εκλογέs!» ήταν η ακαριαία απάντηση του.

Το ημερολόγιο έδειχνε 16 Απριλίου 2015, ακριβώς τα μέσα της σύντομης θητείας μου ως υπουργού Οικονομικών. Έξι μήνες νωρίτερα δίδασκα ακόμα στη Σχολη Δημοσίων Υποθέσεων Lyndon Β. Johnson του Πανεπιστημίου του Τέξας, ευρισκόμενος σε άδεια από το Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τον lανουάριο του 2015 η ζωή μας άλλαξε ριζικά όταν εκλέχθηκα βουλευτής Β’ Αθηνών στη βάση μίας και μοναδικής προεκλογικής υπόσχεσης: θα έκανα ό,τι περνούσε από το χέρι μου για να απελευθερωθεί η Ελλάδα από το καθεστώς της χρεοδουλοπαροικίας που της επέβαλαν οι δανειστές το 2010 με την ενθουσιώδη υποστήριξη της εγχώριας ολιγαρχίας και την εξοντωτική λιτότητα που χρόνια ακολουθεί τη δανειοδότηση υπερχρεωμένων χωρών. Η υπόσχεση εκείνη ήταν που με είχε φέρει στην Ουάσινγκτον και, εν τέλει, στο συγκεκριμένο μπαρ.

Χαμογέλασα με το φλεγματικό του αστείο προσπαθώντας παράλληλα να κρύψω την ανησυχία μου. Το πρώτο για το οποίο αναρωτήθηκα ήταν αν έτσι σκόπευε να ενισχύει το ηθικό μου ενάντια στις στρατιές σιδερόφρακτων δανειστών. Η μόνη σκέψη που με καθησύχαζε ήταν ότι ο εβδομηκοστός πρώτος υπουργός Οικονομικών των Ηνωμένων Πολιτειών και εικοστός έβδομος πρόεδρος του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ δε φημίζεται για τους απαλούς του τρόπους.

Αποφασισμένος να καθυστερήσω λίγο ακόμη τη σοβαρή συζήτηση που θα ακολουθούσε, έκανα νόημα στον μπάρμαν να φέρει ένα ουίσκι και μένα καθώς έλεγα στον συνομιλητή μου: «Πριν μου εξηγήσεις το λάθος μου, Λάρρυ, επίτρεψέ μου να σου πω πόσο βοήθησαν τα μηνύματα στήριξης και οι συμβουλές σου τις περασμένες εβδομάδες. Σου είμαι αληθινά ευγνώμων. Ακόμη περισσότερο αν σκεφτείς πως σε αποκαλούσα Πρίγκιπα του Σκότους για χρόνια». Ατάραχος, ο Λάρρυ Σάμμερς απάντησε «Τουλάχιστον με αποκαλούσες Πρίγκιπα. Με έχουν πει και χειρότερα πράγματα».

Στο επόμενο δίωρο η συζήτηση σοβάρεψε. Μιλήσαμε για τεχνικά θέματα: ανταλλαγές χρέους, φορολογική πολιτική , μεταρρυθμίσεις, «κακές» τράπεζες. Ως προς το πολιτικό σκέλος, με προειδοποίησε, πως έχανα τον πόλεμο της προπαγάνδας και πως οι «Ευρωπαίοι», όπως αποκαλούσε τα ευρωπαϊκά κέντρα εξουσίας, με περίμεναν στη γωνία. Πίστευε, και ήμουν σύμφωνος σ’ αυτό, πως oποιοδήποτε Νιου Ντιλ για την ταλαίπωρη χώρα μας θα έπρεπε να παρoυσιαστεί από, την καγκελάριο της Γερμανίας στους ψηφοφόρους της ως δική της ιδέα, ως προσωπικό της κληροδότημα στην Ευρώπη.

Η συζήτηση προχωρούσε καλύτερα απ’ότι ήλπιζα , με γενική σύγκλιση των δυο μας στα σημαντικά θέματα. Η εξασφάλιση της στήριξης του περίφημου Λάρρυ Σάμμερς δεν ήταν και αμελητέο επίτευγμα, δεδομένης της σύγκρουσης μας με πανίσχυρους θεσμούς, κυβερνήσεις και γιγαντιαία συγκροτήματα ΜΜΕ που ζητούσαν τη συνθηκολόγηση της κυβέρνησης και, βέβαια, την κεφαλήν μου επί πίνακι.

Στο τέλος. αφού συμφωνήσαμε στα επόμενα βήματα μας, και λίγο, προτού ο συνδυασμός της κόπωσης και του κεχριμπαρένιου υγρού κάνουν τον Σάμμερς να αποχωρήσει με κοίταξε με έντονο βλέμμα και μου έκανε μια ερώτηση τόσο καλά προβαρισμένη που ήμουν σίγουρος πως την είχε ξαναχρησιμοποιήσει για να τεστάρει και άλλους πριν από μένα. «Υπάρχουν δυο κατηγορίες πολιτικών», μου είπε πριν εξηγηθεί πλήρως:


«Εκείνοι που είναι ενσωματωμένοι στα δίκτυα εξουσίας (οι insiders, όπως τους αποκάλεσε αγγλιστί και οι άλλοι που βρίσκονται απέξω (οι outsiders). Οι εκτός δικτύου εκφράζονται ελεύθερα και δεν διαπραγματεύονται το δικαίωμά τους να εκφέρουν την αλήθεια όπως εκείνοι την καταλαβαίνουν. Το τίμημα της ελευθερίας τους είναι ο αποκλεισμός τους από τους εντός των τειχών, εκείνους δηλαδή που παίρνουν τις σημαντικές αποφάσεις. Αντίθετα, οι ενσωματωμένοι στα δίκτυα εξουσίας, οι insiders, υπηρετούν πιστά έναν απαράβατο κανόνα: ποτέ δε στρέφονται εναντίον ενός άλλου insider, κάποιου άλλου εντεταγμένου στο ίδιο δίκτυο εξουσίας. Και ποτέ δε μαρτυρούν στους «απέξω» τι λέγεται ή τι γίνεται εντός των τειχών, εντός του δικτύου εξουσίας. Η ανταμοιβή τους; Πρόσβαση σε κάποιες εμπιστευτικές πλnροφορίες και περιορισμένη δυνατότητα, χωρίς βέβαια καμία εγγύηση, να επηρεάσουν ισχυρούς ανθρώπους και γεγονότα».

Με αυτά το λόγια ο Σάμμερς έφτασε στην ερώτηση του. «Λοιπόν, Γιάνη, εσύ σε ποια από τις δύο κατηγορίες ανήκεις;»

Το ένστικτό μου με ωθούσε να του απαντήσω μονολεκτικά. Αντ’αυτού, είπα περισσότερα. «Ως χαρακτήρας ανήκω από τη φύση μου στους εκτός», του απάvτησα. «Όμως», πρόσθεσα βιαστικά, «είμαι διατεθειμένος να πνίξω τον χαρακτήρα μου αν αυτό θα συνέβαλλε σε κάποιο Νιου Ντιλ για την Ελλάδα. Μην έχεις καμία αμφιβολία γι’αυτό, Λάρρυ. Θα φερθώ σαν εκ φύσεως «ενσωματωμένος» όσο χρειαστεί για να τεθεί μια βιώσιμη συμφωνία στο τραπέζι για την Ελλάδα, για την Ευρώπη ολόκληρη. Όμως, αν οι εντός των τειχών, οι insiders, αποδειχθούν απρόθυμοι να συζητήσουν την απόδραση μας από τη φυλακή χρέους στην οποία έχει εγκλειστεί η Ελλάδα, δε θα διστάσω να τα αποκαλύψω όλα βγαίνοντας πάλι στο φυσικό μου περιβάλλον, εκτός των τειχών».

«Καλώς», ανταπάντησε, μετά από μικρή καθυστέρηση. Σηκωθήκαμε για να φύγουμε. Περνώντας μπροστά από τη ρεσεψιόν συνειδητοποίησα πως οι ουρανοί είχαν ανοίξει όση ώρα συζητούσαµε. Με την Έλενα τον συνοδέψαμε σ’ ένα από τα ταξί που ευτυχώς περίμεναν έξω από τα ξενοδοχείο, με τη βροχή να με κάνει μούσκεμα μέχρι τα κόκαλο σε δευτερόλεπτα. Όταν το ταξί του απομακρύνθηκε, αποχαιρέτησα την Έλενα και βρήκα την ευκαιρία να κάνω πραγματικότητα ένα όνειρο που με κρατούσε όρθιο όσο διαρκούσαν οι ατελείωτες συναντήσεις των προηγούμενων ημερών και εβδομάδων:να περπατήσω μόνος, απαρατήρητος, στη βροχή.

Καθώς περπατούσα μόνος μέσα από τοίχους καταρρακτώδους βροχής, που έκαναν την Ουάσινγκτον να μοιάζει υδάτινη, η σκέψη μου γύρισε ξανά και ξανά στη συνάντησή μας. Ο Σάμμερς ήταν ένας εξαιρετικός και επισφαλής σύμμαχος. Απεχθανόταν το αριστερό προφίλ της κυβέρνησης μας αλλά κατανοούσε πως η ήττα μας δεν ήταν προς το συμφέρον της Αμερικής. Γνώριζε πως η ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική δεν ήταν μόνο αποτρόπαια για την Ελλάδα αλλά αποδομητική για όλη την Ευρώπη και, κατ’επέκτασιν, επικίνδυνη για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Και ήξερε πως η Ελλάδα δεν ήταν παρά το εργαστήριο στο οποίο, δοκιμάζονταν και αναπτύσσονταν αυτές οι πολιτικές προτού εφαρμοστούν και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτός ήταν λόγος για τον οποίο ο Σάμμερς έτεινε χείρα βοηθείας.

Μιλούσαμε την ίδια οικονομική γλώσσα, παρά τις διαφορετικές πολιτικές ιδεολογίες μας, και δε δυσκολευτήκαμε να συµφωνήσουμε γρήγορα στο ποιοι έπρεπε να είναι οι στόχοι μας και η τακτική μας. Παρ’ολα αυτά, η απάντησή μου τον είχε προφανώς ενοχλήσει, αν και το έκρυψε επιμελώς. Θα είχε μπει πιο ήσυχος στο ταξί του, σκέφθηκα, αν είχα δείξει πραγματικό ενδιαφέρον να ενσωματωθώ στο δίκτυο εξουσίας για δική μου πάρτυ, κι όχι απλώς ως τακτική για να αποδράσουμε ως χώρα από τον βραχνά της χρεωκοπίας. Όπως επιβεβαιώνει η έκδοση του βιβλίου αυτού, αν του έλεγα κάτι τέτοιο, θα ήταν ψέμα..

Στο δωμάτιο του ξενοδοχείου μου, όσο στέγνωνα, με δύο ώρες να απομένουν μέχρι να με ξανακαλέσει το ξυπνητήρι στο μέτωπο, με πλημμύρισε μεγάλη ανασφάλεια: Πως θα είχαν απαντήσει, βαθιά μέσα τους, οι σύντροφοι μου, η στενά ηγετική μας ομάδα, στην ερώτηση του Σάμμερς; Εκείνο το βράδυ ήθελα να πιστεύω πως θα απαντούσαν όπως κι’ εγώ. Σε λιγότερο από δύο εβδομάδες εκείνη η πίστη θα κλoνιζόταν.

Απόλυτα µαύρα κουτιά.

Γιώργος Χατζής εξαφανίστηκε στις 29 Αυγούστου 2012. Στη Σιάτιστα, όπου ζούσε, τον είδαν για τελευταίο φορά στο IΚΑ όταν του ανακοίνωναν πως το μηνιαίο επίδομα αναπηρίας των διακοσίων ογδόντα ευρώ είχε διακοπεί. Αυτόπτες μάρτυρες δήλωσαν πως δεν παραπονέθηκε καθόλου. «Φαινόταν σοκαρισμένος και έμεινε σιωπηλός», ανέφερε κάποιος. Λίγο αργότερα κάλεσε τη γυναίκα του από το κινητό του για τελευταία φορά. Δεν ήταν κανείς σπίτι, έτσι άφησε μήνυμα: «Νιώθω άχρηστος. Δεν έχω τίποτε να σας προσφέρω. Να προσέχεις τα παιδιά». Το κορμί του βρέθηκε λίγες μέρες αργότερα σε δασική περιοχή, απαγχoνισμένo κοντά σε γκρεμό, το κινητό του αφημένο στο χώμα λίγο παραπέρα.

Το κύμα αυτοκτονιών που προκάλεσε το ελληνικό 1929 είχε τραβήξει το ενδιαφέρον του διεθνούς τύπου λίγους μήνες νωρίτερα, όταν ο Δημήτρης Χριστούλας, 77χρovoς συνταξιούχος φαρμακοποιός, αυτοπυροβολήθηκε κάτω από δέντρο στην Πλατεία Συντάγματος, αφήνοντας δίπλα του πολιτικό μανιφέστο-κατηγορώ εναντίον του νέου καθεστώτος κατοχής που χρησιμοποιούσε τη «λιτότητα» ως μέσο καταστολής.

Υπό κανονικές συνθήκες ο σιωπηλός, αξιοπρεπής θρήνος των οικείων του Χριστούλα, του Χατζή και ανώνυμων άλλων θα-βύθιζε σε ένοχη σιωπή ακόμη και τον πιο σκληρό δικαστικό κλητήρα μόνο που στο Mνημoνιστάν. (Bailoutistan αγγλιστί), το σατιρικό παρατσούκλι με το οποίο αποκαλούσα τη μετά το 2010 Ελλάδα, οι εθνικοί κλητήρες μας απέφευγαν κάθε επαφή με τα θύματά τους, μετακινούνταν με αυτοκινητοπομπές υπό τη συνοδεία αστυνομικών αυτοκινήτων και μοτοσυκλετών, οχυρώνονταν σε πολυτελή ξενοδοχεία και, εάν ποτέ ένιωθαν πως λιγοψυχούν, αναθάρρευαν με φαιδρές στατιστικές προβλέψεις οικονομικής ανάκαμψης.

Την ίδια χρονιά, το 2012, τρία μακρά χρόνια πριν από τη μίνι διάλεξη που μου έκανε ο Σάμμερς περί των εντός και των εκτός του συστήματος, των insiders και των outsiders, η Δανάη Στράτου, το έτερον (και μακράν το καλύτερό) μου ήμισυ, παρουσίασε σε αθηναϊκή γκαλερί την εικαστική εγκατάσταση με τίτλο «Ώρα να ανοίξουμε τα μαύρα κουτιά!»

Το έργο αποτελούσαν εκατό μεταλλικά μαύρα κουτιά τοποθετημένα στο πάτωμα γεωμετρικά. Το καθένα περιέκλειε μία μόνο λέξη που είχε επιλεγεί ανάμεσα στις χιλιάδες λέξεις που είχαν στείλει οι Αθηναίοι μέσω των σόσιαλ μίντια, ως απάντηση στο εξής ερώτημα της Δανάης: «Με μία λέξη, τι φοβάστε περισσότερο η ποιο είναι το ένα πράγμα που θέλετε να διαφυλάξετε;»

Η ιδέα της ήταν να εγκλείσει τις μονολεκτικές απαντήσεις στα μαύρα κουτιά, τα οποία, σε αντίθεση με τα μαύρα κουτιά ενός αεροσκάφους, θα ανοίγονταν προτού να είναι αργά και-ως συναγερμός που στόχευε να αποτρέψει το «ατύχημα».

Κάποιοι θα φαντάζονταν ότι οι Αθηναίοι θα απαντούσαν πως θέλουν να διαφυλάξουν τη δουλειά τους, τις αποταμιεύσεις τους, την ασφάλειά τους. Όχι. Η συνηθέστερη απάντηση με τον οποία ανταποκρίθηκε ο κόσμος στο ερώτημα της Δανάης ήταν η λέξη «αξιοπρέπεια». Την αξιοπρέπειά τους απάντησαν πως πάσχιζαν να διαφυλάξουν. Αυτήν φοβόντουσαν περισσότερο πως θα χάσουν. Δεν είναι τυχαίο ότι η Κρήτη κατέγραψε τον μεγαλύτερο αριθμό αυτοκτονιών μετά το ξέσπασμα της κρίσης.

Όταν βαθαίνει μια ύφεση, και τα «σταφύλια της οργής» βαραίνουν, έτοιμα για τον τρύγο της απελπισίας (όπως έγραφε ο Στάϊνμπεκ για την περίοδο της Μεγάλης Ύφεσnς στον Μεσοπόλεμο), η απώλεια της αξιοπρέπειας είναι εκείνη που φέρνει τη μεγαλύτερη απόγνωση.

Στην εισαγωγή που έγραψα τότε στον κατάλογο της έκθεσης των μαύρων κουτιών της Δανάης έκανα τον παραλληλισμό με ένα άλλο είδος μαύρου κουτιού. Θύμισα ότι, στον χώρο της τεχνολογίας, το μαύρο κουτί είναι ένα μηχάνημα η σύστημα του οποίου η εσωτερική λειτουργία μάς είναι αδιαφανής. Μπορεί να μην καταλαβαίνουμε πώς λειτουργεί αλλά παρατηρούμε, και χρησιμοποιούμε, την ικανότητά του να μετατρέπει εισροές σε εκροές, δηλαδή αποτελέσματα.

Για παράδειγμα, ένα κινητό τηλέφωνο μετατρέπει με αξιοπιστία τις κινήσεις των δαχτύλων μας σ’ ένα τηλεφώνημα, στην άφιξη ενός ταξί, στο άκουσμα κάποιου τραγουδιού. Όμως, για όσους δεν καταλαβαίνουμε από ηλεκτρονικά κυκλώματα και λογισμικό, η εσωτερική λειτουργία του κινητού μας παραμένει μυστηριώδης.

Αντίθετα με το κινητό τηλέφωνο, το οποίο τουλάχιστον κάποιοι επαϊόντες ηλεκτρονικοί μηχανικοί κατανοούν, υπάρχουν και μαύρα κουτιά που παραμένουν «μαύρα» για όλους, υπό την έννοια ότι κανείς άνθρωπος δεν μπορεί να καταλάβει πώς λειτουργούν. Υπό μια έννοια ίσως το πιο «μαύρο» από όλα τα κουτιά είναι ο νους των συνανθρώπων μας: κανείς μας δεν μπορεί να ξέρει ακριβώς τι συμβαίνει στο μυαλό των άλλων.

Πέραν τούτου υπάρχουν και αυτά που αποκαλώ απόλυτα μαύρα κουτιά: εκείνα που δημιουργούμε ως ανθρωπότητα, ως κοινωνία, στο πλαίσιο συστημάτων εξουσίας με μέγεθος και σημασία τόσο μεγάλη ώστε ακόμη και εκείνοι που τα δημιούργησαν, και που υποτίθεται ότι τα ελέγχουν, αδυνατούν να κατανοήσουν την εσωτερική τους λειτουργία.

Τα χρηματοοικονομικά παράγωγα (derivatives) που παράγουν οι τραπεζίτες στη Γουόλ Στριτ και στο Σίτυ του Λονδίνου είναι ένα καλό παράδειγμα. Ούτε οι ίδιοι οι αρχιτέκτονες τους, οι λεγόμενοι και χρηματοοικονομικοί μηχανικοί (financial engineers) που τα δημιουργούν, δεν κατανοούν τη διαδικασία προσδιορισμού της αξίας τους και, ακόμα χειρότερα, τις επιπτώσεις τους στην αγορά χρήματος.

Άλλο παράδειγμα είναι οι ίδιες οι διεθνείς τράπεζες που χτίζουν αυτοκρατορίες πάνω σε τέτοια χρηματοοικονομικά μαύρα κουτιά: καταλήγουν κι οι ίδιες ως απόλυτα μαύρα κουτιά, στον βαθμό που ούτε οι διευθύνοντες σύμβουλοι τους αντιλαμβάνονται πώς λειτουργούν. Και, φυσικά, οι κυβερνήσεις και οι υπερεθνικοί θεσμοί, όπως το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, των οποίων οι υποτιθέμενοι ηγέτες, πολιτικοί η γραφειοκράτες, ελάχιστα κατανοούν όσον αφορά τους θεσμούς που υποτίθεται ότι διοικούν.

Στον βαθμό που, οι θεσμοί αυτοί μετατρέπουν εισροές (π.χ. χρήμα, χρέος, φόρους, ψήφους) σε εκροές-αποτελέσματα (π.χ. κέρδος, πιο περίπλοκες μορφές χρέους, μείωση των βοηθημάτων κοινωνικής πρόνοιας, πολιτικές δημόσιας υγείας και παιδείας), και αυτοί οι θεσμοί μαύρα κουτιά είναι. Η διαφορά ανάμεσα σε τέτοιου είδους απόλυτα μαύρα κουτιά και το ταπεινό μας κινητό -ή τους συνανθρώπους μας, των οποίων τη σκέψη ποτέ δεν μπορούμε να αφουγκραστούμε πλήρως, είναι ότι η λειτουργία τους διαμορφώνει το μέλλον και το παρόν όλων μας, της κοινωνίας συνολικά.

από άλλα μαύρα κουτιά αποτυπώνεται σε δύο λέξεις: εξουσιαστική ισχύς. Δεν πρόκειται για τα είδος ισχύος που συνδέεται με τον ηλεκτρισμό ήταν λυσσασμένη δύναμη του ωκεανού, αλλά για μια άλλη, πιο λεπτή, πιο σκοτεινή ισχύ: την ισχύ που κατέχουν οι εντός των τειχών , οι insiders του Λάρρυ Σάμμερς, οι ενσωματωμένοι στα δίκτυα εξουσίας την ισχύ να προσδιορίζουν την ημερήσια διάταξη του τι συζητείται και τι όχι, να ελέγχουν τη ροή των πληροφοριών, να εντάσσουν κατά το δοκούν άτομα στο δίκτυο.


Τόσο κατά τη διάρκεια όσο και μετά το τέλος της υπουργικής μου θητείας ο κόσμος με ρωτούσε συνεχώς : «Τι θέλει τελικά το ΔΝΤ από την Ελλάδα; Το Βερολίνο; Γιατί αντιστέκεται στην ελάφρυνση του χρέους μας; Υπάρχει κρυφή ατζέντα ; Εντάσσεται η άρνηση τους στην προσπάθεια λεηλάτησης των υποδομών της χώρας, των αεροδρομίων, των ακτών, της ΔΕΗ κλπ;». Μακάρι να ήταν τα πράγματα τόσο απλά.

‘Οταν ξεσπά μια καταστροφική κρίση, είναι δελεαστικό να την αποδώσεις σε κάποια συνωμοσία των ισχυρών. Στο μυαλό έρχονται εικόνες πανούργων ανδρών (και μίας η δύο γυναικών) που συναντιούνται κεκλεισμένων των θυρών σε σκοτεινά, γεμάτο καπνό και ραδιουργία δωμάτια, καταστρώνοντας σχέδια εις βάρος των αδυνάμων και του κοινού συμφέροντος. Όλα αυτά είναι, φυσικά, μια φαντασίωση. Αν πρέπει, να αποδώσουμε τη δραματική κατάρρευση της χώρας μας και την απαξίωση της Ευρώπης σε κάποια συνωμοσία, τότε πρόκειται για συνωμοσία όπου οι συνωμότες δε γνωρίζουν καν πως αποτελούν μέρος της. Αυτό που σε πολλούς φαντάζει συνωμοσία των ισχυρών είναι απλώς το αποτέλεσμα δυσλειτουργίας ενός δικτύου απόλυτων μαύρων κουτιών. Το γεγονός ότι στο πλαίσιο αυτής της λειτουργίας μεγάλα συμφέροντα βρίσκουν τον ευκαιρία να επωφεληθούν είναι άλλη ιστορία …

Το κλειδί για να κατανοήσουμε την πεμπτουσία των δικτύων εξουσίας, των απόλυτων μαύρων κουτιών, είναι ο αποκλεισμός και η αδιαφάνεια. Θυμηθείτε πως, πριν από την κατάρρευση των τραπεζών το 2008, τα μότο της Γουόλ Στρίτ και του Σίτυ του Λoνδίνου ήταν, το θρυλικό νεοφιλελεύθερο σύνθημα: «Η απληστία είναι καλή καγαθή.!) (Greed iς Good!). Ακόμα και τότε, πριν σκάσουν οι φούσκες, πολλά, κατά βάσιν έντιμα, στελέχη τραπεζών κόντευαν να τρελαθούν από την αγωνία τους με αυτά που έβλεπαν και έκαναν. Αλλά, με το που αποκτούσαν αποδείξεις ή πληροφορίες που προμήνυαν τις τρομακτικές εξελίξεις, βρίσκονταν αντιμέτωποι με το δίλημμα του Σάμμερς: Να τις διοχετεύσουν προς τα έξω και να βρεθούν εκτός των τειχών; Η να κρατήσουν τα στόμα τους κλειστό και να παραμείνουν, συνένοχοι ενός εγκλήματος κατά της λογικής το οποίο θα έφερνε μεγάλα δεινά;

Όσοι δεν άντεξαν και κατήγγειλαν αυτό που έβλεπαν γύρω τους αποκλείστηκαν από τα δίκτυα εξουσίας, παραμερίστηκαν, ξεχάστηκαν και εν τέλει φιμώθηκαν. Αντίθετα, όσοι έμειναν εντός των τειχών, οι insiders, βρέθηκαν συμμέτοχοι μιας ενδιαφέρουσας διαδικασίας: μιλώντας με συναδέλφους τους γι’ αυτά που έβλεπαν και που τους ανησυχούσαν δημιούργησαν, άθελά τους, μικρές συμμαχίες βασισμένες στην ανταλλαγή τέτοιων ευαίσθητων πληροφοριών. Όλες αυτές οι μικρές συμμαχίες διασυνδέονταν με τα γενικότερα δίκτυο εξουσίας της τράπεζας για την οποία εργάζονταν, του τραπεζικού συστήματος στο οποίο εντασσόταν η συγκεκριμένη τράπεζα, γενικότερα του συστήματος πολιτικής και οικονομικής, εξουσίας τα οποίο στηριζόταν στο τραπεζικό σύστημα. Επρόκειτο για ένα υπερμέγεθες, απόλυτο μαύρο κουτί, του οποίου τη λειτουργία, στο σύνολό της, δεν καταλάβαινε κανείς τραπεζίτης, γραφειοκράτης η πολιτικός. Αυτό εννοώ με τη φράση «συνωμοσία χωρίς συνειδητούς συνωμότες»!

Πράγματι, αν τα σκεφτούμε προσεκτικά, κάθε φορά που ένας πολιτικός ή ένας γραφειοκράτης των Βρυξελλών διοχετεύει μια πληροφορία σε κάποιον δημοσιογράφο, ο οποίος έτσι εξασφαλίζει την πολυπόθητη και πολύτιμη για την καριέρα του «αποκλειστικότητα», Ο δημοσιογράφος προσαρτάται, έστω και ασυναίσθητα, στο δίκτυο εξουσίας. Αντίθετα, όταν ο ίδιος δημοσιογράφος αρνείται να προσαρμόσει τα ρεπορτάζ του υπέρ του πολιτικού η του γραφειοκράτη που τον τροφοδοτεί συχνά με τέτοιες «αποκλειστικότητες», επειδή π.χ. αρνείται να αναπαραγάγει κάποιο ψέμα, ρισκάρει να χάσει μια χρήσιμη πηγή ή και να βρεθεί εκτός δικτύου. Έτσι ελέγχουν τα δίκτυα εξουσίας τη ροή της πληροφορίας: Εντάσσοντας σε αυτά όσους είναι διατεθειμένοι να ενταχθούν, να γίνουν Insiders, και αποκλείοντας όσους αρνούνται να τηρήσουν τους κανόνες του παιχνιδιού, τους outsiders.

Αυτή είναι η διαδικασία εξέλιξης των αποκεντρωμένων δικτύων εξουσίας, των συνωμοσιών άνευ συνωμοτών. Εξελίσσονται οργανικά, ωθούμενα από μια δυναμική που υπερβαίνει την ατομική πρόθεση των συμμετεχόντων και την οποία κανείς δεν μπορεί να ελέγξει, ούτε ο πρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ούτε ο διευθύνων σύμβουλος της Deutsche Bank, ούτε οι άνθρωποι που κατέχουν ρόλους-κλειδιά στο ΔΝΤ ή την κυβέρνηση. Όποιος πιαστεί σε αυτό τον ιστό εξουσίας χρειάζεται να έχει ηρωική ιδιοσυγκρασία για να µαρτυρήσει τι συμβαίνει ατούς «εκτός των τειχών», κυρίως όταν γύρω του η κακοφωνία της κερδοφορίας των «εντός των τειχών », των insiders, είναι εκκωφαντική. Ακόμη κι εκείνοι που τα τολμούν, οι ήρωες της Ιστορίας, καταλήγουν βουβοί, γρήγορα ξεχασμένοι από έναν κόσμο που δεν ξέρει ποιόν να πιστέψει.

Το πιο συγκλονιστικό είναι πως πολλοί των «εντός των τειχών», ειδικά οι έμμεσα εμπλεκόμενοι, αγνοούν την ύπαρξη του δικτύου στο οποίο συμμετέχουν και τα οποίο ενισχύουν. Αυτό συμβαίνει επειδή τα σημεία επαφής τους με το εν λόγω δίκτυο είναι λίγα και μετρημένα και οι ίδιοι δεν έχουν (τη συνολική εικόνα του στο οπτικό τους πεδίο. Ενσωματωμένοι όπως είναι στην καρδιά του δικτύου, είναι (όσο βαθιά βυθισμένοι σε αυτό, ώστε δε βλέπουν καν πως υπάρχει ένας ολόκληρος κόσμος … εκτός δικτύου. Ελάχιστοι είναι εκείνοι που διαθέτουν τη διαύγεια ώστε να παρατηρήσουν το απόλυτο μαύρο κουτί του δικτύου εξουσίας τους όταν ζουν και εργάζονται μέσα σε αυτό! Ο Λάρρυ Σάμμερς είναι μια σπάνια τέτοια περίπτωση. Η ερώτηση του στην πραγματικότητα ήταν ένα κάλεσμα να απορρίψω τα δέλεαρ του «έξω». Η κοσμοθεωρία του βασιζόταν στην πεποίθηση πως ο κόσμος μπορεί να γίνει καλύτερος μόνο μέσα από τα μαύρο κουτί. Αυτό ήταν, κρίνω, τα λάθος του.

Ο Θησέας στον Λαβύρινθο

ριν από τα 2008, τότε που τα απόλυτο μαύρα κουτιά έμοιαζαν ακόμα να λειτουργούν χωρίς μεγάλα προβλήματα, ζούσαμε σε έναν κόσμο που φάνταζε ισορροπημένος και ικανός να αυτοδιορθώνεται, να αυτοαποκαθίσταται. Ήταν η εποχή που ο Βρετανός υπουργός Οικονομικών Γκόρντον Μπράουν χαιρέτιζε τα τέλος των οικονομικών κρίσεων και ο Μπεν Μπερνάνκι, ο μετέπειτα πρόεδρος της Αμερικανικής Κεντρικής Τράπεζας, της Fed, προανήγγειλε τη «Μεγάλη Μετριοπάθεια» (The Great Moderation). Φυσικά όλα αυτά δεν ήταν παρά όνειρα θερινής νυκτός, πλάνες-δημιουργήματα των απόλυτων μαύρων κουτιών, τη λειτουργία των οποίων κανείς δεν καταλάβαινε, κυρίως εκείνοι που το διαχειρίζονταν (υποτίθεται) εκ των έσω έξυπνοι άνθρωποι όπως ο Μπράουν και ο Μπερνάνκι. Το αποτέλεσμα βέβαια ήταν η θεαματική κατάρρευση τους τα 2008, η οποία προκάλεσε τη 1929 της γενιάς µας και, φυσικά, την κατάρρευση της μικρής Ελλάδας.

Η χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, η οποία εξακολουθεί να μας στοιχειώνει: µία δεκαετία αργότερο, οφείλεται πράγματι στη δοµική δυσλειτουργία των απόλυτων µαύρων κουτιών των δικτύων εξουσίας, των συνωμοτών χωρίς συνωμότες, που διαµορφώνουν τις ζωές µας. Η τυφλή πίστη του Σάµµερς πως οι λύσεις θα ξεπηδήσουν από το ίδια το κουτιά µού φαινόταν από καιρό, πολύ προτού τον γνωρίσω, συγκινητικά αφελής. Πράγματι, τρία χρόνια νωρίτερα έγραφα στον κατάλογο των µαύρων κουτιών της Δανάης:


«Το άνοιγμα των µαύρων κουτιών της εξουσίας αποτελεί πλέον προαπαιτούμενο για την επιβίωση της αρετής και της αιδούς, των προοπτικών της ανθρωπότητας και του ίδιου του πλανήτη µας. Για να το πω απλά, έχουµε ξεµείνει από δικαιολογίες: ήρθε η ώρα να ανοίξουµε τα µαύρα κουτιά !»

Τι θα σήµαινε όµως αυτό πρακτικά;


«Το πρώτο βήµα, πριν ακόµα ανοίξουµε τα µαύρα κουτιά, είναι να παραδεχθούµε ότι ίσως να αποτελούμε ήδη, ο καθένας από µας, κάποιον κόµβο του δικτύου εξουσίας -ότι ήδη είμαστε γρανάζια στο εσωτερικό του µαύρου κουτιού που πρέπει να ανοιχθεί-, εν αγνοία µας vτε φάκτο συνωμότες.


Δεύτερον, κι εδώ έγκειται η ιδιοφυία των Wikileakς και του καλού µου φίλου Τζούλιαν Ασσάνζ, πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να µπούµε µέσα στο δίκτυο, εντός του µαύρου κουτιού, όπως ο Θησέας στον Λαβύρινθο, µε ξεκάθαρο σκοπό να διαταράξουµε τη ροή της πληροφορίας, προκαλώντας τον φόβο της ανεξέλεγκτης διαρροής των «µυστικών» πληροφοριών σε όσο περισσότερα µέλη του δικτύου γίνεται. Μόνο έτσι θα καταρρεύσουν, κάτω από το ίδιο τους το βάρος, τα δυστοπικά δίκτυα εξουσίας που έχουν µάθει να µη λογοδοτούν σε κανέναν.


Τρίτον, πρέπει να είμαστε έτοιμοι να αντισταθούμε στην ανθρώπινη τάση να αντικαταστήσουμε το µαύρα κουτιά που µόλις ανοίξαµε µε νέα µαύρα κουτιά που είναι περισσότερα επωφελή για εµάς προσωπικά και το σινάφι μας»,

Αυτά έγραφα εν έτει 2012 στην κατάλογο της Δανάης. Τρία χρόνια αργότερα, όταν έµπαινα σ’ εκείνο το µπαρ στην Ουάσινγκτον για να συναντήσω τον Λάρρυ Σάµµερς, είχα μετριάσει τη στάση µου. Προτεραιότητα µου δεν ήταν η διαρροή πληροφοριών προς τα έξω αλλά να κάνω ότι χρειαζόταν για να απελευθερωθεί η Ελλάδα από τη φυλακή του χρέους. Αν αυτό σήµαινε πως έπρεπε να προσποιηθώ την ενσωμάτωση µου στο δίκτυο, θα τα έκανα. Αλλά αν τα τίµηµα της ένταξης µου στο δίκτυο εξουσίας γινόταν η διατήρηση της ποινής ισόβιας φυλάκισης της Ελλάδας, θα αποχωρούσα,

Προτού καν µπω στο υπουργείο Οικονοµικών, δεσμεύτηκα στον εαυτό µου και στη Δανάη να δέσω έναν µίτο της Αριάδνnς στην είσοδο, έτσι ώστε να µπορώ να βρω τον δρόµο ξανά για την έξοδο από τον Λαβύρινθο του απόλυτου µαύρου κουτιού της εξουσίας. Διαφορετικά θα γινόµουν µέρος της συνωμοσίας εναντίον της αξιοπρέπειας και της ελπίδας εκείνων που µε ψήφισαν για να βοηθήσω να σταµατήσει ο εγκλεισµός ενός ολόκληρου λαού στη φυλακή την οποία δηµιούργησαν τα παραπαίοντα µαύρα κουτιά της εξουσίας.

Υπόγραψε εδώ

ην επομένη της συνάντησης µου µε τον Λάρρυ Σάµµερς συνάντησα τον Τζακ Λιου, εν ενεργεία υπουργό Οικονοµικών των ΗΠΑ της κυβέρνnσης Οµπάµα. Μετά τη συνάντησή µας στο υπουργείο του, νεαρός βοηθός του που µε συνόδευε στην έξοδο µε ξάφνιασε µε µια φιλική προειδοποίηση. Πριν φτάσουµε στην έξοδο, µε σταµάτησε να µου πει:

Η μίνι διάλεξη του Λάρρυ για τη σημασία του να μην απομακρύνεται κανείς από το κοπάδι, μαζί με την προειδοποίησή του ότι χάνουμε τον πόλεμο στα ΜΜE, απέκτησε ξαφνικά νέα θωριά. Βέβαια, δεν αποτελούσε μεγάλη έκπλnξn. Το 2012 έγραφα σε εκείνο τον κατάλογο της Δανάης πως το άνοιγμα των απόλυτων μαύρων κουτιών, που επιχειρούν π.χ. Wikileaks, ενέχουν κινδύνους για όσους το επιχειρούν:


«Τα υπάρχοντα δίκτυα θα αντιδράσουν βίαια, όπως ήδη κάνουν. θα γίνουν πιο αυταρχικά, πιο κλειστά θα διαχυθούν. Θα τους απασχολεί όλo και περισσότερο η «ασφάλεια» του δικτύου τους και το μονοπώλιο της πληροφορίας. Θα γίνονται όλο και πιο καχύποπτα απέναντι στον απλό κόσμο».

Οι επόμενες σελίδες αφηγούνται τις βίαιες αντιδράσεις στην επίμονη άρνηση, μoυ να, ανταλλάξω τη χειραφέτηση της Ελλάδας με μια προνομιακή θέση σε ένα από τα μαύρα κουτιά του βαθέος ευρωπαϊκού κατεστημένου.

Υπόγραψε εδώ!

Τα πάντα, τελικά, εξαρτιόταν από μια τζίφρα σε ένα κομμάτι χαρτί. ‘Ημουν ή δεν ήμουν διατεθειμένος να βάλω την υπογραφή μου σε μια καινούρια δανειακή συμφωνία που θα έσπρωχνε τη χώρα ακόμη πιο βαθιά στον Λαβύρινθο του χρέους της;

Ο λόγος για τον οποίο η υπογραφή μου είχε σημασία ήταν πως, περιέργως, τις συμφωνίες «διάσωσης» του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης δεν τις υπογράφουν οι πρόεδροι ή οι πρωθυπουργοί των «πεσουσών» χωρών. Το φαρμακερό προνόμιο ανήκει στον εκάστοτε δύσμοιρο υπουργό Οικονομικών. Από το 2010 και μετά δεν υπήρξε υπουργός Οικονομικών που να διανοήθηκε να μην υπογράψει. Στην περίπτωση μου οι δανειστές αντιμετώπιζαν πρώτη φορά υπουργό Οικονομικών που είχε εκλεγεί με τη μοναδική υπόσχεση να μην υπογράψει άλλη μία δανειακή συμφωνία που επεξέτεινε την ελληνική χρεοκοπία στο μέλλον. ‘Ηταν κάτι που τους εξαγρίωνε. Το να με εξαναγκάσουν να υποκύψω, να υπογράψω, να ενσωματωθώ στο δίκτυο εξουσίας τους, απέκτησε σημασία που υπερέβαινε οποιοδήποτε οικονομικό υπολογισμό τους: Ήταν ζήτημα αναπαραγωγής της εξουσίας τους. Κι αν δεν τα κατάφερναν, ήταν αποφασισμένοι να με συνθλίψουν όσο το δυνατόν γρηγορότερα ώστε να με αντικαταστήσουν με πιο υπάκουο διάδοχο.

Αν είχα υπογράψει, άλλος ένας από τους απέξω, τους outsiders, θα εντασσόταν στο δίκτυο της εξουσίας τους και, αμέσως μετά, ο καταιγισμός των χυδαίων επιθετικών προσδιορισμών που εξαπέλυσε εναντίον μου ο διεθνής Τύπος σε λιγότερο από μία εβδομάδα μετά την επίσκεψη στην Ουάσινγκτον, όπως είχα προειδοποιηθεί, θα είχε παραχωρήσει τη θέση του σε επαίνους. Πριν καν το καταλάβω, η βροχή ύβρεων και τα ρεπορτάζ για τα ρούχα και τη μοτοσυκλέτα μου θα αντικαθίσταντο από κομπλιμέντα. Ξάφνου θα γινόμουν ο «συνετός», «λογικός», «υπεύθυνος», «αξιόπιστος» υπουργός Οικονομικών που υπερέβη τον ρομαντισμό του και έσωσε τη χώρα του κάνοντας τον απαραίτητο συμβιβασμό και βάζοντας το κοινό συμφέρον πάνω από τον ναρκισσισμό του. Αυτά προέβλεπε το πρωτόκολλο της συνθηκολόγησης με τα απόλυτα μαύρα κουτιά!

Από την έκφραση και μόνο του προσώπου του, καθώς βγαίνομε από το ξενοδοχείο υπό βροχήν, ο Λάρρυ Σάμμερς φαινόταν να καταλαβαίνει. Καταλάβαινε πως οι «Ευρωπαίοι» δεν ενδιαφέρονταν για έντιμη συμφωνία με μένα η την κυβέρνησή μας. ‘Ήξερε ότι θα έκαναν ότι μπορούσαν για να με αναγκάσουν να υπογράψω τη συμφωνία συνθηκολόγησης ως το τίμημα της ένταξης μου στο δίκτυο εξουσίας τους. Όμως έδειχνε να έχει κατανοήσει πως δεν ήμουν διατεθειμένος να το κάνω. Και πίστευε πως κάτι τέτοιο θα ήταν κρίμα, για μένα τουλάχιστον.

Από την πλευρά μου καταλάβαινα πως ήθελε να με βοηθήσει να εκμαιεύσω από την τρόικα μια βιώσιμη συμφωνία. Τον εμπιστεύτηκα πως θα έκανε ότι µπορούσε για να µας βοηθήσει, αρκεί να μην παραβίαζα τον χρυσό κανόνα των insiders, των εντός των τειχών; ποτέ δε στρέφεσαι εναντίον άλλων insiders και ποτέ δε µαρτυράς σε όσους βρίσκονται απέξω τι λένε η πράττουν οι εντός των τειχών.

Αυτό το οποίο ήµουν σίγουρoς ότι δε θα µπορούσε ποτέ να καταλάβει ήταν το γιαπί δεν υπήρξε καµία περίπτωση να υπογράψω µια µη βιώσιμη, ανέvτιµη νέα συµφωνία (δήθεν) διάσωσης. Θα χρειάζονταν πολλές ώρες για να του εξηγήσω τους λόγους µου, αλλά, ακόµη κι αν ο χρόνος τα επέτρεπε, οι καταβολές µας ήταν πολύ διαφορετικές για να κατανοήσει την εξήγησή µου. Γι’ αυτό και δε µου πέρασε καν από τα µυαλό να προσπαθήσω να του εξηγήσω.

Αν το είχα προσπαθήσει η εξήγησή µου θα έπαιρνε τη µορφή δύο ιστοριών

πρώτη θα ξεκινούσε µέσα στην Ασφάλεια τα φθινόπωρο του 1945, τότε που η Ελλάδα βρισκόταν μεταξύ των δύο μεταπολεμικών εµφυλίων. Ο Γιώργος, εικοσάχρονος φοιτητής Χnµείας στο Πανεπιστήµιο Αθηνών, είχε συλληφθεί από την Ασφάλεια, είχε κτυπηθεί και είχε κρατηθεί για µερικές ώρες, µέχρι που κατέφθασε αξιωµατικός για να του ζητήσει … συγγvώμη. «Λυπάμαι για την κακομεταχείριση που υπέστητε», του είπε. «Ξέρω ότι είσαι καλό παιδί και δε σου άξιζε. Αλλά, ξέρετε, είναι περίεργοι οι καιροί, και οι άντρες µου βρίσκονται στο όριά τους. Συγχωρέσε τους. Υπόγραψε εδώ και τελειώσομε, πήγαινε σπίτι σου».

Ο βαθµοφόρος ασφαλίτης φαινόταν ειλικρινής και ο Γιώργος ανακουφίστηκε που θα έμπαινε τέλος στην εξευτελισμό του στα χέρια των χαμηλόβαθμων ασφαλιτών. Όταν όµως άρχισε να διαβάζει τη δήλωση που του ζητούσε να υπογράψει, πάγωσε. Επρόκειτο για τη θρυλική δήλωση μετάνοιας και αποκήρυξης του κοµµουνισµού και των συνοδοιπόρων του. Τρέµοvτας από τον φόβο, ακούμπησε τα στυλό στο τραπέζι, και µε την ευγένεια που του είχε εμφυσήσει όλα τα προηγούμενα χρόνια η φιλελεύθερη μητέρα του, η Άννα, απάντησε: «Δεν είµαι βουδιστής, κύριε, αλλά δε θα υπέγραφα ποτέ ένα κρατικό έγγραφο που αποκηρύττει τον βουδισμό. Δεν είµαι µουσουλµάνος αλλά πιστεύω πως τα κράτος δεν έχει τα δικαίωµα να µου ζητήσει να αποκηρύξω το Ισλάµ. Παρομοίως, δεν είµαι κομμουνιστής αλλά δε βλέπω τον λόγο να µου ζητείται να αποκηρύξω τον κοµµουνισµό».

Το επιχείρημα του Γιώργου, προφανώς, δεν είχε καµία τύχη Τα περί συνταγματικών ορίων στην κρατική εξουσία και του ακαταδίωκτου των φρονημάτων όχι µόνο ήταν ψιλά γράµµατα για τον ασφαλίτη, αλλά λόγος να εξαγριωθεί καταφεύγοντας στη βία και τα βασανιστήρια που προέβλεπε η παρακρατική του παιδεία. Η οργή του ήταν, υπό µια θλιβερή έννοια, εύλογη. Ο Γιώργος είχε όλα τα στοιχεία του «καλού παιδιού», όλες τις προδιαγραφές για να ανήκει στο δίκτυο εξουσίας που πάσχιζε να υπηρετεί ο ασφαλίτης. Γεννημένος και µεγαλωµένος στο Κάιρο, σε οικογένεια μεσοαστών Eλλήνων Αιγυπτιωτών, ανήκε στα «δικά µας τα παιδιά». Στο σπίτι του µε τη μητέρα του µιλούσε γαλλικά, στο σχολείο και µε τον πατέρα του ελληνικά, στη δουλειά αγγλικά, στον δρόµο αραβικά, στην Όπερα ιταλικά.

Ο λόγος για τον οποίο αποφάσισε να έρθει στην Ελλάδα, στα είκοσι του, ήταν καθαρά συναισθnµατικός, από εκείνους που µόνο όσοι έχουν γνωρίσει από πρώτο χέρι τον καημό της Διασποράς μπορούν να κατανοήσουν. Αποφασισμένος να επανασυνδεθεί µε τις ρίζες του στην πατρίδα, ο Γιώργος άφησε την καλοπληρωμένη δουλειά του σε τράπεζα του Καϊρου και τον Ιανουάριο του 1945 επιβιβάστηκε στο καλό πλοίο Κορινθία µε προορισμό τον Πειραιά, µόλις έναν µήνα µετά τη λήξη του πρώτου εµφυλίου, της πρώτης ουσιαστικά πράξης του Ψυχρού Πολέµου.

Τον καιρό εκείνο κυριαρχούσε εύθραυστη ανακωχή μεταξύ των αντιμαχόμενων µερών κι έτσι ο Γιώργος υπέθεσε πως ήταν λογικό να του προτείνουν, αριστεροί και δεξιοί συμφοιτητές του, τη θέση του εκπροσώπου τους στον φοιτητικό σύλλογο της Σχολής. Στο µάτια τους φάνταζε ως εξωγήινος, ως ο ορισμός του ουδέτερου, του κοινώς αποδεκτού εκπροσώπου. Δεν πέρασε όµως πολύς καιρός, και η κυβέρνηση ανακοίνωσε την αύξηση των διδάκτρων, σε µια εποχή που πολλοί φοιτητές έρχονταν στα αμφιθέατρα πεινασµένοι, µε φτωχικά ρούχα που έπλεαν πάνω στα υποσιτισμένα σώματα τους. Kρivovτας ότι αυτό ήταν το καθήκον του, ο Γιώργος μετέβη στο γραφείο του πρύτανη ώστε να επιχειρηματαλογήσει εναντίον της αύξησης των διδάκτρων. Καθώς έφευγε, ασφαλίτες τον άρπαξαν στα σκαλιά του Χημείου της Σόλωνος, τον έχωσαν µέσα σε φορτηγάκι και τον μετέφεραν στην Ασφάλεια. Κάπως έτσι βρέθηκε αντιμέτωπος µε εκείνο το δίλnµµα, µεταξύ της υπογραφής και των βασανιστηρίων, που κάνει το ερώτηµα του Σάµµερς να φαvτάζει απελπιστικά ανώδυνο.

Εκ πρώτης όψεως, ο Γιώργος φαινόταν στον ασφαλίτη από τις εύκολες περιπτώσεις. Η αστική καταγωγή του, οι καλοί του τρόποι, η έλλειψη οποιοσδήποτε πρότερης έκθεσης στη βία και την αλητεία του εµφυλιακού κράτους σίγουρα θα τον έκαναν να σπάσει µε το πρώτο ελαφρύ βασανιστήριο. Κι ο ίδιος ο Γιώργος αυτό φοβόταν ότι θα σπάσει αµέσως. Όµως, κάθε γροθιά, κάθε φάλαγγα, κάθε νέο βασανιστήριο τον ωθούσε ακόµα πιο βαθιά στην αγκαλιά της πεισματικής άρvησης να υπογράψει τη δήλωση μετάνοιας. Αντί να υπογράψει ένα παλιόχαρτο που θα έθετε τέλος στο μαρτύριο του, η κλιμάκωση του πόνου και του εξευτελισμού τον ενδυνάμωνε, τον έκανε να νιώθει πως η τζίφρα που του ζnτούσαν θα ακύρωνε όλο το στοκ αvτίστασnς που είχε κτίσει ενάντια στη βαναυσότητα. Τέσσερα χρόνια αργότερο, σκιά του εαυτού του, ο Γιώργος απελευθερώθηκε από τη Μακρόνησο επανεντασσόμενος σε µια θλιµµένη και θλιβερή κοινωνία η οποία προσπαθούσε να ξεχάσει χωρίς λύτρωση, κάθαρση, δικαιοσύνη. (η δεύτερη σ.σ.)

Ε φωτιάν τω µεταξύ, όσο ο Γιώργος πάσχιζε να επιβιώσει στις φυλακές Αβέρωφ και πολύ σύντοµα εξόριστος στην Ικαρία και το Mακρονήσι, η Ελένη, µια νέα γυναίκα τέσσερα χρόνια μικρότερη του, κατάφερνε να γίνει η πρώτη εισακτέα στο Χnµικό Τµήµα του Πανεπιστημίου Αθηνών κόντρα στις προσπάθειες του πατριαρχικού κατεστημένου, φοιτητών και καθηγητών, να την αποτρέψουν, να τη µειώσουν, να την αποβάλουν. Η ιδέα και µόνον ότι µια γυναίκα θα καθόταν στα έδρανα του Τρήματος Χnµείας τους αnδίαζε. Όµως η Ελένη ήταν αποφασισμένη. Αν και δεν είχε ποτέ της ακούσει περί φεμινισμού, τον ανακάλυπτε από µόνη της στην πράξη, απεγνωσµένα ακόµα και από τους αριστερούς συμφοιτητές της εξαιτίας της αvτιπάθειας που ένιωθε για τον ΕΑΜ-ΕΛΑΣ λόγω ενός συγκεκριµένου περιστατικού.

Στην Kατoχή µια µικρή οµάδα νεαρών Ελασιτών της γειτονιάς της την απήγαγε, τη µετέφερε στον Υμηττό κι εκεί την ανέκρινε για µερικές ώρες µε την κατηγορία ότι θείος της στην Πάτρα ήταν από τα ηγετικά στελέχη των Ταγµάτων Ασφαλείας κάτι που ήταν µεν αλήθεια αλλά δε σταμάτησε τους γονείς της από το να παραµείνουν στο πλευρό της Αvτίστασης στην Αθήνα. Mερικές ώρες αργότερο παρενέβη μεγαλύτερος και πιο ψύχραιμος αvτάρτης που, µόλις την αναγνώρισε, την απελευθέρωσε και την έστειλε σπίτι της. Όµως, η αvτιπάθεια της έναντι στους αριστερούς είχε ριζώσει αρκετά στην ψυχή της ώστε, όταν μπήκε στο Πανεπιστήµιο, να την πλησιάσουν οι Χίτες του Τμήματος. Πολύ νωρίς προσπάθησαν να τη στρατολογήσουν αναθέτοντας της συγκεκριμένη «αποσταλεί»: να παρακολουθεί και να τους δίνει αναφορά για το τι κάνει, µε ποιόν µιλάει και τι λέει συμφοιτητής τους άρτι αποφυλακισθείς από τη Μακρόνησο ο Γιώργος.

Aυτή είναι, κατά µία έννοια, η προϊστορία µου. Ο Γιώργος είναι ο πατέρας µου και η Ελένη, που τη δεκαετία του ’70 μετεξελίχτηκε σ’ ένα από τα δραστήρια και συνειδητά στελέχη του φεμινιστικού κινήµατος, η µητέρα µου. Με αυτές τις καταβολές, υπό το βάρος της παράδοσης που µου κληροδότησαν η Ελένη και ο Γιώργος, το να υπογράψω ένα παλιόχαρτο µόνο και µόνο για να εξασφαλίσω την ευνοϊκή μεταχείρηση της οποίας χαίρουν οι εντός των τειχών, οι insiders, δεν κινούνταν καν στη σφαίρα του πιθανού. Θα καταλάβαινε τους λόγους µου ο Λάρρυ Σάµµερς ακόµα κι αν του τους εξηγούσα; Δε νοµίζω.

(Συνεχίζεται)


Advertisements

3 responses »

  1. Παράθεμα: Α.ΤΣΙΠΡΑΣ: «ΦΟΒΟΤΑΝ ΓΙΑ ΕΜΑΣ, ΟΤΙ, ΑΝ ΕΠΙΜΕΝΑΜΕ, ΘΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΑΜΕ ΕΝΑ ΝΕΟ ΓΟΥΔΗ»!… | ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!

  2. Παράθεμα: Α.ΤΣΙΠΡΑΣ: «ΦΟΒΟΤΑΝ ΓΙΑ ΕΜΑΣ, ΟΤΙ, ΑΝ ΕΠΙΜΕΝΑΜΕ, ΘΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΑΜΕ ΕΝΑ ΝΕΟ ΓΟΥΔΗ»!… | ΦΤΑΝΕΙ ΠΙΑ!

  3. Παράθεμα: Α.ΤΣΙΠΡΑΣ: «ΦΟΒΟΤΑΝ ΓΙΑ ΕΜΑΣ, ΟΤΙ, ΑΝ ΕΠΙΜΕΝΑΜΕ, ΘΑ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΑΜΕ ΕΝΑ ΝΕΟ ΓΟΥΔΗ»!… | Πρωτοβουλία Εργαζομενων και Συνταξιούχων ΕΥΔΑΠ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.