ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ 17 ΝΟΕΜΒΡΗ (απόσπασμα βιβλίου)*

Standard

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ

`

 

άφνου, συναγερµός! Εκείνη η σωτήρια αίσθηση του παράνοµου ότι τον παρακολουθούν. Άνοιξα, πολύ αργά, τα µάτια. Στα ριζά του βράχου, δίπλα στο θάµνο όπου είχα κρύψει τον υπνόσακο, µε κοίταζε µια γυναίκα. Πρώτα, ανατρίχιασα. Σαν σε ανάδραση του νου, µου ήρθε η εικόνα-ήταν καλοκαίρι 1985, την πρώτη χρονιά που είχα βγει στην παρανοµία, σούρουπο πάλι στην Κρήτη, ύστερα από µια πορεία στα βράχια Σούγια-Παλιόχωρα και ξανά πίσω, που είδα µια µαυροφορεµένη, σαν από εικόνα του Μπέργκµαν στην Έβδοµη Σφραγίδα, να κάθεται σε ένα πλάτωµα….

*   Επί τη ευκαιρία της 6μερης άδειας εξόδου (εορταστικής).

`

Κόκκινο σηματάκι για χωρισμα παραφράφων εγγράφου

</span>
<p class="MsoNormal" style="line-height:normal;text-align:center;"><strong><span style="font-size:31pt;font-family:'Times New Roman', 'serif';background:red none repeat scroll 0 0;color:#ffffff;">Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη</span></strong></p>
<span style="color:#ffffff;">

Οι λύκοι αγκαλιά με τα σκυλιά

`

υτό που παίζονταν τότε ήταν τα πάντα. Τη μεθοδολογία τους την περιγράφει συνοπτικά και περιεκτικά, με το γνωστό κυνισμό που περνά για «σοβαρότητα», ο Πρετεντέρης στο βιβλίο «Αναμέτρηση», που έβγαλε το 2002, στην τούρλα του Σαββάτου. Οι στόχοι εκείνης της εκστρατείας ήταν: Η απομυθοποίηση των συλληφθέντων, η νομιμοποίηση της κατάδοσης, η απαξίωση της ένοπλης πάλης και της βίας. Έτσι ακριβώς τα γράφει.

Ξεκινούσαν με το «εύκολο»: Την απομυθοποίηση, που θα έφτανε μέχρι τη γελοιοποίηση των συλληφθέντων. Μέσα από το χτύπημα των ανθρώπων της 17Ν ήθελαν να καταστρέψουν το κύρος της ίδιας της 17Ν. Προώθησαν την ερμηνεία της πολιτικής δράσης με ψυχολογικούς, ακόμα και ψυχιατρικούς όρους.

Τον τόνο έδινε το επιτελείο αυτών των τεσσάρων-πέντε «δημοσιογράφων». Η κολόνα του συστήματος. Με την ιδιοτέλεια του πλούτου που είχε σωρεύσει η «δημοσιογραφία» τους.

Με το πλασάρισμά τους, μέσα από εταιρείες «δημοσίων σχέσεων» κ.ά., στο μεγάλο φαγοπότι που άρχιζε ήδη για τη λεηλασία του δημόσιου χρήματος, στο πανηγύρι των δισεκατομμυρίων που σήμαινε για αυτούς η μπίζνα των Ολυμπιακών Αγώνων

Ξεκίνησαν με τις ύβρεις: «Καθάρματα», «δολοφόνοι». (Τα περί «πληρωμένων» και «συμβολαίων θανάτου» τα έκοψαν γρήγορα, όταν κατάλαβαν τις συνεπαγωγές τους. Δηλαδή, το κράτος και οι πλούσιοι ήταν μπλεγμένοι; Αυτοί πλήρωναν τα συμβόλαια;) Συνέχιζαν: «Στυγνοί εγκληματίες», «σκουπίδια», «πρόστυχη, κακιά µάνα», «βλέµµα ψυχρό σαν ατσάλι». Στο χορό της εκστρατείας «ψυχολογιοποίησης» δεν έλειψαν και οι εκπρόσωποι της φιλήσυχης Αριστεράς, διανοούμενοι, πνευματικοί άνθρωποι κ.ά.

Να σημειώσω εδώ ότι θεωρώ κοµβικό, κρίσιµο ζήτηµα τη στάση όλων εκείνη την εποχή. Την εποχή της τροµοϋστερίας, στη µεγαλύτερη πολιτική-επικοινωνιακή επιχείρηση που έγινε ποτέ στην Ελλάδα για ένα συγκεκριµένο ιστορικό γεγονός.

Εδώ θα περιοριστώ να σταχυολογήσω πρόχειρα κάποιους από τους χαρακτηρισμούς, από µεγάλο φάσµα «σοβαρών» αναλυτών: «παρανοϊκοί» (Καρκαγιάννης, 2002), «αδίστακτη επιθετικότητα» (Ράµφος), «ιδεοληπτικοί, παρανοϊκοί» (Πρετεντέρης, 2002), «στυγνοί εγκληματίες» (Καζαλότι, 30.7.2002), «έγκληµα µε ιδεολογικό άλλοθι» (Κοροβέσης, 13.8.2002), «σπείρα αδίστακτων δολοφόνων» (Βότσης, 8.7.2002) «διαταραγµένοι» (Πιτσιόρλας, Μπίστης, 13.3.2002), «παράνοια» (Δαµανάκη, 12.7.2002). Δρεττάκης: «Απεχθείς κοινοί εγκληματίες» Ο Λ. Βάσσης, ο φιλόλογος δάσκαλός µου: «Νοσηροί δολοφόνοι». Ξανά η Δαµανάκη: «Εγκληματίες. Ν’ αφήσουν την Αριστερά στην ησυχία της». Μια από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις είναι η κόρη ιστορικού στελέχους του παλιού ΚΚΕ που χαρακτηρίζει τη 17Ν µε τα ίδια λόγια («παρανοϊκοί, εγκληματίες, συμμορίτες») που χρησιμοποιούσαν οι αντικομουνιστές εναντίον του ίδιου του πατέρα της. Η κυρία αυτή τότε βρισκόταν στην «αυλή» της οικογένειας Μητσοτάκη και ξέχασε, µαζί µε την ιστορία του πατέρα της και τα λόγια του µπαρµπα-Λουλέ: «Κάθε προβατίνα κρέµεται στο τσιγκέλι της».

Η «ψυχιατρική» ερµηνεία, η αποϊδεολογικοποίηση, η αποπολιτικοποίηση στοχεύουν ευθέως στην ηθική απαξίωση των συλληφθέντων. Ο άµεσος στόχος ήταν η 17Ν. Τώρα, ακίνδυνα, η οµάδα των «τεσσάρων -πέντε δημοσιογράφων» συντόνιζαν την επίθεση των Ελλήνων και ξένων ισχυρών απέναντι στην «πιο τροµερή οργάνωση» που επί είκοσι επτά χρόνια στοίχειωνε τον ύπνο τους. Το απύθµενο ταξικό µίσος των ισχυρών ξέσπασε µε τον τρόπο που ξέρουν να ξοφλούν τους παλιούς λογαριασµούς µε τους ανυπότακτους: Αδυσώπητη εκδικητικότητα, βία, συκοφαντία.

Ο µεγάλος στόχος, όµως, είναι άλλος. Μέσα από την εγκληµατοποίηση της 17Ν επιδίωκαν την εγκληµατοποίηση κάθε δυναµικής κοινωνικής αντίστασης. Μέσα από την απαξίωση της 17Ν, ως ενός φορέα της λαϊκής αντιβίας, στόχευαν στην απαξία της ίδιας της λαϊκής αντιβίας. Από τις πιο απλές συγκρουσιακές πράξεις του σήµερα µέχρι τις µεγαλύτερες αγωνιστικές παραδόσεις του λαού: Το δυναµικό αντιχουντικό αγώνα, κι ακόµα πιο πίσω, τον ένοπλο αγώνα του ΔΣΕ, του ίδιου του ΕΛΑΣ.

Μαζί µε τους εντεταλµένους του καθεστώτος, σε αυτή την εκστρατεία συντονίστηκε το µεγαλύτερο τµήµα της ρεφορµιστικής Αριστεράς. Είδαµε λίγο πριν τη σύµπλευσή τους στην «ψυχιατρική» ερµηνεία της δράσης. Τώρα, όµως, ο συντονισµός επεκτείνεται σε ζητήµατα αρχών. Αµυντικά και εντελώς απολογητικά τάσσονται κατά της βίας, αναγνωρίζοντας έτσι έµµεσα το µονοπώλιο της κρατικής βίας. Ταυτόχρονα, υπογράφουν σύγχρονες δηλώσεις νοµιµοφροσύνης, εκφράζοντας την πίστη τους στην αστυνοµία και τη Δικαιοσύνη. Πολύ χαρακτηριστική είναι η δήλωση του τότε προέδρου του Συνασπισµού («Να αφήσουµε τη Δικαιοσύνη να επιτελέσει το έργο της»), την εποχή ακριβώς που συντελείται το έγκληµα του Ευαγγελισµού απέναντι στον Σάββα, την ώρα που παραβιάζονται κατάφωρα δικαιώµατα και συνταγµατικά κατοχυρωµένες ελευθερίες των συλληφθέντων. Ακριβώς το πεδίο. που αυτή η Αριστερά θεωρεί προνοµιακό για την παρέµβασή της

Ολόκληρη εκείνη η επικοινωνιακή εκστρατεία, η καθολική προπαγάνδα για το διασυρµό των συλληφθέντων και την αποµυθοποίηση της 17Ν στοχεύει κατευθείαν στην καρδιά, τον πυρήνα της λαϊκής συνείδησης. Θέλει να αντιστρέψει τις λαϊκές αξίες: Ο κατατρεγμένος, ο κυνηγηµένος από την εξουσία είναι ο εχθρός της κοινωνίας. Ο λαός οφείλει να τον καταδώσει στο κράτος, στο φίλο θεσμό της αστυνομίας, στο δίκαιο θεσμό της Δικαιοσύνης. Θέλει να νομιμοποιήσει την κατάδοση, να νομιμοποιήσει τη συνεργασία με το κράτος. Ταυτόχρονα, να θεωρηθεί αντικοινωνική κάθε δυναμική πράξη αντίστασης.

Ποτέ άλλοτε δεν θεώρησαν ότι το περιβάλλον ήταν ευνοϊκότερο για αυτούς. Ποτέ πιο ιδανική η συγκυρία για να απαξιωθεί οριστικά και να απονoμιμoπoιηθεί ηθικά κάθε συγκρουσιακή πράξη, σημερινή ή ιστορική. Τα τελευταία είκοσι χρόνια είχαν διογκωθεί σε τρομακτικό βαθμό τα μεσοστρώματα, ο κατεξοχήν συντηρητικός κοινωνικός χώρος. Η «ανάπτυξη μέσω δανεισμού» και το πάρτι των δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ που βρισκόταν τότε, το 2002, σε πλήρη εξέλιξη διέχεαν εύκολο χρήμα και διαφθορά. Ιδιαίτερα σε αυτό τον κοινωνικό χώρο, στον οποίο συμπτωματικά τοποθετείται η συντριπτική πλειονότητα της διανόησης και των ανώτερων στελεχών της Αριστεράς. Η ιδεολογία του υπερκαταναλωτισμού, του ατομικού, του λάιφ στάιλ βρίσκεται σε πλήρη άνθηση. Όπως και η μεθοδική στρατηγική της αποπολιτικοποίησης, της αποϊστορικοποίησης, της δημιουργίας ασυνεχειών στη συλλογική μνήμη και τις επαναστατικές παραδόσεις.

Μέσα σε εκείνο το κλίμα υπήρχε πλήρης συστράτευση όλων των «επωνύμων» της χώρας. Ακόμα και η τελευταία στάρλετ που συνεντευξιαζόταν θεωρούσε απαραίτητο να ρίξει και μια δήλωση νομιμοφροσύνης «κατά της τρομοκρατίας». Μέσα στη μικρή σκηνή τη νύχτα στο Αγκίστρι ακούγοντας ραδιόφωνο, μέσα στην πευκόφυτη πλαγιά τη μέρα διαβάζοντας όλες τις εφημερίδες, έψαχνα τις ελάχιστες εξαιρέσεις. Θυμόμουνα τον ιερομόναχο Διονύσιο στη «Γυναίκα της Ζάκυνθος» του Σολωμού, του πρώτου δασκάλου στα πρώτα μου πολιτικά βήματα, και σήκωνα και εγώ τα χέρια να μετρήσω. Ένας άνθρωπος με ευγενικό πνεύμα, ο Κώστας Μπέης. Ύστερα μια δήλωση του Διαλεγμένου, μια αναφορά σε ένα άρθρο του Τσαρουχά, το εκπληκτικό πενάκι του Γ. Καλαϊτζή απ’ την αρχή-αρχή ακόμα, δυο λέξεις αρκετά αργότερα του Λαζόπουλου … Άλλος κανείς;

Στην επίσημη Αριστερά δεν κοιτούσα. Α ναι, η Παπαρήγα με έλεγε «υποκείμενο» και «δολοφόνο».

Στην άκρα Αριστερά λίγες δυνάμεις άρχισαν να κινούνται, μουδιασμένα. Όπως και ο ευαίσθητος αντιεξουσιαστικός-αναρχικός χώρος. Έστηναν σιγά σιγά μικρά αλλά αποφασιστικά αναχώματα.

Πρωτάκουσα από το Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα τον όρο «πολιτικοί κρατούμενοι» για τους συλληφθέντες της 17Ν και ότι «η οργάνωση ανήκει στην επαναστατική Αριστερά». Είχαν μιλήσει τίμια: Αλληλεγγύη σε συντρόφους με τους οποίους διαφωνούν. Εκείνες οι δυο λέξεις, όμως, «πολιτικοί κρατούμενοι», ήταν η αποφασιστική κανονιά στη δίνη του κυκλώνα της προπαγάνδας. Ένας όρος με ιδιαίτερη φόρτιση, με βαριά σημασία, που ξυπνούσε μνήμες, αντανακλαστικά αγώνα … Ναι, ήταν στ’ αλήθεια πολύ σκληρό καρύδι αυτός ο όρος για τα δόντια των «τεσσάρων πέντε δημοσιογράφων».

Ωστόσο, το καθεστώς θριαμβολογούσε. Είχε πετύχει μεγάλη, τεράστια νίκη. Περνούσαν οι μέρες, οι βδομάδες, έκλεισε ένας μήνας από εκείνο το βράδυ στις 29 Ιούνη του 2002. Προχωρούσε ο δεύτερος μήνας. Η επικοινωνιακή εκστρατεία δεν έλεγε να κοπάσει· αντίθετα, κορυφωνόταν. Η μεγάλη πληγή για εμάς ήταν οι ομολογίες, τα αλληλοκαρφώματα. Και η σιωπή: Καμιά υπεράσπιση της οργάνωσης, του αγώνα.

‘Ενα βράδυ του Ιούλη του 2002, μια από εκείνες τις μαύρες νύχτες, άκουσα στο ραδιοφωνάκι τα λόγια ενός δημοσιογράφου: «Μα πώς τους τραβολογάνε, πώς τους διασύρουν έτσι; Μου θυμίζουν παλιά, που έσερναν στο χωριό τα κομμένα κεφάλια των ανταρτών … »

Συγκλονίστηκα. ‘Ετρεμα σύγκορμος. Η σκέψη μου έφυγε, αγκυρώθηκε στην ιστορική μνήμη. Τα κομμένα κεφάλια των ανταρτών, στραμμένα ψηλά, να κοιτάζουν το μέλλον. Τι θα αντίκριζαν σήμερα; Έβλεπα τα ακέφαλα κορμιά τους, να αγιάζουν κάθε βράχο, κάθε ρουμάνι της δικιάς μας πατρίδας. Πόσο αίμα δόθηκε, να ποτίσει το δέντρο της μνήμης, να ανθίσει το δέντρο της λευτεριάς; Πόσο τιμάμε τώρα εμείς εκείνο το χυμένο αίμα; «Φάε και συ, καλό πουλί, από αντρειωμένου πλάτες … »,

Βγήκα έξω, στην ερηµιά της νύχτας. Έκανα και εγώ προσκλητήριο και αναφορά. Ιούλης 2002, πόσοι οι ηθικά νεκροί; Πόσοι οι παρόντες; Πού είναι η βροντερή φωνή της οργάνωσης που συνέχιζε τόσο καιρό να πιάνει και να ξαναπιάνει το κόκκινο νήµα της µνήµης, της επαναστατικής παράδοσης; Γιατί τώρα, στη µεγάλη, την παµπάλαια αντιμέτρηση, την ιδεολογική πάλη, τη σύγκρουση των αξιών, γιατί τόσο µεγάλο έλλειµµα στο ισοζύγιο της θυσίας;

Το Τραύµα στο σώµα της µνήµης, στην Ιστορία, βάθαινε όσο αγκομαχούσε εκείνο το µαύρο καλοκαίρι, κακοφόρµιζε. Ολοένα και πιο πολύ. Τώρα, µετά τους ρωµαϊκούς θριάµβους για τις συλλήψεις και τα λάφυρα, ετοίµαζαν την αρένα µιας δίκης-σφαγή δίχως αντίλογο. Σφαγή πρώτα από όλα πολιτική, της οργάνωσης, της αντιβίας, της Ιστορίας. Θα ξανάγραφαν όπως ήθελαν την ιστορία των τελευταίων δεκαετιών. Τελείως ανεµπόδιστα. Μια ποινική δίκη µε οµολογίες, συνεργασίες, µεταµέλειες. Δίχως µια φωνή να υπερασπίσει την οργάνωση, την επαναστατική πάλη, την αγωνιστική ιστορία. Το χρυσό όνειρο κυλιόταν στη βροµιά και τη λάσπη. «Τ’άγια των αγίων τοις κυσί». Βίωνα µια ατιµωτική ήττα.

Σκεφτόµουν τις επιλογές που είχα µπροστά µου. Και δεν ήταν µόνο µία. Σκεφτόµουν ποια θα ήταν η καλύτερη. Πώς να υψώσω και εγώ ένα µικρό ανάχωµα. Συνέχιζα να βγαίνω πιο αραιά τώρα, από το νησί. Να ψάχνω κάποια άκρη, κάποια επαφή.

Μια µέρα πέρασα απέναντι, στη χερσαία Ελλάδα. Σε µια ακόµα χέρσα αναζήτηση. Με αναζητούσαν και εµένα. Είχαν φτιάξει, έλεγαν, ειδική οµάδα κυνηγών, µε ειδικά µέσα και ειδικές εντολές. Οι τηλεοράσεις έδειχναν ένα βίντεο από µια σχολική γιορτή στο χωριό του Βαρνάβα, µε κάποια πλάνα µου, σε αργή κίνηση. Έδιναν οδηγίες: «Αν κάπου παραγγείλουν πολλές πίτσες … ». Μα πόσο νόµιζαν ότι θα έτρωγα; Κι όµως, δεν ήταν γελοίο το ζήτηµα. Προσπαθούσαν να εθίσουν τον κόσµο στην κατάδοση. Στην ιδέα ότι η κατάδοση ήταν πράξη ηθική και νόµιµη.

Σε περίοπτη θέση στις εφηµερίδες δηµοσιεύονταν, αλλά και συνεχώς στην τηλεόραση µεταδίδονταν λεπτοµερείς οδηγίες προς καταδότες. Να δίνουν πληροφορίες:

-Ιδιαιτέρως για µεµονωµένους ενοικιαστές, κυρίως από τον Ιούλιο του 2002.

-Για συνεχή διαµονή ατόµου σε σπίτι ακατοίκητο µέχρι τότε.

-Για ασυνήθιστες επισκέψεις ατόµων που µεταφέρουν µικροδέµατα µε τρόφιµα ή άλλα είδη.

-Για συγκατοίκηση κάποιου άγνωστου ατόµου.

-Για αδικαιολόγητη παρουσία σε κάθε είδους κατάλυµα.

-Για µετακίνηση µε τα µέσα µαζικής µεταφοράς και κυρίως ταξί ατόµου που παρουσιάζει περίεργη συµπεριφορά.

Δυστυχώς, υπήρξαν κάποιοι που µέσα στην τροµοϋστερία των ηµερών θέλησαν να συνδράµουν στο κυνήγι των µαγισσών. Με κωµικοτραγικά συνήθως αποτελέσµατα. Έτσι, δέκα άντρες των ειδικών δυνάµεων µπουκάρισαν σε ένα µπαρ, στην Αλιστράτη Σερρών, και έπιασαν έναν «Κουφοντίνα» (είχανε πιάσει αρκετούς µέχρι τότε), που έπινε αµέριµνος ο άνθρωπος το ποτό του.

Από την άλλη, αντίθετα, αρχίζει µια αντίστροφη διαδικασία. Νιώθω αρχικά πιο πολύ και σιγά σιγά διαπιστώνω ολοένα και περισσότερο ότι όλη αυτή η εκστρατεία του ανηλεούς κυνηγητού, της απαξιωτικής δαιµονοποίησης σαν να ξυπνά παµπάλαια δυναµικά στα κατάβαθα της λαϊκής ψυχής. Σαν να ενεργοποιούνται αρχέγονα λαϊκά ένστικτα αλληλεγγύης στους κυνηγηµένους από τις εξουσίες..

Οι ισχυροί κάθε φορά κατασκευάζουν την εικόνα ενός τροµακτικού ειδώλου για να ξορκίσουν την εξέγερση των αδύναµων. «Μ’ ονόµατα τους κράζουν πονηρά: Κλέφτες, απελάτες, τροµοκράτες», για να παραφράσω τον Παλαµά.

Ο λαός έχει µάθει από την πείρα των αιώνων να φορτίζει εντελώς αντίθετα αυτούς τους όρους, να τους κάνει τίτλους τιµής, το ιδιαίτερο όνοµα κάθε εποχής για τον εξεγερµένο. Άκουσα εκείνες τις µέρες µια µαντινάδα, δεν τη θυµάµαι καλά, που κατέληγε: «Με κυνηγάνε σα θεριό και σαν τον Κουφοντίνα». Ε, είπα, όταν η εξουσία γίνεται ανέκδοτο και ο κυνηγηµένος τραγούδι, τότε αρχίζουν να αλλάζουν τα πράγµατα.

Προχωρούσα κι άλλο αυτή τη σκέψη. Αν, έλεγα, ήµουν εγώ µεγαλύτερο µέγεθος ή αν υπήρχαµε στην ίδια µοίρα κάµποσοι από εµάς, ώστε η συλλογικότητα να αναβάθµιζε ποιοτικά τις καταστάσεις, θα πετυχαίναµε να σηκώσουµε ένα ανάχωµα πρώτα και ύστερα να αντιστρέψουµε το κλίµα εκεί, στο κύριο πεδίο, στο πεδίο της ιδεολογικής πάλης, να κάνουµε την ήττα µια ιδεολογική νίκη.

Ακόµα -και ήταν µια από τις κεντρικές σκέψεις µου τότε-αν στη φυλακή και στο δικαστήριο συγκροτούσαµε µια συµπαγή οµάδα (όχι πολλοί, τρεις τέσσερις µόνο αρκούσε), θα είχαµε έναν ισχυρό πολιτικό λόγο, θα διαµορφωνόταν ένα σηµείο αναφοράς, µια ισχυρή φωνή και θα δίναµε µε άλλους όρους ένα δυνατό ιδεολογικό αγώνα, να αντιστρέψουµε το κλίµα, να µετατρέψουµε την ήττα σε ιδεολογική νίκη. Όµως, στη φυλακή βρήκα µόνο τα παραλυτικά «εγώ». Βρήκα άτοµα, µε ατοµικές πορείες, µε ατοµικές στρατηγικές. Έβλεπα το αίσθηµα της αυτοσυντήρησης, ένστικτο διαµορφωµένο από την απαρχή της ζωής, να αναδύεται υλικό, παντοδύναµο, πάνω από αρχές και αξίες. Έβλεπα, ακόµα, συµπεριφορές και χαρακτήρες που βρίσκονταν σε λανθάνουσα κατάσταση στη διάρκεια των «ενδοξων χρόνων». Τώρα, κάτω από το κράτος του φόβου, η αγωνία για την ατοµική τύχη αφήνει πίσω τη συλλογική έκφραση, αφήνει πίσω όλα όσα µας ενέπνευσαν, απαρνιέται την ίδια την πολιτική ταυτότητα. Οι δρόµοι χωρίζουν … Και όταν στο δικαστήριο ξεχνιόµουν και µιλούσα µε το «εµείς», αµέσως σηκώνονταν οι δηλώσεις: «Δεν µας εκπροσωπείς..». Αυτό ήταν για µένα η ήττα τότε ένιωθα βαριά τη φυλακή.

Το σούρουπο µε βρήκε σε µια ήσυχη παραλία. Καθισµένος σε ένα βραχάκι νότιο, είχα τα ακουστικά από το ραδιοφωνάκι στα αυτιά, είχα απαυδήσει από αυτά που άκουγα, το είχα γυρίσει στον 902. Ριζίτικα. Η στιβαρή φωνή του Ξυλούρη µε πήγαινε στα βουνά της Κρήτης, ταξίδευα πιο νότια, πάνω από τη θάλασσα. Χάνονταν τα τελευταία χρώµατα στη δύση, χανόµουν κι εγώ στη σκέψη, η κούραση άφηνε λίγο χώρο στη θλίψη, στη νοσταλγία αυτών που χάνονταν, εκείνων που χάθηκαν, νότιζαν οι εικόνες γύρω, έβγαλα τη µικρή παραλλαγή -γυαλιά, καπέλο-, έκλεισα τα µάτια.

Ξάφνου, συναγερµός! Εκείνη η σωτήρια αίσθηση του παράνοµου ότι τον παρακολουθούν. Άνοιξα, πολύ αργά, τα µάτια. Στα ριζά του βράχου, δίπλα στο θάµνο όπου είχα κρύψει τον υπνόσακο, µε κοίταζε µια γυναίκα. Πρώτα, ανατρίχιασα. Σαν σε ανάδραση του νου, µου ήρθε η εικόνα-ήταν καλοκαίρι 1985, την πρώτη χρονιά που είχα βγει στην παρανοµία-, σούρουπο πάλι στην Κρήτη, ύστερα από µια πορεία στα βράχια Σούγια-Παλιόχωρα και ξανά πίσω, που είδα µια µαυροφορεµένη, σαν από εικόνα του Μπέργκµαν στην Έβδοµη Σφραγίδα, να κάθεται σε ένα πλάτωµα. Και ύστερα, σαν πλησίασα, τίποτα. Ούτε µαυροφορεµένη, ούτε πλάτωµα, παιχνίδισµα του νου από τη σωµατική εξάντληση.

Όµως, αυτή η γυναίκα ήταν υπαρκτή, εντελώς υλική, και µε κοιτούσε. Δεν θα ξεχάσω ποτέ εκείνο το βλέµµα. Δίχως την παραλλαγή, µε είχε γνωρίσει Τώρα µε κοιτούσε σταθερά στα µάτια. Τι δεν είδα σε εκείνα τα µάτια; Μια λύπη, στενοχώρια. Μαζί, µια λάµψη συµπάθειας. Ύστερα ένα αδιόρατο νεύµα: «Δύναµη, κουράγιο», κάτι τέτοιο. Με γλυκύτητα. Ύστερα έφυγε. Κατέβηκα, στάθηκα εκεί που στεκόταν. Είχε πλησιάσει πολύ, σίγουρα είχε δει µέσα στο θάµνο τον υπνόσακο. Έφυγα. Ένιωθα, όµως, σαν να την πρόδινα, σαν να πρόδινα µια σιωπηλή συµφωνία εµπιστοσύνης. Ένα σιωπηλό δεσµό «συνενοχής»*

*Αν διαβάζει αυτές τις γραμμές, ας δεχτεί αυτή τη µικρή απολογία. Δεν ήταν η φυγή µου έλλειψη πίστης, ήταν η τήρηση των κανόνων µιας παρανοµίας που ακροβατούσε, που αναζητούσε να επαναπροσδιοριστεί. Σε τέτοιες όµως στιγµές, εκείνο το μεγάλο βάρος ενός τέτοιου βλέμματος μπορεί να είναι καθοριστικό. Ευχαριστώ γι’αυτό!

ε όλα τα χρόνια της παρανοµίας µου είχα ξαναδεί αρκετές φορές αυτό το λαϊκό βλέµµα της συµπάθειας, της στήριξης, της αλληλεγγύης. Ερχόταν τις στιγµές εκείνες που έπεφταν κάπου τα τείχη της στεγανότητας της οργάνωσης και αποκαλυπτόμασταν µε την πραγµατική µας ιδιότητα. Του αντάρτη, όχι πάντα του µέλους της οργάνωσης. Τότε, αντικρίζαµε εκείνο το βλέµµα της αποδοχής, της συµπάθειας, που ήταν µια στιγµή ανακούφισης, ελπίδας. Αλλά και πελώρια αίσθηση ευθύνης. Οφείλαµε να ανταποκριθούµε στη λαϊκή πίστη και εµπιστοσύνη.

Είχα πρωταντικρίσει αυτό το βλέµµα στα πρώτα παράνοµα βήµατα. Ένα παρόνοµο σπίτι, µε λίγα αλλά χαρακτηριστικά υλικά, που δεν άφηναν καµιά αµφιβολία ότι αποτελούσε γιάφκα. Ένα σηµείωµα πάνω τους: «Παρακαλώ, επικοινωνήστε … ». Ήταν ένα νεαρό ζευγάρι οι ιδιοκτήτες. Τρακαρισµένοι, αλλά µας κοίταζαν µε αυτό το ζεστό βλέµµα. Στο τέλος µας έδωσαν και µαθήµατα ασφάλειας. Μας άξιζε. Ευπρόσδεκτα, ευχαριστούµε!

Κι άλλες φορές αντικρίσαµε αυτό το λαϊκό βλέµµα. Τόσες φορές, τόσες στιγµές ενθάρρυνσης, τόσες φορές βεβαιότητας ότι είσαι στο σωστό δρόµο. Ακόµα κι όταν, κάποιες φορές, έφτανε µόνο µέχρι τη θέληση να µη γίνει καταδότης, και τότε ήταν καλοδεχούµενο. Εξέφραζε γνήσιες λαϊκές αξίες.

Έφευγα γεµάτος από εκείνη τη συνάντηση. Με το µυαλό, την καρδιά, µε τις αισθήσεις ακόµα, γεµάτα από τη δύναµη και το κουράγιο που µου έδωσε εκείνη η µικρή στιγµή. Νύχτωνε, πίσω µου εξατµιζόταν το τελευταίο φως, το σκοτάδι ερχόταν κύµατα κύµατα, µέσα από τις συστάδες των θάµνων, πίσω από τους βράχους, µα δεν µε άγγιζε. Έλαµπε ήδη µέσα µου η ενθάρρυνση, το κουράγιο που είχα µεταλάβει. Και αχvoφαινόταν ήδη, στον εσωτερικό ορίζοντα, µια απόφαση που µορφοποιούνταν ολοένα. Αυτό που εξατµιζόταν ήταν όλη η κούραση, όλες οι αµφιβολίες. Άρκεσε µια στιγµή γείωσης µε τη λαϊκή ψυχή, µια επικοινωνία µε το λαϊκό ένστικτο. Που άντεχε, αντιστεκόταν µέσα στην επικοινωνιακή καταιγίδα που λυσσοµανούσε, µέσα στη λαίλαπα της προπαγάνδας. Εκείνη η στιγµιαία γείωση, εκείνη η στιγµή η «ανταιική» (σαν το µυθικό Ανταίο που έπαιρνε δύναµη από το γερό πάτηµά του στη µάνα Γη), η στιγµή της επαφής µε τη λαϊκή ψυχή, ξεκαθάρισε µεµιάς το µυαλό µου.

Ο λαός βίωσε την ήττα της οργάνωσης ως δική του όπως και ήταν. Αργότερα θα µάθαινα µια λιτή και περιεκτική φράση από µια αντάρτισσα παλιά, που συµπύκνωνε τόση πίκρα: «Μας τα ξαναπήρανε τα όπλα!». Βίωνε το Τραύµα των οµολογιών τραγικά, δραµατικά. Γκρεµίζονταν πολλά περισσότερα από την κατάρρευση κάποιων ανθρώπων, από το µύθο µιας οργάνωσης. Δινόταν ένα αρνητικότατο µήνυµα: Όταν εκείνοι που αγωνίστηκαν τόσο να κρατήσουν ζωντανή τη φλόγα, τώρα, στην πρώτη δυσκολία λιποψυχούσαν, κοιτούσαν να σωθούν όπως όπως, κατέδιδαν, ποιοι.θα τολµούσαν πια να αγωνιστούν;

Ο λαός, λοιπόν, σκέφτηκα, θα πρέπει να λάβει ένα -µικρό έστω αντιµήνυµα: Ένα µήνυµα αντίστασης. Υπάρχουν στιγµές στην Ιστορία που µια µικρή απόφαση, ένα µικρό βάρος µετρά µε άλλα µέτρα και άλλα σταθµά.

Η απόφαση. Το τέλος της ένοπλης διαδροµής µου

ίχα κάνει την επιλογή µου. Όπως µετά το 1992 η επιλογή ήταν η διατήρηση µιας αραιής δράσης, για να µη σβήσει η σπίθα της ελπίδας, της αντίστασης. Έτσι και τώρα, η επιλογή ήταν να µη θολώσει εκείνο το λαϊκό βλέµµα, που ανάβλυζε από τη λαϊκή ψυχή, τη σµιλεµένη από την παµπάλαια παράδοση της λαϊκής εξεγερτικότητας.

Ερµήνευα τώρα εκείνο το σταθερό πολιτικό δεσµό της οργάνωσης µε ένα σηµαντικό τµήµα της κοινωνίας, εκείνη τη διάρκεια της σχέσης αποδοχής και πολιτικής αλληλοτροφοδότησης, εκείνη την ισχυρή σχέση πολιτικής εκπροσώπησης, εκείνη τη µόνιµη νοµιµοποίηση στη λαϊκή συνείδηση ως κάτι που ξεπερνά την ίδια την οργάνωση. Είναι, στην πραγµατικότητα, ο δεσµός του λαού µε την ίδια την ιστορία του, ο δεσµός µε τις λαϊκές αξίες, µε την ιστορική µνήµη, µε το πνεύµα αντίστασης, µε τις αγωνιστικές του παραδόσεις.

Για να σφυρηλατηθεί αυτός ο δεσµός χρειάστηκε, χρόνια και χρόνια τώρα, λαϊκοί αγωνιστές να βάζουν τη λαϊκή υπόθεση πάνω από τον εαυτό τους, να επιµένουν στις ιδέες και τις αξίες τους µέχρι τις έσχατες συνέπειές τους.

Αυτά που διακυβεύονταν εκείνη τη στιγµή ξεπερνούσαν τα όρια της τύχης ενός ατόµου. Ξεπερνούσαν τα όρια µιας οργάνωσης. (Που, άλλωστε, από καιρό είχε διαγράψει το µέγιστο µέρος του ιστορικού της κύκλου.)

Η τελική απόφαση ήταν να βάλω όλες τις δυνάµεις που είχα στην υπηρεσία αυτής της υπόθεσης. Να υπερασπίσω την οργάνωση, για να υπερασπίσω την ίδια µας την ιστορία. Να δώσω την ύστατη µάχη µε τη µικρή µου αλήθεια απέναντι στο τεράστιο ψεύδος. Να κάνω πολιτική µε τον ίδιο µου τον εαυτό. Μια πράξη «αυτοκτονίας», µπροστά στην πολιτική αυτοκτονία που γινόταν από τη δική µας πλευρά, µπροστά στο κενό της σιωπής. Απέναντι στην επίθεση που έκανε το καθεστώς, στη γενοκτονία της µνήµης.

Η φυσική αυτοκτονία, ως έσχατη πράξη αντίστασης και διαµαρτυρίας, δεν είναι κάτι άγνωστο στο επαναστατικό κίνηµα. Μια διαδικασία «αυτοκτονίας», όταν ο επαναστάτης στρέφεται εναντίον του ίδιου του του εαυτού, είναι πολύ πιο συνηθισµένη πράξη. Τι άλλο είναι, για παράδειγµα, µια συνεπής απεργία πείνας µέχρι θανάτου; Εκεί που τελειώνει ο λόγος και η πράξη και η βία στρέφεται κατά του ίδιου σου του εαυτού, τελευταίο µετερίζι να κρατηθεί η αξιοπρέπεια, η βασική συνθήκη ανθρώπινης ύπαρξης. Ακροβασία στο έσχατο όριο, όταν το σώµα κατατρώει τις ίδιες του τις σάρκες*

Ακόµα και η εµφάνιση µπροστά στον εχθρό, πράξη που συνεπάγεται ισχυρές συνέπειες σε πόνο, δεν είναι κάτι ασυνήθιστο στο κίνημά μας. Δεν ήταν λίγοι αυτοί που έκριναν ότι επιβαλλόταν, σε μια συγκεκριμένη συγκυρία, αυτή η έσχατη πράξη, να δώσουν τη μάχη με το ίδιο τους το σώμα, έσχατο μετερίζι αγώνα, ύστατη έμπρακτη απόδειξη της ιεράρχησης των επαναστατικών αξιών.

_

Στα µέσα Σεπτεµβρίου του 2004 κατέφυγα και εγώ, ως τελευταίο µέσο αγώνα, στην απεργία πείνας µέχρις εσχάτων. Μας είχαν σε ένα µικρό τσιµεντένιο προαύλιο µε πανύψηλους µεταλλικούς τοίχους τριγύρω. Στο βυθό ενός περίκλειστου κουτιού, στον πάτο ενός βαρελιού. Επάνω, ένα πυκνότατο δίχτυ έκλεινε κάθε ορίζοντα, κάθε διέξοδο στο µάτι. Με την απεργία πείνας έβγαλαν το δίχτυ, µπορούσαµε τώρα να ανασάνουµε προς τα πάνω, κάτω από ένα ελάχιστο κοµµάτι ουρανού.

Επί τριάντα τέσσερις µέρες κάθε στιγµής ανεπίστρεπτης, κάθε στιγµής αποφασιστικής, παρακολουθείς σιγά σιγά να εξαντλείσαι, µε µοναδική ζωογόνα «τροφή» εκείνο το ακριβό µυστικό που αναδύεται από τα βάθη του είναι: Την ανυποταξία, την αίσθηση της Ιστορίας, το αίσθηµα της ευθύνης. Μέσα στην αχλή του νοσοκοµείου, µε το γιατρό να ανιχνεύει µε ένα αιχµηρό εργαλείο την προϊούσα νέκρωση των νεύρων, τα πρόσωπα των δικών σου γύρω να θολώνουν λίγο πριν από το κώµα. Να γίνονται όλο και πιο υλικές οι σκιές συντρόφων που έπεσαν στον ίδιο αγώνα, ανθρώπων που έβαλαν µέχρι τις έσχατες συνέπειες τη ζωή τους ενέχυρο στην επαναστατική υπόθεση. Ξαναδίνεις τότε την ίδια απάντηση, άλλη µια φορά, στην αιώνια σύγκρουση των αξιών, «εδώθε µε τους αδερφούς, εκείθε µε το Χάρο».

__

Είχα πάρει ήδη την απόφασή μου. Όταν έφτασα στο Αγκίστρι, πήρα το γνώριμο μονοπάτι στην πευκόφυτη πλαγιά. Ο φρουρόγατος είχε έρθει πιο κοντά. Από τις πρώτες μέρες τον ένιωθα μάλλον παρά τον έβλεπα. Ένας μικρόσωμος άγριος γάτος. Μια φευγαλέα άπιαστη σκιά στην αρχή, που με τις μέρες υλοποιούνταν, πλησίαζε πόντο πόντο, αλλά πάντα σε απόσταση μεγάλη. Αργότερα του άφηνα, μακριά, λίγο φαγητό. Μια μέρα ειδωθήκαμε, από μακριά, σαν δυο άγρια, κυνηγημένα ζώα. Από τότε, ιδίως κάθε φορά που επέστρεφα στο νησί, ερχόταν ολοένα και πιο κοντά. Τώρα τον έβλεπα, αλαφροπάτη, ολόκληρο σε επιφυλακή, έτοιμο για το μεγάλο άλμα. Χαμογέλασα. Έτσι ήμουν και εγώ;

Είχα πάρει την απόφασή μου. Μήπως όμως, τελικά, ήταν διαφορετική στην ουσία της από την απόφαση ζωής που είχα πάρει από τότε, από την πολιτική γέννησή μου;

Σαν τον άνθρωπο που στην πιο κρίσιμη στιγμή της ζωής του ζητά την πηγή της βιολογικής του ζωής, εγώ, στην πιο κρίσιμη στιγμή της πολιτικής μου ζωής, έκανα επίκληση στην πολιτική μου μήτρα. Μνημόνευσα τον Διονύσιο Σολωμό. Που πατούσε στα ίδια θεμέλια με τις αθάνατες Τραγωδίες.

Δεν είχα μπει κι εγώ, όσο μου αναλογούσε, σε αυτό τον τραγικό χορό των αντιθέσεων όπου στροβιλίζονται αέναα, Ελεύθεροι Πολιορκημένοι, τόσοι και τόσοι αγωνιστές; Χρόνια τώρα. Στη μεγάλη Σύγκρουση των Αξιών. Από τότε που επέλεξαν: Κλέφτης-πολεμιστής ή νοικοκύρης; Από τότε που έδωσαν και αυτοί το μερτικό τους για εκείνο το βαθύτερο και μπήκαν ολόψυχα στο δρόμο που δημιουργούν οι τραγικές στιγμές της ανθρώπινης περιπέτειάς τους.

Θυμήθηκα τους Μεσολογγίτες: Μες στο αποκορύφωμα της ζωής («’Εστησε ο έρωτας χορό με τον ξανθό Απρίλη»), ο πολεμιστής της ιερής πόλης να πρέπει να δώσει τη ζωή του για τη Ζωή.

«Κι απάνω στην αποκοτιά κι απάνω στο θυμό του, γίνεται ο Μανωλιός θεριό, κι εθελοντής κατάδικος που λυτρωμό δεν έχει» …

Τις τελευταίες μέρες στο Αγκίστρι κλωθογύριζα, πάλι και πάλι, στο νου αυτή την απόφαση. Τη ζύγιαζα από όλες τις πλευρές. Δεν ήταν εύκολο. Ξανασκεφτόμουν όλες τις επιλογές που είχα. Είχα διαλέξει σωστά; Το σούρουπο της τελευταίας μέρας έκαψα τα ψεύτικα χαρτιά, έκαψα την παράνομη ταυτότητά μου. Εδώ και μέρες είχα αποχαιρετήσει το όπλο, τον τελευταίο μου σύντροφο. Τώρα η κριτική των όπλων, για μένα, έδινε τη θέση της στο όπλο της κριτικής.

κείνο το απόβραδο δεν έμεινα στη σκηνή. Πήρα τον υπνόσακο, πέρασα από το στεφάνωμα της Χαλικιάδας, βρήκα ένα πλάτωμα ανάμεσα στα δέντρα και τους θάμνους, μακριά από ανθρώπους. Ήταν μια μακριά νύχτα με σκέψη και αγνάντεμα των άστρων. Θα ξανάβλεπα νύχτα και αστέρια; Υστέρα από πόσα χρόνια; Θα ξανάκουγα την ομιλία της θάλασσας;

Με τον τρόπο του παράνομου, τις έκλεισα αυτές τις σκέψεις. Άφησα χώρο μόνο για μνήμες. Παιδικές, από το νυχτέρι στο χωράφι. Πευκόφυτες νύχτες στη Σκόπελο. Νύχτες στα έλατα, στην Καλιακούδα. Νύχτες στους ασημένιους αμμόλοφους στη Γαύδο … Νύχτες που έζησα, νύχτες που δεν έζησα με το γιο μου.

Κοιμήθηκα «υποχρεωτικά», δυο ώρες πριν το χάραμα. Ξημέρωσα με ένα τελευταίο μπάνιο στη θάλασσα. Ύστερα ένα γαυδιώτικο μπάνιο, με πλαστικά μπουκάλια που ζέσταιναν νερό στον ήλιο. Θυμήθηκα τον παλιό σύντροφο και την παμπάλαια συνήθεια της κάθαρσης πριν από τη μάχη.

Μια στάση, τελευταία, στον Πειραιά. Μια τελευταία εκκρεμότητα. Υστέρα, ένα τηλεφώνημα στη Γιάννα Κούρτοβικ. Ήταν η συνήγορος της Αγγελικής, είχε σταθεί δίπλα της από την αρχή. Ήταν γνωστή στο κίνηµα. Πάλευε «χαµένες υποθέσεις». Ό,τι έπρεπε. Της είπα να έρθει στη ΓΑΔΑ, ότι θα είμαι εκεί σε τρία τέταρτα περίπου.

Πήρα ταξί. Στη διαδροµή το σταµάτησα στην Καλλιρρόης, πήρα από ένα περίπτερο ένα µπουκάλι νερό. Δεν ήταν από την αρχαία πηγή που άρδευε την πόλη, αλλά ο συµβολισµός παρέµενε. Δεν πήρα τα ρέστα από τον περιπτερά ήθελα να µε θυµάται. Είχαν ακουστεί τόσα παραµύθια για µένα εκείνο τον καιρό από εντεταλµένους δηµοσιογράφους. Για τον ίδιο λόγο δεν πήρα τα ρέστα από τον ταξιτζή. Μπροστά στο κτίριο της Ασφάλειας, µια σουρεαλιστική εικόνα: Σχολούσαν εκείνη την ώρα οι ασφαλίτες. Δεκάδες από δαύτους. Εγώ περνούσα ανάµεσά τους, ο ταξιτζής πίσω µου να µε κυνηγά µε τα ρέστα, να µε φωνάζει, όλοι να µε κοιτάζουν, κανείς τους να µη µε αναγνωρίζει. Ωραίοι µπάτσοι!

Η πρώτη ανάκριση από τους επικεφαλής της Αντιτροµοκρατικής. «Λοιπόν, τι έχεις να πείς;», ρώτησε ένας τους. «Εγώ, και τέλος!», απάντησα. «Εποµένως, τέλειωσε ο ένοπλος αγώνας», συµπέραναν. «Τίποτα δεν τέλειωσε», είπα. Κατά λέξη: «Σ’ αυτή τη χώρα, µε τέτοιες ταξικές αντιθέσεις, σε πέντε χρόνια θα τον ξαναβρείτε µπροστά σας». Μετέφεραν αυτή την πρώτη κουβέντα αυτολεξεί στους δηµοσιογράφους. Μόνο που τα πέντε χρόνια της πρόβλεψης τούς φάνηκαν λίγα, έτσι τα έκαναν «δεκαπέντε».

Αργότερα άφησαν την Αγγελική, τον Έκτορα να µε δουν. Ύστερα τη µάνα, τις δύο αδερφές µου. Είχα να τους δω από το 1985, εκτός από τα λίγα λεπτά, το 1990, που τους είχα πάει τον Έκτορα µωρό.

Οι ασφαλίτες σε απόσταση αναπνοής, µην τους ξεφύγει ούτε ψίθυρος. Αρχικά απόρησα από την τακτική αυτή της Ασφάλειας. Μετά το κατάλαβα: Νόµιζαν ότι µε τους δικούς µου θα µε έσπαγαν.

Ήρθε η Γιάννα Κούρτοβικ. Με ρώτησε τι θα κάνω. Είπα, απλά, ότι θα αναλάβω την ευθύνη. Θυµάµαι τα µάτια της, το ζεστό σφίξιµο του χεριού. Μετά κατέβηκε και διάβασε στους δηµοσιογράφους µια λιγόλογη δήλωσή µου:

«Αναλαµβάνω την πολιτική ευθύνη για όσες ενέργειες ανέλαβε η 17 Νοέµβρη. .

»Δηλώνω ότι η αξία που καθόρισε την προσωπική µου πορεία ήταν η πίστη µου στην οικοδόµηση ενός επαναστατικού κινήµατος και το όραµα για µια σοσιαλιστική κοινωνία.

»Εκφράζω την αλληλεγγύη µου σε όσους κρατούνται για την υπόθεση αυτή και υπενθυµίζω σε κάθε περίπτωση ότι βασική αξία για τον κάθε αγωνιστή σε τέτοιες στιγµές είναι η αξιοπρέπεια».

Με ανέκριναν όλη τη νύχτα. Ο Σύρος, ο εισαγγελέας Καρούτσος, ένας νεότερος αξιωµατικός µε πολιτικά, ολοφάνερα εκπαιδευµένος στις ΗΠΑ. Με έβαλαν να καθίσω σε µια συγκεκριµένη καρέκλα. Προφανώς, απέναντι θα υπήρχαν κάµερες.

‘Ηθελα να δω την τεχνική τους, να δω τις µεθόδους που τόσο αποτελεσματικά είχαν εκμαιεύσει οµολογίες.

Το βαρύ πυροβολικό τους ήταν ο «αντιτροµοκρατικός» νόµος, που έδινε ανταλλάγµατα, ελαφρυντικά για όποιον οµολογούσε. Και ένας υπόρρητος εκβιασµός: Αν δεν µιλήσεις, θα έχει επιπτώσεις σε άλλους …

Το αντιµετώπισα µε τα πρώτα λόγια που είπα. Κατηγορηµατικά:

«Δεν ήρθα για να παζαρέψω οτιδήποτε. Λάθος πόρτα χτυπάτε». Το κατάλαβαν. Το κατάλαβα κι εγώ: Δύο µέρες αργότερα συνέλαβαν την Αγγελική. Τη µόνη γυναίκα που φυλακίστηκε και δικάστηκε για τη 17Ν.

Αφού τους το ξέκοψα αυτό, γύρισαν σε µεθόδους παλιότερων δεκαετιών. Παλιοµοδίτες µπάτσοι. Τα επιχειρήµατά τους; «Πες τα να ξελαφρώσεις». Ατύχησαν. Δεν ένιωθα κανένα βάρος. «Δεν τον φοβάσαι τον Θεό;». Οχι, δεν τον φοβόµουν. Και ξανά από την αρχή: «Ελα, πες τα σε µένα!»

.

Αυτό που γύρευαν ήταν τα όπλα-εµβλήµατα της οργάνωσης, και ιδίως το παλιό το σαρανταπεντάρι της 17Ν. Τους απάντησα ότι δεν παραδίδουµε τέτοια όπλα. Να µην τα πιάσουν στα χέρια τους οι εχθροί μας. Να μην ατιμάσουν όπλα με ιστορία. Ο ίδιος ο αρχιανακριτής, αργότερα, αλαζόνας, μεθυσμένος από την εύκολη νίκη, θα δώσει μια εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη σε επιλεγμένη δημοσιογράφο. Εκεί θα παραδεχτεί: « Ο Κουφοντίνας δεν μιλάει Αμετακίνητος και άκαμπτος απαντά: «Οι αγωνιστές δεν παραδίδουμε τα όπλα µας”». Τα ίδια και στο δικαστήριο. Πάλι θα γυρέψουν το ιστορικό όπλο. Τους απάντησα με ένα κλέφτικο τραγούδι:

Του Ραµαντάνη τ’ άρµατα δεν πρέπει να πουλιούνται.

Μόνο στα δικαστήρια τούς πρέπει να κρεμιούνται.

Να τα τηράν οι δικαστές να βγάζουν αποφάσεις …

 

Όλη νύχτα σε αυτό κλωθογυρνούσαν. Ο εισαγγελέας ήταν ο καλός, κάποια στιγμή μου πρότεινε το κινητό του, αν ήθελα να τηλεφωνήσω: «Αυτό δεν παρακολουθείται!» Δεν πίστευα στα αυτιά μου. Ο Σύρος έπαιζε εναλλάξ τους ρόλους του καλού και του κακού, του φιλικού και του άγριου. Γελοίο. Ο αξιωματικός ήταν τεχνοκράτης: Προσπαθούσε να αντιστοιχίσει τα λόγια μου στα εγχειρίδια της ανάκρισης, κρατούσε σημειώσεις.

Ύστερα από μερικές ώρες βαρέθηκα αυτό το μονότονο πιλάτεμα των ανακριτών, που ήταν σαν καρικατούρες αρχιμπάτσων από παλιές ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες. Σταμάτησα εντελώς να μιλάω. Ήξερα τι συνέπειες θα είχε η σιωπή. Όμως, δεν θα τους έδινα τίποτα, τίποτα απολύτως!

Επίλογος
και πρόλογος µαζί

ράφω αυτό τον επίλογο του βιβλίου για αυτά που έγιναν, που όμως θέλω να σταθεί και πρόλογος για αυτά που θα έρθουν.

Είναι αρχές του 2014. Γύρω η χώρα σωριάζεται σε ερείπια και ο λαός, οι εργαζόμενοι, οι άνεργοι και η νεολαία δεν έχουν ξεκινήσει ακόμα να βρίσκουν το δρόμο της μεγάλης αντίστασης.

Σήμερα, «που σταυρώνεται σαν το Χριστό η Ελλάδα», αυτές οι γραμμές θέλουν, όσο μπορούν, να ζητήσουν: «Βάλτε ρυθμό στο βήμα σας και στο τραγούδι σας θυμό». Θυμό σαν την οργή, θυμό σαν την ψυχή.

Κοιτάζοντας πίσω, λέω πως τα σημερινά ερείπια ήταν αυτά για τα οποία πασχίσαμε να μην έρθουν. Κοιτάζοντας τώρα γύρω, λέω πως αυτή η λαϊκή αντίδραση που αργεί έδινε και τα όρια τα αντικειμενικά στη δράση μας ως Επαναστατική Οργάνωση 17 Νοέμβρη.

Δεν αποζητώ δικαίωση επειδή, όπως λέγεται, πάνω από τον καιρό μας, προβλέψαμε τα ερείπια. Δεν αναζητώ δικαιολογίες, ότι αυτός ήταν τότε ο καιρός μας, αυτά μπορέσαμε, αυτά κάναμε.

Αναμετρηθήκαμε στον καιρό μας με την Ιστορία. Δεν την προκαλέσαμε, αλλά και δεν θελήσαμε να κάνουμε ανακωχή μαζί της. Δεν τη συναντήσαμε ένοχα, δώσαμε απάντηση στην πρόκλησή της.

Αυτό το βιβλίο θέλει να δώσει μια συμβολή στον απολογισμό αυτής της απάντησης. Ως άτομο, ως οργάνωση, ως κίνημα του αντάρτικου πόλης.

Το αντάρτικο πόλης αναδύθηκε στo κενό, παγκόσμια, της επαναστατικής πολιτικής, όταν από το σημείο τομής του 1956 επιλέχθηκε η στρατηγική της «ειρηνικής συνύπαρξης», της ταξικής συνεργασίας, που στόμωνε την ταξική πάλη.

Έμπνευση για εμάς, όπως και για το αντάρτικο πόλης σε ολόκληρο τον κόσμο, στάθηκε το επαναστατικό σινιάλο από την Κούβα, από τη Σιέρα Mαέστρα, του Φιντέλ και του Τσε, που αποτέλεσε το γενέθλιο τόπο της καινούργιας επαναστατικής αίρεσης. Και μετά, η αίρεση του Σεντίκ και των Τουπαμάρος.

Έμπνευση δική μου στάθηκε ακόμα η μεγάλη δεκαετία του 1940, τα φωτεινά μετέωρα του ΕΛΑ:Σ. και του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας, η αντάρτικη έκφραση ενός λαού που ορθώθηκε απέναντι σε τέσσερις υπερδυνάμεις: Ιταλία, Γερμανία, Αγγλία, ΗΠΑ.

Η επιλογή μας δοκιμάστηκε στον καιρό της, είναι πια κομμάτι της ιστορίας των λαϊκών αγώνων, ένας κρίκος στην αλυσίδα των επαναστατικών παραδόσεων. Με τη σειρά της, έδωσε πολιτικά αποτελέσματα που, από την ιδεολογική τους φύση, έχουν μια σχετική αυτονομία από τους παράγοντες που τα δημιούργησαν. Θα επιδρούν και στο μέλλον.

Δεν μπορούμε να μιλάμε με όρους νίκης και ήττας. Βλέπω την απόπειρά μας ως αναπόσπασro τμήμα της περιπέτειας του αγωνιζόμενου ανθρώπου. Που παλεύει και αντιστέκεται, πολεμά και πέφτει, πέφτει και νικά.

Όταν πέφτουμε κοιτάμε προς τα πίσω, να δούμε τι έφταιξε, πώς ήταν από την αρχή η περπατησιά μας. «Οι νικημένοι στρατοί μαθαίνουν καλά», έλεγε ο Λένιν και έτσι ήταν που πορεύτηκε ο ρωσικός λαός μέχρι τη νίκη. Στη μεγάλη Ρωσική Επανάσταση που φούντωσε το πανανθρώπινο όνειρο της απελευθέρωσης του ανθρώπου.

Για όσα έγιναν, για αυτά που πέρασαν, χρειάζεται σκέψη, σκέψη, σκέψη. Σκέψη και δράση. Σκέψη για τη νέα δράση. Δράση για το παλιό, το παντοτινό, το αιώνιο όνειρο.

Μίλησα αναλυτικά στις προηγούμενες σελίδες για το διπλό πρωταρχικό λάθος της οργάνωσης: Τη μονόπλευρη δράση, τη μονόπλευρη εσωτερική ανάπτυξη. Πίσω όμως από αυτό το πρωταρχικό λάθος, που οδήγησε στο 1992 και το 2002, βρίσκεται στην πραγματικότητα ο τρόπος που αντιλήφθηκε το κίνημά μας την επανάσταση.

Παρότι δεν παύαμε να διακηρύσσουμε την επανάσταση ως πολύμορφη διαδικασία, ωστόσο στην πρακτική και τη σκέψη μας δεν παύαμε να τη θεωρούμε ένοπλη αναμέτρηση.

Γι’ αυτό ρίξαμε το βάρος στην οικοδόμηση ενός αποτελεσματικού, ομοιογενούς ένοπλου μηχανισμού, με αυτοδύναμη και αυτόνομη παράνομη υποδομή.

Γι’ αυτό δεν εισδύσαμε στο μαζικό κίνημα, γι’ αυτό δεν προωθήσαμε την πολιτική εκείνη οργάνωση που θα κεφαλαιοποιούσε τη «δημιουργία συνείδησης μέσα από τη δράση» που είχε συντελεστεί, όπως καταγραφόταν διαχρονικά ακόμα και μέσα από τις δημοσκοπήσεις. Η πείρα του επαναστατικού κινήματος, παγκόσμια αλλά και στη χώρα μας, δείχνει πώς αυτή η οργανωτική διείσδυση στην κοινωνία της εργασίας και του αγώνα είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί.

Σήμερα, κάνω απολογισμό της εμπειρίας της 17Ν και ολόκληρου του μεταπολιτευτικού αντάρτικου πόλης στη χώρα. Μελετώ την εμπειρία του αντάρτικου πόλης σε ολόκληρο τον κόσμο. Στέκομαι ιδιαίτερα στους πρώτους δασκάλους μου, τους Τουπαμάρος, στον κριτικο αναστoxασμό της επαναστατικής τους απόπειρας, από εκείνους που δεν μεταμελήθηκαν, που εξακολουθούν να αντικρίζουν τον κόσμο με την ίδια εξεγερμένη ματιά. Στέκομαι στην ανατόμα σκέψη, στην κοφτερή ματιά του παντοτινού αντάρτη Χόρχε Σαμπάλσα. Βλέπω πως χρειάζεται να ξαναπιάσουμε τα πάντα από την αρχή, από τη θεμελιωδη για εμάς οπτική της επανάστασης.

Δεν τη βλέπουμε ως στατική διαδικασία, ως τη Μεγάλη Έφοδο σα μια καθορισμένη από τα πριν ημερομηνία, από τον οργανωτικά ολοένα και πιο διευρυνόμενο ένοπλο μηχανισμό. Εμείς βλέπουμε την επανάσταση ως δυναμική διαδικασία, ως έργο της εξεγερμένης κοινωνίας, ως έκφραση της κοινωνικής συνείδησης και της λαϊκής εξουσίας (με όλη την ταλαιπωρία που έχει υποστεί αυτός ο τελευταίος όρος). Τη βλέπουμε άρρηκτα συνδεδεμένη με την έννοια του εξεγερμένου ένοπλου και οργανωμένου λαού, σε ολοένα και πιο διευρυνόμενους τόπους και κοινωνικές περιοχές. Στο νου μου έρχεται το δικό μας ιστορικό παράδειγμα, με τις διαδικασίες της λαϊκής αυτοδιοίκησης και λαϊκής δικαιοσύνης στην Ελεύθερη Ελλάδα, αυτές τις εμβρυακές μορφές λαϊκής εξουσίας.

Κοιτάζω όλες τις συντελεσμένες επαναστάσεις. Δεν μπορώ να αμφισβητήσω τη στρατηγική αρχή ότι η επανάσταση περνά μέσα από τον ένοπλο αγώνα. Τα αφεντικά του κόσμου θα χρησιμοποιήσουν ανηλεώς και αδίστακτα όλα τα μέσα, όλη τη βία που διαθέτουν για να διατηρήσουν τον πλούτο που ιδιοποιούνται και την εξουσία τους. Οι φτωχοί είναι υποχρεωμένοι να καταφύγουν στο μοναδικό δίκαιο πόλεμο της Ιστορίας. Δυστυχώς, η Ιστορία δεν έχει ανακαλύψει άλλους δρόμους για τις μεγάλες κοινωνικές αλλαγές. Διαβάζω στην τελευταία φράση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου των Μαρξ και ‘Ενγκελς: «Οι κομμουνιστές θεωρούν ανάξιο να κρύβουν τις ιδέες και τις προθέσεις τους. Διακηρύσσουν ανοιχτά ότι οι σκοποί τους μπορούν να επιτευχθούν μόνο με τη βίαιη ανατροπή ολόκληρης της υπάρχουσας κοινωνικής τάξης».

Το αντάρτικο πόλης είναι μια από τις μορφές του ένοπλου αγώνα. Και ο ένοπλος αγώνας είναι η βασική, η καίρια πλευρά της επανάστασης. Όμως, όλες οι επαναστάσεις είναι έργο της κινητοποιημένης κοινωνίας, και είναι ταυτόχρονα βίαιες και μη βίαιες, ειρηνικές και δυναμικές, νόμιμες και παράνομες. Και αν η ίδια η επανάσταση είναι στρατηγικά η πολύμορφη εξεγερτική κίνηση του λαού, το ίδιο πολύμορφη τακτικά πρέπει να είναι και η ίδια η επαναστατική διαδικασία.

Όλες οι μορφές πάλης είναι το ίδιο έγκυρες, το ίδιο απαραίτητες: Νόμιμες και παράνομες, βίαιες και ειρηνικές, μαζικές και ένοπλες. Είναι αλληλοσυμπληρούμενες. Δεν αντιπαρατίθενται μεταξύ τους. Μια νόμιμη μορφή αγώνα, για παράδειγμα, όπως η απεργία, είναι ταυτόχρονα παράνομη και βίαιη, τόσο στο περιεχόμενό της, επειδή προσβάλλει τον πυρήνα της καπιταλιστικής σχέσης, όσο και στη μορφή της, όταν εκδηλώνεται ως αντιβία στους απεργοσπάστες, την ιδιοκτησία του εργοδότη, τις δυνάμεις καταστολής. Όλες οι δυνατές μορφές αγώνα είναι έγκυρες. Το ίδιο νομιμοποιημένες.

ο ποια μορφή αγώνα θα επιλεγεί σε κάθε συγκυρία ως κύρια αυτό είναι απόφαση του κινήματος, εξαρτάται από το επίπεδο της ταξικής πάλης, από το επίπεδο της κοινωνικής συνείδησης, από την ιδεολογική ωριμότητα της κοινωνίας. Όμως, εκ των προτέρων δεν επιλέγεται η μία μορφή αποκλειστικά σε βάρος της άλλης, δεν απορρίπτεται καμιά, δεν αποφασίζεται η προσήλωση σε μία συγκεκριμένη μορφή. Μια επαναστατική οργάνωση, για να επιλέξει το επίπεδο και τη μορφή της παρέμβασής της, οφείλει να βρίσκεται, να ζει και να αναπνέει μέσα στο κίνημα, να μπορεί να εκτιμήσει τη θερμοκρασία της ταξικής πάλης, να μπορεί να κεφαλαιοποιήσει την πολιτική της απήχηση.

Η παρέμβασή της οφείλει να δείχνει τον εξεγερτικό ορίζοντα. Να αποδεικνύει ότι οι ισχυροί δεν είναι άτρωτοι. Να δείχνει τη δυνατότητα και την αναγκαιότητα της επαναστατικής ανατροπής. Η δράση της να διαρρηγνύει τα όρια της κάθε φορά αστικής νομιμότητας. Να προβάλλει τη λογική να συνταιριάζονται όλες οι μορφές αγώνα, χωρίς η μια μορφή να μετατρέπεται από μέσο σε σκοπό και χωρίς καμιά μορφή να παραπέμπεται στις ελληνικές καλένδες.

Η δυναμική δράση είναι απαραίτητο να γειώνεται με τους πραγματικούς κοινωνικούς αγώνες. Να συνδέεται με την πραγματική κίνηση της ταξικής πάλης. Η δυναμική πράξη, για να εμπλουτίσει πραγματικά το οπλοστάσιο των κινητοποιούμενων υποτελών τάξεων, χρειάζεται να υπηρετεί τους αγώνες, να τίθεται έστω και άρρητα στην υπηρεσία τους, να αποτελεί τη λογική τους προέκταση. Να μην τους υποκαθιστά, αλλά να προεκτείνει αγώνες χαμένους μέσα στην καθεστωτική νοµιµότητα, όταν οι δυνατότητες της νόµιµης δράσης δείχνουν τα όριά τους. Αυτός είναι ένας συνδυασµός στην πράξη µε πρωτοβουλία των επαναστατών, ένας προπαγανδιστικός εµπλουτισµός των µέσων αγώνα, µια υπέρβαση του απλώς συµβολικού (της ελάχιστης προϋπόθεσης για το κριτήριο της ένοπλής προπαγάνδας) σε κινηµατική κατεύθυνση. Εδώ δεν έχει σηµασία τόσο το «µέγεθος» της παρέµβασης, όσο η πολιτική της στόχευση. Το είδος της παρέµβασης θα είναι ανάλογο µε την πορεία συγκρότησης του νέου επαναστατικού υποκειµένου. Το επίπεδο της παρέµβασης θα ευθυγραµµίζεται µε τον παλµό του δρόµου, θα εναρµονίζεται µε την κινηµατική θερµοκρασία.

Η τοποθέτηση αυτή, απολογίζοντας την ιστορία της 17Ν, είναι µια τοποθέτηση αυτοκριτική.

Οι θεωρητικοί µας δάσκαλοι έλεγαν ότι αυτό που χαρακτηρίζει µια σοβαρή πολιτική δύναµη είναι η ανοιχτή αναγνώριση των λαθών της, η γυµνή έκθεση των αιτίων τους, η προσεκτική συζήτηση για τη διόρθωσή τους.

Αν κάνω την αυτοκριτική που µου (µας) αναλογεί, δεν είναι για να απαρνηθώ την ιστορία µου. Είναι κοµµάτι της συντελεσµένης ιστορίας µας. Δεν αρνούµαι τίποτα, δεν την τεµαχίζω, να διαλέξω τις όµορφες πλευρές της και να φορτώσω τις κακές της αλλού. Την επωµίζοµαι και εγώ, µε όλο το βάρος της, ολόκληρη. Γιατί ήταν η δική µας απάντηση στο παλιό ερώτηµα, στο παντοτινό ζητούµενο: Να αλλάξουµε τον κόσµο.

Η δική µας γενιά έδωσε την απάντηση που θεωρούσε σωστή µέσα στις τοτινές συνθήκες. Κράτησε όσο µπορούσε τη συνέχεια της επαναστατικής παράδοσης, διατήρησε τη διάρκεια της συλλογικής µνήµης, ύφανε το δικό της κοµµάτι σε αυτή. Και τώρα λέω ότι την παραδίνουµε στις καινούργιες δυνάµεις που έρχονται να ανιχνεύσουν τους καινούργιους δρόµους για την κοινωνική χειραφέτηση. Στις αναζητήσεις τους, όλα όσα κάναµε εµείς, όλα όσα έφεραν οι αγώνες των περασµένων γενεών, όλα είναι χρήσιµα, όλα θα τους χρειαστούν. Και τα σωστά και τα λάθη µας. Γιατί, το ξαναλέω, σταθήκαµε από τη σωστή πλευρά της Ιστορίας. Με το δίκιο, απέναντι στο άδικο των ισχυρών.

Αντικρίζω σήµερα τον κύκλο του αντάρτικου πόλης, στον οποίο εµείς, η 17Ν, αποτελέσαµε, χρονικά, µια από τις τελευταίες εκφράσεις του. Τον βλέπω ως µια ροµαντική προσπάθεια, µια από τις ουτοπίες που τρέφουν και θεριεύουν τα όνειρα. Ήθελε µε τη δράση να αναχαιτίσει τη ροή του µοιραίου χρόνου, να συντηρήσει τις σπίθες της φωτιάς, να χτυπήσει την καρδιά των συµβόλων, να θρυµµατίσει βεβαιότητες, να ξορκίσει συνάµα την εφιαλτική αδράνεια. Να καταδείξει πως η απάντηση στη βία των ισχυρών είναι αναγκαία και αναπόφευκτη. Να σηµατοδοτήσει το ιδανικό για το δίκαιο κόσµο, έναν κόσµο χαρούµενο και ευτυχισµένο, χωρίς πολέµους, βία, εκµετάλλευση, αλλοτρίωση, δίχως καταπίεση, φόβο, ταπείνωση.

Μια απόπειρα να παραµερίσει το ληθαργικό σύνδροµο, να αντισταθεί στο θάνατο της µνήµης, που είναι ο θρίαµβος των εξολοθρευτών, να µνηµονεύσει ότι οι γεµάτοι µαρτύριο και περηφάνια αγώνες γενιών και γενιών δεν είναι παρωχηµένο φάντασµα. Να υποµνήσει την ηθική συνέχεια των αγώνων του λαού µας.

Δεν µπορεί να υπάρξει νίκη σε βάρος της ηθικής. Όσοι πήραν µέρος σ’ αυτό τον αγώνα άκουγαν πίσω τους τη βουή της ιστορίας των αγώνων. Όλου του κόσµου. Όλου του τόπου µας. Από τα κονταροχτυπήµατα των απελατών της Μικρασίας, τα καριοφίλια των κλεφτών, τα λιανοντούφεκα των ανταρτών του ΕΛΑΣ. και του ΔΣΕ. Άκουγαν από τα βάθη των αιώνων τα ριζίτικα τραγούδια:

Τον αντρειωµένο µην τον κλαις, όσο και αν αστοχήσει.

Κι αν αστοχήσει µια και δυο, πάλι αντρειωµένος θα ‘ναι. ..

Αγναντεύω, όµως, ταυτόχρονα, και σκέφτοµαι τον καινούργιο κύκλο, τις καινούργιες απαντήσεις στο παµπάλαιο αίτηµα της Ιστορίας.

Σήµερα και πάλι µαύρα σφιχτοπλεγµένα σύννεφα πλακώνουν την πατρίδα, τη δική µας πατρίδα, την πατρίδα των φτωχών. Η πατρίδα του πλούτου δεν καταλαβαίνει από τέτοια. Παντοτινοί δωσίλογοι, µαζί µε τα φερέφωνά τους από τους µιντιακούς άµβωνες που κηρύσσουν την υποταγή, µαυραγορίτες, ταγµαταλήτες, παίρνουν το κοµµατάκι τους από το λεηλατηµένο δηµόσιο πλούτο, βουτηγµένοι στην προδοσία, τη βροµιά, την ακολασία. Δεν καταλαβαίνουν τίποτα από την περηφάνια, την αξιοπρέπεια, τις λαϊκές, τις πανανθρώπινες αξίες.

Μια νέα κατοχή, δίχως προσώρας µαύρα άρµατα, αλλά µε τα σύγχρονα, το ίδιο κατάµαυρα, το ίδιο φονικά, οικονοµικά όπλα, σωριάζει σε ερείπια όσα έχτισε ο κόπος, ο ιδρώτας, το αίµα του λαού-εργάτη. Ξεκληρίζουν έναν ολόκληρο λαό, δολοφονούν τα όνειρα της νέας γενιάς. Κάνουν τη χώρα οικόπεδο των ισχυρών, εξαθλιώνουν τους εργαζόµενους, τους µετατρέπουν σε στρατιά σκλάβων. Για τους ξένους και ντόπιους δουλοκτήτες, τους νέους αφέντες.

Λέω πως χρειάζεται, τώρα ξανά στη νέα κατοχή, όλοι µας οι καινούργιοι σκλάβοι να συνειδητοποιήσουµε ότι δεν έχουµε να περιµένουµε τίποτα από κανέναν σωτήρα, ντόπιο ή ξένο. Το παλιό αίτηµα να γίνει επιτέλους ο λαός νοικοκύρης στο σπίτι του µπαίνει πιο ζωτικά, πιο επιτακτικά από ποτέ. Σήµερα που µας µετατρέπουν σε νοικάρη στο ίδιο µας το σπίτι, στην ίδια µας τη χώρα. Αυτό το αίτηµα µπορεί να υλοποιηθεί µόνο από ένα ευρύ µέτωπο λαϊκής σωτηρίας, ένα ισχυρό παλλαϊκό µέτωπο, ανεξάρτητα από διαφορές. Τη νέα κατοχή, όπως και την παλιά, µπορεί να την αντιµετωπίσει µόνο ο ενωµένος και οργανωµένος λαός. Οργανωµένος σε ένα µέτωπο πολύµορφης δράσης κοινωνικού, κινηµατικού και όχι κοµµατικού χαρακτήρα για την εθνική και κοινωνική απελευθέρωση. Που θα συναρθρώνει αρχικά τις επιµέρους αντιστάσεις και τις τοπικές εξεγέρσεις, θα ενοποιεί και θα διευρύνει τους αυτοοργανωµένους χώρους αντίστασης και ανάσας. Θα συγκεντρώνει και θα οργανώνει τη λαϊκή οργή, µε ένα συγκροτηµένο, πειστικό µεταβατικό πρόγραµµα που θα εµπνέεται από το όραµα µιας κοινωνίας των ελεύθερων συνεταιρισµένων παραγωγών.

Άµεσα χρειάζεται να αντιµετωπιστεί η απειλή της µαζικής λιµοκτονίας. Στη συνέχεια προέχει η αναδιάρθρωση της πρωτογενούς παραγωγής και συνολικά της παραγωγικής δοµής στην κατεύθυνση της οικονοµικής αυτοδυναµίας.

Το µεταβατικό πρόγραµµα δεν µπορεί να µην ξεκινά από τη στάση πληρωµών του «χρέους», µιας και αυτό που προέχει είναι η επιβίωση και η αξιοπρεπής διαβίωση των ανθρώπων. Δεν µπορεί ακόµα να µην περιλαµβάνει δηµόσιο έλεγχο των τιµών, της κίνησης κεφαλαίων, τον έλεγχο του τραπεζικού συστήµατος και των στρατηγικών τοµέων της οικονοµίας.

Αυτός ο έλεγχος πάνω στα µέσα παραγωγής, πάνω στη λήψη των αποφάσεων γύρω από τι, πώς και από ποιον θα παραχθεί το κοινωνικό προϊόν δεν µπορεί παρά να γίνει µε ρήξη του υπάρχοντος συστήματος. Δεν µπορεί να γίνει µέσα στην Ευρωπαϊκή Ένωση, δεν µπορεί να γίνει δίχως ένα είδος εθνικού νοµίσµατος. Δεν µπορεί να γίνει δίχως ένα ριζικό γεωπολιτικό ανασχεδιασµό. Το ξεπέρασµα της σηµερινής βαθιάς κρίσης προϋποθέτει και απαιτεί βαθιές αλλαγές.

Σε αυτό το µέτωπο που θα ζωντανέψει την «πλέρια µνήµη», του ΕΑΜ, της ΕΠΟΝ και του ΕΛΑΣ, σ’ αυτό το µέτωπο πολύµορφης δράσης έχουν όλοι θέση. Όλες οι ζωντανές δυνάµεις της κοινωνίας, όλες οι δυνάµεις, από όλες τις παραδόσεις του επαναστατικού κινήματος.

Καθένας µε τη δική του ιστορία, την ιδιαίτερη πολιτική του ταυτότητα, στην αναγκαία διαλεκτική σύνθεση. Καθένας που καταλαβαίνει ότι αυτό το έργο δεν µπορεί να το φέρει σε πέρας µόνος και αποµονωµένος.

Σήµερα που απέναντι στην επίθεση του νεοφιλελεύθερου ολοκληρωτισµού η κοινωνία µπορεί να είναι ακόµα µουδιασµένη, αλλά βράζει ολόκληρη. Σιχαίνεται τους κυρίαρχους, και ολοένα µεγαλύτερα κοµµάτια της ψάχνουν διεξόδους και απαντήσεις.

Μπορεί αυτές να περνούν µέσα από τη διαφαινόµενη εκλογική νίκη της ρεφορµιστικής Αριστεράς; Της κοινοβουλευτικής Αριστεράς που κανει σαν να µην καταλαβαίνει ότι η επιλογή της είναι ή να δώσει µε το κίνηµα τη σύγκρουση ή να εξευτελιστεί σε διαχειριστή της «καµένης γης»;

Για τις δυνάµεις της ανατροπής, η κυβέρνηση αυτής της Αριστεράς πρέπει να αποτελέσει µια ευκαιρία αντεπίθεσης, ενότητας του κινήµατος, κοινωνικής αυτοοργάνωσης, λαϊκής αντιεξουσίας.

Τα παραδείγµατα αγώνα, η βάση για αυτή την αντεπίθεση, ολοένα και αυξάνονται Από τον ηρωικό αγώνα των κατοίκων της Χαλκιδικής, τα αυτοδιαχειριστικά εγχειρήµατα, τις µαχητικές αντιφασιστικές εκδηλώσεις. Τα εκατοντάδες παραδείγµατα ανιδιοτελούς συµµετοχής και άµεσης δηµοκρατίας: Τα στέκια και οι δοµές αλληλεγγύης σε όλη την Ελλάδα, ένας ολόκληρος γαλαξίας κοινωνικής και πολιτιστικής δηµιουργίας.

Παράλληλα, έχουµε την παρουσία ενός νέου αντάρτικου, πιο «κοινωνικού» και µητροπολιτικού από το δικό µας, µε άλλες ιδεολογικές αναφορές και διαφορετικά χαρακτηριστικά, το οποίο όµως, µαζί µε τη διάχυτη αλλά πολύ υλική συγκρουσιακότητα ενός κοµµατιού της νεολαίας, κραυγάζει ότι τίποτα δεν τελείωσε.

Η ταξική πάλη και ο κοινωνικός ανταγωνισµός δεν σταµατούν. Η έκβασή τους, βέβαια, δεν είναι προκαθορισµένη από κάποια νοµοτέλεια.

Ωστόσο, το ενδεχόµενο της επανάστασης και της αταξικής κοινωνίας εξαρτάται από την ελπίδα µιας ζωής που µας αξίζει, από τη συνειδητή οργάνωση και την προετοιµασία για το πέρασµα σε αυτή τη ζωή από σήµερα, από την απελευθερωτική συνάντηση του όπλου της κριτικής µε την κριτική των όπλων. Για το Βασίλειο της Ελευθερίας …

`

`

ΤΕΛΟΣ

Σημείωση: Μορφοποίηση (Χρώμα,έντονα,πλαίσια,Εικ. κ.α. δικά μας)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.