«ΑΝΙΚΗΤΟΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ» – Του Γιάνη Βαρουφάκη (2 από 11)

Standard

 

2. Μνημονιστάν

`

Στις αρχές του 2010 τo Ελληνικό κράτος χρεοκόπησε. Λίγους μήνες αργότερα Η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και η Eλληνική κυβέρνηση οργάνωσαν τη μεγαλύτερη συγκάλυψη χρεοκοπίας παγκοσμίως. Πώς συγκαλύπτεις μια χρεοκοπία; Δανειζόμενος κι άλλο καλό χρήμα για να εξυπηρετείς κατακόκκινα δάνεια που είναι αδύνατον να εξυπηρετηθούν. Και ποιός χρηματοδοτεί εκείνη τη συγκάλυψη; Απλός κόσμος, «άσχετος» κόσμος, φορολογούμενοι απ’ όλη την υδρόγειο.

Η συμφωνία «διάσωσης», όπως έγινε γνωστή κατ’ευφημισμόν η συγκάλυψη εκείνη, υπογράφτηκε κι επισφραγίστηκε στις αρχές Μαΐου 2010. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και τo ΔΝΤ προσέφεραν στην απένταρη Eλληνική κυβέρνηση περί τα 110 δισεκατομμύρια ευρώ, το μεγαλύτερο δάνεια στην ιστορία.1 Ταυτόχρονα απεστάλη στην Αθήνα ομάδα από εντεταλμένους υπαλλήλους των τριών θεσμών, η γνωστή μας τρόικα. Στόχος τους η επιβολή πολιτικών που σκόπευαν να μειώσουν δραστικά τις συνολικές δαπάνες των Ελλήνων, κάτι που ισοδυναμούσε με τη δραστική μείωση των συνολικών … εισοδημάτων των Ελλήνων.(2) Ένα έξυπνο οκτάχρονο παιδί θα αντιλαμβανόταν ότι αίσια έκβαση μιας τέτοιας «διάσωσης» ήταν απίθανη.

Το να επιβάλλεις στους χρεοκοπημένος νέα δάνεια, υπό τον όρο να συρρικνώσουν το εισόδημα τους, αποτελεί εκκεντρική μεν, βάναυση δε τιμωρία. Η Ελλάδα ουδέποτε διασώθηκε. Η ΕΕ και το ΔΝΤ, με το δάνειο τους για την υποτιθέμενη διάσωση και με την τρόϊκα των κλητήρων τους να πετσοκόβουν με ενθουσιασμό τα εισοδήματα από τα οποία τα νέα και τα προϋπάρχοντα χρέη θα αποπληρώνονταν, ουσιαστικά έκλεισαν την Ελλάδα σε μια σύγχρονη εκδοχή της φυλακής οφειλετών του Ντίκενς και κατόπιν πέταξαν το κλειδί στα σκουπίδια.

Η ιστορία διδάσκει ότι οι φυλακές οφειλετών του 19ου αιώνα τελικά εγκαταλείφθηκαν επειδή, παρά τη βαρβαρότητα τους, ούτε απέτρεπαν τη συσσώρευση νέων κακών χρεών ούτε βοηθούσαν τους πιστωτές να πάρουν πίσω τα χρήματα τους. Η πρόοδος του καπιταλισμού τον 19ο αιώνα απαιτούσε την απόρριψη της παράλογης ιδέας ότι όλα τα χρέη είναι ιερά και την αντικατάσταση της με την ιδέα της περιορισμένης ευθύνης. Σε τελική ανάλυση, αν όλα τα χρέη είναι εγγυημένα, γιατί να δανείζουν υπεύθυνα οι δανειστές; Και γιατί κάποια χρέη να φέρουν υψηλότερα επιτόκια απ’ότι άλλα;

Αν όλα τα χρέη τα εγγυάται τα κράτος ελέω μιας τρόϊκας το ρίσκο των δανειστών εξαφανίζεται και, άρα, τα επιτόκια δανεισμού θα έπρεπε να είναι ελάχιστα και ίδια για όλους. Επειδή αυτό είναι και ανόητο και αδύνατο, η χρεοκοπία και η διαγραφή χρέους έγιναν για τον καπιταλισμό αυτό που ήταν ανέκαθεν για το χριστιανικό δόγμα η κόλαση: αναγκαίο κακό! Εντούτοις, η άρνηση και η δαιμονοποίηση της χρεοκοπίας αναβίωσαν στον 21ο αιώνα ως «θεραπεία» της αφερεγγυότητας του Ελληνικού κράτους. Γιατί; Άραγε η ΕΕ και το ΔΝΤ δε συνειδητοποιούσαν τι έπρατταν;

Ήξεραν ακριβώς τι έπρατταν. Οι πιο ισχυροί θεσμοί και κυβερνήσεις του κόσμου, παρά τη σχολαστική προπαγάνδα τους, στο πλαίσιο της οποίας επέµειναν ότι προσπαθούσαν να σώσουν την Ελλάδα, δηλαδή να δώσουν στην ελληνικό λαό μια δεύτερη ευκαιρία, να βοηθήσουν στη μεταρρύθμιση του χρονίως πάσχοντος από διαφθορά και αναποτελεσματικότητα ελληνικού κράτους, δεν έτρεφαν καμία αυταπάτη. Αντιλαμβάνονταν ότι πιο εύκολα μπορεί κανείς να στύψει πέτρα παρά να κάνει μια χρεοκοπημένη οντότητα να ξεπληρώσει τα δάνειο της δανείζοντας της περισσότερα χρήματα, ειδικά αν η συμφωνία προβλέπει τη συρρίκνωση του εισοδήματος της. Έβλεπαν ότι η τρόϊκα τους, ακόμη και αν κατάφερνε να κατασχέσει τα «ασηµικά» του γονατισμένου κράτους, θα αποτύγχανε να επανακτήσει τα χρήματα που είχαν διατεθεί για την αναχρηματοδότηση του ελληνικού δημόσιου χρέους. Γνώριζαν ότι τα περίφημα πακέτα «διάσωσης» δεν ήταν τίποτα περισσότερο από μονόδρομος προς τη φυλακή οφειλετών.

Πώς γνωρίζω πως τα γνώριζαν; Μου τα είπαν!

Δεσμώτες των τεχνασμάτων τους

Άλλο να τα λες ο ίδιος κι άλλο να τα ακούς από τα χείλη των καθ’ ύλην αρμοδίων. Κορυφαίοι αξιωματούχοι του ΔΝΤ, ο υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, ηγετικά στελέχη της ΕΚΤ και της Κομισιόν, όλοι τους μου εξομολογήθηκαν, ο καθένας με τον τρόπο του, την αλήθεια: είχαν οδήγησει την Ελλάδα σε αδιέξοδο. Και τώρα συμφωνούσαν ότι άνευ αναδιάρθρωσης των χρεών τα οποία αρνούνται χρόνια τώρα να αναδιαρθρώσουν η κατάσταση είναι μη αναστρέψιμη.

Λιγότερο από έναν μήνα με τα την εκλογική μας νίκη, 11 Φεβρουαρίου 2015 θυμάμαι όταν, στα κτίρια της ΕΕ στις Βρυξέλλες, σε μία από εκείνες τις κλειστοφοβικές, φωτισμένες με νέον αίθουσες συσκέψεων που μoυδιάζoυν την ψυχή, είχα την πρώτη μου συνάντηση με την Κριστίν Λαγκάρντ, τη γενική διευθύντρια του ΔΝΤ, πρώην υπουργό Οικονομικών της Γαλλίας και πρώην μεγαλοδικηγόρο με έδρα την Ουάσινγκτον. Είχε εισέλθει στο κτίριο νωρίτερα φορώντας ένα εντυπωσιακό δερμάτινο σακάκι και αποπνέοντος ιδιαίτερη άνεση. Προτού περάσουμε στην αίθουσα συσκέψεων για τη σοβαρή συζήτηση, και καθώς επρόκειτο για την πρώτη μας γνωριμία, πιάσαμε χαλαρή κουβέντα στον διάδρομο

Κεκλεισμένων των θυρών, παρουσία του γνωστού μας και μη εξαιρετέου Πόουλ Τόμσεν, η συζήτηση σοβάρεψε αλλά τα κλίμα παρέμεινε φιλικό. Η Λαγκάρντ μου έδωσε την ευκαιρία να παρουσιάσω τη βασική μου ανάλυση γύρω από τα αίτια και τη φύση του ελληνικού δράματος καθώς και τις προτάσεις μου για την αντιμετώπισή του. Την περισσότερη ώρα ένευε καταφατικά, δείχνοντας να συμφωνεί με τα λεγόμενά μου. Φαινόταν να μιλάμε τον ίδια γλώσσα και ήμασταν και οι δύο πρόθυμοι να οικοδομήσουμε σχέση καλής συνεργασίας. Στο τέλος της συνάντησης, ενώ κατευθυνόμασταν προς την πόρτα, πρόεκυψε η ευκαιρία για ένα σύντομο, χαλαρό, αλλά άκρως αποκαλυπτικό τετ-α-τετ Επανερχόμενη στο επιχειρήματα μου, η Κριστίν τάχθηκε υπέρ των προτάσεων μου για διαγραφή μέρους του χρέους και μείωση των φορολογικών συντελεστών, ως προαπαιτούμενα, για μια Eλληνική ανάκαμψη. Αμέσως μετα είπε κάτι που με έκανε να χάσω τα λόγια μου.

Φυσικά έχεις δίκιο, Γιάνη. Οι στόχοι του προγράµµατος τους οποίους επιµένουν είναι ανεδαφικοί. Το πρόγραµµα αυτό δεν μπορεί να πετύχει. Όµως πρέπει να καταλάβεις πως έχουµε επενδύσει πάρα πολλά σε αυτό το πρόγραµµα. Δεν μπορούμε να υπαναχωρήσουμε.Η αξιοπιστία σου εξαρτάται από το αν θα αποδεχτείς το συγκεκριµένο πρόγραµµα και αν θα συνεργαστείς στο πλαίσιό του.4

Να που το έζησα κι αυτό: η επικεφαλής του ΔΝΤ να λέει στον υπουργό Οικονομικών του χρεοκοπημένου κράτους μας πως οι πολιτικές της τρόϊκας ήταν ανεδαφικές. Όχι ότι θα ήταν δύσκολη η εφαρμογή τους. ‘Όχι ότι η πιθανότητα επιτυχίας τους ήταν χαμηλή. Αλλά ότι ήταν αδύνατον να εφαρμοστούν με επιτυχία. Ότι, ακόμη και αν κινούσαμε γη και ουρανό, δε θα τελεσφορούσαν. Και, τέλος, πως η πολιτική μου καριέρα εξαρτιόταν από το αν θα δεχόμουν, όπως άλλοι πριν από μένα, να προσποιηθώ ότι το πρόγραμμα «έβγαινε», ότι μπορούσε να πετύχει εφόσον εφαρμοζόταν με αρκετό ενθουσιασμό.

Από σύσκεψη σε σύσκεψη, ιδίως με τους πιο ευφυείς και λιγότερο ανασφαλείς αξιωματούχους της τρόϊκας αντιλαμβανόμουν με όλο και μεγαλύτερη βεβαιότητα ότι δεν επρόκειτο απλώς για μια υπόθεση αντιπαλότητας ανάμεσα σε εμάς και σε εκείνους, καλών εναντίον κακών. Επρόκειτο για αληθινή τραγωδία, που θύμιζε Αισχύλο ή Σαίξπηρ, με πανίσχυρους ραδιούργους που πιάνονται στην ίδια την παγίδα τους. Στο δράμα της πραγματικότητας που εκτυλισσόταν μπροστά στα μάτια μου, ο ιερός κανόνας του Σάμμερς, αναφορικά με τους μυημένους της καθεστηκυίας τάξης, ετίθετο σε εφαρμογή με το που εκείνοι οι μυημένοι, οι insiders, συνειδητοποιούσαν τον αδυναμία τους. Κλείνονταν στο καβούκι τους, επικρατούσε επισήμως η άρνηση, και οι επιπτώσεις του τραγικού αδιεξόδου που είχαν δημιουργήσει εγκαταλείπονταν σε µια πορεία µε αυτόματο πιλότο, γεγονός που τους εγκλώβιζε ακόµη περισσότερο σε καταστάσεις τις όποιες απεχθάνονταν επειδή υπονόμευαν την εξουσία τους επί των εξελίξεων.

Έχοντας επενδύσει υπέρογκο πολιτικό κεφάλαιο σ’ ένα πρόγραµµα που επιδείνωνε τη χρεοκοπία της Ελλάδας, σκορπούσε ανείπωτη δυστυχία και οδηγούσε µαζικά τους νέους µας στη μετανάστευση, οι επικεφαλής του ΔΝΤ, της ΕΕ, της γερµανικής και της γαλλικής κυβέρνησης και της ελληνικής ολιγαρχίας ένιωθαν εξαναγκασµένοι να λένε πως δεν υπήρχε εναλλακτική οδός: ο λαός της Ελλάδας έπρεπε απλώς να συνεχίσει να υποφέρει. Οσο για µένα, τον ενοχλητικό πρωτάρη, η αξιοπιστία µου εξαρτιόταν από το αν θα τασσόµουν µαζί τους εναντίον εκείνων που µε είχαν εκλέξει ώστε να έρθω σε ρήξη µε τις αποτυχημένες πολιτικές τους.

Είναι δύσκολο να το εξηγήσω, αλλά ούτε στιγµή δεν ένιωσα αντιπαλότητα απέναντι στην Κριστίν Λαγκάρντ Τη θεωρούσα άνθρωπο ευφυή, εγκάρδιο, που γνώριζε τι θα πει σεβασμός. Δε θα µε εξέπληττε αν αποδεικνυόταν πως επιθυμούσε πραγµατικά µια καλύτερη συµφωνία για την Ελλάδα. Όµως το αν αυτό ισχύει η όχι είναι εκτός θέματος. Η ύψιστη προτεραιότητα της, ως κορυφαίου µέλους των insiders, της κάστας των µυημένων, ήταν η διαφύλαξη του πολιτικού κεφαλαίου του σιναφιού της και η ελαχιστοποίηση οποιασδήποτε απειλής ενάντια στο συλλογικό τους κύρος.

Όµως η απόκτηση αξιοπιστίας, όπως η δαπάνη χρημάτων, συνεπάγεται µια ανταλλαγή, µια δοσοληψία: κάτι κερδίζεις, κάτι χάνεις. Κάθε αγορά σημαίνει ότι χάνεται µια εναλλακτική ευκαιρία. Αν επέλεγα να ανεβάσω τις μετοχές µου στα µάτια της Κριστίν και των άλλων ισχυρών, 

θα θυσίαζα την αξιοπιστία µου απέναντι στον Λάμπρο, τον άστεγο διερμηνέα που µε είχε βάλει να ορκιστώ ότι θα υπερασπιζόμουν εκείνους που, αντίθετα από τον ίδιο, δεν είχαν ακόµη πνιγεί από τον χείμαρρο της χρεοκοπίας που σάρωνε τον τόπο µας. Δεν είχα ποτέ το παραμικρό δίλλημα ως προς αυτή την «ανταλλαγή», αυτή τη δοσοληψία. Την ανυπαρξία διλήµµατος µέσα µου το βαθύ κατεστημένο τη διέκρινε από νωρίς, γεγονός που καθιστούσε απαραίτητη την απομάκρυνση µου από την κυβέρνηση και, αν ήταν δυνατόν, τη δολοφονία του χαρακτήρα µου.

Περίπου έναν χρόνο αργότερα, στην τελική ευθεία για το βρετανικό δημοψήφισμα της 23ης Iουνίου 2016, ταξίδεψα ανά τη Βρετανία δίνοντας δεκατρείς πολιτικές οµιλίες εναντίον του Brexit και υπέρ της παραµονής της Βρετανίας στην ΕΕ. Το σκεπτικό στο οποίο βάσιζα την καμπάνια µας ήταν ριζοσπαστικά φιλοευρωπαϊκός «Εντός της ΕΕ εναντίον αυτής της ΕΕ!» Στα µάτια του κοινού µου έβλεπα ότι, παρά τη συμπάθεια µε την οποία µε περιέβαλλαν, ήταν δύσκολο να τους πείσω.

Στον Αγγλικό Βορρά, ακόµη και υποστηρικτές µου, άνθρωποι µε νοοτροπία και απόψεις πιο κοντά στον Λάμπρο παρά στην Κριστίν, µου έλεγαν ότι ένιωθαν την ανάγκη να δώσουν γερό χαστούκι στην ΕΕ λόγω του τρόπου µε τον οποίο το βαθύ κατεστημένο της Ευρώπης συμπεριφέρθηκε απέναντι στην Ελλάδα. Γενικότερα, ένιωθαν την ανάγκη «να τρίψουν το Brexit στη µούρη του παγκόσμιου κατεστηµένου», όπως µου είπε µια πολύ γλυκιά γιαγιούλα στο Ντόνκανστερ µια πόλη φτωχή και εξαθλιωμένη, παρατημένη από το κατεστημένο της Νότιας Αγγλίας, από τις Βρυξέλλες, από τον κόσµο όλο.

Εκείνο το απόγευµα άκουσα στο BBC ότι η Κριστίν Λαγκάρντ είχε ενώσει τη φωνή της µε τους επικεφαλής των άλλων κορυφαίων οικονοµικών θεσµών (Παγκόσµια Τράπεζα, ΟΟΣΑ, ΕΚΤ, Τράπεζα της Αγγλίας κτλ) για να προειδοποιήσει τους Βρετανούς να μην ενδώσουν στον πειρασμό του Brexit, απειλώντας τους εµµέσως µε Αρµαγεδδώνα σε περίπτωση που ψήφιζαν εναντίον της ΕΕ. Αµέσως έστειλα µήνυµα στη Δανάη, από το Λιντς, όπου θα µιλούσα τα επόµενο βράδυ: «Με τέτοιους συμμάχους ποιός χρειάζεται ευαγγελιστές του Brexit;»

Το Brexit επικρότησε επειδή οι εντός των τειχών , οι µυημένοι στο κατεστημένο, οι insiders, έκαναν το λάθος να φυτρώσουν εκεί που δεν τους έσπερναν. Επί δεκαετίες μεταχειρίζονταν πολιτικούς σαν εµένα ως αξιόπιστους στον βαθµό που ήταν έτοιµοι να προδώσουν τους ψηφοφόρους τους. Κι εξακολουθούσαν να θεωρούν ότι οι εκτός των τειχών, µετά από τόσα και τόσα χρόνια στο περιθώριο, θα έδιναν έστω δεκάρα τσακιστή για τις «συμβουλές» τους. Στην Αµερική, στη Βρετανία, στη Γαλλία, στη Γερμανία –παντού οι µυηµένοι του βαθέος κατεστηµένου νιώθουν το

έδαφος να τρίζει κάτω από τα πόδια τους. Δεσµώτες των ίδιων των επιλογών τους, σκλάβοι του διλήµµατος του Σάμμερς, είναι καταδικασμένοι, όπως ο Μάκμπεθ, να διαπράττουν τα ένα σφάλμα με τα το άλλο, ώσπου να συνειδητοποιήσουν ότι τα στέμμα τους δε συμβολίζει πλέον την εξουσία που κατέχουν, αλλά την εξουσία που έχουν απωλέσει. Στους λίγους μήνες που πέρασα αντιμετωπίζοντας τους είχα την ευκαιρία να γίνω μάρτυρας φευγαλέων εκφάνσεων αυτής της τραγικής συνειδητοποίησης

.

Ήταν οι [γαλλικές και γερμανικές] τράπεζες, ανόητε!

ίλοι, δημοσιογράφοι και αντίπαλοι μου ζητούν συχνά να περιγράψω τη χειρότερη πτυχή των διαπραγματεύσεων μου µε τους πιστωτές της Ελλάδας. Υπήρξαν πολλές στιγμές που πραγματικά ένιωθα να πνίγομαι από τη σκέψη ότι δεν μπορούσα να πω στον κόσμο τι μου έλεγαν κατ’ ιδίαν οι «σπουδαίοι και ισχυροί» της Ευρώπης. Όμως τα χειρότερο ήταν πως βρισκόμουν αντιμέτωπος µε δανειστές που στην πραγματικότητα δεν ήθελαν πίσω τα χρήματα τους! Διαπραγματευόμενος μαζί τους, προσπαθώντας να τους πείσω με λογικά επιχειρήματα, ένιωθα σαν να διαπραγματευόμουν κατάπαυση του πυρός, συνθήκη εκεχειρίας, με στρατηγούς αποφασισμένους να συνεχίσουν πάση θυσία τον πόλεμο, βέβαιοι ότι οι ίδιοι και τα παιδιά τους δε διέτρεχαν κίνδυνο.

Ποια ήταν η φύση αυτού του πολέμου; Γιατί οι δανειστές της Ελλάδας συμπεριφέρονταν σαν να μην ήθελαν πίσω τα χρήματα τους; Τι τους είχε κάνει να επινοήσουν την παγίδα στην οποία τώρα είχαν πέσει; Η απάντηση στον μέγα γρίφο είναι υπόθεση δευτερολέπτων, αρκεί να ρίξει κανείς μια γρήγορη ματιά στην κατάσταση των γαλλικών και των γερμανικών τραπεζών κατά τις αρχές του 2010, τότε που έγινε πασιφανές ότι το Ελληνικό δημόσιο χρέος είχε κοκκινίσει επικίνδυνα: Αν τα κράτος μας δεν τις αποπλήρωνε, πολύ σύντομα θα είχαν κλείσει, εκτός κι αν ο πρόεδρος Σαρκοζί επικουρούμενος από την καγκελάριο Μέρκελ έβαζαν (για δεύτερη φορά εντός έτους) βαθιά τα χέρι τους στις τσέπες των Γάλλων και των Γερμανών φορολογουμένων ώστε να διασώσουν τις τράπεζες των Παρισίων και της Φρανκφούρτης. Το μέγα ερώτημα όμως είναι; Πώς έγινε οι γαλλογερμανικές τράπεζες να δανείσουν τόσο χρήματα στην Ελλάδα τη δεκαετία 1998-2008; Δεν έβλεπαν την υπανάπτυξη, την κακοδιαχείριση και τη διαφθορά, που αποτελούν ενδημικά φαινόμενα στη χώρα μας και που εξηγούν τη μόνιμη οικονομική μας αδυναμία;

Η απάvτηση κρύβεται στο σαθρά θεμέλια, στον απαράδεκτο σχεδιασμό της νομισματικής ένωσης, του ευρώ. Το 1950 η Eυρωπαϊκή Ένωση ξεκίνησε ως καρτέλ μεγάλων επιχειρήσεων, με σκοπό τον περιορισμό του ανταγωνισμού ανάμεσα στις Κεντροευρωπαϊκές βαριές βιομηχανίες και την εξασφάλιση αγορών διάθεσης των προϊόντων τους σε περιφερειακές χώρες όπως η Ιταλία και, αργότερο, η Ελλάδα. Όπως εξηγώ στο αμέσως προηγούμενο βιβλίο μου, την Αρπαγή της Ευρώπης τα ελλείμματα χωρών όπως η Ελλάδα αντικατοπτρίζονταν στο πλεονάσματα χωρών όπως η Γερμανία. Όσο υπήρχε η δυνατότητα υποτίμησης της δραχμής, τα ελλείμματα ήταν ελεγχόμενα, καθώς οι ξένοι τραπεζίτες ήταν επιφυλακτικοί απέναντι στον δανεισμό προς ελληνικά συμφέροντα του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα. Από τη στιγμή, όμως, που η δραχμή αντικαταστάθηκε από τα ευρώ, οι γαλλικές και οι γερμανικές τράπεζες θεώρησαν πως, καθώς ο Ελληνικός ιδιωτικός και δημόσιος τομέας συναλλάσσονται πλέον σε σκληρό νόμισμα, ο δανεισμός τους έγινε ασφαλής. Έτσι κατέκλυσαν τη χώρα µε τεράστια δάνεια τα οποία, με τη σειρά τους, εκτόξευσαν τα ελληνικά ελλείμματα στη στρατόσφαιρα.

Η πιστωτική κρίση του 2008 που ακολούθησε την κατάρρευση της Γουόλ Στρίτ οδήγησε στη χρεοκοπία τους τραπεζίτες της Ευρώπης, οι οποίοι, αμέσως, το 2009, έπαψαν να δανείζουν τον oποιοδήποτε -πόσο μάλιστα τη βαθιά ελλειμματική Ελλάδα! Η Ελλάδα δεν μπορούσε πλέον να μετακυλήσει τα χρέη της και γρήγορο έπεσε στον λάκκο της χρεοκοπίας. Ξάφνου τρεις γαλλικές τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με το ενδεχόμενο ζημιών από περιφερειακό χρέος, που ήταν τουλάχιστον διπλάσιο από τα μέγεθος της γαλλικής οικονομίας. Οι αριθμοί που ανάφερε: η «διεθνής» των κεντρικών τραπεζών, η Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (Bank of Ιnternational Settiements), αποκαλύπτουν μια πραγματικά τρομακτική εικόνα: οι τρεις αυτές τράπεζες είχαν πρόσβαση μόνο, σ’ ένα ευρώ για κάθε τριάντα ευρώ που είχαν στοιχηματίσει η δανείσει. Αυτό σήμαινε ότι, αν μόλις το 3% των δανείων τους γίνονταν κόκκινα (αν, δηλαδή, κάποιοι δανειολήπτες χρεοκοπούσαν και δεν κατάφερναν να αναπληρώσουν συνολικά το 3% των ανοιγμάτων των τραπεζών αυτών), οι τρεις μεγαλύτερες τράπεζες της Γαλλίας θα χρειαζόνταν διάσωση από τη γαλλική κυβέρνηση. Σε ευρώ αυτό σήμαινε κάτι απλό. Αν 106 δισεκατομμύρια ευρώ από τα δάνεια που είχαν χορήγησει στις περιφερειακές κυβερνήσεις, σε νοικοκυριά και εταιρείες δεν αποπληρώνονταν, το ήδη πιεσμένο (δημοσιονοµικά) γαλλικό κράτος έπρεπε να διασώσει τις μεγάλες γαλλικές τράπεζες.

Μόνο τα δάνεια αυτών των τριών γαλλικών τραπεζών προς τις κυβερνήσεις της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας ισοδυναμούσαν με το 34% του συνόλου της γαλλικής οικονομίας 627 δισεκατομμύρια ευρώ, για να είμαστε ακριβείς. Επιπλέον, οι τράπεζες αυτές τα προηγούµενα χρόνια είχαν δανείσει 102 δισεκατομμύρια ευρώ στο ελληνικό κράτος. Αν η ελληνική κυβέρνηση δεν κατάφερνε να αντεπεξέλθει στην αποπληρωμή των δόσεων των δανείων εκείνων οι ανά τον κόσμo επενδυτές θα τρόμαζαν και θα έπαυαν να δανείζουν το πορτογαλικό κράτος, κι ενδεχομένως το ιταλικό και το ισπανικό, από φόβο μήπως αφήσουν και αυτά απλήρωτα τα χρέη τους. Οι κυβερνήσεις της Ιταλίας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας δε θα είχαν πλέον τη δυνατότητα να αναχρηματοδοτήσουν, με προσιτά επιτόκια, τα χρέη τους, που, αθροιστικά, έφταναν περίπου στο 1,76 τρισεκατομμύρια ευρώ, και θα δυσκολεύονταν να εξυπηρετήσουν τα δάνειά τους από τις τρεις μεγαλύτερες γαλλικές τράπεζες, αφήνοντας μια μαύρη τρύπα στο λογιστικά βιβλία των τελευταίων. Εν μιά νυκτί οι κύριες γαλλικές τράπεζες θα έρχονταν αντιμέτωπες με την απώλεια του 19% του «ενεργητικού» τους, τη στιγμή που αρκούσε μια ζημία της τάξης του 3% για να καταστούν αφερέγγυες.

Σε τέτοια περίπτωση η γαλλική κυβέρνηση θα χρειαζόταν, προκείμενου να καλύψει το κενό, ούτε λίγο ούτε πολύ 562 δισεκατομμύρια ευρώ, επίσης εν μια νυκτί. Η Γαλλία, όμως, αντίθετα από την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, που έχει τη δυνατότητα να μεταφέρει τέτοιες ζημίες στην κεντρική της τράπεζα (τη FED), είχε διαλύσει τη δική της κεντρική τράπεζα το 2000, προκειμένου να υιοθετήσει το κοινό νόμισμα, και ήταν αναγκασμένη να βασίζεται στις καλές προθέσεις της κοινής Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Αλίμονο, όμως, η ΕΚΤ είχε συσταθεί με τη ρητή απαγόρευση οποιασδήποτε μεταφοράς ελληνολατινικών κακών χρεών, είτε ιδιωτικών είτε δημοσίων, στα βιβλία της. Τελεία, Αυτός ήταν ο όρος της Γερμανίας για να μοιραστεί τα μονάκριβο μάρκο της, μετονομάζοντας το σε ευρώ, με τη σάρα και τη μάρα της Ευρώπης.

Δεν είναι δύσκολο να συλλάβει κανείς τον πανικό που κυρίευσε τον Γάλλο πρόεδρο Σαρκοζί και την υπουργό Οικονομικών του Κριστίν Λαγκάρντ, όταν συνειδητοποίησαν ότι ενδεχομένως να καλούνταν να εμφανίσουν, με κάποιο ταχυδακτυλουργικό κόλπο, 562 δισεκατομμύρια ευρώ. Και δεν είναι δύσκολο να συλλάβει κανείς τα άγχος που κατέλαβε έναν από τους προκατόχους της Λαγκάρντ στο γαλλικό υπουργείο Οικονομικών, τον περιβόητο Ντομινίκ Στρος Καν, ο οποίος ήταν τότε γενικός διευθυντής του ΔΝΤ και είχε σκοπό να χρησιμοποιήσει εκείνη τη θέση για να διεκδικήσει δύο χρόνια αργότερα τη γαλλική προεδρία. Οι κορυφαίοι αξιωματούχοι της Γαλλίας γνώριζαν πως η χρεοκοπία της Ελλάδας θα ανάγκαζε τα γαλλικό κράτος να δανειστεί έξι φορές τα συνολικό ετήσιο εισόδημα του από φόρους, απλώς και μόνον για να παραδώσει αυτό τα χρήματα σε τρείς ιδιωτικές τράπεζες! Ήταν κάτι απλώς αδιανόητο. Αν οι αγορές είχαν την παραμικρή υπόνοια τέτοιου ενδεχομένου, τα επιτόκια του γαλλικού δημοσίου χρέους θα εκτοξεύονταν σε δυσθεώρητα ύψη, και μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τα 1,29 τρισεκατομμύρια ευρώ του χρέους της γαλλικής κυβέρνησης θα κοκκίνιζαν, θα γίνονταν, επισήμως, «μη εξυπηρετούμενα»! Αυτό για μια χώρα που έχει απεμπολήσει τα δικαίωμά της να τυπώνει χαρτονομίσματα και άρα δεν είναι σε θέση να παράγει χρήμα εκ του μη όντος θα σήμαινε έσχατη ανέχεια, η οποία, με τη σειρά της, θα γκρέμιζε όλο τα οικοδόμημα της ευρωπαϊκής Ένωσης, το κοινό νόμισμά της, τα πάντα.

Εν τω μεταξύ στη Γερμανία η καγκελάριος είχε εξίσου σοβαρά προβλήματα. Το 2008, καθώς κατέρρεαν οι τράπεζες στη Γουόλ Στρίτ και στο Σίτυ του Λονδίνου, η Άγκελλα Μέρκελ εξακολουθούσε να καλλιεργεί την εικόνα της ως οικονομικά συνετή Σιδηράς Καγκελαρίου. Ένας λόγος της στη Στουτγκάρδη είχε γίνει πρώτη είδηση παγκοσμίως, τότε που οι αμερικανικές τράπεζες της Γουόλ Στρίτ ήταν στο στόχαστρο της κοινής γνώμης και στη δίνη του χρηματοπιστωτικού κυκλώνα. Από τη Στουτγκάρδη η κ. Μέρκελ κούνησε επικριτικά το δάκτυλο στους άσωτους τραπεζίτες του αγγλοσαξονικού κόσμου, λέγοντας ότι καλά θα είχαν κάνει να είχαν συμβουλευτεί μια νοικοκυρά από τη Σουηδία για να μάθουν ένα-δυο πράγματα γύρω από τη συνετή διαχείριση των Οικονομικών του. Φαντασθείτε τον τρόμο της όταν, λίγο αργότερα, δέχθηκε ομοβροντία αγχωμένων τηλεφωνημάτων από τον υπουργό Οικονοµικών τnς, την κεντρική της τράπεζα και τους οικονομικούς σύμβουλους της, τα οποία, συνοψίζονταν σε ένα μήνυμα που παρέπεμπε σε αβυσσαλέα προοπτική: Καγκελάριε, έχουν μείνει πανί με πανί και οι δικές μας τράπεζες! Για να συνεχίσουν να λειτουργούν τα ΑΤΜ τους χρειαζόμαστε μια ένεση 406 δισεκατομμυρίων από εκείνες τις νοικοκυρές από τη Σουηδία χθες κιόλας!

Επρόκειτο για τον ορισμό του πολιτικού κώνειου. Πώς να αντικρίσει πια τους ίδιους της τους βουλευτές, στους οποίους επί σειρά ετών έκανε, κήρυγμα γύρω από τις άρπες της αυστηρής εξοικονόμησης δαπανών για νοσοκομεία, σχολεία, υποδομές, κοινωνική ασφάλιση, περιβάλλον; Πως να τους κοιτάξει στα μάτια ικετεύοντας τους να προσυπογράψουν μια κολοσσιαία επιταγή με δικαιούχους τους τραπεζίτες που μέχρι προ ολίγων δευτερολέπτων έπλεαν σε πελάγη κερδών; Καθώς η ανάγκη λυγίζει ακόμη και τους θεούς, πόσο μάλλον μια Σιδηρά Κυρία, η καγκελάριος Mέρκελ πήρε μια βαθιά ανάσα, εισήλθε στο εξαίσιο αρχιτεκτονικό του Νόρμαν Φόστερ όπου στεγάζεται το ομοσπονδιακό κοινοβούλιο, γνωστό ως Μπούντεσταγκ, στο Βερολίνο, μετέφερε στους αποσβολωμένους βουλευτές της τα κακά μαντάτα και απήλθε με την επιταγή που είχε ζητήσει. «Τουλάχιστον έληξε τα θέμα», πρέπει να σκέφτηκε. Μόνο που δεν είχε λήξει. Λίγους μήνες αργότερα μια άλλη ομοβροντία τηλεφωνημάτων απαίτησε παρόμοιο αριθμό τρισεκατομμυρίων για τις ίδιες τράπεζες.

Γιατί χρειάζονταν επιπλέον χρήματα η Deutsche Bank, η Finanzbank και οι άλλοι Γολιάθ της οικονομικής ανικανότητας με έδρα τη Φρανκφούρτη; Διότι η επιταγή των 406 δισεκατομμυρίων που είχαν λάβει από την κυρία Μέρκελ τα 2009 μόλις και με τα βίας επαρκούσε για να καλύψει τις συναλλαγές τους σε αμερικανικά τοξικά παράγωγα. Σίγουρα δεν επαρκούσε για να καλύψει τα δάνεια που είχε χορήγησει στις κυβερνήσεις της Ιταλίας, της Ιρλανδίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας και της Ελλάδας, τα οποία έφταναν συνολικά τα 477 δισεκατομμύρια, με τα 102, διόλου ευκαταφρόνητα από αυτά να έχουν δοθεί στην Αθήνα. Αν η Ελλάδα έχανε την ικανότητα της να μετακυλήσει τα χρέη της (6) οι γερμανικές τράπεζες θα έρχονταν αντιμέτωπες με επιπλέον ζημίες, που θα εξανάγκαζαν την κ. Μέρκελ να εξασφαλίσει άλλη μία επιταγή μεταξύ 340 και 406 δισεκατομμυρίων για τους Γερμανούς τραπεζίτες. Η καγκελάριος γνώριζε, ως ικανή πολιτικός, ότι θα ήταν πολιτική αυτοκτονία να επιστρέψει στην Μπούντεσταγκ ζητώντας τέτοιο, επιπλέον ποσό από τους βουλευτές της εκ μέρους των τραπεζιτών της Φρανκφούρτης.

Στα μάτια των ηγετών της Γαλλίας και της Γερμανίας η χρεοκοπία του ελληνικού δημοσίου φάνταζε ως ένα φάντασμα της τάξης του ενός, περίπου, τρισεκατομμυρίου ευρώ. Δεν μπορούσαν να επιτρέψουν στην ελληνική κυβέρνηση να πει την αλήθεια, δηλαδή να ομολογήσει τη χρεοκοπία της έπρεπε να βρουν τρόπο να διασώσουν τους τραπεζίτες τους για δεύτερη φορά, χωρίς να αποκαλύψουν στα κοινοβούλιά τους τις πραγματικές προθέσεις τους. ‘Όπως είπε κάποτε ο Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, τότε πρωθυπουργός του Λουξεμβούργου, πρόεδρος του Eurogroup και μετέπειτα πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Eπιτροπής, «όταν σφίγγουν τα πράματα, αναγκάζεσαι να πεις ψέματα».

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΚΟΛΠΟ
(σημ. τίτλος.δικός μου.)

ετά από λίγες εβδομάδες είχαν έτοιμο τα παραμύθι τους: θα παρουσίαζαν τα δεύτερη διάσωση των τραπεζών τους ως χειρονομία αλληλεγγύης προς τους σπάταλους και οκνηρούς Έλληνες, οι οποίοι, αν και ανάξιοι και ανυπόφοροι, παρέμεναν μέλη της ευρωπαϊκής οικογένειας κι έπρεπε να … διασωθούν. Αυτό απαιτούσε τη δανειοδότηση του ελληνικού δημοσίου με γιγαντιαίο ποσό από τα οποίο θα εξοφλούνταν οι γαλλογερμανικές προβληματικές τράπεζες. Πρώτα, όμως, έπρεπε να ξεπεραστεί ένα τεχνικό εμπόδιο: η ρήτρα της ιδρυτικής συνθήκης της ευρωζώνης που απαγόρευε τη χρηματοδότηση Κυβερνητικού χρέους από την ΕΕ. Πώς θα την παράκαμπταν; Το πρόβλημα λύθηκε με μια κλασική υπεκφυγή των Βρυξελλών, αυτό το άνοστο πιάτο που οι ευρωπαίοι, ιδίως οι Βρετανοί, έχουν μάθει να σιχαίνονται.

Πρώτον, τα νέα δάνεια δε θα ήταν ευρωπαϊκά, αλλά διεθνή, μέσω της συµµετοχής του ΔΝΤ. Αυτό θα απαιτούσε το ΔΝΤ να παραβεί τον πιο ιερό κανόνα του: κανένα δάνειο σε χρεοκοπημένη κυβέρνηση, χωρίς πρώτο να έχει κουρευτεί -αναδιαρθρωθεί το χρέος της. Ο τότε γενικός διευθυντής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος-Καν, στη δίνη της απόγνωσης του να σώσει τους φίλους Γάλλους τραπεζίτες, γνωρίζοντας πως έπρεπε να τους έχει με τα μέρος του αν ήταν σε μία διετία (το 2012) να κατέβει με καλές προϋποθέσεις στις γαλλικές προεδρικές εκλογές, ανέλαβε να πείσει την εσωτερική γραφειοκρατία του ΔΝΤ, καθώς και τα διοικητικό συμβούλιο, να κάνουν τα στραβά μάτια. Με τα ΔΝΤ στο κόλπο, το πιάτο του δανεισμού-διάσωσης» της Ελλάδας θα σερβιριζόταν στους Ευρωπαίους ως υπόθεση που αφορούσε όχι μόνο την ΕΕ αλλά ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα με σκοπό τη στήριξη του παγκόσμιου οικονομικού συστήματος. Μια διάσωση των γερμανικών και των γαλλικών τραπεζών θα παρουσιαζόταν ως διάσωση, από τη μία, των … Ελλήνων πολιτών και, από την άλλη, του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Δεύτερον, το μεγαλύτερο μέρος των δανείων που θα προέρχονταν από την Ευρώπη δε θα έβγαινε από τα ταμεία της ΕΕ αυτής καθαυτήν. θα έπαιρνε τη μορφή μιας σειράς διμερών δανείων, δηλαδή από τη Γερμανία προς την Ελλάδα, από την Ιρλανδία προς την Ελλάδα, από τη Σλοβενία προς την Ελλάδα κ.ο.κ., με το κάθε διμερές δάνειο να έχει μέγεθος ανάλογο με τη σχετική οικονομική ισχύ του δανειστή-μια περίεργη εφαρμογή του ρητού του Καρλ Μαρξ: «Από τον καθένα σύμφωνα με τις δυνατότητες του, στον καθένα σύμφωνα με τις ανάγκες του».

Έτσι, λοιπόν, από κάθε 1.000 ευρώ που θα δίνονταν στην Αθηνά, για να μεταβιβαστούν τελικά στις γαλλικές και στις γερμανικές τράπεζας, η Γερμανία θα εγγυόταν 270 και η Γαλλία 200, με τις μικρότερες και οικονομικά ασθενέστερες χώρες να παρέχουν εγγυήσεις για τα υπόλοιπα 530 ευρώ.(7) Αυτό ήταν το ωραίο της «διάσωσης» της Ελλάδας, τουλάχιστον από τη σκοπιά της Γαλλίας και της Γερμανίας: εναπέθετε το μεγαλύτερο βάρος της διάσωσης των γαλλικών και των γερμανικών τραπεζών στις πλάτες φορολογούμενων πολιτών από χώρες που ήταν ακόμη πιο φτωχές από την Ελλάδα, όπως η Πορτογαλία και η Σλοβακία. Αυτοί οι πολίτες, μαζί με τους ανυποψίαστους φορολογούμενους από τους χρηματοδότες του ΔΝΤ, όπως η Βραζιλία και η Ινδονησία, θα εξαναγκάζονταν να χρηματοδοτήσουν τις τράπεζες του Παρισιού και της Φρανκφούρτης. Αριστουργηματικό!

Σλοβάκοι και Φινλανδοί, όπως και Γερμανοί και Γάλλοι, αγνοώντας πως στην πραγματικότητα πλήρωναν τα λάθη των Γάλλων και των Γερμανών τραπεζιτών, πίστεψαν ότι βοηθούν να ξελασπώσει μια χώρα που τα δάνεια αυτά τη βούλιαζαν βαθύτερα στον βούρκο της χρεοκοπίας. Έτσι, πολλοί Σλοβάκοι, Φινλανδοί, Ολλανδοί κτλ. μίσησαν εμάς τους Έλληνες επειδή κάποιοι τους είπαν πως μας διέσωζαν. Και επειδή κάθε δράση φέρνει αντίδραση, και κάθε προσβολή ανταποδίδεται, ο γαλλογερμανικός άξονας στην προσπάθειά του να σώσει τους Γαλλογερμανούς τραπεζίτες, εν ονόματι πάντα της αλληλεγγύης προς τους ανυπόφορους Έλληνες, έριξε τον σπόρο της απέχθειας ανάμεσα σε υπερήφανους λαούς.

`
Από την «Επιχείρηση Ξεφόρτωμα» στην Πτωχοτραπεζοκρατία

`

ε τα που συνέρρευσαν τα δάνεια της διάσωσης στο ελληνικό υπουργείο Οικονομικών, ξεκίνησε η «Επιχείρηση ξεφόρτωμα»: η διαδικασία διοχέτευσης των χρημάτων στις γαλλικές και στις γερμανικές τράπεζες. Ήδη από τον Οκτώβριο του 2011 η έκθεση των γερμανικών τραπεζών στο ελληνικό δημόσιο χρέος είχε μειωθεί θεαματικά από τα 91,4 δισεκατομμύρια ευρώ στο 27,8. Πέντε μήνες αργότερο, τον Μάρτιο του 2012, είχε πέσει κάτω από τα 795 εκατομμύρια. Εν τω μεταξύ οι γαλλικές τράπεζες ξεφόρτωναν ακόμη πιο γρήγορα: τον Σεπτέμβριο του 2011 είχαν απαλλαγεί από ελληνικά κρατικά ομόλογα 63,6 δισεκατομμυρίων ευρώ και τον Δεκέμβριο του 2012 τα βιβλία τους ήταν πλέον καθαρά από τέτοιο ομόλογα. Η όλη επιχείρηση, λοιπόν, ολοκληρώθηκε μέσα σε λιγότερο από μία διετία. Αυτός υπήρξε ο πραγματικός λόγος της ελληνικής «διάσωσης».

Ήταν η Κριστίν Λαγκάρντ, ο Νικολά Σαρκοζί και η Άνγκελα Μέρκελ τόσο αφελείς ώστε να προσδοκούν ότι το χρεοκοπημένο ελληνικό κράτος θα επέστρεφε αυτά τα χρήματα και μάλιστα τοκισμένα; Φυσικά όχι. Αυταπάτες δεν έτρεφαν. Ήξεραν ότι αυτό που έκαναν δεν ήταν παρά μια κυνική μεταφορά ζημιών από τα βιβλία των γαλλογερμανικών τραπεζών στις πλάτες των πιο αδύναμων φορολογουμένων της Ευρώπης. Να γιατί προηγουμένως έγραφα ότι διαπραγματευόμουν με δανειστές που δεν περίμεναν να πάρουν τα χρήματα τους πίσω: στην πραγματικότητα, δεν ήταν δικά τους (8)

Η Μάργκαρετ Θάτσερ συνήθιζε να λέει ότι οι σοσιαλιστές αναπόφευκτα τα κάνουν θάλασσα στα οικονομικά, αφού κάποια στιγμή ξεμένουν από τα χρήματα των άλλων.9 Πώς θα ένιωθε η Σιδηρά Κυρία για το γεγονός ότι η ρήση της ταιριάζει γάντι στους αυτοανακηρυγμένους μαθητές της, τους ζηλωτές του νεοφιλελευθερισμού, που διαχειρίστηκαν τη χρεοκοπία της Ελλάδας; Μήπως δεν ήταν η ελληνική τους διάσωση μια κοινωνικοποίηση των ζημιών των γαλλικών και των γερμανικών τραπεζών, δηλαδή μια πληρωμή αυτών των ζημιών με χρήματα άλλων τα οποία κάποια στιγμή τελειώνουν;

Στο βιβλίο μου Παγκόσμιος Μινώταυρος, (1(!) το οποίο άρχισα να γράφω το 2010, ενόσω η Ελλάδα βυθιζόταν σε βαθιά κρίση, υποστήριζα ότι η φιλελεύθερη ιδεολογία της καπιταλιστικής αγοράς εξέπνευσε το 2008, δεκαεπτά χρόνια αφότου τα τίναξε ο κομμουνισμός. Πριν από το 2008 οι θιασώτες της ελεύθερης αγοράς παρουσίαζαν τον καπιταλισμό ως δαρβινική ζούγκλα στην οποία εκτυλίσσεται η διεργασία φυσικής επιλογής που επιτρέπει μόνο στους ηρωικούς, επιτυχημένους επιχειρηματίες να επιβιώνουν. Όμως την επαύριον της οικονομικής κατάρρευσης του 2008 η διεργασία δαρβινικής φυσικής επιλογής είχε αντιστραφεί: όσο πιο αφερέγγυος ήταν ένας τραπεζίτης, ειδικά στην Ευρώπη, τόσο περισσότερες πιθανότητες επιτυχίας είχε να αρπάξει μεγάλα κομμάτια εισοδήματος από όλους τους άλλους-από τους σκληρά εργαζόμενους, τους καινοτόμους, τους φτωχούς και φυσικά τους πολιτικά αδύναμους. Αυτό το νέο καθεστώς το ονόμασα Πτωχοτραπεζοκρατία.

Οι Ευρωπαίοι στην πλειονότητα τους προτιμούν να πιστεύουν ότι η αμερικανική Πτωχοτραπεζοκρατία είναι χειρότερη από την Ευρωπαία ξαδέλφη της, λόγω της ισχύος της Γουόλ Στρίτ και της περιβόητης περιστρεφόμενης πόρτας που συνδέει τις τράπεζες των HΠΑ με την κυβέρνηση των ΗΠΑ. Κάνουν πολύ μα πάρα, πολύ μεγάλο λάθος. Τα διευθυντικά στελέχη των τραπεζών της Ευρώπης επέδειξαν τόσο στυγνή συμπεριφορά τα χρόνια πριν από το 2008 ώστε σχεδόν να ωχριούν μπροστά τους οι κουφιοκέφαλοι τραπεζίτες της Γουόλ Στρίτ Όταν χτύπησε η κρίση, η έκθεση των τραπεζών της Γαλλίας, της Γερμανίας, της Ολλανδίας και του Ηνωμένου Βασιλείου υπερέβαινε τα 30 τρισεκατομμύρια δολάρια, ποσό διπλάσιο του εθνικού εισοδήματος των ΗΠΑ, ~οκταπλάσιο του εθνικού εισοδήματος της Γερμανίας και σχεδόν τριπλάσιο των εθνικών εισοδημάτων της Βρετανίας, της Γερμανίας, της Γαλλίας και της Ολλανδίας μαζί. (11) Μια επίσημη Ελληνική χρεοκοπία το 2010 θα απαιτούσε με άλλα λόγια άμεση τραπεζική διάσωση από τη γερμανική, τη γαλλική, την ολλανδική και τη βρετανική κυβέρνηση, με κόστος περίπου 10.000 δολάρια ανά κάτοικο αυτών των τεσσάρων χωρών. Μια αντίστοιχη αρνητική συγκυρία στη Γουόλ Στρίτ θα απαιτούσε σχετικά λιλιπούτεια διάσωση, που δε θα ξεπερνούσε τα 258 δολάρια ανά πολίτη των ΗΠΑ. Αν η Γουόλ Στρίτ άξιζε μία φορά την οργή του αμερικανικού λαού, οι τράπεζες της Ευρώπης άξιζαν την οργή των Ευρωπαίων 38,8 φορές!

Όμως έχει και συνέχεια το πράγμα..

Η Ουάσινγκτον θα μπορούσε να παρκάρει τα κακά περιουσιακά στοιχεία της Γουόλ Στρίτ στα βιβλία της Ομοσπονδιακής Τράπεζας και να τα αφήσει εκεί ώσπου αυτά είτε να αρχίσουν να αποδίδουν εκ νέου είτε να περιπέσουν σε λήθη μέχρι να ανακαλυφθούν από τους αρχαιολόγους του μέλλοντος. Για να το πω απλά: Οι Αμερικανοί δεν ήταν καν αναγκασμένοι να πληρώσουν το σχετικά ασήμαντο κατά κεφαλήν ποσό των 258 δολαρίων μέσω της φορολογίας ή μέσω περικοπής συντάξεων, επιδομάτων κτλ. Όμως στην Ευρώπη. όπου χώρες όπως η Γαλλία και η Ελλάδα είχαν καταργήσει τον κεντρική τους τράπεζα από το 2000 και όπου απαγορευόταν στην ΕΚΤ να απορροφήσει κόκκινα χρέη, τα απαιτούμενα μετρητά για τη διάσωση των τραπεζών έπρεπε να προέλθουν από τους πολίτες της. Αν αναρωτηθήκατε ποτέ γιατί το ευρωπαϊκό κατεστημένο έχει τόσο μεγάλη εμμονή με τη λιτότητα, σε σύγκριση με το αμερικανικό η το ιαπωνικό, αυτός είναι ο λόγος: Δεν επιτρέπεται η ΕΚΤ να θάψει τις αμαρτίες των τραπεζών στο δικά της βιβλία, και άρα οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να χρηματοδοτούν τις τραπεζικές διασώσεις μέσω περικοπής επιδομάτων και φοροεπιδρομών.

Υπήρξε προϊόν συνωμοσίας η ανίερη μεταχείριση της Ελλάδας; Αν όντως υπήρξε συνωμοσία, αυτή δεν ήταν προμελετημένη, τουλάχιστον αρχικά, και έγινε άνευ συνωμοτών. Η Κριστίν Λαγκάρντ και οι όμοιοί της δεν είχαν στόχο να ιδρύσουν την ευρωπαϊκή Πτωχοτραπεζοκρατία. Από τη στιγμή όμως που οι γαλλικές τράπεζες βρέθηκαν αντιμέτωπες με βέβαιο θάνατο, απέκτησε ισχυρό κίνητρο, ως υπουργός Οικονομικών της Γαλλίας, μαζί με τους ευρωπαίους ομολόγους της και το ΔΝΤ, να πράξει ότι χρειαζόταν για να τις σώσει, ακόμη και αν αυτό συνεπαγόταν να πει ψέματα, αναφορικά με τον σκοπό των ελληνικών δανείων, σε δεκαεννέα ευρωπαϊκά κοινοβούλια ταυτόχρονα. Από τη στιγμή, όμως, που είπαν εκείνα τα ψέματα, και σε τέτοια κλίμακα, σύντομο αναγκάστηκαν να δώσουν ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις στην απάτη, προσπαθώντας να την καλύψουν με νέα τεχνάσματα. Η αποκάλυψη της αλήθειας θα ισοδυναμούσε με επαγγελματική, πολιτική αυτοκτονία. Προτού καλά καλά το συνειδητοποιήσουν, είχαν πιαστεί στα δίχτυα της Πτωχοτραπεζοκρατίας και ήταν το ίδιο ανήμποροι να ξεφύγουν από αυτά με τους outsiders, τους εκτός των τειχών της Ευρώπης.

Αυτό υπονοούσε η Κριστίν όταν μου εκμυστηρεύτηκε σε τρίτο πληθυντικό πρόσωπο ότι είχαν επενδυθεί πάρα πολλά στο ελληνικό πρόγραμμα για να υπάρξει οποιαδήποτε υπαναχώρηση. θα μπορούσε κάλλιστα να το είχε θέσει με τον πιο κομψό τρόπο της Λαίδης Μάκμπεθ «Ο χρόνος δε γυρίζει πίσω».

`

«Εθνοπροδότης»: Οι καταβολές μιας γραφικής κατηγορίας

`

Η σταδιοδρομία μου ως «εθνοπροδότη» ξεκινά τον Δεκέμβριο του 2006. Στο πλαίσιο δημόσιας συζήτnσης που οργανώθηκε από τη λέσχη προβληματισμού του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Σημίτη μου ζητήθηκε να σχολιάσω τον κρατικό προϋπολογισμό του 2007, επί υπουργίας Γιώργου Αλογοσκούφη. Οι οικονομικές ,προβλέψεις στις οποίες βασιζόταν ο προϋπολογισμός εκείνος μου φανήκαν φαιδρές από την πρώτη κιόλας ματιά. Γι’ αυτό αποφάσισα να τις προσπεράσω και να εστιάσω στην απειλή εναντίον της ελληνικής κοινωνικής οικονομίας, στην στο βόμβα στα θεμέλιά της, που με έκανε να χάνω τον ύπνο μου. Στην ομιλία εκείνη είχα πει αυτολεξεί τα εξής:

Στο πάνελ εκείνο συμμετείχαν άλλοι δυο ομιλητές. Ο ένας ήταν ο Νίκος Χριστοδουλάκης, πρώην υπουργός Οικονομικών επί κυβερνήσεως Σημίτη, και ο άλλος ο Γιάννης Δραγασάκης, υπεύθυνος του Τομέα Οικονομικής Πολιτικής του Σύριζα και, κατά την περίοδο της συγκυβέρνησης Νέας Δημοκρατίας και Συνασπισμού της Αριστεράς, εν έτει 1989, αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας. Και οι δυο τους με κοίταξαν με το βλέµµα που ρίχνει κανείς σ’ έναν ενοχλητικό τρελό. Την επόμενη διετία, 2007-8, θα γινόμουν αποδεκτής ενός αντίστοιχου βλέµµατος ξανά και ξανά. Ακόµη και αφού σωριάστηκε φαρδιά πλατιά η Lehman Brοthers, αφού κατέρρευσε η Γουόλ Στρίτ και αφού χτύπησε η πιστωτική ασφυξία παντού, µε αποτέλεσμα η Δύση να βυθιστεί σε βαθιά ύφεση, οι ελίτ της Ελλάδας εξακολουθούσαν να ζουν σε φυσαλίδα µακάριας αυταπάτης.

Σε δείπνα, σε πανεπιστημιακά σεµινάρια, σε θέατρα και σε γκαλερί όπου συνωστίζονταν οι έχοντες και κατέχοντες της χώρας, τα ίδιο τροπάρι επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά: τα περί θωρακισμένης Ελλάδας, περί Ελλάδας που έχει µπει µε τα σπαθί της στον «σκληρό πυρήνα της Ευρώπης», περί µιας Ευρώπης που έχει ανοσία στην «αγγλοσαξονική ασθένεια», περί τραπεζών ελληνικών και ευρωπαϊκών που δεν έχουν να φοβηθούν τα παθήματα των Βρετανών και των Αφρικανών ανταγωνιστών τους, καθώς τα προηγούµενα χρόνια ήταν επαρκώς συντηρητικές κτλ

Κάθε φορά που προειδοποιούσα ότι τίποτα δε θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από την αλήθεια, ότι η κρίση στην Ευρώπη θα ήταν χειρότερη απ’ότι στην Αµερική, ότι η Ελλάδα, που αποτελούσε το πιο σαθρό µέρος της ευρωπαϊκής οικονομίας, βρισκόταν στα πρόθυρα µιας εθνικής καταστροφής, τα λόγια µου ηχούσαν ως εκνευριστική παραφωνία.

Κι όµως, µερικά χρόνια µετά, όλοι όσοι µε κοίταζαν τότε σαν τον τρελό του χωριού κάποια στιγµή άλλαξαν τροπάρι. Το πιο διασκεδαστικό όµως ήταν ότι οι ίδιοι που, την περίοδο 2006-9, γελούσαν µε τις προειδοποιήσεις όσων κρούαµε τον κώδωνα του κινδύνου, και που επέµεναν ότι η Ελλάδα δεν έχει να φοβηθεί τίποτα, όταν ήρθε η καταστροφή έβγαιναν στα κανάλια για να εκθέτουν στις σοφές τους αναλύσεις τα αίτια της κρίσης που μερικούς μήνες πριν έλεγαν ότι δε θα έρθει

O λόγος για τον οποίο ήµουν η µόνιµη παραφωνία όταν ένας και µοναδικός: Έκρινα ότι τα κράτος µας είχε χρεοκοπήσει βαθιά και ανεπανόρθωτα. Ήταν κάτι που κανείς δεν ήθελε να ακούσει. Οι κυβερνώντες έτρεμαν στην ιδέα ότι μπορεί να είναι αλήθεια. Η Αριστερά, που πάσχιζε να πείσει πως το κράτος μπορεί και πρέπει να αυξήσει τις επιδοτήσεις των ανίσχυρων, δεν ήθελε ούτε εκείνη να ακούσει ότι το κράτος-πτώχευσε πώς θα μπορούσε να υπόσχεται επιδόματα και αυξήσεις συντάξεων αν είχα δίκιο; Από τότε, τον Δεκέµβρη του 2006, ένιωθα να µε κοιτούν εχθρικά αριστεροί και δεξιοί, κυβερνώντες και αντιπολιτευόμενοι. Δεν ήθελαν πολύ για να µε χρίσουν εθνοπροδότη, ευαγγελιστή, η αρχιερέα της χρεοκοπίας. Πολύ σύντομα θα ένιωθα όπως ένας καρκινολόγος τον οποίο οι συγγενείς του ασθενούς καταγγέλλουν ως τον κακοήθη πράκτορα του καρκίνου.

Πότε χρεοκοπεί ένα κράτος;

Tι σημαίνει η χρεοκοπία ενός κράτους; Αντίθετα µε µια επιχείρηση που ρευστοποιείται με τα από πτώχευση, ένα κράτος δεν μπορεί να κλείσει, να κατεβάσει ρολά. Όσο ο λαός του επιβιώνει, τα κράτος συνεχίζει να ζει. Η Ελληνική ιστορία, αλλά και η γερµανική, η γαλλική, η αγγλική, είναι γεµάτη µε περιπτώσεις όπου το κράτος επέζησε από πολλαπλές χρεοκοπίες.

Η μεγάλη διαφορά μεταξύ ενός κράτους και µιας οικογένειας είναι ότι τα κράτη δεν εξοφλούν ποτέ το χρέος τους. Το μετακυλύουν, δηλαδή λαμβάνουν νέα δάνεια µε τα οποία αποπληρώνουν τα παλαιά, καταβάλλοντας, με λίγες εξαιρέσεις, µόνο τον τόκο των δάνειων. Όσο είναι σε θέση να το κάνουν αυτό, διατηρούν τη φερεγγυότητα τους. Για του λόγου τα αληθές, και ως αχρηστία παράδειγμα, τις µέρες που αναλάμβανα τα υπουργείο Οικονοµικών, στις αρχές του 2015, ο Βρετανός ομόλογος µου υπέγραφε την αποπληρωμή δάνειου που είχε λάβει το βρετανικό κράτος τη δεκαετία του … 1720!

Για να καταλάβουμε πότε χρεοκοπεί ένα κράτος και τι σημαίνει αυτό, βοηθά το να φανταστούμε τα δημόσιο χρέος ως µια τρύπα στο έδαφος δίπλα σε ένα βουνό που αντιπροσωπεύει το συνολικό εισόδημα της χώρας. Μέρα με τη µέρα, σταθερά, η τρύπα βαθαίνει, καθώς συσσωρεύονται οι τόκοι του χρέους, ακόµη και αν το κράτος δε δανείζεται. Όµως, στις καλές εποχές, η οικονομία µεγεθύνεται, οπότε το διπλανό βουνό των εισοδημάτων διαρκώς ψηλώνει Όσο το βουνό των εισοδημάτων ψηλώνει µε ταχύτερο ρυθµό απ’ ό,τι βαθαίνει η τρύπα του χρέους, το νέο (πλεονασματικό) εισόδημα που συσσωρεύεται στην κορυφή του βουνού φτυαρίζεται στην προκείμενη τρύπα, µε αποτέλεσμα το βάθος της να παραμένει σταθερό και τα κράτος φερέγγυο.

Η αφερεγγυότητα σκάει μύτη όταν, λόγω μιας βαθιάς ύφεσης, αρχίζει να συρρικνώνεται, αντί να ψηλώνει το εισοδηματικό βουνό της χώρας. Όταν και η τρύπα του χρέους βαθαίνει και το βουνό των εισοδημάτων κονταίνει, τότε τα πράγματα δυσκολεύουν, καθώς τα εισοδήματα που συσσωρεύονται στην κορυφή του εισοδηματικού βουνού δεν αρκούν ώστε, φταρνιζόμενα, να ρέουν στη διπλανή τρύπα του χρέους διατηρώντας το βάθος της σταθερό. Για κάποιο χρονικό διάστημα, εφόσον η τρύπα του χρέους δε βαθαίνει πολύ γρήγορα, η ύφεση του βουνού των εισοδημάτων δεν αρκεί για να οδηγήσει το κράτος στη χρεοκοπία, καθώς όλοι προσδοκούν πως το βουνό θα αρχίσει να ψηλώνει ξανά ή τουλάχιστον ότι δε θα συρρικνώνεται πολύ και για μεγάλο χρονικό διάστημα

Όμως, αν η ταχύτητα με την οποία το βουνό εισοδημάτων συρρικνώνεται είναι μεγάλη, και το ίδιο ισχύει για τον ρυθμό με τον οποίο βαθαίνει η τρύπα του χρέους, τότε το πράγματα σκουραίνουν. Θορυβημένοι πολίτες προβλέπουν ότι το αναξιοπαθούν κράτος θα τους αυξήσει τη φορολογία (και θα τους μειώσει συντάξεις και παροχές και κάνουν κράτει στις αγορές. Οι απολύσεις και τα εισοδήματα των επιχειρήσεων, έτσι, μειώνονται κι άλλο. Οι επενδυτές παύουν να επενδύουν στον ιδιωτικό τομέα ενώ απαιτούν υψηλοτέρα επιτόκια για το δάνειο που θα χορηγήσουν στο κράτος για την εκ νέου µετακύλιση του δημόσιου χρέους. Όμως το αυξημένα επιτόκια δανεισµού του κράτους λειτουργούν ως ισχυροί εκσκαφείς, που σκάβουν ακόμη πιο γρήγορα, με αποτέλεσμα να βαθαίνει περισσότερο η τρύπα του χρέους. Αν αυτή η δυναμική ξεφύγει από τον έλεγχο, κάποια στιγμή ο ρυθμός συρρίκνωσης του εισοδηματικού βουνού και βαθέματος της τρύπας του χρέους φτάνει. σε επίπεδο το οποίο εξασφαλίζει ότι τα εισοδήματα του κράτους ούτε στον αιώνα τον άπαντα δε θα καταφέρουν να γεμίσουν την τρύπα του χρέους. Τότε, εκείνη την τραγική στιγμή, το εν λόγω κράτος έχει πτωχεύσει

Δυστυχώς επτωχεύσαµεν

ριν από την παγκόσμια κρίση του 2008 η Ελλάδα είχε, σε σχέση με το ύψος του εισοδηματικού βουνού της, τη βαθύτερη τρύπα στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τουλάχιστον, όμως, το εισοδηματικό βουνό μας ψήλωνε ταχύτερα απ’ ότι βάθαινε η τρύπα του χρέους, οπότε το κράτος έμοιαζε βιώσιμο. Συγκεκριμένα, μέχρι τις αρχές του 2008, το εισοδηματικό βουνό ψήλωνε με έναν υγιή ρυθμό της τάξης του 5,8%, ενώ η τρύπα του χρέους βάθαινε με ρυθμό μόλις 4,4%,

Η κατάσταση μεταβλήθηκε απειλητικά στις αρχές του 2009, από τη στιγμή που βρέθηκαν μετέωρες οι γαλλικές και οι γερμανικές τράπεζες λόγω της κατάρρευσης των οροσειρών τοξικών αμερικανικών στοιχημάτων-παραγώγων που είχαν αγοράσει ανοήτως και με δανεικά. Με το που πανικοβλήθηκαν οι γαλλογερμανικές τράπεζες, έπαψαν τις δανειοδοτήσεις σε oποιοδήποτε, κρατώντας ότι χρήματα περνούσαν από το χέρια τους για να αποπληρώσουν το δικά τους δάνεια το οποία είχαν λάβει για να στοιχηματίσουν στα αμερικανικά στοιχήματα-παράγωγα. Εύλογα, το ελληνικό δημόσιο ήταν πρώτο στην κατάλογο των δανειοληπτών τους που δε θα λάμβαναν άλλα δάνεια. Όμως το ελληνικό δημόσιο, το κράτος μας, βασιζόταν σε αυτά τα δάνεια των γαλλογερμανικών τραπεζών για να μετακυλήσει το μεγαλύτερο μέρος του χρέους του. Σε μεγάλο βαθμό και ο Ελληνικός ιδιωτικός τομέας βασιζόταν στις ίδιες γαλλογερμανικές τράπεζες για τη ετακύλιση των ιδιωτικών δανείων. Όταν αυτή η μετακύλιση σταμάτησε, οι ελληνικές επιχειρήσεις απέκτησαν μέγα θέμα ρευστότητας, με αποτέλεσμα να σταματήσουν τις πληρωμές τους σε προμηθευτές κτλ. Έτσι η Eλληνική οικονομία έπεσε σε ύφεση.

Το πρόβλημα πρωτοεμφανίστηκε στις αρχές του 2008. Tους πρώτους μήνες του 2008, προτού καταρρεύσουν οι διεθνείς τράπεζες, το ελληνικό εισοδηματικό βουνό ψήλωνε με ρυθμό της τάξης του 5,8%. Έναν χρόνο αργότερα, στις αρχές του 2009, ο ρυθμός με τον οποίο ψήλωνε έπεσε στο 4,5%. Την ίδια περίοδο η τρύπα του χρέους, που στις αρχές του 2008 βάθαινε με ρυθμό 4,4%, άρχισε να βαθαίνει με ρυθμό 5,7%.’Ηταν η πρώτn φορά που το βουνό ψήλωνε πιο αργά απ’ ότι η τρύπα βάθαινε. Ηταν το πρώτο σημάδι της κρίσης που ερχόταν καλοζούσα.

Το φθινόπωρο του 2009 θριάμβευσε στις εκλογές το ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου, ίσως και με τη σιωπηρή βοήθεια ενός απερχόμενου πρωθυπουργού, του Kώστα Καραμανλή, που έβλεπε τι ερχόταν και προτίμησε η κρίση να βρει άλλον ένοικο στου Μαξίμου αντί για τον ίδιο … Δυστυχώς το κράτος μας είχε χρεοκοπήσει ανεπανόρθωτα ήδη προτού ορκιστεί η νέα κυβέρνηση. Η παγκόσμια πιστωτική κρίση, που δεν οφειλόταν βέβαια στην Ελλάδα, θα έκλεινε την κάνουλα των δανείων από τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Το εισoδηματικό βουνό της Ελλάδας, δεδοµένου, πως επρόκειτο για χώρα με οικονομική μεγέθυνση τροφoδοτούμενη με χρέος εκδιδόμενο σε ουσιαστικό ξένο νόμισμα, το ευρώ, έμελλε να συρρικνωθεί με τέτοιο ρυθμό ώστε η τρύπα του χρέους να καταβρoχθίσει τη χώρα.

Τον Ιανουάριο του 2010 πήρα την απόφαση να μιλήσω ανοικτά, περί χρεοκοπίας του ελληνικού κράτους. Εκείνη την εποχή το μήλον της Έριδος ήταν το αν θα γίνονταν περικοπές, αν θα εφαρμόζoνταν μέτρα λιτότητας ώστε να μειωθεί το κρατικό έλλειμμα και να ανακτήσουν οι «αγορές» την εμπιστοσύνη τους στο ελληνικό δημόσιο (ώστε να σταματήσoυν να ζητούν όλο και υψηλοτέρα επιτόκια, η εάν θα έπρεπε η νέα κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ να επιστρέψει στα παλιά λημέρια της επεκτατικής Κεϋνσιανης πολίτικης ελπίζοντας σε ανάκαμψη με αυτό τον τρόπο. Ήταν όλα μάταια. Tίπoτα δεν μπορούσε εκείνη τη στιγμή να ανατρέψει τη χρεοκοπία του κράτους. Καμία μορφή λιτότnτας, κανένα νέο, δάνειο, κανένα χρηματοπιστωτικό τερτίπι, κανένα πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων δεν μπορούσε να ακυρώσει το τραγικό μεν, ξεκάθαρο δε δεδομένο την αναπόδραστης αδυναμίας του κράτους να εξυπηρετεί το δημόσιο χρέος.

Τι σημασία είχε τι θα έλεγε άλλος ένας πανεπιστημιακός επί του θέματος, ιδίως όταν όλοι οι συνάδελφοί μου έλεγαν κάτι εντελώς διαφορετικό (π.χ. ότι το κράτος αντιμετώπιζε πρόβλημα ρευστότητας, όχι χρεoκοπίας, το οποίο επιδεχόταν θεραπεία με τον έναν ή με τον άλλον τρόπo); Ο μόνος λόγoς για τον οποίο ίσως να είχε σημασία μια τέτοια δημόσια τοποθέτηση μου ήταν ότι στο παρελθόν είχα καλή σχέση με τον Γιώργο Παπανδρέου και ήταν γνωστό ότι, μαζί με τον φίλο μου Αλέκο Παπαδόπουλο, είχα συνεισφέρει στην εκπόνηση του οικονομικού προγράμματος με το οποίο το ΠΑΣΟΚ, υπό τον Παπανδρέου, είχε κατέβει στις εκλογές του 2004.

Πράγµατι, όταν άρχισα να μιλώ στα «μέσα» λέγοντας ότι η χρεοκοπία της χώρος είναι δεδομένη, και πως πρέπει να την αγκαλιάσουμε αντί να την αρνηθούμε μέσα από τα νέα δάνεια που η κυβέρνηση Παπανδρέου εκλιπαρούσε την Κ. Μέρκελ και τους λοιπούς εταίρους μας να μας δώσουν, πολύ γρήγορα ήρθαν ρεπορτάζ από ξένα και ελληνικά μέσα (π.χ. το BBC) με τίτλους όπως: «Πρώην σύμβουλος του πρωθυπουργού ισχυρίζεται ότι το ελληνικό κράτος χρεοκόπησε». Κάπως έτσι παγιώθηκε η εικόνα μου ως «εθνοπροδότη». Έτσι είναι: Όταν το κατεστημένο νιώθει να κινδυνεύει από κάποιον, τον παρουσιάζει ως εχθρό του έθνους, της πατρίδας …

Ο Άπτον Σίνκλαιρ είχε πει κάποτε ότι «είναι δύσκολο να κάνεις κάποιον να καταλάβει κάτι όταν ο μισθός του βασίζεται στο να μην το … καταλάβει».

Στην προκειμένη περίπτωση, το να μην πείθεται η ελληνική άρχουσα τάξη για τη χρεοκοπία του κράτους αποτελούσε προϋπόθεση διατήρησης των κεκτημένων της. Ακόμα κι αν η μάταιη άρνηση της χρεοκοπίας σήμαινε ότι κάθε άνδρας, γυναίκα και παιδί αυτής και της επόμενης γενιάς θα ετίθεντο υπό τον ζυγό ασήκωτων δανείων, το κατεστημένο δε θα δίσταζε. Στόχος του ήταν να διατηρηθεί ανέπαφη η αγαστή σχέση των Ελλήνων ολιγαρχών με τους ξένους τραπεζίτες. Αναμφισβήτητο η ολιγαρχία μας ήταν αποφασισμένη να μην πειστεί από κανένα επιχείρημα υπέρ του συμφέροντας του υπόλοιπου 99% των Ελλήνων και των παιδιών τους.

Όσο περισσότερο η «ελίτ» μας απέφευγε τη δυσάρεστη αλήθεια, τόσο περισσότερο ένιωθα το καθήκον να προειδοποιώ ότι τα δάνεια από την ΕΕ και το ΔΝΤ με το οποία το κατεστημένο ήθελε να δεσμεύσει τον ελληνικό λαό, εν ονόματι της αποφυγής της χρεοκοπίας, στην πραγµατικότητα θα επιδείνωναν τη χρεοκοπία και θα έκλειναν όλη τη χώρα σε φυλακή οφειλετών. Φίλοι και συνάδελφοι με προειδοποιούσαν ότι, μπορεί μεν οι σκέψεις μου να ήταν σωστές, αλλά ήταν πολιτικό σφάλμα το να μιλάω για χρεοκοπία. Καθώς δεν ήμουν γεννημένος πολιτικός, απαντούσα με μια φράση του Τζον Κέννεθ Γκάλμπρεϊθ: «Μερικές φορές στην πολιτική οφείλεις να χάνεις το σωστό, παρότι έτσι θα χάσεις». Βέβαια, τότε δεν μπορούσα να σκεφτώ πόσο προφητική θα αποδεικνυόταν η συγκεκριμένη φράση!

Κάπως έτσι ξεκίνησε ο μοναχικός αγώνας για να πειστεί ένας λαός ότι η καταστροφή; θα έρθει όχι αν αποδεχτούμε τη χρεοκοπία του Δημοσίου αλλά αν την αρνηθούμε δανειζόμενοι υπό όρους που αναβάλλουν την κήρυξη της χρεοκοπίας βαθαίνοντας την, με αποτέλεσμα η χώρα να καταλήξει σύσσωμη στο φυλακή χρέους που ετοιμάζουν οι εταίροι μας και το ΔΝΤ.

Ο δρόμος εκείνος ήταν όχι μόνο μοναχικός αλλά και πολύ ανηφορικός. Από τη μία, το κατεστημένο επέμενε ότι η χώρα μπορεί και πρέπει να διασωθεί από τη χρεοκοπία με δανεικά. Εκμεταλλευόταν την απέχθεια που προκαλεί η λέξη χρεοκοπία και έτσι δυναμίτιζε τον προσπάθεια να πειστεί ο μέσος Έλληνας ότι η χώρα δεν πρέπει να «διασωθεί» και ότι η υποτιθέμενη διάσωση ήταν απείρως χειρότερη από την επίσημη χρεοκοπία. Από την άλλη, η Αριστερά (π.χ. ο Σύριζα, το ΚΚΕ αλλά και η αριστερή πτέρυγα του ΠΑΣΟΚ) έβλεπε με αντιπάθεια το επιχείρnμα ότι το, κράτος έχει χάσει τον οικονομική δυνατότητα να αναδιανέμει εισοδήματα από την ολιγαρχία προς τους μη έχοντες.

Στην προσπάθεια εκείνη επιστράτευσα όσες αναλογίες, μεταφορές και αλληγορίες μπορούσα να σκεφτώ. Θυμάμαι τον Φεβρουάριο του 2010 να λέω στην ΕΡΤ ότι το πρόβλημα με τη φαρσοκωμωδία των παρατεινόμενων μη βιώσιμων δανείων είναι ότι όπως στις μουσικές καρέκλες, έρχεται η στιγμή που σταματάει η μουσική. Στην προκειμένη περίπτωση η στιγμή εκείνη θα ερχόταν όταν κάποια κοινοβούλια θα εξέφραζαν την απέχθεια των πιο αδύναμων ευρωπαίων πολιτών των οποίων οι φόροι και το επιδόματα θα χρηματοδοτούσαν τα δάνεια και θα φώναζαν: «Φτάνει πια!» Όμως μέχρι τότε οι Έλληνες θα είχαμε γίνει πολύ πιο φτωχοί και πολύ πιο χρεωμένοι, κι επιπλέον θα είχαμε προκαλέσει το μισός των ευρωπαίων συμπολιτών μας.

Τον Απρίλιο του 2010, έναν μnνα πριν από την ανακοίνωση στο Καστελόριζο πως «διασωθήκαμε» με το πρώτο μνημόνιο, δημοσίευσα τρία άρθρα μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Στο πρώτο από αυτά, της 9ης Απριλίου, με τίτλο «ΧΡΕΟΚΟΠΟΥΜΕ;», υποστήριξα ότι, αν το κράτος προσποιούνταν ότι δεν ήταν χρεοκοπημένο, λαμβάνοντος δάνεια που θα παρατείνονταν διογκούμενα εν καιρώ συρρίκνωσης των εισοδημάτων, οι Έλληνες θα έρχονταν αντιμέτωποι με τη «θεαματικότερη αύξηση των χρεοκοπιών νοικοκυριών και επιχειρήσεων στη μεταπολεμική ιστορία». Αντίθετο, αν το κράτος ομολογούσε τη χρεοκοπία του και ξεκινούσε αμέσως διαπραγµατεύσεις με τους πιστωτές του, θα επωμίζονταν μεγάλο μέρος των βαρών εκείνοι που ήταν συνυπεύθυνοι για το χρέος: οι τράπεζες που είχαν ξεσαλώσει μοιράζοντας σε όποιον όποιον αρπακτικά δάνεια πριν από το 2008.

Η απάντηση του ευρωπαϊκού κατεστηµένου ήταν απλή και εύστοχη: Αν οποιαδήποτε ελληνική κυβέρνηση απαιτούσε αναδιάρθρωση του χρέους, η Ευρώπη θα μας εξοβέλιζε από την ευρωζώνη. Η ανταπάντηση μου ήταν επίσης απλή και εύστοχη. Μια τέτοια εκπαραθύρωση θα κατέστρεφε τα τραπεζικά συστήματα της Γαλλίας και της Γερμανίας και μαζί τους την ίδια την ευρωζώνη. Ποτέ δε θα έκαναν κάτι τέτοιο. Ωστόσο, ακόμη και αν το έκαναν, ποιό το νόημα να βρισκόμαστε σε μια νομισματική ένωση που συνθλίβει τις οικονομίες που τη συναποτελούν; Αντίθετα, λοιπόν, από εκείνους τους αντίπαλους του ευρώ που έβλεπαν την κρίση ως ευκαιρία για να προκαλέσουν ένα Grexit, δηλαδή την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, σε μια νέα δραχμή, θέση μου ήταν ότι μπορούσαμε να καταστήσουμε βιώσιμη την παραμονή μας στην ευρωζώνη μόνον εφόσον απειθαρχούσαμε στις εντολές των θεσμών τnς.

Λιγότερο από δέκα μέρες προτού υπογραφεί το πρώτο μνημόνιο έριξα άλλες δύο προειδοποιητικές βολές προς την κυβέρνηση. Στις 26 Απριλίου, στο άρθρο με τίτλο «Το τελευταίο ταγκό της Ευρώπης», παρομοίασα τις προσπάθειες της κυβέρνησης να εξασφαλίσει το τεράστιο μνημονιακό δάνειο που ερχόταν με εκείνες διαδοχικών κυβερνήσεων της Αργεντινής που πάσκισαν να διατηρήσουν, μέσα από μεγάλα δάνεια σε δολάρια από το ΔΝΤ, την ισοτιμία ένα προς ένα του πέσο με το δολάριο, ακριβώς για όσον χρόνο χρειαζόταν προκειμένου οι πλούσιοι και οι μεγάλες εταιρείες να ρευστοποιήσουν τα αργεντίνικα περιουσιακά τους στοιχεία, να μετατρέψουν τις εισπράξεις σε δολάρια και να τις εμβάσουν στη Γουόλ Στρίτ, αφήνοντας έπειτα την οικονομία και το νόμισμα να καταρρεύσουν, με το συσσωρευμένο χρέος σε δολάρια να συντρίβει τις δύσμοιρες λαϊκές μάζες. Δύο μέρες αργότερο πήγα ακόμα πιο πέρα με άρθρο του οποίου ο τίτλος το λέει όλα: «Η αισιόδοξη πλευρά της χρεοκοπίας».

Πέντε μέρες με τα υπογράφτηκε η πρώτη μνημονιακή δανειακή συμφωνία. Με φόvτο το ηλιόλουστο Καστελόριζο ο Γιώργος Παπανδρέου χαιρέτισε τη δανειακή σύμβαση ως «δεύτερη ευκαιρία» της Ελλάδας, ως απόδειξη της ευρωπαϊκής … αλληλεγγύης, ως θεμέλιο της ανάκαµψης μας, κ.ο.κ. Το δάνειο εκείνο -και οι όροι τους όποιους είχε αποδεχθεί έμελλε να τον καταστρέψει πολιτικά έχοντας οδηγήσει τον ελληνικό λαό ανεπιστρεπτί στο πτωχοκομείο.

Ολυμπιονίκες λιτότnτας

ον Σεπτέμβρη του 2015, στη ζωντανή εκπομπή Question Time του BBC ο παρουσιαστής: Ντέιβιντ Ντίμπλμπυ με σύστησε στο ακροατήριο ως τον βασικό πολέμιο της λιτότητας ανά την Ευρώπη. Για έναν θερμόαιμο νεαρό. στο ακροατήριο λειτούργησε ως πρό(σ)κληση για να με βάλει στη θέση μου με τη φιλοσοφία του υπέρ της λιτότητας:

«Τα οικοδομικά είναι μια πραγματικά απλή υπόθεση. Έχω δέκα λίρες στην τσέπη μου. Αν βγω βόλτα στο Κέμπριτζ και πιώ τρία μεγάλα ποτήρια μπίρα, μάλλον έχω δανειστεί χρήματα. Αν συνεχίσω το ίδιο βιολί, θα ξεμείνω από χρήματα και θα χρεοκοπήσω. Δεν πρόκειται για πυρηνική φυσική».

Ένα από τα μεγάλα μυστήρια της ζωής, τουλάχιστον της δικής μου, αποτελεί το πόσο επιρρεπείς είναι σε αυτή τη φρικτή λογική καλοί, αγαθοί και ξύπνιοι άνθρωποι. Ίσως να φταίει ο όρος «οικονομικά» για την τάση πολλών να μπερδεύουν τη διαχείριση των εν οίκω χρημάτων μας με τη διαχείριση της οικονομίας μιας χώρας η μιας ηπείρου. Οι κανόνες που ισχύουν εν οίκω δεν ισχύουν εν δήμω. Αυτό προσπάθησα να εξηγήσω στον νεαρό λέγοvτάς του το εξής:

«Στη ζωή σου βιώνεις μια υπέροχα ανεξαρτησία των δαπανών σου από το εισόδημά σου. Αν απόψε το βράδυ δεν πιείς τις μπίρες σου, εξοικονομείς το δεκάλιρο που έχεις στην τσέπη σου. Οπότε όταν έχεις οικονομικές δυσκολίες, είναι προφανώς σωστό να σφίξεις το ζωνάρι. Όμως αυτό βοηθά μόνο επειδή η περικοπή των δαπανών σου, η απόφαση να μην ξοδέψεις το δεκάλιρο σου, δε συνεπάγεται συρρίκνωση του … δεκάλιρου, μείωση δηλαδή του εισοδήματός σου. Πιο απλά: φαντάσου το δεκάλιρο στο πορτοφόλι σου, αν δεν το ξόδευες σε μπίρες, να γινόταν πεντόλιρο. Φρικιαστικό δεν ακούγεται; Πράγματι. Όμως αυτό ακριβώς συμβαίνει στη χώρα εν καιρώ ύφεσης. Οταν όλοι μαζί σφίγγουν το ζωνάρι, μειώνονται οι συνολικές δαπάνες, οι οποίες, σε εθνικό επίπεδο, ισούνται με το εθνικό εισόδημα. Βλέπεις γιατί, ενώ ο λιτός βίος σε προσωπικό επίπεδο είναι απαραίτητος, ιδίως όταν δεν τα βγάζεις πέρα, η λιτότητα σε επίπεδο της οικονομίας μιας χώρας αποτυγχάνει συστηματικά και προβλέψιμα;»

Η ουσία της απάντησης μου στην νεαρό θιασώτη της λιτότητας ήταν η εξής: Αν, ιδίως σε δύσκολες εποχές, κάθε άτομο και κάθε επιχείρηση περικόπτουν τις δαπάνες τους, αυτό που δεν πρέπει να κάνει το κράτος είναι να περικόψει τις δικές του. Αν το κάνει, θα προσθέσει μείωση δημόσιων δαπανών στην εν εξελίξει μείωση των ιδιωτικών δαπανών. Έτσι, το σύνολο δημόσιων και ιδιωτικών δαπανών θα μειωθεί πιο γρήγορα. Με τι ισούται το σύνολο δημόσιων και ιδιωτικών δαπανών; Πολύ απλά, με το συνολικό, το εθνικό εισόδημα, το οποίο θα σμικρυνθεί λόγω της λιτότητας του κράτους. Με άλλα λόγια, αν και το κράτος σφίξει το ζωνάρι του, μαζί με τους ιδιώτες, η μείωση των συνολικών δαπανών θα φέρει ραγδαία μείωσή του εθνικού εισοδήματος, που οδηγεί σε μικρότερη εισροή φόρων στο κρατικά ταμεία και, εν τέλει, σε θεαματικό αυτογκόλ της λιτότητας: σε ένα διαρκώς συρρικνούμενο εθνικό εισόδημα που καθιστά αδύνατη την αποπληρωμή του υφιστάμενου χρέους, το οποίο, αξιωματικά, μεγαλώνει ως ποσοστό του εθνικού εισοδήματος – και άρα γίνεται όλο και λιγότερο βιώσιμο. Να γιατί, ενώ ο λιτός βίος είναι απαραίτητος για τους ιδιώτες, η λιτότητα του κράτους αποτελεί τη χειρότερη επιλογή σε καιρό ύφεσης.

Καλύτερο και ζωvτανότερο παράδειγμα από εκείνο της Μνημονιακής Ελλάδας δεν υπάρχει: η «διάσωσή» μας το 2010, με το γιγαvτιαία δάνεια που στήριξαν τόσο πλουσιοπάροχα τις γαλλογερμανικές τράπεζες και που δόθηκαν υπό συνθήκες σαρωτικής λιτότητας. Για να κατανοήσουμε το μέγεθος της λιτότητας αξίζει μια σύγκριση με άλλες χώρες της ευρωπαϊκής ζώνης με αντίστοιχα προβλήματα, τρόικες, δάνεια και … Eurogroup. Τη διετία με τα το πρώτο μας μνημόνιο η Ισπανία εξαναγκάστηκε σε πολιτικές λιτότητας που ισοδυναμούσαν με μείωση των κυβερνητικών δαπανών κατά 3,5%. Στην Ελλάδα η μείωση έφτασε το 15%. Το αποτέλεσμα: Το εθνικό εισόδημα της Ισπανίας σημείωσε μείωση μόλις 6,4 %, ενώ της Ελλάδας 16 %.

Tην ίδια εποχή στην Βρετανία ο νεοδιορισθείς τότε υπουργός Οικονοµικών Τζορτζ Όσμπορν προσανατολιζόταν σε πολιτικές ήπιας λιτότητας για να πραγματοποιήσει το όραμά του: Έναν ισοσκελισμένο προϋπολογισμό μέχρι το 2020. Θυμάμαι την πρώτη φορά που συνομιλήσαμε, στις αρχές του 2015. Ήταν ένας από τους πρώτους υπουργούς Οικονομικών που συνάντησα αφότου ανέλαβα το δικό μας υπουργείο Oικoνoμικών. Στα πρώτα λεπτά της συζήτησης μας του είπα ότι, «μπορεί να διαφωνούμε ως προς τα πλεονεκτήματα της λιτότητας, αλλά πάντως, Τζορτζ, δεν την εφαρμόζεις και τόσο. Έτσι δεν είναι;»

Πράγματι, οι αριθμoί μιλούν από μόνοι τους. Τα δύο πρώτα χρόνια της θητείας του ο Όσμπορν όχι μόνο δε μείωσε, αλλά αύξησε τις κυβερνητικές δαπάνες, κατά 6,9%. Υπό αυτή την έννοια, κατά τη διακυβέρνηση Κάμερον -Όσμπορν δεν εφαρμόστηκε καθόλου λιτότητα -απλώς η λιτότητα χρησιμοποιήθηκε ως άλλοθι για να συγκαλυφθεί μια σκληρή μείωση, των επιδομάτων που πήγαιναv στους πιο αδύναμους Βρετανούς, πολίτες με παράλληλη μείωση φόρων που ευνοούσε τους πλούσιους κι επιβάρυνε τους φτωχούς

Ο Τζόρτζ Όσμπορν συμφώνησε χαμογελώντας. Πώς να μη συμφωνούσε; Αν oργανώνονταν Ολυμπιάδα Λιτότητας, η Ελλάδα θα σάρωνε το μετάλλια, ενώ η Βρετανία του Όσμπορν θα βρισκόταν στον πάτο της κατάταξης των μεταλλίων. Ο Όσμπορν επίσης εξέφρασε τη μεγάλη ευγνωμοσύνη του για τη βοήθεια που του παρείχε η κεντρική Τράπεζα της Αγγλίας, η οποία, από τότε που το Σίτυ βυθίστηκε στην κρίση του 2008, τύπωνε δισεκατομμύρια προκειμένου να ξαναδώσει πνoή στις τράπεζες και, να διατηρήσει τη «ρευστότητα» στην οικονομία. Αυτό τον συνδυασμό, της «γενναιόδωρης» παροχής χρήματος της Τράπεζας της Αγγλίας προς τις τράπεζες και της λιτότητας για τους φτωχούς, ο Όσμπορν αποκάλεσε «επεκτατική συρρίκνωση». «Με στηρίζει σε κάθε μου βήμα», μου είπε, προφανώς ανακoυφισμένoς που δε βρισκόταν στη δική μου θέση, εκείνη του ομήρου της Ευρωπαϊκής κεντρικής Τράπεζας, η οποία έπραττε ακριβώς το αντίθετο: να µείωνει όλο και πιο πολύ τη ρευστότητα μας.

«Σε ζηλεύω, Τζόρτζ», του είπα με ειλικρίνεια. «Αντίθετα από σένα, έχω μια κεντρική τράπεζα που με μαχαιρώνει πισώπλατα σε κάθε μου βήμα. Φαντάζεσαι πώς θα ήταν η κατάσταση εδώ, στη Βρετανία», τον ρώτησα, «αν σε εξανάγκαζαν να ακολουθήσεις, αντί για την “επεκτατική συρρίκνωση” σου, μια πολιτική «συρρικνωτικής συρρίκνωσης», όπως εξαναγκάζουν εμάς;». ‘Ενευσε χαμογελώντας αν όχι επειδή είχε διάθεση αλληλεγγύης, τουλάχιστον επειδή συμμερίστηκε το θέση μου. Βέβαια, το γεγονός ότι μια συνάντηση ανάμεσα σε υπουργό Oικoνoμικών των Βρετανών συντηρητικών και τον ομόλογό του που αντιπροσώπευε την ελληνική ριζοσπαστική Αριστερά είχε κυλήσει σε κλίμα σύμπνοιας δεν είναι τόσο αινιγματικό όσο θέλησαν να το παρουσιάσουν το ΜΜΕ.

Αλόγιστη λιτότητα

ρία χρόνια νωρίτερα, το 2012, με την κρίση του ευρώ σε πλήρη εξέλιξη, οι οργανωτές ενός παγκόσμιου συνεδρίου ορκωτών λoγιστών στην Αυστραλία αποφάσισαν να ήταν διανθίσουν τις εργασίες της ετήσιας συνόδου τους με ένα ντιμπέιτ που θα έφερνε σε αντιπαράθεση έναν αριστερό κι έναν δεξιό σχολιαστή από την Eυρώπη. Οι σχολιαστές που επέλεξαν ήταν ο Λόρδος (Νόρμαν) Λάμοντ, πρώην υπουργός Οικονομικών επί κυβερνήσεων Μάργκαρετ Θάτσερ και Τζον Μέιτζορ, και ,ο γράφων. Ήταν , απ’ ό,τι μου είπαν, πεπεισμένοι ότι θα κονιορτοποιούμασταν επί σκηνής, δημιουργώντας ατµόσφαιρα έντασης που θα ξύπναγε το κοινό με τα από βαρετές παρουσιάσεις με θέματα λογιστικής. Δυστυχώς για τους διοργανωτές, διάλεξαν λάθος θέμα: την ,κρίση της ευρωζώνης. Πήραμε λοιπόν τον λόγο, ο Νόρμαν κι εγώ, ενώπιoν, του πολυπληθούς ακροατηρίου, για να ανακαλύψουμε πoλύ σύντομα ότι… συμφωνούσαμε σχεδόν στα πόντο. Μάλιστα η συζήτηση, υπήρξε τόσο φιλική που κατεβήκαμε από τη σκηνή, συναντηθήκαμε απέξω με τη Δανάη και πήγαµε οι τρεις µας για µεσημεριανό σε παρακείµενο εστιατόριο δίπλα στον ποταµό Γιάρα της Μελβούρνης. Ήταν µια ηλιόλουστη µέρα σε πολύ ωραίο περιβάλλον, όπου άνθισε η φιλία µας µε τη βοήθεια πολύ καλού αυστραλέζικου κόκκινου κρασιού, όπως αρέσει στον Νόρµαν να µου υπενθυµίζει.

Έπειτα κρατήσαμε επικοινωνία, ανταλλάσσοντας κατά καιρούς απόψεις µε έναν τρόπο που επιβεβαίωνε ότι είχαµε περισσότερα κοινά απ’ ότι θα μπορούσαµε να είχαµε φανταστεί Τον Δεκέµβριο του 2014 σόκαρα τον Νόρµαν µε τον είδηση πως τον επόµενο µήνα ίσως να αναλάμβανα το ελληνικό υπουργείο Οικονοµικών. Από εκείνη τη µέρα και καθ’ όλη τη διάρκεια των πολυτάραχων μηνών που ακολούθησαν, αλλά και μετέπειτα, ο Νόρµαν έχει αποδειχθεί αστείρευτη πηγή δύναµης, πιστός φίλος και σταθερός συμπαραστάτης. Μάλιστα, προτού περάσω το κατώφλι της οικίας µε τον αριθμό 11 της Οδού Νταουνινγκ, για να συναντηθώ µε τον Τζορτζ Οσµπορν, ο Νόρµαν του είχε τηλεφωνήσει προλειαίνοντας το έδαφος της συζήτησης µας, λέγοντας του θεριά λόγια για µένα. Αυτό εξηγεί, σε µεγάλο βαθµό, την πολύ καλή ατµόσφαιρα μεταξύ µας.

Η φιλία µου µε τον Λόρδο Λάµοντ είναι, πιστεύω, δείγµα του βάθους της παγκόσµιας κρίσης, και ιδιαίτερα της ευρωπαϊκής. Δε θα προέκυπτε αν ο ευρωπαϊκός καπιταλισμός είχε καταφέρει να εξισορροπηθεί µετά την κατάρρευση του 2008. Ο Νόρµαν ήταν και παραµένει ακραιφνής θατσερικός. Εγώ ήµουν και παραµένω ακραιφνής αντιθατσερικός. Όµως η κρίση που ταλανίζει τον ευρωπαϊκό καπιταλισµό από το 2008 είναι τόσο βαθιά που ένας ακραιφνής θατσερικός και ένας ακραιφνής αντιθατσερικός μπορούν να συµφωνήσουν σε πολλά. Όσον αφορά µάλιστα την Ελλάδα, η συµφωνία µας είναι απόλυτη: Αν και δεν απορρίπτει τη λιτότητα όπως εγώ, ο Νόρµαν θεωρεί τη σαρωτική λιτότητα που επιβλήθηκε στη χώρα µας, ώστε να συγκαλυφθεί η χρεοκοπία του κράτους και των τραπεζών, όχι µόνο καταδικασμένη να αποτύχει αλλά και απάνθρωπη. Το να λέει κάτι τέτοιο ένας αριστερός σαν και του λόγου µου είναι αναµενόµενο. Όµως το να συμφωνεί ένθερμα για την απανθρωπιά και την ανοησία της ελληνικής λιτότητας και των µνηµονίων µας ένας ακραιφνής θατσερικός, και µάλιστα µέλος των υπουργικών συµβουλίων της Θάτσερ και του Μέιτζορ, λέει πολλά.

Αυτό ήταν κάτι που πάσχιζα, και αποτύγχανα, να µεταφέρω στους συντρόφους µου στην κυβέρνηση του Σύριζα, οι οποίοι δυσκολεύονταν να καταλάβουν τη σκέψη µου και τη συνεργασία µου µε πολιτικούς όπως ο Νόρµαν. Συνηθισµένοι να αντιμετωπίζουν τα πράγµατα ως µαύρα ή άσπρα, και τους πολιτικούς, ως εχθρούς η συντρόφους, αδυνατούσαν να κατανοήσουν τη σημασία που είχε για τη Μνηµονιακή Ελλάδα και για την κυβέρνησή µας η ύπαρξη κορυφαίων θατσερικών και νεοφιλελεύθερων που συµφωνούσαν µαζί µας και ήταν διατεθειμένοι να µας συμπαρασταθούν ειλικρινά. Αντ’αυτού, πολλοί εντός του Σύριζα χρησιµοποιούσαν τη σχέση µου µε ανθρώπους όπως ο Νόρµαν Λάµοντ και ο Λάρρυ Σάµµερς για να µε χαρακτηρίσουν «δεξιό», «µνηµονιακό», «συστημικό», «εγκάθετο». Δεν είναι όµως, αν το σκεφτούμε προσεκτικά, διόλου περίεργο ότι αυτοί οι ίδιοι σύντροφοι πολύ εύκολα, αφού το καλοκαίρι του 2015 υπέγραψαν το 3ο µνηµόνιο, άρχισαν να µε χαρακτηρίζουν «αριστεριστή», «ανεύθυνο», «υπερσυγκρουσιακό απέναντι στους θεσµούς».

Εδώ έγκειται η µέγιστη, και ιστορικά ενδιαφέρουσα, ειρωνεία: Την ώρα που οι τέως σύντροφοι µου διατυμπανίζουν, ως νέοι Σαµαράς-Βενιζέλος, πως η νέα λιτότητα και οι νέες µνηµονιακές δόσεις θα φέρουν την έξοδο από την κρίση, Αγγλοκέλτες δεξιοί, αυθεντικοί φιλελεύθεροι-λιμπεραλιστές, αναρρωνύοντες τραπεζίτες της Γουόλ Στριτ, επενδυτικές τράπεζες που συµµετείχαν στον σχεδιασµό των µνηµονίων συµµερίζονται την αριστερή µου κριτική των µνηµονίων. Και το κάνουν ακριβώς για τον λόγο για τον οποίο το ελληνικό και το Ευρωπαϊκό κατεστηµένο µε λοιδορεί:

Επειδή συνιστά κατάγγελία µη βιώσιµων, προτεινόμενων στο διηνεκές, δανείων που µεταµφιέζουν τη χρεοκοπία του ελληνικού κράτους σε πρόβλημα έλλειψης ρευστότητας.

Οι αληθινοί θιασώτες της «ελεύθερης οικονομίας» εναντιώνονται σε κάθε διάσωση που γίνεται µε χρήµατα φορολογουµένων. Απορρίπτουν με τα βδελυγµίας τις απόψεις µου ότι σε περιόδους ύφεσης χρειάζονται σημαντικές δημόσιες επενδύσεις και ότι η αναδιανομή εισοδήματος µέσω των φόρων πρέπει να αποτελεί πάγια πολιτική. Εντούτοις συµφωνούµε ότι η χρονική επιµήκυνση µιας κρατικής χρεοκοπίας µέσω δανείων που χρηματοδοτούνται από τους φορολογούµενους συνιστά τροµερή σπατάλη πόρων και οδηγεί στη µαζική δυστυχία. Οι πραγµατικοί νεοφιλελεύθεροι, και ιδίως οι αντικρατιστές-λιμπεραλιστές, καταλαβαίνουν πολύ καλά, καλύτερα από καθετί άλλο, τι θα πει χρέος. Κατά συνέπεια, έχουµε κοινή αντίληψη για τη µισάνθρωπη σοφιστεία στην οποία στηρίχτηκαν τα µνηµονιακά προγράµµατα που αποδοµούν την Ελλάδα και την Ευρώπη από το 2010.

Η επίσηµη εξήγηση του τρόπου µε τον οποίο το µνηµονιακά προγράµµατα υποτίθεται πως θα βοηθούσαν την Ελλάδα να ανακάµψει το 2015 θα μπορούσε να έχει τίτλο «Επιχείρηση Αποκατάστασης Ανταγωνιστικότητος». Η βασική ιδέα είχε ως εξής: η Ελλάδα έχει το ευρώ και άρα δεν μπορεί να προσελκύσει επενδύσεις από τρίτες χώρες µέσω της υποτίµησης του νομίσματος της, δηλαδή µέσω της οδού που συνήθως ακολουθείται για την ανάκτηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητος. Μπορεί, όµως, να επιτύχει το ίδιο αποτέλεσμα µέσω μιας «εσωτερικής» υποτίµησης, η οποία επιτυγχάνεται διά της οδού της γενικευμένης λιτότητας. Πώς;

Οι γενναίες περικοπές κυβερνητικών δαπανών, συντάξεων κτλ προκαλούν πτώση των τιµών και συνεπώς των µισθών. Μέσω της μείωσης τιµών και μισθών, αλλά και των τιµών άλλων συντελεστών παραγωγής στην Ελλάδα, το ελληνικό ελαιόλαδο, τα ξενοδοχεία µας, τα ακτοπλοϊκά εισιτήρια κτλ γίνονται φθηνά για Γερµανούς, Γάλλους και Κινέζους πελάτες. Και’ αυτό τον τρόπο αποκαθιστάται η ανταγωνιστικότητα της ελλάδας, πέρνουν τα πάνω τους τουρισµός και εξαγωγές και, χάρη σε αυτή τη διαδικασία, προσελκύονται επενδυτές οι επενδύσεις των οποίων σταθεροποιούν τη συνολική ζήτηση, τα εισοδήµατα, την οικολογία γενικότερο. Συν τω χρόνω, επιστρέφει η ανάπτυξη και τα εισοδήµατα αρχίζουν να ανακάμπτουν. Τέλος καλό, όλα καλά.

Ίσως να επρόκειτο για πειστικό επιχείρημα αν οι εμπνευστές του δεν εθελοτυφλούσαν μπροστά σε µια αλήθεια που βγάζει μάτι, µια αλήθεια που οι λιμπεραλιστές δεν έχουν κανένα πρόβληµα να αντικρίσουν: κανένας επενδυτής που έχει σώας τας φρένας δε θα σπεύσει να επενδύσει σε χώρα της οποίας η κυβέρνηση, οι τράπεζες, οι εταιρείες και τα νοικοκυριά, οι πάντες συγχρόνως, είναι χρεοκοπημένοι Όσο και να κατρακυλούν τιμές, µισθοί και εισοδήµατα εντός της ελλάδας, υπάρχει κάτι που δε µειώνεται: τα χρέη, δημόσια και ιδιωτικά. Αντίθετα, στον βαθµό που το ονομαστικό επιτόκιο είναι θετικό, τα χρέη αυξάνονται, την ώρα που τα εισοδήματα καταποντίζονται. Άρα, η αρχική πτώχευση βαθαίνει, καθώς κάθε ευρώ εσόδων τώρα καλείται να εξυπηρετήσει όλο και µεγαλύτερα χρέη Κι όσο βαθαίνει η πτώχευση, τόσο αποτυγχάνει η µείωση τιµών και μισθών στην Ελλάδα να προσελκύσει επενδυτές. Από το 2010 και με τα οι κάτοικοι αυτής της χώρας έχουν εμπεδώσει, έχουν νιώσει στο πετσί τους, αυτή την πραγµατικότητα.

Το 2010, για κάθε 100 ευρώ εισοδήματος ενός Έλληνα πολίτη το κράτος χρωστούσε 146 ευρώ σε ξένες τράπεζες Έναν χρόνο αργότερα κάθε 100 ευρώ εισοδήµατος που είχε αποκτηθεί το 2010 είχαν συρρικνωθεί στο 91 ευρώ, το οποία έγιναν 79 ευρώ το 2012. Εν τω µεταξύ, τη διετία 2010-2012, όσο έρεαν το µνηµονιακά δάνεια καταλήγοντας ως επί το πλείστον στις τσέπες των γαλλογερµανικών τραπεζών, το αντίστοιχο κρατικό χρέος αυξήθηκε από το 146 ευρώ, που ήταν το 2010, στο 156, το 2011. Ακόµη και αν ο θεός και όλοι οι άγγελοι κυρίευαν την ψυχή κάθε Έλληνα φοροφυγά και µας µετέτρεπαν σε έθνος σπαγκοραμμένων πρεσβυτεριανών Σκωτσέζων, τα εισοδήματά µας ήταν πολύ χαµηλά και τα χρέη µας πολύ υψηλά για να αναστρέψουμε τη χρεοκοπία. Οι επενδυτές το αντιλαµβάνονταν αυτό και απέφευγαν τις επενδύσεις στην Ελλάδα όπως ο διάολος το λιβάνι. Η παρεπόμενη ανθρωπιστική κρίση θα έφερνε στην κυβέρνηση, τέσσερα χρόνια με τα το 2015, ανθρώπους σαν εµένα.

Όταν ανέλαβα το Υπουργείο Οικονοµικών, η διεθνής Αριστερά ήταν από καιρό αδύναµη και κατακερματισμένη. Οι µόνες ισχυρές φωνές που υποστήριζαν την προτεραιότητα µας για γενναία αναδιάρθρωση του χρέους µας έρχονταν από Αµερικανούς φιλελεύθερους (όπως ο Τζο Στίγκλιτς) και Βρετανούς θατσερικούς (όπως ο Νόρµαν Λάµοντ)! Το ωραίο ήταν πως η ηµιδαρβινικη πεποίθηση των πιο ακραίων λιμπεραλιστών, ότι δηλαδή οι αποτυχημένοι της αγοράς (οι πτωχευµένοι τραπεζίτες εν προκειµένω) πρέπει να εγκαταλείπονται στη µοίρα τους, τους έσπρωχνε προς τις δικές µου θέσεις. Ήξεραν, κατανοούσαν, τους κινδύνους που ενέχει ο υπερβολικός κρατικός δανεισµός και πρέσβευαν, ορθώς, ότι «σε κάθε ανεύθυνο δανειζόµενο αντιστοιχεί ένας ανεύθυνος δανειστής», άρα το κακά δάνεια έπρεπε να βαραίνουν, κυρίως, τους ανεύθυνους δανειστές. Όσο για τους ανεύθυνους δανειζόµενους, και αυτοί θα πλήρωναν το τίμηµα της ανευθυνότητας τους (κυρίως µέσω του αποκλεισµού τους από τον δανεισµό ώσπου να αποδειχθούν άξιοι εμπιστοσύνης), χωρίς να καταδιώκονται εσαεί στη φυλακή του ολοένα και λιγότερο βιώσιµου χρέους.

Στη µαύρη λίστα

αθ’ όλη τη διάρκεια του 2010 και του 2011, σχεδόν µέρα παρά µέρα, είτε από το ραδιόφωνο είτε από την τηλεόραση, απηύθυνα δραµατικές εκκλήσεις προς την κυβέρνηση να πάψει τη συγκάλυψη της πτώχευσης και να προχωρήσει αµέσως στην αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους. Η θέση εκείνη δεν είχε τίποτα το ιδιαίτερα αριστερό. Οι τράπεζες αναδιαρθρώνουν τα χρέη προβληματικών εταιρών σε καθημερινή βάση, όχι από φιλανθρωπία, αλλά στο πλαίσιο ενός πεφωτισμένου εγωισµού: ουκ αν λάβοις από δανειζόµενο που βουλιάζει όλο και περισσότερο στην πτώχευση!

Βέβαια το πρόβλημα όταν ότι, έχοντας αποδεχθεί το 1ο µνηµόνιο, πλέον δε διαπραγµατευόµασταν µε τράπεζες, αλλά µε πολιτικούς που είχαν πει ψέµατα στα κοινοβούλιά τους για να τα πείσουν να απαλλάξουν τις τράπεζες από το βάρος του ελληνικού χρέους και να το επωµιστούν, εν τέλει, οι ψηφοφόροι τους. Μια αναδιάρθρωση του χρέους θα απαιτούσε να προστρέξουν ξανά στα κοινοβούλιά τους και να εξομολογηθούν πως τους είχαν πει ψέµατα, κάτι που κανείς πολιτικός δεν κάνει ποτέ οικειοθελώς. Γι’ αυτό ήταν υποχρέωση της ελληνικής κυβέρνησης να τους επιβάλει να το κάνουν αρνούµενη να υπογράψει τις νέες δόσεις των δανείων. Αν δεν το έπραττε αυτό η κυβέρνηση των Αθηνών, όπως και δεν το πράττει ούτε σήμερα, η µοναδικη εναλλακτική των δανειστών ήταν να συνεχίσουν το παιχνίδι της υποκρισίας, χορηγώντας στην ελληνική κυβέρνηση άλλον έναν σκασµό λεφτά, µε το οποία η τελευταία προσποιείται ότι αντεπεξέρχεται µε επιτυχία στις δόσεις των δανειακών της υποχρεώσεων απέναντι στην ΕΕ και στο ΔΝΤ: ένα 2ο , 3ο και πάει λέγοντας µνηµόνιο.

Ήµουν αποφασισμένος να κάνω ό,τι πέρναγε από το χέρι µου για να τους χαλάσω το γλέντι να φωνάξω από κάθε βήµα στο οποίο θα κατάφερνα να ανέβω ότι η χειρότερη επιλογή µας ήταν να αποδεχτούµε κι άλλα δάνεια πριν από την αναδιάρθρωση που απαιτείται ώστε το χρέος να γίνει βιώσιμο

«Είναι σαν να αδυνατείς να αποπληρώσεις ένα στεγαστικό δάνειο λόγω μείωσης των εισοδημάτων σου και να δεχθείς µια πιστωτική κάρτα, ώστε να τραβάς χρήματα κάθε μήνα για να προσποιείσαι πως αποπληρώνεις το στεγαστικό σου δάνειο. Πρόκειται για έγκλημα κατά της λογικής. Απλώς πες όχι. Διαφορετικά, όταν φτάσεις στο όριο της πιστωτικής κάρτας, θα πρέπει να πάρεις δεύτερη πιστωτική κάρτα (βλ. 2ο µνηµόνιο) και με τα τρίτη (βλ. 3ο µνηµόνιο) κ.ο.κ. Η κατάσχεση ενός σπιτιού είναι κάτι τροµερό, αλλά τα δεσµά του αιώνιου χρέους ακόµη χειρότερο».

Ένα βράδυ, µόλις είχα επιστρέψει στο σπίτι µας µετά από άλλη µία συνέντευξη στην ΕΡΤ, χτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσα και άκουσα µια γνώριμη φωνή, Ήταν ο πρώην αρχηγός της Νέας Δηµοκρατίας Αντώνης Σαµαράς, τότε στην αξιωματική αντιπολίτευση. «Δεν έχουµε γνωριστεί, κ. Βαρουφάκη», είπε, «αλλά σας είδα προ ολίγου στην ΕΡΤ κι ένιωσα την ανάγκη να σας τηλεφωνήσω. Γιατί δεν μπορώ να θυμηθώ την τελευταία φορά που συγκινήθηκα τόσο πολύ από κάτι που άκουσα να λέει κάποιος στην τηλεόραση. Σας ευχαριστώ για τη στάση σας».

Ο Αντώνης Σαµαράς δεν υπήρξε το µοναδικό µέλος του ελληνικού κατεστηµένου που µε προσέγγισε εκείνη την εποχή. Η εκστρατεία µου υπέρ της άµεσης αναδιάρθρωσης του χρέους και κατά των µνηµονιακών δανείων είχε πυροδοτήσει αρκετές µυστικές συζητήσεις µε υπουργούς του ΠΑΣΟΚ, άλλα στελέχη της ΝΔ, αρχισυνδικαλιστές, τραπεζίτες που έβλεπαν ότι κάτι ενδιαφέρον έλεγα κτλ. Κανένας τους δεν αμφισβήτησε την ουσία της άποψης που τους εξέθετα.

Τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ έµοιαζαν µε υποπλοιάρχους που βλέπουν το πλοίο να κατευθύνεται στα βράχια αλλά δεν τολµούν να αντιταχθούν σ’ έναν πλοίαρχο που αρνείται πεισµατικά να το παραδεχθεί. Με τους νέο δημοκράτες η συνεννόηση ήταν ευκολότερη, τουλάχιστον έως τον Νοέµβριο του 2011, όσο δηλαδή το κόµµα τους και ο Αντώνης Σαµαράς κατακεραύνωναν, στη βάση επιχειρημάτων σχεδόν πανοµοιότυπων µε τα δικά µου, τη λιτότητα που υπονόμευε τον κοινωνικό και οικονοµικό ιστό της χώρας.

Λίγες µέρες αργότερα βρέθηκα και πάλι στα στούντιο της ΕΡΤ, για άλλη µία εµφάνιση στο κεντρικό δελτίο ειδήσεων. Προnγουµένως ο Λάμπης Ταγματάρχης, τότε διευθύνων σύµβουλος της ΕΡΤ, µου είχε κάνει µια δελεαστική πρόταση: να παρουσιάζω σύντοµη εκπομπή, σχεδόν καθηµερινά, µετά το κεντρικό δελτίο ειδήσεων, στο πλαίσιο της οποίας θα σχολίαζα τις εξελίξεις στο οικονοµικό δράµα της χώρας. «Δε θα αρέσει στην κυβέρνηση, αλλά είναι σηµαντικές οι απόψεις σου και πρέπει να ακουστούν», µου είχε πει αποφασιστικά. Θυµάµαι πως είχα εκτιμήσει το γεγονός ότι ο επικεφαλης της κρατικής τηλεόρασης πάσχιζε για τον πλουραλισμό απόψεων σε µια ΕΡΤ που τελούσε, όπως δυστυχώς και σήµερα, υπό ασφυκτικό κυβερνητικό έλεγχο και, βέβαια, µε δεδοµένο ότι η στάση µου υπέρ της άµεσης αναδιάρθρωσης του χρέους προκαλούσε αναφυλαξία στην τότε κυβέρνηση. Γι’ αυτό τον λόγο, παρά το γεγονός ότι µια καθηµερινή τηλεοπτική εκπομπή απαιτούσε χρόνο τον οποίο δε διέθετα, είχα συμφωνήσει να το σκεφτώ και να του απαντήσω.

Εκείνο το βράδυ, δέκα λεπτά πριν βγει στον αέρα το δελτίο, ο Λάμπης µε κάλεσε στο γραφείο του να το πούµε. Απέναντί του καθόταν η Έλλη Στάη, παρουσιάστρια τότε του κεντρικού δελτίου. Ο Λάμπης µου υπενθύμισε την πρόταση του για την τακτική εκπομπή οικονοµικού περιεχοµένου, την οποία επιδοκίµασε ασµένως η κ. Στάη. Ακριβώς πριν φύγουµε για το στούντιο, η παρουσιάστρια, υπό το άγρυπνο βλέµµα του Λάμπη. µου λέει: «Σε παρακαλώ, μην αναφέρεις τίποτα για αναδιάρθρωση του χρέους απόψε. Η κυβέρνηση παθαίνει παράκρουση όταν ακούει αυτές τις λέξεις. Mας είναι δύσκολο να σε βγάζουµε αν µιλάς για αναδιάρθρωση, µια λέξη που οι κυβερνητικοί δε θέλουν να ακούνε». Χαµογέλασα και περπατήσομε µαζί προς το στούντιο. Κάθισα στη θέση μου και περίµενα ώσπου να διαβαστούν οι τίτλοι ειδήσεων. οπότε η κ. Στάη στράφηκε προς το µέρος µου για να µε ρωτήσει µε τον συνήθη αεράτο τρόπο της: «Κύριε Βαρουφάκη, η κυβέρνηση µας λέει ότι το πρόγραµµα θα πετύχει. Αλλά ακούµε να διατυπώνονται και άλλες απόψεις. Εσείς τι πιστεύετε;» Αµέσως απάντησα:, «χωρίς αναδιάρθρωση του χρέους κανένα πρόγραµµα, όχι µόνο αυτό, δε θα έχει καµία τύχη». Η σύσπαση της έκφρασης της ήταν ευδιάκριτη. Είχα διαβεί, εθελουσίως και πεισµατικά, τον Ρουβικώνα τους.

Μετά το τέλος της συνέντευξης πήγα κατευθείαν στο πάρκινγκ. Ανέβηκα στη μηχανή µου και γύρισα σπίτι, βέβαιος ότι δε θα µε προσκαλούσαν ποτέ ξανά σε εκπομπή της ΕΡΤ. Λίγες µέρες αργότερα συμμετείχα σε τηλεοπτικό πάνελ µαζί µε τον τότε υφυπουργό Eπικρατείας και κυβερνητικό εκπρόσωπο, ο οποίος βέβαια επέβλεπε την ΕΡΤ. Χολωμένος από την κριτική µου ότι η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ στην οποία συμμετείχε συνέχιζε το τροπάρι ότι το χρέος ήταν βιώσιµο και υπέγραφε χωρίς αντίσταση οτι ανοησία της ζητούσε το Eυrοgrουp, µε το που τελείωσε η εκπομπή απευθύνθηκε οργισµένος στον τηλεοπτικό παραγωγό και, μπροστά στα µάτια µου, του έβαλε τις φωνές: «Πληρώνουµε τους µισθούς σας για να τον καλείτε συνέχεια να µας υπονοµεύει; Ποτέ ξανά!» Πράγµατι, όπως µου επιβεβαίωσαν στελέχη της ΕΡΤ τις επόµενες µέρες, κατ’ εντολή τού εν λόγω κυρίου µπήκα στην ανεπίσημη µαύρη λίστα της EPT.(12)

Κατόπιν τούτου σταµάτησαν οι προσκλήσεις. Προς μεγάλη µου έκπληξη, πάντως, λίγες εβδοµάδες αργότερα, παραγωγός της ΕΡΤ µου τηλεφώνησε για να µε προσκαλέσει να εµφανιστώ σε τηλεοπτική εκπομπή. Την επόµενη µέρα, της είπα ότι δεν είχα αντίρρηση αλλά ίσως να ήταν καλό να το ξανασκεφτεί. «Δεν είχε ακούσει ότι είµαι στη µαύρη λίστα της ΕΡΤ;» τη ρώτησα. Έδειξε να δυσπιστεί ειλικρινά. «Οι µέρες της χούντας έχουν παρέλθει ανεπιστρεπτί», µου είπε. «Εν πάση περιπτώσει», είπα, «ρωτήστε, και αν ακόµη θέλετε να έρθω στην εκπομπή αύριο κάντε µου ένα τηλεφώνημα και θα είµαι εκεί». Δύο ώρες αργότερα κτύπησε πάλι το τηλέφωνο µου. Με συνεσταλμένη φωνή τον άκουσα να µου λέει απολογητικά: «Έλειπα σε άδεια µητρότητας, και επειδή δεν υπήρξε ποτέ γραπτή εντολή, δεν το γνώριζα. Με συγχωρείτε, λυπάµαι πολύ. Περισσότερο για εµάς, παρά για εσάς. Σας ευχαριστώ που µε προστατεύσατε».

Τέσσερα χρόνια αργότερο, ακριβώς η ίδια αµαρτία, η επιμονή µου στην αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους, θα ωθούσε τα «αφεντικά» της Ευρώπης να απαιτήσουν από τον πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα την απομάκρυνση µου από το Υπουργείο Οικονοµικών και το Eυrοgrουp. Και αµέσως με τα την παραίτηση µου από το Υπουργείο Οικονοµικών, τον Ιούλιο του 2015, ξαναμπήκα στη µαύρη λίστα της ΕΡΤ, την οποία είχαµε ματώσει για να ανοίξουµε ξανά (µετά το «µαύρο» που της έριξε η κυβέρνηση Σαµαρά-Βενιζέλου-Στουρνάρα τον Ιούνιο του 2013). Ποιος είπε ότι το βαθύ κατεστηµένο της Ευρώπης δεν είναι συνεπές;

Εκείνος ο πρώτος αποκλεισµός µου από την ΕΡΤ, το 2011, ήταν η στιγµή που είδα ιδίοις όµµασιν τον αναποτελεσματικό αυταρχισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης ο οποίος ανήλθε στην επιφάνεια µετά την κρίση της ευρωζώνης. Ήταν συνυφασµένος µε την πολιτική σαρωτικής λιτότητας που επεβλήθη, αλλού περισσότερο, αλλού λιγότερο, σε ολόκληρη την ευρωζώνη ως αντίδραση στην κρίση που ξεκίνησε από τις γαλλογερµανικές τράπεζες. Όσο περισσότερο αποτύγχανε η λιτότητα να δαµάσει την κρίση, τόσο πιο αυταρχικό γινόταν το ευρωπαϊκό κατεστηµένο. Κι όσο πιο αυταρχικό γινόταν το ευρωπαϊκό κατεστηµένο, τόσο µεγαλύτερη και πιο σαρωτική λιτότητα απαιτούσε και επέβαλλε.

Η λιτότητα δεν είναι παρά µια τρίτης ποιότητας ηθικοπλαστικη παράσταση, φαρσοκωμωδία µάλλον, που στήνεται για να εξυπηρετήσει, εν καιρώ βαθιάς κρίσης, τη νοµιµοποίηση της µεταφοράς των τραπεζικών και μεγαλοεπιχειρηματιών ζημιών στους µη έχοντες. Αυτή η κυνική µεταφορά βαρών από εκείνους που το δημιούργησαν στα θύµατα τους απαιτεί, όπως κάθε αντικοινωνικός παραλογισµός, ηθική νοµιµοποίηση. Το θύµα πρέπει να πειστεί ότι φταίει. Οτι αµάρτησε και ότι, συνεπώς, του αξίζουν βάσανα µεγάλα. Δεν αρκούσε λοιπόν στην τρόϊκα και στην ελληνική ολιγαρχία η υπεροχή των Ελλήνων, Ισπανών, Ιρλανδών και Πορτογάλων πτωχών και µικροµεσαίων. Aπαιτούνταν κάτι χειρότερο, κάτι πιο συντηρητικός η παροδοχή από τα θύµατα ότι έφταιγαν, πως άξιζαν την τιμωρία, ότι τα δεινά τούς αξίζουν επειδή «µαζί τα φάγανε» µε εκείνους οι οποίοι πλούτιζαν στην περίοδο του οργιώδους πάρτι που έστηνε η ολιγαρχία µε τα δάνεια που λάµβανε από το Παρίσι και τη Φρανκφούρτη.

Ο Γερµανός υπουργός Οικονοµικών Bόλφγκανγκ Σόϊμπλε κάποτε µου είπε ότι η εναντίωση µου στη λιτότητα µε κατέτασσε στη µειοψηφία των ευρωπαίων. Προς επίρρωσιν της άποψης του αναφέρθηκε σε δημοσκοπήσεις που έδειχναν ότι στις περισσότερες χώρες οι λαοί συµφωνούσαν µε τη λιτότητα. Απάντησα ότι, ακόµη και αν ίσχυε κάτι τέτοιο, «η πλειοψηφία μπορεί κάλλιστα να σφάλλει ως προς το αίτιο της κακοδαιµονίας της. Του υπενθύµισα ότι, στη διάρκεια της Μεγάλης Πανώλης, τον δέκατα τέταρτο αιώνα, η πλειονότητα των ευρωπαίων πίστευε πως η φρικτή αρρώστια οφειλόταν στον αμαρτωλό βίο και θεραπευόταν µε αφαίμαξη και αυτομαστίγωση. Και, όταν η αφαίμαξη και η αυτομαστίγωση δεν έφερναν αποτέλεσµα, αυτό ερμηνευόταν ως απόδειξη ότι ο άρρωστος δεν είχε µμετανοήσει ειλικρινά, δεν είχε ματώσει αρκετά και δεν είχε αυτομαστιγωθεί µε αρκετό ζήλο. Έως και σήµερα. Η παταγώδης αποτυχία της µνηµονιακης λιτότητας πλασάρεται ως απόδειξη πληµµελούς εφαρμογής της, δήθεν επειδή οι «ένοχοι» δεν έχουν πάρει αρκετό ζεστά την τιμωρία τους.

Αν ο Δρ. Σόϊμπλε βρήκε διασκεδαστικό το παράδειγµα, πάντως δεν το έδειξε. Όµως περί αυτού πρόκειται. Αν αφαιρέσουµε από τη λιτότητα το ηθικοπλαστικό της περιτύλιγμα, δεν αποµένει παρά η γυµνή της αλήθεια: ότι πρόκειται για µια αποτυχηµένη οικονοµική πολιτική που στηρίζεται σε ανήθικη ηθικολογία. Οι εκπρόσωποι του κατεστηµένου µε έβρισκαν εξοργιστικό επειδή επιτύγχανα, σε κάποιον βαθµό, να προσεγγίζω το ζήτημα µε ψυχρή λογική κι έτσι να αποηθικοποιώ τη δημόσια συζήτηση γύρω από το ελληνικό χρέος. Το γεγονός ότι τα χρησιμοποιούμενα επιχειρήµατα υπερέβαιναν τους διαχωρισµούς ανάµεσα στην Αριστερά και στο Δεξιά τους εξόργιζε ακόµα περισσότερο. Γι’ αυτό τον λόγο, αν μπορούσαν, θα µε είχαν αποκλείσει, όχι µόνο από την ΕΡΤ, αλλά και από κάθε δημόσιο βήµα σε ολόκληρη την ήπειρο.

Πλατεία της ελπίδας

ην ίδια στιγµή που έμπαινα στη µαύρη λίστα της ΕΡΤ, επειδή επέµενα στην εκστρατεία µου υπέρ της αναδιάρθρωσης του χρέους, το ΔΝΤ άρχιζε να εργάζεται στην κατεύθυνση της … αναδιάρθρωσης του χρέους. Η γερµανική κυβέρνηση δεν ήθελε ούτε να το ακούσει, αλλά το ΔΝΤ, που βρισκόταν σε όλο και µεγαλύτερη αμηχανία εξαιτίας της αδιέξοδης κατάστασης στην οποία το είχαν σύρει οι ευρωπαίοι μάνατζερ του, ασκούσε έντονες πιέσεις. Ο τότε υπουργός Οικονοµικών Γιώργος Παπακωνσταντίνου, θέλοντας να κατευνάσει το ΔΝΤ, αν και αποφασισμένος να ακολουθήσει την απορριπτική γραµµή του Βερολίνου, συµβουλεύτηκε απρόθυµα ειδήµονες της αναδιάρθρωσης του χρέους στην Ουάσινγκτον.» Εν τω μεταξύ Βερολίνο και Παρίσι κατέληγαν στο συµπέρασµα ότι η Ελλάδα χρειαζόταν νέο µνηµονιακό δάνειο, µερικό κούρεµα του χρέους της και … καινούρια κυβέρνηση.

Δεν ήταν περίπλοκη η συλλογιστική τους. Το πρώτο µνηµονιακό δάνειο είχε ξοδευτεί σχεδόν ολόκληρο για τη στήριξη των γαλλικών και των γερµανικών τράπεζών, µε τη µεταφορά των ζημιών τους στους ώµους των ευρωπαίων φορολογουµένων. Σύντοµα το ελληνικό κράτος θα χρειαζόνταν περισσότερα χρήματα -πολύ περισσότερα προκειµένου να συνεχίσει να προσποιείται ότι ήταν φερέγγυο. Όµως όταν πληρώνεις το στεγαστικό σου δάνειο µε πιστωτική κάρτα, το συνολικό χρέος σου απλώς αυξάνεται. Το µέγεθος, λοιπόν, του δεύτερου µνηµονιακού δανείου, της δεύτερης σε ενάµιση χρόνο «διάσωσης», που τελικό ήρθε το 2012, θα προκαλούσε εγκεφαλικό στους ήδη δύσπιστους βουλευτές των κρατών-µελών ανά την Ευρώπη αν η συµφωνία δεν περιείχε και κάποιο κούρεµα του υπάρχοντος χρέους. Ο πρόεδρος Σαρκοζί και η καγκελάριος Μέρκελ ενέδωσαν στην ιδέα της αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους υπό τον όρο να «κουρευτούν» µόνο οι πιστωτές που δεν ήταν σε θέση να τους βλάψουν ιδιαίτερα πολίτικα. Και ποιους πιστωτές φοβόντουσαν λιγότερο; Τους Έλληνες συνταξιούχους (των οποίων οι µμελλοντικές συντάξεις είχαν επενδυθεί από τα ασφαλιστικά τους ταμεία σε οµόλογα του ελληνικού δημοσίου), τα επιμελητήρια (που ήταν αναγκασμένα από τον νόµο να αγοράζουν οµόλογα του δημοσίου) και τους µικροοµολογιούχους (που είχαν τοποθετήσει τις λιγοστές τους καταθέσεις σε οµόλογα του δημοσίου).(15).

Έτσι, το καλοκαίρι του 2011 αποφασίστηκε το κούρεµα να έχει επιπτώσεις κυρίως στα ασφαλιστικά ταµεία, στα Ήρι-δημόσια επιμελητήρια και στους µικροοµολογιούχους, ενώ φυσικά τα δάνεια του 2010, από το ΔΝΤ και τους ευρωπαϊκούς θεσµούς, θα παρέµεναν ανέπαφα. Tη νύφη θα την πλήρωναν, θεωρητικά, και οι Έλληνες τραπεζίτες, καθώς οι τράπεζες τους είχαν αγοράσει δεκάδες δισεκατομμύρια κρατικών οµολόγων. Όµως, οι τραπεζίτες, αντίθετα από τους συνταξιούχους και τους ιδιώτες επενδυτές, θα υπεραποζηµιώνονταν. Πώς; Το ελληνικό κράτος θα ενίσχυε τις τράπεζες µε τουλάχιστον 41 δισεκατομμύρια ευρώ που θα λάµβανε από το δεύτερο µνηµονιακό δάνειο για χάρη της οικονοµικής σταθερότητας, φυσικά!

Το ότι αυτό θα σήμαινε το τέλος της θλιβερής κυβέρνησης Παπανδρέου, η οποία είχε φροντίσει να περάσει από τη Bουλή την πρώτη µνηµονιακή συµφωνία ορκιζόµενη ότι ήταν και η τελευταία, θεωρήθηκε µικρό τίµηµα για την τρόικα. Ο Γιώργος Παπανδρέου, ο υπουργός Οικονοµικών του, µαζί µε ολόκληρο το ελληνικό κατεστηµένο, είχαν πιέσει τη Bουλή να εγκρίνει την πρώτη «διάσωση», το 1ο µνηµόνιο, επαναλαμβάνοντας ξανά και ξανά ότι επρόκειτο για εξαιρετική συµφωνία, για τη λύση στην κρίση, για πραγματική διάσωση πως η οποιαδήποτε κουβέντα περί ανάγκης αναδιάρθρωσης του χρέους ήταν προδοτική, καθώς δεν ήταν ούτε αναγκαία ούτε επιθυμητή, ότι όποιος είχε αντίθετη άποψη άξιζε δημόσια διακόρευση, ή τουλάχιστον οστρακισμό, α λα αρχαιοαθηναϊκά. Πώς θα μπορούσε η ίδια κυβέρνηση, προτού καν παρέλθουν δύο χρόνια, να περάσει από την ίδια εξαντληµένη και ταπεινωμένη Bουλή µια αναδιάρθρωση του χρέους συν ένα ακόµη δάνειο, μεγαλύτερο µάλιστα από το πρώτο;

Επιβίωσα της ΕΕ 2016 Η χώρα μου μπήκε στην ΕΕ και το μόνο που κέρδισα ήταν αυτό το άθλιο μπλουζάκι.

ηθική κατάρρευση της κυβέρνησης Παπανδρέου, αλλά και του ηθικού των βουλευτών της, ήταν προφανής όχι µόνο στη Bουλή, αλλά και, ακόµη στην περισσότερο, ακριβώς απέξω, στην Πλατεία Συντάγµατος µια πλατεία µε πολλαπλό συµβολισµό, οριζόµενη κατά κάποιον τρόπο από δύο κτίρια το άλλοτε ανάκτορο του Όθωνα, και νυν Κοινοβούλιο, και το άχαρο οικοδοµικό τετράγωνο ακριβώς απέναντι στο το οποίο στεγάζεται το Υπουργείο Οικονοµικών. Από το 1843, οπότε εξαναγκάστηκε να απωλέσει ο Όθωνας την απόλυτη εξουσία του, σχεδόν κάθε διαδήλωση και συγκέντρωση διαµαρτυρίας στην Αθήνα έχει αρχή, ενδιάµεσο σταθµό ή κατάληξη την Πλατεία Συντάγµατος. Εκεί λάβαµε, τουλάχιστον η δική µας η γενιά, το βάπτισμα του πολιτικού πυρός, την πρώτη µας γεύση δακρυγόνων, τις µνήµες µεγαλειωδών πολιτικών συγκεντρώσεων και πορειών. Εκεί, ως αντίδραση στους Ισπανούς αγανακτισμένους, οι οποίοι είχαν κρεµάσει πανό που έγραφε «Έλληνες, ξυπνήστε!», άρχισαν να μαζεύονται οι δικοί µας αγανακτισμένοι την άνοιξη του 2011 την ίδια εποχή που έμπαινε στα σκαριά το 2ο µνηµόνιο.

Με τη χώρα να βρίσκεται ήδη σε άγρια ύφεση, ξεκίνησε η αυθόρµητη κατάληψη της Πλατείας Συντάγµατος. Αρχικά συγκεντρώνονταν µια-δυο χιλιάδες άτοµα κάθε βράδυ. Στην πορεία, όµως, ο κόσµος πολλαπλασιάστηκε. Κάθε βράδυ το πλήθος µεγάλωνε κατά χιλιάδες. Αυτό συνεχίστηκε για τρείς ολόκληρους μήνες. Στο αποκορύφωµα της η κατάληψη της Πλατείας Συντάγµατος αριθµούσε δεκάδες χιλιάδες. Με την παραπαίουσα κυβέρνηση εξαναγκαζόµενη από την τρόϊκα να περνάει από τη Βουλή το ένα τοξικό νομοσχέδιο µετά το άλλο, µε την κατάργηση των συνδικαλιστικών δικαιωμάτων και των συλλογικών συβάσεων ως τη µέγιστη ύβρη για ένα κόµµα που υποτίθεται πως ήταν σοσιαλιστικό, το κύκνειο άσµα της εποχής ΠΑΣΟΚ αντηχούσε στην Πλατεία.

Σύντοµα η Πλατεία τελούσε υπό κατάληψη όλο το εικοσιτετράωρο, οπότε και διάφανη ο δυσοίωνος διαχωρισµούς: Στην πάνω πλευρά της Πλατείας, προς τη Βουλή και την Οδό Πανεπιστημίου, άρχισαν να κάνουν αισθητή την αποκρουστική παρουσία τους εθνικιστές, ακόµα και φασίστες, µε υβριστικά συνθήματα που έσταζαν µίσος για την πολιτική, στην πραγµατικότητα για την κοινοβουλευτική δημοκρατία. Ηταν τα ορατά σημάδια της επερχόµενης ανόδου της Χρυσής Αυγής. ‘Oµως στην κάτω πλευρά της Πλατείας συγκεντρώνονταν οι πολύ περισσότεροι, προοδευτικοί Αθηναίοι που πάσχιζαν να αντισταθούν τόσο στη µνηµονιακή ολιγαρχία όσο και στον εκκολαπτόμενο εθνικιστή της Πάνω Πλατείας. Το βασικό εργαλείο τους ήταν ο άρτια οργανωμένος πλουραλιστικός δημόσιος διάλογος που εκτυλισσόταν για ώρες κάθε βράδυ.

Κανείς ομιλητής δεν επιτρεπόταν να μιλήσει πάνω από τρία λεπτά. οι ομιλητές επιλέγονταν µε κλήρωση, και κάθε λίγες ώρες άλλαζε το θέµα συζήτησης. Θυµάµαι να σκέφτομαι πόσο υπέροχο θα ήταν οι συζητήσεις στα πανεπιστήμια µας να ήταν ανάλογα οργανωμένες! Μπορεί να μην επρόκειτο για άσκηση δημοκρατικής κυριαρχίας, αφού δε λαμβάνονταν δεσμευτικές αποφάσεις, αλλά τουλάχιστον επρόκειτο για µια τεράστιο Αρχαία Αγορά, η οποία κατακλυζόταν από κύματα ανοικτών προοπτικών και οραμάτων, σε οξεία αντίθεση µε όσα διαδραματίζονταν απέναντι, εντός της Bουλής, όπου επικυρώνονταν η εθνική µας ταπείνωση, η χρεοδουλοπαροικία µας και η υποταγή µας στον ζυγό της µεγαλύτερης, πιο µακράς ύφεσης που έχει δει η οικουμένη.

Με τη Δανάη πηγαίναμε πεζή στο Σύνταγμα κάθε βράδυ για έναν λόγο: να εισπνεύσουμε το οξυγόνο της ελπίδας. Μου ζητήθηκε δύο φορές να µιλήσω. Την πρώτη φορά, καθώς κατέβαινα από το βήμα, η Δανάη έσκυψε στο αυτί µου και µου ψιθύρισε «Είσαι σίγουρος ότι δε θέλεις να κατέβεις για βουλευτής;» Απάντησα πως ήµουν σίγουρος. Της εξήγησα πως, ό,τι κι αν ένιωθα, ο καλύτερος τρόπος για να συνεισφέρω στο συλλογικό καλό ήταν να διατηρώ τις επαφές που είχα δημιουργήσει µε πολιτικούς από διάφορα κόμματα, και να προσπαθώ να γεφυρώνω τα χάσματα μεταξύ των κοµµάτων. Εντούτοις, βαθιά µέσα µου αναρωτιόμουν για πόσον καιρό ακόµη θα ήταν εφικτό κάτι τέτοιο. Τα µαύρα σύννεφα της διχόνοιας γίνονταν ολοένα και πυκνότερα. Το 2ο µνηµόνιο θα καθιστούσε αδύνατη την εθνική συνεννόηση.

Βουλευτές, ιδίως από το κυβερνών ΠΑΣΟΚ, µου έλεγαν στο τηλέφωνο, ή εξομολογούνταν πικρά κατ’ιδίαν, ότι είχαν φτάσει στα όρια της αντοχής τους. Δεν άντεχαν άλλο, µου δήλωναν, να περνούν μπροστά από πλήθος ταπεινωμένων και εξοργισµένων πολιτών που τους ούρλιαζαν, που τους εξύβριζαν, ώστε να πάνε στο κοινοβούλιο να υπερψηφίσουν νομοσχέδια που οι ίδιοι απεχθάνονταν. Επανειλημµένα µου έλεγαν «ως εδώ», «την επόµενη φορά θα καταψηφίσουμε όμως, κάθε φορά, µε µόνο µία-δύο εξαιρέσεις, υπέκυπταν. Κάθε φορά συμμορφώνονταν «προς τας υποδείξεις» της τρόϊκας και των ΜΜΕ που, αγόµενα και φερόµενα από την ολιγαρχία, ήταν έτοιµα να κατασπαράξουν όποιον βουλευτή της συμπολίτευσης τόλµαγε να ακούσει τη συνείδησή του. Έτσι, εντός έτους, το ΠΑΣΟΚ είδε την επιρροή του να καταρρέει στο αξιοθρήνητο 5%.

Ένα βράδυ, στο τέλη Ιουνίου 2011, πέντε χιλιάδες αστυνοµικοί περικύκλωσαν την Πλατεία Συντάγµατος στο πλαίσιο καλά μελετημένης επιχείρησης τερµατισµού της κατάληψης. Χρησιµοποίησαν δακρυγόνα σε ποσότητες που µάλλον έσπαγαν κάθε ρεκόρ παγκοσµίως, µαζί βέβαια µε καπνογόνα, χειροβοµβίδες κρότου-λάμψης, κανόνια νερού και την παραδοσιακή, καλά δοκιµασµένη, αστυνομική βία. Πολύ γρήγορα η Πλατεία είχε μετατραπεί σε καθηµαγµένο τοπίο. Πεπειραμένοι πολεµικού ανταποκριτές µου είπαν ότι δε φαντάζονταν ποτέ ότι θα γίνονταν μάρτυρες τέτοιας κρατικής βίας σε µια πόλη όπως η Αθηνά. Τοίχοι και πεζοδρόμια µαύρισαν από τον καπνό, και ολόκληρη η πόλη µύριζε χηµικά επί εβδοµάδες. Εκείνη τη µέρα εξαλείφτηκαν και τα τελευταία υπολείμματα νομιμοποίησης της κυβέρνησης Παπανδρέου.

Μνηµονιστάν 2.0

ι λεπτομέρειες, της αποκαθήλωσης του Γιώργου Παπανδρέου από το Μαξίµου είναι πολύ θλιβερές και ελάχιστα χρήσιµες, γι’ αυτό δε θα αναφερθώ σε αυτές. Αρκεί µόνο να θυμηθούµε ότι, όπως συμβαίνει σε κάθε καλό δράµα, ο ετοιμόρροπος θρόνος του γκρεµίστηκε όχι από εξωτερικούς εχθρούς ή την αντιπολίτευση αλλά µέσω μηχανορραφιών εντός του κυβερνώντος κόμματος.

Αποτελεί τυπική απόδειξη της σκληρής αδιαφορίας της τρόϊκας απέναντι σε εκείνους που την υπηρετούν πιστά το γεγονός ότι, προτού απομακρύνουν τον Γιώργο Παπανδρέου, τον υπέβαλαν στην έσχατη ατίµωση. Τον Οκτώβριο του 2011 τον υποχρέωσαν να ταξιδέψει µία τελευταία φορά στις Βρυξέλλες για να υπογράψει το προσχέδιο του 2ου µνηµονίου και της αναδιάρθρωσης του χρέους, την οποία οι ίδιοι οι τροϊκανοί τον είχαν βάλει προnγουµένως να αποκηρύξει κατ’ εξακολούθησιν ως «ούτε αναγκαία ούτε επιθυμητή».

Ο σχηματισμός διάδοχης κυβέρνησης που θα περνούσε το 2ο µνηµόνιο από τη Βουλή δεν ήταν απλό εγχείρημα. Το πολιτικό τέλος του Παπανδρέου και η κόπωση των βουλευτών του κυβερνώντος σοσιαλιστικού κόμματος έδειχναν νέες εκλογές. Όµως η κάλπη είναι απρόβλεπτη και οι εκλογές απαιτούν τουλάχιστον έναν μηνά, χρόνο τον οποίο η ΕΕ, το ΔΝΤ και η Ελληνική ολιγαρχία ήξεραν ότι δε διέθεταν. Γι’ αυτό επέλεξαν άλλη λύση: Θα σχηµάτιζαν μεταβατική συγκυβέρνηση και, αργότερα, αφού θα είχε ψηφιστεί το 2ο µνηµόνιο, θα προχωρούσαν σε εκλογές µε µεγαλύτερη άνεση, προς τα τέλη της άνοιξης του 2012. Για να λάβει όµως ψήφο εμπιστοσύνης η μεταβατική κυβέρνηση, έπρεπε ο Αντώνης Σαµαράς, αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης, να συμμεριστεί τη λογική των µνηµονίων την οποία µέχρι τότε κατήγγελλε.

Για να συµβεί αυτό, και για να «υπερβεί» ο κ. Σαµαράς τον συναισθηµατικό του δεσµό με την κατάγγελία της λογικής των µνηµονίων (τον οποίο µου είχε δηλώσει σε εκείνη την τηλεφωνική συνοµιλία µας µετά από εµφάνιση µου στην ΕΡΤ), απαιτήθηκε συνάντηση του µε την κ. Μέρκελ. Έλαβε χώρα την 23η Iουνίου 2011 στο Βερολίνο. Εκεί η κ. Μέρκελ, µε το δέλεαρ µιας προσεχούς μετακόμισης στο Μαξίµου, αφού η μεταβατική κυβέρνηση πέρναγε το 2ο µνηµόνιο, φαίνεται να έπεισε τον κ. Σαµαρά να ανταλλάξει τον καταγγελτικό προς τα µνηµόνια λόγο του µε την αισιόδοξη άποψη ότι το 2ο µνηµόνιο είναι … φίλος µας. Δυστυχώς, δε θα ήταν ο τελευταίος ηγέτης που θα αντάλλασε την απόρριψη των µνηµονίων με τα κλειδιά του Μαξίµου.

Ενδεικτικό του κυνισμού της τρόϊκας είναι το γεγονός ότι τοποθέτησαν επικεφαλής της µεταβατικής κυβέρνησης συνασπισμού όχι έναν οποιονδήποτε ικανό τεχνοκράτη, αλλά τον τέως αντιπρόεδρο της ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που, στο μεταξύ, είχε συστρατευτεί ως ιδεολογικός ταγός του 1ου µνηµονίου και της συναφούς προς το 1ο µνηµόνιο γραµµής, σύµφωνα με την οποία η αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους δεν ήταν «ούτε αναγκαία ούτε επιθυμητή». Ακόµα και τρεις µέρες πριν από την πρωθυπουργοποίησή του ο Λουκάς Παπαδήµος, πρώην καθηγητής Οικονοµικών στο τμήµα µου στο Πανεπιστήµιο Αθηνών, διερρήγνυε τα ιμάτια του ότι η αναδιάρθρωση, ή το κούρεµα, του δημόσιου χρέους θα ήταν καταστροφή. Όµως, τώρα που η τρόϊκα είχε αποφασίσει να ρίξει τον Γιώργο Παπανδρέου ώστε να περάσει το 2ο µνηµόνιο και την αναδιάρθρωση του χρέους, αφού τον ευχαριστούσε που πέρασε το 1ο µνηµόνιο στη βάση του ψέματος ότι δεν απαιτούνταν αναδιάρθρωση χρέους, ο προσωρινός αντικαταστάτης του, ο κ. Παπαδήµος, έπρεπε να βιώσει µια µορφή άµεσης αµνησίας όπερ και, ως διά µαγείας, εγένετο. Από το κατώφλι του Μαξίµου, τρεις µέρες με τα την τελευταία του δημόσια τοποθέτηση εναντίον της οποιασδήποτε αναδιάρθρωσης χρέους, περιτριγυρισμένος από δημοσιογράφους που περίµεναν την πρώτη του επίσημη δήλωση, ανακοίνωσε µε πάσα σοβαρότητα ότι το κύριο καθήκον του ως πρωθυπουργού θα ήταν να επιβλέψει την … αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους!

Και φτάνουµε, λοιπόν, σε εκείνη τη µαγευτική καμπή της ιστορίας µας στην οποία οι άνθρωποι που προnγουµένως αποκήρυσσαν, ως ανόητους προδότες, όσους από εµάς τολµούσαµε να προτείνουμε αναδιάρθρωση του χρέους καλούνται από την τρόϊκα να εφαρµόσουν ακριβώς µια τέτοια αναδιάρθρωση. Όλο αυτό θα έµενε στην Ιστορία ως διασκεδαστική υποσημείωση, αν σκοπός της αναδιάρθρωσης ήταν πράγματι να καταστήσει την Ελλάδα και πάλι φερέγγυα βοηθώντας τους πολίτες της να αποδράσουν από τη φυλακή του ολοένα και λιγότερο βιώσιµου χρέους. Όµως ουδέποτε υπήρξε τέτοια πρόθεση.

Το να αθετήσεις τις υποχρεώσεις σου απέναντι στους πιστωτές σου, το να δηλώσεις επισήµως χρεοκοπία, είναι κάτι τροµερό. Όµως έχει κι ένα σημαντικό πλεονέκτημα: το χρέος σου συρρικνώνεται δραστικά και έτσι σου δίνεται η ευκαιρία να ανασκουμπωθείς, να πέσεις µε το µούτρα στη δουλειά και να ξανακερδίσεις την εμπιστοσύνη δυνητικών επενδυτών. Ετσι ξεπέρασε την κρίση του 2009 η General Motors, έτσι νεκραναστήθηκε η Γερµανία το 1953, έτσι πλούτισε και ο ανεκδιήγητος Ντόναλντ Τραμπ: µέσω της διαγραφής του µεγαλύτερου µέρους ενός µη βιώσιµου χρέους. Όµως, όχι, η Ελλάδα προοριζόταν να γράψει ιστορία!

Σύµφωνα µε τους όρους της δεύτερης µνηµονιακής δανειακής συµφωνίας, που έγινε νόµος του κράτους το 2012, η μεταβατική κυβέρνηση Παπαδήμου-Βενιζέλου θα έµενε στην ιστορία (α) κηρύσσοντας το μεγαλύτερο κούρεµα χρέους που έγινε ποτέ (100 δισεκατομμυρίων ευρώ) ενώ παράλληλα (β) η χώρα θα έμπαινε ακόµα πιο βαθιά στο φυλακή χρέους (λαμβάνοντας άλλα 130 δισεκατομμύρια ευρώ ως δάνεια, 50 εκ των οποίων θα πήγαιναν στους Έλληνες τραπεζίτες και το υπόλοιπα στους υπόλοιπους δανειστές, συμπεριλαμβανομένης της ίδιας της τρόικας).» Κάτι τέτοιο απλώς δεν έχει ξαναγίνει ποτέ και πουθενά.

Αν το 1ο µνηµόνιο µετέτρεψε την Ελλάδα στο στρατόπεδο συγκέντρωσης οφειλετών που ονομάζω περιπαικτικά Μνηµονιστάν, το 2ο µνηµόνιο ήταν πιο καταχθόνιο, καθώς εγκαθίδρυσε τέσσερις νέους θεσµούς που περιθωριοποίησαν επισήμως το κοινοβούλιο και σφετερίστηκαν τη λαϊκή, δημοκρατική κυριαρχία επί του κράτους µας. Οι τέσσερις αυτοί θεσµοί ήταν το Ελληνικό Ταµείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ),(17) η ημιαυτόνοµη Γενική Γραµµατεία Δημοσίων εσόδων (ΓΓΔΕ) του Υπουργείου Οκονοµκών.18 το Ταµείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ)19 και η αυτόνοµη Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία (ΕΛΣΤΑΤ).20

Ουσιαστικά, η πραγµατική διοίκηση αυτών των τεσσάρων θεσµών που ελέγχουν και διοικούν τις τράπεζες, τη συλλογή των φόρων, τη δημόσια περιουσία και τα στατιστικά στοιχεία της ελληνικής κοινωνικής οικονοµίας εκχωρήθηκε στους δανειστές µε νόµους που πέρασε η Βουλή των … Ελλήνων. Πρόκειται για το μεγαλύτερο σκάνδαλο της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, καθώς η κυριαρχία του ελληνικού κράτους κατελύθη χωρίς ούτε µία σφαίρα , δίχως αντίσταση πέραν εκείνης των αγανακτισμένων της Πλατείας Συντάγµατος.

Aς είµαστε ξεκάθαροι επ’ αυτού: Το να μετατραπεί η Γραµµατεία Δημοσίων Εσόδων σε ανεξάρτητη από την κυβέρνηση αρχή, όπως συμβαίνει στις ΗΠΑ και στη Βρετανία, είναι θεμιτό. Το να µη λογοδοτεί όµως στο Βουλή των Ελλήνων αλλά κυρίως στην τρόικα, η οποία µάλιστα έχει λόγο στον διορισµό της διοίκησης, ξεπερνά το όρια που διακρίνουν µια κυρίαρχη χώρα από µια μπανανία. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά τη δημόσια περιουσία. Πού ακούστηκε να διορίζουν οι δανειστές εκείνους που θα ξεπουλήσουν τη δημόσια περιουσία µας ώστε να εισπράξουν το αντίτιμο της πώλησης οι δανειστές;

Πώς πείστηκαν οι εκλεγμένοι βουλευτές µας να υπερψηφίσουν νόµους που τους αφαιρούσαν τη δικαιοδοσία πάνω σε τέσσερις τόσο βασικούς πυλώνες της δημοκρατίας; Η απλή απάντηση, που τη γνωρίζει πια ο κόσµος όλος, είναι: εκβιάστηκαν µε τον απειλή της αποβολής της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Τέτοιας εκβιασµός όµως δε συνάδει µε µια δημοκρατική, ευνοµούµενη Ευρώπη. Όσοι μάλιστα υποκύπτουν σε αυτόν συνηγορούν όχι µόνο σε µια αποικιοκρατούµενη Ελλάδα αλλά και σε µια ηθικά καταρρακωμένη Ευρώπη.

«Ποια θα έπρεπε να είµαι;»

να βράδυ, πριν από την εκκένωση της Πλατείας Συντάγµατος από τους αγανακτισμένους, πρόσεξα µια νεαρή γυναίκα να έχει σκαρφαλώσει στα κάγκελα της Bουλής, εν µέσω χιλιάδων διαδηλωτών που είχαν µαζευτεί κι εκείνο το βράδυ για να εμποδίσουν τη νοµοθέτηση του Μνηµονιστάν 2.0. Όταν είδε να πλησιάζει γνωστός βουλευτής του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος αγκομαχούσε προσπαθώντας να μπει στο κτίριο της Βουλής λίγο πριν από την έναρξη άλλης µιας στενόχωρης ψηφοφορίας, του φώναξε

«Δεν έχεις κανένα δικαίωµα να το κάνεις αυτό! Απλώς ψήφισε όχι!»

Καθώς εκείνος και δύο άνδρες της συνοδείας του, κάθιδροι και οι τρεις, άνοιγαν δρόµο µε τους αγκώνες τους για να περάσει ο βουλευτής από την άλλη µεριά των κάγκελων, ακούγοντας την, της απάντησε δυνατά και θυµωµένα:

«Ποια είσαι εσύ που θα µου πεις τι να ψηφίσω και τι όχι;»

Εκείνη του ανταπάντησε αβίαστα, αποστομωτικά, σχεδόν ήρεµα: !»

«Ποια θα έπρεπε να είµαι;»

Το «Μνηµονιστάν» είναι άσχημη λέξη, όµως εκφράζει µια ειδεχθή πραγµατικότητα τη µετάλλαξη της Ελλάδας σε κάτι αποκρουστικό, για χάρη των τράπεζών της Βόρειας Ευρώπης. Eκείνες οι νύχτες της Πλατείας Συντάγµατος αποτέλεσαν το φόντο της περαιτέρω µετάβασης της χώρας από µια απέραντη φυλακή οφειλετών σε ιδρυματοποιηµένη αποικία χρέους. Σηματοδότησαν όµως και κάτι άλλο: την ηθική απονοµιµοποίηση της επίσηµης Ευρώπης την επαύριον της κατάρρευσης του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος. Το γεγονός πως µια ευρωπαϊκή χώρα, ενταγµένη στο µεγάλο ευρωπαϊκό πείραµα του κοινού νομίσµατος, κατέληξε να υφίσταται τη μεταχείρηση μπανανίας συνιστά κατηγορία καταπέλτη ενάντια σε µια ένωση µε υποτιθέμενο θεµέλιο την υπόσχεση της κοινής ευηµερίας και του αµοιβαίου σεβασµού.

Θα ήταν λάθος να πιστέψει κανείς ότι όλα αυτά έγιναν µε πρόθεση, µε δόλο, στο πλαίσιο κάποιας συνωµοσίας. Πριν από το 2008 οι ελίτ του Βερολίνου, των Βρυξελλών, του Παρισιού και της Φρανκφούρτης πίστευαν τη ρητορική τους, όπως και οι αντίστοιχες των Ηνωµένων Πολιτειών και του Σίτυ του Λονδίνου: ο καπιταλισµός είχε περάσει, ήταν πεπεισμένοι, από την εποχή των Κρίσεων στη φάση της Μεγάλης Οµαλότητας.21 Συστημικά επικίνδυνες φούσκες και πτωχεύσεις ανήκαν στο παρελθόν, ενώ οι τράπεζες είχαν βρει µαγικούς τρόπους να παράγουν «ακίνδυνο ρίσκο» και αυτορυθµίζονταν µε τρόπο αγαστό. Οι απανταχού ιθύνοντες πίστευαν ότι είχε επέλθει το Τέλος της ιστορίας και ότι η δουλειά τους συνίστατο στο να φροντίζουν, µε μικρές διορθωτικές κινήσεις, να διατηρούν ένα μεγαλειώδες αυτοπροσανατολιζόµενο, αυτοδιοχαριζόµενο σύστηµα σε µια εν γένει προκαθορισμένη, ορθολογική πορεία.;

Όταν, όµως, το οικονοµικό σύστηµα της Ευρώπης προσέκρουσε στον ύφαλο της αυτοκαταστροφικής κατάρρευσης της Γουόλ Στρίτ, οι ευρωπαϊκές ελίτ πανικοβλήθηκαν. Η θέα των γαλλικών και των γερµανικών τράπεζών να πηγαίνουν άπατες έκανε το εν λόγω κατεστημένο να ανασύρει από τον κάδο απορριµµάτων της ιστορίας τη νοοτροπία της διπλωµατίας των κανονιοφόρων και τις επιεικώς αδέξιες οκονοµικές πρακτικές που τη συνόδευαν. Η Ελλάδα απλώς έτυχε να αποτελέσει τον τόπο της εκ νέου εφαρμογής αυτών των πρακτικών, µε αποτέλεσµα το … Μνηµονιστάν.

Όταν τοποθετείται υπερβολικό βάρος πάνω σε µια ευπαθή γέφυρα, πρώτο θα σπάσει η πιο αδύναµη δοκός της. Αυτή η δοκός ήταν η Ελλάδα. Ο λόγος για τον οποίο η Ελλάδα ήταν η πιο σαθρή δοκός δεν αφορά την Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά, όπως όλοι γνωρίζουµε, την αξιοθρήνητη ιστορία της νεοελληνικης κρατικής οντότητας και της ολιγαρχίας που όρισε τις τύχες της. Ωστόσο, ακόµα κι αν η Ελλάδα δεν είχε εισέλθει στην ευρωζώνη, η στην ΕΕ, η ευρωζώνη και η ΕΕ θα ήταν στην ίδια δεινή κατάσταση σήµερα Αν η ελληνική δοκός δεν υπήρχε, κάποια άλλη δοκός της ευρωπαϊκής γέφυρας θα έσπαγε πρώτη. Ακόµη και αν είχε αφαιρεθεί από το όλο οικοδόμημα η ελληνική δοκός και είχε αντικατασταθεί από άλλη, πιο γερή, πάλι θα είχε καταρρεύσει η γέφυρα.

Είναι αλήθεια πως το 2010 ο δημόσιος και ο ιδιωτικός τομέας της Ελλάδας έπασχαν από αναποτελεσµατικότητα και διαφθορά, ότι ήταν διογκωμένοι και υπερχρεωμένοι Γι’ αυτό ξεκίνησε από εδώ η κρίση του ευρώ. Κακά το ψέματα, το νεοελληνικό κράτος είχε καταφέρει να συσσωρεύσει µη βιώσιµο χρέος ήδη πριν από την επίσημη ίδρυσή του το 1827.’Εκτοτε η φοροδιαφυγή αποτελεί κάτι σαν ολυμπιακό άθλημα και πατριωτικό καθήκον. Οι ‘Έλληνες προοδευτικοί δεν πολιτικοποιηθήκαμε τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 για κάποιον άλλο λόγο πολιτικοποιηθήκαμε διαµαρτυρόµενοι απέναντι στο διαχρονικό όνειδος και στην τυραννική ανικανότητα της ελληνικής ολιγαρχίας, που συχνά μεταφραζόταν σε δεσποτισμό. Γι’ αυτό πολιτικοποιηθήκαμε, διαδηλώναμε στους δρόµους και, παραδοσιακά, καταλήγαµε στην Πλατεία Συντάγµατος.

Όταν λοιπόν οι θιασώτες του µνηµονίου αναφέρονται συνεχώς στην αναξιοπιστία, την αναποτελεσµατικότητα και τη διαφθορά της ελληνικής πολιτικής οικονοµίας, επιστρατεύουν µια µεγάλη αλήθεια για να υποστηρίξουν ένα τεράστιο ψέµα: Ναι, το ελληνικό κράτος είναι απαράδεκτο και η ελληνική κοινωνική οικονοµία βαθιά προβληματική. Όµως τίποτε από αυτά δεν εξηγεί το βάθος της ελληνικής καθίζησης µετά το 2010 η την ίδρυση του Μνηµονιστάν, τη µμετατροπή της χώρας σε θλιβερή αποικία χρεωστών στις πιο όμορφες ακτές της Μεσογείου.

Aλήθεια, τι θα είχε συµβεί αν η Ελλάδα δεν είχε ενταχθεί στο ευρώ το 2000: Στα πρώτα οκτώ χρόνια του κοινού νομίσµατος το κράτος και ο ιδιωτικός τομέας µας θα είχαν δανειστεί ένα λιλιπούτειο ποσό από τις γαλλικές και τις ερανικές τράπεζες, οι οποίες θα δίσταζαν να δανείσουν σε µια ελλειμματική χώρα µε ένα εθνικό νόμισμα σε µόνιµη κατρακύλα. Αυτό θα είχε ως αποτέλεσµα η Ελλάδα να αναπτύσσεται µεταξύ 2000 και 2008 µε ρυθµό χελώνας, σε σύγκριση µε την εκρηκτική ανάπτυξη που είχαµε το χρόνια εκείνα στη βάση ενός συσσωρευόμενου µη βιώσιµου χρέους (δημόσιου και ιδιωτικού).

Και όταν θα κτυπούσε η Μεγάλη Κρίση του 2008, η Ελλάδα θα αντιμετώπιζε µια µικρή, σύντοµη, µετρίου µεγέθους ύφεση, όπως αυτές της Βουλγαρίας και της Ρουµανίας. Η µονίµως προβληματική, µη ανταγωνιστική και µη παραγωγική οικονοµία µας θα ξεπερνούσε σιγά σιγά, µε το αργόσυρτο βήμα αυτή την κρίση, όπως είχε κάνει τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, χωρίς να υποστεί την ανθρωπιστική κρίση στην οποία είναι βυθισµένη σήµερα. Οι αηδιασμένοι προοδευτικοί ‘Έλληνες θα συνεχίζαµε να διαδηλώνουμε στην Πλατεία Συντάγµατος, αθέατοι και ανάκουστοι από την υπόλοιπη ανθρωπότητα, απουσιάζοντας από τα πρωτοσέλιδα ανά την υφήλιο. Πράγματι, καµία µεγάλη αµερικανική η γερµανική εφηµερίδα δε θα χρησιμοποιούσε πηχυαίους τίτλους στα πρωτοσέλιδα της όπως ΝΕΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΓΩΔΙΑ Η ΕΛΛΑΔΑ: Η ΑΠΕΙΛΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΟIΚΟΝΟΜIΑ Κ.Ο. Και, φυσικά, δε θα είχε γραφτεί ποτέ το ανά χείρας βιβλίο.

Άνθρωποι είµαστε, λάθη κάνουµε, όπως λένε. Μόνο που φαίνεται πως για να τα θαλασσώσουμε πραγµατικά, και µε τροµερό ανθρώπινο κόστος, χρειαζόμασταν το πιο µεγαλεπήβολο σχέδιο της Ευρώπης: το ευρώ. Τα παλιά χρόνια οι ανθρακωρύχοι έπαιρναν µαζί τους στις γαλαρίες ένα καναρίνι µέσα στο κλουβί του έτσι ώστε, αν υπάρξει διαρροή µεθανίου η άλλων δηλητηριωδών αερίων, ο θάνατος του να τους προειδοποιήσει. Η Ελλάδα ήταν το καναρίνι στο ανθρακωρυχείο της ευρωζώνης, του οποίου η ασφυξία θα έπρεπε να αποτελέσει προειδοποίηση για τα θανατηφόρα (οικονοµικά) αέρια που διέρρεαν από το νοµισµατικό σύστηµα της ηπείρου. Αντ’ αυτού, το 2010 η µικρή, εύθραυστη, σπάταλη Ελλάδα κατέστη ο αποδιοπομπαίος τράγος της Ευρώπης και των τράπεζών της. Ήταν σαν οι ανθρακωρύχοι να κατηγορούν το καναρίνι για τη διαρροή µεθανίου στις γαλαρίες τους.

Όχι µόνο εξαναγκάστηκαν οι ‘Έλληνες να επωµιστούν υπέρογκα δάνεια για λογαριασµό των γαλλικών και των γερµανικών τράπεζών, όχι, µόνο εξαναγκάστηκαν να υποταχθούν σε µια ζωή σε µετανεωτερικό πτωχοκομείο (προκειµένου να κρατηθούν στο σκοτάδι τα ευρωπαϊκά κοινοβούλια για το τι πραγµατικά συνέβαινε), αλλά έπρεπε και να πειστούν πως το φταίξιμο ήταν όλο δικό τους. Κατά τη διάρκεια, όµως, εκείνων των συγκινητικών νυχτερινών συγκεντρώσεων στην Πλατεία Συντάγµατος το κατεστηµένο της Ευρώπης έχασε το παιχνίδι εκείνου του καταλογισμού ευθυνών. Η νεαρή γυναίκα που όρθωσε το ανάστηµά της, διακηρύσσοντας το δικαίωµα της να αμφισβητεί την εξουσία, µε τη σπουδαία ερώτηση «ποια θα έπρεπε να είµαι;» συµβόλιζε εξαιρετικά εκείνη την καμπή-την απαρχή µιας ανίκητής ελληνικής Άνοιξης που κράτησε, και κρατάει, πολλά χρόνια.

Ναι, η κοινωνία µας ήταν διάτρητη, ελαττωματική, προβληματική. Όµως, όχι, η βάναυση και ασυνήθιστη τιμωρία µας δεν ήταν δικαιολογημένη, δεν ήταν λογική και, συνεπώς, δε θα μπορούσε ποτέ να αποτελέσει τη βάση για τις πραγµατικές τοµές που είχαµε, ως κράτος και ως κοινωνία, ανάγκη. Γι’ αυτό δεν ήσασταν διατεθειμένοι να τη δεχθούµε αδιαµαρτύρητα, και όχι επειδή θέλαµε να επιστρέψουµε στον µη βιώσιµο ελλειµµατικό βίο της προ του 2008 εποχής.

Η Αικατερίνη η Μεγάλη είχε πει κάποτε ότι, αν δεν μπορείς να είσαι το καλό παράδειγµα, τότε ας γίνεις µια τροµερή προειδοποίηση. Η προειδοποίηση της Ελλάδας προς τους υπόλοιπους Eυρωπαίους ήταν, όντως, τροµερή: ένα σιδερένιο κλουβί, φτιαγμένο από χρέος και λιτότητα, περίµενε όσους παρέβαιναν τους οικονομικούς κανόνες, τους οποίους η κρίση καθιστούσε ανεδαφικούς και συνεπώς ανεφάρμοστους. Όµως η νεαρή γυναίκα στην Πλατεία Συντάγµατος, ο Λάμπρος ο άστεγος διερμηνέας κι εκατοµµύρια άλλοι που ήταν πρόθυµοι να κάνουν θυσίες, αλλά όχι να τις δουν να πετιούνται στον απύθµενο λάκκο του ελληνικού χρέους, ήταν αποφασισµένοι να δείξουν στην υπόλοιπη Ευρώπη ότι υπήρχαν ανθρώπινες εναλλακτικές, λύσεις, ότι η κατάσταση της Ευρώπης μπορεί να ήταν δυσχερής, αλλά δεν υπήρχε λόγος να γίνει φρικτή, ότι ακόµη κρατούσαµε τη µοίρα µας στο χέρια µας.

Μετά τη βάρβαρη εκκένωση της Πλατείας Συντάγµατος τον Ιούνιο του 2011, το καλοκαίρι που ακολούθησε και η συνειδητοποίηση ότι το Μνηµονιστάν 2.0 ήταν πλέον γεγονός είχαν ως αποτέλεσµα η Πλατεία Συντάγµατος να μην ξαναγεµίσει από αγανακτισμένους. Όµως δεν εξαφανίστηκαν. Διασκορπίστηκαν στην ελληνική κοινωνία διαδίδοντας το µήνυµά τους. Η φλόγα του Συντάγµατος διαχύθηκε, μετατράπηκε σε πολλά µικρά καντήλια που µετέφεραν το πνεύµα της Κάτω Πλατείας παντού, σε ολόκληρη την επικράτεια. Aυτή ήταν η βάση στην οποία κτίστηκε η κυβερνητική πλειοψηφία του Ιανουάριο του 2015. Το απλό έργο της; Η κατεδάφιση του Μνηµονιστάν 2.0 και η απόδραση ενός ολόκληρου λαού από τη φυλακή της γενικευμένης χρεοκοπίας, Για να έρθει, όµως, εκείνη η στιγµή, θα χρειαζόνταν τέσσερα χρόνια προετοιμασίας.

3.

Χρεοκοπημένη διαπλοκή , δειλές απειλές, διστακτική ελπίδα

`

πέστρεψε στο σπίτι τις πρώτες πρωινές ώρες της Κυριακής. Ο δεκαεπτάχρονος γιός της Δανάης είχε πρόσφατα ανοίξει το φτερά του και τηρούσε τις καθιερωµένες συνήθειες των συνομηλίκων του: το σαββατόβραδο έβγαινε µε τους φίλους του, συνήθως σε κάποιο καφέ στου Ψυρρή, όπου συζητούσαν το νόημα των πάντων µέχρι νωρίς το πρωί. Αν και το κέντρο της Αθήνας είναι εξαιρετικά ασφαλές, τουλάχιστον σε σχέση µε άλλες πρωτεύουσες, εμείς, όπως κάθε γονιός, πριν παραδοθούμε στη νύστα µας, ακούγαµε µε ανακούφιση τον ήχο της εξώπορτας καθώς έκλεινε πίσω του. Εκείνη τη νύχτα, µόλις λίγα λεπτά αφότου µε είχε πάρει ο ύπνος, χτύπησε το σταθερό τηλέφωνο. Τέτοια ώρα µέσα στο µαύρο σκοτάδι ο ήχος του τηλεφώνου έφερνε κατά νου µόνο κακά μαντάτα για κάποιο µέλος της οικογένειες µας, οπότε πετάχτηκα από το κρεβάτι κι έτρεξα στο σαλόνι να το σηκώσω. Μια απόκοσμα µειλίχια αντρική φωνή ρώτησε «ο κύριος Βαρουφάκης;» Μέσα στον ύπνο µου απάντησα: «Ναι, ποιος είναι;» «Χαιρόμαστε πολύ που γύρισε στο σπίτι ο Νικόλας σας», συνέχισε η φωνή. «Πέρασε πολύ καλά στου Ψυρρή, όπως είδαµε. Στην επιστροφή ανέβηκε τη Μητροπόλεως, πήρε την Αδριανού και επέστρεψε σπίτι µέσω της Βύρωνος».

Μου ανέβηκε το αίμα στο κεφάλι. Του φώναξα: «Ποιός στον διάολο είσαι; Τι θέλεις;» Μου απάντησε παγερά ατάραχος. «Κύριε Βαρουφάκη, κάνατε λάθος να τα βάλατε με τις τράπεζες δημοσίως. Αν θέλετε το παιδί να συνεχίσει να επιστρέφει στο σπίτι, να τα ξεχάσετε αυτά. Υπάρχουν άλλα, καλύτερα ζητήματα ν’ανακατεύεστε. Όνειρα γλυκά». Είχε γίνει πραγματικά ο μεγαλύτερος φόβος μου.

`

ταν Νοέμβριος του 2011, και ήδη γίνονταν φανερά τα αποτελέσματα του 2ου μνημονίου. Ενώ του 1ου μνημονίου ήταν άσκηση εξαναγκασμού των πιο αδύναμων ευρωπαίων (πρωτίστως των Ελλήνων συνταξιούχων και χαμηλόμισθων) να πληρώσουν τα σπασμένα των ξένων τραπεζιτών (κυρίως Γάλλων και Γερμανών), το 2ο μνημόνιο στόχευε να ωφελήσει τους τραπεζίτες της Ελλάδας: το κούρεμα τους κόστισε μεταξύ 28 και 33 δισεκατομμυρίων ευρώ (ανάλογα με τη μέθοδο υπολογισμού), όμως θα λάμβαναν πάνω από 41 δισεκατομμύρια ως «αντιστάθμισμα», τα οποία είχαν δανειστεί οι Έλληνες φορολογούμενοι από τους φορολογούμενους της υπόλοιπης Ευρώπης. Οι τραπεζίτες της Ελλάδας ήθελαν να ολοκληρωθεί με επιτυχία αυτή η αλλόκοτη «αντιστάθμιση» πάση θυσία.

Ανησυχούσαν για δύο πράγματα. Πρώτον, με τη Boυλή τόσο υποβαθμισμένη και τα μέλη της τόσο συντετριμμένα, φοβούνταν μήπως η πολιτική διαδικασία καθυστερούσε την είσπραξη των χρημάτων τους. Δεύτερον, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ), που ερχόταν σε όλο και πιο δύσκολη θέση από τα κερδοσκοπικά καμώματα των τραπεζιτών κι επιθυμούσε διακαώς να δείξει ότι δεν την έχουν στον τσέπη τους οι τραπεζίτες, είχε αρχίσει να απαιτεί από τις τράπεζες, προτού λάβουν περισσότερο δημόσιο χρήμα, να συγκεντρώσουν μόνες τους κάποια κεφάλαια. Πώς, όμως, να προσελκύσουν νέα κεφάλαια οι τραπεζίτες της Ελλάδας, από τη στιγμή που, όπως το κράτος, ήταν για τα καλά χρεοκοπημένοι; Κανένας λογικός επενδυτής δε θα έβαζε χρήματα σε μια τράπεζα που τα είχε τινάξει.

Δύο φίλοι κι ένα βαρέλι ουίσκι

άποτε κάποιος σε μια παμπ του Δουβλίνου μου είχε πει ένα ανέκδοτο που ταιριάζει απολύτως ως αφηγηματικό εργαλείο γλαφυρής επεξήγησης του ευφάνταστου τρόπου με τον οποίο έλυσαν το πρόβλημα τους (την εξεύρεση νέων κεφαλαίων που τους επέβαλλε η ΕΚΤ) δύο Έλληνες τραπεζίτες. Το ανέκδοτο του φίλου Ιρλανδού αφορούσε δύο μεθύστακες συμπατριώτες του: τον Αρτ και τον Κον.

Ο Αρτ και ο Κον, λοιπόν, αποφασίζουν ότι πρέπει να κάνουν κάτι για να γλιτώσουν από τη φτώχεια, και πείθουν τον Ολκών, τον ιδιοκτήτη της παμπ της γειτονιάς τους, να τους δανείσει ένα βαρέλι ουίσκι. Το σχέδιό τους είναι να το κυλήσουν μέχρι το γειτονικό χωριό, όπου θα γινόταν ένα πανηγύρι, και να πουλήσουν το περιεχόμενό του με το ποτήρι ώστε να βγάλουν αρκετά χρήματα για να αποπληρώσουν τον Ολκών και να τους μείνει και κάτι.

Καθώς κυλούν το βαρέλι στον δρόμο για το χωριό, κάνουν μια στάση να ξαποστάσουν κάτω από μια μεγάλη βελανιδιά. Εκεί που έχουν αράξει, λοιπόν, ο Αρτ ανακαλύπτει ένα σελίνι στον τσέπη του, ενθουσιάζεται και λέει: «Να σου πω, βρε Κον, να σου δώσω ένα σελίνι και να βάλω ένα ποτήρι ουίσκι να πιώ;» «Και δε βάζεις:» απαντά εκείνος, τσεπώνοντας το σελίνι.

Ένα λεπτό αργότερα ο Κον συνειδητοποιεί ότι τώρα έχει αυτός ένα σελίνι στην τσέπη του, γυρνάει στον φίλο του τον Αρτ και λέει; «Να σου πω, βρε Αρτ, να σου δώσω ένα σελίνι και να βάλω κι εγώ ένα ποτήρι ουίσκι» «Και δε βάζεις;» συμφωνεί ο Αρτ και παίρνει πίσω το σελίνι. Να μη σας τα πολυλογώ, συνεχίζουν το πάρε-δώσε του σελινιού έως ότου, μετά από μερικές ώρες, βρίσκονται να κοιμούνται του καλού καιρού κάτω από τη βελανιδιά, μ’ ένα πλατύ χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη και το βαρέλι άδειο εκεί δίπλα.

Δε γνωρίζω καθόλου αν οι Έλληνες τραπεζίτες αντέγραψαν την τακτική του Αρτ και του Κον. Πάντως ο τρόπος με τον οποίο έλυσαν το πρόβλημα εξεύρεσης κεφαλαίων για τις τράπεζες τους θυμίζει πολύ αυτόν του Αρτ και του Κον, με τη διαφορά ότι δεν υπέφεραν εκείνοι από τον πονοκέφαλο που ακολούθησε ούτε και έμειναν να χρωστούν στον Ολκών! Ιδού πώς το κατάφεραν οι δύο τραπεζίτες μας, τους οποίους, έτσι τυχαία, θα ονομάσω Άρη και Ζορμπά, επί το ελληνικότερων.

Η οικογένεια του Άρη ίδρυσε εξωχώριες, οφσόρ (offshοre), εταιρείες, στις οποίες ο Ζορμπάς δάνεισε μυστικά το εκατομμύρια που χρειαζόταν η τράπεζα του Άρη, χωρίς διασφαλίσεις και εγγυήσεις. Γιατί τέτοια γενναιοδωρία προς έναν ανταγωνιστή; Γιατί ο Ζορμπάς και ο Άρης κάθονταν κάτω από την ίδια παροιμιώδη βελανιδιά! Ο Ζορμπάς χρειαζόνταν απεγνωσµένα χρήματα για τη δική του τράπεζα, οπότε χορήγησε το δάνειο υπό τον όρο η τράπεζα του Άρη να δανείσει αντίστοιχο ποσό στις οφσόρ της δικής του οικογένειας. Έπειτα οι οικογένειες τους αγόρασαν με τα χρήματα νέες μετοχές των τράπεζών τους ικανοποιώντας έτσι την απαίτηση της ΕΚΤ να εξασφαλίσουν νέα κεφάλαια ώστε να έχουν δικαίωμα να εισπράξουν το πραγματικό χρήμα που δανείζονταν από την τρόϊκα οι φτωχοί φορολογούμενοι.1

Μάλιστα, ο Άρης και ο Ζορμπάς τα κατάφεραν καλύτερο από τον Αρτ και τον Κον, οι οποίοι, εκτός από τον πονοκέφαλο που τους έφερε το ουίσκι, έμειναν και με το χρέος τους στον Ολκών. Πράγματι, ο Άρης και ο Ζορμπάς κατέληξαν να μη χρωστούν τίποτε σε κανέναν! Πώς το κατάφεραν αυτό το θαύμα; Και τα δύο δάνεια, από την τράπεζα του Ζορμπά στις οφσορ της οικογένειας του Άρη και από την τράπεζα του Άρη στις οφσόρ της οικογένειας του Ζορμπά, διαγράφτηκαν λίγο μετα τη χορήγηση τους και τη μεταφορά τους στους μακρείς καταλόγους μη εξυπηρετούμενων (δηλαδή κόκκινων) δανείων των δύο τράπεζών.

Φυσικά, ο Άρης και ο Ζορμπάς δεν ανακάλυψαν τον τροχό. Ακολούθησαν τα χνάρια πολύ μεγαλύτερων απατεώνων από τους ίδιους όπως εκείνοι που διέπραξαν την απάτη του λεγόμενου Saνings and Lοaης σκανδάλου (Αποταμιεύσεων και Δανείων) στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1980, τις τεχνικές των οποίων αντέγραψαν. Ωστόσο, ο Άρης και ο Ζορμπάς κατάφεραν κάτι πρωτοφανές στην ιστορία του καπιταλισμού: να φέρουν εις πέρας την απάτη και να μείνουν στο απυρόβλητο, χάρη στην αγαστή συνεργασία τους με τρεις από τους πιο φημισμένους παγκόσμιους οικονομικούς θεσμούς: το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Κομισιόν και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.

Αυτοί οι μεγάλοι και τρανοί θεσμοί διέπραξαν από κοινού το εξής τρία αμαρτήματα. Πρώτον, εξανάγκασαν τους οικονομικά κατεστραμμένους Έλληνες φορολογούμενους να δανειστούν χρήματα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες, τα οποία οι δανειολήπτες δε θα μπορούσαν ποτέ να ξεπληρώσουν, προκειμένου να μεταβιβάσουν αυτά τα χρήματα στον Άρη και στον Ζορμπά υπό μορφήν «ανακεφαλαιοποιήσεων». Δεύτερον, στέρησαν από τους ‘Έλληνες φορολογούμενους κάθε έλεγχο πάνω στις τράπεζες των οποίων πλέον ήταν, σύμφωνα με τον νόμο, ιδιοκτήτες (ως κάτοχοι της πλειοψηφίας των μετοχών) και διασφάλισαν πως θα εξακολουθούσαν να τις διευθύνουν ο Aρης και ο Ζορμπάς. Τρίτον, καταδίκασαν τους ‘Έλληνες φορολογούμενους να ζουν στο πλαίσιο ενός τραπεζικού συστήματος που, παρά το αμύθητο δημόσιο χρήμα που είχε καταπιεί, παρέμενε πλήρως χρεωκοπημένο, εξαιτίας των μη εξυπηρετούμενων (κόκκινων) δανείων που είχαν παραγάγει οι τραπεζίτες.

Καθ’ όλη τη διάρκεια του 2011 επιδίωκα, παράλληλα με δυο- τρεις δημοσιογράφους, να αποκαλύψω, ως προσωπική σταυροφορία, τις σχέσεις διαπλοκής ανάμεσα στα μνημονιακά δάνεια «διάσωσης» της Ελλάδας, στους διεθνείς θεσμούς που τα χορηγούσαν, στις αξιοσημείωτες «καινοτομίες» των Eλλήνων τραπεζιτών και στο ελληνικό πολιτικό σύστημα. Προφανώς επρόκειτο για το είδος «ασχολίας» που μπορούσε να οδηγήσει σε ενδιαφέρουσες τηλεφωνικές συνομιλίες τις πρώτες πρωϊνές ώρες μιας Κυριακής.

3.

`

Τρόικα: Η τελευταία ελπίδα της χρεοκοπημένης διαπλοκής

ταν μου παίρνουν συνέντευξη ξένοι δημοσιογράφοι, συνήθως με ωθούν στο να παραδεχτώ πως για την κρίση δε φταίει η τρόϊκα αλλά η ενδημική διαφθορά της Ελλάδας. ‘Ολως περιέργως, δεν ενδιαφέρονται ποτέ να κουβεντιάσουμε για τον κεντρικό ρόλο τον οποίο έχουν διαδραματίσει τα ελληνικά ΜΜΕ στην αναπαραγωγή της διαπλοκής, της διαφθοράς και της ολιγαρχίας.

Μία από τις πολλές συνεντεύξεις μου στην ελληνική τηλεόραση όταν ήμουν υπουργός Οικονομικών μου έμεινε αξέχαστη. Η συνέντευξη είχε αρκετή μεγάλη διάρκεια και αφορούσε ευρύτατη γκάμα θεμάτων. Στα πρώτο μέρος της ο δημοσιογράφος έβαλλε κατά ριπάς, διανθίζοντας κάθε ερώτηση με απαξιωτικούς ισχυρισμούς, με αποτέλεσμα να μην προλαβαίνω να εκστομίσω καν τέσσερις-πέντε λέξεις προτού με γαζώσει εκ νέου. Στο διαφημιστικό διάλειμμα όμως με πλησίασε και μου ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Κάτι που δεν μπορώ να το ξεχάσω: «Υπουργέ, λυπάμαι πολύ για όλο αυτό, αλλά ξέρετε σε πόσο δύσκολη κατάσταση βρισκόμαστε αυτό τον καιρό. Η τράπεζα του «Άρη» είναι η μοναδική πηγή διαφημίσεων μας». Του είπα ότι καταλάβαινα. Στη συνέχεια η εκπομπή κύλησε σε πιο χαλαρό ρυθμό, οπότε μου δόθηκε η ευκαιρία να ακουστώ. Μάλλον ο σταθμός είχε ήδη κερδίσει το ψωμί του εκείνη τη μέρα με όσα είχαν διαμειφθεί στο πρώτο μέρος της συνέντευξης.

Για να μην εθελοτυφλούμε, αναμενόμενο ήταν. Τα τηλεοπτικά κανάλια, οι εφημερίδες και το ραδιόφωνα της χώρας είχαν πτωχεύσει ήδη πριν από το 2008. Ούτε πριν από το 2008 βέβαια δεν ανέφεραν κέρδη. Αν ήταν ανεξάρτητες επιχειρήσεις που λειτουργούν με τους κανόνες της αγοράς, θα είχαν κατεβάσει ρολά προ πολλού. Όμως δεν ήταν. Τη δεκαετία της μη βιώσιμης, χρεοτροφοδοτούμενης, πυραμιδικής ανάπτυξης (1998-2008) τα ελληνικά ΜΜΕ λειτουργούσαν ως μέσο άσκησης πολιτικής επιρροής εκ μέρους των εργολάβων στους οποίους ανήκαν. Οι εκάστοτε υπουργοί είχαν δύο επιλογές: ή να αναθέσουν στους ιδιοκτήτες τους επικερδή κρατικά συμβόλαια η να δεχτούν ανελέητες επιθέσεις στον αέρα η στο χαρτί. Αυτός ήταν ένας από τους κύριους λόγους για τους οποίους η Ελλάδα κατέληξε με αυτοκινητοδρόμους που είχαν κοστίσει τρεις φορές περισσότερο απ’ όσο θα είχαν κοστίσει στη Γερμανία, υπερτιμημένα φάρμακα στα νοσοκομεία, υποβρύχια που έγερναν όπως ο Πύργος της Πίζας, πακτωλούςs χρημάτων σε οφσόρ τραπεζικούςs λογαριασμούς και μονίμως ελλειμματικά ΜΜΕ, που, ωστόσο, δεν έβαζαν ποτέ λουκέτο.

Το μόνο καλό με τη γενικευμένη χρεοκοπία της χώρας το 2010 ήταν ότι άδειασε η ποτίστρα από την οποία τρέφονταν οι εργολάβοι. Έτσι τα ΜΜΕ βρέθηκαν ξαφνικά να πρέπει να τα βγάλουν πέρα μόνα τους, κάτι φυσικά αδύνατο, δεδομένης της πτώσης των διαφημιστικών εσόδων και του ποιού ενός επιχειρηματικού μοντέλου που ουδέποτε προοριζόταν να είναι βιώσιμο. Κι όμως, μόνο ένα δίκτυο έβαλε λουκέτο την περίοδο της κρίσης, το Άλτερ, με τα υπόλοιπα να συνεχίζουν να λειτουργούν, παρά τις πολλαπλασιαζόμενες ζημίες τους. Πώς μπορούσε να συμβαίνει κάτι. Τέτοιο; Ο Aρης, ο Ζορμπάς κι ένας-δυο άλλοι τραπεζίτες κρύβονται πίσω από την απάντηση.

Οι τραπεζίτες αυτοί ανέλαβαν τη χρηματοδότηση των ΜΜΕ προκειµένου να χειραγωγούν την κοινή γνώμη κι έτσι να ελέγχουν το πολιτικό παιχνίδι που τους κράτησε στο τιμόνι των χρεοκοπημένων τράπεζών τους. Αντίθετο, όµως, από τους εργολάβους, οι τραπεζίτες είχαν την εξυπνάδα να μη γίνουν ιδιοκτήτες των χρεοκοπημένων τηλεοπτικών σταθµών και εφηµερίδων. Προτίμησαν να κρατούν ζωντανά τα ΜΜΕ καταβάλλοντας τους παράλογα υψηλά ποσά για να διαφημίζουν τις «υπηρεσίες» των τράπεζών τους και, το πιο σημαντικό, χορηγώντας τους υπέρογκα δάνεια που παρατείνονταν χωρίς αντίκρισμα, ακριβώς όπως τα δάνεια που χορηγούσαν ο ένας στον άλλο, και όπως τα δάνεια που χορηγούσαν η ΕΕ και το ΔΝΤ στο ελληνικό κράτος.

Το τρίγωνο της αµαρτίας είχε συμπληρωθεί: τα χρεοκοπημένο ΜΜΕ διατηρούνταν νεκροζώντανα από τις νεκροζώντανες τράπεζες, οι οποίες συντηρούνταν από µια χρεοκοπημένη κυβέρνηση που διατηρούνταν σε κατάσταση µόνιµης χρεοκοπίας από την ΕΕ και το ΔΝΤ, µέσω των καταχρηστικών µνημονιακών δανείων. Δεν είναι ν’ απορεί, λοιπόν, κάνεις που τα ΜΜΕ του Mνημoνιστάν εξήραν τα πλεονεκτήματα των µνημονίων και παρουσίαζαν τους τραπεζίτες ως θύματα ενός αναξιόπιστου κράτους, ενώ παράλληλα δαιµονοποιούσαν οποιονδήποτε τολµούσε να αποκαλύψει τι πραγματικά συνέβαινε.

Όσο συνέβαιναν αυτά, ο Μπιλ Μπλακ, Αµερικανός συνάδελφος που είχε πρωταγωνιστήσει στην αποκάλυψη παρόµοιων ατασθαλιών στις Ηνωµένες Πολιτείες, ειδικά του σκανδάλου των Αποταμιεύσεων και Δανείων (Saνιngs and Lοans) τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, µε έκανε µια µέρα να γελάσω, στέλνοντας µου ένα µέιλ που περιείχε µόνο το εξής σύντοµο παράθεµα από τη Βίβλο µια χειροτονία αλληλεγγύης από έναν Αµερικανό άθεο πολέµιο των τραπεζιτών προς Έλληνα ομόλογο του:

«Ενέτειναν και την γλώσσαν αυτών ώς τόξον ψεύδους και ίσχυσαν επί της γής, ουχί υπέρ της

αληθείαςδιότι προχωρούσιν από κακίας

εις κακίαν» (Ιερεμίας 9,3).

Ο νεαρός πρίγκιπας

τη συνοικία του Ψυρρή, που το βράδυ κατακλύζετε από τη φούρια των νέων και την ανάγκη τους για χαλαρή κοινωνικοποίηση, τη μέρα επικρατεί πολύ διαφορετική ατμόσφαιρα. Μικρά εργαστήριο αγωνίζονται για να επιβιώσουν κατασκευάζοντας παξιμάδια, βίδες, εργαλεία και άλλα είδη των οποίων η αξία πέφτει ραγδαία στο πλαίσιο της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας, Οι μηχανικοί θόρυβοι από τις βιοτεχνίες αρωματίζονται από τα αρτοποιήµατα της γειτονίας και, κάθε τόσο, από γιασεμιά, ενώ παίρνουν το ηχόχρωμα των μελαγχολικών τραγουδιών των Ρομά που περιδιαβαίνουν τους στενούς δρόμους, με το ακορντεόν, τα κόρνα και τα βιολιά τους, για να συλλέξουν εδώ κι εκεί κανένα νόμισμα από νοσταλγικούς περαστικούς.

Γνώριζα καλά την περιοχή του Ψυρρή, καθώς εκεί βρίσκεται το στούντιο της Δανάης, ενώ το πανεπιστημιακό γραφείο μου βρισκόταν λίγες εκατοντάδες μέτρα πιο πάνω. Στα όρια του Ψυρρή, στην Πλατεία Κουμουνδούρου, βρίσκεται η άχαρη πολυκατοικία που στεγάζει το κεντρικά γραφεία του Συνασπισμού Ριζοσπαστικής Αριστεράς, του Σύριζα. Όταν, λοιπόν, το 2011 ο Nίκος Παππάς, ο πιο στενός συνεργάτης του νέου αρχηγού του Σύριζα, μου τηλεφώνησε και πρότεινε μια συνάντηση των τριών μας στου Ψυρρή, η ιδέα μου άρεσε.

Το ραντεβού πραγματοποιήθηκε σε διακριτικό ξενοδοχείο μπουτίκ, μία από τις επενδύσεις που έγιναν πριν από χρόνια στην περιοχή προτού η κατάρρευση του 2010 εξανεμίσει την αξία τους. Εκείνο το ξενοδοχείο έμελλε να γίνει ο συνήθης τόπος συνάντησης μας, με τους παστέλ τοίχους του να αποτελούν μάρτυρες συζητήσεων που ξεκίνησαν χαλαρά εκείνη τη μέρα, ως ακαδημαϊκές σχεδόν, για να σοβαρέψουν προς συγκεκριμένη πρακτική κατεύθυνση στις αρχές του 2012. Πάντως, σ’ εκείνη την πρώτη συνάντηση, αλλά και για κάποιο διάστημα με τα από αυτό, δεν είχα κανέναν λόγο να πιστεύω ότι θα συναντιόμασταν ξανά.

Πρωτοαντίκρισα την εικόνα του Αλέξη Τσίπρα σε αφίσα που είχε τοιχοκολληθεί σε όλη την Αθήνα για την προώθηση της υποψηφιότητας του ως δημάρχου στις εκλογές του 2008. Η Δανάη, που υποστήριζε από παλιά το «Εσωτερικό», ήταν ενθουσιασμένη από το γεγονός ότι ένας τριαντατετράχρονος διεκδικούσε αξίωµα το οποίο συνήθως αναλάµβαναν πολιτικοί, µεγαλύτεροι σε ηλικία, πολιτικοί, οι οποίοι το χρησιµοποιούσαν ως εφαλτήριο για το Μαξίµου. Στις δημοτικές εκλογές ο Αλέξης διπλασίασε τις ψήφους του Σύριζα στο κέντρο της Αθήνας, και σε λίγο καιρό η παλιά φρουρά του κόμματος οργάνωσε εσωτερικό πραξικόπημα που τον έφερε στην ηγεσία της παράταξης, παραμερίζοντας τον Αλέκο Αλαβάνο, τον άνθρωπο που είχε χρίσει τον Αλέξη μελλοντικό διάδοχό του. Στις εκλογές του επόµενου έτους, οπότε ηγήθηκε του κόμματος για πρώτη φορά ο Αλέξης, στα πρωτοσέλιδα κυριάρχησε η νίκη του ΠΑΣΟΚ του Γιώργου Παπανδρέου, µε τον Σύριζα να έρχεται πέμπτος, συγκεντρώνοντας ένα αξιοθρήνητο 4,6% των ψήφων, µισό τοις εκατό λιγότερο απ’ ότι το 2007.

Όταν έφτασα στο ισόγειο εστιατόριο του µικρού ξενοδοχείου, ο Αλέξης και ο Παππάς βρίσκονταν ήδη στο τραπέζι και παράγγελναν µεσημεριανό. Η φωνή του Αλέξη ήταν ζεστή, το χαμόγελο του ανεπιτήδευτο, η χειραψία του αυτή ενός εν δυνάµει φίλου. Ο Παππάς είχε πιο άγρια µάτια, οξεία φωνή. Αστειευόταν διαρκώς, είτε το θέµα ήταν αστείο είτε ήταν τραγικό, και προσπαθούσε να αποπνέει την αίσθηση του ανθρώπου µε εξουσία που συγχρόνως είναι φιλαράκι µε τον καθένα. Ευθύς εξαρχής ήταν προφανές ότι ο Παππάς είχε την αµέριστη προσοχή του νεαρού πρίγκιπα, τον καθοδηγούσε, τον συγκρατούσε και τον παρότρυνε, και εκείνη η εντύπωση µου διατηρήθηκε στις ταραχώδεις περιόδους που ακολούθησαν: επρόκειτο για δύο νέους άντρες, περίπου ίδιας ηλικίας, αλλά µε διαφορετική ιδιοσυγκρασία, που ενεργούσαν και σκέφτονταν ως µονάδα.

«Παρακολουθώ τη δουλειά σου εδώ και χρόνια, από τότε που διάβασα το Foundatιons», είπε ο Παππάς, ως εισαγωγή, αναφερόμενος σ’ ένα οικονοµικό εγχειρίδιο µου που είχε εκδοθεί το 1998.2 Είχε κάνει μεταπτυχιακό στα οικονοµικά στη Σκωτία, όπου είχε διαβάσει το βιβλίο, και πιο πρόσφατα είχε επηρεαστεί, όπως µου είπε από τη μετριοπαθή πρόταση για την επίλυση της κρίσης του ευρώ (Α Modest Prοposal fοr Resοlvιn the Εurο Crisis), την οποία είχαµε συγγράψει µε τον Τζέιµι Γκάλμπρεϊθ και τον Στιούαρτ Χόλλαντ.3 «πες στον Αλέξη τι προτείνεις στο Modest Prοposal», µε παρότρυνε κάποια στιγµή.

Εξήγnσα ότι µε τον Στιούαρτ ετοιμάζαµε το Α Modest Prοposal, τη Μετριοπαθή Πρόταση, από το 2005, πεπεισµένοι το« το ευρώ θα προκαλούσε µεγάλη Χρηµατοπιστωτική κρίση που ενδεχοµένως να αποδεικνυόταν ανυπέρβλητη για την Ευρώπη. Όταν όντως ξέσπασε η κρίση του ευρώ, κάναµε µε τον Στιούαρτ ότι περνούσε από το χέρι µας για να βελτιώσουµε και να προωθήσουμε τη Μετριοπαθή Πρόταση, πεπεισµένοι πως ήταν η καλύτερη πρόταση για να αποφύγει η Ευρώπη τη διάλυση της. Εξήγnσα λοιπόν στον Αλέξη τη βασική λογική της πρότασης µας Προτού η κουβέντα στραφεί σε γενική αποτίµηση της πολιτικής οικονοµίας του Μνηµονιστάν και στις στρατηγικές που ήταν διαθέσιµες σε προοδευτικούς οι οποίοι ήθελαν να προσφέρουν στη χώρα την ευκαιρία να δραπετεύσει από το στρατόπεδο του χρέους.

Σύντοµα κατέστη σαφές ότι για πολιτικούς λόγους, ο Αλέξης αμφιταλαντευόταν ως προς ένα βασικό ζήτημα: το αν έπρεπε η Ελλάδα να παραµείνει στο ευρώ. Ήδη από το 2011 ο Σύριζα ήταν βαθιά διχασµένος, µε ένιοτε διαφωνίες στο εσωτερικό του, γύρω από το αν το κόµµα έπρεπε να ακολουθήσει επίσημα µια πολίτικη Grexit (έξοδος από την ευρωζώνη, αλλά όχι απαραίτητα από την ΕΕ). Κατά τη διάρκεια της κουβέντας µας η στάση του Αλέξη απέναντι στο ζήτημα µου φάνηκε επιπόλαιη και ανώριμη. ‘Εβλεπα να τον απασχολεί κυρίως το να έχει υπό έλεγχο τις αντιμαχόμενες πλευρές στο εσωτερικό του κόµματος, παρά το να αποσαφηνίσει µέσα του ποια πολιτική θεωρούσε σωστή. Από τις µατιές όλο νόημα που µου έριχνε ο Παππάς κατάλαβα ότι εκείνος συµφωνούσε µαζί µου κι ήλπιζε να τον βοηθήσω να αποµακρύνει τον αρχηγό του από τυχόν αυθορμήτους πειραματισμούς µε την ιδέα ενός Grexit.

Στη µία ώρα περίπου που ακολούθησε έκανα ότι μπορούσα για να εντυπώσω στο µυαλό του Αλέξη την ιδέα πως η μετατροπή του Grexit σε στρατηγικό στόχο θα συνιστούσε εξίσου µεγάλο σφάλµα µε την έλλειψη προετοιμασίας για ένα τέτοια ενδεχόµενο. Επίσης επέκρινα τον Σύριζα επειδή µοίραζε ανόητες υποσχέσεις. Π.χ. ότι, αν γινόταν κυβέρνηση, θα έσχιζε µονοµερώς τις δανειακές συµφωνίες µε την ΕΕ και το ΔΝΤ.

«Γιατί δεν μπορούμε να τους πούµε ότι, αν δεν αποδεχτούν τη µονοµερή απόρριψη του προγράμματος από την πλευρά µας, θα βγούµε από το ευρώ;» ρώτησε ο Αλέξης. Εξήγnσα ότι υπήρχαν τρία ενδεχόµενα σε περίπτωση εναντίωσης µας στην τρόϊκα. Η καλύτερη έκβαση θα ήταν µια νέα συµφωνία εντός του ευρώ, που θα περιελάµβανε σοβαρή αναδιάρθρωση του χρέους, λήξη της αυτοκαταστροφικής λιτότητας και µια σειρά από μεταρρυθµίσεις ενάντια στην ντόπια ολιγαρχία. Η χειρότερη έκβαση θα ήταν το να παραµείνουµε στο ευρώ, εγκλωβισµένοι στη μετά το 2010 κατάσταση : έγκλειστοι στη φυλακή οφειλετών, όλο και πιο φτωχοί, στερημένοι από προοπτικές κι ελπίδες. Το Grexit θα συνιστούσε µια ενδιάμεση λύση, µακράν χειρότερη από κάποια βιώσιμη συµφωνία εντός της ευρωζώνης, αλλά καλύτερη, µεσοπρόθεσµα και µακροπρόθεσµα, από έναν φαύλο κύκλο επί πενταετία και βάλε λιτότητας, δήθεν διασώσεων και µόνιμης ύφεσης.

Του είπα πως σε καµία περίπτωση το Βερολίνο, η Φρανκφούρτη, οι Βρυξέλλες ή το ΔΝΤ δε θα αποδέχονταν µια τελεσίδικη πρόταση εκ µέρους του-απλώς θα την επέρριπταν την ώρα που η κοινή γνώμη, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό, θα έριχνε το φταίξιμο στην Αθήνα. Άρα ένα τέτοια τελεσίγραφο θα οδηγούσε σίγουρα στην τρίτη έκβαση -αποπομπή από την ευρωζώνη-, χωρίς να υφίσταται καµία πιθανότητα για την πρώτη. Για να αφήσει ανοικτό το ενδεχόµενο της βέλτιστης έκβασης, έπρεπε να τους αναγκάσει να διαπραγματευτούν. Αυτό σήµαινε, από τη µία µεριά, ότι θα απέρριπτε το Grexit ως απειλή (πόσο µάλλον ως στρατηγικό στόχο) και, από την άλλη, ότι θα προσπαθούσε να περάσει στη διεθνή κοινότητα το μήνυµα ότι ο χειρότερος φόβος µας ήταν όχι ένα τυχόν Grexit, αλλά η συνέχιση της παρούσας κατάστασης.

Αφού ανέπτυξα το επιχείρημα µου, ο Αλέξης φάνηκε να μην ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τις λεπτές διαφορές του να απαιτείς Grexit από το να μην είσαι διατεθειμένος να κάνεις ό,τι σου ζητήσουν για να το αποφύγεις. «Όµως, Γιάνη, πολλοί άνθρωποι, όπως ο Πωλ Κρούγκµαν, λένε πως θα ήµασταν καλύτερα εκτός ευρώ ούτως ή άλλως», µου αντέτεινε. Συμφώνησα ότι θα ήµασταν καλύτερα αν δεν είχαµε ενταχθεί στην ευρωζώνη. Αλλά έσπευσα να προσθέσω ότι είναι άλλο πράγµα το να έχεις µείνει εκτός ευρώ και άλλο το να βγεις από αυτό. «Μια έξοδος δε θα µας οδηγούσε εκεί όπου θα ήµασταν αν δεν είχαµε μπει!» του είπα όσο πιο εµφατικά μπορούσα.

Προσπάθησα να ενεργοποιήσω τη σκέψη του περιγράφοντος σε γενικές γραµµές τι ανέµενα να συµβεί αµέσως µόλις ανακοινωνόταν Grexit. Η Ελλάδα, αντίθετα από την Αργεντινή, που το 2002 επέλεξε να βγει από τη ζώνη του δολαρίου,4 δεν είχε δικά της χαρτονοµίσματα και κέρματα σε κυκλοφορία. Το Grexit δε θα απαιτούσε απλώς τη διακοπή της σχέσης ισοτιμίας ένα προς ένα ανάµεσα στη δραχμή και στο ευρώ, καθώς απλώς εµείς δεν είχαµε δραχμές (αντίθετα από την Αργεντινή, όπου ο κόσµος στις τσέπες του είχε πέσο).

Στην Αργεντινή το αποτέλεσµα της κατάργησης της ισοτιμίας πέσο-δολαρίου υπήρξε µια δραματική υποτίμηση του εθνικού νομίσµατος, η οποία οδήγησε σε µεγάλη αύξηση των εξαγωγών. Αυτό, µε τη σειρά του, έφερε µεγάλη μείωση του εμπορικού ελλείμματος και κατά συνέπεια την ανάκαµψη. Η Ελλάδα, όµως, αντίθετα από την Αργεντινή, θα έπρεπε να δημιουργήσει µια νέα δραχμή προτού την αποκόψει από το ευρώ. Όµως η δημιουργία νομίσµατος παίρνει µήνες. Με άλλα λόγια, ένα Grexit θα ήταν σαν να ανακοινωνόταν η νοµισµατική υποτίμηση µήνες προτού συµβεί. Μια τέτοια στρατηγική θα είχε ιδιαίτερα αρνητικές επιπτώσεις, καθώς θα έβγαιναν µαζικά από τη χώρα τα υπάρχοντα ευρώ, ενώ -κι αυτό ήταν το χειρότερο-για μήνες δε θα υπήρχε εθνικό νόμισμα για τη διεκπεραίωση των καθημερινών συναλλαγών

Ρώτησα τον Αλέξη αν ήταν έτοιµος να σταθεί ενώπιον των ψηφοφόρων σε µια προεκλογική εκστρατεία και να τους πει ότι πρότεινε ακριβώς αυτό. Ότι αυτό ήταν το Σχέδιο Α του. Ίσως, πρόσθεσα, θα ήταν καλύτερα να το θέσει στον κόσµο ως εξής: θα απαιτήσουµε την αναδιαπραγμάτευση του χρέους και των µνημονίων, που θα οδηγήσει σε µια νέα βιώσιμη συµφωνία εντός της ευρωζώνης. Αλλά, αν η ΕΕ και το ΔΝΤ αρνηθούν να διαπραγματευθούν επί της ουσίας, δε θα αποδεχτούµε επιπλέον μη βιώσιµο δανεισµό από τους φορολογούµενους ως Ευρώπης. Και, αν θελήσουν να µας επιβάλουν, ως αντίποινα, µια έξοδο από το ευρώ, µε κολοσσιαίο κόστος και για τις δύο πλευρές, ας κοπιάσουν.

Ο Παππάς ένευε καταφατικά µε ενθουσιασµό, αλλά ο Αλέξης έµοιαζε να βρίσκεται κάπου αλλού. Τον πίεσα να µου εξηγήσει τι σκεφτόταν και επιβεβαιώθηκε η υποψία µου ότι τον απασχολούσαν κυρίως τα τεκταινόµενα στο εσωτερικό του Σύριζα και δευτερευόντως η αντιμετώπιση της ιστορικής σημασίας ερωτήματος. Δε µου έκανε καλή εντύπωση αυτό αλλά δε µε παραξένεψε κιόλας. Καθώς ερχόταν το τέλος της συνάvτησης, διακινδύνευσα να ακουστώ αφ’ υψηλού παίρνοντας την πρωτοβουλία να του προσφέρω συµβουλή: «Αλέξη, αν θέλεις να γίνεις πρωθυπουργός, πρέπει να µάθεις αγγλικά. Βρες δάσκαλο, είναι επιτατική ανάγκη».

Στα σπίτι η Δανάη µε ρώτησε πώς είχε πάει η συνάντηση. «Είναι πολύ ευχάριστος άνθρωπος, αλλά δε νομίζω ότι το έχει», της είπα, χωρίς να είµαι απολύτως σίγουρος για την κρίση µου. Από τη µία ήταν ξεκάθαρα οξυδερκής, όµως από την άλλη τον έβλεπα να είναι πιασµένος στα πλοκάµια της εσωκομματικής λογικής, κάτι που δε συνάδει µε αυτό που χρειαζόταν µια χώρα εγκλωβισμένη σε καθεστώς αµείλικτης χρεοδουλοπαροικίας.

Εκείνες οι πρώτες συναντήσεις µε τον Αλέξη και τον Παππά αποδείχτηκαν καθοριστικές από αρκετές απόψεις. Τα δύο προηγούµενα χρόνια είχα συνηθίσει να συναντώ προβληματισμένους πολιτικούς από όλο το πολιτικό φάσµα µε εξαίρεση τους εκπροσώπους του ΚΚΕ, οι οποίοι δεν έχουν ανάγκη για συζητήσεις κοινού προβληματισμού µε τους εκτός των τειχών του Περισσού. Όµως, καθώς έφτανε στο τέλος του το 2011 και πλησίαζε το 2ο µνημόνιο, οι ευκαιρίες ουσιαστικού διαλόγου µε οποιονδήποτε από το πολιτικό κέντρο στένευαν. Τα στελέχη από το συρρικνούµενο ΠΑΣΟΚ είτε απλώς αποτραβιούνταν στα ιδιωτικά τους καθαρτήρια είτε προσανατολίζονταν να γίνουν ουρά µιας κυβέρνησης βασικά της Νέας Δημοκρατίας που θα πέρναγε το 2ο µνημόνιο, και κατόπιν «έχει ο θεός». Όσο για τα στελέχη της Νέας Δημοκρατίας, πολλά εκ των οποίων είχαν κάποτε συμμεριστεί τους προβληµατισµούς µου, τώρα ενδιαφέρονταν για ένα µόνο πράγµα: πώς θα επέστρεφαν στα υπουργικά έδρανα, έστω και σε λυκοφιλικό συνασπισµό µε τους έως πρότινος ορκισµένους αντιπάλους τους από το ΠΑΣΟΚ.

Ξαφνικά οι ευκαιρίες διαλόγου σε διακομματικό επίπεδο εξαφανίστηκαν, σαν το νερά µιας δυνατής άμπωτης. Στη Βουλή απέµενε µόνο ο Σύριζα να µάχεται ενάντια στις βουλές και στα κόλπα του Μνnμονιστάν 2.0. Γι’ αυτό τον λόγο, όταν ο Παππάς µε ξαναπήρε τηλέφωνο την εποχή που η Βουλή επικύρωνε το 2ο µνημόνιο, προτείνοντας νέα συνάντηση, αποδέχτηκα χωρίς δεύτερη σκέψη την πρόκληση, όποιες κι αν ήταν οι ανησυχίες µου.

Στη δεύτερη συνάντηση µας, και στις επόμενες, έµελλε να εκπλαγώ ευχάριστα: ο Αλέξης έδειχνε άλλος άνθρωπος. Είχε πει αντίο στην αρχική αυτάρεσκη µακαριότητα, στην εµµονή µε τις εσωτερικές υποθέσεις του Σύριζα και στην επιπόλαιη στάση απέναντι στο Grexit. Ήταν σαφές πως είχε µελετήσει την κατάσταση , ακόμη και τη Μετριοπαθή Πρότασή µας κατανοούσε καλά. Επίσης µου είπε µε υπερηφάνεια ότι είχε βρει δάσκαλο αγγλικών και πως τα πήγαινε πολύ καλά. (Λίγα χρόνια αργότερα, κατά τη θητεία µου στην πρώτη κυβέρνηση του, θυµάµαι να ακούω τηλεδιάσκεψη του µε την καγκελάριο Μέρκελ και τον πρόεδρο Ολάντ. Κάποια στιγµή, συνειδητοποιώντας πως ο Αλέξης µιλούσε τα καλύτερα αγγλικά από τους τρεις τους, έβαλα το γέλια.)

Το καλύτερο στοιχείο των συναντήσεων µας ήταν το γεγονός ότι βαθµιαία σφυρηλατήθηκε µεταξύ µας επικοινωνιακή σαφήνεια και αίσθημα σύγκλισης γύρω από έναν κοινό στόχο. Αφιέρωσα πολλή ενέργεια για να δώσω στον Αλέξη και στον Παππά να καταλάβουν ότι, στις διαπραγµατεύσεις τους µε την ΕΕ και το ΔΝΤ, καίριο ρόλο στην επιτυχία του Αλέξη θα έπαιζε η ικανότητα της κυβέρνησης του να ελέγχει τις ελληνικές τράπεζες. Εν τω µεταξύ ο Αλέξης έδειχνε να ενστερνίζεται την πολιτική της « εποικοδομητικής ανυπακοής» που τους πρότεινα και η οποία συνίσταται από τρία σκέλη:

1. Άρνηση περαιτέρω μη βιώσιµων δανείων υπό νέους όρους λιτότητας

2. Κατάθεση μετριοπαθών προτάσεων για αναδιάρθρωση του χρέους, μείωση φορολογικών συντελεστών και μεταρρυθµίσεις που θα κτυπούσαν το τρίγωνο της αµαρτίας

3. Εκπόνηση σχεδίου αποτροπής της απειλής του Βερολίνου µε Grexit, συγκεκριµένα αποτροπής του κλεισίματος των ελληνικών τραπεζών

Τέξας

έρασαν µέρες προτού πω στη Δανάη για εκείνο, το µεταμεσονύκτιο τηλεφώνημα. Πριν την ανησυχήσω, ήθελα να εκτιμήσω τη σοβαρότητα της απειλής. Ήµουν σίγουρος ότι επρόκειτο για δειλούς που δε θα τολµούσαν να προχωρήσουν πέρα από κούφιες απειλές. Όµως, είχα το δικαίωµα να πάρω µια τέτοια απόφαση, δεδοµένου ότι αφορούσε το παιδί της; Με τους τραπεζίτες, την κυβέρνηση και µεγάλα συµφέροντα να κυριεύονται όλο και περισσότερο από την απελπισία, ποιός ήξερε µέχρι πού θα έφταναν; Όταν τελικά της µετέφερα το τηλεφώνημα εκείνο, η Δανάη µε κοίταξε επικριτικά και µου έθεσε ένα εύκολο δίλημµα: «Είτε κατεβαίνεις στην πολιτική, ώστε να µας προστατεύσεις, είτε φεύγουµε από τη χώρα». Χωρίς καν να το σκεφτώ, της απάντησα: «Τότε φεύγουµε».

Μία εβδομάδα αργότερο ήταν ήδη προγραµµατισμένο ταξίδι στις ΗΠΑ στο πλαίσιο της προώθησης του τελευταίου µου βιβλίου για την κρίση του Παγκόσµιου Μινώταυρου. Εκεί είχα δύο, προσφορές για δουλειά που µου επέτρεψαν να µείνω πιστός στην υπόσχεση που έδωσα στη Δανάη. Έτσι, στις αρχές του 2012 φεύγαµε για τις Ηνωμένες Πολιτείες, για το Σηάτλ αρχικά µε κατάληξη το Όστιν του Τέξας, όπου θα δίδασκα στη Σχολή Δημοσίων Υποθέσεων, µε την επονομασία Λύντον Τζόνσον, του Πανεπιστημίου του Τέξας.

Τη µέρα που μπήκα στο αεροπλάνο οι οθόνες του Bloomberg, τις οποίες ως γνωστόν χρησιμοποιούν οι χρηματιστές παγκοσµίως για να παρακολουθούν τις αυξοµειώσεις τιµών και ποσοτήτων, περιείχαν τους εξής τίτλους ειδήσεων δίπλα δίπλα:

⦁ Η Μέρκελ δηλώνει ανοικτή στην ιδέα της αµοιβαιοποίησης του δημόσιου χρέους, καθώς ο Μόντι δηλώνει έτοιμος να την πείσει:5

⦁ Έλληνας πανεπιστημιακός εκδιώκεται από τη χώρο επειδή έλεγε οικονοµικές αλήθειες.

Θυµάµαι να σκέφτοµαι, διαβάζοντας αυτές τις ειδήσεις, τη µία δίπλα στη άλλη, πως αν η πρώτη είδηση ήταν ακριβής, ίσως η δεύτερη να ήταν περιττή…

Το Όστιν ήταν για µας µια όαση και, για µένα ιδιαίτερο, κάτι σαν το σηµείο του Αργιλώδη που ζητούμε να σταθεί έξω από τον τόπο του και «ταν γαν κινασεί». Μου προσέφερε την ηρεµία, τα µέσα και τις γνωριμίες που βοήθησαν ώστε να υπάρξει προσέγγιση µεταξύ των νέων φίλων µου στην ηγεσία του Σύριζα και της κυβέρνησης Ομπάµα. Αν όντως ο Αλέξης κι ο Παππάς όταν να βρεθούν κάποια στιγμή στην κυβέρνηση κόντρα στο τρίγωνο Βρυξελλών-Φρανκφούρτης-Βερολίνου, το µόνο που δε χρειαζόταν ήταν µια σχέση αντιπαλότητας και µε την Ουάσινγκτον. Προς αυτή την κατεύθυνση, µε τη βοήθεια του φίλου µου Τζέιµι Γκάλμπρεϊθ, µε τον οποίο ήµασταν συνάδελφοι στο Όστιν, κάναµε ότι µπορούσαµε από δηµοσίευση άρθρων στους Νιου Γιόρκ Τάιµς µέχρι και οργάνωση συνεδρίου στο Όστιν για την κρίση του ευρώ, µε κεντρικό οµιλητή τον Αλέξη Τσίπρα.

Ο χειμώνας του 2012 και η άνοιξη που ακολούθησε επισκιάζονταν από το 2ο µνηµόνιο, τη χρεοκοπία των ασφαλιστικών ταµείων, την εκχώρηση της δημοκρατικής κυριαρχίας πάνω σε βασικούς θεσµούς της Ελληνικής Δηµοκρατίας. Η χώρα έβραζε στη σιωπηλή απόγνωση που ακολούθησε τον τερµατισµό της αγανάκτησης την οποία συµβόλισε κατά το 2011 η Πλατεία Συντάγµατος. Η μεταβατική κυβέρνηση της τρόϊκας, µε τον Λουκά Παπαδήµο, υποτίθεται στο τιμόνι της χώρας, οικοδοµούσε υπό τας διαταγάς της τρόϊκας το Μνηµονιστάν 2.0. Με το που θα τελείωνε εκείνη η «οικοδόµηση», η Βουλή θα διαλυόταν ώστε να κερδίσει τις επόµενες εκλογές η Νέα Δηµοκρατία και να αποζημειωθεί µε το κλειδιά του Μαξίµου, για την εγκατάλειψη του αντιμνηµονιακού του λόγου, ο Αντώνης Σαµαράς. Κάπως έτσι φτάσαµε στις εκλογές του Μαίου του 2012. Όλα αυτά τα παρακολουθούσα από το Όστιν τις νύχτες, που λόγω διαφοράς ώρας µε μετέφεραν στην Ελλάδα µέσω Διαδικτύου.

Πριν από εκείνες τις εκλογές, την άνοιξη του 2012, οι επαφές µου µε τον Αλέξη και τον Παππά ήταν λίγες. Όταν προκηρύχτηκαν, αρχίσαµε να µιλάµε πιο συχνά. Από το Τέξας πάσχιζα να τους ωθήσω στην εγκατάλειψη του oποιοδήποτε λαϊκισµού και στην υιοθέτηση µέτριοπαθούς προγράµµατος το οποίο θα έβαζε πάνω απ’ όλα -τι άλλο; την αναδιάρθρωση του χρέους. Έβλεπα βέβαια πως τους ήταν σχεδόν αδύνατον να απεμπολήσουν την ίαση της Αριστεράς να υπόσχεται κρατικές, φιλολαϊκές παρεµβάσεις που όµως ένα πτωχευµένο κράτος δεν μπορεί ποτέ να τις εκπληρώσει Ήλπιζα όµως ότι, σιγά σιγά, αυτοί οι δύο νέοι άνθρωποι μπορούσαν να ξεφύγουν από την πεπατηµένη και να αποδειχθούν ανοικτοί στις απαιτήσεις των καιρών.

Όταν όµως διάβασα το οικονοµικό πρόγραµµα του Σύριζα για τις εκλογές εκείνου του Μαίου, σταμάτησα στην τρίτη σελίδα. Τέτοιος ήταν ο θυµός µου! Tην επόµενη µέρα µάλιστα, σε τηλεοπτική εµφάνιση µέσω Skyρe σε γνωστό τηλεοπτικό κανάλι, είπα ότι ο µόνος τρόπος να ψηφίσω τον Σύριζα ήταν αν κατάφερνα να µη διαβάσω το οικονοµικό του πρόγραµµα.

Κώδων Κινδύνου

ίχα µόλις επιστρέψει στην Αθήνα για να ψηφίσω στις εκλογές του Μαίου 2012, όταν µου τηλεφώνησε ο Παππάς για να κανονίσουµε συνάντηση. Βρεθήκαµε οι τρεις µας στο ίδιο ξενοδοχείο στου Ψυρρή, αυτή τη φορά υπό διαφορετικές συνθήκες: πλέον οι συνομιλητές µου δεν αποτελούσαν περιθωριακή δύναµη στην πολιτική σκηνή της τάξης του 4%, αλλά απολάµβαναν λαϊκή υποστήριξη που θα μπορούσε να παραγάγει πραγματική αλλαγή, όχι με τα από κάποια χρόνια, αλλά ίσως με τα από µερικές εβδοµάδες! Εντούτοις, κατά τη διάρκεια της συνάντησης εκείνης άρχισαν να µε ζώνουν τα φίδια. «Κώδων κινδύνου», σκέφτηκα ενδόμυχα καθώς ανέβαινα στη μηχανή για να επιστρέψω σπίτι.

«Καταλαβαίνεις ότι, αν νικήσουµε, θα χειρίζεσαι τις διαπραγµατεύσεις µας µε την ΕΕ και το ΔΝΤ;» µου είπε ο Παππάς τόσο φιλικά όσο και αυτάρεσκα. Μ’ έπιασε ένας κόμπος στο στοµάχι. Όχι µόνο από το µέγεθος του εγχειρήματος, αλλά και από κάτι άλλο: Η προθυµία του Παππά να προεξοφλήσει τη συµµετοχή µου σε µμελλοντικές διαπραγματεύσεις µε την ΕΕ και το ΔΝΤ συγκρουόταν µε το γεγονός ότι ο Τοµέας Οικονοµικών του Σύριζα ανήκε στον Γιάννη Δραγασάκη.

Το γεγονός ότι ο Αλέξης και ο Παππάς προφανώς δε θεωρούσαν τον Δραγασάκη το κατάλληλο (ή µήπως το πρόθυµο;) στέλεχος που θα έδινε µάχη στο Eurοgrοup, µε την ΕΕ και το ΔΝΤ, δεν αναιρούσε το γεγονός ότι είχε την ευθύνη της συγκρότησης της οικονομικής ατζέντας του κόμματος και αποτελούσε κορυφαίο στέλεχος που δεν ήταν ούτε σωστό ούτε πρέπον να παραμεριστεί. Η μόνη λογική εξήγηση της απερίσκεπτης ιδέας να μου αναθέσουν τη διαπραγμάτευση ήταν ότι ήθελαν να έχουν άλλον επικεφαλής της διαπραγμάτευσης και άλλον υπουργό Οικονομικών.

Έκανα μια παύση προτού απαντήσω στον Παππά. Κοίταξα τον Αλέξη και του είπα ότι η σκέψη του με τιμούσε, αλλά δεν έβλεπα πώς θα μπορούσε να λειτουργήσει ένας τέτοιος διαχωρισμός ρόλων. Όλες οι διαπραγματεύσεις θα γίνονταν εντός του Eurogroup, όπου κάθε κυβέρνηση εκπροσωπείται από τον υπουργό Οικονομικών της: για να έχει αυτός ο υπουργός την όποια αξιοπιστία, πρέπει να διαθέτει την πλήρη στήριξη όχι μόνο του πρωθυπουργού του, αλλά και του υπουργικού συμβουλίου, του κοινοβουλίου και του εκλογικού σώματος της χώρας του. Αν έστελναν μη εκλεγμένο τεχνοκράτη να διαπραγματευτεί με τους πιστωτές την οικονομική απελευθέρωση της χώρας, ενώ κάποιος άλλος θα διηύθυνε την οικονομία της, θα ήταν σαν να πατάνε με το ένα πόδι σε μία βάρκα και με το άλλο σε άλλη-εγγύηση αποτυχίας.

Bλέποντας ο Παππάς ότι ο Αλέξης συμφωνούσε σιωπηρά μαζί μου, προσπάθησε να διασώσει την κουβέντα, ζητώντας μου να συντάξω το περίγραμμα της βέλτιστης διαπραγματευτικής στάσης της κυβέρνησης, εν όψει του ενδεχομένου να κερδίσει ο Σύριζα τις επαναληπτικές εκλογές που θα πραγματοποιούνταν στις 14 Iουνίου, δηλαδή ούτε σε τρεις εβδομάδες. Εκείνο το βράδυ κάθισα και συνέταξα την πρώτη από τις πάμπολλες εκδοχές εκείνου του στρατηγικού προγραμματικού εγγράφου. Δυο ήταν οι βασικοί άξονές του ως προς την αναδιάρθρωση του χρέους : Ο πρώτος αφορούσε την αποσύνδεση της πτώχευσης του κράτους από την πτώχευση των τραπεζών του δημόσιου χρέους δηλαδή από τις ζημίες των τραπεζών. Ο δεύτερος σχετιζόταν με τη σύνδεση των αποπληρωμών του δημόσιου χρέους με τον ρυθμό αύξησης του εθνικού εισοδήματος.

Ως προς τον πρώτο στόχο, δεδομένου ότι ήδη είχαν δοθεί τεράστια κεφάλαια ευρωπαίων φορολογουμένων στις ελληνικές τράπεζές, τα όποια χρεώθηκαν οι υπερχρεωμένοι Έλληνες φορολογούμενοι, ο μόνος τρόπος να επιτευχθεί ήταν ο αυθεντικός «εξευρωπαϊσμός» των ελληνικών τραπεζών με άλλα λόγια να περάσουν οι μετοχές, και η διοίκησή τους, στους Ευρωπαίους φορολογούμενους που κατέβαλαν τα κεφάλαια. Να εξυγιανθούν δηλαδή χωρίς την επιβάρυνση του ελληνικού κράτους (με άλλα λόγια, τα 41 δισ. που δόθηκαν στις τράπεζες να μη γραφτούν στο δημόσιο χρέος μας) και, κατόπιν, να επαναπωληθούν ώστε οι ευρωπαίοι φορολογούμενοι να πάρουν το χρήματα τους πίσω.

Ο δεύτερος στόχος απαιτούσε ένα έξυπνο επί της ουσίας κούρεμα του δημόσιου χρέους χωρίς εκ προοιμίου απώλειες για τους δανειστές, αλλά ενός μεγέθους που θα αυξανόταν όσο η ανάκαμψη αργεί ένας κλασικός τρόπος που χρησιμοποιείται στον ιδιωτικό τομέα για να αποκτούν οι δανειστές μερίδιο στην ανάκαμψη και κερδοφορία του οφειλέτη, που θα τους μετέτρεπε από δεσμοφύλακα σε συνέταιρο της Ελλάδας.

Στο ίδιο το προγραμματικό έγγραφο, που προοριζόταν μόνο για τον Αλέξη και τον Παππά, τους προειδοποιούσα ότι η αντίδραση της τρόϊκας θα ήταν εχθρική και απειλητική και του συμβούλευα για το τι έπρεπε να κάνει η Αθήνα αν οι ευρωπαίοι αξιωματούχοι απέρριπταν ασυζητητί αυτές τις δύο προτάσεις Ακολουθεί αυτολεξεί η συμβουλή εκείνη:

Αν ο Σύριζα δεν είναι διατεθειμένος να απορρίψει κάθε νέα δόση δανείου έως ότου το χρέος μας γίνει βιώσιμο, δεν υπάρχει λόγος να κερδίσετε τις εκλογές.
Βέβαια, ένα «όχι» στις νέες δόσεις θα έχει κόστος. Η τρόϊκα θα απειλήσει να κλείσει τις τράπεζες την ώρα που το κράτος θα πρέπει να βρίσκει τρόπους να καλύπτει, άνευ νέου δανεισμού, τουλάχιστον μισθούς και συντάξεις. Όπερ μεθερμηνευόμενων, η κυβέρνησή σας θα πρέπει να ετοιμαστεί να περιορίσει τις δαπάνες στο επίπεδο των εσόδων της, συμπιέζοντας από πάνω προς τα κάτω, και όσο χρειάζεται, τους υψηλότερους μισθούς και συντάξεις, την ώρα που οι συναλλαγές θα γίνονται με χρεωστικές κάρτες, μέσω Διαδικτύου (web banking) και κάποιας μορφής κρατικών υποσχετικών (IOU), όπως αυτές που κρατούν ζωντανές τις τράπεζες σήμερα. Θα είναι μια δύσκολη περίοδος, αλλά, κακά τα ψέματα, οι μεγάλοι αγώνες για τη δημοκρατική κυριαρχία απαιτούν και µεγάλες θυσίες.

Από το 2010 φαινόταν καθαρά ότι η τρόϊκα αντιδρούσε σαν θηρίο σε οποιαδήποτε πρόταση περιελάµβανε αναδιάρθρωση του χρέους, γιατί κάτι τέτοια θα ανάγκαζε την καγκελάριο Μέρκελ να αποκαλύψει την αλήθεια που έκρυβε από τους βουλευτές της. Το ίδιο και στην Ελλάδα: η πρόταση µου για «εξευρωπαϊσμό» των ελληνικών τράπεζών αποτελούσε κήρυξη πολέµου απέναντι στους Έλληνες τραπεζίτες, καθώς ο έλεγχος των τράπεζών θα µεταβιβαζόταν στους ευρωπαϊκούς θεσµούς και η ιδιοκτησία τους στους Ευρωπαίους φορολογούµενους. Επιπλέον, τις τράπεζες τις υποστήριζε µια ολόκληρη πολιτική τάξη που είχε συνηθίσει να λαµβάνει τεράστια δάνεια, από το τραπεζικά φιλαράκια της , χωρίς διασφαλίσεις, Εγγυήσεις κι ελέγχους.

«Με συμβουλεύεις να επιδιώξω να δοθούν οι ελληνικές τράπεζες σε ξένους; Πώς θα πείσω την Κεντρική Επιτροπή για κάτι τέτοιο» µε ρώτησε ο Αλέξης σε μετέπειτα συνάντηση στα γραφεία του κόµµατος στην Κουµουνδούρου. «Ναι, ακριβώς αυτό πρέπει να κάνεις», απάντησα. Αν ήθελε µια βιώσιμη συµφωνία εντός ευρωζώνης, του εξήγησα, έπρεπε να αποδεχτεί την εξής βασική αλήθεια: το Ελλάνικο κράτος δε διέθετε το χρήµατα για να στηρίξει τις ελληνικές τράπεζες. Άρα η μόνη εναλλακτική οδός, πέρα από το Grexit ήταν ή τη διαιώνιση της χρεοδουλοπαροικίας, ήταν η ιδιοκτησία των τράπεζών από τους Ευρωπαίους, το κεφάλαια των οποίων τις στήριζαν έτσι κι αλλιώs. Μάλιστα, προσέθεσα ότι, όπως δεν έχει νόημα να µιλάµε για τραπεζικό σύστημα της Καλιφόρνιας ή του Τέξας εντός της ζώνης του δολαρίου, ήταν γελοίο να φανταζόμαστε πως μπορούσε να υπάρξει Ελληνικό τραπεζικό σύστημα εντός της ευρωζώνης.»

Ο Αλέξης χαµογέλασε. Μου είπε ότι δεν τον πείραζε να έρθει αντιμέτωπος µε τους τραπεζίτες, αλλά, αν η κυβέρνηση του δεν είχε κανέναν έλεγχο πάνω στις τράπεζες, θα ήταν αδύνατο να εφαρµόσει την όποια βιομηχανική πολιτική ή το όποιο σχέδιο ανάπτυξης και ανασυγκρότησης. Δε µε έπεισε ότι αυτή ήταν η πραγματική διαφωνία του. Άλλο τον βασάνιζε. Απλώς δεν πίστευε ότι θα κατάπινε την πρόταση µου για τον αφελληνισμό των τράπεζών η Κεντρική Επιτροπή του Σύριζα. Κι ίσως είχε δίκιο σε αυτό.

Για να τον βοηθήσω, του πρότεινα να το θέσει ως εξής στους συντρόφους του στο κόµµα: Ως γνήσιοι διεθνιστές, ως προοδευτικοί Ευρωπαίοι, θα πέρναµε τις χρεοκοπημένες τράπεζες από τους αποτυχημένους και διαπλεκόµενους Έλληνες τραπεζίτες και θα τις παραδίδαµε στους απλούς ανθρώπους της Ευρώπης, στους ίδιους τους Ευρωπαίους πολίτες που διέθεταν το χρήματα τους για τη στήριξη των συγκεκριµένων τραπεζών. Δεδοµένου ότι οι τράπεζες δεν ήταν σε θέση να παράσχουν τα επενδυτικά κεφάλαια που απαιτούνταν για την ανάκαµψη και την ανάπτυξη της Ελλάδας, µόνο όφελος θα είχαµε μεταβιβάζοντας τες µαζί µε το παθητικό τους. Εν τω μεταξύ, θα δημιουργούσαµε εκ του µηδενός µια νέα, δημόσια αναπτυξιακή τράπεζα, στην οποία θα τοποθετούσαµε τα εναπομείναντα περιουσιακά στοιχεία της Ελλάδας. Με εγγύηση αυτά, θα προσελκύαµε επενδυτικά κεφάλαια για αναπτυξιακούς σκοπούς, σε συνεργασία µε την Ευρωπαϊκή Τράπεζα επενδύσεων και άλλες ανάλογες αναπτυξιακές τράπεζες.

Άρεσε στον Αλέξη αυτή η διεθνιστική, προοδευτική όψη της πρότασης. Όµως του άρεσε αρκετά για να την παρουσιάσει στην Κεντρική Επιτροπή και να πείσει π.χ. τον Δραγασάκη να την αποδεχτεί ; Το δίλημµα του νεαρού ηγέτη καθοριζόταν από πολλές από τις νοσηρές πραγματικότητες που τελικά υπονόµευσαν το σχέδιο μάχης µας τρία χρόνια µετά, την άνοιξη του 2015. Το έβλεπα στο πρόσωπό του εκείνο το απόγευµα στα γραφεία του Σύριζα, το καλοκαίρι του 2012. Αντιλαμβανόταν, ήµουν σίγουρος, ότι η πρόταση µου συνιστούσε διέξοδο εντός της ευρωζώνης. Ταυτόχρονο, όµως, δεν ήταν διατεθειμένος -ίσως δεν είχε τη δύναμη να έρθει σε ρήξη µε το εσωκομματικό κατεστημένο του Σύριζα.

Οι προτάσεις µου θα απορρίπτονταν µετ’ επαίνων, γι’ αυτό δεν είχα αµφιβολία. Αντί να στενοχωρηθώ, το θεώρησα εξαιρετική δικαιολογία για να κρατήσω αποστάσεις από τον Σύριζα. Θεωρούσα επιβεβλημένο, µάλιστα µε ανακούφιση, όσο ο Αλέξης εξακολουθούσε να είναι όµηρος των αυταπατών που κυριαρχούσαν στο εσωτερικό του Σύριζα, να παραµένω εκτός κοµµάτων, προσφέροντας απλώς χρήσιµες συµβουλές, αν κι εφόσον µου τις ζητούσαν. Τρεις µέρες αργότερο, στις 24 Μαίου, η ανακούφιση µου µεγάλωσε όταν διάβασα τον λόγο του Αλέξη αναφορικά µε την οικονομική πολιτική του Σύριζα. Το χάσµα ανάµεσα σε αυτό που πρότειναν και σε αυτά που μπορούσαν να επιτευχθούν εντός της ευρωζώνης ήταν εντυπωσιακό αν και όχι µεγαλύτερο των αντίστοιχων των άλλων κοµµάτων. Μέσα σε µία ώρα είχα αποστείλει στον Αλέξη και στον Παππά µακροσκελές επικριτικό μέιλ, στο οποίο επισήµαινα τα πολυάριθµα λογικά σφάλµατα που περιείχαν οι υποσχέσεις τις οποίες µοίραζαν στο κοµµατικό ακροατήριο , ενώ προέβαινα και σε εκτίμηση σχετικά µε την ικανότητα του Γιάννη Δραγασάκη να καταρτίσει πειστικό οικονοµικό πρόγραµµα.

Οι συγκεχυμένες δηµόσιες δηλώσεις του Αλέξη, η υστερία της ελληνικής ολιγαρχίας ενάντια στον Σύριζα, συν οι ωµές απειλές της καγκελαρίου Μέρκελ εναντίον µιας Ελλάδας µε κυβέρνηση Σύριζα τελικό οδήγησαν σε εκλογικό αποτέλεσµα που κράτησε τον Αλέξη στον χώρο της αντιπολίτευσης. Ένιωσα ταυτόχρονα ανακούφιση και θλίψη: ανακούφιση γιατί θα υπήρχε χρόνος να βάλει σε µια τάξη τα πράγµατα στο µυαλό και στο κόµµα του και θλίψη γιατί πλέον το Mνημoνιστάν έβαινε προς παγίωση υπό κυβέρνηση συνασπισµού που ήταν έτοιμη να χορέψει εκστασιασµένη στον ρυθµό της τρόϊκας.

Το κύκνειο άσµα µιας φιλίας

ο 2000, ύστερα από 23 χρόνια στο εξωτερικό, επέστρεψα στην Ελλάδα έχοντας εκλεγεί, έναν χρόνο νωρίτερα, αναπληρωτής καθηγητής στο Τµήµα Οικονοµικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Οι µόνοι συνάδελφοι που γνώριζα, καθώς ούτε σπουδές είχα κάνει στην Ελλάδα ούτε και είχα διδάξει πριν, ήταν ο Νίκος Πετραλιάς και η Λούκα Κατσέλη , η οποία ήταν µάλιστα πρόεδρος του Τµήµατος εκείνη την εποχή οι δύο άνθρωποι που πρωτοστάτησαν στον επαναπατρισμό µου. 7

Αφότου εγκαταστάθηκα στο Πανεπιστήµιο Αθηνών, σύντοµα εντάχτηκα σε µια μικρή οµάδα συναδέλφων µε τους οποίους µοιραζόµασταν κοινές μεθοδολογικές τάσεις και, βασικά, την αγάπη για την Πολική Οικονοµία. Πέραν του Νίκου Πετραλιά, η οµάδα εκείνη αποτελούνταν από τα «παιδιά» του Γιώργου Κριμπά-τον οποίο, όταν κατέφθανα από την Αυστραλία, βρήκε στη θέση του διευθυντή του Τοµέα Πολίτικης Οικονοµίας. Ο Κριμπάς ήταν ο µέντορας νεότερων συναδέλφων όπως ο Νίκος Θεοχαράκης, ο Μάνος Κουντούρης και ο Γιάννης Στουρνάρας και οι τρεις παλιοί φοιτητές του. Πολύ γρήγορα θα γινόµασταν συνεκτική οµάδα µε κοινό στόχο την αναβάθµιση των σπουδών και τη διάσωση της Πολίτικης Οικονοµίας και της Οικονομικής Θεωρίας (από το νύχια της Χρηματοοικονομικής και άλλων νεόκοπων, δευτερευόντων πεδίων, που όµως σαγήνευαν τους φοιτητές προσφέροντας φρούδες ελπίδες επαγγελματικής αποκατάστασης) ως του κύριου πυλώνα του Τρήματος Οικονοµικών Επιστήμων. Πέραν όµως της επιστημονικής µας συνεργασίας είχαµε γίνει και φίλοι.

Έναν χρόνο µετά ανέλαβα χρέη διευθυντή του Τοµέα Πολίτικης Οικονοµίας. Σύντοµα στον Τοµέα µας προστέθηκε ο Αντρίκος Παπανδρέου, ενώ ανέλαβα εκστρατεία να πείσω έναν άλλον αγγλοτραφή οικονοµολόγο, που δίδασκε στην πρώην ΑΣΟΕΕ, να ενταχθεί κι εκείνος στην οµάδα µας: τον Ευκλείδη Τσακαλώτο. Στόκος µου ήταν η όσο το δυνατόν καλύτερη στελέχωση του Τοµέα ώστε να αναβαθμιστούν οι προπτυχιακές και μεταπτυχιακές µας σπουδές, οι οποίες ειλικρινά πίστευα ότι μπορούσαν να καταταχτούν διεθνώς.

Την εποχή εκείνη, και το περισσότερα χρόνια που προηγήθηκαν, ο Γιάννης Στουρνάρας δίδασκε υπό καθεστώς µερικής απασχόλησης. Κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την ένταξη της Ελλάδας στην ευρωζώνη, τη δεκαετία του 1990, ο Γιάννης διετέλεσε πρόεδρος του Συµβουλίου Οικονοµικών εµπειρογνωµόνων (ΣΟΕ), καίριου οργάνου του Υπουργείου Οικονοµικών, επί υπουργίας Γιάννου Παπαντωνίου. Απ’ ότι γνωρίζω, ο Γιάννης είχε βοηθήσει σημαντικά στην προσπάθεια να πειστούν Βερολίνο και Βρυξέλλες να παραµερίσουν τις αντιρρήσεις τους να δεχτούν την Ελλάδα στο ευρώ. Κι όταν η Ελλάδα έγινε δεκτή στο ευρώ, το 2000, ο τότε πρωθυπουργός Κώστας Σηµίτης τον επιβράβευσε κάνοντας τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύµβουλο της Εμπορικής Τράπεζας. Τότε, όταν απολάμβανε τα ηνία της Εμπορικής, ήταν που γνωριστήκαµε καλά.

Ο Γιάννης, παρά το βαρύ του πρόγραµµα, ήταν πάντα πρόθυµος να διδάσκει, µάλιστα µε χαρά, αφοσίωση και συχνά περισσότερες ώρες απ’ όσες όριζε ο νόµος για τους καθηγητές μερικής απασχολούσε. Ως διευθυντής του Τοµέα Πολίτικης Οικονοµίας, τον αισθανόμουν αρωγό των προσπαθειών µου. Από τη µεριά µου προσπαθούσα να κρατώ το διδακτικό του πρόγραµµα ελαφρύ και συµβατό µε τις άλλες υποχρεώσεις του. Από τη µεριά του έκανε ότι ήταν δυνατόν να βοηθήσει τον Τοµέα διδάσκοντας μαθήματα που είχαμε ανάγκη να διδαχθούν. Οι µακροικονομικές µας απόψεις µπορεί να διέφεραν σημαντικά, όπως και οι πολιτικές, εντούτοις η αφοσίωση του στο πανεπιστήµιο και η καλή προσωπική χημεία που είχαμε μεταξύ µας αποτέλεσαν το θεµέλια για την ανάπτυξη µιας φιλίας.

Όταν το 2003 ιδρύσαµε ένα διεθνές πρόγραµµα διδακτορικών σπουδών, το UADPhιIEcοn, ο Γιάννης το υποστήριζε, απολαμβάνοντας ο ίδιος τη χαρά που µας έδιναν οι εξαιρετικοί φοιτητές τους οποίους προσελκύαµε. Βέβαια, ως γνωστόν, στην Ελλάδα καµία καλή πράξη δε µένει ατιμώρητη. Η Επιτυχία εκείνου του διδακτορικού προγράµµατος σπουδών ενέπνευσε λυσσαλέο πόλεµο εναντίον του από διεφθαρμένες κομματικές νεολαίες και, φευ, από συναδέλφους που ένοιωθαν ότι τους χάλαγε την πιάτσα. Με τον Γιάννη και την υπόλοιπη οµάδα κάναµε ότι µπορούσαµε για να αποκρούσουµε τις διάφορες µορφές εκδίκησης των µετρίων διαπλεκόµενων συναδέλφων και φοιτητών. Ο κοινός αγώνας µας έδεσε ακόµα περισσότερο. Σύντοµα με τον Γιάννη, τη Λίνα (τη σύντροφο του) και τη Δανάη αρχίσαµε να κάνουμε «εξωσχολική» παρέα.

Θυµάµαι χαρακτηριστικά το βράδυ των εκλογών του Σεπτεµβρίου του 2009, οι οποίες έφεραν στην πρωθυπουργία τον Γιώργο Παπανδρέου. Το περάσαμε µε τη Δανάη στο διαµέρισµα του Γιάννη και της Λίνας, µαζί µ’ ένα άλλο ζευγάρι, παρακολουθώντας τα αποτελέσµατα από την τηλεόραση. Από όλους τους παρισταµένους µόνο ο Γιάννης κι εγώ δεν είχαμε ψηφίσει ΠΑΣΟΚ εκείνη τη µέρα µάλλον γιατί, όπως λένε και για τα λουκάνικα, αν ξέρεις πώς φτιάχνονται… Λίγους μήνες αργότερα η Ελλάδα είχε χρεοκοπήσει, µε το 1ο µνημόνιο να βρίσκεται προ των πυλών.

Εκείνη τη σημαδιακή χρονιά, το 2010, ο Γιάννης έκανε την προσωπική του ρήξη αποδεχόμενος τη θέση του επιστημονικού διευθυντή του ΙΟΒΕ, ενός ινστιτούτου που είχε ιδρύσει ο Σύνδεσµος Eλλήνων Βιομηχάνων, ο οποίος, παραδοσιακά, πρόσκειτο στη Νέα Δημοκρατία. Ήταν η πρώτη φορά που ο Γιάννης Στουρνάρας διορίστηκε σε θέση που δεν ήταν υπό τον έλεγχο ή την εξουσία του λεγομένου κράτους ΠΑΣΟΚ. Υπό αυτή την έννοια, ο Γιάννης ήταν πρωτοπόρος- ο πρώτος από τους συμμετέχοντες στον κύκλο του Κώστα Σημίτη που έδωσε το έναυσµα για την απόδραση από το ΠΑΣΟΚ και την προσχώρηση σε χώρο προνομιακό για τη ΝΔ.

Έναν µήνα πριν από τις εκλογές του Μαίου του 2012 πέρασα από την Αθήνα, επιστρέφοντος από τις ΗΠΑ µέσω Βερολίνου, όπου είχα µμιλήσει σε συνέδριο για την κρίση του ευρώ. Την επόμενη µέρα τηλεφώνησα στον Γιάννη για να βρεθούμε να ανταλλάξουμε απόψεις, όπως κάναµε τα προηγούµενα χρόνια. Πράγµατι, την επόµενη συναντηθήκαμε στο καφέ ξενοδοχείου κοντά στην Ακρόπολη. Όπως πάντα, αγκαλιαστήκαμε, φιληθήκαμε και ανταλλάξομε νέα για τις κόρες και τις συντρόφους µας. ‘Οταν το γυρίσαμε στα της ελληνικής και ευρωπαϊκης κρίσης, τον ενημέρωσα για τις συζητήσεις που µόλις είχα στο Βερολίνο με αξιωµατούχους από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και τη γερµανική κυβέρνnσn, µε οικονομικούς συντάκτες κτλ. Αναφέρθηκα επίσης σε συνοµιλία που είχα με τον Τζορτζ Σορός στο περιθώριο ενός πάνελ στο οποίο συμμετείχαμε και οι δύο. Είπα στον Γιάννη ότι ο Σορός συµφωνούσε µε τις εκτιμήσεις µου για την ελληνική κατάσταση καθώς και µε το κύριο σηµείο της Μετριοπαθούς Πρότασης που καταθέσομε µε τον Στιούαρτ Ολλάντ και τον Τζέιµι Γκάλμπρεϊθ.

Κάποια στιγµή η συζήτηση επικεντρώθηκε στο 2ο µνημόνιο και στο πρόγραµµα δημοσιονοµική πολίτικης µε το οποίο ήταν συνυφασµένος. Η διαφωνία µας ήταν έντονη. Ήταν σαφές ότι η χρεοκοπία της Ελλάδας Είχε δημιουργήσει χάσµα απόψεων ανάµεσά µας, μετατρέποντας σχετικά μικρές προ υπάρχουσες μακροοικονομικές διαφορές µας σε θεωρητική, εμπειρική και πολιτική διάσταση απόψεων. Ο Γιάννης επέµενε ότι το πρόγραµµα της τρόϊκας ήταν βιώσιµο, υπό την προϋπόθεση ότι θα εφαρμοζόταν µε τον απαιτούμενο ζήλο. Τον ρώτησα πώς μπορούσε να είναι βιώσιµο υπό το βάρος ενός μη βιώσιµου χρέους. Μου απάντησε µε τον ενθουσιασµό και την αισιοδοξία που τον χαρακτήριζαν.

«Είναι απλό», είπε. «Μπορεί να επιτευχθεί βάσει της αρχής των τριών τεσσάρων: 4% ρυθµό ανάπτυξης, 4% πρωτογενές πλεόνασα, 4% επιτόκιο των δανείων διάσωσης μας». «Ασφαλώς θα πετύχαινε αυτό», του απάντησα. «Μόνο που είναι ανέφικτο να πιάσει η ελληνική οικονοµία 4% ανάπτυξη και 4% πρωτογενές πλεόνασα ταυτόχρονο». Το επιχείρημα µου ήταν ότι, αν η κυβέρνηση δήλωνε ότι στόχευε σε πλεόνασα προϋπολογισµού της τάξης του 4%, οι επενδυτές θα το εκλάµβαναν, ορθά, ως προαναγγελία αύξησης φορολογικών συντελεστών, µε αποτέλεσµα να συνεχίσουν την απεργία επενδύσεων που είχαν ξεκινήσει το 2010.

Η συζήτηση δεν οδηγούσε πουθενά. Εξακολουθούσα όµως να πιστεύω πως η φιλία µας, µία από τις λιγοστές εναποµείνασες γέφυρες ανάµεσα στο αντίπαλο πολιτικά στρατόπεδο, ήταν ασφαλής, και µάλιστα ένα µικρό κεφάλαιο από το οποίο ίσως να επωφελούνταν η χώρα. Την ώρα που αποχαιρετιόμασταν για να επιστρέψουµε στις δουλειές µας, έχοντας ένα κακό προαίσθημα, του είπα:

«Γιάννη, νομίζω ότι έχει σημασία να μην αφήσουµε τις διαφωνίες µας να µας διχάσουν. Προβλέπω ότι κάποιοι θα προσπαθήσουν να µας στρέψουν τον έναν εναντίον του άλλου. Να μην τους αφήσουµε. Έχει σημασία να διατηρήσουμε τη φιλία µας κι όχι µόνο για εµάς».

Συμφώνησε, ξαναγκαλιαστήκαµε και φύγαµε.

Δύο μήνες μετά, λίγο πριν από τις εκλογές του Iουνίου 2012, η Γενική Συνέλευση του Τμήματος µας συζητούσε, εν απουσία µου, την αίτηση µου για άδεια άνευ αποδοχών ώστε να συνεχίσω να διδάσκω στο Πανεπιστήµιο του Τέξας στο Όστιν. Τέτοιες αιτήσεις πάντα περνούσαν συνοπτικά και τυπικά. Σε εκείνη την περίπτωση όµως η αίτηση µου προσέκρουσε σε µια αναπάντεχη άρνηση εκείνη του φίλου µου του Γιάννη Στουρνάρα, ο οποίος κατέθεσε το εξής σκανδαλώδες ερώτηµα στη Συνέλευση: «Γιατί πρέπει να του δώσουµε άδεια; Για να επιστρέψει στις Ηνωµένες Πολιτείες να σορτάρει τα ελληνικά οµόλογα µε τον Σόρος;»

Το «σορτάρισµα» οµολόγου ισοδυναµεί µε στοίχημα ότι η τιµή του θα μειωθεί, δηλαδή µε στοίχημα ότι το χρέος που κρύβεται µέσα στο οµόλογο δε θα αποπληρωθεί πλήρως στον ιδιοκτήτη του οµολόγου. Αν αρκετοί «σορτάρουν» ένα οµόλογο, τότε δημιουργείται κλίµα ανασφάλειας, καθώς πολλοί σκέφτονται για να στοιχηματίζουν τόσο χρήµα πως ο συγκεκριµένος οφειλέτης (το ελληνικό δημόσιο εν προκειµένω) δε θα αποπληρώσει το χρέος του, κάτι γίνεται εδώ. Με τη σκέψη αυτή πουλάνε το οµόλογο και έτσι η αξία του καταρρέει, επιβεβαιώνοντας την πρόβλεψη ότι θα πέσει και αμείβοντας πλουσιοπάροχα όποιον είχε τη διορατικότητα να το «σορτάρει» πρώτος

Τέτοιες κατηγορίες , ότι ήµουν κερδοσκόπος που µιλούσε συνέχεια για τη χρεοκοπία της χώρας ώστε να βγάλει προσωπικό κέρδος στα χρηματιστήρια, ήταν συχνές από την πρώτη στιγµή που άρχισα να προειδοποιώ ότι το κράτος µας πτώχευσε και απαιτείται αναδιάρθρωση του χρέους. Όµως, έως τότε, οι κατηγορίες εκείνες προέρχονταν από περιθωριακούς τύπους, επιρρεπείς στον αντισημιτισμό, τη συνωµοσιολογία κτλ.

Τώρα όµως, από το πουθενά, η κατηγορία αυτή εκσφενδονίστηκε από φίλο µου, από συνάδελφό µου στο Τµήµα Οικονοµικών Επιστημών, στο πλαίσιο της Γενικής Συνέλευσης του Τµήµατος μάλιστα. Επειδή δεν ήµουν παρών στη Συνέλευση, αρνιόµουν να πιστέψω ότι ο Γιάννης Στουρνάρας μπορεί να είχε πει κάτι τέτοιο. Άρπαξα λοιπόν το τηλέφωνο να του τηλεφωνήσω για να τον ρωτήσω, όσο πιο ήρεµα μπορούσα, αν το είχε όντως πει κι αν ναι, γιατί.

Με ασταθή φωνή µου παραδέχθηκε ότι, ναι, το είχε πει προβάλλοντας ως δικαιολογίες το «στρες » και την «κακή επιρροή» από τα ΜΜΕ, που διέδιδαν ότι εργαζόµουν για τον Σόρος.

Μην έχοντας εναλλακτική, και επειδή πραγματικά σεβόµουν τη φιλία µας, έκανα δεκτή τη συγγνώμη του. Όµως κατά βάθος ήξερα ότι ο Στουρνάρας είχε διαβεί τον Ρουβικώνα, περνώντας σε µια αντίπερα όχθη που δεν μπορούσε να στηρίξει καµία γέφυρα ανθρώπινης, και συνεπώς χρήσιμης, επικοινωνίας µεταξύ µας.

Λίγες µέρες αργότερα, αφού οι εκλογές του Ιουνίου του 2012 οδήγησαν στην κυβέρνηση του Αντώνη Σαµαρά, άκουσα στις ειδήσεις ότι ο Στουρνάρας θα γινόταν ο επόμενος «τεχνοκράτη» -δηλαδή μη εκλεγµένος υπουργός Οικονοµικών. Θα έµενε στη θέση εκείνη δύο χρόνια, κάνοντας ότι μπορούσε για να εφαρµόσει τους όρους του 2ου µνημονίου όσο το δυνατόν πιο πιστά σε τέτοια βαθµό που η βαριά λιτότητα, η οποία επιβλήθηκε κατά κύματα περικοπών και φοροεπιδρομών, να επιταχύνει την ύφεση και να αποσταθεροποιήσει ανεπανόρθωτα την κυβέρνηση Σαµαρά.

Λιγότερο από δύο χρόνια µετά τις νικηφόρες βουλευτικές εκλογές, η Νέα Δημοκρατία του Σαµαρά έλαβε, στις ευρωεκλογές του Μαΐου του 2014, λιγότερες ψήφους απ’ ότι ο Σύριζα και άρχισε να υπολείπεται σημαντικά στις δημοσκοπήσεις. Έναν µήνα αργότερο, τον Ιούνιο του 2014, έληγε η θητεία του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, και ο Σαμαράς άδραξε την ευκαιρία να διορίσει διοικητή της τον Γιάννη Στουρνάρα. Αν το κόµµα του κατεστημένου έχαναν τις επόµενες βουλευτικές εκλογές, τουλάχιστον θα είχαν έναν δικό τους άνθρωπο στην κεντρική τράπεζα, ο οποίος θα ήταν πρόθυµος και ικανός να υπονοµεύει την κυβέρνηση Σύριζα. Και αυτό ακριβώς έµελλε να κάνει ο φίλος µου ο Γιάννης.

Τελικά εκείνn η συνάντησή µας στο καφέ του ξενοδοχείου, τον Απρίλιο του 2012, αποδείχθηκε όχι µόνο κύκνειο άσµα της φιλίας µας αλλά και προπομπός σύγκρουσης µε ευρύτερες απώλειες.

Συνεχίζεται…

Προηγούμενα ΕΔΩ και ΕΔΩ

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.