ΑΝΙΚΗΤΟΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ – Του Γιάνη Βαρουφάκη (7o μέρος/11)

Standard

(…) Ντρέπομαι που το λέω, αλλά η αλήθεια είναι ότι κοίταξα αλλού επίτηδες. Ότι δεν ήθελα να αναγνωρίσω στο πρόσωπο του Αλέξη αυτό που φαινόταν καθαρά εκείνη τη στιγμή επιτρέποντας ανοήτως στους ευσεβείς πόθους μου να επισκιάσουν όσα έβγαζαν μάτι.

Το ίδιο μοτίβο θα επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά τους επόμενους μήνες. Περιοδικά, στις εβδομάδες και τους μήνες που ακολούθησαν αντί να αντιληφθώ την προφανή διπροσωπία του θα έβρισκα δικαιολογίες για τις υποχωρήσεις του Αλέξη από τη συμφωνία μας. Θα τις απέδιδα στον φόβο, στην κατάθλιψή, στην απειρία του, βασιζόμενος τελικά στην καθαρή πίστη πως θα ερχόταν η στιγμή που ο Αλέξης θα ανέκαμπτε, θα πέταγε τα πλοκάμια, θα ξανάβρισκε την πίστη του στον σκοπό μας και θα τιμούσε τις υπέροχες λέξεις με τις οποίες με ενέπνευσε εκείνη την πρώτη μέρα στο Μαξίμου(…)

`

BΡΥΞΕΛΛΕΣ:

Με το «περίστροφο στο τραπέζι» οι εκπρόσωποι της «Ευρώπης των ΛΑΩΝ»: ενώ μας  λένε πως έχουμε δίκιο, την ώρα των αποφάσεων, είμαστε πάντα μπροστά στην βγαλμένη από την ταινία «ο Νονός» θρυλική ατάκα του Βίτο Κορλεόνε: «Θα του κάνω μια προσφορά την οποία δε μπορεί να αρνηθεί».

ΑΘΗΝΑ: η πέμπτη φάλαγγα εν δράσει...

Eπέστρεψα στο υπουργείο και τηλεφώνησα στον Χουλιαράκη. Παραδέχτηκε, ότι το έγγραφο που µου παρουσίασε, το οποίο άλλαξα ριζικά, δεν το δημιούργησε ο ίδιος (…) Δημιουργήθηκε από τον Ντέκλαν Κοστέλλο (ΔΝΤ)στις Βρυξέλλες…

«Και δεν έκρινες σκόπιµο να µου το πεις; ΝNα ενηµερώσεις τον υπουργό σου ότι το δικό σου έγγραφο, µε το οποίο ήµουν σαφώς δυσαρεστημένος, είχε συνταχθεί από τον κύριο εχθρό µας;» ρώτησα(…)

(Μέρος)    

Συνέχεια από  ΕΔΩ

`


Aναγκαία διευκρίνηση του γράφοντος:

Τιμώ και σέβομαι το Γιάνη Βαρουφάκη.   Αναγνωρίζω, την εντιμότητα, την αξιοπρέπεια,   τον πατριωτισμό, το σεβασμό σε ιδέες και αρχές, καθώς και τις εξαιρετικές γνώσεις και ικανότητες του.

Και συμφωνώ σε πολλά, όμως διαφωνώ πολιτικά μαζύ του, στο που πάμε και με ποιό τρόπο; δλδ στην σταδιακή  βελτίωση του καπιταλισμού (ζήσε μάη μου» ), ή πέρα απ’αυτόν;

Και όσο είναι θεμιτές όλες απόψεις μας για τον συγγραφέα και το έργο του, άλλες τόσες  απορίες προκαλεί η βροντερή σιωπή για  καίριας σημασίας γεγονότα που παραθέτει, τις συζητήσεις, περιγραφές, ντοκουμέντα με υπουργούς, πρωθυπουργούς, προέδρους, αλλά και σε Ε.Ε., ΔΝΤ. Και το ότι  τόσο καιρό-αρκετό νομίζω – δεν τόλμησε κανείς εδώ ή έξω (πλήν Γερούν Ντάισελμπλουμ, με αμφίβολη επιτυχία), να διαψεύσει αξιόπιστα  κάτι, (συγκεκριμένο όμως και όχι γενικό και αόριστο), απ’όσα αποκαλυπτικά γράφει ο Γ.Β.» (1).

Γιατί τόσοι δημοσιογράφοι και δημοσιολογούντες, που κάνουν την «κλωστή τριχιά», που έχουν καταλογίσει στον Γιάνη Βαρουφάκη «όλα τα δεινά της χώρας», που τον έχουν απαξιώσει, κατασυκοφαντήσει και απειλήσει με δικαστήρια, στρατοδικεία και …αγχόνες ακόμη, γιατί δεν σιωπούν; Ούτε ένα (αρ. 1) ρεπορτάζ για να καταρρίψουν τις -όπως ειρωνικά λένε- «μπαρούφες» του;

Και ας αφορούν την Ελλάδα, για την οποία  «κόπτονται», την Ευρώπη που τόσο «θαυμάζουν»…

Δεν έχω την τιμή να γνωρίζω τον Γιάνη Βαρουφάκη, δεν τον ακολούθησα, ούτε ψήφισα ποτέ, ούτε και διαφαίνεται, γιά τους πιό πάνω λόγους.

Θεωρώ πως  έχει μεγάλες ευθύνες, για λάθη και παραλείψεις, και που κατά την αναλογίαν (του), θα «πληρώνουμε» για  10ετίες.

Όμως επειδή φρονώ, ότι είναι όχι μόνο ψευδείς και άδικες στο 99%, οι σε βάρος του κατηγορίες, αλλά και ότι είναι πολύ μεροληπτική η απόκρυψη-της «αληθινής ή μη-αφήγησης» του, και πως  «βγάζει μάτι» η «ειδική» στοχοποίηση του από εχθρούς και «φίλους», για αυτό και αφιέρώσα πολύ χρόνο στην παράθεση του βιβλίου του, για  να μαθευτεί «τι έγινε ΤΟΤΕ». Και τα συμπεράσματα όλων μας.

 

(1) Όμως ποιοί και πως να τολμήσουν διάψευση, σε κάτι, όταν ξέρουν πολύ καλά ότι είναι αλήθεια, που ευκόλως αποδεικνύεται;…


9ο Κεφάλαιο/από 17

 

Μικρός, βάναυσα ανατραπείς, θρίαμβος.


1`

ο επόμενο πρωί συναντηθήκαμε στη σουίτα του Αλέξη με τον Παππά και τον Δραγασάκη. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο θα ξεκινούσε εκείνο το βράδυ, και το μάτια όλων, πλην ημών, ήταν στην ουκρανική κρίση. Η καγκελάριος  Μέρκελ  και ο  πρόεδρος  Ολάντ   είχαν απορροφηθεί από τις διαπραγματεύσεις στο Κίεβο και τη Μόσχα και θα κατέφθαναν στις Βρυξέλλες κατάκοποι, με το μυαλό τους να ξεχειλίζει από τα προβλήματα της Κριμαίας, τα τερτίπια του Πούτιν, τις τοπικές συρράξεις-προβλήματα απομακρυσμένα από το «ελληνικό πρόβλημα». Αντιμετωπίζουμε τον κίνδυνο να αγνοηθούμε, κάτι που όμως ήταν και μια ευκαιρία. .

Από το 2011 έλεγα στον Αλέξη ότι το κλειδί στο «ελληνικό πρόβλημα» ήταν η Άνγκελα Μέρκελ. Αφότου μετακόμισα στο υπουργείο, όταν με ρωτούσαν δημοσιογράφοι ποιός ήταν ο καλύτερος σύμμαχος της Ελλάδας στην ΕΕ, απαντούσα: «Η κ. Μέρκελ!» «Όχι ο πρόεδρος Ολάντ ή ο Ματέο Ρέντσι» επέμεναν εκείνοι, όμηροι των αξιωμάτων τους. «Όχι», απαντούσα, «η καγκελάριος Μέρκελ είναι η μοναδική πολιτικός που μπορεί να επαναπροσδιορίσει τις οικονομικές παραμέτρους και πολιτικές για την Ελλάδα». Στο πλαίσιο αυτό συνέστησα στον Αλέξη να προσεγγίσει το βράδυ εκείνο την κ. Μέρκελ μ’ ένα άμεσο αίτημα: Να τερματίσει το αδιέξοδο στο Eurogroup, όπου ο Δρ. Σόιμπλε κυριαρχούσε πλήρως.

Η ένταση στις σχέσεις μεταξύ των δύο Γερµανών πολιτικών ήταν γνωστή τους πάσι. Ο Σόϊµπλε κυριαρχούσε στο Eurogroup, ελέγχοντας τον Ντάισελµπλουμ και το µπλοκ των μαζορετών -υπουργών οικονοµικών από την Ανατολική Ευρώπη, αλλά και των μνημονιακών χωρών, πλην της Ελλάδας. Μόνο η Μέρκελ είχε τη δυνατότητα να τον περιορίσει. Όπως θα µάθαινα σε σύντοµο χρονικό διάστηµα, το άτομο που χρησιµοποιούσε η Γερµανίδα καγκελάριος ήταν ο Τόµας Βίζερ πιθανώς το µοναδικό µέλος του βαθέος κατεστηµένου που κρατούσε ίσες αποστάσεις, και τα είχε το ίδιο καλά µε τη Μέρκελ και τον Σόιµπλε. Όµως για να τον χρησιμοποιήσει ώστε να σπάσει, έστω και προσωρινά, την απόλυτη κυριαρχία του υπουργού της επί των οικονοµικών, η Μέρκελ χρειαζόταν κάποιο ισχυρό κίνητρο. Το να φανεί γενναιόδωρη προς την Ελλάδα και τους Έλληνες δεν αποτελούσε ένα τέτοιο κίνητρο . Τι θα µπορούσε να είναι αυτό το κίνητρο όµως;

Η απάντηση που έδινα από το 2012 ήταν: ο Μάριο Ντράγκι! Ο µόνος τρόπος να παρέµβει η Μέρκελ ήταν να την πείσει ο Ντράγκι ότι, διαφορετικά, κινδύνευε ότι είχε µείνει από τη σταθερότητα της ευρωζώνης.

Ο Αλέξης  καταλάβαινε. Δε  θα αναφερόταν  βέβαια σε  κουρέματα κτλ, αλλά θα προσέγγιζε την κ. Μέρκελ στη διάρκεια της Συνόδου. Έτσι, για να τις έχει πρόχειρες, κατέγραψα σ’ ένα χαρτί, µε τη βούλα του ξενοδοχείου µας, τις ελάχιστες συνθήκες που απαιτούνταν για µια προσωρινή εκεχειρία: Πρώτον, τερματισμός της ασφυξίας ρευστότητας από την ΕΚΤ. Δεύτερον, αντικατάσταση της τροϊκανικής διαδικασίας µε έναν νέο διαπραγµατευτικό θεσµό µε βάση τις Βρυξέλλες, έτσι ώστε οι υπουργοί να µιλούν  µε  υπουργούς, η  µε τον επίτροπο της ΕΕ, και οι υπάλληλοι µε υπαλλήλους. Τρίτον, τέλος ήταν εµµονή σε φράσεις του τύπου: «επέκταση» και «επιτυχημένη ολοκλήρωση του προγράµµατος». Τέταρτον, τερματισμός της λιτότητας και συµφωνία στη βάση ενός πρωτογενούς  πλεονάσματος  που  δεν  ξεπερνά  το  1,5%  του εθνικού εισοδήµατος.

Καθώς συζητούσαμε τους στόχους µας αυτούς, χτύπησε το τηλέφωνο του Αλέξη. «Είναι ο Ντάισελµπλουµ», µας σιγοψιθύρισε, ο οποίος του ανακοίνωνε ότι ήταν καθ’ οδόν προς τη σουίτα του «για να τα

πούνε». Οι υπόλοιποι πήγαµε σε διπλανό δωµάτιο, αφήνοντας τον Αλέξη µόνο του να προϋπαντήσει τον Ολλανδό. Δεν πέρασαν δύο λεπτά, όταν ο Αλέξης ήρθε χαμογελώντας να µας βρει στο δωμάτιο όπου είχαµε καταφύγει. Ο Γερούν είχε έρθει, λέει, προσφέροντας κλάδο ελαίας, υπό τη µορφή νέου επιθετικού προσδιορισµού: αντί για «τροποποιημένο » ή «προσαρµοσµένο» πρόγραµµα, πρότεινε τον όρο «μετασχηματισμένο» η «επικαιροποιημένο» πρόγραµµα. Σύστησα στον Αλέξη, ως τακτικό ελιγµό, να πει ναι στην πρόταση του Γερούν για «μετασχηματισμένο πρόγραµµα» αλλά, παράλληλα, να επιµείνει ότι το τελικά ανακοινωθέν θα αναφερόταν στα σχέδιά µας για καταπολέμηση της ανθρωπιστικής κρίσης (κάτι που το προηγούμενο βράδυ είχε απορρίψει).

Στο μεταξύ ο Γερούν ήταν όρθιος στον διάδροµο μιλώντας στο κινητό του. Φαινόταν µάλιστα σαν μαθητούδι που τον ψέλνει, τηλεφωνικά, κάποιος τραχύς γυμνασιάρχης . «Να δεις που ο Βόλφγκανγκ µόλις τον πυροβόλησε πάλι», είπα στον Παππά δίπλα µου. Πριν προλάβει ο Αλέξης να του πει ότι συµφωνεί και να προσθέσει το αίτημα µας για αναφορά στην ανθρωπιστική κρίση, ένας εµφανώς καταβεβλημένος Ντάισελµπλουμ εξομολογήθηκε ότι «ούτε το «μετασχηματισμένο» μπορεί να γίνει αποδεκτό», προφανώς από τον Σόιµπλε. Υποσχόμενος να επιστρέψει αργότερα, µε νέα πρόταση, κίνησε για το ασανσέρ. Καθώς περνούσε από μπροστά µου, τον ρώτησα κάτι που ήθελα να του θέσω από την ώρα που εµφανίστηκε στο ξενοδοχείο. «Τι έγινε µε εκείνο το τρένο που χάσαµε, Γερούν; Τελικά δεν το χάσαμε; Mήπως έβαλε όπισθεν και επέστρεψε στον σταθμό. Δε φαντάζομαι να ξαναφύγει και να το ξαναχάσουµε». Προφανώς δεν απάντησε . Πώς θα µπορούσε να απαντήσει; Ο πρόεδρος του Eurοgrοup είχε συλληφθεί να ψεύδεται. Οι απειλές που είχε  εκτοξεύσει χωρίς  αιδώ το προηγούµενο βράδυ στο Eurοgrοup είχαν εξαϋλωθεί με το πρώτο, αχνό φως του βελγικού ηλίου

Εκείνο το απόγευµα ο Γερούν επέστρεψε. Αυτήν τη φορά πρότεινε στον Αλέξη να εκδώσουν κοινό ανακοινωθέν ότι το Eurοgrοup και η ελληνική κυβέρνηση συμφώνησαν να αρχίσουν «συζητήσεις σε τεχνικό επίπεδο µε θέµα τον τρόπο µε τον οποίο θα κινηθούμε σχετικά με το πρόγραµµα σύµφωνα  μετά σχέδια  της ελληνικής  κυβέρνησης».  Επρόκειτο  για ραγδαία,  αν όχι  άτακτη,  υποχώρηση  του  Γερούν.  Αµέσως  πήρα τηλέφωνο τον Τζεφ Σακς για να του πω τα μαντάτα.

Πετύχαµε µια µικρή νίκη απόψε η άρνηση µας να υποχωρήσουμε υπό ασφυκτική πίεση χτες τους οδήγησε στην πλήρη υποχώρηση από την απαίτηση να υποβάλουμε αίτηση παράτασης του προγράµµατος ως έχει.

Πώς συνέβη αυτό; Πήραµε µια ιδέα αργότερα από πηγές του Υπουργείου Εξωτερικών: Φτάνοντας στις Βρυξέλλες, η Άνγκελα Μέρκελ -κατάκοπη και άυπνη λόγω της ουκρανικής κρίσης τηλεφώνησε στον Ντάισελµπλουμ ελπίζοντας σε καλά νέα ως προς το ελληνικό ζήτημα. Όταν άκουσε για το αδιέξοδο, φαίνεται ότι θύµωσε και του έδωσε εντολή, ως πρόεδρος του Eurogroup, να βρει µια λύση αµέσως. Όπερ και εκείνος έκανε.

Μια µικρή νίκη, πράγματι. Όµως, το προηγούμενο που δημιούργησε θα αποδεικνυόταν προβληματικό: η υπερβολική αισιοδοξία για την καλή θέληση της κ. Μέρκελ αλλά και η πρακτική .του Ντάισελµπλουμ να µιλάει απευθείας µε τον Αλέξη. Το να παρεμβαίνει η Γερµανίδα ηγέτις καταλυτικά, διαλύοντας το αδιέξοδο, ήταν θείο δώρο. Το να µιλάει εποικοδομητικά ο πρόεδρος του Eurοgrοup στον Αλέξη ήταν κι αυτό θετικό. Αυτό που όµως θα αποδεικνυόταν µοιραίο ήταν ο συνδυασµένος αντίκτυπος δύο παρενεργειών του προηγουμένου που δηµιουργήθηκε στον δρόµο για τη µικρή µας νίκη.

Μια παρενέργεια ήταν η σιγουριά που έφερε στο νου του Αλέξη, κόντρα στις συµβουλές µου, ότι η Μέρκελ θα παρενέβαινε -λόγω κούρασης η καλής θέλησης υπέρ ημών, ανεξάρτητα από το εάν έκρινε ότι παραµέναµε έτοιµοι να ενεργοποιήσουμε το σχέδιό µας αποτροπής επιθετικών κινήσεων  της  τρόϊκας  εναντίον  µας  (π.χ.  Κλείσιµο τραπεζών). Δεύτερη παρενέργεια ήταν ο τρόπος µε τον οποίο οι συναντήσεις του Ντάισελµπλουμ µε τον Αλέξη, εκείνων των ημερών, θα λειτουργούσαν ως προηγούμενο, ως µια σφήνα που έµπαινε ανάµεσά µας, οδηγώντας τον πρωθυπουργό στην αποξένωση από τον µοναδικό υπουργό που µπορούσε, και ήθελε, να ενεργοποιήσει το σχέδιο αποτροπής το οποίο του έδινε κάποια ισχύ επί της κ. Μέρκελ.

`

Στη φωλιά της τρόϊκας
411

ταν απόγευµα της Πέµπτης 12 Φεβρουαρίου όταν έκλεισε η συµφωνία να αρχίσουν συζητήσεις « σε τεχνικό επίπεδο µε θέµα τον   τρόπο µε   τον   οποίο θα   κινηθούµε σχετικά με το πρόγραµµα  σύµφωνα με  τα σχέδια  της ελληνικής κυβέρνησης». Το επόµενο  Eurogroup,  στο   οποίο  έπρεπε   να  επιτευχθεί  πρόοδος,  ήταν προγραμματισμένο για την επόµενη Δευτέρα. Είχαµε δηλαδή τρεις µέρες για να κτίσουμε την πολυπόθητη γέφυρα που προτείναμε εξαρχής.

Η Γερμανίδα καγκελάριος ήταν εκείνη που επέμενε να ξεκινήσουν οι συζητήσεις της δικής µας τεχνικής οµάδας µε εκείνη της τρόϊκας επί των προτάσεων µας και των προτεραιοτήτων µας. Συµφωνήθηκε να λάβουν χώρα το διήµερο Παρασκευής-Σαββάτου, αφήνοντας την Κυριακή κενή για παρεµβάσεις της τελευταίας στιγμής, ώστε να υπάρξει σύγκλιση έως το Eurοgrοup της Δευτέρας. Είχα λιγότερο από µία ώρα για να αποφασίσω τη σύνθεση της οµάδας των τεχνικών που θα µας εκπροσωπούσαν σε αυτές τις σηµαντικές διαβουλεύσεις. Το κινητό µου άναψε καθώς η οµάδα µας έπαιρνε σχήμα και γίνονταν οι κατάλληλες επαφές και γενικά οι προετοιµασίες για το ταξίδι τόσων ανθρώπων για τις Βρυξέλλες.

Η σκέψη που µε τυραννούσε και την οποία προσπαθούσα να βγάλω από τον νου µου ήταν ότι η άλλη πλευρά, εκείνη της τρόϊκας, είχε στη διάθεση της εκατοντάδες, για να μην πω χιλιάδες άτομα ως προσωπικό έτοιμη για µια τέτοιο αντιπαράθεση, µε πολύχρονη εµπειρία στο ΔΝΤ, στην ΕΚΤ και στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι προϊστάμενοι αυτών των ορδών, που θα έµπαιναν στην αίθουσα για να αντιμετωπίσουν τους δικούς µου συνεργάτες, τα δικά µας τα παιδιά, είχαν πολύχρονη εµπειρία στο να επιβάλλουν «ειδικά προγράµματα προσαρμογής » σε κυβερνήσεις καταρρακωμένων χωρών, συμπεριλαμβανομένης της Μνηµονιακής Ελλάδας του Μνηµονιστάν µας.

Σε αντιδιαστολή, η δική µας οµάδα αποτελούνταν, κατ’ αρχάς, από τον Γιώργο Χουλιαράκn, πρόεδρο του Συµβουλίου Οικονοµικών Εµπειρογνωµόνων, και τέσσερα νέα παιδιά από την οµάδα που είχε δημιουργήσει πριν από τις εκλογές ο Γιάννης Δραγασάκης. Καθώς κανένας τους δεν είχε την παραµικρή εµπειρία τέτοιων αντιπαραθέσεων, τους ενίσχυσα µε την Έλενα Παναρίτη, που ήξερε καλά το ΔΝΤ και τους υπόλοιπους τροϊκανούς, και βεβαίως τον Γκλεν Κιµ, ο οποίας γνώριζε εκ των έσω την όλη μνημονιακή διαδικασία και τη δόμηση του ESM (του ταμείου από το οποίο προέρχονταν το μνημονιακά δάνεια) καλύτερα από τους τροϊκανούς. Δυστυχώς, η οµάδα Δραγασάκη, ορμώμενη από το εσωτερικό του Σύριζα, έβλεπε την Έλενα και τον Γκλεν µε καχυποψία.

Από τη  δική µου  σκοπιά, η  Έλενα κι ο  Γκλεν όχι  µόνο  ήταν απαραίτητοι, αλλά δεν έφταναν κιόλας για να καλύψουν την απειρία των καλών αλλά άπειρων παιδιών της οµάδας Δραγασάκη. Για να τους υποστηρίξω  περισσότερο, και καλύτερα,  επιστράτευσα  από  την επενδυτική τράπεζα Lazard έναν αναλυτή, καθώς και τον φίλο µου Τζέιµι Γκάλµπρεϊθ, οι οποίοι κάθονταν, µε τους υπολογιστές τους, σε διπλανό γραφείο παράγοντας οικονοµικά μεγέθη, υπολογισµούς αλλά και γραπτά επιχειρήµατα τα οποία έστελναν µε µέιλ στο διπλανό γραφείο, όπου συγκρούονταν οι δύο οµάδες, ενισχύοντας τους δικούς µας. Τέλος, ζήτησα από τον Ευκλείδη να έρθει αµέσως στις Βρυξέλλες για να αναλάβει ως «πολιτικός κομισάριος» την επίβλεψη της οµάδας µας. Μετά από πολύ σύντοµες αντιρρήσεις συμφώνησε να τα παρατήσει όλα στην Αθήνα και να σπεύσει στις Βρυξέλλες.

Την Παρασκευή το πρωί πήγαµε όλοι µαζί στο κτίριο της Ευρωπαϊκης Επιτροπής για τη διμερή «συζήτηση». Οι υπεύθυνοι ασφαλείας του κτιρίου αντιμετώπισαν την οµάδα µας µε καχυποψία και ελέγχους που είχα  να  δω  από  τα  αεροδρόμια των  ΗΠΑ  ή  της  Ινδίας. Τόσο εξονυχιστικά τους έψαξαν που αργήσαµε μισή ώρα να φτάσουµε στην αίθουσα συνοµιλιών. Όταν φτάσαµε στον σωστό όροφο, µας οδήγησαν κατευθείαν στην αίθουσα όπου περίµεναν οι «συνήθεις ύποπτοι» της τρόϊκας: Ο Ντέκλαν Κοστέλλο, ο εκπροσωπών σε τεχνικό επίπεδο την Επιτροπή και το Eurοgrοup  Working  Group, ο  Κλάους Μαζούχ, εκ µέρους της ΕΚΤ (ο οποίoς στην Ιρλανδία θεωρείται persona non grata λόγω του ψυχρού κυνισµού µε τον οποίο υποστήριζε το έγκλημα της ΕΚΤ εναντίον  του ιρλανδικού  λαού), και  ο Ρίσι Γκογιάλ,  που είχε αντικαταστήσει τον Πόουλ Τόµσεν, ως υπεύθυνος του ΔΝΤ για το ελληνικό πρόγραµµα, μετά την προαγωγή του τελευταίου σε υπεύθυνο του ΔΝΤ για όλη την Ευρώπη.

Με το που εισήλθαμε στην αίθουσα, οι εκπρόσωποι των δανειστών αναγνώρισαν γνώριµα σε εκείνους πρόσωπα και ξίνισαν τα µούτρα τους: το πρόσωπο του Γκλεν Κιµ, η θωριά του οποίου τους θορύβησε, καθώς γνώριζαν πως δε θα τον έκαναν ό,τι ήθελαν, γνώστης όπως είναι των τεχνικών θεµάτων. Εντός λεπτού από την άφιξη µας ο Ντέκλαν Κοστέλλο διαμαρτυρήθηκε για την παρουσία των μη Eλλήνων στην οµάδα µας: για τον Γκλεν αλλά και για τον αναλυτή της Lazard. Πριν όµως προλάβει να ολοκληρώσει την ένσταση του, την είχα απορρίψει «θα επιλέγουµε», του είπα, «τους εκπροσώπους µας στην τεχνική οµάδα µας κατά το δοκούν, όπως κι εσείς επιλέγετε τους δικούς σας χωρίς την άδειά µας». Υποχώρησε χολωµένος. Έναν μήνα αργότερα ο Κοστέλλο θα προέβαλλε νέα ένσταση, πάλι για την παρουσία του Γκλεν στην οµάδα µας. Μόνο που εκείνη τη δεύτερη φορά θα πρόβαλλε άλλον λόγο  την άρνηση  του να  αποδεχθεί  την  παρουσία «κάποιου που έχει  εργαστεί σε   περιπτώσεις   αναδιάρθρωσης   χρέους»,   αναφερόµενος   στις επιτυχηµένες προσπάθειες του Γκλεν κατά τις διαπραγµατεύσεις του ισλανδικού δημόσιου χρέους

Με τις προκαταρκτικές μικροαντιπαραθέσεις να έχουν ξεπεραστεί, και καθώς ήµουν ο μοναδικός µε τον βαθµό του υπουργού στο δωµάτιο, έκανα µια μικρή εισαγωγή προτού αποσυρθώ, αφήνοντας τις δύο τεχνικές οµάδες να ξεκινήσουν τις «συζητήσεις» τους. Τα τελευταία µου λόγια ήταν:

Το μήνυμα µου εκ µέρους της κυβέρνησης µας είναι ότι έχουµε µία και µόνο προτεραιότητα την ανάκαµψη της ελληνικής οικονοµίας εντός ενός θεραπευτικού πλαισίου για την ευρωζώνη στο σύνολό της. Η κυβέρνησή µας δε θα είναι άλλη µία ελληνική κυβέρνηση που θα προσπαθήσει µόνο και µόνο για να πάρει την επόµενη δόση, να σας καθησυχάσει ότι δήθεν θα εφαρµόσει ένα μεταρρυθµιστικό πρόγραµµα που δε σκοπεύει να το εφαρµόσει. Θα έχετε καταλάβει ότι δε µας ενδιαφέρει η επόµενη δόση ενός μη βιώσιµου δανείου. Προτιµούµε να πέσουµε φλεγόµενοι από το να δώσουµε συνέχεια σε αυτή την αναξιοπρέπεια. Το ένα πράγµα που ο ελληνικός λαός µας λέει ξανά και ξανά είναι το εξής: σταµατήστε την πρακτική των προηγούμενων ετών που θέλει την κυβέρνηση µας να πηγαίνει στις Βρυξέλλες ζητιανεύοντας για νέα δάνεια προσποιούμενη ότι µεταρρυθµίζει τη χώρα όταν στην πραγµατικότητα την απορρυθµίζει.

Με αυτά το λόγια αποσύρθηκα αφήνοντας τον Ευκλείδη να επιτηρεί τις διαβουλεύσεις. Ήταν η πρώτη φορά που οι εκπρόσωποι της τρόϊκας είχαν αναγκαστεί να συνοµιλούν µε τεχνικούς εκπροσώπους της Ελλάδας του δικού τους βαθµού, αντί να ανακρίνουν και να χειραγωγούν υπουργούς στην Αθήνα. Τις εβδοµάδες που ακολούθησαν θα εξέφραζαν µε διάφορους τρόπους, ιδιαίτερα επιθετικούς, τα συναισθήματα τους γι’ αυτή την «υποβάθμιση» τους.

Το επόµενο 48ωρο ο Ευκλείδης και ο Τζέιμι µε κρατούσαν συνεχώς ενήµερο για την εξέλιξη των συζητήσεων. Αρχικά οι τροϊκανοί δεν εμφανίσθηκαν ούτε επιθετικοί ούτε και εχθρικοί. Ο εκπρόσωπος του ΔΝΤ εξέφρασε σκεπτικισμό για το κατά πόσον, και πόσο γρήγορα, θα μπορούσαµε να κάνουµε τους µεγαλοφοροφυγάδες να πληρώσουν, έδειξε να χαιρετίζει τις προτάσεις µας για τη διαχείριση των «κόκκινων» δανείων µέσω «κακής », δηµόσιας τράπεζας, ενώ δήλωσε ευθαρσώς τη φανατική του αντίθεση σε οποιαδήποτε σκέψη επιστροφής του δικαιώματος στις συλλογικές διαπραγµατεύσεις στα συνδικάτα. Όµως, αν και οι συζητήσεις ξεκίνησαν σε πολιτισμένο κλίµα, το βρόμικο παιχνίδι παιζόταν εκτός της αίθουσας, µε την τρόϊκα να προβαίνει σε διαρροές στα μέσα ότι «το αφήγημα των Ελλήνων δε βγάζει νόηµα». Ίσως να μην ήταν απολύτως συνεκτικό, είπα σε δηµοσιογράφο που µου ζήτησε να σχολιάσω εκείνες τις διαρροές, όµως είναι πολύ πιο συνεκτικό από το αφήγημα-πρόγραµµα της τρόϊκας, του οποίου η εντυπωσιακή αποτυχία έχει ήδη καταγραφεί.

Τη δεύτερη μέρα των διαβουλεύσεων, όπως µε πληροφόρησε ο Ευκλείδης, οι τροϊκανοί εμφανίσθηκαν κατά πολύ επιθετικότεροι. Αποφασισµένοι να μην παραδεχθούν τα σχεδιαστικά σφάλµατα του αγαπημένου τους προγράµµατος, συμπεριφέρονταν ως εάν η δουλειά τους να ήταν να αξιολογήσουν την ετοιμότητα µας να εφαρµόσουµε το πρόγραµµά τους. Ήγειραν αστεία επιχειρήµατα, που πρωτοετείς φοιτητές θα τα απέρριπταν, µε αποκορύφωµα την κατηγορία που µας προσήπταν ότι, λέει, δεν είχαµε προτάσεις για το πώς θα αποπληρώσουνε πλήρως το δημόσιο χρέος-ναι, το δηµόσιο χρέος που εκλεγήκαμε για να αναδιαπραγµατευτούµε, και να αναδιαρθρώσουμε, υποστηρίζοντας µε επιχειρήματα ότι δεν µπορούσε να αποπληρωθεί’

Η ερμηνεία του Ευκλείδη ήταν ότι πειραματίζονταν µε µια υπολογισμένη επιθετικότητα, χρησιμοποιώντας επιχειρήµατα που στόχο είχαν να καταστρέψουν την οποιαδήποτε προοπτική σύγκλισης. Υπό αυτές τις συνθήκες, κατέληξε, θα ήταν καταστροφικό για εμάς να υποχωρήσουµε σε οτιδήποτε. Παράλληλα, κι ο Τζέιμι κατέληξε σε αντίστοιχο συµπέρασµα, λέγοντας ότι ήρθε η ώρα να θέσουµε την «επίσηµη» Ευρώπη προ των ευθυνών της: Να δεσµευθούν αµέσως, εάν ήθελαν τη συνέχιση των συζητήσεων, ότι θα σταµατούσαν την ασφυξία και ότι θα µας προσέφεραν χρονοδιάγραµµα αποδοχής, εκ µέρους τους, βασικών αλλαγών στη δανειακή συµφωνία. Κατέληξε δε στην προτροπή: «Αν δε συµφωνήσουν σε αυτά τα δύο βασικά, την Τρίτη το απόγευµα [σηµ.: εννοούσε µετά το επόµενο Eurogroup] να εξέλθεις από αυτό το τέλµα και να τους αφήσεις να έρθουν εκείνοι σε σένα, αν το αποφασίσουν. Να µε συγχωρείς αν σου λέω πράγµατα που ξέρεις καλύτερα, όµως αυτή η φάρσα δήθεν διαλόγου πρέπει να τερματιστεί»

`

Δεκατρείς µέρες πριν κλείσουν οι τράπεζες
415

ι συζητήσεις των τεχνικών οµάδων στις Βρυξέλλες ποτέ δε θα οδηγούσαν σε συµφωνία. Στόχος µας ήταν να δώσουµε δείγματα καλής θέλησης στην καγκελάριο Μέρκελ, η οποία είχε παρέµβει ώστε να γίνει αποδεκτή η πρόταση µας για συµφωνία-γέφυρα. Φυσικό ήταν οι τροϊκανοί να υπερασπίζονται το πρόγραµµά τους µε διαρροές στα μέσα ότι είχαν να κάνουν µε ανόητους ερασιτέχνες των οποίων οι ιδέες δεν άξιζαν το χαρτί στο οποίο καταγράφονταν. Η πραγματική μάχη θα γινόταν σε πολιτικό επίπεδο, μεταξύ του κλεισίµατος των «τεχνικών» συζητήσεων το Σάββατο και λίγο πριν από το Eurοgrοup της Δευτέρας 16 Φεβρουαρίου, δεκατρείς ακριβώς μέρες προτού, σύμφωνα με την απειλή του Ντάισελµπλουμ, έκλειναν οι ελληνικές τράπεζες με πρόσχημα ότι έληξε, άνευ ανανέωσης, η δίμηνη επέκταση που είχε πάρει η κυβέρνnσn Σαμαρά στην προσπάθειά της να μας στήσει ενέδρα τέσσερις εβδομάδες μετά τον ανάληψη της κυβέρνησης από εμάς.]

Το 48ωρο που έμενε μέχρι το Eurοgrοup η ομάδα μου εργάστηκε σκληρά πάνω σε νέο non-paper βελτιώνοντας τις προτάσεις μας. Ο Τζεφ Σακs βοήθησε πολύ στην ωρίμανση της δικής μου μελέτης βιωσιμότητας του χρέους την οποία δε μου είχε στο μεταξύ παρουσιάσει, παρά την εντολή που του είχα δώσει, ο Γιώργος Χουλιαράκης. Εξίσου βοήθησαν και οι αναλυτές της Lazard, μαζί με την Έλενα Παναρίτη, στη χάραξη των δημοσιονομικών στόχων που συνήδαν με τις προτάσεις μας περί αναδιάρθρωσης του χρέους και στόχου πρωτογενούς πλεονάσματος που να μην υπερβαίνει το 1,5% του εθνικού εισοδήµατος. Οσο για τον Ευκλείδη, συμφωνούσε με το περιεχόμενο, παρ’ όλα αυτά καθόταν σαν κέρβερος από πάνω μου φροντίζοντας να «περιορίζει» την τάση μου, όπως με κατηγορούσε αστειευόμενος, να απομακρύνομαι από τη γλώσσα του Σύριζα ενστερνιζόμενος τη γλώσσα του νεοφιλελευθερισμού την οποία μιλούσαν οι υπόλοιποι στο Eurogroup.

Στο   μεταξύ, ο διεθνής   Τύπος φάνταζε  πλέον ενωμένος-αποφα-σισμένος να καταδικάσει την επιμονή μας να επαναδιαπραγμα-τευθούμε τις βασικές παραμέτρους του ελληνικού «προγράμματος », πλήρως ευθυγραμμισμένος με το αφήγημα της τρόϊκας ότι όλα έβαιναν καλώς στην Ελλάδα, έως ότου η νέα αριστερή κυβέρνηση άρχισε το «πισωγύρισμα» και κατέφθανε στις Βρυξέλλες με παιδαριώδεις προτάσεις. Το μόνο ζήτημα στο οποίο διαφωνούσαν οι του διεθνούς συστημικού Τύπου αφορούσε την αντιμετώπιση της μαζικής απόσυρσης καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες: οι μισοί με κατηγορούσαν ότι σχεδίαζα να εισαγάγω αμέσως capital contrοls (δηλαδή περιορισμούς στις τραπεζικές αναλήψεις και στην εξαγωγή ευρώ από την Ελλάδα) ενώ οι άλλοι μισοί μου ασκούσαν έντονη κριτική επειδή δεν εισήγαγα αμέσως capital controls!

Το ζήτημα βέβαια μας απασχολούσε έντονα στο εσωτερικό της oμάδας μου, καθώς οδεύαμε προς το Eurοgrοup της Δευτέραw, το οποίο φάνταζε ίσως ως η τελευταία ευκαιρία να αποφευχθεί το κλείσιμο των τραπεζών. Στη συζήτηση αυτή (που εκτυλίχτηκε ένα ολόκληρο 24ωρο, διά ζώσης, με μέιλ, τηλεφωνικά κτλ) συμμετείχαν ο Τζεφ Σακς, οι άνθρωποι της Lazard, ο Βίλλεμ Μπούιτερ (υπεύθυνος του τμήματος οικονομικών ερευνών -chief economist της Citibank), ο Τζέμι, η Έλενα, ο Γκλεν κι ο Ευκλείδης. Τη συζήτηση την ξεκίνησα με την εξής τοποθέτηση:

Πριν μιλήσουμε για τα υπέρ και τα κατά των capital controls, να θυμίσω κάτι που πολλοί ξεχνούν: Υπό συνθήκες capital controls (π.χ. στην Κύπρο σήμερα), ένα ευρώ σε εγχώρια τράπεζα έχει μικρότερη αξία από ένα ευρώ σε άλλη χώρα άνευ capital controls. Ουσιαστικά, υπάρχει ισοτιμία διαφορετική του ένα προς ένα ενός ποσού σε ευρώ σε μια χώρα με capital controls και σε ευρώ ίδιας ονομαστικής αξίας π.χ. στη Γερμανία. Άρα, τα capital controls αποτελούν μια μορφή εξόδου από την ευρωζώνη ίσως πρόσκαιρη και αναστρέψιμη αλλά πάντως εξόδου. Το όνομα του νοµίσµατος παραμένει το ίδιο αλλά, ως προς όλα το άλλα χαρακτηριστικά του, η επιβολή capital controls σε μια χώρα φέρνει την υποτίμηση, χωρίς όμως να υποτιμά την αξία του δημόσιου χρέους της, το οποίο παραμένει σε ευρώ Γερμανίας.

Οι πρώτες απαντήσεις ήρθαν με μέιλ από την Έλενα Παναρίτη, τον Τζέιμι Γκάλμπρεϊθ κι  έναν από  τους  αναλυτές της  Lazard. Συμφώνησαν απολύτως με την αρνητική μου στάση απέναντι στα capital controls, λέγοντας ότι θα ήταν νερό στον μύλο της ΕΚΤ, η οποία, ξάφνου, δε θα είχε πλέον καμία συμβατική ευθύνη (δεδομένης μιας τέτοιας μονομερούς κίνησης εκ μέρους μας) να τερµατίσει το bank run (τη φυγή καταθέσεων) που η ίδια είχε πυροδοτήσει ούτε τον οποιονδήποτε ενδοιασμό να κλείσει τη στρόφιγγα του ELA που κρατούσε τις τράπεζες ανοικτές. Εν ολίγοις, η επιβολή capital controls από εμάς θα νομιμοποιούσε την ασφυξία που μας επέβαλε η ΕΚΤ και θα της έλυνε το χέρια, νομικά και πολιτικά , να κάνει πολύ χειρότερα.

Παράλληλα, η επιβολή capital controls από εμάς θα ήταν θείο δώρο για τη γερμανική κυβέρνηση. ‘Έχοντας επιβληθεί από την Αθήνα, τα capital controls θα ερμηνεύονταν ως δική μας παραδοχή ότι οι Έλληνες καταθέτες έπρεπε να εμποδιστούν από το να έχουν πρόσβαση στις καταθέσεις τους σε ευρώ κι αυτό µε µηδενικό κόστος για τους δανειστές, καθώς το χρέος µας σε αυτούς θα παρέµεναν σε μη υποτιμημένα ευρώ Κεντρικής Ευρώπης (και όχι Κύπρου, Ελλάδας, ακόµα και Ιταλίας). Θα ήταν, µε άλλα λόγια, ένα αυτογκόλ ολκής όχι µόνο θα έπρεπε να ζούµε υπό ένα σύστηµα διπλού νοµίσµατος, με το χρέος στο σκληρότερο νόµισµα, αλλά και θα δίναµε το δικαίωµα στην τρόϊκα να ισχυρίζεται ότι αυτό έγινε από επιλογή µας. Τα μόνα ξένα συµφέροντα που θα πλήρωναν από µια τέτοια κίνηση θα ήταν οι θυγατρικές ξένων εταιρειών, οι οποίες, έτσι κι αλλιώς, είχαν ως επί το πλείστον εγκαταλείψει τη χώρα από το 2011 ( π.χ. η Carrefour, η Credit AgricοIe, ακόµα και ελληνικές πολυεθνικές όπως η 3Ε).

Ο Τζεφ Σακs ήταν ο σύμβουλος µου που εναντιώθηκε πιο έντονο από όλους στην ιδέα της επιβολής capital controls . Μου είπε ότι, στην πολυετής εµπειρία που είχε συνεργαζόµενος µε ξένες κυβερνήσεις, δεν είχε συναντήσει αποτελεσµατικότερο τρόπο να αυτοκτονήσει µια κυβέρνηση από το να εισαγάγει capital controls . Ο υπουργός οικονοµικών, ιδίως, θα παρουσιαζόταν ως ο άνθρωπος που, µε µια απόφαση του, στέρησε από τους πολίτες την πρόσβαση τους στις καταθέσεις τους. Ήταν πολιτικό το καθήκον µας, απέναντι στον εαυτό µας, να αποφύγουµε τους κεφαλαιακούς περιορισµούς. Κι αν κάποια στιγμή αυτό ήταν αδύνατον, όπως τελικά συνέβη λόγω διακοπής της έκτακτης ρευστότητας ELA στις τράπεζες από την ΕΚΤ, έπρεπε -σύµφωνα µε τον Τζεφ- η κυβέρνησή µας να καταδικάσει εκείνους που µας τους επέβαλαν και να καταστήσει σαφές ότι δεν ήταν δική µας επιλογή, ότι ήταν ανάρµοστη και παράδοξη επιβολή της κεντρικής τράπεζας πάνω στον λαό και στην κυβέρνηση της Ελλάδας. Το ίδιο µου μήνυσε κι ο Βίλλεµ Μπούιτερ: η  αυτοεπιβολή  capital  controls θα  εξαφάνιζε το πολιτικό µας κεφάλαιο  χωρίς  να  συνεισφέρει  στον αγώνα  κατά της δημοσιονοµικής λιτότητας. Εν πολλοίς, το συµπέρασµα όλων µας ήταν απλό: σε καµία περίπτωση δεν έπρεπε να φλερτάρουμε µε την ιδέα των capital cοntrοls.

Στα επιχειρήµατα τους πρόσθεσα κι άλλο ένα: Ήταν σημαντικό να διατρανώσουμε σε όλη την Ευρώπη ότι όποιος απεργάζεται capital cοntrοls, στην ουσία, ντε  φάκτο,  απεργάζεται τη δηµιουργία πολλαπλών ευρώ   και, άρα, υπονοµεύει  τη συνεκτικότητα της ευρωζώνης. Η κυβέρνησή µας, είπα στους συνεργάτες µου αλλά και στο μέσα (όταν µου δινόταν η ευκαιρία η όταν µε ρωτούσαν περί των capital controls) ήταν  σταθερά  τοποθετημένη  υπέρ της ενίσχυσης της ευρωζώνης, κάτι που όµως απαιτούσε αλλαγές στις εφαρµοζόµενες  πολιτικές, έτσι   ώστε το  ευρώ να λειτουργεί υποστηρικτικά όλων των κοινωνιών που το χρησιμοποιούν: και στην Ελλάδα φυσικά.

Δεν ήμασταν βέβαια διατεθειμένοι να κάνουµε το πάντα για το ευρώ, δηλαδή να υπογράψουµε  άλλη  µία καταδίκη της  χώρας   στη χρεοδουλοπαροικία, αλλά ούτε ήμασταν διατεθειμένοι να κάνουµε κάτι, π.χ. να προβούµε στην επιβολή capital cοntrοls, που θα έφερνε την ευρωζώνη πιο κοντά στην αποδόμηση χωρίς µάλιστα κάποιο σοβαρό όφελος για τη χώρα µας. Βέβαια, αν ήταν η ΕΚΤ που θα το έκανε, όπως   είχε τη  δύναµη   να το  κάνει, όλο το υπουργικό συµβούλιο, οι βουλευτές κι ο κόσµος µας έπρεπε να διαδηλώσουμε µπροστά στο κλειστά κεντρικά καταστήματα των ελληνικών τραπεζών και στην Τράπεζα της Ελλάδος. Σύσσωµοι, κυβέρνηση και λαός, έπρεπε να καταδικάσουµε τη βάρβαρη παράβαση καθήκοντος της κεντρικής   τράπεζας-του  καθήκοντος   όλων  των ανά την οικουμένη κεντρικών τραπεζών να κρατούν ανοικτές τις τράπεζές, όχι να τις κλείνουν µε πολιτικές σκοπιμότητες. Και τότε, προφανώς, θα είχαµε κάθε έννοµο συµφέρον, και δίκιο, να εισαγάγουµε τα δικά µας µέτρα έκτακτης ανάγκης, συµπεριλαµβανοµένου του παράλληλου συστήματος πληρωµών, του µονοµερούς κουρέµατος των οµολόγων SMP που κατείχε η ΕΚΤ κτλ

Τις εβδοµάδες και τους μήνες που ακολούθησαν αυτή ήταν η μόνιμη συµβουλή µου προς τον Αλέξη – µια στάση µε την οποία εκείνος κι ο Παππάς συµφωνούσαν και τη χαρακτήριζαν «ορθή» και «προφανή». Προς τα έξω, στον Τύπο και σε οµολόγους µου, η θέση µου για το capital controls ήταν δεδομένη, ακλόνητη:

«Η κυβέρνησή µας πασχίζει για µια λογική, αµοιβαίως επωφελή συµφωνία εντός της ευρωζώνης. Τα capital controls αντιτίθενται στην ουσία µιας νοµισµατικής ένωσης και τραυματίζουν τη συνεκτικότητα της γι’ αυτό τον λόγο εναντιωνόμαστε στην ιδέα τους».

Με τα λόγια αυτά καθιστούσα σαφές ότι, αν ποτέ επιβληθούν, θα επιβληθούν ενάντια στη βούληση και την κρίση µας, όχι επειδή το επιλέξαµε η το προκρίναµε.

Εκείνο το Σαββατοκύριακο ο Τζεφ Σακs εργαζόταν µε ένταση στην άλλη µεριά του Ατλαντικού προσπαθώντας να πείσει την Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ, τη Fed, να πιέσει την ΕΚΤ ώστε να σταµατήσει να σπρώχνει την Ελλάδα όλο και βαθύτερα στην ασφυξία. Τα μηνύματα του στην Τζάνετ Γέλλεν, πρόεδρο της Fed, είχαν ως εξής:

⦁ Οι προτάσεις δημοσιονοµικής πολίτικης, αναδιάρθρωσης του χρέους και µεταρρυθµίσεων της νέας ελληνικής κυβέρνησης ήταν λογικές και στη σωστή κατεύθυνση.

⦁ Η νέα ελληνική κυβέρνηση καταλάβαινε καλά ότι ένα Grexit θα είχε µεγάλο κόστος και δε θα το επέλεγε, εκτός κι αν της επιβάλλουν από την ΕΚΤ και από µια τρόϊκα αποφασισμένη να μη συζητήσει σοβαρά την αναδιάρθρωση του χρέους.

⦁ Η Γέλλεν πρέπει να πει στους οµολόγους της στη Φρανκφούρτη να μη ρισκάρουν την αποσταθεροποίηση της παγκόσµιας οικονοµίας για µερικά δισεκατοµµύρια δολάρια καθώς και να συµβουλεύσει τον Ντράγκι να βγάλει από το τραπέζι την επιβολή capital controls που δε θα βοηθούσαν κανέναν.

Στο μεταξύ, τα μέσα ολοένα και περισσότερο µε στοχοποιούσαν στις αναλύσεις και στα άρθρα τους. Σε µια εκποµπή του BBC, όπου το βρετανικό κρατικό κανάλι παρουσίασε πορτραίτο µου µε τίτλο «Η Κασσάνδρα της Ελλάδας», ο Μπιλ Μπλακ, ο Αµερικανός οικονοµολόγος που είχε ξεσκεπάσει τόσο αποτελεσµατικά τις εγκληματικές πρακτικές των τραπεζιτών της Γουόλ Στριτ, µε υπερασπίστηκε λέγοντας

Γιατί άραγε το BBC παρουσιάζει τον Βαρουφάκη ως «σέξι αριστερό και τον Ντάισελµπλουµ ως τον σεβάσµιο εκπρόσωπο της τρόϊκας, παρά το γεγονός ότι ο Ντάισελµπλουµ είναι ένας φανατικός ιδεολόγος, υπεύθυνος για τεράστια ανθρώπινη δυστυχία την οποία έφερε ο συνδυασµός άκαμπτης ιδεολογίας και οικονομικής ανικανότητας; Οι απόψεις του Βαρουφάκη ως προς την αυτοϋπονευόμενη φύση της δημοσιονοµικής λιτότητας , ιδίως σε περιόδους οικονομικής ύφεσης, είναι κοινό κτήµα των περισσότερων οικονοµολόγων. Ναι, είναι αριστερός, αλλά οι προτάσεις του οικονομικής πολίτικης προκύπτουν από πολυποίκιλες ιδεολογικές πηγές και σχολές σκέψης που συγκρούονται µεταξύ τους. Αυτό τον καθιστά μη ιδεολογικά ορµώµενο. Σε αντιδιαστολή , η τρόϊκα εκπροσωπείται απολύτως από ανθρώπους έρματα ενός συγκεκριµένου ιδεολογήµατος. Η βασική διαφορά είναι ότι οι κύριοι αυτοί είναι πολύ κακοί οικονοµολόγοι και απολύτως αδιάφοροι απέναντι στην ανθρώπινη µιζέρια που επιβάλλουν στους εργαζόµενους της ευρωπαϊκης περιφέρειας, τους οποίους μάλιστα αντιπαθούν και διακωµωδούν. Το πορτραίτο του BBC είναι άριστο παράδειγµα αυτού που ονοµάζω «αυτοαποκαλυπτόµενη προκατάληψη ». Δηµοσιογράφοι  και  ΜΜΕ   κατ’εξακολούθησιν αποκαλύπτουν και προδίδουν τις προκαταλήψεις τους- προκαταλήψεις τις οποίες αρνούνται διακαώς, χωρίς όµως ποτέ να τις αποφεύγουν.

Πάντως, η φράση που βοήθησε τα µέγιστα να αναπτερωθεί το ηθικό µου, προ  του  δεύτερου  Eurοgrοup στο οποίο θα εκπροσωπούσα την Ελλάδα, ήρθε  όχι από  κάποιον αριστερό  σύντροφο  η αντι-καθεστωτικό οικονοµολόγο (όπως ο Μπιλ Μπλακ). Ήρθε από τον καθεστωτικό Βίλλεµ Μπούιτερ, chief economist (δηλαδή διευθυντή του Τµήµατος Οικονοµικών Ερευνών) του αµερικανικού τραπεζικού κολοσσού Citibank Μπούιτερ. Κλείνοντας ένα μέιλ με τo οποίο µε συµβούλευε να αντισταθώ όσο μπορούσα στα capital controls, µου έστειλε το εξής µήνυµα στα λατινικά «Νοlί illegitimi cαrbοrunudm!» το οποίο µου μετέφρασε στα αγγλικά ο ίδιος ως: «Dοη’t let the bastards grind yου dοwη!» Δηλαδή, «µην αφήσεις τους μπάσταρδους να σε κονιορτοποιήσουν».

`

Διέξοδος;
`

υριακή βράδυ, την προηγούµενη του Eurogroup, µε πήρε ο Αλέξης µε καλά νέα. Ο Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ, πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής , του είχε στείλει προσχέδιο κοινού ανακοινωθέντας του Eurοgrοup της επόµενης µέρας. «Του ρίχνεις µια µατιά; Είναι αυτό που ζητάμε;» Με την πρώτη µατιά ήταν ξεκάθαρο ότι θα επρόκειτο για σημαντική νίκη, εφόσον βέβαια το Eurοgrοup το ενστερνιζόταν την εποµένη. μεταξύ άλλων, τα κείµενο του Γιουνκέρ ανέφερε:

Η Ελλάδα ανήκει και θα παραµείνει στο ευρώ. Το  [προηγούμενο] πρόγραµµα που είχε συµφωνηθεί µεταξύ Ελλάδας και Ευρωπαίων και διεθνών  εταίρων   ήταν  απαραίτητο   για  να   διορθωθούν  οι µακροοικονοµικές ανισορροπίες και να θέσουν την Ελλάδα στον δρόµο προς την επανένταξη στις χρηµαταγορές, Όµως, ο οικονοµικός και κοινωνικός αντίκτυπος επί της Ελλάδας και των πολιτών της ήταν τεράστιος. Είναι αναγκαίο να µεταβούµε σε µια νέα σχέση η οποία να βασίζεται σε µια αµοιβαίως επωφελή συµφωνία της Ελλάδας µε την Ευρώπη στο σύνολό της. Ο αντικειµενικός σκοπός είναι να εργαστούμε µαζί προς ένα νέο υπόδειγµα ανάπτυξης για την Ελλάδα, βασισµένο στην κοινωνική δικαιοσύνη, σε στέρεα δηµόσια οικονοµικά, ανταγωνιστική εξωστρέφεια, µε βάση τις επενδύσεις στην οικονοµία, µ’ ένα σταθερό και καλώς επιτηρούμενο τραπεζικό σύστημα και σύγχρονη δημόσια διοίκηση.

Επιπλέον, το σχέδιο ανακοινωθέντας του Γιουνκέρ έλεγε τα πράγματα με το όνοµά τους, αντηχώντας τα λόγια µου που τόσο είχαν ενοχλήσει τον Γερούν Ντάισελµπλουµ στην κοινή µας συνέντευξη Τύπου δύο εβδοµάδες νωρίτερα:

Η Ελλάδα θέλει να τερματιστεί η απρεπώς παρεμβατική προσέγγιση της τρόϊκας, η οποία γίνεται αντιληπτή ως δράση τεχνοκρατών που στερούνται πολίτικης εντολής. Εν αναμονή της σύναψης µιας νέας συµφωνίας έως τον Ιούνιο/Ιούλιο, θα είναι δυνατόν να οργανωθεί µια πιο εποικοδομητική διαδικασία µε τους Ευρωπαίους και τους διεθνείς εταίρους, τόσο όσον αφορά τις αποστολές όσο και τις διαβουλεύσεις, ώστε να εγγυηθούμε ότι οι τεχνικές συνοµιλίες υποστηρίζονται ανά πάσα στιγμή από πολιτικές εντολές οι οποίες λαµβάνουν υπ’ όψιν τους την ανάγκη όλες οι µεταρρυθµίσεις να είναι συμβατές µε την ανάπτυξη και την κοινωνική δικαιοσύνη

Τέλος, στο κείµενο Γιουνκέρ υπάρχουν και χρήσιμες αναφορές στον τερματισμό της ασφυξίας ρευματισμός την οποία µας επέβαλε η ΕΚΤ, ιδίως µετά την απόσυρση του waiver:

Προσωρινή γέφυρα χρηµατοδότησης μπορεί να προσφερθεί από την επιστροφή των κερδών της ΕΚΤ από τα ελληνικά οµόλογα του προγράμματος SMP. Η πρόοδος υπό τη µορφή µιας τέτοιας συµφωνίας θα βασιστεί στην αµοιβαία εµπιστοσύνη και αξιοπιστία (αυτό που µετρά θα είναι οι πράξεις κι όχι τα λόγια). Προς αυτή την κατεύθυνση, η Ελλάδα θα πρέπει να υιοθετήσει και να εφαρµόσει έναν αριθµό µεταρρυθµίσεων-κλειδιά .

Δεν ήταν τίποτα λιγότερο από την αποδοχή των προτάσεων τις οποίες κατέθεσα σε κάθε αξιωµατούχο που συναντούσα από την πρώτη μέρα που ανέλαβα το υπουργείο. Ο Αλέξης και η µικρή ηγετική οµάδα γύρω µας ανακουφίστηκαν, όπως κι εγώ. Όµως κατά βάθος συνέχισα να ανησυχώ εντονότατα. Παραήταν καλό για να είναι αληθινό το σχέδιο ανακοινωθέντος του Γιουνκέρ. Όταν μοιράστηκα τον σκεπτικισµό µου µε τον Αλέξη, εκείνος κατάλαβε. «Να ελπίζουµε ότι θα περάσει στο Eurogroup», µου είπε.

Εκείνο το βράδυ κοιμήθηκα λίγο καλύτερα απ’ότι συνήθως.

Π. Μοσχοβισί Α. Τσίπρας

`

Ο εξευτελισµός του επιτρόπου

ροτού καν µπω   στο αεροπλάνο  για   τις Βρυξέλλες, µε ενημέρωσε η   γραµµατέας  µου ότι  ο Πιερ Μοσκοβισί, επίτροπος Οικονοµικών και Νοµισµατικών Υποθέσεων της ΕΕ, ήθελε να µε δει στο γραφείο του, στη 1.30 µ.µ., µισή ώρα πριν αρχίσει το Eurogroup. Άρχισαν να µε ζώνουν τα φίδια

Μόλις µπήκα στο γραφείο του, ο Πιερ πετάχτηκε όρθιος να µε προϋπαντήσει χαµογελαστός. Σφίξαµε το χέρια µε θέρµη και αµέσως άρχισα να χαλαρώνω. Χωρίς να πει κουβέντα, µου έδωσε µια κόλλα Α4 να τη διαβάσω. Τη ρούφηξα. Ήταν νέα έκδοση του σχεδίου ανακοινωθέντος του Γιουνκέρ το οποίο είχα διαβάσει το προηγούµενο βράδυ, µόνο που ήταν αρκετό. Καλύτερο για εµάς. Μου ζήτησε τη γνώμη µου. «πού υπογράφω;» του απάντησα ικανοποιηµένος.

«Σοβαρά» µε ρώτησε με τα μάτια γουρλωµένα από τη δική του αίσθηση απρόσµενης επιτυχίας. «Απολύτως!» του είπα. Φανερά ικανοποιηµένος, γυρίζοντας προς το τραπέζι µε τη μηχανή του καφέ και τα κλασικά µπισκοτάκια που βρίσκει κανείς στα γραφεία της ΕΕ στις Βρυξέλλες, µου λέει «Σε αυτή την περίπτωση φαίνεται ότι θα έχουµε ένα εύκολο Eurogroup. Να σου βάλω καφέ;» Ένευσα καταφατικά. Ενώ πίναµε τον καφέ µας, τον ρώτησα αν ήταν σίγουρος ότι το σχέδιο ανακοινωθέντος που µόλις διάβασα θα πέρναγε από το Eurogroup. Θα συµφωνούσε ο Γερούν; θα συναινούσε ο Βόλφγκαvγκ;

 

«Μην ανησυχείς. Είναι όλα συμφωνημένα»

«Από ποιόν; Τι λένε η Κριστίν κι ο Μάριο;

«Είναι κι αυτοί σύµφωνοι».

«Είσαι σίγουρος;»

«Ναι, µόλις φάγαµε μεσημεριανό και τα συζητούσαµε: Ο Ζαν-Κλοντ, εγώ, ο Μάριο, η Κριστίν κι ο Γερούν».

«Κι ο Βόλφγκανγκ;»

«Όχι, ο Βόλφγκανγκ δε συµµετείχε στη συζήτηση. Δε θα του αρέσει. Αλλά, όταν δει ότι όλοι οι υπόλοιποι συµφωνούµε, θα υποχωρήσει»

«Μου φαίνεται δύσκολο, Πιερ, να φανταστώ τον Γερούν να συµφωνεί με τo ανακοινωθέν  που ετοιμάσατε  µε τον Ζαν-Κλοντ κόντρα στον Βόλφγκανγκ ιδίως μετά το τελευταίο Eurogroup»

«Άφησε το σε µένα. Το µόνο που θέλω από σένα είναι να αφήσετε εµένα και τους υπόλοιπους να το σπρώξουµε. Να µιλήσεις όσο γίνεται λιγότερο, ώστε να μην προβοκάρουµε τον Βόλφγκανγκ»

«Είµαι πανέτοιμος να µείνω βουβός, Πιερ»

«Όχι, όχι, να µιλήσεις, αλλά απλώς να πεις ότι υποστηρίζεις το ανακοινωθέν και να το αφήσεις εκεί».

Ακολούθησε µακρά παύση. Έµεναν δεκαπέντε λεπτά πριν αρχίσει το Eurogroup. Συνέχιζα να πίνω, ανακουφισµένος, τον καφέ µου. «Ενα εύκολο Eurogroup, πώς να το φανταστώ;» σκεπτόμουν. Πολύ γρήγορα όµως η αµφιβολία κυρίευσε τις σκέψεις µου ξανά, και σε εκατοστά του δευτερολέπτου µε κατέλαβε κάτι σαν ήρεμος πανικός. «Πιερ», του είπα, «παρακούγεται καλό για να είναι πραγματικό. Μου είναι αδύνατον να φανταστώ τον Γερούν, προεδρεύοντα, να προωθεί ένα  ανακοινωθέν την  ώρα  που  τον καρφώνει με το θυµωµένο βλέµµα του ο Βόλφγκαvγκ». Ο Πιερ χαµογέλασε άλλη µία φορά αποπνέοντας αυτοπεποίθηση,  πήρε  ανά  χείρας  το  σχέδιο ανακοινωθέντος, σηκώθηκε  όρθιος  και  µου  είπε  «Αφού δε µε πιστεύεις, πάµε στο γραφείο του Γερούν να σ’ το επιβεβαιώσει ο ίδιος». Χωρίς δεύτερη σκέψη, τον ακολούθησα στον διάδροµο προς το γραφείο του προέδρου του Eurogroup. Είχαµε λιγότερα από δέκα λεπτά πριν από την προγραµµατισμένη έναρξη του Eurogroup.

Ο Πιερ χτύπησε την πόρτα του Γερούν και µπήκε χωρίς να περιµένει απάντηση. Το γραφείο όπου µπήκαµε ήταν τουλάχιστον διπλάσιο σε µέγεθος σε σχέση µε εκείνο του Πιερ, του επιτρόπου της Κοµισιόν, κι ήταν γεµάτο από καµιά δεκαριά συνεργάτες του Γερούν, κάποιοι εκ των οποίων δούλευαν καθισµένοι και στο πάτωµα ακόµα, µε τους φορητούς υπολογιστές τους σε καρέκλες και τον Γερούν στο βάθος, όρθιο, δίπλα στο παράθυρο, να διαβάζει µια κόλλα Α4. Η µυρωδιά του ιδρώτα στο ερμητικά κλειστό γραφείο και η εγρήγορση των εργαζοµένων σε αυτό  μαρτυρούσαν  ότι εργάζονταν για  ώρα, γρήγορα και την τελευταία στιγµή πάνω σε κάτι επείγον. Με το που µας είδαν να µπαίνουµε, πετάχτηκαν όρθιοι, µάζεψαν χαρτιά και υπολογιστές και εκκένωσαν την αίθουσα, αφήνοντας τους τρείς µας, τον Πιερ, τον Γερούν κι εµένα, µόνους. Τα φίδια που µε έζωναν προnγουµένως επέστρεψαν πολλαπλασιασµένα, πιο άσχημα, πιο δηλητηριώδη.

Ο Γερούν, βλέποντας  µας,  µας  έγνεψε   ανέκφραστα  να  τον πλησιάσουµε και να καθίσουµε στο τραπέζι συσκέψεων. Εκείνος κάθισε στην κορυφή του τραπεζιού, µε την πλάτη του στο παράθυρο, ο Πιερ δύο καρέκλες πιο κει, στο δεξιά του Γερούν, κι εγώ άλλες δύο καρέκλες πιο κει, στα δεξιά του Πιερ. Ο Γερούν τότε πήρε την κόλλα Α4 που διάβαζε κατά την είσοδό µας, την τοποθέτησε με το χέρι του στην επιφάνεια του τραπεζιού και µε µια απότομη κίνηση την έσπρωξε προς εµένα όπως κάνουν οι µπάρµαν µε τις µπίρες στις αµερικανικές ταινίες. «Διάβασε τα και πες µου τη γνώµη σου», µου είπε.

Το  διάβασα. Ήταν  ακόµα  χειρότερο, ως  κοινό  ανακοινωθέν, από εκείνο το οποίο είχαµε απορρίψει στο πρώτο Eurogroup. Δέσµευε την ελληνική κυβέρνηση να «ολοκληρώσει το παρόν πρόγραµµα», επιτρέποντας µας να προωθούµε τη λαϊκή µας εντολή εντός «της ελαστικότητας που έχει ήδη προβλεφτεί στο παρόν πρόγραµµα». «Όλα τα καλά σημεία του σχεδίου ανακοινωθέντος των Γιουνκέρ-Μοσκοβισί   είχαν   παραλειφθεί.     Ακόµα   και    η     φράση «προσαρµοσµένο πρόγραµµα» είχε εξοβελιστεί. Επρόκειτο για ανακοινωθέν που µας επέστρεφε στο τελεσίγραφο Ντάισελμπλουμ της 30ης Ιανουαρίου.

Αφού µου ζήτησε να του πω τη γνώμη µου, του την είπα: «Το προηγούμενο Eurοgrοup ναυάγησε επειδή επέμενες, Γερούν, σε ανακοινωθέν λίγο καλύτερο από αυτό που µου έδωσες τώρα». Γυρνώντας στον Πιερ, που έδειχνε εµφανώς καταβεβλημένος, τον ρώτησα τι συνέβαινε:

«Λίγα λεπτά πριν µου έδειξες σχέδιο ανακοινωθέντος που, όπως σου είπα, ήμουν έτοιµος να το υπογράψω αµέσως. Είσαι ο αρμόδιος επίτροπος της ΕΕ. Είµαι ο υπουργός οικονοµικών µιας πληγείσας χώρας-µέλους της ΕΕ. Μπορώ παρακαλώ να έχω µια επίσηµη, κρυστάλλινη εικόνα του τι συµβαίνει από τον µοναδικό άνθρωπο σε αυτό το δωμάτιο που διαθέτει τη νοµιµοποίηση να µου απαντήσει εκ µέρους της ΕΕ;»

Χωρίς να µε κοιτάξει, ο Πιερ απευθύνθηκε στον Γερούν πασχίζοντας να διασώσει ότι είχε µείνει από την τιμή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Με σπασμένη φωνή, και κραδαίνοντας την κόλλα Α4 με το δικό του σχέδιο ανακοινωθέντος, τον ρώτησε:

«Mήπως θα μπορούσαµε να συνδυάσουµε µερικές φράσεις του δικού σου σχεδίου και αυτού;»

«Όχι», απάντησε ο Γερούν κοφτά. «Ότι ήταν να διασωθεί από τα σχέδιό σου έχει χρησιµοποιηθεί», κατέληξε χωρίς να αφήσει περιθώριο συζήτησης.

Τότε γύρισα άλλη µία φορά ήταν Πιερ. Κάτι σημαντικό διακυβεύεται αυτή τούτη τη στιγμή, του είπα ήρεμα αλλά αποφασισµένος να ακουστώ, κάτι που υπερβαίνει το πρόβλημα της Ελλάδας η τη σημερινή συνεδρίαση του Eurogroup: η αρχή των αµοιβαίων υποχωρήσεων και της ευχέρειας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να τις δροµολογεί και να τις εγγυάται.

«Πιερ», κατέληξα, «σε ρωτώ ευθέως: Σκοπεύεις να αποδεχθείς την επιβολή αυτού του µονοµερούς ανακοινωθέντος κόντρα στην εκτίμηση της Επιτροπής και του σχεδίου που εσύ µου πρότεινες;»

Καταβάλλοντας µεγάλη προσπάθεια να μη συναντηθούν τα βλέµµατα µας, και µε φωνή διπλά και τριπλά σπασμένη, ο Πιερ Μοσκοβισί απάντησε µε µια φράση που ίσως ο ιστορικός της ΕΕ να συµφωνήσει ότι αποτελεί το ιδανικό απόφθεγµα για την ταφόπλακα της Ένωσης:«Ότι πει ο πρόεδρος του Eurοgrοup»

`

αφώς ικανοποιηµένος, ο Γερούν µου πρότεινε να πάρω ένα στυλό και να σβήσω τις λέξεις ή τις φράσεις του σχεδίου του που  δε   µου «άρεσαν»,   αντικαθιστώντας  τες   µε εναλλακτικές. «Όπερ και έκανα. Πήρα λοιπόν το στυλό µου και άρχισα από την πρώτη φράση του σχεδίου του Γερούν. Εκεί που έλεγε «. οι εντυπωσιακές προσπάθειες προσαρμογής της Ελλάδας και του λαού της των τελευταίων ετών πρόσθεσα «οι οποίες, δυστυχώς, απέτυχαν να φέρουν την ανάκαμψη εξαιτίας βασικών σχεδιαστικών ελαττωμάτων των οικονοµικών πολιτικών που εφαρμόστηκαν.» Πιο κάτω, διέγραψα το περί δέσµευσης µας «να ολοκληρωθεί το ισχύον πρόγραµµα», αντικαθιστώντας τη φράση αυτή µε την εξής: η ελληνική κυβέρνηση «δεσµεύεται να εργαστεί µε τους Ευρωπαίους και τους διεθνείς εταίρους της χώρας προς την κατεύθυνση ενός προγράµµατος ανάκαµψης και µεταρρυθµίσεων το οποίο να μπορεί να υιοθετήσει ο ελληνικός λαός». Μόλις τελείωσα, έσπρωξα το χαρτί προς τον Γερούν µε τον ίδιο τρόπο που το είχε ωθήσει εκείνος προς το µέρος µου.

Μόλις το διάβασε, εξερράγη. Ανεβάζοντας την ένταση της φωνής του, εµφανώς εκνευρισμένος, µε κατηγόρησε ότι σπαταλώ τον χρόνο του και απειλώ να τινάξω και δεύτερο Eurοgrοup στον αέρα. Ηρεμότερος από εκείνον, αλλά ανεβάζοντας ελεγχόµενα τον τόνο και της δικής µου φωνής, του απάντησα:

Γερούν, φοβάµαι ότι δεν είσαι σε θέση να υψώνεις τον τόνο της φωνής σου σε µένα. Στο τελευταίο Eurοgrοup παραβίασες το καθήκον σου, ως προέδρου του Eurogroup, να καθοδηγείς σωστά ένα νεοεκλεγµένο µέλος, έναν νέο υπουργό οικονοµικών κράτους-µέλους. Αντ’ αυτού, µε παραπλάνησες εσκεµµένα µε επαναλαµβανόµενες απειλές που αποδείχθηκαν κάλπικες το αµέσως επόµενο πρωί. Σε συµβουλεύω, συνεπώς, να συγκρατηθείς και να μην υψώσεις τον τόνο της φωνής σου σε µένα ποτέ ξανά. Σε αντίθετη περίπτωση θα µε αναγκάσεις να δημοσιοποιήσω τη σκανδαλώδη συµπεριφορά σου

Ο Γερούν αµέσως υποχώρησε, χαµηλώνοντας τον τόνο της φωνής του και ζητώντας συγγνώµη προσθέτοντας ότι µερικές φορές, λόγω έντασης, παραφερόµαστε. Το ίδιο γρήγορο έριξα κι εγώ τους τόνους λέγοντας: «Mην ανησυχείς, συµβαίνει σε όλους µας». Με την ένταση σε ύφεση, κοίταξε το ρολόι του, που έδειχνε ότι έπρεπε να ήμασταν εδώ και πέντε λεπτά στην αίθουσα του Eurogroup, και είπε «ας µην καθυστερήσουµε κι άλλο», καθώς κάθε λεπτό που περνούσε µε τους τρείς µας απόντες έδινε έναυσµα για διαδόσεις. Καθώς περπατούσαµε προς το ασανσέρ που θα µας κατέβαζε στη µεγάλη αίθουσα συνεδριάσεων, πρότεινε να περιορίσουµε χρονικά τη συζήτηση για το ελληνικό ζήτημα στο Eurogroup, καθώς πιθανότητα σύγκλισης δεν υπήρχε. Συµφώνησα, αφού συγκρατήθηκα από το να πω εκείνο που σκεπτόμουν ότι, δηλαδή, αυτή η µη σύγκλιση ήταν ο στόχος του.

Το καταπληκτικό ήταν ότι, όσο περπατούσαµε προς την αίθουσα, πριν καν µπούµε στο δεύτερο Eurοgrοup στο οποίο θα συµµετείχα, οι κατηγορίες που µου είχε εξαπολύσει στο γραφείο του ο Γερούν , προτού τις αποσύρει ζητώντας συγγνώµη -δηλαδή ότι «σπαταλώ τον χρόνο του» και «απειλώ να τινάξω και δεύτερο Eurοgrοup στον αέρα»- κυκλοφορούσαν ήδη στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης (τουίτερ κτλ) από «καλά ενηµερωµένες πηγές» χωρίς βέβαια να μεταφέρεται η πραγματική εικόνα του τι είχε συµβεί και του ποιός είχε δυναμιτίσει τη συµφωνία στην οποία είχαµε καταλήξει µε τον πρόεδρο της Eπιτροπής και τον «αρµόδιο» επίτροπο.

Στο µεταξύ, ο Πιερ είχε πιει το αμίλητο νερό. Από τη στιγµή που ο Γερούν απέρριψε µετά βδελυγµίας, και µε περισσή αυθάδεια, την πρόταση  του   για  έναν   συµβιβασµό  µεταξύ   των δύο σχεδίων ανακοινωθέντος, ο Γάλλος επίτροπος έδειχνε καταρρακωμένος. Στη διάρκεια του   Eurogroup,  κάθε   φορά  που   η  ματιά   µου διασταυρωνόταν µε τη δική του, σκεφτόμουν τη φρίκη που θα ένοιωθε ο Ζακ Ντελόρ, η οποιοσδήποτε άλλος από τους στυλοβάτες και οικοδόµους της σημερινής ΕΕ, εάν είχε γίνει µάρτυρας της σκηνής εκείνης στο γραφείο του Γερούν. Ακούγοντας τον Πιερ να µιλάει σε εκείνο το Eurogroup, αλλά και σε άλλα, ψελλίζοντας απόψεις µε τις οποίες διαφωνούσε έντονα και τις οποίες υιοθετούσε ως δικές του υπό το καθεστώς εξευτελιστικής ανωτέρας βίας, ήταν σαν να ακούω το σάουντρακ της καθίζησης της Ευρωπαϊκης «lδέας». Ο εξευτελισμός του δεν ήταν τόσο προσωπικός, ατομικός. Επρόκειτο για τον θεσµικό εξευτελισµό ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της καθυπόταξης της σε δυνάµεις άνευ νοµιµοποίησης, αποφασισµένες να εξαφανίσουν την παραµικρή αντίσταση δημοκρατικών και θεσµοθετηµένων διαδικασιών

Tους μήνες που ακολούθησαν, µε τον Πιερ Μοσκοβισί διατηρήσαμε φιλικές σχέσεις και µάλιστα συµφωνούσαµε σε καθετί που έτυχε να συζητήσουµε. Όµως   όταν  µια   συµφωνία  άνευ   σηµασίας όπως ακριβώς κι εκείνη η κόλλα Α4 μετά σχέδιο ανακοινωθέντος που µε τόση χαρά µου είχε παρουσιάσει στο γραφείο του. Πράγματι, από εκείνη τη μέρα και έπειτα, κάθε φορά που ο Πιερ Μοσκοβισί η ο Ζαν-Κλοντ Γιουνκέρ προσπάθησαν να µας βοηθήσουν,µε έλουζε κρύος ιδρώτας ήξερα,βλέπεις, αναγνώστη, ότι οι πραγματικά ισχυροί της Ευρώπης θα µας σφυροκοπούσαν, ως αποτέλεσµα, µόνο και µόνο για να δώσουν ένα µάθηµα στους Μοσκοβισί και Γιουνκέρ να µη φυτρώνουν εκεί που δεν τους σπέρνουν ..

Mερικές εβδοµάδες αργότερα, ο Πιερ άρχισε να διαδίδει ότι εκείνο το µεσηµέρι της 16ης Φεβρουαρίου, στο γραφείο του Γερούν, παραλίγο να πιανόµασταν στα χέρια µε τον πρόεδρο του Eurοgrοup αν δεν είχε µεσολαβήσει ο ίδιος να µας χωρίσει! Αργότερο σε βιβλίο αποµνηµονευµάτων έγραψε ότι του ήταν οδυνηρό να διαπραγ-ματευτεί µε µένα και γι’ αυτό χαιρέτισε την απομάκρυνση µου από το Eurogroup. Είναι πάντα ενδιαφέρον να παρατηρεί κανείς τις ύστατες προσπάθειες που καταβάλλει ο ανθρώπινος νους για να ξεχάσει, ή να αποκρύψει, τον εξευτελισµό του.

 

`

Το δεύτερο Eurogroup: µονοµαχία χωρίς νόημα
`

κείνα το δεκαπέντε λεπτά στο γραφείο του Γερούν µου φάνηκαν ότι κράτησαν πιο πολύ από τις ώρες που ακολούθησαν στο Eurogroup. Όπως πάντα, η συνεδρίαση ξεκίνησε µε τους εκπροσώπους των «θεσµών» να παρουσιάζουν την ανάλυσή τους για την εξελισσόμενη κατάσταση, και δη για τις συζητήσεις μεταξύ των δύο τεχνικών οµάδων στις Βρυξέλλες. Μια-δυο ευγενικές φράσεις τους για τις προτάσεις και τις παρουσιάσεις της οµάδας µου ήταν το προοίµιο προτού εκφράσουν τις «ανησυχίες » τους για τις προτάσεις και το σχέδιά µας καθώς και -το άκρον άωτον της ειρωνείας για τις προοπτικές «επιτυχούς ολοκλήρωσης του ισχύοντος προγράμµατος» λες και δε µας είχαν ακούσει ποτέ να τους λέµε ότι οι προοπτικές αυτές είναι ανύπαρκτες ανεξαρτήτως προθέσεων. Αν ήθελαν να ακούγονται πιο πολύ σαν κολλημένος δίσκος βινυλίου, δε θα το κατάφερναν.

Οπότε, άλλη µία φορά είπα εκείνα που είχα υποχρέωση να πώ:

Η αντίρρηση µας στη φράση «θα επεκτείνουμε το παρόν πρόγραμμα και θα το ολοκληρώσουμε επιτυχώς» έχει ως βάση την αποφασιστικότητα αυτής της κυβέρνησης να μη δεσμευτεί ποτέ σε κάτι το οποίο είναι αδύνατον να γίνει πραγματικότητα . θα μπορούσα, παραδείγματος χάριν, να χαροποιήσω όλους τους συναδέλφους εδώ υποσχόμενος ότι φέτος οι ιδιωτικοποιήσεις θα φέρουν 5 δισ. ευρώ. Όµως γνωρίζω ότι, ακόµα κι αν σπεύδαμε να ιδιωτικοποιήσουμε ότι το προηγούμενο πρόγραμμα είχε προγραμµατίσει να πουληθεί φέτος, η αγορά είναι τόσο πεσµένη που, απλώς, δε θα  υπάρχουν αγοραστές έτοιμοι να µας δώσουν 5 δισ. Αυτό που συµβαίνει από το 2010-ελληνικές κυβερνήσεις να σας υπόσχονται ανέφικτους στόχους δε θα το συνεχίσουμε . Στόχος µας είναι οι βαθιές µεταρρυθµιστικές τομές που χρειαζόµαστε ώστε, μεταξύ άλλων, να μεγιστοποιηθεί η ικανότητα µας να σας αποπληρώνουμε όσο μεγαλύτερο µέρος γίνεται των δανείων που µας δώσατε . Όµως, αν δεχθούµε τις προτεραιότητες, τις παραμέτρους, τους στόχους του προηγούµενου προγράμματος, η ύφεση θα βάθυνε και θα απωλέσουµε την υποστήριξη του λαού µας και, ως αποτέλεσµα, η Ελλάδα θα γίνει μη μεταρρυθµίσιµη . Ως ο νέος υπουργός οικονοµικών µιας χώρας με έλλειµµα αξιοπιστίας, ελπίζω να καταλαβαίνετε γιατί έχω ως προτεραιότητα να μη δεσμευτώ σε στόχους τους οποίους θεωρώ αδύνατους, κι όχι απλώς δυσκολόπιαστους

 

Όσο µιλούσα, αναρωτιόμουν πώς θα εκλάµβαναν οι αγορές και οι καταθέτες το μαντάτα για άλλο ένα ναυάγιο στο Eurogroup, δύο εβδομάδες πριν από το προγραμματισμένο κλείσιµο των ελληνικών τραπεζών. Πώς θα τους το σέρβιραν τα συστηµικά µέσα; Από πλευράς µου, το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να εκφραστώ ειλικρινά, χωρίς να κρύψω την αλήθεια, αλλά, παράλληλα, και χωρίς να υποθάλψω τον πανικό τον οποίο σκόπιµα καλλιεργούσε η τρόικα. Έτσι, στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε, νιώθοντας αρκετά ήρεμος , περιέγραψα τι συνέβη κεκλεισµένων των θυρών ως εξής

Οι διαπραγµατεύσεις στο Eurοgrοup συνεχίστηκαν σήμερα µε δικό µας στόχο την εξεύρεση κοινού τόπου, έτσι ώστε να φτάσουμε σ’ ένα νέο συµβόλαιο μεταξύ της Ελλάδας, της επίσημης Ευρώπης και του ΔΝΤ το οποίο να έχει νόημα και να φέρνει τη μακροπρόθεσμη βιωσιµότητα. Επιπλέον, δεν έχω αμφιβολία ότι θα συνεχίσουµε αύριο, μεθαύριο, καθημερινά έως ότου έρθει µια τέτοια συµφωνία. Εάν είναι έτσι, εύλογα θα με ρωτήσετε Γιατί δεν τα καταφέρατε σήμερα να συμφωνήσετε σ’ ένα κοινό ανακοινωθέν, σε µια απλή ακολουθία φράσεων, που ξεκλειδώνει αµέσως τη διαφωνία; Ο λόγος είναι µια σημαντική διάσταση απόψεων μεταξύ ημών και των δανειστών.

Οι εκπρόσωποι των  δανειστών   επιµένουν στην   ολοκλήρωση ενός προγράμματος το οποίο η νέα κυβέρνησή µας θεωρεί ότι ούτε είναι δυνατόν ούτε και επιθυμητό να ολοκληρωθεί. Εµείς αντιπροτείναμε: να κάτσουμε κάτω µαζί τους, µε ανοικτό µυαλό, και να ξαναδούµε από την αρχή όλο το φάσµα δημοσιονομικής πολιτικής και αναγκαίων µεταρρυθµίσεων καθώς το ισχύον πρόγραμμα έχει αποτύχει κι η αποτυχία του µάλιστα επέβαλε απαίσια ανθρωπιστική κρίση στη χώρα µας. Επιπλέον, πιστεύουμε ότι η δίνη χρέους-ύφεσης που προκαλεί η εµµονή στο πρόγραμμα αυτό καθιστό δύσκολη την αποδοχή των µεταρρυθµίσεων που έχει ανάγκη ο τόπος από έναν πληθυσμό που, λόγω του ισχύοντος προγράμματος, έχει χάσει την ελπίδα και την αξιοπρέπειά του.

Την περασμένη Τετάρτη, στο Eurogroup της 11ης Φεβρουαρίου, απορρίψαµε την ασφυκτική πίεση να δεσμευτούμε στην «επέκταση και επιτυχή ολοκλήρωση» του ισχύοντος προγράμµατος. Ως αποτέλεσµα εκείνου του αδιεξόδου, την εποµένη ο πρόεδρος Ντάισελµπλουµ και ο πρωθυπουργός Τσίπρας συμφώνησαν σε κοινό τους ανακοινωθέν ότι οι δύο πλευρές θα διερευνούσαν τον κοινό τόπο µεταξύ του ισχύοντος προγράμµατος και των προτάσεων της νέος κυβέρνησης για µια Νέα Συµφωνία µε την Ευρώπη. Ήταν ένα σημαντικό επίτευγμα.

Σήµερα το απόγευµα υπήρξε άλλο ένα επίτευγμα, άλλη µία ευκαιρία διεξόδου. Πριν από τη συνεδρίαση του Eurοgrοup συνάντησα τον Πιερ Μοσκοβισί, που θέλω να τον ευχαριστήσω για τον θετικό του ρόλο στη διαδικασία, ο οποίος µου παρουσίασε σχέδιο ανακοινωθέντος του Eurοgrοup το οποίο μετά χαράς θα υπέγραφα εκείνη τη στιγμή καθώς αναγνώριζε την ανθρωπιστική κρίση που προκάλεσε το ισχύον πρόγραµµα και αναφερόταν σε τετράμηνη συµφωνία-γέφυρα προς ένα νέο Συµβόλαιο για την Ελλάδα .στη βάση αυτής της σύγκλισης µας µε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ήµασταν κάτι περισσότερο από έτοιµοι να αιτηθούμε την επέκταση της δανειακής συµφωνίας. Ο µοναδικός µας όρος ήταν η πλευρά των δανειστών να μη ζητάει δέσμευση από εμάς για λήψη υφεσιακών µέτρων κατά τη διάρκεια της επέκτασης αυτής, Π.χ. περικοπές συντάξεων και αύξησης στον ΦΠΑ.

Δυστυχώς, λεπτά της ώρας προτού αρχίσει το Eurogroup, αυτό το εξαιρετικό κείµενο αντικαταστάθηκε από άλλο, το οποίο κατέθεσε ο πρόεδρος του Eurοgrοup και το οποίο µας πήγε πίσω, ούτε καν στην περασμένη Πέµπτη-αλλά µάλλον στην περασμένη Τετάρτη, τότε που µας ζητούνταν να αιτηθούμε την επέκταση όχι µόνο της δανειακής σύµβασης αλλά και του ίδιου του αποτυχημένου προγράµµατος. Υπό αυτές τις συνθήκες, ήταν αδύνατον για την ελληνική κυβέρνηση, παρά την απείρως καλή µας θέληση, να συνυπογράψουµε το ανακοινωθέν της προεδρίας του Eurοgrοup . Κι έτσι οι συζητήσεις συνεχίζονται

Είμαστε έτοιμοι να κάνουµε ότι απαιτείται για να καταλήξουµε σε µια έντιμη συµφωνία το επόµενο 48ωρο. Η κυβέρνησή µας θα δεχθεί όλες τις δεσµεύσεις που κρίνουµε ότι µπορούµε και πρέπει να υλοποιήσουµε εφόσον δεν ενισχύουν την κρίση της κοινωνίας µας. Kανένας δε δικαιούται να εργάζεται προς τη διατήρηση του αδιεξόδου ιδίως όταν το εν λόγω αδιέξοδο είναι δυσµενές για όλους τους λαούς της Ευρώπης.

Ήταν το δεύτερο «όχι» που είπαµε στην τρόϊκα εντός πέντε ημερών. Με δώδεκα µέρες να μένουν προτού η ΕΚΤ θα έκλεινε τις ελληνικές τράπεζες, είχαµε δείξει ότι δε θα υποχωρούσαμε, για τον απλούστατο λόγο ότι, όπως πίστευα, δεν μπλοφάραμε.

`

Πολεµικό συµβούλιο

</span>
<p style="padding-left:120px;"><span style="font-size:15pt;font-family:'Times New Roman', 'serif';background:Gold;"><strong>Τζανακόπουλος</strong>: «Αν νομίζετε ότι θα υπογράψετε μνημόνιο, να ξέρετε ότι θα πρέπει να περάσετε πάνω από το πτώμα μου»...
</span></p>
<span style="color:#ffffff;">

`

αρά τις εύλογες ενδείξεις για το αντίθετο, υπάρχουν ακόµα λόγοι να πιστεύει κανείς ότι η ΕΕ είναι ικανή να δημιουργήσει χρήσιμους θεσµούς. Ένας εξ αυτών είναι η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ). Η ΕΤΕπ ανήκει σε όλα τα κράτη-µέλη της ΕΕ, των οποίων οι υπουργοί οικονοµικών αποτελούν τα μέλη του Διοικητικού Συµβουλίου της, µε τον τίτλο «διοικητές». Την εποµένη εκείνου του Eurοgrοup είχα τη χαρά να συµµετάσχω στο πρώτο µου ΔΣ της ΕΤΕπ . Προσκεκλημένος του προέδρου της, του Βέρνερ Χόιερ, να κάνω την παρθενική µου παρέµβαση, βρήκα την ευκαιρία να εκφράσω τη θετικότατη άποψή µου τόσο για τις δράσεις της ΕΤΕπ όσο και για τις ανεκμετάλλευτες δυνατότητες της να μετατραπεί στον δεύτερο πυλώνα, στον πυλώνα ανάπτυξης της ευρωζώνης η οποία, έως τώρα, στηρίζεται σε έναν μόνο πυλώνα, εκείνον της ΕΚΤ, που έχει την ευθύνη της σταθερότητας των τιμών.

Στην παρουσίασή μου επικεντρώθηκα στην πρόταση για μια συμμαχία ΕΤΕπ -ΕΚΤ που θα μπορούσε να ήταν καίρια σε ό,τι αφορά την υπέρβαση της κρίσης της ευρωζώνης γενικά και του αποπληθωρισμού ειδικότερα. Ο πρόεδρος Χόιερ αντέδρασε θετικά εκφράζοντας το ισχυρό του ενδιαφέρον να διερευνηθεί η πρόταση μου, τόσο στο τεχνικό όσο και στο πολιτικό της σκέλος. Την ώρα που το ΔΣ συζητούσε την πρόταση μου με ζωηρό ενδιαφέρον (ιδίως την ιδέα για ένα μεγάλο επενδυτικό πρόγραμμα για την πράσινη ενέργεια, χρηματοδοτούμενο από ομόλογα της ΕΤΕπ τα οποία θα δεσμευόταν η ΕΚΤ να αγοράσει, αν οι τιμές τους υποχωρούσαν), πρόσεξα έναν συνάδελφο να δείχνει αμήχανος αλλά και βαριεστημένος. Ήταν βέβαια ο Γερούν . ο οποίος προφανώς παραήταν απασχολημένος με σοβαρότερα ζητήματα από την καταπολέμηση της κρίσης της ευρωζώνης.

Είχε έρθει η ώρα να επιστρέψω στην Αθήνα. Εκεί, επιτέλους, η κατάσταση μοναξιάς στην οποία βρισκόμουν από τη μέρα των εκλογών ανατράπηκε, καθώς η Δανάη, άρτι αφιχθείσα από το Όστιν, με περίμενε, με όλα μας τα υπάρχοντα να την ακολουθούν με κάποιο φορτηγό πλοίο. Αν και ήμασταν υποχρεωμένοι να βλεπόμαστε μερικά λεπτά της ώρας εδώ και μερικά εκεί, η σκέψη ότι ήταν κοντά αρκούσε.

Στο Μαξίμου βρήκα μια ατμόσφαιρα για πρώτη φορά τεταμένη. Ο Αλέξης, ο Παππάς, ο Δημήτρης Τζανακόπουλος, διευθυντής του γραφείου του πρωθυπουργού, ο Σπύρος Σαγιάς, όλοι τους, βρίσκονταν σε μεγάλη ένταση. «Καλά, τι περιμένατε από τους τροϊκανούς και τον Σόιμπλε;» τους ρώτησα. «Να παραδώσουν τα όπλα με τη δεύτερη, μόνο και μόνο επειδή έχουμε το δίκιο με το μέρος μας;

Τζανακόπουλος: «Αν νομίζετε ότι θα υπογράψετε μνημόνιο, να ξέρετε ότι θα πρέπει να περάσετε πάνω από το πτώμα μου», είπε στον Σαγιά και σε μένα φωνάζοντας δυνατά, σχεδόν ουρλιάζοντας…

Ο Τζανακόπουλος, με τον οποίο έως τότε δεν είχαμε μιλήσει εκτενώς, με αντιμετώπισε με βαθύ σκεπτικισμό, για να μην πω εχθρότητα. Προς τιμήν του δεν έκρυψε τον λόγο «Αν νομίζετε ότι θα υπογράψετε μνημόνιο, να ξέρετε ότι θα πρέπει να περάσετε πάνω από το πτώμα μου», είπε στον Σαγιά και σε μένα φωνάζοντας δυνατά, σχεδόν ουρλιάζοντας. Για τον Δημήτρη, και ίσως άλλα νέα παιδιά στον Σύριζα που δε με γνώριζαν παρά από τα μέσα, φάνταζα ως ο αδύναμος κρίκος- ο υπουργός οικονομικών που δεν ήταν καν μέλος του Σύριζα και ο οποίος μιλούσε τη γλώσσα των «ανταλλαγών ομολόγων», αντί για τη μονομερή διαγραφή χρέους, ενώ συνομιλούσε με καθεστωτικούς Αμερικανούς όπως ο Λάρρυ Σάμμερs και ο Τζεφ Σακς. Από τη σκοπιά του είχε κάθε λόγο να με βλέπει ως έναν πεμπτοφαλαγγίτη του ευρωπαϊκού και του διεθνούς κατεστημένου που θα έσερνε τον Αλέξη και την κυβέρνηση Σύριζα στη συνθηκολόγηση και σ’ ένα 3ο μνημόνιο. Αν και στενοχωρήθηκα με την επίθεση του, ένιωσα ότι ήταν καλό που στο πόστο εκείνο, μια ανάσα από το πρωθυπουργικό γραφείο, βρισκόταν ένας νέος άνθρωπος έτοιμος να υπερασπιστεί την υπόθεση μας με ζέση έστω κι αν είχε επιλέξει τον λάθος στόχο εκείνη τη μέρα.

Ο Παππάς διακατέχοταν από αντίστοιχο εκνευρισμό με αυτόν του Δημήτρη, χωρίς όμως να τον στρέφει εναντίον κάποιου συγκεκριμένα. Όσο για τον Αλέξη, ήταν ηρεμότερος μεν των άλλων δύο, αλλά κι εκείνος καθόταν σε αναμμένα κάρβουνα, εκσφενδονίζοντας πού και πού φραστικές απειλές πως θα μηνύσει στην τρόϊκα ότι διαπραγματεύσεις . τέλος. Οι τρεις σύντροφοί μου είχαν κάθε δίκιο να είναι εξαγριωμένοι μόλις είχαν κερδίσει εκλογές, δίκαια και καθαρά, μετά από μία δεκαετία αγώνων, και η επίσημη Ευρώπη απαγόρευε στη νέα κυβέρνηση την οποιανδήποτε πρόσβαση σε οποιονδήποτε μοχλό άσκηση πολιτικής εξουσίας. Η ασφυξία ρευστότητας, από τη μία, και η υποχρέωση να σπαταλάμε κάθε λεπτό του 24ώρου σε διαβουλεύσεις που η τρόϊκα ήταν αποφασισμένη να μην προχωρήσουν σπιθαμή, από την άλλη, εξαγρίωνε αυτά τα τρία νέα παιδιά. Η οργή τους ήταν ορθή και χρήσιμη και μια μοναδική ελπίδα παλιννόστησης της δημοκρατίας, εφόσον επεκτεινόταν σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της Ευρώπης. Βέβαια, είχε κι ένα μεγάλο μειονέκτημα: δε συνέβαλλε στην ήρεμη και μεθοδική συζήτηση για το ποιο έπρεπε να είναι το επόμενο βήμα μας

 

Εν μέσω εκείνης της ψυχολογικά εκρηκτικής ατμόσφαιρας, ο Σπύρος Σαγιάς -ο γραμματέας της κυβέρνησης- ήταν ο σύμμαχος μου. Κι αυτό επειδή, παρά τις διαφορές µας, μοιραζόμασταν την ανησυχία ότι µια ρήξη µε τους δανειστές έπρεπε να αποφευχθεί και, εάν ήταν να γίνει, έπρεπε να ήταν πολύ καλά σχεδιασμένη και σε καµία περίπτωση αποκύημα ενός ξαφνικού θυµού απέναντι σε µια τρόϊκα που σχεδίαζε ψυχρά το κάθε βήμα της.

Στον προσπάθεια να ηρεµώ τους έτοιµους να εκραγούν συντρόφους, ιδίως τον Τζανακόπουλο, τους εξηγούσα ότι κι εγώ ήµουν κάτι παραπάνω από έτοιµος, στο πλαίσιο του αρχικού µας σχεδιασµού, να τερματίσω τις διαπραγµατεύσεις, που δεν ήταν τίποτε άλλο από ένα παραπέτασμα καπνού για να κρύβει τον στόχο των δανειστών να µας τεστάρουν ωθώντας µας στα άκρα. Όµως, επέµενα να τους λέω, αν είναι να διακόψουµε τις διαπραγµατεύσεις, πρέπει να επιλέξουµε εµείς τη στιγµή, ήρεμα και ψυχρά, κι όχι πάντα στον θυµό που καλλιεργεί μέσα µας η άλλη πλευρά, εσκεµµένα. Αν είναι να το κάνουµε, να το κάνουµε για κάτι υψίστης σηµασίας, π.χ. για την άρνηση τους να συζητήσουν την αναδιάρθρωση του χρέους, κι όχι για µια λεπτοµέρεια, όπως π.χ. µια λέξη σ’ ένα ανακοινωθέν. Μέχρι εκείνη τη στιγµή που ψυχρά και λελογισµένα θα τερµατίσουµε τις διαπραγµατεύσεις, δεν πρέπει να δώσουµε το oποιοδήποτε πάτημα στον Ντράγκι και στη Μέρκελ να δικαιολογήσουν την ασφυξία που µας προκαλούν-ούτε στον εαυτό τους ούτε, ιδίως, στην ευρωπαϊκή και διεθνή κοινή γνώµη.

Παράλληλα µε την ανάγκη να ηρεμήσουν τα τεταμένα πνεύματα εντός της ηγετικής οµάδας υπάρχει και η ανάγκη να κινητοποιηθούν εκείνοι, εντός του υπουργείου µου, που είχαν πέσει σε λήθαργο , πολλά στελέχη του Υπουργείου Οικονοµικών, μετά τον πεντάχρονο εγκλεισµό τους στους μηχανισµούς του Μνηµονιστάν, είχαν µάθει να εκλαµβάνουν τον υποχωρητισµό απέναvτι στις βουλές της τρόϊκας ως δεδοµένο. Ήταν απαραίτητο να τονωθεί το ηθικό τους και να συνειδητοποιήσουν ότι ήταν ακόµα δυνατόν να λειτουργήσουν ως δηµόσιοι λειτουργοί κυριάρχου κράτους. Το ίδιο ίσχυε και πέραν του υπουργείου. Όλη η χώρα είχε ανάγκη αναβάπτισης στην ελπίδα και την αξιοπρέπεια. Με κάθε συνέντευξη Τύπου που έδινα στις Βρυξέλλες, απορρίχνοντας τις απαιτήσεις των δανειστών, πολίτες όλων των κοµµατικών αποχρώσεων και απόψεων ψήλωναν λίγο περισσότερο. Όµως, ήταν κρίσιµης σηµασίας να συνδυαστεί αυτή η εθνική ανάτασπ µε ισκυρές αντιστάσεις στον εθνικισµό ή στον αντιγερµανισµό.

Ακόµα και στις καλύτερες των περιστάσεων, είκοσι τέσσερες ώρες είναι πολύ λίγες για να αντιμετωπίσει ένας υπουργός οικονοµικών το τσουνάμι προβλημάτων που σηκώνεται μέσα από τη γραφειοκρατία, απειλητικά έτοιµη να συµπαρασύρει ότι προσπαθεί να οικοδομήσει εκείνος με τα μέσα που διαθέτει. Φαντάσου, αναγνώστη, τη δυσκολία να «τρέχει» κανείς το υπουργείο οικονοµικών πτωχευµένης χώρας υπό τον πίεση των ισχυρότερων δανειστών του πλανήτη που πρωταρχικό στόχο έχουν την ανατροπή του και την άλωση του υπουργείου του. Εκείνες τις τρεις µέρες που έµεινα στην Αθήνα, μεταξύ των Eurοgrοup -της 16ης και της 20ης Φεβρουαρίου, έκανα ότι μπορούσα προκειµένου να διαχειριστώ τις εγχώριες πολιτικές που είχα προκρίνει ως άµεσης προτεραιότητας, η επιτυχηµένη εφαρμογή των οποίων θα ήταν υψίστης σηµασίας είτε τα βρίσκαµε µε τους δανειστές είτε όχι-το κυνήγι των µεγαλοφοροφυγάδων πάνω απ’ όλα.

Την Τετάρτη 18 Φεβρουαρίου, ανάµεσα σι’ άλλα, καταπιάστηκα µε δύο υπουργικές αναφορές: Η µία κατέγραφε την ουσία -της αντιπαράθεσης -της οµάδας µας µε την τρόικα στις Βρυξέλλες, αναφερόμενη περιληπτικά στις προτάσεις µας και προτείνοντας τεχνικές βελτιώσεις τους. Η δεύτερη επικεντρωνόταν αποκλειστικά στη µεταρρύθμιση της Γενικής Γραµµατείας Δημοσίων Εσόδων και, γενικότερα, της δηµόσιας διοίκησης. Παράλληλα µε τη συγγραφή αυτών των δύο αναφορών, αλληλογραφούσα, µε μέιλ, µε τον Λάρρυ Σάµµερς, του οποίου η παρέµβαση υπέρ µας ήταν εξαιρετικής σηµασίας. Η ουσιαστική συµβουλή του ήρθε µε µια διασκεδαστική, αλλά απολύτως εύστοχη, φράση:

Να προτείνεις συµφωνία δοµηµένη ως θρίαµβο της Ευρωκρατίας και της Μέρκελ προσωπικά, η οποία όµως να εξυπηρετεί την Αλήθεια και τη Δικαιοσύνη!

Τίποτ’ άλλο, Λάρρυ;» σκέφτηκα να τον ρωτήσω περιπαικτικά , την ώρα που όµως καταλάβαινα πόσο εύστοχα µε συµβούλευε: Στόχος ήταν ο τερματισμός της ανθρωπιστικής κρίσης. Αν αυτό απαιτούσε µια φρασεολογία την οποία η Άνγκελα Μέρκελ θα χρησιµοποιούσε για να αναδειχθεί η ίδια ως η πηγή της λύσης, την ώρα που οι Βρυξέλλες την παρουσίαζαν ως δική τους ιδέα, αυτό θα ήταν ένα πολύ µικρό τίμημα .

Συγκεκριµένα, ο Λάρρυ µε συµβούλευσε να ζητήσω εξάµηνη παράταση της δανειακής συµφωνίας που έληγε, απειλητικά, σε δέκα πλέον µέρες. Του εξήγησα ότι εδώ υπάρχει ζήτημα: Εξάµηνη παράταση θα επεξέτεινε τη σύμβαση µέχρι τα τέλη Αυγούστου του 2015. Όµως, μέσα στον Ιούλιο και τον Αύγουστο το υπουργείο µου έπρεπε να καταβάλει 6,7 δισ. στην ΕΚΤ, για εκείνα το οµόλογα SMP που κατείχε από την εποχή του Τρισέ το 2010/11. Επρόκειτο για τα οµόλογα που επέµενα να αντικατασταθούν µε νέα οµόλογα διαρκείας (perpetual bonds). Οπότε, µια απλή εξαμηνιαία παράταση δεν αρκούσε. Έπρεπε να συνοδεύεται µε µια επιπλέον συµφωνία είτε στη βάση της δικής µου πρότασης αναδιάρθρωσης χρέους (που θα έκανε χρήση των νέων οµολόγων διαρκείας) είτε στη βάση ενός νέου δανείου από την τρόϊκα και τον ESM (που, βεβαίως, θα σήμαινε 3ο µνηµόνιο). Όταν ο Λάρρυ µε συµβούλευσε να πάρω με το µέρος µου την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, αναγκάστηκα να του εξηγήσω πόσο µικρή σημασία είχε κάτι τέτοιο, περιγράφοντας τον µπροστά στο μάτια µου εξευτελισµό του Πιερ Μοσκοβισί και την ατυχή κατάληξη της παρέµβασης Γιουνκέρ υπέρ µας.

Από τη µακρά και λεπτομερή ανταλλαγή απόψεων που είχαµε εκείνη την ηµέρα κατάλαβα ότι ο Λάρρυ απαιτούσε από εµένα, από εμάς, να κρατήσουμε στάση ρεαλιστική κι ευέλικτη. Αφού τον έπεισα ότι µε τον Αλέξη έχουµε συµφωνήσει στη ρεαλιστική, ευέλικτη, αλλά και αποφασιστική, στάση, ο Σάµµερς άρχισε να έρχεται κοντά µας όλο και πιο πολύ, πασχίζοντας να δει το πράγματα μέσα από τη δική µας οπτική. Κάποια στιγμή µου λέει:

«Έχει µεγάλη σηµασία για εσάς να βρείτε έναν πρέσβη διεθνούς βεληνεκούς, που να µοιράζεται τις θέσεις σας, με το ειδικό βάρος που απαιτείται για να προωθεί τις προτάσεις σας στα υψηλότερα κέντρα διεθνούς εξουσίας»

«Μα γι’ αυτό µιλάµε µε σένα, Λάρρυ», του απάντησα, «Στο πρόσωπό σου τον έχουµε βρει!»

Ήταν η απάντηση που φάνηκε να τον ικανοποιεί, αν έκρινα από τη συµφωνία του να βοηθήσει αµέσως στην προώθηση των θέσεών µας στο ΔΝΤ και, βεβαίως, στην ΕΚΤ.

Το ίδιο απόγευµα µε κάλεσε ο Τζεφ Σακs κοµίζοντας μήνυμα από το γραφείο του Βόλφνγανγκ Σόιµπλε. Ήταν σημαντικό. Το Βερολίνο µας μήνυε ότι υπάρχει διέξοδος. Θα συµφωνούσαν στην αναβολή της «εκτέλεσής» µας, κάτι το οποίο ερμήνευσα ως αναβολή του κλεισίµατος των τραπεζών, υπό τον όρο ότι ήµουν έτοιμος να καταδείξω τέσσερα πράγματα στο Eurogroup: (1) Ενδιαφέρον για παράταση της δανειακής σύµβασης 75 ημερών (αντί εξαμήνου), που θα απέκλειε ουσιαστικά την οποιαδήποτε πρόβλεψη για τις πληρωµές των οµολόγων SMP της ΕΚΤ τον Ιούλιο και τον Αύγουστο. (2) Αποδοχή της ιδέας της «βιωσιµότητας του χρέους», (3) Ενστερνισμό της «ανάγκης για διαρθρωτικές µεταρρυθµίσεις, ώστε να ανακτηθεί η ανταγωνιστικότητα». (4) Συµφωνία ότι το ΔΝΤ πρέπει να παραµείνει µέρος των «νέων παραµέτρων»

«Δεν έχω λόγο να φέρω αντίρρηση», απάντησα στον Τζεφ προχωρώντας σε εξειδικευµένες απαντήσεις και για τα τέσσερα σηµεία. Για το (1), αντίθετα µε τον Λάρρυ Σάµµερς, που πρότεινε εξαμηνιαία επέκταση, µου άρεσε η ιδέα µιας συντοµότερης περιόδου επέκτασης για δύο λόγους: Πρώτον, επειδή δε θα ήταν δυνατόν να συµφωνnθεί χωρίς να έχει λυθεί το ζητήµα των αποπληρωμών της ΕΚΤ των μηνών Iουλίου-Αυγούστου, τις οποίες πίστευα ακράδαντα ότι έπρεπε να υποκαταστήσουµε µε αναδιάρθρωση του χρέους, αντί για νέο δάνειο. Δεύτερον, έκρινα ότι δεν έπρεπε επ’ ουδενί να αναβάλουμε µια πιθανή ρήξη για τα ουσιαστικά της διαπραγµάτευσης (π.χ. για την αναδιάρθρωση του συνόλου του δημόσιου χρέους) για τον Αύγουστο ή τον Σεπτέµβρη, µια αναβολή που θα κούραζε τον κόσµο µας και θα σπαταλούσε το πολιτικό κεφάλαιο που, υπολόγιζα, θα έµενε ανέπαφο το πολύ µέχρι τον Μάιο η τον Ιούνιο, ιδίως υπό το καθεστώς οικονομικής ασφυξίας που δηµιουργούσε η τρόϊκα

Όσο για το (2), την απαίτηση να αποδεχθώ την ιδέα της «βιωσιµότητας του χρέους», ρώτησα τον Τζεφ: «Mήπως οι φίλοι µας στο Βερολίνο ξάφνου ανέπτυξαν αίσθηση του χιούµορ; Κάθε βράδυ, πριν κλείσω τα μάτια µου, ονειρεύοµαι τη βιωσιµότητα του χρέους µας και κάθε πρωί, µόλις τα ανοίγω, αυτόν σκέφτομαι και πάλι!» Ο Τζεφ, ακούγοντας µε, ξεκαρδίστηκε στα γέλια.

Περνώντας στο (3), τη γεµάτη θρησκευτική ευλάβεια τελετουργική αναφορά στις «διαρθρωτικές µεταρρυθµίσεις», είπα στον Τζεφ ότι δεν είχα κανένα πρόβλημα να συμμετάσχω κι εγώ σε εκείνη την ψαλµωδία της «ανάκτησης της ανταγωνιστικότητας», όπως κάνω κάθε Μεγάλη Παρασκευή στον Επιτάφιο, όπου µετά χαράς και κατάνυξης, αν και άθεος, τραγουδώ µαζί µε τους πιστούς το «Ω γλυκύ µου Έαρ».

Τέλος, αναφορικά με το (4), δεν είχα κανέναν λόγο να αποµακρύνω τα ΔΝΤ από τις «νέες παραµέτρους», εφόσον η παραμονή του ΔΝΤ δε σήμαινε αποδοχή της πολιτικής του αφανισµού των εργατικών συνδικάτων και των συλλογικών διαπραγµατεύσεων. Μάλιστα, ίσως ήταν καλύτερα για εμάς να µείνει το ΔΝΤ στη νέα συµφωνία, δεδοµένων αυτών που µου είχε πει ο Πόουλ Τόµσεν στην πρώτη µας συνάντηση στο Παρίσι (παραδεχόμενος ότι το ΔΝΤ δεν μπορεί να επιβάλει σε µια αριστερή κυβέρνηση τις συνηθισµένες αντεργατικές, αντισυνδικαλιστικές πολιτικές) και της ξεκάθαρης τοποθέτησης τόσο του ίδιου όσο και της Κριστίν Λαγκάρντ υπέρ µιας βαθιάς αναδιάρθρωσης του χρέους.

Εκείνο το απόγευµα το «πολεµικό συµβούλιο» συναντήθηκε άλλη µία φορά στο Μαξίµου, όπου έµαθα ότι και ο Αλέξης είχε γίνει παραλήπτης κατευναστικών και «φιλειρηνικών» µηνυµάτων από το Βερολίνο, και δη από την καγκελαρία. Το αρχικό θέµα της συζήτησης µας ήταν εάν θα στέλναµε επίσημη επιστολή στον Ντάισελμπλουμ ζητώντας από το Eurοgrοup να αναστείλει την «εκτέλεση» της 28ης Φεβρουαρίου. Άποψη µου, µε την οποία συμφώνησαν ο Σαγιάς και ο Δραγασάκης, ήταν ότι το να ζητήσουµε επέκταση της δανειακής συµφωνίας αποτελούσε µέρος της λαϊκής εντολής µας, εφόσον βέβαια δε δεσµευόσασταν στο τροϊκανό πρόγραµµα λιτότητας, δήθεν µεταρρυθµίσεων κτλ, ως όρο για την επέκταση της δανειακής συµφωνίας. Κομβικής σηµασίας για εμάς όταν ο διαχωρισµός των όρων του μνημονίου, τους οποίους απορρίπτουµε, από τη δανειακή συµφωνία, που θέλαµε να επεκταθεί έως ότου αντικατασταθεί από το νέο Συµβόλαιο Ελλάδας-ΕΕ

Αµέσως µετά συζητήσαµε τους τέσσερις όρους του Βερολίνου. Κάποια μέλη του πολεµικού µας συµβουλίου είχαν έντονες ενστάσεις για την παραμονή του ΔΝΤ στη νέα συµφωνία, εξήγησα ήταν Τζεφ. Εκεί που συζητούσαµε τα υπέρ και τα κατά της συµµετοχής του ΔΝΤ στη διαδικασία, κατέφθασε και πέµπτος όρος από το Βερολίνο «αναγνώριση των οικονοµικών υποχρεώσεων της Ελλάδας προς όλους τους πιστωτές της».

Σε κάποιους φάνηκε σαν τη σταγόνα που έκανε το ποτήρι να ξεχειλίσει. Ο ένας και βασικότερος στόχος µας ήταν η αναδιάρθρωση του χρέους, την ώρα μάλιστα που µεγάλο µέρος του κόµµατος απαιτούσε µονοµερή διαγραφή του. «Πώς είναι δυνατόν να αναγνωρίσουµε το χρέος µας προς όλους τους πιστωτές;» άρχισε πάλι να ταράζεται ο Τζανακόπουλος. Παρενέβην με το εξής επιχείρημα. Κάθε επιχειρηματίας που πηγαίνει στην τράπεζα του µε τα κακά μαντάτα ότι βρίσκεται στα πρόθυρα της επίσηµης χρεοκοπίας, και άρα ζητάει την αναδιάρθρωση του χρέους του προς την τράπεζα, προφανώς, από τη µία, αναγνωρίζει βέβαια το εν λόγω χρέος αλλά, από την άλλη, απαιτεί αναδιάρθρωση η ελάφρυνση του, καθώς «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος ».

Καθηµερινά, εξήγησα στο πολεµικό συµβούλιο, οι τράπεζες αναδιαρθρώνουν μη βιώσιµα χρέη οφειλετών που τα αναγνωρίζουν αλλά δε δύνανται να τα αποπληρώσουν. Ήταν, για να έρθω στο δικά µας, το 2012 η συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ κούρεψε 100 δισ. περίπου από το δημόσιο χρέος, δε χρειάστηκε να δηλώσει ότι δεν το αναγνώριζε. Έτσι κι εμείς τώρα: τίποτα δε µας εµποδίζει να απαιτούμε αναδιάρθρωση ενός χρέους που είναι λιγότερο βιώσιµο από ποτέ, την ώρα που αναγνωρίζουµε ότι, όντως, χρωστάµε αυτά τα χρήματα. «Βέβαια, µια τέτοια δήλωση θα εξοργίσει τη µερίδα του Σύριζα που απαιτεί µονοµερή διαγραφή του χρέους και ανακήρυξη του σε επονείδιστο. Εν τέλει, η ερμηνεία µου έκαµψε τις αντιδράσεις. Αποφασίστηκε λοιπόν (α) ότι θα έπρεπε να προβούµε στην αναγνώριση του χρέους, ενώ παράλληλα να απαιτούμε την αναδιάρθρωση του και (β) ότι θα έπρεπε να γράψω αµέσως στο Eurοgrοup αιτούµενος επισήμως την επέκταση της δανειακής συµφωνίας αλλά όχι των όρων του μνημονίου

Η συµφωνία µας µε ικανοποίησε αλλά άρχισα να ανησυχώ ότι, ίσως, το εκκρεµές να είχε πάει πολύ περισσότερο απ’ όσο έπρεπε προς την κατεύθυνση του συµβιβασµού. Γι’ αυτό, πριν λυθεί η συνεδρίαση µας, παρουσίασα στους παρισταμένους δύο πιθανότητες: Το βέλτιστο σενάριο ήταν η Μέρκελ και ο Ντράγκι να έχουν ήδη διαπιστώσει ότι δε θα υποχωρήσουµε ως προς τις βασικές µας απαιτήσεις και, έτσι, να επιβληθούν στον Σόιµπλε, και συνεπώς στο Eurogroup, ώστε να γίνει αποδεκτή η πρόταση µας για µια πραγματική γέφυρα που θα οδηγήσει σε πραγματικά νέου τύπου βιώσιµη συµφωνία, µε κύριο πρόταγμα την αναδιάρθρωση χρέους. Όµως το πιο πιθανό σενάριο, τους είπα, είναι η ενέδρα: καθυστερώντας τις διαπραγµατεύσεις, περιµένουν να αποξηρανθούν οι δεξαµενές ρευστότητας και δηµοφιλίας µας, έως ότου, κάποια στιγµή τον Ιούνιο, όταν λήγει η επέκταση της δανειακής συμφωνίας, επιτεθούν στην εξουθενωμένη κυβέρνηση µας, οδηγώντας µας στη συνθηκολόγηση.

Εάν το δεύτερο, ζοφερό, πιο πιθανό σενάριο ξεδιπλωνόταν τις επόµενες εβδοµάδες και τους επόµενους μήνες , η βέλτιστη στρατηγική µας ήταν, από τη µία, να αιτηθούµε την επέκταση της δανειακής συµφωνίας ενώ, από την άλλη, να καταστήσουµε σαφές στην τρόϊκα ότι οι προσπάθειές τους να µας εξουθενώσουν, µέσω της ασφυξίας ρευστότητας, θα προκαλούσαν πολύ συγκεκριµένη αντίδραση από µέρους µας: στάση πληρωµών εντός του Μαρτίου στο ΔΝΤ όσο εκείνοι δε συζητούσαν την αναδιάρθρωση του χρέους. Εφόσον μάλιστα µας απειλούσαν µε κλείσιµο τραπεζών και capital controls, να ξέρουν ότι εµείς θα κουρεύαµε, ως αντίποινα, τα οµόλογα SMP της ΕΚΤ, θα ετοιμαζόμασταν να ενεργοποιήσουμε το παράλληλο σύστημα πληρωµών και θα αλλάζαµε το νοµικό πλαίσιο διαχείρισης της Τράπεζας της Ελλάδος, ανακτώντας την κυριαρχία της Βουλής των Ελλήνων επ’ αυτής

«Το χειρότερο που µπορούµε να κάνουµε, σύντροφοι», κατέληξα, «είναι να αιτηθούµε την επέκταση της δανειακής συµφωνίας και, κατόπιν, να διστάσουμε να σηματοδοτήσουµε την ενεργοποίηση των αντιποίνων µας στην περίπτωση που εκείνοι χρονοτριβούν, παραβιάζοντας το πνεύµα της ενδιάµεσης συµφωνίας-επέκτασης. Αν κάνουµε αυτό το λάθος, θα µας σύρουν στον Προκρούστη της υποχωρητικότητας, όσο διαρκεί η επέκταση , και, τη στιγµή της µεγαλύτερης µας αδυναµίας, θα µας σπρώξουν στον βούρκο του εξευτελισμού προτού, κάπου στα τέλη Iουνίου, µας αποκεφαλίσουν»

Όλοι τους συμφώνησαν-ο Παππάς και ο Αλέξης µε ενθουσιασµό, ο Δραγασάκης µε ένα άτονο νεύµα κι ο Σαγιάς µε µια χρήσιµη υπενθύμιση ότι τα οµόλογα SMP που κατέχει η ΕΚΤ, και τα οποία πρότεινα να κουρευτούν ως αντίποινα επιθετικών κινήσεων της τρόϊκας, βασίζονται στο ελληνικό δίκαιο και, άρα, μπορούσαν να κουρευτούν εύκολα, χωρίς των κίνδυνο δικαστικών περιπετειών της χώρας στα δικαστήρια του Λονδίνου ή της Νέας Υόρκης.

Τους επόµενους τέσσερις μήνες, όσο τα αποθέματα ρευστότητας στέρευαν κι άλλο και οι απειλές για κλείσιµο τραπεζών πλήθαιναν, συχνά πυκνά υπενθύµιζα στον Αλέξη και στο υπόλοιπο πολεµικό συµβούλιο εκείνη τη συλλογική µας απόφαση. Κάθε φορά που το έκανα, εκείνος επιβεβαίωνε τη στρατηγική µας απόφαση της 18ης Φεβρουαρίου. Όµως, όσο περνούσαν οι εβδοµάδες και η έντονη αντίδραση µας στη χρονοτριβούσα τρόϊκα όλο και αναβαλλόταν, ο ενθουσιασµός µε τον οποίο επιβεβαίωναν τη στρατηγική εκείνη έφθινε. Μέρα µε τη µέρα, µήνα µε τον µήνα, το χείριστο σενάριο κέρδιζε έδαφος

`

Ευτυχισµένες µέρες

443

ίσω στο γραφείο µου συνέγραψα την επιστολή µε την οποία αιτούµουν την επέκταση της δανειακής συµφωνίας, την έδωσα στην οµάδα µου για σχολιασµό και κατόπιν την έστειλα για να πάρει την έγκριση του Σαγιά και του Αλέξη προτού τη στείλω στον πρόεδρο του Eurogroup. Ο στόχος της επέκτασης που ζητούσα, όπως εξηγούσα στην επιστολή µου προς τον Ντάισελµπλουμµ, ήταν να δοθεί χρόνος για να οικοδοµήσουµε ένα «νέο Συµβόλαιο για την Ανάκαµψη και την Ανάπτυξη μεταξύ των ελληνικών αρχών, της Ευρωπαϊκης Ένωσης και του Διεθνούς Νοµισµατικού Ταµείου, με το οποίο θα αντικατασταθεί η ισχύουσα συµφωνία»

Όσο για τη χρονική διάρκεια, τελικά αποφάσισα ότι ήταν, από στρατηγικής απόψεως, ορθότερο να αιτηθώ εξαμηνιαία επέκταση, η οποία θα µας πήγαινε στα τέλη Αυγούστου. Στόχος µου δεν ήταν να κρατήσει η αβεβαιότητα της «γέφυρας» έως το τέλος του καλοκαιριού. Όπως είχα εξηγήσει στον Τζεφ Σακς και στο πολεµικό µας συµβούλιο, ήταν προτιμότερο όλα τα χαρτιά των δύο µερών, ως προς το µακροπρόθεσµο νέο Συµβόλαιο, να έχουν τοποθετηθεί στο τραπέζι µέχρι τον Μάιο. Οµως, από την άλλη, σκέφτηκα ότι ήταν χρήσιμο να αιτηθούµε ένα εξάμηνο, κάτι που η κοινή γνώµη και οι αγορές θα θεωρούσαν εύλογο, αναγκάζοντας έτσι το Βερολίνο να πει «όχι»

Η επιστολή µου ήταν γραµµένη στο πνεύµα του έντιµου συµβιβασµού. Όπως είχα πει στον Γάλλο ομόλογο µου, η λέξη «συµβόλαιο», αντί για το «πρόγραµµα», που ήταν όρος τον οποίο χρησιµοποιεί το ΔΝΤ από τη δεκαετία του ’70, αντανακλούσε τη φιλοδοξία µας για µια συµφωνία μεταξύ ίσων. Ως τέτοιο, η επιστολή περιείχε φράσεις που ξένιζαν την τρόικα, π.χ. αναφορές στην «κοινωνική δικαιοσύνη που εξισορροπεί το µέγα κοινωνικό κόστος της εξελισσόµενης κρίσης» καθώς και στις «βαθιές μεταρρυθµιστικές τομές που απαιτούνται για την αποκατάσταση του βιοτικού επιπέδου εκατοµµυρίων Ελλήνων µέσω οικονοµικής µεγέθυνσης, καλής ποιότητας θέσεων εργασίας και κοινωνικής συνεκτικότητας». Από την άλλη, υπήρχαν και οι φράσεις που ήξερα ότι θα στρέψουν εναντίον µου συντρόφους από τον Σύριζα π.χ. «Οι ελληνικές αρχές αναγνωρίζουν τις οικονοµικές υποχρεώσεις της Ελλάδας προς όλους τους πιστωτές της» ή ότι προτιθέμεθα «να συνεργαστούµε µε τους εταίρους µας ώστε να αποφευχθούν τεχνικά εµπόδια στο πλαίσιο της Συµφωνίας Κύριας Διευκόλυνσης, την οποία αναγνωρίζουµε ως ισχύουσα». Συμπεριλαμβάνοντας αυτές τις φράσεις, είχα φτάσει στα όρια του τι ήµουν διατεθειμένος να αποδεχθώ στο πλαίσιο µιας ύστατης προσπάθειας συµβιβασµού με το Βερολίνο.

‘Εκείνο το βράδυ, αφού είχα στείλει την επιστολή µου, αναμένοντας την απάντησή τους, επέτρεψα στον εαυτό µου µια σπάνια πολυτέλεια. Με τη Δανάη πήγαµε στην παράσταση του Εθνικού Θεάτρου του έργου του Σάµουελ Μπέκετ Ευτυχισµένες µέρες. Καθώς φεύγαµε, οι αναμένοντες δημοσιογράφοι εξέφρασαν την απορία τους για το «ψυχοπλακωτικό» έργο που επιλέξαµε να δούµε. Tους απάντησα ότι, συγκρινόμενο µε τη χοντροκομμένη ασφυξία των Eurogroup, το όραµα του Μπέκετ µιας γυναίκας που θάβεται πιο βαθιά στο χώµα σε δύο πράξεις ήταν ασύλληπτα αναβαπτιστικό και αισιόδοξο, όχι µόνο επειδή έτσι συµβαίνει µε κάθε σπουδαίο έργο τέχνης αλλά, συγκεκριµένα, λόγω της συνταρακτικής αποφασιστικότητας της πρωταγωνίστριας να αντιμετωπίσει την ασφυξία της µε µια αστείρευτη, γλυκόξινη περιφρόνηση.

Το επόµενο πρωί η απάντηση από τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο είχε έρθει µέσω κρυφών καναλιών: η επιστολή µου κρίθηκε «βοηθητική» και «καλή βάση» για µια συµφωνία σε επίπεδο Eurοgrοup την εποµένη. Τι εννοούσαν όµως µε αυτό; Μετά τα ναυάγια καλών οιωνών τις προnγούµενες μέρες, ιδίως τον τορπιλισμό του εξαιρετικού σχεδίου ανακοινωθέντος της Επιτροπής τέσσερις µέρες νωρίτερα, τίποτα δεν µπορούσε να θεωρηθεί δεδοµένο. Έτσι, την 20ή Φεβρουαρίου πέταξα για τις Βρυξέλλες ελπίζοντας αλλά χωρίς ίχνος αισιοδοξίας την οποία πάντα θεωρούσα βάναυση ξαδέλφη της ελπίδας.

 

`

Δημιουργική ασάφεια
445

ριν από την έναρξη της συνεδρίασης του Eurοgrοup είχαµε µια σύντοµη συνάντηση µε την Κριστίν Λαγκάρντ. Είχε την πεποίθηση ότι η συµφωνία ήταν προ των πυλών. «Θεωρείς ότι ο Βόλφγκαvγκ θα απαγκιστρωθεί από την εμµονή του να µε δεσµεύσει στο ισχύον πρόγραµµα και το µνηµόνιο;» τη ρώτησα. Η έκφρασή της απέπνεε αυτοπεποίθηση χωρίς να κρύβει την ανησυχία της.

Αµέσως µετά συναντήθηκα µε τον Γερούν Ντάισελμπλουμ. θα αποδεικνυόταν η πρώτη και τελευταίο επαγγελματικά άψογη, αποτελεσµατική και άνευ απειλών εκ µέρους του συνάντησή µας. Ο Γερούν ήθελε να µου μεταφέρει δύο δυσάρεστα νέα, όπως µου είπε. Πρώτον, η επέκταση θα ήταν για τέσσερις αντί για τους έξι µήνες που είχα αιτηθεί κάτι που και περίµενα και δε µε ενοχλούσε, για λόγους που εξήγησα παραπάνω . Δεύτερον, η ΕΚΤ επέµενε ότι η «πιστωτική κάρτα», ή «γραµµή», των 11 δισ. που είχε δώσει η τρόϊκα στο ελληνικό ΤΧΣ (Ταµείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας) για αποκλειστική χρήση νέας ανακεφαλαιοποίησης των ελληνικών τραπεζών η οποία δεν µπορούσε να χρησιμοποιηθεί έτσι κι αλλιώς χωρίς την έγκριση της τρόϊκας) έπρεπε να περάσει στο ευρωπαϊκό ΤΧΣ. Ούτε αυτό το θεωρούσα σημαντικό: ήταν σαν η τράπεζα σου να σου λέει ότι ένα εν δυνάµει δάνειο που ίσως πάρεις στο µέλλον θα δοθεί όχι μέσα από το τοπικό σου τραπεζικό κατάστημα αλλά από τα κεντρικά της τράπεζας.

Απάντησα στον Γερούν ότι ήµουν διατεθειμένος να πείσω τον πρωθυπουρ-γό και το υπουργικό συµβούλιο να απο-δεχθούν κι αυτές τις υποχωρήσεις µε αντάλλαγµα κάτι μέγιστης σηµασίας για εµάς: χώρο ανάπτυξης των δικών µας πολι-τικών, αντί για την αποδοχή, µε µικρές προσαρµογές, των πολιτικών της τρόϊκας. Του εξήγησα ότι δεν είχαµε πρόβλημα να αξιολογηθούμε από το Eurοgrοup σε κάποια µελλοντική στιγμή . Αυτό που µας ανησυχού-σε, και µας απασχολούσε, ήταν: Στη βάση ποιων κριτηρίων θα κριθούµε; Η απάντηση του Βόλφγκανγκ Σόϊµπλε στο ερώτηµα τούτο ήταν σαφέστατη στη βάση των κριτηρίων του μνημονίου το οποίο υπέγραψαν οι κ. Σαµαράς-Βενιζέλος-Στουρνάρας. «Αυτό», είπα στον Γερούν, «δε θα γίνει αποδεκτό από τη δική µας κυβέρνηση».

«Δε θα δεχθούµε να κριθούµε στη βάση κριτηρίων το οποία απορρίπτουµε. Είτε θα µας δοθεί η ευκαιρία να συγγράψουμε νέα κριτήρια, και νέες πολιτικές, µε τούς δανειστές είτε θα καταλήξουμε , άλλη µία φορά, σε πλήρες αδιέξοδο. Μην ξεχνάς, Γερούν, ότι έχουµε δείξει τεράστια αποθέματα διάθεσης συµβιβασµού. Έχω ήδη δηλώσει στη Βουλή µας, µε σοβαρό πολιτικό κόστος, ότι αποδέχοµαι το 70% των πολιτικών και των κριτηρίων σας. Οµως απαιτούµε το δικαίωµα να ξαναγράψουμε το 30% των κριτηρίων και πολιτικών που αποτελούν το µέρος του προγράµµατος μας, το οποίο δεν µπορεί και δεν πρέπει να εφαρμοστεί Αυτό το 30% ζητάμε να αντικατασταθεί από νέες πολιτικές και κριτήρια που θα προτείνουνε εμείς, συµπεριλαµβανοµένης µιας δραστικής µείωσης του στόχου του πρωτογενούς πλεονάσµατος».

Προς µεγάλη µου έκπλnξn ο Γερούν δε διαφώνησε. Ως προς τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσµατος, που επέµενα να πέσει από το επίπεδα της σκληρής λιτότητας του 3,5% και 4,5% του εθνικού εισοδήµατος, πρότεινε να μην αναφέρουµε νούµερα αλλά να χρησιμοποιήσουμε τη φράση «σημαντικά πρωτογενή πλεονάσµατα», αφήνοντας µετέωρο το ερώτηµα του κατά πόσον το 1,5% στα οποίο επέµενα ήταν «σημαντικό » η όχι. Του αντιπρότεινα τον επιθετικό προσδιορισµό «κατάλληλα πρωτογενή πλεονάσµατα». Συμφώνησε και έτσι, µερικά λεπτά της ώρας αργότερα, το σχέδιο ανακοινωθέντος ήταν έτοιμο :

Οι Ελληνικές αρχές θα παρουσιάσουν έναν πρώτο κατάλογο μεταρρυθµιστικών µέτρων, βασισµένων στα ισχύοντα, έως τη Δευτέρα 23 Φεβρουαρίου. Οι θεσµοί θα εκφράσουν µια πρώτη άποψη για το κατά πόσον ο κατάλογος αυτός αποτελεί ικανοποιητικό σημείο έναρξης για την επιτυχηµένη ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Αυτός ο κατάλογος θα εξειδικευτεί περαιτέρω και, μετά, θα συµφωνnθεί με τούς θεσµούς έως το τέλος Απριλίου.

Εφόσον, σκέφτηκα, αυτή η παράγραφος «επιβίωνε» του Eurοgrοup και έκανε την εµφάνιση της στο τελικό κοινό ανακοινωθέν, θα ήταν ένας πραγματικός θρίαµβος για τις πιο αδύναµες χώρες της ευρωζώνης. Θα ήταν η πρώτη φορά που το Eurogroup, και η τρόϊκα που κινεί το νήματα του, θα είχε αποδεχθεί, έστω και χλιαρά, το δικαίωµα µιας χώρας που αναγκάστηκε να δανειστεί από την τρόϊκα να αντικαταστήσει σημαντικό µέρος των μνημονιακών µέτρων που της επιβλήθηκαν αρχικά µε µεταρρυθµίσεις δικής της έµπνευσης.

Βέβαια, επρόκειτο για προκαταρκτικό, ίσως συµβολικό, θρίαµβο, καθώς η παραπάνω παράγραφος δε δέσµευε την τρόϊκα να αποδεχθεί τις προτάσεις µας. Παρ’ όλα αυτά ήταν ένα τεράστιο βήμα στην κατεύθυνση της ανάκτησης της κυριαρχίας επί της οικονομικής και της κοινωνικής πολίτικης κάτι αντίστοιχο µε αιχμάλωτο πολέµου που καταφέρνει να δραπετεύσει από τον θάλαµο αποµόνωσης, να σκαρφαλώσει στον περιβάλλοντα τοίχο και να αρχίσει να τρέχει ξέφρενα στο διπλανό δάσος. Το ότι μπορεί να συλληφθεί λίγο πιο κάτω δε µειώνει την αξία του επιτεύγματος .

Το µέγα αρνητικό του σχεδίου ανακοινωθέντας ήταν ότι δε µας πρόσφερε καµία ρητή δέσμευση µείωσης της νοµισµατικής ασφυξίας εκ µέρους της ΕΚΤ. Την 4η Φεβρουαρίου, οπότε ο Μάριο Ντράγκι µου ανακοίνωσε το κλείσιµο της στρόφιγγας ρευστότητας για τις ελληνικές τράπεζες (δηλαδή την απόσυρση του waiver βλ. προηγούμενο κεφάλαιο), µου είχε παράλληλα υποσχεθεί ότι, µόλις στέγνωνε το µελάνι σε µια νέα συµφωνία μεταξύ της δικής µας κυβέρνησης και του Eurogroup, το ΔΣ της ΕΚΤ θα έδινε το πράσινο φως για την επιστροφή στο καθεστώς που ίσχυε πριν από την 4η Φεβρουαρίου. Πέραν της επιστροφής του waiver, θα επέτρεπε ξανά στις τράπεζες να αγοράζουν έντοκα γραµμάτια του ελληνικού κράτους. Η οµάδα µου υπολόγιζε ότι, εφόσον συνέβαινε αυτό, ίσως καταφέρνανε να φτάσουμε στο τέλη Iουνίου δύσκολα µεν, χωρίς ανυπέρβλητα προβλήματα δε. Έτσι, θα είχαµε πράγματι τέσσερις μήνες χρόνο για να επικεντρωθούμε, σχετικά απερίσπαστοι στη διαπραγµάτευση ενός νέου Συµβολαίου Ελλάδας-ΕΕ προτού παρέλθει ο Ιούνιος.

Κατόπιν εορτής, κάποιοι ισχυρίζονται ότι ήταν λάθος να μην απαιτήσω από τον Ντράγκι αυτά που µου είπε προφορικά να συμπεριληφθούν στο γραπτό ανακοινωθέν. Μερικοί εξ αυτών προχωρούν περαιτέρω λούζοντας µε µε βαρείς χαρακτηρισµούς για το γεγονός ότι δεν επέµεινα. Αγνοούν όµως το εξής: Αν επέµενα στην άρνηση για ρητή δέσμευση του Ντράγκι να ανοίξει ξανά τον κρουνό της ρευστότητας, η συµφωνία που µας έδινε άλλους τέσσερις μήνες προετοιµασίας μπορεί κάλλιστα να είχε τιναχτεί στον αέρα. Πράγματι, η όλη ιδέα µιας ενδιάµεσης συµφωνίας-γέφυρας δεν ήταν να προσδιορίσει όλες τις παραµέτρους της σχέσης µας µε τους δανειστές αλλά να αποτρέψει την άµεση ρήξη, το άµεσο κλείσιµο των τραπεζών (το πολύ οκτώ µέρες αργότερα), προσφέροντας παράλληλα χώρο και χρόνο προκειµένου να διερευνήσουμε το κατά πόσον µια βιώσιµη συµφωνία ήταν εφικτή µέχρι τον Μάιο. Αντί για ανακοινωθέν που συγκεκριμενοποιεί, αναζητούσαµε-τουλάχιστον σε εκείνο το προκαταρκτικό στάδιο µια φρασεολογία που ήταν αρκετά άσαφης ώστε να ικανοποιούνται και οι δύο πλευρές, χωρίς να τονίζει τα χάσματα που παρέµεναν μεταξύ τους .

Εκείνη τη χρονική στιγµή, στις 20 Φεβρουαρίου 2015, σημασία είχε να αποφύγουµε οι µεν τις κόκκινες γραµµές των δε, ώστε οι τράπεζες να παραµείνουν ανοικτές έως ότου εξαντλούσαµε όλα τα περιθώρια για την αναδιάρθρωση του χρέους και το νέο Συµβόλαιο µε την ΕΕ, που θα καθόριζαν τη βιωσιµότητα της Ελλάδας στην ευρωζώνη µακροπρόθεσµα. Τότε ήταν που ο Ευκλείδης µου θύµισε τον όρο που συχνά αποδίδεται στον Χένρυ Κίσινγκερ γι’ αυτό τον διπλωματικό ελιγµό: δημιουργική ασάφεια (constructινe ambiguity). Αυτός ήταν, κι αυτός έπρεπε να είναι, ο στόχος µας εκείνη τη δύσκολη µέρα: να βρούµε φράσεις αρκετά ασαφείς ώστε να μη συγκρουστούμε και αρκετό δημιουργικές ώστε να πολιτογραφηθεί το δικαίωµά µας να συγγράψουμε το μεταρρυθµιστικό µας πρόγραµµα.

Λευκός καπνός: η συµφωνία της 20ης Φεβρουαρίου
449

συνεδρίαση του Eurοgrοup της 20ης Φεβρουαρίου, οκτώ µόλις µέρες προτού µπουν λουκέτα στα καταστήµατα των ελληνικών τραπεζών σε περίπτωση μη συµφωνίας, ήταν η ευκολότερη όλων στις οποίες εκπροσώπησα τη χώρα. Μια αποθέωση της προσεγµένης ασάφειας επιβεβαίωσε τη δυνατότητα της καγκελαρίου Μέρκελ να αποσπά τον έλεγχο του Eurogroup, έστω και προσωρινά, από τον συνήθη επικυρίαρχο του τον Βόλφγκαvγκ Σόιµπλε.

Λίγο πριν από τη συνεδρίαση ο Εµµανουέλ Μακρόν -τότε υπουργός οικονομίας της Γαλλίας µου έστειλε γραπτό µήνυµα πληροφορώντας µε ότι µόλις είχε συναντήσει την Άνγκελα Μέρκελ και την είχε πιέσει να συµφωνήσει σε µια αµοιβαίως αποδεκτή λύση. Μου είπε ακόµα ότι η Μέρκελ είχε δώσει στον Ντάισελµπλουμ σαφείς οδηγίες προκειµένου να θέσει τέλος στο ελληνικό «σίριαλ», τουλάχιστον προσωρινά, προωθώντας το σχέδιο ανακοινωθέντος στο οποίο είχα συµφωνήσει.

Σε κάθε άλλη συνεδρίαση του Eurogroup, μετά τις καθιερωµένες αναφορές των εκπροσώπων των τριών θεσµών, άρχιζε η παράσταση των μαζορετών του Δρος Σόιµπλε. Πρώτοι έσερναν τον χορό οι υπουργοί οικονοµικών των ανατολικών χωρών, οι οποίοι παράβγαιναν μεταξύ τους για το ποιός θα αναδειχθεί σοϊμπλεκώτερος του Σόιµπλε. Κατόπιν ακολουθούσαν οι υπουργοί των υπόλοιπων πτωχευμένων η ηµιπτωχευμένων χωρών, π.χ. της lρλανδίας, της Πορτογαλίας, της Ισπανίας, της Κύπρου, που έδιναν κι εκείνοι έναν φιλότιµο αγώνα να αναδειχθούν στον «υποδειγµατικό κρατούµενο» της ευρωζώνης. Τέλος, παρενέβαινε ο Βόλφνγανγκ Σόιµπλε, ο οποίος, μετά τις λιτανείες των υποτακτικών του, εμφανιζόταν σχεδόν γενναιόδωρος και «υπεράνω», για να βάλει τις τελευταίες πινελιές στο αφήγημα της λιτότητας και της πλήρους απώλειας της δηµοκρατικής κυριαρχίας για τις χώρες µας, ακόµα και για (έως πρόσφατα) κραταιές δυνάµεις όπως η Γαλλία.

Εκείνη όµως τη µέρα, την 20ή Φεβρουαρίου 2015, τίποτα δε φαινόταν το ίδιο, όλα εξελίσσονταν αρνητικά για τον Γερµανό. Απαλλαγµένος από την ανάγκη να ακολουθεί πιστά τις εντολές Σόιµπλε, δεδοµένων των νέων εντολών του από τη Μέρκελ, ο Ντάισελµπλουμ ανέγνωσε το σχέδιο ανακοινωθέντος και κατόπιν µου ζήτησε να το σχολιάσω µε µια ευγένεια και συναδελφικότητα που, σίγουρα, εξέπληξαν αλλά και ανησύχησαν πολλούς γύρω από το µεγάλο, παραλληλόγραμμο τραπέζι. Σε µια σύντομη οµιλία µου χαιρέτισα το κείµενο και το χαρακτήρισα «σημαντική στιγµή στην ευρωπαϊκή ιστορία» ένα κοµβικό σημείο όπου η ηγεσία της Ευρώπης καταδεικνύει ότι η δηµοκρατία δεν είναι µια πολυτέλεια την οποία δικαιούνται µόνον οι δανειστές και η οποία αφαιρείται από τους οφειλέτες-ένα σχέδιο ανακοινωθέντος που αντανακλά τη λογική του κοινού τόπου και του κοινού στόχου, ενάντια σε δογµατισµούς που έρχονται σε σύγκρουση µε την οικονομική πραγµατικότητα

Αµέσως μετά ο Γερούν κάλεσε τους υπόλοιπους υπουργούς οικονοµικών να λάβουν τον λόγο. Ούτε µία από τις καρτέλες με τα ονόµατα των κρατών-µελών δε στήθηκε κάθετα στο τραπέζι. Ούτε ένας από τις συνήθως λαλίστατες µαζορέτες του Βόλφγκαvγκ Σόιμπλε δεν τόλμησε να πάρει τον λόγο, να πει κουβέντα! Τεταµένη σιωπή επικράτησε για τουλάχιστον τριάντα ατελείωτα δευτερόλεπτα. Προφανώς τρομοκρατημένοι από τη σκέψη να µιλήσουν είτε υπέρ είτε κατά, στρεφόμενοι είτε κατά της Άνγκελας Μέρκελ (η οποία είχε δώσει εντολή να προχωρήσει το σχέδιο ανακοινωθέντος), είτε κατά του Βόλφγκαvγκ Σόιμπλε (που δε θα συμφωνούσε ποτέ µε την πρόταση να κριθούµε στη βάση νέων κριτηρίων το οποία συνδιαµόρφωσε η κυβέρνηση µας), προτίμησαν να µείνουν σιωπηλοί, κοιτάζοντας πότε το ταβάνι και πότε το κινητό τους. Το δίλλημα τους μάλιστα ενισχύθηκε όταν, δεδοµένης της αναποφασιστικότητας τους να µιλήσουν, πήραν τον λόγο η Κριστίν Λαγκάρντ και ο Μάριο Ντράγκι υποστηρίζοντας, αν και χωρίς ιδιαίτερο ενθουσιασµό, το σχέδιο ανακοινωθέντος. Έτσι, αναγκάστηκε να λάβει τον λόγο, τρέµοντας από θυµό, ο Δρ. Σόϊµπλε ζnτώντας να ξαναγραφτεί το σχέδιο ανακοινωθέντος, ώστε να αναφέρει ρητά τη δέσμευση της Ελλάδας στο Μνηµόνιο (Memοrandum of Understanding, ή MOU, όπως άρεσε στον Σόϊµπλε να το αναφέρει). Ο Γερούν όµως, μετά «πνεύµα» της Μέρκελ να στέκεται αόρατο στο πλάι του, δεν πτοήθηκε.

Το γεγονός ότι ο Βόλφνγανγκ ήταν έξαλλος και αναφανδόν εναντίον του σχεδίου ανακοινωθέντος δεν μπορεί να το αμφισβητήσει, καλή τη πίστει, κανείς από όσους ήταν παρόντες. Κάθε φορά που µιλούσε, και μίλησε πολλές φορές, η φωνή του γινόταν όλο και πιο στριγκή, το ύφος του πιο θυµωµένο, ο λόγος του λιγότερο πειστικός. Στο τέλος έχασα τον λογαριασµό του αριθµού των παρεµβάσεων του πρέπει όµως να ήταν πάνω από είκοσι. Οι µόνοι άλλοι υπουργοί που τόλμησαν να µιλήσουν ήταν η Πορτογαλέζα (μίλησε δις) και ο Ισπανός ομόλογος µου Λουίς Ντε Γκίντος, ο οποίας πρέπει να μίλησε καµιά δεκαριά φορές συντασσόµενος με τον Βόλφγκαvγκ προφανώς λόγω, αφενός, της αγωνίας του μήπως και κερδίσει πόντους ο Σύριζα της Ισπανίας (οι Ποδέµος) στις επερχόµενες εκλογές και, αφετέρου, της φιλοδοξίας του να αντικαταστήσει τον Ντάισελµπλουµ -ελέω Σόιµπλε στην προεδρία του Eurοgrοup τον επόµενο Ιούνιο.

Ικανοποιηµένος απολύτως µε τον ρόλο του παρατηρητή αυτής της σύγκρουσης Mέρκελ και Σόϊµπλε, έστω και απουσία της Γερµανίδας καγκελαρίου, είχα την ευκαιρία να κοιτάζω το κινητό µου και να ανταλλάσσω γραπτά µηνύματα µε τους συντρόφους µου. Η συνεδρίαση είχε ξεκινήσει στις 3.30 µ.µ. Στις 8.30 µ.µ., πέντε ώρες αργότερα, ο Ευκλείδης µου έγραψε ζητώντας εναγωνίως πληροφορίες για το «πώς εξελίσσονται τα πράγµατα»:

«Ταλαντευόμαστε προς επιτυχηµένη ολοκλήρωση; µε ρώτησε αγγλιστί.

«Προς το παρόν ο Βόλφγκαvγκ είναι ανέλπιστα απομονωμένος», απάντησα

«Ο Ντράγκι δεσμεύτηκε να ξεσφίξει τη θηλιά;»

«Όχι γραπτώς. Θα του µιλήσω ξανά µετά».

Ταυτόχρονα άρχισε να µου στέλνει µηνύματα κι ο Αλέξης:

«Τα μέσα αναφέρουν ότι τα πράγµατα βαίνουν καλώς για εµάς. Μείνε ψύχραιµος, υπομονετικός και μην επιτρέψεις αλλαγές στο κείµενο που το δυσχεραίνουν για εμάς »

«Μέχρι τώρα καλά», τον καθησύχασα. «ο Βόλφγκανγκ αποτυγχάνει κατά κράτος να ελέγξει τη διαδικασία», πρόσθεσα.

Στις 8.39 µ.µ. πληροφόρησα τον Ευκλείδη και τον Αλέξη για ένα αναπάντεχο συµβάν: Ο Σόϊµπλε εγκατέλειψε την αίθουσα έξαλλος. Ο Αλέξης δεν το πίστευε. «Μπορούµε να το διαρρεύσουμε;» µε ρώτησε.

Μέχρι να του απαντήσω, ο Βόλφγκανγκ είχε επιστρέψει. Στη διάρκεια σύντομου διαλείµµατος, περνώντας δίπλα του κοντοστάθηκα να του µιλήσω φιλικά, λέγοντας του ότι κατανοούσα την αντίθεση του, αλλά, από την άλλη, µια ενδιάμεση συµφωνία βασισμένη στο συγκεκριµένο σχέδιο ανακοινωθέντος θα ήταν µια καλή ευκαιρία για τις χώρες και των δυο µας να θεμελιώσουμε, από κοινού, τον τερµατισµό του ελληνικού δράµατος. Φάνηκε να εκτιµά την κίνηση µου, αλλά από την έκφραση και τη γλώσσα του σώµατός του ήταν εµφανές ότι ο θυµός του δεν είχε να κάνει ούτε µε την Ελλάδα ούτε µ’ εµένα. Ήταν ο θυµός ενός ισχυρού ανδρός που έχασε τον έλεγχο λόγω αποφάσεων στο Βερολίνο

Στις 8.56 µ.µ. ο Αλέξης µου ζήτησε νέα αναφορά. Τον πληροφόρησα ότι οι Ίβηρες σωματοφύλακες του Σόιµπλε, οι υπουργοί οικονοµικών της Πορτογαλίας και δη της Ισπανίας, συνέχιζαν να υποστηρίζουν τον µοναχικό του αγώνα. Όµως ο Γερούν δεν ενέδιδε στις επιθέσεις τους. «Ο Ολλανδός το πηγαίνει καλά», µήνυσα στον Αλέξη. Στις 9.14 µ.µ. ο Αλέξης µε ρώτησε αν η ισπανογερµανική συμμαχία φαίνεται να απειλεί µε αδιέξοδο τη συνεδρίαση. «Κάνουν ότι µπορούν γι’ αυτό», απάντησα. Μερικά λεπτά της ώρας αργότερα τον πληροφόρησα ότι η Λαγκάρντ ζήτησε τον λόγο. «Το σώζει», ήταν το ενθαρρυντικό µου µήνυµα. Ο Αλέξης ανακουφίστηκε αλλά, όπως κι ο Ευκλείδης, στάθηκε στο θέµα της ρευστότητας. Τι θα γινόταν µε την ασφυξία µας από τον ΕΚΤ; Του απάντησα: ας πάρουµε το ανακοινωθέν αυτό τώρα και την επίσημη συµφωνία επέκτασης της δανειακής σύµβασης. Κατόπιν, στη βάση αυτής της συµφωνίας, θα ήταν ευκολότερο, σε περίπτωση που συνέχιζε να μην επαναφέρει το waiver, να παρουσιάσουµε τον Ντράγκι ως υπονοµευτή των διαπραγµατεύσεων. Ένα ένα τα βήματα, εισηγήθηκα.

Στις 9.28 µ.µ. ο Αλέξης ξαναρώτησε: Ποιά η πιθανότητα αδιεξόδου; Έγιναν αλλαγές στο αρχικό σχέδιο ανακοινωθέντος. Εννιά λεπτά αργότερα ένιωσα πολύ καλά στέλνοντας το µήνυµα: «Κερδίσαµε! Μην το γιορτάσουµε όµως δηµοσίως. Το τελευταίο που θέλουµε είναι να θυµώσουµε κι άλλο τον Βόλφγκαvγκ». Λίγο αργότερο µου έγραψε κι ο Μακρόν. «Είχαµε καλό αποτέλεσµα», τον πληροφόρησα. «Τώρα χρειάζεται να στρωθούμε στη δουλειά. Σε ευχαριστώ για τη συµπαράσταση». Η απάντηση του: «Ας συνεχίσουµε να πολεµάµε» («Let’s keep fighting»).

Καθώς έβγαινα από την αίθουσα, µετά το πέρας της συνεδρίασης, πλησίασα τον Μάριο Ντράγκι για να ολοκληρώσω την κουβέντα που εκείνος ήθελε να αποφύγει. Καθώς στεκόμασταν όρθιοι πάντα από τη συνηθισμένη του θέση, του υπενθύµισα τι µου είχε πει δεκαέξι µέρες νωρίτερα, σε εκείνη την περίεργη τηλεφωνική µας συζήτηση, όταν µου ανακοίνωνε την απόσυρση του waiver, δηλαδή την αποκοπή των ελληνικών τραπεζών από τη ρευστότητα της ΕΚΤ. Είχες δεσμευτεί, του θύµισα, ότι μετά που θα υπάρξει συµφωνία της νέος κυβέρνησης μετά Eurogroup, η ΕΚΤ δε θα είχε πλέον λόγο να παρακρατεί το waiver για τις ελληνικές τράπεζες. Ο Μάριο έδειχνε να µε ακούει προσεκτικά και µε χαµηλή φωνή επανέλαβε πως, πράγµατι, τώρα που υπάρχει συµφωνία σε επίπεδο Eurogroup, το ΔΣ της ΕΚΤ θα συζητούσε το θέµα σύντοµα. Τον πίεσα για τον ορισµό ηµεροµηνίας κατά την οποία οι ελληνικές τράπεζες θα αποκτούσαν ξανά πρόσβαση στη ρευστότητα της Φρανκφούρτης, στο waiver. Ενώ περπατούσαµε προς την έξοδο, µου απάντησε µονολεκτικά: «Σύντοµα». Μερικά βήματα αργότερα γύρισε και µε κουρασμένο ύφος πρόσθεσε «Όχι όµως πριν από την επόµενη Τετάρτη που έχουµε προγροµματισµένη συνάντηση». Για την ώρα ήταν το καλύτερο που μπορούσα να πετύχω.

Κατευθύνθηκα προς την αίθουσα Τύπου για την καθιερωµένη αναμέτρηση µε ορδές δημοσιογράφων απ’ όλο τον κόσµο. Μόνο που αυτή τη φορά κόµιζα τα καλά μαντάτα του λευκού καπνού, ο οποίος σηματοδοτούσε συµφωνία η οποία αναγνώριζε τα βασικά που προσπάθησαν οι δανειστές, αρχής γενοµένης µε τον Ντάισελµπλουµ την 30ή Ιανουαρίου, να µας αρνηθούν. Πριν αρχίσει η συνέντευξη Τύπου, ένα νέο μήνυµα του Αλέξη µε έκανε να νιώσω καλά, αποδεικνύοντας ότι «είχε το µάτι του στην µπάλα» όπως λένε οι Άγγλοι. Μου θύµιζε (λες και το χρειαζόμουν) να τονίσω µπροστά στις κάμερες ότι η φράση «κατάλληλα πλεονάσµατα» σήµανε στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος το πολύ 1,5% του εθνικού εισοδήµατος. Βάλε τέλος σε αυτά που λένε για 3,5%, ήταν η εντολή που µου έδωσε. «Μετά τεραστίας χαράς », σκέφτηκα και αµέσως µετά ξεκίνησα την παρουσίαση µου, και τον διάλογο, µε τους δηµοσιογράφους.

Δύο μήνες αργότερα, θυµάµαι να φεύγω από το γραφείο του Αλέξη στη Bουλή, κατευθυνόμενος προς το υπουργείο µου, ξαναδιαβάζοντας το μήνυµα εκείνο συvτετριµµένος.

`

Μια στιγμή ανακούφισης, χωρίς φως η διάρκεια
454

ήρε τρεις συνεδριάσεις του Eurοgrοup ώστε η Ελλάδα και η Ευρώπη να γυρίσουν σελίδα. Τελικά αποδείξαµε ότι η διαπραγµάτευση απαιτεί συµβιβασµό αλλά και ετοιμότητα να πεις «όχι» σε προτάσεις , υποδείξεις και προσφορές που δεν έχεις το ηθικό δικαίωµα, το πολιτικό δικαίωµα, την εντολή να συμφωνήσεις. Συνδυάσαµε τον ορθολογισµό µε την ιδεολογία, τον σεβασµό στους κανόνες µε τον σεβασµό στη Δηµοκρατία. Σταθήκαµε απέναντι στην άποψη ότι µια βαθιά χρεοκοπημένη χώρα δε δικαιούται εκλογών που µπορούν να αλλάξουν κάτι. Μείναµε ευθυτενείς κάτω από αφόρητη πίεση. Ο αγώνας µας δεν είναι εθνικιστικός, δεν είναι µια λαϊκίστικη καµπάνια υποσχόμενη στον λαό µας οφέλη που βαίνουν εις βάρος των υπόλοιπων λαών της Ευρώπης. Από τον πρώτη μέρα είπαµε ότι δε µας ενδιαφέρει να «ρίξουµε» τους εταίρους µας αλλά µας ενδιαφέρει να προσαρµόσουµε ριζικά τις εφαρµοζόµενες πολιτικές προς το συµφέρον ολόκληρης της Ευρώπης. Απορρίψαµε την ιδέα της διαπραγµάτευσης ως παιγνίου μηδενικού αθροίσματος όπου το όφελος του ενός σήμαινε ζηµία κάποιου άλλου.

Μετά από αυτή την εισαγωγή στη συνέντευξη Τύπου φρόντισα να ευχαριστήσω τον Γερούν για τον τρόπο µε τον οποίο οδήγησε τη συνεδρίαση του Eurοgrοup στην ενδιάµεση συµφωνία-γέφυρα, τονίζοντας ότι είχαµε κατακτήσει την ευκαιρία να στρωθούµε στη δουλειά. Στη διάρκεια του Σαββατοκύριοκου, όπως πληροφόρησα τους εκπροσώπους των µέσων, η οµάδα µου κι εγώ θα εργαζόμασταν 24 ώρες το 24ωρο προετοιµάζοντας τον κατάλογο µεταρρυθµίσεων της κυβέρνησης µας, τον οποίο µόλις είχαµε δεσμευτεί να καταθέσουµε το βράδυ της Δευτέρας 23 Φεβρουαρίου. «Έχουµε µπροστά µας δύσκολο έργο», παραδέχθηκα, «όµως θα εργαστούμε µε χαρά τώρα που µπήκαµε στη νέα σχέση μεταξύ ίσων». Εκµεταλλευόµενοι την ευκαιρία αυτή για να αποδείξουµε πως η επιτυχία περνά μέσα από τη συνεργασία, όχι τον εξαναγκασµό.

Το Σαββατοκύριακο που ερχόταν προμηνυόταν πραγματικά µακρύ και επίπονο. Ναι, είχαµε κερδίσει το δικαίωµα να αντικαταστήσουμε το πιο τοξικό µέρος του μνημονίου µε δικές µας, ριζικά διαφορετικές µεταρρυθµίσεις και πολιτικές. Όµως, αυτό το δικαίωµα δε μεταφραζόταν αυτομάτως σε πρακτικές αλλαγές. Ήταν απλώς ένα αναγκαίο πρώτο βήμα. Η συμφωνηθείσα διαδικασία από εκεί και πέρα θα εξελισσόταν σε τρεις φάσεις:

⦁ Από τη στιγµή που θα κατέθεσα τον κατάλογο µε τις µεταρρυθµίσεις που προτείναµε εµείς, το βράδυ της 23ης Φεβρουαρίου, το πολύ 72 ώρες αργότερα οι τρείς θεσµοί είχαν ένα βράδυ για να αποφανθούν εάν ο εν λόγω κατάλογος ήταν «ικανοποιητικά περιεκτικός» ώστε να αποτελέσει τη βάση για την αξιολόγηση των δράσεών µας στο τέλος Απριλίου και την απαρχή των διαπραγµατεύσεων για τη µετά τον Ιούνιο εποχή.

⦁ Το επόµενο µεσηµέρι, της Τρίτης 24 Φεβρουαρίου, η δεύτερη φάση θα έπαιρνε τη µορφή τηλεδιάσκεψης του Eurogroup. Σε αυτήν υποτίθεται ότι θα µιλούσαν µόνο οι Ντράγκι, Λαγκάρντ και Μοσκοβισί, απαντώντας, εκ µέρους των θεσµών, στο κουτό ερώτηµα («Είναι ο εν λόγω κατάλογος ικανοποιητικά περιεκτικός;» ) σύντομα και, ουσιαστικά, µονολεκτικά; Ναι ή όχι;

⦁ Εφόσον δινόταν θετική απάντηση των θεσµών στην τηλεδιάσκεψη της 24ης Φεβρουαρίου, η τρίτη φάση θα ακολουθούσε στα μέσα Απριλίου, οπότε θα αξιολογούμασταν στο πλαίσιο του κατάλογου µας. Αν «περνούσαµε», η τρόϊκα θα αποδέσµευε τα περίπου 7 δισ. που απέµεναν από το δεύτερο μνημονιακό δάνειο ώστε να αποπληρωθούν το ΔΝΤ και ιδιώτες δανειστές και να καλυφθούν οι λnξιπρόθεσµες οφειλές του Δημοσίου που συσσωρεύονταν λόγω της σχεδιασµένης από την ΕΚΤ ασφυξία µας.

Μόνο µε την ολοκλήρωση της τρίτης φάσης θα άνοιγε ο δρόµος για να διαπραγµατευτούµε το ύψιστο αγαθό για τη χώρα: Το νέο Συµβόλαιο για την Ανάκαµψη και την Ανάπτυξη το Άγιο µας Δισκοπότηρο

Με ρωτούν συχνά αν πίστευα πραγματικά ότι υπήρχε ποτέ σοβαρή πιθανότητα να φτάσουµε στο τέλος αυτού του ναρκοπεδίου, ώστε το Νέο Συµβόλαιο να γίνει πραγµατικότητα. Απαντώ ότι εκείνη η πιθανότητα δεν ήταν ούτε δυνατόν αλλά ούτε και επιθυμητό να υπολογιστεί. Είχαµε εντολή, και υποχρέωση, να δώσουµε στο Eurοgrοup την ευκαιρία να συζητήσει µαζί µας ανθρώπινα, λογικά, τις προτάσεις µας. Η σύγκλιση δεν ήταν παρά µια ευχή, µια προοπτική. Όµως αυτή ήταν η εντολή µας, αυτή ήταν η υπόσχεση µας: να κάνουµε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατόν για µια βιώσιµη συµφωνία εντός της ευρωζώνης.

Από εκείνη την ηµέρα έως και σήµερα δέχοµαι πυρά, εκ δεξιών και εξ ευωνύµων, για τη συµφωνία της 20ης Φεβρουαρίου 2015. Το αντιπολιτευόμενο μνημονιακό µπλοκ ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, στιγματισμένο από τις υπογραφές του στα διάφορα μνημόνια και τις «επικαιροποιήσεις» τους, πάσχιζε να µε παρουσιάσει ως τον υπουργό οικονοµικών που κι αυτός υπέγραψε µνηµόνιο χωρίς όµως, ο «ηλίθιος», να εξασφαλίσει έστω και µία δεκάρα από τα μνημονιακά δάνεια που είχαν εκείνοι λάβει. Το γεγονός ότι είχαµε οδηγήσει σε αδιέξοδο δύο Eurοgrοup κι είχαµε φτάσει στην κόψη του ξυραφιού ώστε να εξοβελιστεί από το κείµενο συµφωνίας η οποιαδήποτε αναφορά στο µνηµόνιο (MοU) φαίνεται τους . διέφυγε. Τίποτα το μη προβλέψιµο ως εδώ.

Αυτό που όµως ήταν λιγότερο προβλέψιµο είναι ότι την ίδια άποψη -πως δηλαδή υπέγραψα, ενστερνίστηκα το µνηµόνιο-είχαν οι συνάδελφοι βουλευτές της Αριστερής Πλατφόρµας του Σύριζα, οι οποίοι μάλιστα μήνες µετά υποστήριζαν ότι για τη συνθηκολόγηση του καλοκαιριού του 2015 δεν έφταιγαν οι χειρισμοί του πολεµικού µας συµβουλίου που ακολούθησαν µετά την 20ή Φεβρουαρίου αλλά έφταιγε η συµφωνία της 20ης Φεβρουαρίου.

Παράλληλα, υπάρχουν κι εκείνοι που θεώρησαν σφάλµα την αναφορά µου στη δημιουργική ασάφεια, λέγοντας ότι η ασάφεια πάντα ωφελεί τους ισχυρούς. Αυτό που όµως αγνοούσαν, η δεν ήθελαν να το αποδεχθούν, ήταν ότι ο Βόλφγκανγκ Σόϊµπλε πάλεψε σαν λιοντάρι μέσα στο συγκεκριµένο Eurοgrοup εναντίον της συµφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου. Αν η δημιουργική ασάφεια του ερχόταν γάντι, καθώς εκείνος αντιπροσώπευε το ισχυρό µέρος, προς τι τέτοιο μένος;

Η απάντηση είναι απλή: Στην προκειμένη περίπτωση η ασάφεια ήταν με το µέρος µας. Και ήταν δημιουργική στο βαθµό που µας επέτρεψε να γίνει αποδεκτή η βασική µας θέση ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση δικαιούνταν να γίνει ο συγγραφέας του κατάλογου των μεταρρυθµίσεων που θα εφαρµόσει. Αν, για να πετύχουμε αυτό τον καίριο στόχο, έπρεπε το ανακοινωθέν του Eurοgrοup να μην αναφερθεί λεπτομερώς σε πολλά ζωτικά ζητήµατα, τα οποία παρέπεµπε στις μελλοντικές διαπραγµατεύσεις, αυτό ήταν απολύτως θεμιτό και από στρατηγικής απόψεως ορθό.

Μια άλλη κριτική ασκήθηκε από τον ίδιο τον Ευκλείδη, παρά το γεγονός ότι συµφωνούσε απολύτως µε τη στρατηγική µας εκείνες τις ηµέρες και µάλιστα µου είχε προτείνει τη χρήση της «δημιουργικής ασάφειας» ως όρου που αποδίδει άψογα την πεμπτουσία του κοινού στόχου µας: Ήταν η κριτική ότι κάναµε λάθος να μην επιµείνουµε να συμπεριληφθεί στο ανακοινωθέν µια δέσμευση της ΕΚΤ να τερµατίσει την ασφυξία, επιστρέφοντας το waiver και επιτρέποντας στις ελληνικές τράπεζες να αγοράσουν έντοκα γραµμάτια του δημοσίου του συνολικού ποσού των 15 δισ., όπως συνέβαινε µέχρι την εκλογή µας (από τα περίπου 9 δισ. που τα είχε κατεβάσει ο Μάριο Ντράγκι). Η κριτική αυτή φαινόταν εύλογη. Προφανώς και θα ήταν καλό να υπάρχει µια τέτοιο δέσμευση της ΕΚΤ στο κείµενο του ανακοινωθέντος. Όµως, υπήρχε εύλογη αιτία που δεν την απαίτησα.

Ως γνωστόν, η ΕΚΤ αρέσκεται να καυχιέται για την ανεξαρτησία της από τις πολιτικές διαδικασίες. Όπως έχω εξηγήσει σε προηγούµενες σελίδες, πρόκειται για υποκρισία ολκής. Όµως, παρά την υποκρισία αυτή, ήµουν σίγουρος ότι ο Μάριο Ντράγκι θα ισχυριζόταν ότι το καταστατικό της ΕΚΤ δεν του επέτρεψε να δεσμευτεί για το παραµικρό που έχει να κάνει µε αποφάσεις του ΔΣ της ΕΚΤ χωρίς τη σύμφωνη γνώµη του ΔΣ της ΕΚΤ. Εν πολλοίς, µια τέτοιο απαίτηση µου θα απορριπτόταν µετά βδελυγµίας από τον Ντράγκι, κάτι που ο Βόλφνγανγκ Σόϊµπλε θα άδραχνε ως θείο δώρο για να «δολοφονήσει» το κοινό ανακοινωθέν που τόσο τον ενοχλούσε. Αναρωτιέµαι πόσο έντονη κριτική θα µου ασκούσαν ο Ευκλείδης και όλοι όσοι έκριναν ως σφάλµα την επιλογή µου να μην απαιτήσω από την ΕΚΤ δέσμευση χαλάρωσης της ρευστότητας εκείνο το βράδυ της 20ης Φεβρουαρίου αν ως απόρροια µιας τέτοιας απαίτησης µου ναυαγούσε η συµφωνία εκείνη και έκλειναν οι τράπεζες πριν παρέλθει ο Φλεβάρης του 2015.

Αυτό που επιβεβαίωσε η καταιγίδα κριτικής την οποία δέχθηκα για τη συµφωνία της 20ης Φεβρουαρίου µετά τη συνθηκολόγηση του καλοκαιριού του 2015 ήταν η πρόβλεψη που είχαµε κάνει µε τη Δανάη τότε, τον Νοέµβρη του 2014, όταν ο Αλέξης µου πρότεινε το Υπουργείο Οικονοµικών: όποιο κι αν ήταν το αίτιο µιας ήττας στα χέρια των δανειστών, η ήττα θα είχε έναν, µοναδικό γονιό: την πάρτη µου.

Ακόµα και σήµερα βρίσκω ενδιαφέρουσα την ανεδαφική αλλά διαδεδομένη άποψη ότι η τελική µας ήττα είχε, κατά κάποιον τρόπο, εγχυθεί στη συµφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, ότι είχε προγραµµατιστεί μέσα σε εκείνο το ανακοινωθέν σαν ένα αλγοριθμικό πρόγραµµα η κάποιο κουρδιστό παιχνίδι που προχωρά ακάθεκτο προς τον γκρεµό από τη στιγµή που θα ενεργοποιηθεί. Στην πραγµατικότητα, η συµφωνία επέκτασης της δανειακής σύµβασης στη βάση του ανακοινωθέντος της 20ης Φεβρουαρίου ήταν η αναγκαία αλλά όχι ικανή συνθήκη για την απόδραση άνευ Grexit από το Μνηµονιστάν.

Για να γίνει και ικανή συνθήκη, ώστε η βιωσιµότητα της Ελλάδας εντός του ευρώ να καταστεί πιθανή, έπρεπε η συµφωνία της 20ης Φεβρουαρίου να είχε συνοδευτεί από την αδιαπραγμάτευτη αποφασιστικότητα του πολεµικού µας συµβουλίου να ενερ-γοποιήσει, πιστά και απαρέγκλιτα, το αρχικό µας σχέδιο μάχης. Απαιτούνταν σταθερότητα στην εφαρµογή του σχεδίου µας για την αποτροπή του κλεισίµατος των τραπεζών και της επιβολής των capital controls . Και για να παραµείνουµε σταθεροί στη στρατηγική µας εκείνη, ήταν απαραίτητο να πιστεύουµε οι ίδιοι ότι το χείριστο αποτέλεσµα θα ήταν να υπογράψουµε ότι -ότι, όπως οι προηγούµενες κυβερνήσεις, µόνο και µόνο για να µείνουν ανοικτές οι µονίµως πτωχευµένες τράπεζες.

Ο συνδυασµός (α) της συµφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου και (β) της αποφασιστικότητας να διακόψουµε τις διαπραγµατεύσεις εάν η τρόϊκα συνέχιζε να απαιτεί συνθηκολόγηση σε ένα πρόγραµµα μη βιώσιµο θα µας εξασφάλιζε µε βεβαιότητα δραπέτευση από το Μνηµονιστάν. Ήταν ο συνδυασµός που µεγιστοποιούσε τις πιθανότητες να εξασφαλιστεί η βιωσιµότητα της κοινωνίας µας εντός της ευρωζώνης µέσω του νέου Συµβολαίου Ελλάδας-ΕΕ που προτείναµε. Από την άλλη, αν αυτό το Συµβόλαιο δε γινόταν πραγµατικότητα, επειδή οι δανειστές προτιµούσαν εµµονικά το Grexit από την αποδοχή της µετριοπαθούς πρότασης µας (κάτι που δεν πίστευα τότε, και δεν πιστεύω ακόµα, ότι θα προτιµούσαν), ένα Grexit, παρά το µέγα κόστος του, θα έβαζε την Ελλάδα στο µονοπάτι της µεσοπρόθεσµης ανάκαµψης. Με τον έναν η µε τον άλλον τρόπο, χωρίς Grexit (όπως πίστευα και ποθούσα) η µε Grexit, αν η τρόϊκα αποφάσιζε να επιµείνει έως το τέλος στο δίληµµα Μνημόνιο η Έξοδος (µε περίπου ένα τρις. ευρώ κόστος για την ευρωζώνη), η Ελλάδα σήµερα θα βρισκόταν σε διαδικασία ανάκαµψης, αντί για τη συνεχιζόμενη σκοτοδίνη, ερημοποίηση και αναξιοπρέπεια.

Στα αεροπλάνο της Aegean από τις Βρυξέλλες για την Αθήνα αρκετές δεκάδες συνταξιδιώτες µου έδειχναν ενθουσιασµένοι με τα νέα, κι ας ανήκαν πολιτικά ως επί το πλείστον στα μνημονιακά κόµματα που µε λοιδορούσαν στην πλειονότητα τους υπάλληλοι αποσπασµένοι στην ΕΕ που επέστρεφαν στην πατρίδα για το Σαββατοκύριακο. Είχαµε σταθεί αντιµέτωποι µε την τρόϊκα και επιστρέφαµε µε µια συµφωνία που ο Γερµανός υπουργός οικονοµικών έβαλε το δυνατά του να την αποτρέψει. Όµως, παρά την ευχάριστη ατµόσφαιρα στην καµπίνα του αεροπλάνου και την πολύ βαριά από την καταλυτική νύστα βλέφαρά µου, ένα αναπάντητο ερώτημα δε µε άφηνε να ησυχάσω: Θα στεκόταν στο ύψος των περιστάσεων το πολεµικό µας συµβούλιο; θα ενεργοποιούσε το σχέδιο αποτροπής των δανειστών που ήταν απαραίτητο για να αποφύγουμε το κλείσιμο των τραπεζών και τη σταδιακή μας καθίζηση στα τέλη Ιουνίου, οπότε θα έληγε η νέα επέκταση;

Πίσω στην Αθήνα έλαβα μήνυμα από τον Νόρμαν Λάμοντ «Βρήκα διασκεδαστική την κριτική που σου άσκησε ο Economist επειδή είπες ότι η Ελλάδα είναι χρεοκοπημένη», μου έγραψε. Αυτό που διασκέδασε τον Νόρμαν ήταν ότι, λέγοντας ότι η Ελλάδα είναι χρεοκοπημένη, ουσιαστικά αναδείκνυα το γεγονός ότι επί συναπτά έτη, η ΕΚΤ παραβίαζε τα καταστατικό της δανείζοντας χρεοκο-πημένες τράπεζες και κράτη. Στο μήνυμά του με «καθησύχασε» ότι η κατηγορία του περιοδικού Economist προέκυψε από συμμάχους της ΕΚΤ οι οποίοι, αντίθετα από τον Νόρμαν, δε διασκέδασαν καθόλου με την «αποκάλυψη» εκείνη και, γι’ αυτό, ενεργοποίησαν τα φιλικά προς ιδιώτες ΜΜΕ εναντίον μου. Το ανησυχητικό, βέβαια, ήταν ότι οι διαρροές ξεκίνησαν από την ΕΚΤ μετά την 20ή Φεβρουαρίου, προϊδεάζοντας με ότι ο Ντράγκι δε σκόπευε να χαλαρώσει τη θηλιά γύρω από τον λαιμό του κράτους μας. Το γεγονός αυτό μου επιβεβαίωσε ότι, αν δεν ήμασταν διατεθειμένοι να προβούμε σε στάση πληρωμών προς το ΔΝΤ και την ΕΚΤ, να κουρέψουμε μονομερώς τα ομόλογα SMP της ΕΚΤ και να ενεργοποιήσουµε το παράλληλο σύστημα πληρωμών, οι δανειστές δε θα τιμούσαν ποτέ ούτε το γράμμα ούτε βεβαία το πνεύμα της συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου.

Στο ίδιο μέιλ ο Νόρμαν μοιράστηκε μαζί μου την οπτική του για τα γεγονότα των τελευταίων ημερών:

Φαίνεσαι αντιμέτωπος µε ισχυρούς αντίθετους ανέµους (σαν τον Οδυσσέα) αλλά, παρ’ όλα αυτά, καταφέρνεις και προχωράς µπροστά, κόντρα στην παλίρροια. Φαντάζομαι πως το Μέγα Βραβείο αφορά εκείνο που θα πετύχεις µετά από τέσσερις µηνές, ακόµα κι αν συμβιβαστείς κάπως βραχυπρόθεσµα µε τις «διορθωτικές µεταρρυθµίσεις» µια φράση που όλοι χρησιµοποιούν αλλά κανείς δε γνωρίζει τι σηµαίνει. Τέλος πάντων ,ότι κι αν αυτό σηµαίνει, νοµίζω ότι προς το παρόν είσαι µπροστά σε πόντους στον αγώνα σου εναντίον του αντιπαθούς Σόϊµπλε .

Για το γεγονός ότι ο Βόλφγκαvγκ ήταν έξαλλος με τέτοιου είδους εκτιμήσεις και δη από συντηρητικούς πολιτικούς όπως ο Νόρμαν Λάμοντ, δεν είχα καμία αμφιβολία. Ότι θα ανταπέδιδε με κάποιον τρόπο το χτύπημα της 20ης Φεβρουαρίου το γνώριζα. Εκείνο που δε φανταζόμουν ήταν ότι το μαχαίρι θα κτύπαγε μέσα στο ίδιο μου το υπουργείο και, μάλιστα πολύ σύντομα, εντός του πολεμικού μας συμβουλίου στο ίδιο ακριβώς γραφείο του Μαξίμου όπου ο Αλέξης, την ημέρα της ορκωμοσίας μας, με είχε συγκινήσει τόσο.

`

`

 


Τι θα μπορούσα να είχα κάνει διαφορετικά; Οι εκ των υστέρων διαπιστώσεις θολώνουν την ιστορία και βασανίζουν το μυαλό με στείρες υποθετικές προτάσεις. Ένα πράγμα ξέρω μόνο: Αν, προτού μπω στην τηλεδιάσκεψη του Eurogroup την 24η Φεβρουαρίου, είχα ρίξει έστω και μια ματιά στην άβυσσο των ματιών του Αλέξη την ώρα που μου δικαιολογούσε την αποστασία του Χουλιαράκη τρεις μέρες αργότερα, σίγουρα  θα  είχα   αποσυρθεί  από   την  παρωδία-διαπραγμάτευση εκείνη τη στιγμή. Ο μόνος λόγος που δεν το έκανα ήταν n πίστη πως μπορούσα να βασιστώ στον Αλέξη οτι θα πυροδοτούσε τη ρήξη σε ένα μεταγενέστερο στάδιο, αν χρειαζόταν, που θα το είχαμε συμφωνήσει από κοινού και εν ψυχρώ. Εκείνn n πεποίθηση εξανεμίστηκε όταν δικαιολόγησε την εξωφρενική απειλή του Χουλιαράκn να δουλέψει για τον Στουρνάρα…


 

`

(10 από 17)

</span>
<p style="text-align:center;"><strong><span style="font-size:27pt;font-family:'Times New Roman', 'serif';background:red none repeat scroll 0 0;color:#ffffff;">ΟΙ ΜΑΣΚΕΣ ΕΠΕΣΑΝ
</span></strong></p>
<span style="color:#ffffff;">

</span>
<span style="font-size:17pt;font-family:'Times New Roman', 'serif';background:Gold;">«Δε σ' το 'λεγα εδώ και βδοµάδες;» µου είπε ο Βασίλης Καφούρος κουνώντας το κεφάλι. Τηλεφώνησα πρώτα στον Δραγασάκη.«Ο Δραγασάκης σ'την έχει στηµένη σε κάθε γωνία. Ακόµα και σήµερα το πρωί οι άνθρωποί του ενημέρωναν τους δηµοσιογράφους οτι είσαι πιασµένος στο δόκανο της τρόικας». Δεν ήµουν σίγουρος, καθώς δεν ήταν απίθανο όντως το µέιλ Βίζερ να χάθηκε στο δάσος µηνυµάτων που λάµβανε n αντιπροεδρία. Ακόµα και αλήθεια να ήταν όµως, δεν είχα αποδείξεις για να κατηγορήσω τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης για συνειδητή υπονόμευση. </span>

`

`

ηγαίνοντας από το αεροδρόµιο στη Boυλή, όπου το υπουργικό συµβούλιο ανακουφισµένο συζητούσε ήδη τη συµφωνία του Eurogroup, από το κινητό µου τηλέφωνο δεχόµουν ισάριθµες επευφηµίες και επικρίσεις. Ο Τζεφ Σακς µε µέιλ του µε επαινούσε που πέτυχα «…περίοδο 120 ημερών για να σκεφτούμε και να εμπνευστούµε µαζί. µια ιστορική ρήξη που διέλυσε όλους τους κανόνες της από πάνω προς τα κάτω, αυταρχικής διοίκησης της ευρωζώνης. εύγε!» Όµως, δύο φυσιογνωµίες της Αριστεράς υπό τη σκιά των οποίων µεγάλωσα, και των οποίων η γνώµη µέτραγε µέσα µου περισσότερο από αυτήν οποιουδήποτε «Αµερικανού φίλου», ο Μανώλης Γλέζος κι ο Miκης Θεοδωράκης, καταδίκασαν τη συµφωνία. Όλοι τους είχαν δίκιο. Ήταν µεν µια ιστορική ρήξη για το δεδοµένα της ευρωζώνης, αλλά θα έφερνε ήττα και ταπείνωση αν δεν ήμασταν προσεκτικοί και ενωµένοι.

Αργότερα εκείνο το Σάββατο της 21ης Φεβρουαρίου επέστρεψα στο υπουργείο για να επεξεργαστώ τον κατάλογο των µεταρρυθµίσεων που θα προτείναµε σε αντικατάσταση του µνημονίου. Η καπιτονέ πόρτα του γραφείου έκλεισε πίσω µου µε δύναµη κι εγώ στρώθηκα στη δουλειά. Η απoστολή µου ήταν να εξοβελίσω τις τοξικές δεσµεύσεις του µνημονίου -τη «σωρεία ασκηµιών », όπως άρεσε σε κάποιους της οµάδας µου να τις αποκαλούν -που συνωστίζονταν στο 30% του µνηµονίου. Ήταν οι διατάξεις και τα µέτρο που ωθούσαν σε µεγαλύτερη λιτότητα, εντατικοποίηση του τοξικού πολέµου εναντίον των πιο αδύναµων και περαιτέρω εκχώρηση της κυριαρχίας του ελληνικού κράτους στους δανειστές. Έπρεπε να τις αντικαταστήσω µε νέες διατάξεις, στόχους και προτάσεις πολιτικής.

Σκοπός µου ήταν να διατυπωθούν µε τέτοιον τρόπο ώστε, από τη µία, να δοθεί στην τρόικα n ευκαιρία να τις αποδεχθεί ενώ, από την άλλη, να ανοίγουν την πόρτα για την υλοποίηση πραγματικά θεραπευτικών µέτρων. Θεωρητικά είχα 48 ώρες για να ολοκληρώσω το έγγραφο.Στην πραγµατικότητα, µε τόσα άλλα θέµατα να µε πιέζουν είχα πολύ λιγότερο χρόνο στη διάθεσή µου.

Με το που θα υποβάλλαμε τις προτάσεις µας το βράδυ της Δευτέρας, ο Μάριο Ντράγκι, n Κρίσιν Λαγκαρντ και ο Πιερ Μοσκοβισί θα έπρεπε, έως το επόμενο πρωί, να τις αξιολογήσουν, πριν από την τηλεδιάσκεψη του Eurogroup που είχε προγραµµατιστεί για την Τρίτη το απόγευµα. Δεν υπήρχε περιθώριο για υπεκφυγές. Αυτοί οι τρεις θα αποφαίνονταν για τον κατάλογο των μεταρρυθμιστικών µέτρων που θα τους έστελνε, είτε δίνοντας το πράσινο φως είτε βγάζοντας κόκκινη κάρτα, µε τη γνώµη των υπουργών να µην παίζει κανέναν ρόλο τουλάχιστον στην τηλεδιάσκεψη εκείνης της Τρίτης.

Μια απορριπτική εισήγηση στην τηλεδιάσκεψη θα σήμαινε αυτόµατη ρήξη. Όλα όσα είχαµε µε κόπο καταφέρει τις προnγούµενες εβδομάδες για την οικοδόμηση της γέφυρας θα εξανεµίζονταν, οι τράπεζες θα έκλειναν και n στρατηγική της ασυμβίβαστης μετριοπάθειας θα είχε εξοκείλει. Ήταν σημαντικό να είµαι αρκετά προϊδεασµένος πριν από τη Δευτέρα το βράδυ για το αν ο κατάλογος µου µε τις μεταρρυθμιστικές προτάσεις µας θα απορριπτόταν ή όχι. εάν το αδιέξοδο φαινόταν αναπόφευκτο, τότε δε θα προχωρούσα καν στην αποστολή του καταλόγου µου. Αντ’ αυτού θα διοργάνωνα συνέντευξη Τύπου όπου θα ανακοίνωνα και θα εξηγούσα τους λόγους της αποτυχίας των διαπραγματεύσεων, χαιρετίζοντας ταυτόχρονα το ένστικτο παλαιών µαχητών όπως ο Γλέζος και ο Θεοδωράκης. Όµως, ήταν εξίσου σημαντικό να αποφύγουμε ένα αδιέξοδο λόγω ήσσονος σημασίας διαφωνιών που θα µπορούσαν να ξεπεραστούν, τουλάχιστον σε εκείνη τη φάση.

Για να αφουγκράζοµαι την πιθανή αντίδραση των πιστωτών στις προτάσεις µου, έπρεπε να διατηρήσω ανοιχτή γραµµή επικοινωνίας µαζί τους. Έτσι, άφησα πίσω στις Βρυξέλλες τον εκπρόσωπό µου στο Eurogroup Working Group Γιώργο Χουλιαράκη. Η αποστολή του ήταν να εκµαιεύσει από τους τροϊκανούς τις δικές τους κόκκινες γραµµές, να ελέγξει τις αντιδράσεις τους στις δικές µας και, τέλος, να µε προειδοποιήσει: πριν από το βράδυ της Δευτέρας στην περίπτωση που προδιαγραφόταν αδιέξοδο.

Ολόκληρο εκείνο το σαββατόβραδο το πέρασα µόνος στο γραφείο µου, δουλεύοντας ξανά και ξανά όσον αφορά τον κατάλογο μεταρρυθμιστικών προτάσεων. Δεν ήταν ένας απλός τεχνοκρατικός κατάλογος, άσχετα από τη γλώσσα στην οποία γραφόταν, που όντως ήταν εκείνη των δήθεν τεχνοκρατών. Ήταν περισσότερο ένα σχέδιο απόδρασης το οποίο n φυλακισµένη χώρα µας θα παρουσίαζε στους δεσµώτες της. Ξεκίνησα µε την τέταρτη και τελευταίο ενότητα, στην οποία είχα δώσει τον τίτλο «Ανθρωπιστική κρίση», επέλεξα αυτό τον τίτλο ως λυδία λίθο. Ο Γερούν Ντάισελµπλουµ, στο πρώτο µου Eurogroup, είχε αρνηθεί να συμπεριληφθεί n φράση εκείνη στο κοινό ανακοινωθέν, χαρακτηρίζοντας την «πολύ πολιτική». εάν n τηλεδιάσκεψη της Τρίτης απέρριπτε τη λίστα µου εξαιτίας αυτής της ενότητας , ήξερα τι έπρεπε να κάνω: να ανακοινώσω το τέλος των διαπραγματεύσεων στο επίπεδο του Eurogroup, να πατήσω το κουµπί Off στη συσκευή της τηλεδιάσκεψης και να ζητήσω από τον Αλέξη να εφαρμόσει το σχέδιο αποτροπής.

`
Η γράμμα λευκό φοντο γαλάζιο-1 πρόκληση ήταν να επιτευχθεί σε ολόκληρο το κείµενο n σωστή ισορροπία µεταξύ του ασαφούς και του συγκεκριµένου αλλά, παρά το γεγονός οτι ήµουν εσκεμμένα ασαφής σε πολλά σημεία του κειμένου, n τελευταίο αναφορά σε αυτή την τελευταίο ενότητα ήταν επίτηδες σαφέστατη. Εξέφραζε τη φιλοδοξία να δεσµεύσει την ελληνική κυβέρνηση και το σφόδρα αντιτιθέµενο Eurogroup για την παροχή προπληρωμένης χρεωστικής κάρτας που δε θα στιγμάτιζε τις φτωχές οικογένειες, αλλά θα τις βοηθούσε να καλύψουν τις ανάγκες τους σε τρόφιµα, στέγη, ιατρική φροντίδα και ηλεκτρικό ρεύµα.

Με τον ολοκλήρωση της τελικής ενότητας άρχισα να αφαιρώ εκείνα το κοµµάτια του µνημονίου που στρέφονταν εναντίον βασικών δικαιωμάτων των πιο αδύναµων πολιτών αλλά και ενός κράτους που, µε καταρρακωμένη την κυριαρχία του, θύµιζε πια «ελβετικό τυρί» βλ. σελ 267. Στη θέση τους εισήγαγα την απαγόρευση των εξώσεων από την κύρια κατοικία· την επαναδιατύπωση των κριτηρίων για τις ιδιωτικοποιήσεις ώστε να συµπεριλάβουν ελάχιστα επίπεδα επενδύσεων, πρότυπα περιβαλλοντικής προστασίας, εργασιακά δικαιώµατα και (τις απόψεις των τοπικών κοινοτήτων): τη σύσταση επενδυτικής-αναπτυξιακής τράπεζας για την αξιοποίηση της δnµόσιας περιουσίας (και τη διανομή µέρους των κερδών στα χειμαζόμενα συνταξιοδοτικά ταµεία) την αναστολή των µειώσεων στις επικουρικές συντάξεις που είχαν ήδη συμφωνηθεί από την κυβέρνηση Σαµαρά,· την επιβεβαίωση της δέσμευσης µας να αποκαταστήσουμε το δικαίωµα της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης και τις συλλογικές διαπραγματεύσεις, τη δέσμευση ότι ο βασικός µισθός των δημοσίων υπαλλήλων δε θα µειωθεί περαιτέρω κοκ.

Σε αντάλλαγμα θα άφnνα άθικτο µεγάλο µέρος των «προαπαιτούμενων µέτρων» του µνnµονίου. Μερικά ήταν απεχθή, κάποια κακά, λίγα ήταν καλά. Αλλά αυτό υπαγόρευε το πνεύµα του συµβιβασµού. Στην τελική συζήτησn του Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου ο Ντάισελµπλουµ είχε διευκρινίσει ότι ο κατάλογος µου θα έπρεπε να περιλαμβάνει: «ευρείες αλλά επιφανειακές» µεταρρυθµίσεις , που θα καταλάμβαναν περίπου τρεις σελίδες. Τελικά τους έστειλα πέντε.

`
Συνεργασία µε τον εχθρό

Τ γραμμα Λευκό Φο Γαλάζιοηv Κυριακή ο Γιώργος Χουλιαράκης επέστρεψε από (τις Βρυξέλλες φέρνοντας νέα. Είχε συνομιλήσει µε τον βασικό εκπρόσωπο της ευρωπαϊκής επιτροπής στην τρόικα, τον Ντέκλαν Κοστέλο, ο οποίος, σύµφωνα µε τον Χουλιαράκn, ήταν θετικός και πρόθυµος να περάσουµε τη δοκιµασία της Τρίτης. Τον ρώτησα αν είχε δείξει στον Κοστέλο το προκαταρκτικό σχέδιό µου. Το είχε δείξει και n ανταπόκριση ήταν καλή, όµως ο Κοστέλο ήθελε να προσαρμόσουμε τη λίστα στη φρασεολογία και στη δοµή των κειµένων της τρόικας. «είναι ευχαριστημένοι µε το περιεχόμενο αλλά επιμένουν να διατηρήσουν τη δική τους φόρµα», µου ανέφερε. Μου ζήτnσε να τον αφήσω να πάει στο γραφείο του, να φρεσκαρισθεί και να ετοιμάσει την εκδοχή του κατάλογου µου εκφρασµένη στη γλώσσα της τρόικας που συνιστούσε ο Κοστέλο. Μου φάνηκε καλή ιδέα. Το να διατηρήσουμε τον ξύλινο τροϊκανικό λόγο, ως αντίτιµο της απαλλαγής από το απεχθές µέρος του µνημονίου, ήταν κάτι που δεν υπερέβαινε τις κόκκινες γραµµές µου.

Οταν ο Γιώργος επέστρεψε, µου έφερε ένα αποκαρδιωτικό κείµενο. Η γλώσσα του ήταν σαφώς µνημονιακή αλλά οι παρεµβάσεις που υποτίθετο ότι αντικατόπτριζαν το αρχικό σχέδιό µου ήταν είτε απούσες. είτε απαράδεκτα αποδυναµωµένες. Έτσι, τράβηξα µια καρέκλα και κάλεσα τον Γιώργο να καθίσει δίπλα µου, καθώς επεξεργαζόµουν το κείµενο του. Ήταν µια δύσκολη συνεργασία. Προσπαθήσαμε φιλότιµα να συνεργαστούµε, µε κάποια επιτυχία. Ήταν όµως σαφές οτι βρισκόµασταν σε διαφορετικά µήκη κύµατος αναλυτικά, πολιτικά, πολιτισμικά. Για τον Γιώργο ο κατάλογος, και n έγκριση του από τους δανειστές, ήταν αυτοσκοπός. Για µένα ήταν ένα µόνο σκαλοπάτι γι’ αυτό που θα ακολουθούσε αφού συµφωνούσαµε στον κατάλογο των μεταρρυθμίσεων: την εμπροσθοβαρή αναδιάρθρωση του χρέους. Χωρίς αναδιάρθρωση του χρέους ο μεταρρυθμιστικός µου κατάλογος -στην πραγµατικότητα, οποιαδήποτε μεταρρυθμιστική ατζέντα έπαυε να έχει νόημα, καθώς ένα μονίµως χρεοκοπημένο κράτος είναι µονίµως µη μεταρρυθµίσιµο. Καµία χώρα µονίµως παγιδευµένη σε σπείρα χρέους-αποπλnθωρισµού δε δύναται να εφαρµόσει, n να επωφεληθεί από, μεταρρυθµίσεις όσο καλά σκεδιασμένες και αν είναι. Όπως έβλεπα τα πράγµατα από το 2010, και εξακολουθώ να το βλέπω και σήµερα, n αναδιάρθρωση είναι αναγκαία συνθήκη ανάκαµψης που, βέβαια, για να γίνει και ικανή, απαιτούνται οι κατάλληλες μεταρρυθµιστικές τοµές.

Σε αναλυτικό επίπεδο, οι διαφορές µας µε τον Γιώργο γίνονταν επίσης όλο και πιο ορατές. Όσο περισσότερο συζητούσαµε για τη δημοσιονοµική πολιτική τόσο περισσότερο µε ξένιζε η ανοχή του Γιώργου προς τα γελοία µακροοικονοµικά μοντέλα της τρόικας, ανοχή που θεωρούσα οτι οδηγούσε σε ανησυχητικά χαλαρή στάση απέναντι στους καταστροφικούς δημοσιονομικούς στόχους των δανειστών.

Επρόκειτο για κάτι παραπάνω από εύλογες διαφωνίες μεταξύ του υπουργού Οικονοµικών και του προέδρου του ΣΟΕ (Συµβουλίου Οικονοµικών Εµπειρογνωµόνων), ο οποίος πρέπει να είναι το δεξί χέρι του υπουργού και ο οποίος, υποτίθεται, διοικεί την οµάδα οικονοµικών αναλυτών του υπουργείου που παράγουν τους απαραίτητους υπολογισµούς για λογαριασµό του υπουργού, δίνοντάς του τη δύναµη να παλεύει για τη χώρα σε κρίσιµα φόρα. Εδώ όµως επρόκειτο για βασικές, καίριες διαφωνίες σε όλα τα επίπεδα: µακροοικονοµικής θεωρίας, οικονοµετρικών προσεγγίσεων και, βέβαια, πολιτικών εκτιμήσεων για το ποιός έπρεπε να είναι ο στόχος (κι όχι απλώς τα µέσα για την επίτευξη του). Αυτό δεν ήταν λάθος του Γιώργου. Ήταν δικό µου, επειδή δεν είχα θέσει ως πρώτη προτεραιότητα µου να απαιτήσω από τον Αλέξη και τον Δραγασάκη έναν άνθρωπο γι’ αυτή τη σηµαντική θέση µε τον οποίο να µοιραζόµαστε βασικές αναλυτικές και πολιτικές προσεγγίσεις. Παρ’ όλα αυτά, είχαµε µια επείγουσα δουλειά να κάνουµε και έπρεπε να την ολοκληρώσουμε. Για πολλές ώρες καθόμασταν ο ένας δίπλα στον άλλο και κάναµε το καλύτερο δυνατό.

Χρnσιµοποιώντας τον φορητό υπολογιστή µου αναδιαµόρφωσα το γραµµένο στο πρόγραµµα Word κείµενο του Χουλιάρακη µέχρις ότου και οι δύο να είµαστε ικανοποιημένοι. Αµέσως µετά τις 9 το βράδυ της Κυριακής το στείλαµε στον Κοστέλλο για να δούµε την αντίδρασή του. Η απάντηση έφτασε µετά από τρεις ώρες και κάτι. Ευτυχώς , n ρήξη δεν είχε έρθει ακόµα. Προς έκπλnξn µου, ο Κοστέλλο δεν πρόβαλε αντιρρήσεις για την ενότητα µε τίτλο «Ανθρωπιστική κρίση». Πράγµατι, δεν την ανέφερε καν, επιλέγοντας αντί αυτού να εκφράσει αντιρρήσεις σε «δύο άλλα σημεία, όπου το κείµενο θα προκαλούσε µείζονα προβλήματα»: τις εξώσεις και τις ιδιωτικοποιήσεις .

Οποιοδήποτε µορατόριουµ στην έξωση οικογενειών από την κύρια κατοικία τους προκαλούσε µεγάλες αντιδράσεις στην τρόικα. Είχαν υποσχεθεί στους τραπεζίτες ότι θα ήταν ελεύθεροι να κατάσχουν και να δημοπρατούν όλες τις κατοικίες, µικρές και µεγάλες, πρώτες n δεύτερες. Απαιτούσαν την εκκαθάριση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών µε λnξιπρόθεσµες οφειλές, δίνοντάς τους ως αντάλλαγµα λίγες εκατοντάδες ευρώ κάθε µήνα, για να µπορέσουν να σταθούν πάνω από τη χωματερή ψυχών στην οποία µαράζωναν ο Λάµπρος και τόσοι άλλοι (ως λεγόµενο «ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα»).

Παρόλο που ο Κοστέλλο δεν µπορούσε να γνωρίζει (ούτε και θα τον ένοιαζε) τον όρκο που είχα δώσει στον Λάµπρο, ήταν αρκετά έξυπνος για να συνειδητοποιήσει: ότι δε θα µπορούσα να αποδεκτώ τις απαιτήσεις των τραπεζιτών τις οποίες ενστερνίζονταν η τρόικα. Έτσι, πρότεινε «κάπως διαφορετική φρασεολογία», όπως το έθεσε. Πώς θα µου φαινόταν, π.χ., αν αναφέραµε ότι η κυβέρνηση δεσμευόταν να «αποτρέψει» τις εξώσεις, χωρίς την αναφορά σε ένα µορατόριουµ σε αυτό το στάδιο; Ο Χουλιαράκης το θεώρησε λογική παραχώρηση µπροστά στο συνολικό διακύβευµα. Συμφώνησα.

Στις ιδιωτικοποιήσεις, ο Κοστέλλο µε πίεσε σε δύο µέτωπα. Πρώτον, ζήτησε να µην ακυρώσουµε καµία ιδιωτικοποίηση της προnγούµενης κυβέρνnσης και να επιτρέψουµε τη συνέχιση των ιδιωτικοποιήσεων σε περιπτώσεις όπου είχε ήδη αρχίσει n διαδικασία υποβολής προσφορών. Σε αυτό το σημείο συμφώνησα να µην ακυρώσουµε τις διαδικασίες ιδιωτικοποίησης που ήταν σε εξέλιξη, ξεκαθαρίζοντας όµως ότι n Δικαιοσύνη θα αποφάσιζε αν έπρεπε µια ιδιωτικοποίηση να ακυρωθεί ως παράνοµη n αντισυνταγματική γνωρίζοντας ότι οι ‘Έλληνες δικαστές επιθυμούσαν έντονα να αποκατασταθούν οι συνταγματικές τους εξουσίες πρώτη φορά µετά το 2010.

Δεύτερον, n τρόικα ήταν κάθετα αντίθετη στην πρόταση µου για νέα δημόσια αναπτυξιακή τράπεζα, που θα χρησιμοποιούσε τα δημόσια περιουσιακά στοιχεία ως εχέγγυα για τη δημιουργία επενδύσεων και n οποία θα µoιραζόταν τα κέρδη µε τα ασφαλιστικά ταμεία που αιµορραγούσαν. Η διπλωματική λύση που πρότεινε ο Κοστέλλο ήταν να αφήσω αυτή την πρόταση εκτός κατάλογου, «καθώς θα χρειαστούν αρκετοί µήνες για να αναπτυχθεί n ιδέα και δεν είναι κάτι που πρέπει να συζητηθεί n να διευθετηθεί στο άµεσο µέλλον. Ήταν άλλη µία παραχώρηση που συμφώνησα να κάνω, έχοντας κατά νου να τοποθετήσω την πρόωση για αναπτυξιακή τράπεζα στην κορυφή των προτεραιοτήτων µου από τον Απρίλιο και µετά.

`
Ύστερο από µερικές ώρες ύπνου στον κόκκινο καναπέ του γραφείου µου ξεκίνησα µαραθώνιο συνεννοήσεων. Αφού εξασφάλισα την έγκριση του Αλέξη και των συναδέλφων µου στο πολεµικό συµβούλιο, άρχισα να συνοµιλώ µε ευρύτερο κύκλο κυβερνητικών στελεχών. Ο καθένας τους διατύπωσε µε σθένος τη θέση του για το ένα ή το άλλο µέτρο ή διάταξη στον κατάλογο µου, ενώ οι ισχυρότερες αντιδράσεις προήρθαν, όπως ήταν φυσικό, από συντρόφους της Αριστερής Πλατφόρµας. Από τη σκοπιά τους οι διαπραγματεύσεις µας µε τους πιστωτές αποτελούσαν µια κατά βάσιν εσφαλµένη προσέγγιση, ενώ οι διατυπώσεις του καταλόγου µου στη γλώσσα της τρόικας άγγιζαν, ίσως και να ξεπερνούσαν, το όριο της προδοσίας.

Οι θέσεις αυτές αντανακλούσαν την άποψη τους πως ο στόχος µας θα έπρεπε να είναι το Grexit-µια γραµµή µε την οποία διαφωνούσα στρατηγικά και n οποία ερχόταν σε αντίθεση µε την εντολή που µας είχε δοθεί από το εκλογικό σώµα. Παρά τις αντιρρήσεις, µέχρι το απόγευµα της Δευτέρας 23 Φεβρουάριου είχαµε πετύχει µια περίεργη συναίνεση: οι του πολεµικού συµβουλίου, γύρω από τον Αλέξη, συμφωνήσαμε να στείλουµε τον κατάλογο που ετοίµασα στους δανειστές, ενώ οι διαφωνούντες έδειχναν να µην ασκούν µεν βέτο αλλά, παράλληλα, να ετοιμάζονταν: να µας πουν, κάποια στιγµή, όταν θα ερχόταν το αδιέξοδο: «εµείς σας το λέγαµε!»


Τ γραμμα Λευκό Φο Γαλάζιοότε, περίπου, έλαβα τρία ξεχωριστά µέιλ από αξιωματούχους της τρόικας που «συνιστούσαν» να επανεντάξω στο κείµενο τα τμήματα του µνημονίου που είχα εξοβελίσει. Καθένα από αυτά το είχαν γράψει, σε αντίθεση µε αυτό του Κοστέλλο, υπό προσωπική, και όχι θεσµική, ιδιότητα: ως «φίλοι» που ήθελαν να αποτρέψουν το «αδιέξοδο». Απάντησα στον καθένα χωρίς περιστροφές ότι: δεν ήµουν διατεθειμένος να επαναφέρω τα τοξικά µέτρα που ούτε καν ο Κοστέλλο δεν είχε απαιτήσει. Τους πρότεινα, εάν είχαν ισχυρές ενστάσεις να συµβουλεύσουν τους προϊσταµένους τους (Λαγκάρντ, Μοσκοβισί και Ντράγκι) να απορρίψουν τον κατάλογο των µεταρρυθµίσεων κατά την τηλεδιάσκεψη της επόµενης nµέρας. Υποχώρησαν, συμφωνώντας ανεπίσημα µε τον κατάλογο που είχαν λάβει τη Δευτέρα το απόγευµα. Όµως, η υποχώρηση τους, και το πράσινο φως να προχωρήσω, έφτασε στο µέιλ µου αργά το βράδυ, λίγο µετά τα μεσάνυκτα. Κι αυτό είχε σημασία.

Δεν µπορώ να αποδείξω αν το καθυστερημένο πράσινο φως τους ήταν µια τακτική καθυστέρησης. Πάντως, αυτό που ξέρω είναι οτι και οι τρεις «συνοµιλητές» έστειλαν, σαν να ήταν πλήρως συντονισμένοι, την απάντηση τους σχεδόν την ίδια ώρα, λίγα λεπτά µετά τα μεσάνυκτα, γνωρίζοντας οτι δε θα απέστελλα τον κατάλογο µου πριν µου απαντήσουν. Μόλις έλαβα τις απαντήσεις τους, ακριβώς δεκατρία λεπτά µετά τα µεσάνυχτά της Δευτέρας προς Τρίτη, ο κατάλογος µου είχε σταλεί στον Κοστέλλο και στους οµολόγους του στην ΕΚΤ και στο ΔΝΤ. Οι κύνες της προπαγάνδας, την επόµενη µέρα, θα χρησιμοποιούσαν αυτή τη δεκατριάλεπτη «καθυστέρηση» για να υφάνουν πnχυαίους τίτλους όπως «Ο ΒΑΡΟΥΦΑΚΗΣ ΕΧΑΣΕ ΤΗΝ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΤΗΣ ΛΙΣΤΑΣ ΤΩΝ». Ακόµη µία εξαιρετική προσπάθεια να µε παρουσιάσουν ως ανίκανο, βραδυπορούντα και ανοργάνωτο.

Το ενδιαφέρον µέρος της τακτικής τους ήταν ότι: µου ήταν αδύνατον να αποκρούσω τη γελοία κατηγορία χωρίς να αποκαλύψω οτι διαπραγματευόμουν σιωπηλά µε τους πιστωτές της Ελλάδας όλο το προηγούμενο Σαββατοκύριακο πριν από την επίσημη υπoβoλή του κατάλογου. Σε σχέση όµως µε άλλες ψευδείς κατηγορίες που εκτοξεύονταν εναντίον µου εκείνη την περίοδο, οι συγκεκριµένες δεν αποτελούσαν ούτε καν πταίσματα.

Την Τρίτη το πρωί, όσο περίµενα την κρίσιµη τηλεδιάσκεψη εκείνου του απογεύµατος, n µηχανή προπαγάνδας των Βρυξελλών δούλευε σκληρά για να µου στήσει άλλη µία παγίδα, ώρες µετά από εκείνη της «καθυστέρησης»: προέβηκαν σε διαρροή του κατάλογου µε τις προτάσεις µας λίγες ώρες πριν από τη σύγκληση του υπουργικού µας συµβουλίου που θα την ενέκρινε επισήµως πριν από την τηλεδιάσκεψη. Οι συνάδελφοί µου υπουργοί στην πλειονότητα τους δεν είχαν δει ακόµα τον τελικό κατάλογο και προφανώς ενοχλήθηκαν διαβάζοντας τον στα τάμπλετ τους στον δρόµο προς το Κοινοβούλιο. Αλλά αυτό που µετέτρεψε την αυτονόητη ενόχληση τους σε τεράστιο πολιτικό και προσωπικό πλήγµα ήταν οι τίτλοι µε τους οποίους εμφανίστηκε ο κατάλογος µου στα µέσα από τα οποία διέρρευσε «Η ΛΙΣΤΑ ΤΟΥ ΚΟΣΤΕΛΛΟ» ήταν ένα τυπικό παράδειγµα τίτλου των προσκείµενων στην τρόικα ελληνικών µέσων. «ΒΑΡΟΥΦΑΚΗΣ: ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΝΔΡΕΙΚΕΛΟ ΤΗΣ ΤΡΟΪΚΑΣ» ήταν η ερµηνεία κάποιων αριστερών ιστοσελίδων που µε κατηγορούσαν για ενδοτισμό.

Ένας από τους συναδέλφους µου υπουργούς, καθώς έµπαινε στην αίθουσα του υπουργικού συµβουλίου, µου έριξε µια µατιά που συνδύαζε θλίψη και απογοήτευση. «Δεν είχα φαντασθεί Σ.Σ.», µου είπε, «ότι θα έπαιρνες εντολές από τον Κοστέλλο». Έπεσα από τα σύννεφα. Καθώς ήµουν σαστισμένος από την εξωφρενική κατηγορία ότι ο Κοστέλλο είχε συντάξει τον κατάλογό µου, n αρχική µου αντίδραση ήταν να την απορρίψω ως ακόµη µία χαλκευµένη είδηση. Μόνο που, σε αυτή την περίπτωση, τα µέσα ενημέρωσης διέθεταν στοιχεία που φάνταζαν αποδεικτικά! (σ.σ.!!)

`
Σύντοµα κατάλαβα τι είχε συµβεί: Ένας οξυδερκής δηµοσιογράφος, ο Κώστας Εφήµερος (που είχε ιδρύσει και διαχειριζόταν το εξαιρετικό και μοναδικό ανεξάρτητο ειδησεογραφικό πόρταλ ThePressProject.gr) έκανε κάτι πολύ απλό-με ένα κλικ στο μενού «Ιδιότητες» του διαρρεύσαντος εγγράφου είδε το όνοµα του «Συντάκτη» του, τον οποίον ορίζει το λογισμικό ως τον εξουσιοδοτημένο χρήστη του υπολογιστή στον οποίο το έγγραφο είχε αρχικά δημιουργηθεί.

`
Ακούγοντας αυτό, άρπαξα το λάπτοπ μου, άνοιξα το έγγραφο μου με τον κατάλογο των μεταρρυθμίσεων, πάτησα το κουμπί «ιδιότητες», κατόπιν το κουμπί raining-smiley-emoticon«Συντάκτης» και, τότε για δεύτερη φορά έπεσα από τα σύννεφα: Έγραφε «Costello Declan (ECFIN)» (σ.σ.!!) και λίγο πιό κάτω, δίπλα στη «εταιρεία», υπήρχαν δύο λέξεις που ολοκλήρωναν την ταπείνωση µου: «European Commission». (σ.σ.!!)

Στο μεταξύ ξεκινούσε n σύνοδος του υπουργικού συµβουλίου. Χρειάστηκε να καταβάλλω τεράστια προσπάθεια για να καταπνίξω την οργή µου και να επικεντρωθώ στον στόχο να κερδίσω τη συγκατάθεση των υπουργών. Αλλά αµέσως αφού, µαζί µε τον Αλέξη, την εξασφαλίσαµε, µετά από δίωρη συζήτηση, επέστρεψα στο υπουργείο και τηλεφώνησα στον Χουλιαράκη. Ναι, παραδέχτηκε, το έγγραφο που µου παρουσίασε στο γραφείο µου, το οποίο κατόπιν άλλαξα ριζικά, δεν το δημιούργησε ο ίδιος στο γραφείο του, ύστερα από την επιστροφή του από τις Βρυξέλλες και το φρεσκάρισμα του µετά το ταξίδι. Δημιουργήθηκε από τον Ντέκλαν Κοστέλλο στις Βρυξέλλες, κι όχι από τον ίδιο.

Και αυτός ο άνθρωπος

χειρίζεται τις τύχες μας.

«Και δεν έκρινες σκόπιµο να µου το πεις; : Να ενηµερώσεις τον υπουργό σου ότι το δικό σου έγγραφο, µε το οποίο ήµουν σαφώς δυσαρεστημένος, είχε συνταχθεί από τον κύριο εχθρό µας;» ρώτησα.

Δεν πήρα καµία απάvτηση. «Aς πούµε ότι αρχικά σου ξέφυγε ή ότι ένιωθες άσχηµα να το παραδεχτείς», συνέχισα. « Όταν µε είδες να το δουλεύω για να τροποποιήσω ριζικά το περιεχόμενο του, παλεύοντας µε ένα έγγραφο του Word που είχε συνταχθεί από τον πιο άτεγκτο αξιωµατούχο της τρόικας, δε θεώρησες ότι τουλάχιστον τότε θα έπρεπε να µε προειδοποιήσεις; Ακόµη κι ήταν ήµουν έτοιµος να το στείλω στην τρόικα;

`
Ο Χουλιαράκης, µε τον εντελώς χαρακτηριστικό του τρόπο, αντιπαρήλθε τα ερωτήματα µου µε απάθεια και µε έκφραση την οποία κανείς δεν µπορούσε να αποκρυπτογραφήσει εύκολα. Υπό κανονικές συνθήκες θα είχε απολυθεί εκείνη τη στιγµή.
Όµως η «κανονικότητα» ήταν µια πολυτέλεια που δε βίωσα ούτε µία στιγμή κατά τη διάρκεια της υπουργικής θητείας µου.

Το σταθερό τηλέφωνο κτυπούσε ήδη. Η τηλεδιάσκεψη του Eurogroup ξεκινούσε. Έκατσα στη θέση µου πάνω από τον δέκτη, κρατώντας τις σnµειώσεις µου, µε τον Χουλιαράκη δίπλα µου. Μια σημαντικότερη πρόκληση απαιτούσε την πλήρη προσοχή µου.

`

Η εκδίκηση του Σόιµπλε

ταν διαπραγματεύεσαι από αδύναµη θέση, µια τηλεφωνική γραμμή µε παράσιτα κάνει τα πράγµατα ακόµα χειρότερα. Στις προσωπικές συναντήσεις µπορεί κανείς να χρησιμοποιήσει τουλάχιστον τη φωνή του, το βλέµµα του και τη φυσική του παρουσία για να αποκτήσει καλύτερο έλεγχο του «δωµατίου». Στις τηλεδιασκέψεις, αντίθετα, µια απαιτητική συνάντηση γίνεται ακόµα δυσκολότερη. Εκείνο το απόγευµα, για να εξισορροπήσω τις κατάφωρα άνισες συνθήκες, είχα φροντίσει να εξασφαλίσω, τη δέσµευση του Γερούν Ντάισελµπλουµ ότι η συγκεκριµένη τηλεδιάσκεψη θα αφορούσε µόνο τη διατύπωση εκ µέρους των επικεφαλής των τριών θεσµικών οργάνων (ευρωπαϊκης επιτροπής, ΕΚΤ και ΔΝΤ) της ετυµnγορίας τους, µε ένα «ναι» ή µε ένα «όχι», ως προς το εξής ερώτημα:

`
«Ήταν ο κατάλογος µεταρρυθµίσεων που κατέθεσε η ελληνική κυβέρνηση, στο πλαίσιο της συµφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου, επαρκώς περιεκτικός για να αποτελέσει τη βάση της επιτυχούς ολοκλήρωσης της τελικής αξιολόγnσης του δεύτερου προγράµµατος της Ελλάδας ή όχι;»

Αυτό ήταν το µοναδικό ερώτηµα στο τραπέζι εκείνη την ημέρα, µε τους εκπροσώπους των θεσµών να είναι οι µόνοι που καλούνταν να απαντήσουν. Πράγματι, στο τέλος της προnγούµενης συνεδρίασης του Eurogroup στις 20 Φεβρουαρίου, ο Γερούν είχε πει σε όλους, πρoς μέγιστη απογοήτευση του Βόλφγκανγκ Σόιµπλε, ότι δε θα υπήρχε συζήτηση κατά τη διάρκεια της τηλεδιάσκεψης µας της 24ης Φεβρουαρίου µεταξύ των υπουργών Οικονοµικών. Μοναδικός σκοπός της ήταν να επιτρέψει στα θεσµικά όργανα να εκπέµψουν είτε λευκό είτε µαύρο καπνό. Τίποτα άλλο.

Καθώς είχα εκ των προτέρων εξασφαλίσει τη συµφωνία για τον κατάλογο µου, αν και ανεπίσημα, θα ήταν εξαιρετικά περίεργο αν δεν εμφανιζόταν λευκός καπνός. Αλλά και εάν δε συνέβαινε αυτό, είχα αρκετά πολεµοφόδια για να αποκαλύψω τη διπροσωπία της τρόικας σε συνέντευξη τύπου και να κερδίσω, τουλάχιστον, το παιχνίδι της απόδοσης ευθυνών. Ο κύριος φόβος µου ήταν ότι ο Βόλφγκανγκ θα ανέτρεπε µε κάποιον τρόπο την απαγόρευση µιας συζήτησης µεταξύ υπουργών, επιμένοντας να µιλήσει ώστε να επαναφέρει µε κάποιον τρόπο το µνημόνιο από την πίσω πόρτα. Όλη n νοητική µου ενέργεια επικεντρώθηκε στο να προβλέψω πώς θα επιχειρούσε κάτι τέτοιο και πώς θα τον σταµατούσα. Η καλύτερη άμυνα µου ήταν n ρητή δέσμευση του Γερούν ότι κανείς υπουργός Οικονοµικών δε θα µιλούσε. Αλλά µπορούσα να εμπιστευτώ τον Ολλανδό;

Τελικά, απ’ ότι φάνηκε, ο Βόλφγκανγκ δε χρειάστηκε να παρέµβει στην τηλεδιάσκεψη, ούτε ο Γερούν χρειάστηκε να παραβεί την υπόσχεση του να εµποδίσει τη συζήτηση. Το κόλπο ήταν στημένο µε πολύ πιο έξυπνο τρόπο απ’ό,τι µπορούσα να φαντασθώ. Αυτό έγινε φανερό όταν οι επικεφαλής των θεσµών άνοιξαν το στόμα τους. Ο πρώτος που μίλησε ήταν ο Ντοµπρόφσκις, ο Λετονός αντιπρόεδρος της ευρωπαϊκης επιτροπής: «Κατά την άποψη της Eπιτροπής ο κατάλογος αυτός είναι επαρκώς περιεκτικός ώστε να αποτελέσει τη βάση για µια επιτυχή κατάληξη της τελικής αξιολόγnσης . ». Λευκός καπνός όπως περίµενα, σκέφτηκα µε έναν αναστεναγμό ανακούφισης. Αλλά ο Ντοµπρόφσκις συνέχισε «Πρέπει όµως να τονίσω ότι . ο κατάλογος αυτός δεν αντικαθιστά το µνημόνιο (MoU), το οποίο συνιστά την επίσημη νοµική βάση για το πρόγραµµα. »

Μετά το πρώτο ξάφνιασµα, είδα αµέσως τι είχε γίνει: ο Βόλφγκανγκ Σόιµπλε, µετά την ταπείνωσή του τρεις µέρες νωρίτερα, είχε σηκωθεί ξανά από το αλληγορικό πάτωµα κι είχε ανακτήσει πλήρως τον έλεγχο του Eurogroup, πιθανώς (αλλά όχι σίγουρα) πίσω από την πλάτη της Μέρκελ. Στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, όσο προσπαθούσα να συντάξω το υποκατάστατο του µνημονίου, ο Γερµανός υπουργός Οικονοµικών είχε, φαίνεται, καταφέρει να πείσει τους εκπροσώπους της ευρωπαϊκής επιτροπής να καταστρατηγήσουν το γράµµα και το πνεύµα της συµφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου που αναφερόταν αποκλειστικά στον κατάλογο µεταρρυθµίσεων τον οποίο τελικό κατέθεσα, παραγκωνίζοντας συνειδητά, και ως πολιτική επιλογή, το µνημόνιο. Δηλώνοντας ξεκάθαρα οτι ο κατάλογος µου δεν υποκαθιστούσε το µνημόνιο, ο Ντοµπρόφσκις έκανε τη δουλειά του Σόιµπλε γι’ αυτόν. Διότι αν ο νέος κατάλογος δεν υποκαθιστούσε το µνημόνιο, ποιός ο λόγος ύπαρξης του; Γιατί είχαµε περάσει το Σαββατοκύριακο να διαπραγµατευόµαστε στο παρασκήνιο µε την τρόικα; Για να επιστρέψουµε στο μνημόνιο και στο αδιέξοδο των πρώτων δύο Eurogroup;

`
Το ερώτημα που ορθώθηκε γιγάντιο µπροστά µου ήταν: Η επιτυχία του Σόιµπλε εξαντλούνταν µε τον Ντομπρόβσκις; Ή είχε επεκταθεί το κακό στον Μάριο Ντράγκι και στην Κριστίν Λαγκάρντ; Μόνος του πάσχιζε ο Λετονός να νεκραναστήσει το µνημόνιο, εκ µέρους του Σόιµπλε, ή θα δρούσαν συντονισμένα οι εκπρόσωποι και των τριών δανειστών; Σε λίγα λεπτά της ώρας θα είχα την απάντηση µου.

Μιλώντας πρώτος εκ των δύο, ο Μάριο είπε τη µαγική φράση: «Αντιλαμβανόμαστε, σύµφωνα µε την απόφαση του Eurogroup της περασµέvης Παρασκευής, οτι ο κατάλογος αυτός δεν αμφισβητεί τις τρέχουσες ρυθµίσεις και συνεπώς τις υπάρχουσες δεσµεύσεις στο πλαίσιο του µνημονίου οι οποίες συνιστούν τη βάση της αξιολόγησης». Σάστισα. Τέτοιος κυνισµός; Πώς δεν κοκκίνιζε να λέει τη φράση «σύµφωνα µε την απόφαση του Eurogroup της περασµένης Παρασκευής»(σ.σ. bold δικά μας): Δε θα µπορούσε να υπάρξει καλύτερο παράδειγµα οργουελιανής διγλωσσίας από το λόγια του προέδρου της κεντρικής µας τράπεζας τα οποία είπε εν πλήρει γνώσει ότι η αποκατάσταση της πρωτοκαθεδρίας του µνημονίου βρισκόταν σε απόλυτη και άµεση αντίθεση µε το πνεύµα και το γράµµα της συµφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου.

`

Το ψεύδος ολκής του Μάριο Ντράγκι έσπευσε να το επιβεβαιώσει η Κριστίν Λαγκάρντ: «Προσυπογράφω κατά γράµµα και υιοθετώ πλήρως ό,τι επισήµανε ο Μάριο», ήταν η πρώτη της πρόταση. «Η συζήτηση για την ολοκλήρωση της αξιολόγησης . δεν µπορεί να περιοριστεί στον κατάλογο που παρουσίασε η ελληνική κυβέρνηση και θεωρώ ότι η αναφορά του Μάριο στο µνημόνιο είναι εξόχως σχετική . Τέλος, θα ήταν εξαιρετικά χρήσιµο αν ο Γιάνης µας εξηγούσε την κατάσταση ρευστότητας που αντιμετωπίζει η κυβέρνησή του έτσι ώστε να ξεκινήσει n αξιολόγηση».

Αυτό ήταν. Μια προσεκτικά σχεδιασμένη ενέδρα ξεκίνησε µε συντονισμένη στροφή 180 µοιρών εναντίον του πνεύµατος και του γράµµατος της συµφωνίας που είχαµε κάνει µόλις τέσσερις µέρες νωρίτερα. Και ολοκληρώθηκε µε µια ελάχιστα κεκαλυµµένη απειλή-εκείνη της ρευστότητας που φρόντισαν να µην έχουµε και για την οποία µε . ρωτούσαν να µάθουν πώς εξελίσσεται!

«Ο Γιάνης τώρα πρέπει: να απαντήσει σε κάποια θέματα που εγείρονται στο πλαίσιο της ανάγκης να συµφωνήσουμε όλα τα µέτρα µε τους θεσµούς», ήρθε η συµβουλή του Γερούν. «Αυτή είναι η βάση πάνω στην οποία εργαζόμαστε», ολοκλήρωσε δίνοντας µου τη σκυτάλη.

Καθώς πάταγα το κουμπί που ενεργοποιούσε το µικρόφωνό µου, η ένταση για το τι θα έλεγα ανέβαινε. Ποια θα έπρεπε να είναι η αντίδραση µου στη συγκλονιστική παραβίαση της συµφωνίας µας από τους πιστωτές; Πώς θα σήκωνα το γάντι; Προκειμένου να κερδίσω λίγο χρόνο για να σκεφθώ, ξεκίνησα αντιμετωπίζοντας όλα το σχετικά ήσσονος σηµασίας θέµατα που ανέφεραν οι Ντοµπρόφσκις, Μοσκοβισί, Ντράγκι και Λαγκάρντ. Με κάθε λέξη µου όµως ερχόταν κοντύτερα η στιγµή της κρίσης, της αλήθειας.

Αν αποδεχόμουν την ανάξια λόγου θέση ότι η συµφωνία της 20ης Φεβρουαρίου διατηρούσε ανέπαφο το µνημόνιο, και απλώς πρόσθετε σε αυτό τον δικό µου κατάλογο, θα ήταν σαν να αποδέχοµαι την πλήρη παλινόρθωση του µνημονίου. Θα ακύρωνα, επί της ουσίας, όλα αυτά που υποστηρίζαμε και για τα οποία αγωνιστήκαμε θα ήταν σαν να δεχόμαστε όλα όσα απαιτούσε ο Βόλφγκανγκ Σόιµπλε στην πρώτη συνάντηση του Eurogroup και όλα όσα ο Γερούν Ντάισελµπλουµ προσπαθούσε να µου επιβάλει µε το ζόρι στην πρώτη µας συνάvτηση στην Αθήνα που είχε προηγηθεί. Πάνω απ’ όλα θα αποτελούσε µια ασυγχώρητη προδοσία του λαού µας: εκείνων που µας εμπιστεύθηκαν πρόσφατα, καθώς και ενός Γλέζου ή ενός Θεοδωράκη, που είχαν ήδη σπεύσει να µε καταγγείλουν για τη συνθηκολόγηση που τώρα µε κοίταζε κατάµουτρα.

αθώς µίλαγα για τις ιδιωτικοποιήσεις και τους δηµοσιονομικούς στόχους, δύο επιλογές πάλευαν στο µυαλό µου. Η πρώτη επιλογή ήταν να τερματίσω την τηλεδιάσκεψη µε το δέον σέβας, δηλώνοντας παράλληλα ότι η ελληνική κυβέρνηση αποσύρεται από τις διαπραγµατεύσεις στο επίπεδο του Eurogroup επειδή οι επικεφαλής των θεσµών τις κατέστησαν άνευ σηµασίας µε την απόπειρά τους να επαναφέρουν το πλήρες µνημόνιο από την πίσω πόρτα. Η δεύτερη επιλογή ήταν να µην αποσυρθώ µεν από τη διαδικασία, αλλά να αµφισβητήσω την ερμηνεία των θεσµών για τη συµφωνία του Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου και να ζητήσω να καταγραφεί η δήλωσή µου ότι η ελληνική κυβέρνηση απέρριπτε πλήρως και κατηγορηματικά την επαναφορά του µνημονίου σύµφωνα µε το πνεύμα και το γράµµα εκείνης της συµφωνίας.

Η ώρα της αλήθειας πλησίαζε. Ήταν µια επιλογή που έπρεπε να κάνω επιτόκου, µε µόνο τον Χουλιαράκη να µε κοιτάζει Ήταν η πιο δύσκολη απόφαση που πήρα ποτέ µου. Και πιθανόν η χειρότερη.

 

Mea maxima culpa

ταν σαφές ότι, αν αποσυρόµουν από την τηλεδιάσκεψη , οι τράπεζες θα έκλειναν το επόμενο πρωί, την Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2015 έναν μήνα ακριβώς µετά την εκλογική µας νίκη. Αµέσως µετά το τέλος της τηλεδιάσκεψης θα έπρεπε να σπεύσω στο Μαξίµου για να αναγγείλω τα ζοφερά νέα και µε µια σθεναρή υπόδειξη να τεθεί αμέσως σε λειτουργία το σχέδιο αποτροπή. Αυτό θα σήμαινε την ανακοίνωση της ημεροµηνίας κατά την οποία το οµόλογα SMP θα κουρεύονταν, την ενεργοποίηση του παραλλήλου συστήματος πληρωμών και την τροποποίηση του νόμου που διέπει τη λειτουργία της Τράπεζας της Ελλάδος. Ήταν κάτι παραπάνω από µια δύσκολη απόφαση. Αλλά θα έπρεπε να την είχα πάρει.

Αντ’αυτού, καταστροφικά, επέλεξα την πιο ήπια εναλλακτική λύση. Όταν έφτασε n κρίσιμη στιγμή κατά τη διάρκεια της ομιλίας μου, είπα το εξής:

Άκουσα από τους εκπροσώπους των τριών θεσµών ότι ο κατάλογός µας δεν αντικαθιστά το µνημόνιο και ότι απλώς θα προστεθεί στο µνημόνιο . Όµως, όπως γνωρίζετε, ξοδέψαµε τρεις συνεδριάσεις του Eurogroup συζητώντας την επιτακτική ανάγκη να συνδυάσουµε το πρόγραµµα µε τις επιταγές της κυβέρνησης µας. Και είχα, αυτή η κυβέρνηση είχε, την εντύπωση ότι κάναµε ένα νέο ξεκίνημα… θα επιµείνουµε … ότι η αξιολόγηση θα ολοκληρωθεί υπό την προϋπόθεση ότι ο κατάλογος των μεταρρυθμίσεων αυτής της κυβέρνησης αποτελεί το σημείο εκκίvησης.

Ακούγοντας τώρα, που γράφω αυτές τις γραμμές, την απομαγνητοφώνηση εκείνης της δήλωσής μου συνειδητοποιώ πόσο ανυπόφορα άτολμη ήταν. Τι δε θα έδινα για να είχα την ευκαιρία να γυρίσω πίσω τον χρόνο και να δηλώσω κάτι εντελώς διαφορετικό: τo πέρας της τηλεδιάσκεψης λόγω παραβίασης από τους δανειστές της συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου, η οποία ξεκάθαρα έθετε τον δικό μας κατάλογο μεταρρυθμίσεων, όχι το μνημόνιο, ως τη βάση της αξιολόγησης που θα γινόταν τον επόμενο Απρίλη.

Ασφαλώς, αν αποσυρόμουν από τον τηλεδιάσκεψη, ο κίνδυνος της ρήξης πριν παρέλθει ο Φλεβάρης θα ήταν μεγάλος. Άξιζε όμως τον κόπο. Όπως έλεγα συχνά στο πολεμικό μας συμβούλιο, αν ήταν να γίνει η ρήξη με ευθύνη της τρόικας, θα ήταν προτιμότερο να γίνει νωρίς παρά στο τέλη lουνίου, όταν η κόπωση του λαού και της κυβέρνησης θα ήταν μεγαλύτερη. Ακόμα και με τις πληροφορίες που είχα τότε, χωρίς τη γνώση που έχω σήμερα, είχα καθήκον να αποσύρω τον κατάλογο των μεταρρυθμίσεων από το τραπέζι της τηλεδιάσκεψης, να διακόψω την τηλεδιάσκεψη και να κατευθυνθώ στο Μαξίμου αμέσως, ώστε να οργανώσουμε την άμεση εφαρμογή του σχεδίου αποτροπής. Ο, μη ικανοποιητικός, λόγος που δεν το έκανα, αλλά, αντί αυτού, προέβην στην πιο πάνω δήλωση, βασίζονταν σε τρεις σκέψεις:

ρώτον, η«επιστροφή του μνημονίου», από την πλευρά των εκπροσώπων των δανειστών, ήταν προφορική. είχε ακουσθεί στο πλαίσιο μιας τηλεδιάσκεψης του Eurogroup η οποία δεν επρόκειτο να εκδώσει κάποιο ανακοινωθέν και της οποίας το µοναδικό αντικείμενο συζήτησης ήταν η έγκριση του καταλόγου µου. Η µοναδική γραπτή συµφωνία παρέµενε εκείνο του Eurogroup της 20ης Φεβρουαρίου, που αναφερόνταν αποκλειστικά στον κατάλογο των µεταρρυθµίσεων µου, δεν έκανε µνεία του µνημονίου και άφηνε χώρο για µια διαπραγμάτευση που θα καταπολεµούσε την ανθρωπιστική κρίση, θα έθετε τέλος στη λιτότητα και θα επέτρεπε την αναδιάρθρωση του χρέους. Η µη απόσυρσή µου από την τηλεδιάσκεψη δε σήμαινε ούτε κατά διάνοια, σκέφτηκα, ότι αποδεχόμουν την «επιστροφή του µνημονίου».

Δεύτερον, η κυβέρνησή µας είχε ζωή µόλις είκοσι επτά ημερών. Το στήσιμο ενός συστήματος παράλληλων πληρωμών που θα ήταν απαραίτητο για να αντιμετωπίσει το κλείσιµο των τραπεζών και η προετοιμασία για τις δυσκολίες που θα δημιουργούσαν οι κλειστές τράπεζες χρειάζονταν απλώς περισσότερο χρόνο.

Τρίτον, δεν ήταν ανάγκη να τερµατίσω τη διαδικασία σε εκείνη την τηλεδιάσκεψη, µόνο µε την εξουσία που είχα ως υπουργός Οικονοµικών και χωρίς τη σύμφωνη γνώμη του πρωθυπουργού ή του υπουργικού συμβουλίου. Η δήλωση µου ότι απορρίπτουµε την απόπειρα των θεσµών να επαναφέρουν το µνημόνιο αρκούσε για την ώρα, ήθελα να πιστεύω. Η κυβέρνηση, ενωμένη και χαλυβδωμένη από τη συµπαιγνία, των δανειστών, µπορούσε, και έπρεπε, να αναλάβει τη συλλογική ευθύνη για την επιλογή της ακριβούς στιγμής που θα αποσυρόµασταν από τις διαπραγµατεύσεις.

Οι δύο πρώτες σκέψεις είχαν κάποια βάση. Η τρίτη δεν είχε. Αν είχε, η απόφαση µου να µην αποσυρθώ από εκείνη την τηλεδιάσκεψη θα είχε σήμερα δικαιωθεί. Πράγματι, αν η πλευρά µας παρέµενε ακλόνητη, όπως υπέθετα ότι θα έκανε, και επέλεγε µε ηρεµία τη ύστατη στιγµή για να αντεπιτεθεί , δε θα έγραφα τούτες τις γραµµές γεµάτος από τύψεις. Αλίµονο, δε σταθήκαμε ενωµένοι τις εβδοµάδες που ακολούθησαν µετά την απόπειρα της τρόικας της 24ης Φεβρουαρίου να επιβάλει εκ νέου το µνημόνιο. Διαιρεθήκαµε, µε αποτέλεσμα τον θρίαµβο των δανειστών μήνες αργότερα.

Είχα εκείνες τις ώρες επαρκή πληροφόρηση για να προβλέψω τις επιπτώσεις της απόφασής μου να μην αποσυρθώ από την τηλεδιάσκεψη; Δεν είχα πολλές ενδείξεις. Κοιτώντας όμως τα πράγματα εκ των υστέρων διαπιστώνω ότι είχα αρκετές. Η κολεγιά μεταξύ του Χουλιαράκη και του Κοστέλλο, την οποία πρωτοαποκάλυψε εκείνο το έγγραφο του Word, έπρεπε να είχε κρούσει μέσα μου τον κώδωνα του κινδύνου. Τυφλωμέvoς από την απροθυμία μου να κάνω αρνητικές σκέψεις για τον συνεργάτη μου, αποδείχθηκα ανίκανος να φαντασθώ ότι οι ενέργειες του οφείλονταν σε κάτι παραπάνω από σφάλμα, ολιγωρία, αστοχία. Με βόλευε να τις αποδώσω στην απάθεια και στην εσωστρέφεια του. Ίσως βολευόμουν με αυτή την ερμηνεία επειδή κατά βάθος . φοβήθηκα.

Τι φοβόμουν; Στη συνέντευξη Τύπου το βράδυ της 20ης Φεβρουαρίου, μετά το Eurogroup, είχα παρουσιάσει τη συμφωνία στην κοινή γνώμη ως μείζον επίτευγμα. Δεν είχα λάθος. Ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε ηττηθεί εντός έδρας, αν και προσωρινά, σ’ έναν τίμιο αγώνα. Όπως επισήμαναν ο Λουίς ντε Γκίντος εντός του Eurogroup και ο Τζεφ Σακς εκτός, ήταν μια επιτυχία που άλλαξε τους όρους του παιχνιδιού. Η κυβέρνηση και n πλειοψηφία των πολιτών τη θεώρησαν θεόσταλτη είχαμε κερδίσει 120 ημέρες σχετικής κανονικότητας και το δικαίωμα να διαπραγματευτούμε μια ουσιαστικά διαφορετική ατζέντα μεταρρυθμίσεων, νέους δημοσιονομικούς στόχους και αναδιάρθρωση του χρέους.

Αν όμως, τέσσερις μόλις μέρες μετά, έβγαινα από την τηλεδιάσκεψη λέγοντας ότι τίποτε από αυτά δεν ίσχυε, ότι το όνειρο ενός έντιμου συμβιβασμού είχε εξανεμισθεί και ότι οι τράπεζες θα έκλειναν την επόμενη στιγμή η απογοήτευση θα ήταν αφόρητη. Ομολογώ ότι ψυχολογικά απέτυχα να αρθώ στο ύψος της πρόκλησης και να σηκώσω μόνος εκείνο το βάρος. Το πρόβλημα με τα λάθη, όπως και με τα εγκλήματα, είναι ότι το ένα φέρνει το άλλο. Η αποτυχία μου να διακόψω την τηλεδιάσκεψη του Eurogroup της 24ης Φεβρουαρίου επιδεινώθηκε λίγες μέρες αργότερα με την επισώρευση ενός λάθους επιπλέον, ίσως ακόμα χειρότερου.

`

Με την πλάτη στον τοίχο

ο πρώτο μου μέλλημα ήταν να ενημερώσω τον Αλέξη για τη μεταστροφή της τρόικας και για την απόφασή που πήρα. Συναντηθήκαμε στο γραφείο του πρωθυπουργού στο κοινοβούλιο, όπου του εξήγησα τι συνέβη. Οι πιστωτές µας εξαπάτησαν, του είπα. Προσπάθησαν να επαναφέρουν το µνηµόνιο στο τραπέζι και θα χρειαστεί να καταβάλουμε συντονισµένες προσπάθειες για να το αποτρέψουμε. «Αν δεν είµαστε έτοιμοι να θέσουμε σε λειτουργία το σχέδιο αποτροπής κηρύσσοντας στάση πληρωμών πρoς το ΔΝΤ και την ΕΚΤ, θα µας σύρουν πίσω στην τροϊκανική διαδικασία τους, θα µας ξεδοντιάσουν, θα µας εξαντλήσουν και µέχρι το τέλος Ιουνίου θα µας αποτελειώσουν», του είπα ευθέως.

Ο Αλέξης µε άκουσε προσεκτικά πριν µου πει να µην ανησυχώ. Αν ήθελαν να οδηγήσουν το πράγµατα εκεί, σύντομα θα αναγκάζονταν να το ξανασκεφτούν, επέµεινε. Ήταν ακριβώς αυτό που άθελα να ακούσω. Έτσι συνέχισα τις προσπάθειες µου να διατηρήσω τη διαδικασία ενεργή

Τώρα που n τηλεδιάσκεψη του Eurogroup είχε εγκρίνει επισήμως τον κατάλογο των μεταρρυθµίσεων, n κυβέρνησή µας ήταν υποχρεωμένη να απευθύνει επίσηµn αίτηση στους πιστωτές της για την παράταση της δανειακής συµφωνίας ως την 30η Ιουνίου, όπως είχε συµφωνnθεί. Η υποχρέωση αποστολής του αιτήματος στους πιστωτές βάραινε εµένα. Το πρόβληµα βρισκόταν στη φρασεολογία την οποία θα έπρεπε να υιοθετήσει το αίτnµα. Tηv επόµενn µέρα, Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου, ο Γιώργος Κουτσούκος, διευθυντής του υπουργικού µου γραφείου, µου παρουσίασε σχέδιο της επιστολής που έπρεπε να στείλω στον ευρωπαϊκή επιτροπή, τnv ΕΚΤ και το ΔΝΤ, για να ζητήσω την παράταση.

«Από πού µας ήρθε αυτό;» ρώτησα. «Από το γραφείο του Ντάισελµπλουµ, µέσω Τόμας Βίζερ», απάντησε ο Κουτσούκος.

Το διάβασα στα γρήγορα. Ήταν απαράδεκτο. Ενώ δεν είχα πρόβληµα να χρησιμοποιώ κάποιες βασικές εκφράσεις που ζητούσαν οι πιστωτές, δεν ήµουν διατεθειμένος απλώς να υπογράψω επιστολή υπαγορευµέvn εξ ’ολοκλήρου από αυτούς. Είχαµε δεσμευτεί στο εκλογικό σώµα, ως κυβέρνηση, να ανακτήσουμε την απολεσθείσα κυριαρχία του ελληνικού κράτους. Σ ‘ένα κυρίαρχο κράτος οι επιστολές που υπογράφει ο υπουργός Οικονομικών γράφονται από τον ίδιο και τις υπηρεσίες του, όχι από ξένα κέντρα. ‘Eπρεπε όχι μόνο να συγγράψω ο ίδιος την επιστολή, αλλά και να αντικατοπτρίζει τους δικούς μας λόγους, και το σκεπτικό, που μας οδήγησαν στην αίτηση παράτασης της δανειακής συμφωνίας.

Ο Κουτσούκος συμφώνησε απολύτως, αλλά με προειδοποίησε οτι οι Βρυξέλλες κατέστησαν σαφές ότι δε θα ανεχτούν καμία τροποποίηση του δικού τους σχεδίου επιστολής. Με την επιστολή ανά χείρας πετάχτηκα μέχρι το Μαξίμου για μια συνάντηση με τον Σπύρο Σαγιά, γραμματέα της κυβέρνησης. Ήταν τόσο συγκλονισμένος και εξοργισμένος από τη στάση των πιστωτών όσο και εγώ. Μιλήσαμε με τον Αλέξη, ο οποίος συμφώνησε η επιστολή προς τους πιστωτές μας δεν μπορούσε να συνταχθεί από τους ίδιους τους πιστωτές. Δεν ήταν θέμα συμβολισμού, αλλά ουσίας και κυριαρχίας.

Τις επόμενες δύο ώρες ο Σαγιάς κι εγώ καθίσαμε σ’ ένα γραφείο δίπλα στο πρωθυπουργικό και συντάξαμε μια νέα, δική μας, επιστολή. Στη συνέχεια επέστρεψα στο υπουργείο για να τη στείλω σε Βρυξέλλες, αναμένοντας την αντίδραση τους. Καθώς όλη η επίσημη αλληλογραφία μεταξύ του υπουργού Οικονομικών και του προέδρου του Eurogroup περνάει μέσω των εκπροσώπων τους στο Eurogroup Working Group, δηλαδή του Χουλιαράκη και του Βίζερ (ο οποίος με εκπροσωπούσε στο Eurogroup Working Group), ζήτησα από τον Χουλιαράκη να τη μεταβιβάσει Μετά πήγα στο σπίτι για να φρεσκαριστώ, να πάρω τη Δανάη και να πάμε στην οικία του Κινέζου πρέσβη για δείπνο, σκοπός του οποίου ήταν n εξομάλυνση των σχέσεων της κυβέρνησης μας με το Πεκίνο

Νωρίς το πρωί της επόμενης ημέρας, Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου, ένα μήνυμα από τον Τόμας Βίζερ με περίμενε στο υπουργείο: n προθεσμία για την τροποποίηση της επιστολής που ζητούσε την παράταση της δανειακής σύμβασης είχε εκπνεύσει. Είτε θα υπέγραφα την επιστολή όπως μου στάλθηκε είτε δε θα τη λάμβαναν υπόψη. «Εληξε n προθεσμία;» ρώτησα τον Κουτσούκο θυμωμένα. «Πότε έληξε;» Ο Κουτσούκος δε γνώριζε. «Μάθετε πριν το μεσημέρι», του είπα.

Ενόσω ο Κουτσούκος ερευνούσε το θέμα, πήγα με το πόδια μέχρι την Τράπεζα της Ελλάδος, όπου ο Στουρνάρας, τέως καρδιακός µου φίλος και νυν διοικητής της ΤτΕ, έδινε τον καθιερωµένη οµιλία µε την ευκαιρία της ετήσιας συνέλευσης των µετόχων της Τράπεζας. θέλοντας να δείξω τον σεβασμό µου πρoς τον θεσµό, θεώρησα ότι ήταν σημαντικό να παραστώ. Οι ελπίδες που έτρεφα ότι θα µπορούσε από την πλευρά του να επιδειχθεί ανάλογος σεβασµός στην κυβέρνηση µας σύντοµα εξανεμίστηκαν. Ακούγοντας τον Στουρνάρα συνειδητοποίησα ότι άκουγα τον λόγο που ο Αντώνης Σαμαράς, ο τέως πρωθυπουργός, θα είχε βγάλει εάν είχε κερδίσει τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου. Ήταν, έvας ύµνος στις πολιτικές της προηγούµενης κυβέρνησης, µια επανάληψη του ψέµατος ότι n Ελλάδα είχε ανακάµψει πριν από την εκλογή µας, ένα κάλεσµα να υιοθετήσουμε συλλήβδην την ατζέντα της τρόικας και µια σειρά συγκεκαλυµµένων απειλών κατά της κυβέρνησης. Καθώς τον άκουγα, σκέφτηκα ότι ο Στουρνάρας επέλεξε να µιλήσει σαν να έδινε εξετάσεις μπροστά σε πάνελ που απαρτιζόταν από τον Σόιµπλε, τον Ντάισελµπλουµ και τον Ντράγκι. Μια θλιβερή µέρα για την έννοια της ανεξαρτησίας της κεντρικής τράπεζας, σκέφθηκα καθώς έφευγα, µμετανιωμένος που είχα χάσει δύο πολύτιμες ώρες.

Επιστέφοντας στο υπουργείο, κάλεσα τον Κουτσούκο και τον Βασίλη στο γραφείο µου για να αποφανθούμε ως προς τη λήξη της προθεσµίας για αλλαγές στο σχέδιο επιστολής που ανέφερε ο Βίζερ. Οι έρευνες που έκαναν όσο εγώ άκουγα τον λόγο του Στουρνάρα ανακάλυψαν ότι n προθεσµία για την τροποποίηση της επιστολής είχε λήξει πριν από τρεις µέρες την 23η Φεβρουαρίου, τον ίδια µέρα που έπρεπε να υποβάλω τον κατάλογο των μεταρρυθµίσεων! Μετά από λίγα λεπτά βρισκόµουν πίσω στο Μαξίµου µε τον Αλέξη, τον Σαγιά και τον Παππά. «Αυτή τη φορά το παρακάνανε», είπα. «Το να µου λένε στις 25 Φεβρουαρίου ότι θα µπορούσα να τροπoπoιήσω το περιεχόµενο της επιστολής, αλλά ότι n προθεσµία για να το κάνω είχε λήξει δύο ηµέρες νωρίτερα, στις 23 Φεβρουαρίου, ισοδυναµούσε µε κήρυξη πολέµου. Δεν µπορώ να υπογράψω αυτή την επιστολή, αφού µου την είχαν στήσει µε τέτοιον τρόπο», Συμφώνησαν όλοι µαζί µου.

Ο Αλέξης πρότεινε να επικοινωνήσω µε τον Βίζερ για να του ξεκαθαρίσω ότι, δεδοµένης της συµπεριφοράς του, δε θα υπέγραφα την επιστολή και οτι θα αποκάλυπτα τα βρόμικα κόλπα τούς σε όλο τον κόσµο. Πίσω στο υπουργείο συνέταξα το ακόλουθο µήνυµα για τον Βίζερ: «Στις 25 Φεβρουαρίου µε πληροφορήσατε οτι είχα την ευκαιρία να τροποποιήσω την επιστολή µε το αίτημα για την παράταση της δανειακής σύμβασης, ενώ είχατε εξασφαλίσει οτι n προθεσµία για κάτι τέτοιο είχε λήξει δύο ηµέρες νωρίτερά. Φυσικά, δεν µπορούµε να προχωρήσουµε σε αυτήν τη βάση». Ο Κουτσούκος το έστειλε στις Βρυξέλλες απευθείας, άνευ της διαμεσολάβησης του Χουλιαράκn. Δύο ώρες αργότερα µου έφερε την απάντηση του Βίζερ: Η επιστολή που µε πληροφορούσε για την προθεσµία της 23ης Φεβρουαρίου είχε σταλεί στις 21 Φεβρουαρίου.

«Λάβαµε ποτέ τέτοια επιστολή:» ρώτησα τον Κουτσούκο, τον Βασίλη και τις γραµµατείς µου. Κανείς τους δεν την είχε δει. «Κάλεσε το γραφείο του Βίζερ τώρα», τούς είπα. «ενημέρωσέ τους ότι δε λάβαµε την επιστολή της 21ης Φεβρουαρίου και συνεπώς απαιτούµε ένα αντίγραφο που να δείχνει ποιοι ήταν οι παραληπτες στην Αθήνα».

.του Αλέξη Τσίπρα,

Ήταν αργά το απόγευµα ήταν ήρθε η απάντηση. Το γραφείο του Βίζερ προώθησε το µέιλ της 21ης Φεβρουαρίου που το είχαν, πράγµατι, στείλει (µε όλες τις πληροφορίες σχετικά µε τη διαδικασία του αιτήματος παράτασης). Το κουτάκι µε τους παραλήπτες περιείχε πέντε ονόματα Eλλήνων αξιωματούχων: Πρώτος πρώτος ήταν ο Γιώργος Χουλιαράκης, ο οποίος, υπό την ιδιότητα του εκπροσώπου µου στο Eurogroup Working Group, είχε ιερή υποχρέωση να λειτουργεί (και) ως ταχυδρόμος μεταξύ του προεδρείου του Eurogroup/Eurogroup Working Group και εµού. Δευτέρος ήταν ο Γιάννης Δραγασάκης, αντιπρόεδρος της κυβέρνnσης. Τρίτος ο Γιάνης Στουρνάρας, διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Τέταρτος ο επικεφαλης του Οργανισµού Διαχείρισης Δημόσιου Χρέους (ΟΔΔΗΧ) του υπουργείου µου. Και πέµπτη n επικεφαλής του Ταµείου Χρηµατοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ). Διάβασα το µέιλ άλλη µία φορά. Πράγματι είχε σταλεί την 21η Φεβρουαρίου σε αυτούς τους πέντε παραλήπτες. ‘Ηµουν συvτετριµµένος. Η κατηγορία µου ότι οι Βρυξέλλες όρισαν την προθεσµία αναδροµικά για να µου στήσουν παγίδα κατερρίφθη οριστικά.

Από τους πέντε αποδέκτες του µnνύµατος του Βίζερ, δύο δεν µπορούσαν να θεωρηθούν υπεύθυνοι να µε ενημερώσουν: οι επικεφαλής του ΟΔΔΗΧ και του ΤΧΣ, οι οποίοι δεν είχαν κύρια εµπλοκή και απλώς τους κοινοποιούνταν n επιστολή Βίζερ. Όσο για τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, αν βασιζόµουν πάνω του για να µε βοηθήσει στον αγώνα µου κατά των πιστωτών, θα ήµουν άξιος της τύχης µoυ. ‘Eµεvαν δύο σύντροφοι οι οποίοι είχαν υποχρέωση και πολιτική ευθύνη να µου διαβιβάσουν το µήνυµα: ο Χουλιαράκης κι ο Δραγασάκης.

Τηλεφώνησα πρώτα στον Δραγασάκη. Eίχε λάβει το µέιλ; Δεν μπορούσε να θυµηθεί. «Στο γραφείο µου κοινοποιούνται τόσα µέιλ που έχουµε χάσει τον λογαριασµό», ήταν η απάντησή του. Δε µε έπεισε. Το προσωπικό του γραφείου του θα έπρεπε να έχει αντιληφθεί με µια µατιά τη σημασία της επιστολής Βίζερ. «Δε σ’ το ‘λεγα εδώ και βδοµάδες;» µου είπε ο Βασίλης Καφούρος κουνώντας το κεφάλι. Τηλεφώνησα πρώτα στον Δραγασάκη.«Ο Δραγασάκης σ’την έχει στηµένη σε κάθε γωνία. Ακόµα και σήµερα το πρωί οι άνθρωποί του ενημέρωναν τους δηµοσιογράφους οτι είσαι πιασµένος στο δόκανο της τρόικας». Δεν ήµουν σίγουρος, καθώς δεν ήταν απίθανο όντως το µέιλ Βίζερ να χάθηκε στο δάσος µηνυµάτων που λάµβανε n αντιπροεδρία. Ακόµα και αλήθεια να ήταν όµως, δεν είχα αποδείξεις για να κατηγορήσω τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης για συνειδητή υπονόμευση.

Με τον Χουλιαράκη τα πράγµατα ήταν διαφορετικά. Δουλειά του ως αναπληρωτής µου στο Eurogroup ήταν να αποτελεί τον δίαυλο επικοινωνίας µε τον Τόµας Βίζερ και την υπόλοιπη τρόικα Ήταν µεταξύ των σαφώς προσδιορισµένων καθηκόντων του να µου διαβιβάζει ακόµα και τα πλέον ασήµαντα µηνύµατα από τους πιστωτές, πολλώ δε µάλλον ένα µέιλ τέτοιας κολοσσιαίας σnµασίας. Όταν τον προκάλεσα να µου απαντήσει, ισχυρίστηκε και αυτός οτι το µέιλ είχε «χαθεί» στα εισερχόμενα του.

«Πώς µπορεί να χαθεί ένα τέτοιο µέιλ στα εισερχόµενα σου, Γιώργο;» ρώτησα, σχεδόν µην μπορώντας να πιστέψω αυτό που είχα µόλις ακούσει. Όπως και πριν από δύο nµέρες, όταν του είχα ζητήσει εξηγήσεις για τη δημιουργία του αρχείου του Word από τον Κοστέλλο, ο Χουλιαράκης αντέδρασε σαν να µην είχε κανέναν λόγο να ζητήσει συγνώμη, σαν να µην είχε συµβεί τίποτε. «Αυτό δε θα περάσει έτσι, Γιώργο», είπα με τη μεγαλύτερη δυνατή αυτοσυγκράτηση προτού τρέξω ξανά στο Μαξίμου για να ασχοληθώ με την κρίση που είχε προκαλέσει n «αμέλεια» του Χουλιαράκn.

`

Τούτο το πράγμα του σκότους το αναγνωρίζω για δικό μου

(Ουίλιαμ Σαίξπηρ, Τρικυμία,

Πράξη 5, Σκηνή 1)

το Μέγαρο Μαξίμου ο Σαγιάς και ο Αλέξης ήταν, όπως κι εγώ, έξαλλοι. Κατάλαβαν το πολιτικό κόστος της παγίδας στην οποία μας είχε ρίξει ο Χουλιαράκης. Το να υιοθετήσουμε πλήρως τη φρασεολογία των πιστωτών, χωρίς καμία τροποποίηση για ένα αίτηµα αυτού του τύπου, ήταν καθαρή καταστροφή: θα σήμαινε ότι δεν είχαμε κερδίσει την παράταση από αυτούς με τους δικούς μας όρους, αλλά ότι η τρόικα επέλεξε να μας την επιβάλει με τους δικούς της, θα δικαίωνε όσους έλεγαν ότι η τρόικα κάνει κουμάντο και ότι οι προσπάθειές μας να κερδίσουμε ξανά την κυριαρχία μας ισοδυναμούσαν με αξιοθρήνητη πλάνη.

Αργότερα, όταν είπα στον Σαγιά πώς αντέδρασαν ο Δραγασάκης και ο Χουλιαράκης όταν τους ζήτησα εξηγήσεις, χαμογέλασε πικρά, ακουμπώντας τον δείκτη του δεξιού του χεριού στον κρόταφό του σαν να μου έλεγε «σ’τα είχα πει!» και μου θύμισε την πρόβλεψή του, τις πρώτες nμέρες της διακυβέρνησής μας, ότι ο Δραγασάκης είχε σκοπό τελικά να υπονομεύσει τον Αλέξη και, βεβαίως, εμένα. Όσον αφορά τη βασική του συμβουλή, αυτή ήταν μία: Να απολύσω τον Χουλιαράκn! «Ξεφορτώσου τον αμέσως», μου είπε κατηγο-ρηµατικά, πρoσθέτοντας διάφορα κοσμητικά για τον Χουλιαράκη που δεν μπορώ να τα δημοσιεύσω. Ημουν αποφασισμένος να το κάνω. Πρώτα όμως έπρεπε να λύσουμε το πρόβλημα.(….)

Αλέξης δεν ήθελε επ’ ουδενί να συναινέσει στο να αποσταλεί η επιστολή που μου υπαγόρευσε ο Βίζερ. Ο Σαγιάς, μιλώντας ως δικηγόρος μου, με προειδοποίησε να μην την υπογράψω χωρίς επίσημη πολιτική στήριξη. Κάτι τέτοιο θα με εξέθετε προσωπικά σε μέγιστο κίνδυνο, τόσο από πολιτικής όσο και από νομικής απόψεως, μου είπε. Το σωστό θα ήταν, συνέχισε, να τεθεί η επιστολή προς ψήφιση στη Βουλή, όπως έκαναν οι μνημονιακές κυβερνήσεις πριν στείλουν επιστολές στην τρόικα µε τις οποίες αιτούνταν τη σύναψη ή την επέκταση δανειακής συµφωνίας. Όµως ο Αλέξης δεν το σκεφτόταν καν.

Το να ζητήσει από τη Βουλή και δη από την κοινοβουλευτική µας οµάδα, να εγκρίνει επιστολή προς την τρόικα γραµµένη σε άπταιστα τροϊκανικά θα αναστάτωνε τους βουλευτές µας, θα έριχνε νερό στον µύλο της Αριστερής Πλατφόρμας (που ήδη µας κατηγορούσε για συνθηκολόγηση µε τους πιστωτές), θα απογοήτευε τους ψηφοφόρους µας και θα ενθουσίαζε την αντιπολίτευση- οι εκπρόσωποι της οποίας θα απολάµβαναν µια επιστολή που τους έδινε πάτημα να κοκορεύονται οτι γίναµε κι εµείς σαν κι αυτούς, µιλώντας τη γλώσσα των πιστωτών χωρίς να έχουµε προσθέσει ούτε ένα «και» δικό µας.

Mπρoς γκρεµός και πίσω ρέµα. Αν δεν υπέγραφα την επιστολή, είτε γιατί θα αρνιόµουν να το κάνω είτε γιατί n Βουλή θα απέρριπτε το αίτηµα µας να µε εξουσιοδοτήσει να την υπογράψω, οι τράπεζες θα έκλειναν και η τρίμηνη παράταση θα χανόταν. Από την άλλη πλευρά, αν υπέγραφα την επιστολή, θα παίζαµε το παιχνίδι των εχθρών µας. Σε κάθε περίπτωση έπρεπε να αποφασίσουµε, και έπρεπε να το κάνουµε προτού ο ήλιος ανατείλει πάνω από τον Υµηττό το πρωί της Παρασκευής.

Η νύχτα εκείνης της Πέµπτης κράτησε µια αιωνιότητα. Υπουργοί πηγαινoέρχoνταν στο Μαξίµου, κοµµατικά στελέχη έµπαιναν κι έβγαιναν από το γραφείο του πρωθυπουργού και τους παρακείµενους διαδρόµους και τις αίθουσες κι εµείς στύβαµε το µυαλό µας να βρούµε µια λύση. Ούτε οι αυθόρµητες συσκέψεις ούτε οι αλληλο-ενηµερώσεις ή οι συναντήσεις και οι συζητήσεις µπορούσαν να φωτίσουν τη δεινή θέση στην οποία βρισκόµασταν. Όλο αυτό το διάστημα µε τον Σαγιά καθόµοσταν στο ευρύχωρο γραφείο του Αλέξη ανταλλάσσοντας ιδέες χωρίς προοπτική και κάποτε βαδίζαµε πάνω κάτω προσπαθώντας να τετραγωνίσουμε τον κύκλο.

`Ανάµεσα στους συναδέλφους που µας επισκέφτηκαν εκείνη τη νύχτα ήταν ο Σταθάκης, ο υπουργός Οικονοµίας. Ήταν τόσο εξοργισµένος µε τον Χουλιαράκη που µας έφερε σε αυτή την κατάντια ώστε άρχισε να µε µαλώνει που τον προσέλαβα. Του θύµισα ότι δεν τον είχα προσλάβει αλλά ότι τον είχε διορίσει απευθείας ο Δραγασάκης. Το θυμήθηκε αλλά µε έψεξε που δεν τον έδιωξα κακήν κακώς όταν αποκαλύφθηκε n ιστορία µε το έγγραφο Word που είχε δημιουργηθεί στον υπολογιστή του Κοστέλλο. Και πάλι έπρεπε να του θυµίσω ότι, ακόµα και τότε, θα ήταν πολύ αργά γιατί ο Χουλιαράκης είχε αποκρύψει το µέιλ Βίζερ µία µέρα πριν αποκαλυφθεί εκείνο το φιάσκο. Σε κάθε περίπτωση, του είπα, είχαµε ένα σοβαρό πρόβλημα να λύσουµε εκείνο το βράδυ προτού διώξουµε τον Χουλιαράκη µε την ανατολή του ηλίου.

Ο Σταθάκης συµφώνησε και, κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του αρκετές φορές, αποχώρησε. Βλέποντάς τον να πηγαίνει σπίτι, ζήλεψα. Ευτυχώς όµως ή αδρεναλίνη έκανε τη δουλειά της και σχεδόν αµέσως ανέκτησα την ενέργεια που απαιτούσε ή επιστροφή στην προσπάθεια εξεύρεσης λύσης.

νύκτα προχωρούσε και ο Αλέξης φαινόταν χαµένος, «Δεν µπορώ να πάω αυτή την επιστολή στη Βουλή. Η Αριστερή Πλατφόρμα θα µε κατακρεουργήσει και ή αντιπολίτευση θα µε γελοιοποιήσει», έλεγε συνέχεια. Του πρότεινα να δοκιµάσουµε µια καινοτόμο λύση: την αλήθεια! Θα πρέπει να πούµε στους βουλευτές µας ακριβώς το τι έγινε. «Δεν έχουµε τίποτε να ντραπούµε», επέµεινα. Να τους πούµε ότι ο Βίζερ ενημέρωσε µόνο κάποιους ανθρώπους για την εκπνοή της προθεσµίας και ότι το µάθαµε αφού είχε εκπνεύσει. Να το χρησιµοποιήσουµε ως ευκαιρία να επιβεβαιώσουμε ξανά στους βουλευτές µας, συµπεριλαµβανοµένων των συντρόφων της Αριστερής Πλατφόρμας, τη συλλογική µας δέσµευση στη στρατηγική µας: να κερδίσουµε χρόνο δίνοντας την τελευταία ευκαιρία σε διαπραγματεύσεις, έτοιµοι όµως να τερµατίσουµε τη διαδικασία τη στιγµή που εµείς θα επιλέγαµε αν οι πιστωτές συνέχιζαν να επιµένουν στο µνημόνιο και να απορρίπτουν την αναδιάρθρωση του χρέους.

Ο Αλέξης δεν πείστηκε. «Αυτό θα δίχαζε το κόµµα και τους βουλευτές µας», είπε. Φοβόταν ότι, λέγοντας στους βουλευτές µας τι είχε συµβεί, θα αποκάλυπτε ότι κάποιοι δικοί µας γνώριζαν για την επιστολή αλλά δε µας το είπαν. Ο Σαγιάς συµφώνησε. Δεν µπορούσαµε να επιτρέψουµε να φανεί δημόσια ότι υπήρχαν διαφορές ανάµεσά µας n να κατηγορήσουµε µέλη της κυβέρνησης για ανικανότητα που άγγιζε εξευτελιστικά όρια. Αν ήταν να τους αποκαλύψουμε, θα έπρεπε και να τους απολύσουμε. «είναι τώρα καιρός να στραφούμε ο ένας εναντίον του άλλου δημόσια; Τώρα που οι πιστωτές μας ζυγώνουν από όλες τις πλευρές;» αναρωτήθηκε, Δεν είχε καθόλου άδικο. Έτσι η νύκτα βάθαινε και η διάθεσή μας γινόταν ολοένα και πιο σκοτεινή.

Δεν μπορούσα να αφήσω εκείνη τη μαύρη τρύπα να μας καταπιεί. Κάποιος έπρεπε να κάνει κάτι. Σε κλάσμα δευτερολέπτου πήρα τηv απόφαση: θα απάλλασσα τον Αλέξη από το βάρος εκείνο και θα το έπαιρνα όλο επάνω μου. Δεν ήμουν, άλλωστε, ο ιδανικός αποδιοπομπαίος τράγος για τους συντρόφους μου στον Σύριζα; Και ο τέλειος στόχος για τnv αντιπολίτευση; Δεν είχα επιστρέψει από το Τέξας για να βοηθήσω την υπόθεσή της διαπραγμάτευσης συνολικά και τον Αλέξη συγκεκριμένα; Το προσωπικό κόστος δεν είχε καμία σημασία εκείνη τη δύσκολη στιγμή. Ως πρόλογο σε αυτό που ετοιμαζόμουν να πω, ρώτησα τον Αλέξη: «είσαι βέβαιος ότι δεν μπορείς να πας στη Βουλή να πεις τα πράγματα με το όνομά τους να πάρεις μια ψήφο που να με εξουσιοδοτείς νά υπογράψω τηv επιστολή και να γυρίσουμε σελίδα;» τον ρώτησα.

Έδειχνε κουρασμένος και καταβεβλημένος καθώς στρεφόταν προς τον Σαγιά, που επίσης έδειχνε κουρασμένος και καταβεβλημένος. Ο Σαγιάς τον συμβούλεψε, ως όφειλε, να μην το κάνει. «Στην περίπτωση αυτή, Αλέξη», είπα όσο πιο αποφασιστικά μπορούσα, «θα αναλάβω αποκλειστικά τηv ευθύνη. Θα υπογράψω το διαολεμένο γράμμα χωρίς την έγκριση της Βουλής, θα το στείλω στους πιστωτές και θα προχωρήσουμε στο διά ταύτα. Αν αυτό σημαίνει οτι θα αποτελέσω αντικείμενο της οργής των συντρόφων μας, ή θα είμαι εκτεθειμένος σ’ ένα κυνήγι μαγισσών που μπορεί να με σύρει σε ειδικά δικαστήριο, αυτό είναι ένα ρίσκο που είμαι διατεθειμένος να το αναλάβω. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι Ο χρόνος τελείωσε!’» Τα μάτια του Αλέξη φωτίστηκαν.

«Θα έκανες κάτι τέτοιο» με ρώτησε, .
«Αν κάποιος πρέπει να την πληρώσει, ας είμαι εγώ», είπα. «Στο κάτω κάτω, γι’ αυτό δε με διάλεξες; θυμάσαι που μου ζήτησες να μη γίνω μέλος του Σύριζα, ώστε να μπορώ να κάνω πράγματα που η κομματική μου ιδιότητα δε θα επέτρεπε: Αν όχι τώρα, τότε πότε;»
(σ.σ. Εντυπωσιακό)

πειδή με κοίταζαν κάπως αποσβολωμένοι, και εξαντλημένοι, εξήγησα το σκεπτικό μου: Στόχος της συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου ήταν να κερδίσουμε χρόνο, δίνοντας σε διαπραγματεύσεις, και συγκεκριμένα στην Άνγκελα Μέρκελ, την ευκαιρία να φανεί ότι, επιτέλους, βοήθησε να κλείσει n ελληνική πληγή κόντρα στις βουλές των Σόιμπλε-Ντάισελμπλουμ. Μπορεί αυτό να μη συνέβαινε ποτέ, όμως είχαμε υποχρέωση να το προσπαθήσουμε. Θα ήταν ανόητο να αναιρεθεί αυτή η ευκαιρία λόγω του Χουλιαράκη. Βέβαια, τόνισα άλλn μία φορά, όλα αυτά υπό την προϋπόθεση ότι, αν n Μέρκελ και ο Ντράγκι συστρατευτούν στο τέλος με την τρόικα εμμένοντάς στο μνημόνιο και στη χρεοδουλοπαροικία της Ελλάδας, εμείς θα έπρεπε, σε στιγμή δικής μας ψύχραιμης επιλογής, να τραβήξουμε την πρίζα, όπως είχαμε συμφωνήσει Ο Αλέξης δε μου απάντησε.

Γύρισε προς τον Σαγιά ρωτώντας: «Μπορεί να υπογράψει έτσι απλά;» Ο Σαγιάς είχε αμφιβολίες. «Θα σε ρίξουν στους λύκους αν δεν εξασφαλίσεις προηγουμένως κάποια νομική γνωμοδότηση με την οποία να καλύψεις τα νώτα σου», με προειδοποίησε άλλη μία φορά. «Κατ’ ελάχιστον χρειαζόμαστε τον πρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους να δώσει έγγραφη γνωμοδότηση ότι αυτό είναι μέσα στις αρμοδιότητες του υπουργού Οικονομικών». «Τηλεφώνησε του τώρα», είπε ο Αλέξης. Ήταν τέσσερις η ώρα το πρωί. Μισή ώρα αργότερα θα κατέφθανε στο Μέγαρο Μαξίμου ο πρόεδρος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, χλομός και μαζεμένος.

Το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους αποτελείται από συντηρητικούς νομικούς που παρέχουν στους υπουργούς και σε άλλα κυβερνητικό όργανα νομικές γνωμοδοτήσεις με τρόπο που να καλύπτει τα συλλογικά νώτα τους. Η επιφυλακτικότητα είναι το σύνθημά τους και η αποφυγή αντιπαραθέσεων n θρησκεία τους. Ο συγκεκριμένος κύριος ήταν στη θέση του λίγες μόνον εβδομάδες, ενώ ο διορισμός του ήταν αποχαιρετιστήριο δώρο από τον απερχόμενο πρωθυπουργό Αντώνη Σαμαρά. Έχοντας κληθεί από τον νέο πρωθυπουργό μια τέτοιο άγρια ώρα, με εμένα και τον Σαγιά να τον κοιτάμε έντονο, φαινόταν κοκαλωμένος από φόβο, σε τέτοιο βαθμό που τον συμπόνεσα. Οι συνθήκες όμως ξεπερνούσαν όλους όσοι ήμασταν στο δωμάτιο. Η θετική έγγραφη γνωµοδότησή του θα ενίσχυε τη θέση µου και την απόφαση µου να πάρω το ζήτημα πάνω µου υπογράφοντας την αίτηση επέκτασης για ένα τρίµηνο της δανειακής σύµβασης της χώρας µε τους πιστωτές µας. Του ζητούσαμε µια απλή γνωµοδότηση που θα εξασφάλιζε στη χώρα παράταση τριών µηνών, στη διάρκεια των οποίων θα έπρεπε να ανακαλύψουµε, µια για πάντα, αν µια αξιοπρεπής συµφωνία ανάµεσα στη χώρα και στους πιστωτές της ήταν εφικτή.

Νοµικά, αυτό που του ζητούσαµε να κάνει ήταν απολύτως επιτρεπτό. Ο Σαγιάς είχε κάνει την απαραίτητη προεργασία µε τη δέουσα επιµέλεια και, από συνταγµατική και νοµική πλευρά, η κατάσταση ήταν πεντακάθαρη: ήταν πλήρως και σαφώς µεταξύ των αρµοδιοτήτων µου ως υπουργός Οικονοµικών n δυνατότητα να υπογράψω µια επιστολή που ζητούσε την παράταση της δανειακής συµφωvίας εκ µέρους της κυβέρνησης. Όµως, ως είθισται, για συντηρητικούς νοµικούς του Δημοσίου το µόνο που προέχει είναι να µη φανεί ότι έκαναν κάτι εκτός της πεπατηµένης. Κι εδώ δεν υπήρχε σχετικό προηγούμενο.

«Κύριε Πρωθυπουργέ», είπε διαµαρτυρόµενος µέσα από τα δόντια του, «σε κάθε προηγούμενη περίπτωση η επιστολή του υπουργού Οικονοµικών που απευθυνόταν στους πιστωτές, και αφορούσε κάποια δανειακή συµφωνία, είχε προηγουµένως την έγκριση της Βουλής».

Ο Αλέξης, ο Σαγιάς κι εγώ απαντήσαμε σε διαμαρτυρίες του σαν ένα καλοπροβαρισµένο τρίο: Υπάρχει τεράστια διαφορά, είπαμε, ανάµεσα σε µια νέα δανειακή συµφωνία, η οποία ασφαλώς απαιτεί την έγκριση του κοινοβουλίου (δεδοµένου ότι δεσµεύει το κράτος σε νέες οικονοµικές υποχρεώσεις, σε νέα δάνεια) και σ’ αυτό που κάναµε. Εν προκειµένω η επιστολή µου, προσθέσαµε, αιτείται µια απλή τριµηνιαία παράταση ισχύουσας δανειακής σύµβασης η οποία: (l) δεν αφορά ούτε ένα επιπλέον ευρώ δανεισµού και (2) δεν τροποποιεί την ισχύουσα συµφωνία σε οτιδήποτε.

Το επιχείρημα µας ήταν απολύτως έγκυρο, αλλά ο πρόεδρος του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους είχε παραλύσει από τον τρόµο µπροστά στο ενδεχόµενο να παράσχει γνωµοδότηση που θα στήριζε κάτι για το οποίο δεν υπήρχε προηγούμενο επί του πρακτέου. Ως υφιστάμενο µου, καθώς το Νοµικό Συµβούλιο υπάγετο στο Υπουργείο Οικονοµικών, ήταν υποχρέωση µου να τον πάρω στην άκρη, να τον ηρεµήσω και να του εξηγήσω πως οι ιδιαίτερες περιστάσεις, όπως εκείνη, απαιτούν ιδιαίτερες δράσεις. Κατόπιν το ίδιο έκανε κι ο Αλέξης, παίρνοντάς τον µε τη σειρά του κατά µέρος για µερικά λεπτά της ώρας. Τελικά ο συνδυασµός λογικής και αποφασιστικότnτας, αυστηρότητας και φιλικότητας απέδωσε καρπούς. Αποκαμωμένος, όπως κι’εµείς, ο πρόεδρος του Νοµικού Συµβουλίου του Κράτους επέστρεψε στο γραφείο του, όπου συνέγραψε γνωµοδότηση πως ο υπουργός Οικονοµικών έχει την εξουσία να υπογράψει τη συγκεκριµένη επιστολή. Μόλις την έλαβα, υπέγραψα την επιστολή και, µε αηδία στο στόμα, την έστειλα στον Βίζερ και στον Ντάισελµπλουµ.

Ήταν «ένα πράγµα του σκότους», όπως έγραφε κάποτε ο Σαίξπηρ στην Τρικυµία του. Και το αναγνώριζα ως δικό µου. Το πήρα στoυς ώµους µου για να αλαφρώσω τους ώµους του Αλέξη. Εκείνος θα τιµούσε τη συµφωνία µας; θα ήταν έτοιµος να ενεργοποιήσει το σχέδιο αποτροπής αν οι τριµηνιαίες διαπραγµατεύσεις, που η υπογραφή µου του εξασφάλισε, οδηγούσαν σε αδιέξοδο λόγω της αδιαλλαξίας των δανειστών; Τις πρωινές ώρες της Παρασκευής 27 Φεβρουαρίου, ήµουν πεπεισµένος, αν και όχι βέβαιος, ότι ήταν. Λίγες ώρες όµως αργότερο, την ίδια µέρα, άρχισε να µε ζώνει η αµφιβολία.

 

Οι µάσκες έπεσαν

 

ανάγκη να αντικαταστήσω τον Χουλιαράκη ήταν πλέον επιτάκτική. Ο εκπρόσωπός µας στο Eurogroup Working Group, και συνοδός µου στο Eurogroup, έπρεπε να αποτελεί την αιχµή του δόρατός µου. Αυτό ίσχυε για κάθε άλλον υπουργό Οικονοµικών της ευρωζώνης. Ηταν ο ένας διορισµός που απαιτούνταν να είναι στην πλήρη, διακριτική ευχέρεια του υπουργού που δίνει τη µάχη µε τον Σόιµπλε, τον Ντάισελµπλουµ και τον Βίζερ. Ιδίως στην περίπτωση µας, µ’ ένα Υπουργείο Οικονοµικών γεµάτο τρύπες, χρειαζόμουν απεγνωσµένα για πρόεδρο του ΣΟΕ (του Συµβουλίου Οικονοµικών εµπειρογνωµόνων) έναν άνθρωπο στον οποίο να έχω απόλυτη εµπιστοσύνη, τόσο ως οικονοµολόγο όσο και ως Προσωπικότητα. Τίπoτα από τα δύο δε συνέβαινε.

Οι αναλυτικές δεξιότητες του Χουλιαράκn, κατά την εκτίμnσn μου, ήταν πτωχές , το ακαδημαϊκά του προσόντα πενιχρά και η αφοσίωση του στη σαθρή οικονομετρία της τρόικα ανησυχαστική. Όσον αφορά τον χαρακτήρα του, ήταν το αντίθετο του ομαδικού παίκτη: απροσπέλαστος, σχεδόν πάντα αργοπορnμένος στις συναντήσεις και συνήθως εξαιρετικά δύσκολο να εντοπιστεί. Σπάνια απαντούσε στο τηλέφωνό του όταν καλούσα, και ακόμη και n γραμματέας του σπάνια ήξερε πού ακριβώς βρισκόταν. Απ’ό,τι μου είπαν ο Ευκλείδης και ο Αλέξης, σπάνια απαντούσε και στις δικές τους κλήσεις. Η ερώτηση «πού είναι ο Χουλιαράκης;» είχε γίνει ανέκδοτο μεταξύ των φίλων μας. Όταν με ρωτούσαν, ανασήκωνα τους ώμους μου λέγοvτας: «Πού θέλετε να ξέρω; εγώ είμαι απλώς το αφεντικό του». Το αστείο πλέον είχε παραγίνει, για να μην πω τίποτε χειρότερο.

Παρ’ όλα αυτά, η προοπτική να τον απολύσω με στενοχωρούσε και με γέμιζε απροθυμία. Το τελευταίο που χρειαζόμασταν, ως κυβέρνησή, ήταν να δώσουμε στα εχθρικά μέσα ενημέρωσης τροφό για ρεπορτάζ που θα εστίαζαν στις εσωτερικές μας διαφωνίες και εμπλοκές. Όμως, το έγγραφο του Κοστέλλο και το μέιλ του Βίζερ είχαν εκθέσει εμένα, τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση και παραλίγο να είχαν οδηγήσει τη Χώρα σε πρόωρη ρήξη με τους πιστωτές της. Αν όχι τίποτε άλλο, ήταν πλέον αδύνατο να τον διατηρήσω ως τον σύνδεσμό μου με το δίδυμο των αρχιτροϊκανών Κοστέλλο-Βίζερ.

Αργότερα το ίδιο πρωί, αφού όλοι είχαμε ξεκλέψει μερικές ώρες ύπνου, επέστρεψα στο Μαξίμου για να ενημερώσω τον Αλέξη σχετικά με το σχέδιό μου αντικατάστασης του Χουλιαράκn. Η ιδέα ήταν να τον προαγάγω από πρόεδρο του ΣΟΕ (του Συμβουλίου Οικονομικών εμπειρογνωμόνων) σε γενικό γραμματέα Δημοσιονομικής Πολιτικής (ΓΓΔΠ), θέση έως τότε κενή. Αυτό, τύποις, θα μετρούσε ως προαγωγή. Όντος ως ΓΓΔΠ θα μπορούσε να κάνει σχετικά μικρές ζημίες. Στη θέση του, στο ΣΟΕ, πρότεινα να διορίσω τον συνάδελφό μου στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Νίκο Θεοχαράκη, του οποίου ο διορισμός στη θέση του γενικού γραμματέα Δημοσιονομικής Πολίτικης είχε καθυστερήσει λόγω γραφειοκρατίας. Ως κορυφαίος οικονομολόγος, διδάκτωρ του Κέμπριτζ, πολιτικά κοντά στον ΣΥΡΙΖΑ, προτού ακόμα ιδρυθεί το κόμμα, και φίλος στον οποίο μπορούσα να εμπιστευθώ ως και τη ζωή μου αποτελούσε τον ιδανικό αντικαταστάτη.

Αλέξης δε χάρηκε. Χρειάστηκε να του υπενθυμίσω τη ζημιά που είχε προκαλέσει ο Χουλιαράκης. Δεν αμφισβήτησε το σκεπτικό μου, αλλά, προς τεράστια απορία μου, δεν έδειχνε να ενθουσιάζεται καθόλου με το σχέδιό μου. Υποχώρησε μόνο όταν του είπα ότι και ο Σαγιάς και ο Σταθάκης ήταν επίσης της άποψης ότι ο Χουλιαράκης έπρεπε να απομακρυνθεί. «εάν αυτό θέλεις να κάνεις , προχώρα», είπε σαφώς δυσαρεστημένος με την εξέλιξή.

Περπατώντας πρoς το υπουργείο, προσπαθούσα να δικαιολογήσω την απροθυμία του Αλέξη. Υπέθεσα ότι φοβόταν μήπως δυσαρεστήσει τον Δραγασάκη, καθώς είχε επενδύσει τόσο πολλά στα συμμαχία του με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνnσης. Εκείνο όμως που δεν μπορούσα να καταλάβω ήταν n άρνηση του Αλέξη να εκτιμήσει τη λύση που πρότεινα με την προαγωγή του Χουλιαράκn, η οποία δεν έφερνε σε δύσκολη θέση ούτε τον ίδιο ούτε τον Δραγασάκη.

Με αυτή την απορία να στροβιλίζει στο μυαλό μου, κάλεσα τον Θεοχαράκη. «Νίκο, είχα να σου κάνω μια προσφορά που δεν μπορείς να την αρνηθείς. Θα ήθελα να αποδεχθείς τη θέση του προέδρου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων», του είπα. Ο Νίκος βρέθηκε σε δίλημμα. Από τη μία πλευρά, ως καλός φίλος τόσο εμού όσο και του Σύριζα, ένιωθε την ανάγκη να δεχθεί. Από την άλλη πλευρά, όταν άφησα το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 2012 για να πάω σε Ηνωμένες Πολιτείες, είχε ήδη αναλάβει διευθυντής του Τομέα Πολίτικης Οικονομίας, καθώς και διευθυντής του πρωτοποριακού διδακτορικού προγράμματος στα οικονομικά, το οποίο εργαστήκαμε σκληρά για να στήσουμε από το 2001. Εάν αποδεχόταν την προσφορά μου, ανησυχούσε οτι θα κατέρρεαν όλα εκείνα για τα οποία εργαζόταν χρόνια ολόκληρα στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Ωστόσο, όταν του εξήγησα την κρίσιμη συγκυρία και τα προβλήματα που αντιμετωπίζω στο εσωτερικό του υπουργείου, συμφώνησε.

Είχε έρθει η ώρα να τα πούμε με τον Χουλιαράκn. Όταν έφθασε στο γραφείο μου, μπήκα αμέσως στο θέμα. Του θύμισα το δύο πρόσφατο συμβάντα, με το έγγραφο Κοστέλλο και το «χαμένο» μέιλ Βίζερ. Τόνισα ότι, µετά από αυτά, µου ήταν αδύνατον να του έχω την εμπιστοσύνη που ήταν απαραίτητη για κάποιον µε αυτό τον ρόλο. Και δεν ήταν µόνο αυτές οι δύο περιπτώσεις, πρόσθεσα. Ακόµα και αν τις λησμονούσα ως παροδικά ολισθήµατα, υπήρχε n έλλειψη συνέπειας, n γενικότερή έλλειψη διαθεσιμότητας και το γεγονός οτι -υπό την προεδρία του το Συµβούλιο Οικονοµικών µου εµπειρογνωµόνων συνέχιζε να βασίζεται στα αποδεδειγµένα εσφαλµένα µακροοικονοµικά υποδείγματα της τρόικας. Και έτσι του πρότεινα να τον προαγάγω σε γενικό γραμµατέα Δημοσιονομικής Πολιτικής, µε τον Νίκο Θεοχαράκη να τον αντικαθιστά στη θέση του προέδρου του Συµβουλίου Οικονοµικών Εµπειρογνωµόνων.

Ήξερα ότι αυτό δε θα άρεσε στον Χουλιαράκn. Το καταλάβαινα. Σε κανέναν δεν αρέσει να του λένε ότι δεν µπορούν να τον εμπιστευτούν, ότι το οικονομικά του υποδείγματα είναι εσφαλµένα και ότι πρόκειται να προαχθεί προκειµένου να φύγει από τη µέση. Αλλά ούτε στους χειρότερους εφιάλτες µου δεν µπορούσα να φαντασθώ την απάvτηση που µου έδωσε:

«Αυτή είναι απόφασή σου, Γιάνη. Αλλά να ξέρεις ότι αν αποφασίσεις να µου πάρεις το ΣΟΕ, δε θα αποδεχθώ τη θέση του γενικού γραµµατέα Δηµοσιονοµικής Πολιτικής ούτε οποιαδήποτε άλλη θέση στην κυβέρνηση. Θα πάω στην Τράπεζα της Ελλάδος, όπου ο Στουρνάρας µου έχει έτοιµη θέση».

Η µάσκα είχε µόλις πέσει. Ο κυνισµός του ήταν δυσθεώρητος.

Μόλις µου είχε πει, χωρίς αιδώ, οτι αν του έκοβα τους προνοµιακούς δεσµούς που είχε µε τους αξιωµατούχους της τρόικας στο υπουργείο µου, στέλνοντάς τον από τον ΣΟΕ στη ΓΓ ΔΠ, εκείνος θα παραιτούνταν για να πάει να εργασθεί απευθείας µε την τρόικα, που τόσο έξοχα την εκπροσωπούσε στην Ελλάδα ο Στουρνάρας. Και όχι µόνον αυτό, αλλά παραδέχτηκε, εντελώς ανοιχτά, ότι ήταν ήδη σε συνεννόηση µε τον σηµαντικότερο σύµµαχο της τρόικας εν Ελλάδι, τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος τον άνθρωπο που είχε πυροδοτήσει τον τραπεζικό πανικό πριν από την εκλογή της κυβέρνησής µας σύµφωνα µε το σχέδιο της τρόικας να µας στραγγαλίσει οικονοµικά. Προκειµένου να µην του πω αυτό που είχα κατά νου, του είπα ότι θα εξέταζα τον απάvτηση του και ότι µπορούσε να φύγει. Αµέσως µετέβην στο Μαξίµου για να προειδοποιήσω τον Αλέξη ότι είχαµε έναν πέµπτοφαλαγγίτη ανάµεσα µας.

Mήνες προτού κερδίσουµε τις εκλογές, ο Αλέξης και η οµάδα του θεωρούσαν ότι ο διοικητής Στουρνάρας θα αποτελούσε εμπόδιο στην επερχόµενη κυβέρνηση τους. Δεν είχαν καθόλου άδικο. Ο λόγος για τον οποίο ο τότε πρωθυπουργός Σαμαράς τον µετακίνησε από το Υπoυργείo Οικονοµικών στην Τράπεζα της Ελλάδος ήταν ακριβώς για να υπονοµεύσει µια ενδεχόμενη κυβέρνηση Σύριζα. Πολλάκις ο Αλέξης µας είχε δηλώσει ότι η απομάκρυνση του Στουρνάρα ήταν βασική του προτεραιότητα. Η ειρωνεία είναι ότι ήµουν εγώ εκείνος που συνιστούσα µετριοπάθεια και µετριασµό της δηµόσιας εχθρότητας του Αλέξη απέναντι στον Στουρνάρα, επισηµαίνοντας οτι η κυβέρνηση δεν µπορεί να απομακρύνει τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος χωρίς να υπάρξει µείζων σύγκρουση µε το εκτελεστικό συµβούλιο της ΕΚΤ. Και όσον καιρό διαπραγματευόμαστε µε το Eurogroup, και προφανώς µε την ΕΚΤ, οφείλουµε να επιδείξουμε σεβασµό στο ελληνικό παράρτημα της στην Τράπεζα της Ελλάδος.

ν βεβαίως η ΕΚΤ έκλεινε τις τράπεζες και επιχειρούσε να ανατρέψει, µε αυτό τον τρόπο, τη δημοκρατικά εκλεγµένη κυβέρνηση ώστε να επιβληθούν κι άλλα τοξικά δάνεια, κι άλλη αυτοτροφοδοτούµενη λιτότητα, τότε θα ήταν n στιγµή να µπει στο ράφι n µετριοπάθεια και να αποµακρυνθεί ο Στουρνάρας. Ως ήταν αναµενόµενο, n προσπάθειά µου να µετριάσω την οργή του Αλέξη απέναvτι στον Στουρνάρα είχε δώσει κι άλλη ευκαιρία σε διαφόρους εντός του Σύριζα να µε παρουσιάζουν ως «δεξιό», ενδοτικό προς την τρόικα, φιλαράκι του Στουρνάρα κτλ

Πάvτως, υπό αυτό το πρίσµα, τη µέρα εκείνη, ήµουν κάτι παραπάνω από σίγουρος ότι ο Αλέξης θα εξοργιζόταν µε τα νέα οτι ο Χουλιαράκης µε είχε απειλήσει πως, αν τολµούσα να τον αποµακρύνω από τον ΣΟΕ, θα αυτοµολούσε στον Στουρνάρα. Είχα τόσο άδικο! Αντίθετα, αφού άκουσε το µαντάτα, ο Αλέξης µε κοίταξε και πάλι µε εκείνην τη στενοχωρημένη έκφραση που είχε πριν από λίγες ώρες, όταν του ανακοίνωνα την απόφαση µου να διώξω τον Χουλιαράκη. Με προφανή κατανόηση για τον αποστάτη και με ανησυχητική νωθρότητα στο βλέμμα του, είπε: «Τον καταλαβαίνω. Είχε αυτή τη συνεννόηση με τον Στουρνάρα εδώ και καιρό».(σ.σ. !!..)

Ήταν ως εάν κατά τη διάρκεια του πολέμου ο στρατάρχης να ανέφερε στον πρωθυπουργό του πως στρατηγός με καίριο πόστο τον απείλησε ότι, αν τον απομάκρυναν από το αγαπημένο του πόστο εκείνος θα πήγαινε να δουλέψει με-τον εχθρό και ο πρωθυπουργός του να απαντούσε: «Τον καταλαβαίνω. Είχε αυτή τη συμφωνία με τον εχθρό από καιρό»!

Aν η αντίδρασή μου στην απόπειρα της τρόικας να επαναφέρει το μνημόνιο στην τηλεδιάσκεψη του Eurogroup της 24ης Φεβρουαρίου ήταν ανεπίτρεπτα χλιαρή, η αντίδρασή μου στην εκπληκτική χαλαρότητα του Αλέξη ήταν σχεδόν αξιοθρήνητη. Η αλήθεια είναι ότι η ματιά που έριξα εκείνη τη μέρα στον εσωτερικό κόσμο του Αλέξη ήταν σύντομή, αλλά εκείνo, που αποκάλυψε θα έπρεπε να αρκούσε. Oτίδηποτε λιγότερο από οργή για τον Χουλιαράκη, που τόλμησε να μας απειλήσει οτι θα πάει να δουλέψει στον Στουρνάρα, έπρεπε να με είχε προειδοποιήσει πως το πλοκάμια της τρόικας δεν περιορίζονταν μόνο στο υπουργείο μου -πως είχαν διεισδύσει και στο Μαξίμου.

Ντρέπομαι που το λέω, αλλά η αλήθεια είναι ότι κοίταξα αλλού επίτηδες. Ότι δεν ήθελα να αναγνωρίσω στο πρόσωπο του Αλέξη αυτό που φαινόταν καθαρά εκείνη τη στιγμή επιτρέποντας ανοήτως στους ευσεβείς πόθους μου να επισκιάσουν όσα έβγαζαν μάτι.

Το ίδιο μοτίβο θα επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά τους επόμενους μήνες. Περιοδικά, στις εβδομάδες και τους μήνες που ακολούθησαν αντί να αντιληφθώ την προφανή διπροσωπία του θα έβρισκα δικαιολογίες για τις υποχωρήσεις του Αλέξη από τη συμφωνία μας. Θα τις απέδιδα στον φόβο, στην κατάθλιψή, στην απειρία του, βασιζόμενος τελικά στην καθαρή πίστη πως θα ερχόταν η στιγμή που ο Αλέξης θα ανέκαμπτε, θα πέταγε τα πλοκάμια, θα ξανάβρισκε την πίστη του στον σκοπό μας και θα τιμούσε τις υπέροχες λέξεις με τις οποίες με ενέπνευσε εκείνη την πρώτη μέρα στο Μαξίμου.

Τι θα μπορούσα να είχα κάνει διαφορετικά; Οι εκ των υστέρων διαπιστώσεις θολώνουν την ιστορία και βασανίζουν το μυαλό με στείρες υποθετικές προτάσεις. Ένα πράγμα ξέρω μόνο: Αν, προτού μπω στην τηλεδιάσκεψη του Eurogroup την 24η Φεβρουαρίου, είχα ρίξει έστω και μια ματιά στην άβυσσο των ματιών του Αλέξη την ώρα που μου δικαιολογούσε την αποστασία του Χουλιαράκη τρεις μέρες αργότερα, σίγουρα θα είχα αποσυρθεί από την παρωδία-διαπραγμάτευση εκείνη τη στιγμή. Ο μόνος λόγος που δεν το έκανα ήταν n πίστη πως μπορούσα να βασιστώ στον Αλέξη οτι θα πυροδοτούσε τη ρήξη σε ένα μεταγενέστερο στάδιο, αν χρειαζόταν, που θα το είχαμε συμφωνήσει από κοινού και εν ψυχρώ. Εκείνn n πεποίθηση εξανεμίστηκε όταν δικαιολόγησε την εξωφρενική απειλή του Χουλιαράκn να δουλέψει για τον Στουρνάρα.

Αν είναι έτσι, γιατί δεν αντέδρασα έντονα την 27η Φεβρουαρίου; Η μόνη εύλογn εξήγηση για τον λόγο που έκανα τα στραβά μάτια σε nλίου φαεινότερο, απολύτως δυσάρεστα, γεγονότα, και που δικαιολογούσα τον Αλέξη κατ’εξακολούθnσιν, είχε να κάνει με αυτά που συνέβαιναν στους δρόμους της Αθήνας, στις πόλεις και στα χωριά της Ελλάδας. Ένα ολόκλnρο έθνος ξανάβρισκε την αξιοπρέπειά του πιστεύοντας ότι δύο μας, ο Αλέξης κι εγώ, θα κρατάγαμε ψnλά το κεφάλι στις Βρυξέλλες, στη Φρανκφούρτη και στο Βερολίνο για χάρη τους. Μια Ακατανίκητη Άνοιξn φάνnκε να διαλύει το μαύρα σύννεφα πέντε συναπτών μνnμονιακών χειμώνων.

Με αυτό το κλίμα στην κοινωνία μας, μια ακαταμάχητη διστακτικότητα με σταματούσε από το να δηλητηριάσω τις ψυχές του κόσμου μας δnμοσιοποιώντας αυτά που έπρεπε να δημοσιοποιήσω για να σωθεί το κοινό εγχείρnμα: την προφανή πλέον τάση του Αλέξn προς την συνθnκολόγησn με ανθρώπους της τρόικας εντός, εκτός και επί τα αυτά. Αντ’ αυτού συνέχισα πιστεύοντας οτι ήμασταν μια γροθιά όταν, στην πραγματικότητα, n τρόικα είχε ήδη χώσει μια σφήνα ανάμεσα μας, την οποία με τρόπο αργό και βασανιστικό έσπρωχνε συστηματικά μέχρι να διαπεράσει πλήρως μεταξύ μας, χωρίζοντας μας λίγο λίγο έως ότου έρθει η ήττα.


Μορφοποίηση κειμένου (φωτό, σκίτσα, πλαίσια, χρώματα,τίτλοι,έντονα, παράγραφοι, κλπ δικά μας)

(Συνεχίζεται…)

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.