(ΣΩΣΤΗ ΕΠΑΝΑΛΗΨΗ) «ΑΝΙΚΗΤΟΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟI» Γιάνη Βαρουφάκη (3 από 11)

Standard

 

</span>
<p style="padding-left:60px;"><span style="color:#ffffff;">

(…) Α. Τσίπρας : Το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης ήταν ένα κάλεσμα συσπείρωσης του κόσμου μας, τίποτα περισσότερο».

Έχασα τα λόγια μου για μερικά δευτερόλεπτα, τέτοιος ήταν ο θυμός μου. Του τόνισα ότι ναι, είχαμε μεγάλη ανάγκη την υποστήριξη του κόσμου μας, αλλά ότι ήταν απαράδεκτο να προσπαθούμε να τη διασφαλίσουμε με ψέματα!

Απτόητος εκείνος, θέλησε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, εκστομίζοντας την εξής δυσοίωνη πολιτική ανάλυση:

Υπάρχει κομματική πολιτική και κυβερνητική πολιτική. Εσύ θ’ ασχοληθείς με τη δεύτερη και θ’ αφήσεις την πρώτη σ’ εμάς»…(Γ.Β.)…

`

Food Chain / Hellenic Banker-Hellenic Banks Recapitalized with the Taxes of Borrowers -German Banks-The of Hunger

`

 

`

Success Story

 `Κεφ. 3 (συνέχεια…)

`


Aναγκαία διευκρίνηση του γράφοντος:

Τιμώ και σέβομαι το Γιάνη Βαρουφάκη. Αναγνωρίζω, την εντιμότητα, την αξιοπρέπεια, τον πατριωτισμό, το σεβασμό σε ιδέες και αρχές, καθώς και τις εξαιρετικές γνώσεις και ικανότητες του.

Και συμφωνώ σε πολλά, όμως διαφωνώ πολιτικά μαζύ του, στο που πάμε και με ποιό τρόπο; δλδ στην σταδιακή βελτίωση του καπιταλισμού (ζήσε μάη μου» ), ή πέρα απ’αυτόν;

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ)

`

νώ ο Στουρνάρας αναλάµβανε το Υπουργείο Οικονοµικών, εκείνο το καυτό καλοκαίρι του 2012, οι αξιωματούχοι της ΕΕ και του ΔΝΤ προσπαθούσαν να λύσουν µια δική τους σπαζοκεφαλιά. Τα δάνεια της δεύτερης συµφωνίας διάσωσης είχαν καθυστερήσει, εξαιτίας των δύο εκλογικών αναµετρήσεων, και δε θα άρχιζαν να εκταμιεύονται πριν από το φθινόπωρο. Δυστυχώς, η Αθήνα είχε να αποπληρώσει στις 20 Αυγούστου οµόλογα που είχε στην κατοχή της η ΕΚΤ αξίας 3,5 δισεκατοµµυρίων ευρώ. Πώς θα γινόταν αυτό, δεδοµένου ότι το ταµεία ήταν άδεια;

Όταν θέλει η τρόικα, βρίσκει τρόπους. Ιδού, σε οργή κίνησή, ο τρόπος, η «λύση» που σκαρφίστηκαν, ώστε ο αναγνώστης να εκτιμήσει την ταχυδακτυλουργική τέχνη των τροϊκανών, σε όλο της το µεγαλείο:

⦁ Η ΕΚΤ παραχώρησε στις κρεοκοπηµένες ελληνικές τράπεζες το δικαίωµα να εκδώσουν lΟU µε oνοµαστική αξία 5,2 δισ. Ευρώ-μπακαλόχαρτα δηλαδή, δεδοµένου ότι τα ταµεία των τραπεζών ήταν άδεια.

⦁ Επειδή κανένας δε θα πλήρωνε πραγματικό χρήμα για να αγοράσει αυτά τα lΟU, οι τραπεζίτες τα προσκόµισαν στον υπουργό Οικονοµικών, τον Στουρνάρα, ο οποίος εγγυήθηκε γι’ αυτό, εξ ονόµατος του χρεοκοπημένου κράτους, σε µια κίνηση δηµιουργίας εικονικής πραγματικότητας (δεδοµένου πως καµία χρεοκοπημένη οντότητα, εν προκειµένω το κράτος, δεν είναι σε θέσn να εγγυηθεί πραγματικά το lΟU μίας άλλης χρεοκοπηµένης αντίστοιχης, εν προκειµένω των τραπεζών).

⦁ Έπειτα οι τραπεζίτες προσκόµισαν το άνευ αξίας lΟU τους (τα οποία πλέον έφεραν την «εγγύηση» του πτωχευμένου ελληνικού κράτους) στην Τράπεζα της Ελλάδος, που φυσικά αποτελεί παράρτημα της ΕΚΤ, ως εχέγγυα για καινούρια δάνεια.

⦁ Το Eurοgrοup έδωσε το πράσινο φως στην ΕΚΤ να επιτρέψει στο ελληνικό παράρτημα της (την Τράπεζα της Ελλάδος) να δεχτεί αυτά τα lΟU, ως εχέγγυα, και να παράσχει στις τράπεζες πραγματικό χρήµα που ισοδυναµούσε µε το 70% της oνοµαστικής αξίας των lΟU (λίγο πάνω από 3,5 δισεκατοµµύρια).

⦁ Εν τω μεταξύ η ΕΚΤ και το Eurοgrοup έδωσαν το πράσινο φως στο Υπουργείο Οικονοµικών του Στουρνάρα να εκδώσει επιπλέον έντοκα γραµµάτια δημοσίου µε oνοµαστική αξία 3,5 δισ. lΟU που εκδίδονται από το κράτος, τα οποία φυσικά δε θα άγγιζε κανένας επενδυτής που έχει σώας τας φρένας, δεδοµένης της γύµνιας των κρατικών ταµείων.

⦁ Στη συνέχεια οι τραπεζίτες ξόδεψαν τα 3,5 δισ. που είχαν λάβει από την κεντρική τράπεζα της Ελλάδας -στην πραγµατικότητα από την ίδια την ΕΚΤ-, ενεχυριάζοντας τα δικά τους άνευ αξίας lΟU προκειµένου να αγοράσουν τα κρατικά άνευ αξίας lΟU.

⦁ Τέλος, η ελληνική κυβέρνηση χρησιμοποίησε αυτά τα 3,5 δισ. για να εξοφλήσει τη δόση 3,5 δισ. αποπληρωµών χρέους που όφειλε στην … ΕΚΤ!

Η λογική των Αρτ και Κον σε άλλο, ανώτερο, επίπεδο! (Δες Κεφάλαιο 3 – Δυο φίλοι και ένα βαρέλι ουίσκι σελ. 38) Ωχριούν μπροστά σε τέτοια πλεκτάνη πολλές από τις απάτες που κατέστησαν τους τραπεζίτες της Γουόλ Στριτ όνειδος του πλανήτη. Η περίφημη ρήση του Γουόλτερ Σκοτ «Ω, τι μπλεγμένο ιστό υφαίνουµε / όταν στον δρόµο της απάτης μπαίνουμε!» αποκτά εντελώς νέα διάσταση. Από την άλλn, όµως, χωρίς τέτοιους μπλεγμένους ιστούς, πώς θα έχαβε ο πολύς κόσµος το παραµύθι ότι η Ελλάδα ήταν φερέγγυα και σε τροχιά ανάκαµψης τώρα που είχε σχηματισθεί η συγκυβέρνησή ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΔΗΜΑΡ; Με το που υφάνθηκε, όµως, αυτός ο ιστός, προέκυψε ανάγκη για έναν καινούριο.

Περίπου την ίδια περίοδο που συνέβαιναν αυτά η Κριστίν Λαγκάρντ πιεζόταν από τα εκτός Ευρώπης κράτη-µέλη του ΔΝΤ, π.χ. από χώρες όπως η Βραζιλία, η lνδία, η Ιαπωνία και η Μαλαισία, να θέσει τέρμα στην παρωδία και να πει στο Βερολίνο ότι, αν δεν αναδιαρθρωνόταν το ελληνικό χρέος, το ΔΝΤ θα αποσυρόταν από αυτή την αδιέξοδη υπόθεσn. Το φθινόπωρο του 2012, καθώς οριστικοποιούνταν η δεύτερη διάσωση, η Λαγκάρντ προέβη σε µια αξιοσημείωτη κίνηση που φανέρωνε πόσο έντονες πιέσεις δεχόταν: προσέγγισε τον Στουρνάρα και του πρότεινε, εν όψει του Eurοgrοup εκείνου του µήνα, να απαιτήσουν από κοινού από τον Γερμανό υπουργό Οικονοµικών, τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, δραστικό κούρεµα του ελληνικού χρέους.

Όµως ο Στουρνάρας, αντί να αδράξει εκείνη τη µοναδική ευκαιρία να διαμορφώσει συµµαχία µε το ΔΝΤ, ενημέρωσε τον Σόιμπλε για την πρόταση της Λαγκάρντ να συγκροτήσουν κοινό µέτωπο εναντίον του και του ζήτησε την άδεια να την αποδεχτεί. Φυσικά, ο Σόιμπλε έδωσε εντολή στον Στουρνάρα «να το ξεχάσει». Το εντυπωσιακό είναι ότι όλα αυτά τα γνωρίζουµε επειδή µας τα κοινοποίησέ ο ίδιος ο … Στουρνάρα µε εκείνο το αμίμητο: «Μου είπε «fοrget it, Yannis!«».

Εκείνη την περίοδο συμμετείχα σε τραπεζικό συνέδριο στις Ηνωµένες Πολιτείες. Εκεί έτυχε να συναντήσω διευθυντικό στέλεχος του ΔΝΤ που, στο περιθώριο του συνεδρίου, µε προσέγγισε για να απορήσει µε θυµό φωναχτά: «Μα πώς το σκέφθηκε [ο Στουρνάρας]; Έχουν καµιά καλύτερή ιδέα για να το βγάλουν πέρα; Υπάρχει κάποιο σχέδιο; Δεν μπορώ να το καταλάβω». Τον πληροφόρησα πως πράγµατι είχαν σχέδιο. Μόνο που επρόκειτο για σχέδιο παραμονής στην εξουσία υπό το πρόσχηµα ότι η χώρα δρασκέλιζε το κατώφλι της ανάκαµψης. Το κωδικό όνοµα του σχεδίου ήταν «Ελληνικό Success Stοry» και είχε τέσσερις πτυχές που θα πραγματώνονταν διαδοχικά (οι τίτλοι τους δικοί µου!): «Μέρκελ γκελ», «φούσκα τραπεζών», «δεκανίκι ΕΚΤ», «κάλπικη αναδιάρθρωση».

Μέρκελ γκελ: Το «γκελ» το οποίο πιστώνω στην κ. Μέρκελ είχε ήδη συντελεστεί από τον Σεπτέμβριο του 2012, όταν η καγκελάριος, μετά από προτροπή του Μάριο Ντράγκι, προέδρου της ΕΚΤ, και της κυβέρνησης του Πεκίνου, έκανε µια στάση στην Αθήνα καθ’ οδόν από την Κίνα προς το Βερολίνο. Στις λίγες ώρες της παραμονής της χτύπησε ενθαρρυντικά στην πλάτη τον πρωθυπουργό

Σαµαρά, εκπέμποντάς σήµα προς τα ΜΜΕ του πλανήτη ότι το Grexit είχε (προς το παρόν) αποσυρθεί από το τραπέζι και πως η Ελλάδα, από τη στιγµή που είχε επιλέξει τη «σωστή» κυβέρνηση, είχε ανανεώσει την άδεια παραμονής στην ευρωζώνη (τουλάχιστον έως τα τέλη του 2014, οπότε έληγε η 2η µνηµονιακή δανειακή συµφωνία).9

Δεδοµένης της θεαματικής πτώσης όλων των τιµών περιουσιακών στοιχείων εν Ελλάδι λόγω του σοβαρού κινδύνου ενός Grexit εν µέσω του καλοκαιριού του 2012, η σύντομη επίσκεψη της κ. Μέρκελ επέτρεψε στις τιμές µετοχών, οµολόγων, τίτλων ιδιοκτησίας γενικότερα, να κάνουν ένα εξίσου θεαματικό γκελ. Το να βαπτισθεί όµως αυτό το γκελ Success Stοry ήταν τουλάχιστον πρόωρο …

Φούσκα τραπεζών: Η ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών, και ο σκανδαλώδης τρόπος µε τον οποίο έγινε, στόχο είχε τη δημιουργία επενδυτικής φούσκας την οποία η κυβέρνηση και η τρόϊκα θα παρουσίαζαν ως απόδειξη ότι οι τράπεζες ανέκαμψαν και 2018 Βαρουφάκης Σόιμπλε 2ξεπέρασαν την πτώχευση τους. Πράγµατι, υπήρξε µια ουκ ευκαταφρόνητη επένδυση σε ελληνικές τράπεζες από ξένους επενδυτές. Όµως, στο φως της ημέρας η «επένδυση» εκείνη δεν άντεχε ούτε για µερικά λεπτά της ώρας µια προσεκτικότερη ανάγνωση. Αυτό που είχε γίνει ήταν ότι η κυβέρνηση και η τρόϊκα «έριξαν» το Δημόσιο, άλλη µία φορά, κάνοντας το εξής εκπληκτικό: Μοίρασαν σε όποιον αγόραζε μετοχές των τραπεζών ένα χαρτί, ονοµαζόµενο warrant, το οποίο εξασφάλιζε στον µέτοχο το δικαίωµα (δωρεάν!) να αγοράσει στο µέλλον κι άλλες μετοχές της τράπεζας στην αρχική (εξευτελιστική) τιμή. Το οποίο σήµαινε ότι αν ανέβαινε η τιμή των μετοχών, το χαρτί εκείνο θα αποκτούσε αξία την οποία θα εισέπρατταν οι µέτοχοι. Αν όµως έπεφτε η μετοχή της τράπεζας, το κράτος θα ήταν εκείνο που θα πλήρωνε τη ζημία. Ο απόλυτος σοσιαλισµός για τους επενδυτές: τα κέρδη δικά σας, οι ζημίες των φορολογουµένων. Πώς να μη σπεύσουν οι χειρότεροι και απεχθέστεροι καιροσκόποι, όπως ο Τζον Πόλσον, να στοιχηματίσουν αγοράζοντας εκείνες τις μετοχές; Επρόκειτο για τζόγο που δεν ανταποκρινόταν ούτε κατά διάνοια στην πραγµατική κατάσταση των τραπεζών, οι οποίες παρέµεναν, λόγω των τεράστιων «κόκκινων δανείων» που βάραιναν τα λογιστικά τους βιβλία, πτωχευμένες.

Δεκανίκι ΕΚΤ: Ο απώτερος στόχος της κυβέρνnσης, όσον αφορά τη νέα δανειοδότηση του μη βιώσιµου δημόσιου χρέους, ήταν , αντί να δοθούν και νέα δάνεια από τους ευρωπαίους φορολογούµενους (υπό τη μορφή 3ου µνημονίου), να επιστρατευτεί η ΕΚΤ, που θα έκλεινε το µάτι στους ιδιώτες δανειστές λέγοντας τους «αγοράστε εσείς κρατικά οµόλογα, δημόσιο ελληνικό χρέος και, μη σας νοιάζει, αν χρειαστεί, θα τα επαναγοράσει από εσάς σε υψηλή τιμή η ΕΚΤ». Έτσι, θα φαινόταν ότι η χώρα «επέστρεψε στις αγορές », ξαναέγινε δηλαδή φερέγγυα, µιας και καταφέρνει να δανείζεται ξανά από ιδιώτες που την εµπιστεύονται-την ώρα που, επί της ουσίας, οι ιδιώτες θα δάνειζαν το κράτος µας µόνο και µόνο επειδή, αν και πτωχευµένο, θα ήξεραν ότι μπορούν ανά πάσα στιγμή να το ξεφορτώσουν στην ΕΚΤ.

Κάλπικη αναδιάρθρωση: Στο Eurοgrοup του Νοεμβρίου 2012, ως αντάλλαγµα για την άρνηση του να συνεργαστεί µε την Κριστίν Λαγκάρντ και το ΔΝΤ υπέρ µιας πραγµατική αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους µας, η τρόϊκα έδωσε στον Στουρνάρα µια κενής σημασίας υπόσχεση: αν, του είπαν, η χώρα πετύχαινε πρωτογενές πλεόνασµα µέχρι τα τέλη του 2014, θα συζητούσαν, «εφόσον κρίνονταν αναγκαίο», κάποια «νέα µέτρα ελάφρυνσης» του χρέους. Ετσι η κυβέρνηση Σαμαρά-Βενιζέλου-Στουρνάρα δικαιολογούσε το αδικαιολόγητο: «Κάνουµε αυτά που µας λένε γιατί µόνο έτσι θα έρθει η αναδιάρθρωση χρέους». Δύο χρόνια μετά, όταν το ελληνικό κρότος πράγματι είχε πρωτογενές πλεόνασµα, το Eurοgrοup αθέτησε την υπόσχεση του. Η ταφόπλακα στο Success Stοry ήταν γεγονός.

Το Ελληνικό Success Stοry ήταν, εκ προοιμίου, οφθαλμοφανώς παραπλανητικό και καταδικασμένο, όπως κάθε φούσκα, να σκάσει. Όµως η κυβέρνηση το διατυμπάνιζε από τις αρχές του 2013, στη βάση κάποιων θετικών στατιστικών στοιχείων που δεν αφορούσαν βέβαια την πραγµατική οικονοµία αλλά αντανακλούσαν το «γκελ» και τη «φούσκα» φάσεις του που είχαν ήδη ολοκληρωθεί. Τον Απρίλιο του 2014 η κυβέρνηση έβαλε μπρος το τρίτο µέρος του σχεδίου: το «δεκανίκι ΕΚΤ»: Το Υπουργείο Οικονοµικών εξέδωσε το πρώτο οµόλογο (δηλαδή νέο χρέος) από το 2010, µε βασικό στόχο να δώσει την εντύπωση ότι η χώρα επέστρεφε στη φερεγγυότητα και στις αγορές. Το οµόλογο εκείνο μοσχοπουλήθηκε µε επιτόκιο δανεισµού που ήταν µεν απαγορευτικά υψηλό, αλλά, από την άλλη, όχι στρατοσφαιρικού µεγέθους, όπως εκείνα που θα παρατηρούσαμε αν η ΕΚΤ δεν είχε, σιωπηρά, μηνύσει σε συγκεκριμένους ιδιώτες να το αγοράσουν καθώς θα το επαναγόραζε εκείνη αν χρειαζόταν. Βέβαια, η επιτυχία του πτωχευµένου κράτους µας να δανειστεί λίγα δισεκατοµµύρια από θεσμικούς ιδιώτες, που είχαν συμφωνήσει εκ των προτέρων να συµµετέχουν στην παράσταση, δεν κορόιδεψε κανέναν. Επενδυτές και ψηφοφόροι έβλεπαν πως τα εισοδήματα των Ελλήνων εξακολουθούσαν να συρρικνώνονται, ενώ το χρέος τους αυξάνονταν.

Έναν μήνα αργότερα η επιχείρηση Ελληνικό Success Stοry ναυάγησε πλήρως, καθώς απέτυχε « στις ευρωεκλογές του Μαίου 2014 να δώσει νέα πνοή στη συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ µε τον Σύριζα να έρχεται πρώτος. Ήταν η πρώτη φορά που η Αριστερό κέρδισε εκλογές σε επίπεδο επικράτειας, οι οποίες, αν και ευρωεκλογές, έστρωσαν τον δρόµο για τις βουλευτικές εκλογές του Ιανουαρίου 2015. Σε µία από τις συζητήσεις µου µε τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, από περιέργεια, και χωρίς να περιµένω απάντηση, τον ρώτησα: «Πότε αποφάσισες να πάψεις να υποστηρίζεις την κυβέρνηση Σαµαρά;» «Τον Ιούνιο του 2014», απάντησε χωρίς δισταγμό, µε αφοπλιστική ειλικρίνεια. Λογικό ήταν, Παρατηρώντας τον κ. Σαµαρά να χάνει τις ευρωεκλογές, παρά την πλουσιοπάροχη στήριξη που του δόθηκε από το Βερολίνο και την τρόϊκα, και γνωρίζοντας ότι η συνεχιζόμενη προσποίηση ότι το ελληνικό χρέος αποπληρωνόταν κανονικά απαιτούσε νέο, τεράστιο µνημονιακό δάνειο που ο Έλλην πρωθυπουργός ορκιζόταν ότι δεν το χρειαζόταν και δε θα το έπαιρνε, ο Δρ. Σόιμπλε αποφάσισε ότι, όπως ο Γιώργος Παπανδρέου δεν ήταν σε θέση να περάσει το 2ο µνημόνιο το 2011/12, ο Αντώνης Σαµαράς παραήταν αποκαµωµένος και ανίσχυρος για να περάσει το 3ο µνημόνιο.

Επιπλέον ο κ, Σαµαράς, µετά την ήττα του στις ευρωεκλογές, σύµφωνα µε αυτά που µου είπαν οι κ. Σόιμπλε και Τόµσεν, άρχισε να σέρνει το βήματα του οσάκις επρόκειτο να εφαρµόσει τις εντολές των δανειστών. Δεν είναι να απορεί κανείς που τον συγκεκριµένο µήνα ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε και το ΔΝΤ ήραν την εμπιστοσύνη τους στην κυβέρνηση Σαµαρά. Και δεν ήταν απλή σύμπτωση ότι τον ίδιο μήνα, τον Ιούνιο του 2014, ο Στουρνάρας θα άφηνε το Υπουργείο Οικονοµικών για να αναλάβει διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος. Απλώς εγκατέλειπε πλοίο που βυθιζόταν µε στόχο να τορπιλίσει την επόµενη κυβέρνηση στην περίπτωση που έθετε στόχο της τη σύγκρουση µε τους δανειστές αναφορικά µε την αναδιάρθρωση του χρέους.

Σχέδιο πέντε σημείων.

αθ’ όλη τη διάρκεια του 2013, από τον ευχάριστη απομόνωση του ησυχαστηρίου µου στο Όστιν, έκανα ότι μπορούσα για να βοηθήσω τον Αλέξη να αναπτύξει αξιόπιστη στρατηγική και παράλληλα να βγαίνει αλώβητος από τις εσωκομματικές διαμάχες. Η χρονιά ξεκίνησε µε µια ευκαιρία να αποκτήσει ερείσματα στην Ουάσιγκτον, όπου θα έδινε οµιλία στο φημισμένο Ίδρυµα Μπρούκινγκs. Ο Παππάς µου ζήτησε να γράψω τον λόγο, κάτι που έκανα µετά χαράς, στοχεύοντας να μεταφερθούν στους Αµερικανούς πολιτικούς ιθύνοντες δύο αλήθειες :

Πρώτον, ότι ο Σύριζα ήταν φιλοευρωπαϊκό κόµµα που θα έκανε ότι χρειαζόταν για να µείνει η Ελλάδα στην ευρωζώνη βιώσιµα, κάτι που απαιτούσε όµως (α) την απόρριψη αποτυχημένων, αυτοκαταστροφικών µνημονιακών πολιτικών και (β) άµεση, βαθιά, αναδιάρθρωση του χρέους. Δεύτερον, ότι οι Ηνωµένες Πολιτείες δεν είχαν τίποτα να φοβούνται από την οικονοµική η την εξωτερική πολιτική µιας κυβέρνησης Σύριζα, σημείο στο οποίο επέµεινα λίγο αργότερα σε άρθρο που συγγράψαµε µε τον Τζέιµι Γκάλµπρεϊθ και το οποίο δημοσιεύτηκε στους New Yοrk Tιmes. Το ζητούμενο όσον αφορά την παρουσία και την προβολή του Αλέξη στις ΗΠΑ ήταν απλός Αν επρόκειτο να ανοίξουµε μέτωπο µε το τρίγωνο Βρυξελλών-Φρανκφούρτης Βερολίνου, ένα δεύτερο µέτωπο µε την Ουάσιγκτον θα ήταν ανεπιθύμητο και υπονοµευτικό. Εντούτοις, πολλοί ήταν εκείνοι στην Ελλάδα, µεταξύ των οποίων στελέχη του Σύριζα, που αρπάχτηκαν από εκείνη την εκτίμηση µου για να µε παρουσιάσουν ως τσιράκι των Αµερικάνων.

Δύο μήνες αργότερα, τον Μάρτιο του 2013, παρατηρούσα µακρόθεν το Νέο Κυπριακό-την πτώχευση των κυπριακών τραπεζών και τη βαναυσότητα µε την οποία αντιμετωπίστηκαν τόσο η νέα κυβέρνηση όσο και ο λαός της Κύπρου, µε τις γνωστές παλινωδίες του κουρέματος καταθέσεων, το οποίο, τουλάχιστον αρχικά, θα άγγιζε και τους µικροκαταθέτες. Σε τηλεφωνική µου επικοινωνία µε τον Παππά και σε µέιλ που του έστειλα αµέσως µετά, ζητώντας του να µεταφέρει τα λεγόµενα µου στον Αλέξη, τους µήνυσα το εξής:

«Πάρτε πολύ σοβαρά αυτά που γίνονται στην Κύπρο, καθώς δεν είναι παρά πρόβα τζενεράλε των µεθόδων που θα χρησιμοποιήσουν εναντίον σας σε περίπτωση που κερδίσετε τις επόµενες εκλογές. Η τρόϊκα δεν κάνει ότι κάνει στην Κύπρο επειδή η Κύπρος είναι το πρόβλημα. Πρόκειται για επίδειξη δύναµης, ώστε να γνωρίζετε ότι η τρόϊκα έχει τη βούληση και την ικανότητα να κλείσει τις τράπεζες µιας χώρας προκειµένου να επιβάλει τη γραµμή της στην εκάστοτε κυβέρνηση, ιδίως αν πρόκειται για νεοεκλεγείσα κυβέρνηση που απαιτεί να ανακτήσει μέρος της Eθνικής κυριαρχίας. Δοκιμάζουν νέα όπλα για μεγαλύτερες χώρες που μπορεί να εκλέξουν κυβερνήσεις που θα τους πάνε κόντρα. Κοιτάτε να μαθαίνετε!»

Την, επομένη, μίλησα στο τηλέφωνο με τον Αλέξη, που ακουγόταν αρκετά ταραγμένος. «Υπάρχει κάτι που θα μπορούσαμε να κάνουμε για να τους αποτρέψουμε;» με ρώτησε, «Ναι, αλλά θα χρειαστείς όχι μόνο τη σωστή αποφασιστική στρατηγική, αλλά και μια συμπαγή ομάδα να την εφαρµόσει», απάντησα. «Στείλε μου μια πρόταση», ήταν τα τελευταία του λόγια. υποσχέθηκα να την παραδώσω αυτοπροσώπως δύο μήνες αργότερα, όταν θα επέστρεφα από το Τέξας στην Αθήνα.

Πράγματι, τον Μάιο του 2013, στον Αθήνα, συναντήθηκα με την οικονομική ομάδα του Αλέξη, στο γραφείο του προέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης στη Βουλή. Πέραν του Παππά και του σκιώδους υπουργού Οικονομικών Γιάννη Δραγασάκη, η ομάδα περιελάμβανε δύο άλλους βουλευτές του Σύριζα που τους γνώριζα καλά και τους συμπαθούσα ιδιαίτερα, καθώς ήταν συνάδελφοι πανεπιστημιακοί οικονομολόγοι τον Eυκλείδη Τσακαλώτο, αγαπητό συνάδελφο από το Πανεπιστήµιο Αθηνών, τον οποίο επί χρόνια πίεζα να αποσκιρτήσει από την πρώην ΑΣΟΕΕ ώστε να ενισχύσει το δικό μου Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, και , τον Γιώργο Σταθάκη, καθηγητή Οικονομικών από το Πανεπιστήμιο Κρήτης. Στη συνάντηση εκείνη παρουσίασα την πρόταση-σχέδιο που είχα υποσχεθεί στον Αλέξη μετά το Νέο Κυπριακό. Ουσιαστικά ήταν ανανεωμένη έκδοση του εγγράφου που είχα συντάξει τον Ιούνιο του 2012: το σχέδιο πέντε σημείων για μια βιώσιμη Ελλάδα σε μια βιώσιμη ευρωζώνη.

Το κλίμα ήταν πολύ καλό, γεγονός που επιβεβαίωσε πως οι προσπάθειες να πειστεί ο Αλέξης πως η επιδίωξη ενός Grexit, ή η χρήση του ως απειλής προς τους δανειστές, θα ήταν λάθος δεν είχαν πάει χαμένες. Βέβαια, απορρίπτοντας την ιδέα του Grexit ως σκοπό είχα καταφέρει να χάσω πολλούς φίλους στην ευρύτερη Αριστερά και εντός του Σύριζα, οι οποίοι δε με συγχώρεσαν ποτέ για τη συμβολή μου ώστε να απορριφθεί το Grexit ως πολιτικός στόχος του Σύριζα. Με το σχέδιο των πέντε σημείων σκόπευα να διαχωρίσω τον στρατηγικό στόχο από την κόκκινη γραμμή που θα έπρεπε να τραβήξουμε. Στην παρουσίασή μου επιχειρηματολόγησα για τα πέντε σημεία του σχεδίου με την εξής σειρά:

Σημείο 1 Τι ζητάμε; Προτάσεις για συνετή δημοσιονομική πολιτική και αναδιάρθρωση του χρέους.

Ο Σύριζα, τους είπα, θα έπρεπε να διαλαλήσει σε όλους τους τόνους ότι δεσμευόταν σε μια συνετή δημοσιονομική πολιτική που θα επέτρεπε στο κράτος να ζει από το έσοδά του, χωρίς να πέσει ξανά στην ανυποληψία των πρωτογενών ελλειμμάτων. Προς αυτή την κατεύθυνση στόχος θα έπρεπε να είναι πρωτογενές πλεόνασμα της Γενικής Κυβέρνησης μεταξύ 1% και 1,5% του εθνικού εισοδήματος. Τέτοιο πλεόνασμα βέβαια δε θα αρκούσε για την αποπληρωμή του (μη αποπληρώσιμου) δημόσιου χρέους, αλλά θα αρκούσε για να είναι το κράτος φερέγγυο και να ξαναδώσει την ευκαιρία στον ιδιωτικό τομέα να ανασάνει ξανά. Για να είναι εφικτός ο στόχος αυτός με τις αποπληρωμές χρέους, ο Σύριζα ήταν αναγκασμένος να απαιτήσει κάτι που ακόμα και το ΔΝΤ συμφωνούσε ότι ήταν εκ των τον ουκ άνευ: αναδιάρθρωση του χρέους (συμβατή με τον μακροπρόθεσμο στόχο πρωτογενούς πλεονάσματος μεταξύ 1% και 1,5%). Και τι θα γινόταν αν η τρόϊκα απαντούσε αρνητικά, απειλώντας την κυβέρνηση Σύριζα με κλείσιμο των τράπεζών εάν επέμενε να απαιτεί την αναδιάρθρωση του χρέους για την οποία δεν ήθελαν να ακούσουν ο Δρ. Σόιμπλε και η κ. Μέρκελ;

Σημείο 2 -Πώς το πετυχαίνουμε; Άμυνα κατά της ΕΚΤ και αποτροπή κλεισίματος τραπεζών

Από το τέλη του 2012 ο Μάριο Ντράγκι, ο επιδέξιος νέος τότε πρόεδρος της ΕΚΤ, κατάφερνε να διατηρεί τη συνοχή ενός ευρώ που έτριζε υποσχόμενος να αγοράσει βουνά δημόσιου χρέους (κρατικών ομολόγων) από την προβληματική περιφέρεια Ιταλία, Ισπανία, Ιρλανδία κτλ. Παρότι είχε εξασφαλίσει το πράσινο φως της Άνγκελας Μέρκελ για να το κάνει, ο μεγαλύτερος αντίπαλος του ήταν η γερμανική κεντρική τράπεζα, η Bundesbank, και συγκεκριμένα ο πρόεδρός της Γενς Βάιντμαν, που αμφισβητούσε το δικαίωμα και τη δικαιοδοσία του Ντράγκι να αγοράσει εν δυνάμει «κόκκινα» «μεσογειακά» χρέη. Πράγματι, μια απευθείας τέτοια αγορά θα αποτελούσε παραβίαση του καταστατικού της ΕΚΤ, οπότε ο Ντράγκι έπρεπε να επινοήσει ευφάνταστες μεθόδους για να παρακάμψει τις σχετικές διατάξεις.

Αμέσως η Bundesbank στράφηκε δικαστικά κατά του Ντράγκι, σέρνοντας τον στο Συνταγματικό Δικαστήριο της Καρλσρούης. Αν ο Ντράγκι έχανε τότε, η υπόσχεση του να αγοράσει τέτοια δημόσια χρέη θα έμενε μετέωρη, με αποτέλεσµα την έκπτωση της lταλίας, της lσπανίας και, εν τέλει, της Γαλλίας από το ευρώ με απλά λόγια τη διάλυση της ευρωζώνης. Το επιχείρnμα της Bundesbank ενάντια στον Ντράγκι ήταν ότι ο τελευταίος δεν είχε κανένα νομικό έρεισμα για να δεχτεί ζημίες από αγορές κροτικών ομολόγων. Τελικά το Γερμανικό Συνταγματικό Δικαστήριο παρέπεμψε την υπόθεση στα ευρωπαϊκά δικαστήρια, που απεφάνθησαν ότι ο Ντράγκι μπορεί να αγοράζει κρατικά ομόλογα χωρών-μελών της ευρωζώνης εφόσον δε δεχθεί ποτέ κανένα κούρεμα των ομολόγων αυτών. Να ποιό ήταν το δικό μας όπλο! Να τι έδινε στην ελληνική κυβέρνηση σημαντική αποτρεπτική ισχύ σε περίπτωση που δεχόταν απειλές από την ΕΚΤ για κλείσιμο των ελληνικών τράπεζών και επιβολή capital controls!

Σε εκείνο το σημείο θύμισα στο οικονομικό επιτελείο του Σύριζα ότι στα βιβλία της ΕΚΤ παρέμεναν ελληνικά κρατικά ομόλογα ονομαστικής αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ που είχαν αγοραστεί από την ΕΚΤ κατά τη θητεία του προηγούμενου προέδρου της, στο πλαίσιο του Προγράμματος Αγορών Τίτλων (Secυrities Market Programme: SMP), μεταξύ 2010 και 2011. Η συμβουλή μου προς τον Σύριζα ήταν ότι θα έπρεπε να διαμηνύσει στην ΕΚΤ ότι, σε περίπτωση που σκεπτόταν να κλείσει τις ελληνικές τράπεζες και να επιβάλει capιtal controls (α λα Κύπρο), η κυβέρνησή τους θα κούρευε μονομερώς το ομόλογα εκείνα (SMP) αίροντας (υπό την απειλή της Bundesbank και δεδομένων των αποφάσεων των ευρωπαϊκών δικαστηρίων) τη δυνατότητα του κ. Ντράγκι να αγοράζει ομόλογα της lταλίας κτλ, άρα και τη δυνατότητά του να διατηρεί το ευρώ ζωντανό. Κάτι τέτοια θα έκοβε κάθε όρεξη του Ντράγκι να υποβάλει την Ελλάδα σε αυτό που είχε υποστεί η Κύπρος.


Σημείο 3 Σχέδιο έκτακτης ανάγκης
για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης

Ως προς το εσωτερικό μέτωπο της κρίσης, τους είπα ότι μια κυβέρνηση Σύριζα θα έπρεπε να χρηματοδοτήσει αμέσως τις ελάχιστες διατροφικές, στεγαστικές και ενεργειακές ανάγκες σε τουλάχιστον 300.000 οικογένειες που υπέφεραν περισσότερο. Τα υφιστάμενα δελτία ταυτότητας θα μπορούσαν να αντικατασταθούν με έξυπνη κάρτα χαμηλού κόστους, η οποία θα είχε τη δυνατότητα να λειτουργεί και ως χρεωστική για άτομα ή οικογένειες κάτω από το απόλυτο όριο φτώχειας.

Σημείο 4 Ξεδόντιασμα των χρεοκοπημένων τραπεζιτών

Όπως είχα προτείνει στον Αλέξη το 2012, η εντός της ευρωζώνης κατάλυση του Μνnμονιστάν 2.0 απαιτούσε την παράδοση των τράπεζών στους νέους ιδιοκτήτες τους, δηλαδή στους Ευρωπαίους φορολογούμενους, και έτσι την αποσύνδεση των ζημιών τους από το χρέος του ελληνικού κράτους. Μια κυβέρνηση Σύριζα, λοιπόν, θα έπρεπε να διαπραγματευτεί τη μεταβίβαση των μετοχών και της διοίκησης των τραπεζών στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, οι οποίοι θα αναλάμβαναν να τις καταστήσουν και πάλι υγιείς για λογαριασμό των νέων ιδιοκτητών τους των πολιτών ολόκληρης της Ευρώπης. Όμως κάτι τέτοια απαιτούσε από τον Σύριζα μετωπική σύγκρουση με τους τραπεζίτες, η οποία, για να κερδηθεί, προϋπέθετε συμμαχία των αριστερών, που πιστεύουν στην κοινωνικοποίηση των τράπεζών, και των φιλελευθέρων, που αποστρέφονται την ιδέα της στήριξης χρεοκοπημένων τραπεζικών με κεφάλαια των ανίσχυρων φορολογουμένων.

Σημείο 5 Τι θέλουμε για την ευρωζώνη; Μια μετριοπαθής πρόταση για τον τερματισμό της κρίσης του ευρώ.

Η μελλοντική κυβέρνηση Σύριζα, τους είπα, έπρεπε όχι μόνο να διαπραγματευτεί για λογαριασμό των Eλλήνων, αλλά και να πάει στις Βρυξέλλες με ολοκληρωμένες προτάσεις αναφορικά με το δημόσιο χρέος, την τραπεζική κρίση, τις επενδυτικές πολιτικές και τις δυνατότητες καταπολέμησης της φτώχειας σε πανευρωπαϊκό επίπεδο. Στο πλαίσιο αυτό τους πρότεινα να υιοθετήσουν τη «Μετριοπαθή Πρόταση», την οποία επεξεργαζόμασταν επί χρόνια µε τον Στιούαρτ Χόλλαντ και τον Τζέιµι Γκάλμπρεϊθ.

Τέλος, επέστρεψα στο βασικό σημείο του σχεδίου: Θα πρέπει να καταστήσετε σαφές στους δανειστές ότι η Αθήνα δε θα υποκύψει ποτέ ξανά σε απειλές προκειµένου να αποδεχτεί κι άλλα μη βιώσιµα δάνεια υπό όρους περαιτέρω συρρίκνωσης της κοινωνίας µας.
Θα πρέπει να κάνετε τους αξιωµατούχους της ΕΕ και του ΔΝΤ να καταλάβουν ότι ναι µεν προτιμάτε µακράν την παραµονή στην ευρωζώνη από ένα Grexit, αλλά, παράλληλα, φοβάστε λιγότερο ένα Grexit από τη συνέχιση της χρεοδουλοπαροικίας. Συνόψισα µάλιστα µε το συµπέρασµα: «Αν δεν ισχύει αυτή η ιεράρχηση, δε θα είχε νόημα εξαρχής ούτε η εκλογή σας ούτε η προσπάθεια διαπραγμάτευσης µε δανειστές έτοιμους να σας πνίξουν».

Ο Αλέξης και ο Παππάς φάνηκαν ευχαριστημένοι. Ο Ευκλείδης και ο Κύπρος Βαρουφάκης 2018Σταθάκης έδειξαν επίσης να συμφωνούν σε γενικές γραµµές. Ο κλήρος έπεσε στον Δραγασάκη να θέσει το πιο κρίσιµο ερώτημα: «Πώς θα πείσουμε το Eurogrouρ, την ΕΚΤ και την τρόϊκα ότι δεν μπλοφάρουμε;» Πράγματι, η όλη στρατηγική εξαρτιόταν από την απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Εξήγησα πόσο απαραίτητο ήταν οι προθέσεις και οι προτεραιότητες του Σύριζα να γίνουν όσο πιο ευρέως γνωστές και διαφανείς γινόταν. Θα έπρεπε να µάθουν οι πάντες ότι η κυβέρνηση Σύριζα θα επιδίωκε πάνω απ’ όλα µια βιώσιμη συµφωνία εντός της ευρωζώνης, αλλά και ότι προτιµούσε το Grexit, µια σαφώς απευκταία έκβαση, από τη συνθnκολόγnσn, την κάκιστη έκβαση. Αν γινόταν ευρέως γνωστή αυτή η σειρά προτιμήσεων, τότε την ευθύνη για τυχόν Grexit, µε όλα το κόστη και το νοµικά ζητήματα που θα τη συνόδευαν, θα την είχαν εξολοκλήρου η ΕΕ και το ΔΝΤ. Θα έπρεπε, λοιπόν, εκείνοι να διαλέξουν, και θα το γνώριζαν οι πάντες.

Φυσικά ακόμη και αν διαδιδόταν σε ολόκληρη την οικουμένη ότι η χειρότερη έκβαση για τον Σύριζα ήταν η διαιώνιση εντός της ευρωζώνης του Mνημoνιστάν, αντί για το Grexit, οι δανειστές είχαν κάθε λόγο να ελέγξουν ότι όντως έτσι ήταν τα πράγµατα πιέζοντας τον Αλέξη µέχρι και την τελευταία στιγµή – τη στιγµή που θα φαινόταν ξεκάθαρα αν πράγµατι φοβόταν το Mνημoνιστάν περισσότερο από το Grexit. Αυτό εγκυµονούσε τον κίνδυνο ενός κατά λάθος Grexit, ενός Grexit από ατύχημα, αστοχία, από υπερβολικό διαπραγματευτικό ζήλο. Γι’ αυτό τον λόγο ήταν απαραίτητο να υπάρξει ένας σχεδιασμός που, ακόµα κι αν το πράγµατα εξωθούνταν κατά λάθος σε µια αµοιβαίως ανεπιθύμητη ρήξη (π.χ. αν έκλειναν οι τράπεζες για μερικές εβδοµάδες), θα επέτρεπε την επανάκαμψη της Ελλάδας στην ευρωζώνη, εφόσον βέβαια η τρόϊκα εγκατέλειπε την ανόητη άρνηση βασικών αρχών μακροοικονομίας.

Ακολούθησε µακρά εποικοδομητική συζήτηση, κατά τη διάρκεια της οποίας εξετάσαμε αυτά τα πιθανά σενάρια. Στο τέλος επισήμανα ότι το κεντρικό ζήτημα ήταν το εξής:

«Αν δεν πιστεύετε, πραγµατικά, ότι ένα 3ο µνημόνιο είναι χειρότερο από ένα Grexit, δεν υπάρχει λόγος να εκλεγείτε, καθώς δε θα υπάρξει περίπτωση βιώσιμης συµφωνίας εντός του ευρώ. Σκεφτείτε το προσεκτικά: Πιστεύετε, βαθιά µέσα σας, ότι το να το κάνετε «όπως ο Σαµαράς», δηλαδή να συνθηκολογήσετε µε την τρόϊκα όπως εκείνος, είναι χειρότερο από το να σας πετάξουν έξω από το ευρώ; Αν δεν είστε σίγουροι, αφήστε τον Σαµαρά να παραµείνει στο Μαξίµου. Γιατί ποιό το νόημα να αναλάβετε την εξουσία για να συγκρουστείτε µε τους δανειστές, µόνο και µόνο για να υποκύψετε αργότερα στα κελεύσματα της τρόϊκας και στη συνέχεια να επωμιστείτε την ευθύνη της δικής τους αποτυχίας και βαναυσότητας; Έχει σημασία να αναλάβετε την εξουσία µόνο αν δεν έχετε πρόθεση να μπλοφάρετε, επειδή είστε πεπεισµένοι ότι η συνθnκολόγnσn είναι ακόμη χειρότερη από την κακή λύση ενός Grexit. Μόνο σε αυτή την περίπτωση θα έχει η Ελλάδα την ευκαιρία να παραµείνει βιώσιµα στην ευρωζώνη και να αποκλείσει οριστικά το ενδεχόµενο ενός Grexit».

Καθώς ο Παππάς µε συνόδευε προς την έξοδο, πέρασε το χέρι του στον αριστερό µου ώµο και είπε «Εξαιρετική παρουσίαση. Αυτή θα είναι η γραµµή µας από εδώ και πέρα!»

Μαύρο φόντο, µαύρα σύννεφα

Τ Φωτιά (2)ο βράδυ της 13ης Iουνίου 2013, µία ώρα πριν από τα µεσάνυχτα, οι οθόνες της τηλεόρασης που έπαιζαν προγράµματα της ΕΡΤ πάγωσαν. Επί δύο ώρες οι τηλεθεατές έβλεπαν το κοκαλωμένο καρέ ενός δημοσιογράφου που δεν είχε καν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του, καθώς είχε κοπεί στον αέρα την ώρα που εξηγούσε ότι η κυβέρνησα αποφάσισε να κλείσει την ΕΡΤ. Κάποια στιγµή, δύο ολόκληρες ώρες αργότερα, ο «μετέωρος » δηµοσιογράφος θα έσβηνε, καθώς έπεσε ολοσχερώς το σήµα της ΕΡΤ και η οθόνη µαύρισε για τα καλά.

Ούτε στη χούντα δεν είχε συµβεί κάτι ανάλογο. Οι πραξικοπηματίες τουλάχιστον κρατούσαν τα προσχήματα. Ο Παπαδόπουλος και ο Ιωαννίδης τουλάχιστον έβαζαν να παίζουν στρατιωτικά εισιτήρια ή κλασική µουσική µε την οθόνη να κυριαρχείται από µια κάρτα του ΕΙΡΤ (όπως λεγόταν τότε η ΕΡΤ) ή της ΥΕΝΕΔ ή από τον ελληνική σημαία εν τέλει. Στο Μνnμονιστάν η υποτελής στην τρόϊκα κυβέρνηση προτίμησε το απόλυτο µαύρο. Μια µαυρίλα που λειτουργούσε ως προσφυής μεταφορά παραπέμπουσα στη στροφή της κυβέρνnσης, και της τρόϊκας σ’ έναν αυταρχισμό ανάλογο της οικτρής αποτυχίας του Success Stοry τους.

Δεν πέρασε πολλή ώρα από το «µαύρο της ΕΡΤ» προτού καταληφθεί το κτίριο της από το απολυµένο πλέον προσωπικό και από διαδηλωτές. Εκείνο το βράδυ θα ξαναέμπαινα στο ραδιοµέγαρο της ΕΡΤ για πρώτη φορά µετά τον αποκλεισµό µου από την κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ δύο χρόνια πριν, επί διοικήσεως Λάμπη Ταγματάρχη. Για τον ακρίβεια, οι δημοσιογράφοι της ΕΡΤ οι οποίοι έτρεχαν το τηλεοπτικό δελτίο ειδήσεων, που βέβαια µόνο µέσω Διαδικτύου μπορούσαν να το δουν οι τηλεθεατές, µε υποδέχθηκαν µε θέρμη και απολογίες που τόσον καιρό ανέχονταν τον αποκλεισµό µου. ‘Όταν πήρα τον λόγο, είπα το αυτονόητα:

«Λίγοι γνωρίζουν καλύτερα το πόσο φαύλη και κρατικοορµούµενη ήταν η ΕΡΤ που έκλεισε απόψε η κυβέρνηση. Όµως, όσα κακά και στραβά και να έχει, είναι η δική µας, η δημόσια τηλεόραση. Καθήκον έχουµε να την κρίνουµε και να παλέψουµε για να την καταστήσουμε πραγματικά δημόσια και χρήσιμη. Έως τότε θα µατώσουµε για να αρθεί το «µαύρο», που αποτελεί όνειδος για µια ευνοµούµενη, κυρίαρχη χώρα».

Το επόµενο πρωί η Δανάη, ο Τζέιµι Γκάλμπρεϊθ κι εγώ πήγαµε αεροπορικώς στη Θεσσαλονίκη, για να προσφέρουν τη στήριξή µας στο προσωπικό της ΕΤ3 και να µιλήσουµε, µαζί µε τον Αλέξη, σε εκδήλωση του Σύριζα στο Βελλίδειο. Στα υπό κατάληψη στούντιο της ΕΤ3 ο κόσµος ασφυκτικά πολύς, απέξω µια καταρρακτώδης βροχή, ενώ µέσα επικρατούσε µια συγκλονιστική αποφασιστικότητα να καταργήσουμε την αποικία χρέους, να πάρουμε τη χώρα µας πίσω, να τελειώνουμε µε το «µαύρο» της ΕΡΤ, καθώς και µε κάθε µαύρο που σκέπαζε ως δηλητηριώδες πέπλο τη χώρα όλη. Ύστερα από κάποια ώρα περπατήσαμε προς το Βελλίδειο, όπου η ατµόσφαιρα απέπνεε κάτι µεταξύ γιορτής, θυμού και ελπίδας.

Εκείνο το καλοκαίρι, µέσα από εκείνα το γεγονότα και µε εφαλτήριο τη συνάντηση µου µε την οικονοµική οµάδα του Σύριζα, άρχισε να διαμορφώνεται ένα συνεκτικό σχέδιο οικολογικής και διαπραγματευτικής πολιτικής. Τον Νοέµβριο του 2013 οργανώσαμε µε τον Τζέιµι διήμερο συνέδριο στο Πανεπιστήµιο του Τέξας, µε θέµα «Μπορεί να σωθεί η ευρωζώνη;», στο οποίο συµµετείχαν προσωπικότητες (πρώην υπουργοί, ο τέως πρωθυπουργός του Βελγίου, κορυφαίοι συνδικαλιστές, πανεπιστημιακοί και δημοσιογράφοι) από την Ευρώπη και τις Ηνωµένες Πολιτείες µε κεντρικό ομιλητή τον Αλέξη Τσίπρα.

Στόχος ήταν να δημιουργήσουμε πλαίσιο πολυδιάστατου, διεθνούς διαλόγου για την ηγεσία του Σύριζα. Πράγµατι, ο Αλέξης, ο Παππάς και ο Σταθάκης παρέστησαν στο συνέδριο, που τους έδωσε τη δυνατότητα να περάσουν 48 ώρες µακριά από την Κουµουνδούρου και τη Βουλή, κλεισμένοι σε πανεπιστημιακό χώρο όπου η συζήτηση γινόταν σε υψηλό επίπεδο. Ήταν µια καλή ευκαιρία να δοκιμαστεί, πρώτον, η συνεκτικότητα του σχεδίου των πέντε σημείων και, δεύτερον, η αποδοχή εκ µέρους του Αλέξη της λογικής του σχεδίου εκείνου.

Κατά τη διάρκεια του συνεδρίου στο Τέξας ο Αλέξης και ο Παππάς έγιναν µάρτυρες µιας ψύχραιμης δημόσιας αντιπαράθεσης ανάµεσα σε µένα και στον Χάινερ Φλάσμπεκ, αριστερό Γερµανό οικονοµολόγο και πρώην υφυπουργό Οικονοµικών στην κυβέρνηση Σρέντερ. «Ο µόνος τρόπος να µείνει η Ελλάδα βιώσιµα εντός της ευρωζώνης είναι να φοβάται το Grexit λιγότερο από ένα 3ο µνηµόνιο», είχα πει σ’ εκείνο το συνέδριο. Ο Χάινερ Φλάσμπεκ συμφώνησε, όµως αντέτεινε ότι η κυβέρνηση Σύριζα έπρεπε να απειλήσει εξαρχής µε Grexit την τρόϊκα, τον Βόλφγκανγκ Σόϊμπλε, την Κριστίν Λαγκάρντ. Διαφώνησα.

Και’ αρχής, διαφώνησα µε την τάση του Φλάσμπεκ να προωθεί το Grexit ως τον στρατηγικό στόχο µιας κυβέρνησης Σύριζα, στο ίδιο πάνω κάτω μήκος κύματος µε την Αριστερή Πλατφόρμα εντός του Σύριζα. Διαφώνησα επίσης µε την ηπιότερη πρόταση του να απειλήσει ο Σύριζα µε Grexit για να πετύχει «κάτι καλό» εντός της ευρωζώνης. «Aς αφήσουµε την τρόϊκα να απειλήσει µε Grexit, να πει τη λέξη, να φέρει το ζήτημα στο τραπέζι , να φανεί ότι προτιμά την αποδόμηση της ευρωζώνης από µια λελογισμένη αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους», είπα στον Φλάσμπεκ. «Ναι, αλλά θα το κάνει η τρόικα, θα σας απειλήσει», απάντησε εκείνος. Τότε του είπα μπροστά στο κοινό:

«Είµαι σίγουρος ότι, ναι, η τρόϊκα θα απειλήσει µε Grexit µια κυβέρνηση Σύριζα. Όµως έχει διαφορά ποιός θέτει το Grexit στο τραπέζι είτε ως στόχο είτε ως απειλή. Εµείς, ως δημοκράτες, λέµε στον κόσµο µας πως καταλαβαίνουμε το κόστος ενός Grexit, δε θέλουµε, δε ζητάμε Grexit, αλλά παράλληλα δε θα δεχθούµε οτιδήποτε άλλο από µια βιώσιμη συµφωνία εντός της ευρωζώνης. Συνεπώς, είµαστε αποφασισµένοι να απορρίψουμε ένα 3ο µνημόνιο πάση θυσία ακόµα και σε περίπτωση που µας παρουσιαστεί ως η µοναδική εναλλακτική του Grexit».

Από την αντίδραση του Αλέξη και του Παππά, καθώς πήραν καθαρά θέση υπέρ της παραπάνω πρότασης µου, απορρίπτοντας εκείνη του Φλάσμπεκ, πείστηκα ότι η ηγεσία του Σύριζα είχε πλέον ενστερνιστεί το βασικό αξίωµα του σχεδίου των πέντε σημείων: θέλουµε µια βιώσιµη Ελλάδα εντός του ευρώ, καταθέτουμε λογικές προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά από τη συνέχιση της χρεοδουλοπαροικίας εντός του ευρώ προτιμάμε την έξοδο από το ευρώ.

Ο χειμώνας του 2014 πέρασε µε την κυβέρνηση Σαµαρά να πασχίζει να πλασάρει το «Success Story» της και µε την ελληνική κοινωνία να βυθίζεται σε πιο βαθύ οικονοµικό τέλμα. Τον Απρίλιο ο Στουρνάρας εξέδωσε οµόλογο το οποίο πουλήθηκε µε τη σιωπηρή αρωγή της ΕΚΤ, σε µια απέλπιδα προσπάθεια να πειστούν οι Έλληνες, έναν µήνα πριν από τις ευρωεκλογές του Μαίου, ότι η χώρα επέστρεφε στη φερεγγυότητα και ότι τα µνημόνια τελείωναν στα τέλη του 2014. Βέβαια κανείς δεν πείστηκε, και έτσι ο Σύριζα ήρθε πρώτος στις ευρωεκλογές, µε αποτέλεσµα ο Σόϊμπλε και η τρόϊκα να καταλήξουν στο συµπέρασµα ότι η κυβέρνηση Σαµαρά «τους τελείωσε». Φυσούσε άνεµος αλλαγής που πλέον ήταν ασταμάτητος. Το ερώτηµα ήταν προς τα πού θα µας πήγαινε ο άνεµος εκείνος και κατά πόσον θα μπορούσαµε να δαμάσουμε την οργή του.

Εκείνο τον Ιούνιο του 2014, αφότου επιστρέψαμε µε τη Δανάη για το καλοκαίρι, συναντηθηκαμε πάλι µε τον Αλέξη και την οικονομική οµάδα του. Στη συνάντηση εκείνη τον προειδοποίησα µε έντονες εκφράσεις για µια νέα απειλή: Η ΕΚΤ είχε µόλις ανακοινώσει, στα ψιλά γράµµατα ενός κατά τ’ άλλα ουδέτερου δελτίου Τύπου, ότι σκόπευε να πάψει να δέχεται, ως εγγύηση περαιτέρω δανεισµού, τα IOU που εκδίδονταν από τις τράπεζες της περιφέρειας της ευρωζώνης µε την εγγύηση των κυβερνήσεων χωρών που ήταν υπό την επιτήρηση της τρόϊκας Αυτό θα ήταν καταστροφικό για τις ελληνικές τράπεζες και την ελληνική κυβέρνnσn. Να γιατί:

Από το 2008 και µετά οι πτωχευμένες ελληνικές τράπεζες δεν είχαν αρκετό περιουσιακά στοιχεία αποδεκτά από την ΕΚΤ ώστε να της τα δίνουν ως εχέγγυα µε αντάλλαγµα το ζεστό, ρευστό χρήμα που χρειάζονταν για να λειτουργούν µέρα µε τη µέρα. Τότε, εν µέσω παγκόσµιας τραπεζικής κρίσης, η ΕΚΤ και το Eurοgrοup σκαρφίστηκαν το εξής: Επέτρεψαν στις τράπεζες να εκδίδουν IOU πολλών δισεκατομμυρίων, τα οποία βέβαια κανείς λογικός επενδυτής δε θα αγόραζε ( ποιός δανείζει δισεκατοµµύρια σε πτωχευµένο;). Στόχος βέβαια δεν ήταν να πωληθούν αυτά τα IOU των τραπεζών. Στόχος ήταν να τα πάνε οι τραπεζίτες στον υπουργό Οικονοµικών, αυτός να τα εγγυηθεί (υποσχόμενος ότι θα τα καλύψουν οι φορολογούμενοι, αν χρειαστεί ) και, τέλος, οι τραπεζίτες να τα καταθέσουν στην ΕΚΤ, η οποία, δεδοµένης της εγγύησης του Δημοσίου, να τα αποδεχθεί ως εχέγγυα για τα δάνεια που έδινε στις τράπεζες.

Αυτά τα IOU είχαν διάρκεια ενός έτους. Από το 2009 και έπειτα κάθε χρόνο ανανεώνονταν, καθώς οι τράπεζες δεν είχαν χρήµατα για να τα αποπληρώσουν. Αυτό που γινόταν ήταν ότι, όταν ερχόταν η λήξη τους, εξέδιδαν νέο IOU, το πήγαιναν ξανά για εγγύηση στον υπουργό Οικονοµικών και το κατέθεταν στην ΕΚΤ ως «πληρωμή » για εκείνο που έληγε. Τρία πράγματα µε έκαναν να ανησυχήσω έντονα διαβάζοντας την ανακοίνωση της ΕΚΤ.

Το ένα ήταν, όπως ήδη εξήγησα, η ανακοίνωση της ΕΚΤ ότι θα πάψει να αποδέχεται αυτά το IOU . Σκεφτικά: Πώς θα τα αποπληρώσουν οι Έλληνες τραπεζίτες αυτά τα δισ. όταν η ΕΚΤ παύει να δέχεται νέα IOU ως αποπληρωμή και, αντ’ αυτών, απαιτεί ζεστό ρευστό χρήµα: Το δεύτερο ήταν το αστρονοµικό ποσό που είχαν δανειστεί (και συνεπώς καλούνταν να αποπληρώσουν) οι Έλληνες τραπεζίτες από τον ΕΚΤ: περί το 50 δισεκατοµµύρια ευρώ! «Πού θα τα βρουν» αναρωτήθηκα. «Κι αν δεν τα βρουν, πού θα τα βρει το πτωχευμένο ελληνικό κράτος που τα εγγυάται;» Τέλος, εκείνο που µε έκανε να σπεύσω στον Αλέξη και στο οικονοµικό του επιτελείο ώστε να τον προειδοποιήσω ήταν ο μήνας που αναφερόταν στα ψιλά της ανακοίνωσης της ΕΚΤ ως το χρονικό σημείο που η ΕΚΤ θα ζητούσε περί το 50 δισ. από τις ελληνικές τράπεζες η από το ελληνικό κράτος: Μάρτιος 2015! Δηλαδή ο μήνας που θα έληγε η θητεία του Προέδρου της Ελληνικής Δημοκρατίας, οπότε ενδεχομένως να γίνονταν βουλευτικές εκλογές στις οποίες θα κέρδιζε, κατά πάσα πιθανότητα, ο Σύριζα.

«Βλέπετε πού το πάω;» ρώτησα τον Αλέξη, τον Παππά, τον Δραγασάκη, τον Ευκλείδη και τον Σταθάκη αναφορικά µε την ανακοίνωση βόµβα της ΕΚΤ. Ήταν µία καλοστημένη παγίδα για την κυβέρνησή τους. Τους προειδοποίησα ότι την επόµενη μιας εκλογικής τους νίκης ο Μάριο Ντράγκι θα τους ανακοίνωνε ότι, όπως είχε ανακοινωθεί από τον Ιουνίου του 2014, η ΕΚΤ αρνείται στις ελληνικές τράπεζες τη ρευστότητα, αρχής γενοµένης από εκείνn τη στιγµή. Η ΕΚΤ, τους εξήγησα, διαµόρφωνε τις απαραίτητες προϋποθέσεις για να κλείσει τις ελληνικές τράπεζες, χωρίς καµία προειδοποίηση η αιτιολόγηση, την ώρα που θα αναλάµβανε τη διακυβέρνηση ο Σύριζα.

Το πρόσωπο του Δραγασάκη σκοτείνιασε. «Και μετά τι γίνεται;». Απάντησα πως οι τράπεζες θα μπορούσαν να συνεχίσουν να λειτουργούν µόνο αν η Τράπεζα της Ελλάδος συνέχιζε να αποδέχεται αυτό το IOU, δανείζοντάς τους µέσω του μηχανισμού έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (Emergency Lιquιdιty Αςsιstance: ELA). Βέβαια, η Τράπεζα της Ελλάδος, η κεντρική τράπεζα της Ελλάδας, αποτελεί στην ουσία παράρτημα της Ευρωπαϊκης Κεντρικής Τράπεζας, οπότε, ακόμη και σε µία τέτοια περίπτωση, τα µετρητά θα προέρχονταν, έστω εµµέσως και µε υψηλότερο επιτόκιο, από την ΕΚΤ, που θα μπορούσε να κλείσει και αυτή την κάνουλα µε απόφασn ενισχυμένης πλειοψηφίας του διοικητικού της συμβουλίου. «Είναι άραγε σύμπτωση ότι σε τρεις µέρες ο Σαμαράς θα µεταφερει τον Στουρνάρα, από το υπουργείο Οικονοµικών στη διοίκηση της Τράπεζας της Ελλάδος;» ρώτησα. «Πρόκειται προφανώς για στρατήγημα, για παγίδα, εν όψει της εκλογικής σας νίκης».

Σε αυτό το σημείο ο Αλέξης θύµωσε. «Το πρώτο πράγµα που θα κάνω ως πρωθυπουργός θα είναι να απαιτήσω την παραίτηση Στουρνάρα. Αν χρειαστεί, θα τον πετάξω έξω µε τις κλωτσιές εγώ ο ίδιος».
Ο Παππάς πρόσθεσε κάμποσες ακόμη εκφράσεις για την ανάγκη, και τον τρόπο, εκδίωξης του Στουρνάρα, που η κοσμιότητα δε µου επιτρέπει να τις αναφέρω εδώ. Από τη µεριά µου, τους επισήμανα ότι δεν είχε ιδιαίτερη σημασία ποιος θα καθόταν στην καρέκλα του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος προτεραιότητα μιας κυβέρνησης Σύριζα θα έπρεπε να είναι η αποτροπή του κλεισίµατος των τραπεζών από τον Ντράγκι. Όπως ανέφερα στο σχέδιο των πέντε σημείων (το οποίο τους είχα παρουσιάσει τον προηγούμενο χρόνο), θα έπρεπε να καταστήσουν σαφές στον Ντράγκι πως τυχόν κλείσιµο τραπεζών από την ΕΚΤ θα προκαλούσε αντίδραση της Αθήνας, η οποία θα του έθετε σημαντικά εμπόδια στη χρήση της ποσοτικής χαλάρωσης, µε την οποία σκόπευε να σταματήσει την κατάρρευση της ευρωζώνης. «Το µέγα ερώτημα», τους είπα, «είναι κατά πόσον η ηγεσία του Σύριζα ήταν διατεθειμένη να κάνει κάτι τέτοιο, και να έρθετε αντιμέτωποι µε όλους όσοι βρίσκονταν στο πλευρό του Ντράγκι, όχι απλώς µε τον Στουρνάρα, αλλά και µε εγχωρίους τραπεζίτες όπως ο Άρης και ο Ζορμπάς μας».

Ο Αλέξης και ο Παππάς ανταποκρίθηκαν µε ενθουσιασµό. Δε θα δίσταζαν να το κάνουν, είπαν. Συμφώνησε και ο Ευκλείδης, που καλλιεργούσε σε όλες αυτές τις συναντήσεις το προφίλ του πιο μαχητικού αριστερού της ομάδας. Ο Σταθάκης ένευσε καταφατικά, χωρίς όμως να μιλήσει. Τέλος, ο Δραγασάκης απάντησε με τρόπο που, το 2015, θα μάθαινα να τον ερμηνεύω καλύτερα: «Aς προχωρήσουµε λαμβάνοντας ως δεδομένο το καλό σενάριο. Αν μας φέρουν προ αδιεξόδου, θα αναγκαστούμε να αντιδράσουμε».

Μία εβδομάδα αργότερο, στον ωραίο κήπο του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου Αθηνών, παρουσιάσαμε με τον Αλέξη, ενώπιον ακόμη ενός πολυπληθούς ακροατηρίου, την ελληνική έκδοση της Μετριοπαθούς Πρότασης για την επίλυση της Κρίσης του ευρώ. 11 Στα ακροατήριο βρισκόταν όλη η ομάδα του Αλέξη, με τον Δραγασάκη στην πρώτη σειρά, σε μια εντυπωσιακή επίδειξη υποστήριξης του σκεπτικού στο οποίο βασίζονταν όλες οι προτάσεις που τους κατέθεσα.

Μετά από δυο-τρεις μέρες συναντηθήκαμε εκ νέου με τον Αλέξη και τον Παππά. «Αντιλαμβάνεσαι», με ρώτησε ο Παππάς, «ότι κανένας άλλος εκτός από σένα δεν είναι σε θέση να επιβλέψει την εφαρμονή της διαπραγματευτικής στρατηγικής που προτείνεις; Είσαι έτοιμος να το κάνεις;» Απάντησα πως ήταν δεδομένη η αφοσίωση μου στον αγώνα, αλλά δεν πίστευα στους τεχνοκράτες ως πολιτικούς αλεξιπτωτιστές. Η αλήθεια ήταν ότι είχα σοβαρούς ενδοιασμούς. Το να διαπραγματεύεσαι για λογαριασμό μιας χώρας απαιτεί να έχεις τη σχετική εκλογική εντολή. Η Μετριοπαθής Πρόταση σε ευρωπαϊκό επίπεδο και το σχέδιο των πέντε σημείων για την ελληνική κρίση αντανακλούσαν τις προσωπικές μου πεποιθήσεις. Όμως, δεν είχα καμία διάθεση να νομιμοποιήσω κι εγώ, όπως τόσοι άλλοι, την αποπολιτικοποίηση της οικονομικής πολιτικής. Ο Δραγασάκης, ο Ευκλείδης και ο Σταθάκης οικοδομούσαν επί χρόνια τον Σύριζα, εργάζονταν εντός του κόμματος και για το κόμμα πάνω από μία δεκαετία ξεκινώντας σχεδόν από το μηδέν. Ποιός ήμουν εγώ για να εμφανιστώ ξάφνου, από το … Τέξας, ως διάτων αστήρ και εγκάθετος, χωρίς εκλογική νομιμοποίηση, ώστε να ηγηθώ μιας διαπραγμάτευσης κομβικής σημασίας για την Ελλάδα και για την Αριστερά: Πέραν τούτου, υπήρξε κι η εκείνη η άλλη ανησυχία που είχε κάνει την εμφάνισή της από την αρχή: η δυσαρμονία μεταξύ των κομματικών προτεραιοτήτων που έθεταν οι κομματικοί Αλέξης, Δραγασάκης, Ευκλείδης, Παππάς και Σταθάκης και των προτεραιοτήτων που θεωρούσα ότι έπρεπε να τεθούν πάνω απ’ όλα κατά τη διαμόρφωση μιας πειστικής κυβερνητικής ατζέντας.

Μία εβδομάδα αργότερα ο καλός μου φίλος Βασίλης Καφούρος θα προσέθετε νέες επιφυλάξεις στις ήδη υπάρχουσες. Θυμάμαι να με ρωτά αν είμαι ο μοναδικός άνθρωπος εν Ελλάδι που δε γνώριζε για τις στενές σχέσεις του Δραγασάκη με τους τραπεζίτες. Του απάντησα πως αρνούμαι να το πιστέψω.

Καθώς ήταν αδύνατον να απαντήσω σε αυτά τα δηλητηριώδη ερωτήματα με τρόπο αντικειμενικό, αποφάσισα να το αγνοήσω και να εστιάσω σε ότι μπορούσα να ελέγξω και σε εκείνα για το οποία μπορούσα να φέρω ευθύνη. Εκείνοι που είχαν τη λαϊκή εντολή, την εκφερόμενη από τις κάλπες, είχαν και την ευθύνη να προστατεύσουν τον κοινό αγώνα από τις διάφορες επιβουλές, εντός και εκτός των τειχών. «Για τώρα», σκέφτηκα, «το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να υποδεικνύω τις παγίδες και να προτείνω το κατάλληλα όπλα».

 

Κεφ. 4

Αρόδο

Π γράμμα Κεφαλαίο Ελληνικό 3έτρινο Καράβι, Πετροκάραβο εν συντομία, τους αποκαλούν οι ναυτικοί: τρεις μεγάλοι βράχοι που εξέχουν από τη θάλασσα στο στόμιο του Σαρωνικού Κόλπου, μακριά τόσο από την Πελοπόννησο όσο και από την Αττική, με την Αίγινα να δείχνει πολύ μικρή στον ορίζοντα. Καθώς τους πλησιάζεις από ένα-δυο χιλιόμετρα απόσταση, μοιάζουν, πράγματι, με πλοίο-φάντασμα που έχει βάλει πλώρη για το Σούνιο, ίσως για τον μαγευτικό ναό του Ποσειδώνα. Κολυμπώντας στα βαθυγάλανα νερά στη σκιά του Πετροκάραβου νιώθεις ότι είσαι στον ομφαλό της θάλασσας, ότι ίπτασαι πάνω από τον βυθό, με δέος που φέρνει στον νου θαλασσινή κόψη ξυραφιού.

Τον Αύγουστο του 2014 κολυμπούσαμε με τον Αλέξη καμιά τριανταριά μέτρα από το Πετροκάραβο, απολύτως προφυλαγμένοι από τυχόν αδιάκριτα αυτιά. Την κουβέντα μας την οδήγησα, σκόπιμα, στην έννοια της εμπιστοσύνης. Εμπιστευόταν ο Αλέξης την ομάδα του, να τα βάλει με αδίσταχτους τραπεζίτες σαν τον Άρη και τον Ζορμπά; Τους εμπιστευόταν να διαπραγματευτούν με την τρόϊκα χωρίς ούτε τον φόβο ούτε την επιθυμία ενός Grexit; θα ύψωναν το ανάστημα τους μπροστά σε δανειστές πρόθυμους να χρησιμοποιήσουν τις τράπεζες ώστε να κλείσουν οι κάνουλες της ρευστότητας, την ώρα που η ολιγαρχία θα έδινε μάχη λυσσαλέα για την επιβίωσή της εις βάρος των πολλών;

Ο Αλέξης ξεγλιστρούσε σαν το χέλι, διατηρώντας αταλάντευτα τον γνωστό, και ευχάριστο, τόνο αισιοδοξίας τον οποίο ξέρει καλά να εκπέμπει. Συγκρατήθηκα να μην τον κατακλύσω με τις αμφιβολίες μου, ωστόσο έπρεπε να του κάνω την ερώτηση που στριφογύριζε στο μυαλό μου από τότε που την είχε βάλει εκεί ο φίλος μου ο Βασίλης Καφούρος: «Αλέξη», είπα, προσπαθώντας να ακουστώ όσο το δυνατόν πιο αμέριμνος, «ακούω ότι ο Δραγασάκης είναι πολύ κοντά στους τραπεζίτες. Και, γενικά, ότι πηγαίνει με το νερά μας ενώ στην πραγματικότητα απεργάζεται τη διατήρηση του statυς quo».
Δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε μακριά, προς την Πελοπόννησο, και μετά γύρισε και μου είπε «Όχι, δε νομίζω. Είναι ΟΚ». Δεν ήξερα πώς να ερμηνεύσω τη λακωνικότητα του. Άραγε είχε και εκείνος αμφιβολίες, αλλά ίσως όχι αρκετές για να μην εμπιστεύεσαι την ακεραιότητα του ωριμότερου συντρόφου του: Ή μήπως δεν ήθελε καν να σταθεί στην ερώτηση μου; Ακόμη και σήμερα δε γνωρίζω την απάντηση. Αυτό που, πάντως, γνωρίζω είναι πως επέμενε πως δεν είχα επιλογή: ήταν έφτανε η στιγμή, θα έπρεπε να αναλάβω ηγετικό ρόλο στις διαπραγματεύσεις.

Καθώς μου έλειπε η διάθεση να παραθέσω ακόμη μία φορά τις επιφυλάξεις μου, απάντησα αυθόρμητα «Εντάξει, Αλέξη, μπορείς να ποντάρεις στη βοήθεια μου. Αλλά υπό έναν όρο». «Ποιον» ρώτησε με χαμόγελο που έκρυβε περιέργεια. «Να έχω μείζονα λόγο στο πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής του Σύριζα πριν από τις εκλογές. Δεν μπορούμε να έχουμε επανάληψη του 2012». Ο Αλέξης μου υποσχέθηκε ότι θα έλεγε στον Παππά να με κρατάει ενήμερο και να με συμβουλεύεται πριν από οποιαδήποτε ανακοίνωση σχετικό με το προεκλογικό πρόγραμμα οικονομικής πολιτικής. Ήταν ώρα να επιστρέψουμε στη σύντροφο του Αλέξη, την Μπέτυ, και στη Δανάη, που μας περίμεναν στο μικρό αγκυροβολημένο φουσκωτό μας.

Αίμα και δάκρυα

Έναν μήνα αργότερα, ενώ είχα επιστρέψει στο Όστιν, άκουσα στις ειδήσεις ότι ο Αλέξης εκφώνησε σημαντικό λόγο στη Θεσσαλονίκη, στο πλαίσιο της ετήσιας διεθνούς έκθεσης, σκιαγραφώντας την οικονομική πλατφόρμα του Σύριζα. Αποσβολώθηκα. Βρήκα το κείµενο στο Διαδίκτυο και το διάβασα. ‘Ένα ρίγος ναυτίας και αγανάκτησης µε διαπέρασε.

Το Πρόγραµµα της Θεσσαλονίκης, όπως τιτλοφορήθηκε ο λόγος του Αλέξη, ήταν καλοπροαίρετο αλλά ασυνάρτητο και ασφαλώς αναντίστοιχο µε το σχέδιο των πέντε σημείων, το οποίο, υποτίθεται, είχαν προσυπογράψει ο Αλέξης και ο Παππάς. Υποσχόταν, ουσιαστικά, ότι το πτωχευµένο κράτος θα χρηματοδοτούσε την έξοδο από την κρίση µε αυξήσεις μισθών, επιδοτήσεις. επιδόματα και επενδύσεις από πηγές χρηματοδότησης που ανήκαν είτε στον χώρο της φαντασίας είτε της … αποχώρησης από την ευρωζώνη. Έδινε, επίσης, υποσχέσεις τις οποίες δε θα έπρεπε να θέλουµε να εκπληρώσουμε, ακόµα κι αν οι εταίροι συµφωνούσαν. Το κυριότερο, ενώ τασσόταν υπέρ της παραµονής στο ευρώ, το Πρόγραµµα της Θεσσαλονίκης ερχόταν σε αντίθεση µε οποιαδήποτε συνετή διαπραγματευτική στρατηγική θα κρατούσε την Ελλάδα στην ευρωζώνη τερματίζοντας τη χρεοδουλοπαροικία. Επρόκειτο για ένα πρόγραµµα τόσο κακοφτιαγμένο ώστε δεν µπήκα καν στον κόπο να καταδείξω µία µία τις αδυναμίες του. Στο άρθρο µου απλώς σκιαγράφησα τι θα ήθελα το οικονοµικό πρόγραµµα του Σύριζα να υπόσχεται:

[Πόσο] θα ήθελα να ακούσω κάτι διαφορετικό στην προεκλογική περίοδο που, όπως φαίνεται έχει αρχίσει ήδη! Πόσο θα ήθελα µια τοποθέτηση που να λέει πάνω κάτω τα εξής:

⦁ Αν πιστεύετε ότι τα µνηµόνια που ψηφίστηκαν ήταν n μόνη εναλλακτική εντός της ευρωζώνης, δεν πρέπει να µας ψηφίσετε
⦁ Αν κρίνετε ότι το 2ο µνηµόνιο τελειώνει επί της ουσίας, κι όχι για το θεαθήναι µε τον ελληνικό λαό να αποκτά ξανά τη δυνατότητα να πάρει τις τύχες του στο χέρια του, Π.χ. µέσω της εκκολαπτόμενης επιμήκυνσης, παρακαλούμε ψηφίστε τη συγκυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ όχι εµάς.
⦁ Αν θεωρείτε ότι το τραπεζικό µας σύστημα βρίσκεται σε καλή πορεία, μετά την ανακεφαλαιοποίηση, και πως θα αρχίσει, όπως έχει διαμορφωθεί και όπως είναι δομημένο σήµερα, να χρηματοδοτεί την ανάπτυξη της χώρας, χωρίς να αποτελεί πλέον καρκίνωμα στην κοινωνική οικονοµία µας, τότε µακριά από τα ψηφοδέλτια µας.
⦁ Αν νομίζετε ότι n Ευρώπη έκανε τα καθήκον της απέναντι στον εαυτό της και βρίσκεται στη σωστή (έστω και εκνευριστικά αργή) πορεία προς την έξοδο από την Κρίση, δεν είμαστε εµείς αυτοί που πρέπει να εμπιστευτείτε

⦁ Αν περιμένετε από εµάς να σας πούµε ότι είμαστε σε θέση να επανεκκινήσουµε την οικονοµία, και να ανατρέψουμε τις κατάφωρες αδικίες που ζείτε καθηµερινά, προτού επιτευχθεί µια νέα συµφωνία µε την Ευρώπη, θα σας απογοητεύσουμε.

Γιατί να µας ψηφίσετε; Επειδή σας υποσχόμαστε µόνο δύο πράγµατα Αίµα και Δάκρυα, όπως υποσχέθηκε στους συμπολίτες του ο Τσόρτσιλ τα 1939, τότε που τους ζητούσε τη βοήθεια και την υποστήριξη τους µετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας εν µέσω πολέµου.

⦁ Αίµα και Δάκρυα που, όµως, θα δώσουν σε όλους µας, κι όχι µόνο εδώ στην Ελλάδα αλλά και σε ολόκληρη την Ευρώπη, τα δικαίωµα να ελπίζουµε για ένα τέλος στον σιωπηλό αλλά αµείλικτα πόλεµο για την Αξιοπρέπεια και για την Αλήθεια.

⦁ Αίµα και Δάκρυα που θα πρέπει να είµαστε διατεθειμένοι να χύσουµε ώστε να µπει n χώρα σε βιώσιµη πορεία, n οποία σήµερα είναι αδύνατη όσο είτε (Α) πιστεύουμε πως η συμμόρφωση «προς τας υποδείξεις» της τρόϊκας είναι n λύση (µε κάποιες κουτοπονηριές που θα µας επιτρέψουν µια πιο χαλαρή συμμόρφωση από αυτήν που απαιτούν οι δανειστές) είτε (Β) νοµίζουµε ότι n λύση µπορεί να δοθεί αν αναδιανείµουµε τους λιγοστούς πόρους ενός κράτους που µόνο εικονικά πλεονάσματα έχει, τα οποία μάλιστα είναι προϊόν μη βιώσιμης αφαίμαξης μιας φθίνουσας οικονομίας (και των συνήθων κορόιδων).

Πράγματι, αν θέλετε να μας ψηφίσετε, να το κάνετε επειδή τα Δάκρυα και το Αίμα που σας υποσχόμαστε τα θεωρείτε μικρό αντίτιμο για να ακούτε από κυβερνητικά χείλη την Αλήθεια. Για να έχετε αντιπροσώπους στην Ευρώπη που δε θα παρακαλάνε αλλά ούτε και θα ενστερνιστούν την τακτική του τσαμπουκά και της μπλόφας, αλλά που, αντίθετα , θα υιοθετήσουν μια στρατηγική που καμία Eλληνική κυβέρνηση δεν τόλμησε να υιοθετήσει έως τώρα: τη στρατηγική κίνηση του να λέμε την Αλήθεια στους εταίρους, στους λαούς των εταίρων και στους πολίτες της χώρας μας. Την Αλήθεια για την κατάσταση των τραπεζών (αντί για την προσποίηση ότι είναι « ισχυρές »), Την Αλήθεια για τα ανύπαρκτα πλεονάσματα του κράτους μας. Την Αλήθεια για τις επενδύσεις και τις ανύπαρκτες προοπτικές τους όσο συνεχίζεται ο θανάσιμος εναγκαλισμός πτωχευµένου κράτους, πτωχευμένων τραπεζών, πτωχευμένων επιχειρήσεων, πτωχευμένων θεσμών .

Τέλος, πρέπει να ξέρετε ότι τη νίκη στις εκλογές τη φοβόμαστε περισσότερο από την ήττα. Την τρέμουμε, για την ακρίβεια. Αν όμως εσείς αποφασίσετε να μας ψηφίσετε για να κάνουμε πράξη τα Αίμα και τα Δάκρυο που σας υποσχόμαστε, με αντάλλαγμα την Αλήθεια και την Αξιοπρέπεια, αν εσείς ξεπεράσετε τον φόβο αυτής της δέσμευσης μας, τότε θα ξεπεράσουμε κι εμείς τον τρόμο που μας προκαλεί n ιδέα να κυβερνήσουμε αυτή τη χώρα στη σημερινή τρισάθλια συγκυρία.

Με το που δημοσιεύτηκε το κείμενο μου, φίλοι και εχθροί θεώρησαν ότι σηματοδοτούσε το τέλος της σύντομης σχέσης μου με την ηγεσία του Σύριζα. Το ίδιο πίστευα κι εγώ, ώσπου, λίγες μέρες αργότερα , μου τηλεφώνησε ο Παππάς, κεφάτος, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα σπουδαίο. Του επισήμανα ότι τα άρθρο μου άλλαζε τα πάντα. «Δεν αλλάζει τίποτα », απάvτησε ξέγvoιαστα. «Εσύ θα διαμορφώσεις το πραγματικό οικονομικό, πρόγραμμα. Το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης ήταν ένα κάλεσμα συσπείρωσης του κόσμου μας, τίποτα περισσότερο».

Έχασα τα λόγια μου για μερικά δευτερόλεπτα, τέτοιος ήταν ο θυμός μου. Του τόνισα ότι ναι, είχαμε μεγάλη ανάγκη την υποστήριξη του κόσμου μας, αλλά ότι ήταν απαράδεκτο να προσπαθούμε να τη διασφαλίσουμε με ψέματα! Απτόητος εκείνος, θέλησε να βάλει τα πράγματα στη θέση τους, εκστομίζοντας την εξής δυσοίωνη πολιτική ανάλυση: «Υπάρχει κομματική πολιτική και κυβερνητική πολιτική. Εσύ θ’ ασχοληθείς με τη δεύτερη και θ’ αφήσεις την πρώτη σ’ εμάς».

Ρώτησα, από περιέργεια, ποιός βρισκόταν πίσω από τα Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Ο Παππάς μου απάντησε ότι εκπονήθηκε υπό την επίβλεψη του Δραγασάκη, με τη βοήθεια του Ευκλείδη. Δε με εξέπληξε ότι ο Δραγασάκης, που είχε μακρά παράδοση στο να στρογγυλεύει προγράμματα, είχε την επίβλεψη. Όμως ήταν απογοητευτικό το μαντάτο ότι είχε βάλει και ο Ευκλείδης τα χέρι του. Περίμενα περισσότερα από τον φίλο μου. «Αυτό το τερατούργημα, όποιος και να το συνέταξε», είπα στον Παππά, «συνιστά δολιοφθορά εις βάρος οποιασδήποτε συvετής διαπραγµατευτικής στρατηγικής ».

Το τηλεφώνημα μου άφησε τόσο ξερό στόµα και τόσο πικρή γεύση ώστε χρειάστηκε να πιώ κάμποσα ποτήρια νερό προτού κουβεντιάσω το θέμα με τη Δανάη. Τα ηγετικά στελέχη άλλα έλεγαν μεταξύ τους κι εντελώς άλλα πλάσαραν στο κόμμα και στους οπαδούς του. Επρόκειτο για συνταγή σύγχυσης, διχασμού και ήττας, ενάντια σε αντιπάλους που ήταν ενωμένοι, ισχυροί και αποφασισμένοι. Το αφήγημα που θα απευθύναμε στον λαό μας και στους αξιωματούχους της τρόϊκας, στην ηγεσία της ΕΕ και του ΔΝΤ, στο Βερολίνο και στην Ουάσινγκτον, αλλά και στον διεθνή Τύπο και στις αγορές, θα έπρεπε να διέπεται από μία, ενιαία, πειστική, σταθερή κεντρική ιδέα.

Η Δανάη, ακούγοντας την εκτίμnσn μου ότι η τακτική του Παππά και του Αλέξη θα τορπίλιζε οποιοδήποτε μελλoντική διαπραγμάτευση, αντέδρασε έντονα λέγοντας: «Δεν μπορείς να συμμετάσχεις σε αυτό». Συμφώνησα και αποφάσισα να κρατήσω αποστάσεις από τον Σύριζα, μετά την ανακοίνωση του Προγράµµατος της Θεσσαλονίκης. Η απόφαση εκείνη με ανακούφισε αμέσως, αλλά η ηρεμία που μου προσέφερε κράτησε μόνο δυο-τρεις μήνες. Στα τέλη Νοεμβρίου του 2014, καθώς ετοιμαζόμουν να ταξιδέψω στη Φλωρεντία για να συμμετάσχω σε συνέδριο για την ευρωζώνη, μου τηλεφώνησε πάλι ο Παππάς. Όταν του είπα ότι έφευγα για Ιταλία, με παρακάλεσε να περάσω μετά το συνέδριο από την Αθήνα, προτού επιστρέψω στο Όστιν . «Είναι επιτακτική ανάγκη να έρθεις», είπε. Άλλαξα απρόθυμα το εισιτήριο μου.

Με το που ολοκληρώθηκε το συνέδριο στη Φλωρεντία, πήρα τα τρένο για τη Ρώμη και από εκεί πέταξα για την Αθήνα. Στη διαδρομή αναρωτιόμουν τι ήθελαν να συζητήσουμε ο Αλέξης και ο Παππάς. Οι εφημερίδες στο αεροδρόμιο ανέφεραν φήμες περί πρόωρων εκλογών. Ακόμα κι όταν το αεροπλάνο προσγειωνόταν στο «Ελευθέριος Βενιζέλος», ήμουν πεπεισμένος ότι τα άρθρο μου «Δάκρυα και Αίμα» είχε εξασφαλίσει την αποστασιοποίηση μου από την επερχόμενη κυβέρνηση Σύριζα.

Το ταξί με πήγε στο άδειο διαμέρισμά μας. Άφησα τη βαλίτσα μου κι εξεπλάγην ευχάριστα από την προθυμία της μηχανής μου να πάρει μπρος παρά την πολύμηνη απραξία της. Σ’ ένα τέταρτο πάρκαρα κάτω από την πολυκατοικία του Αλέξη. Στην είσοδο με χαιρέτισαν οι δύο γνώριμοι αστυνομικοί φρουροί του προτού το ασανσέρ με ανεβάσει στον τελευταίο όροφο, όπου μένουν ο Αλέξης, η Μπέτη και τα δύο αγόρια τους. Παρόντες ήταν επίσης ο Παππάς και ο Δραγασάκης. Ήταν πλέον βραδάκι. Από εκεί θα έφευγα τις πρώτες πρωινές ώρες τραβώντας για το διαμέρισμα μας, όπου θα έπαιρνα τη βαλίτσα μου πριν πάρω ταξί για το αεροδρόμιο για να προλάβω την πτήση μου για το Όστιν μέσω Λονδίνου. «Τι έγινε;» ρώτησε n Δανάη στο τηλέφωνο. «θα σου πω από κοντά», απάντησα. Είχα ήδη αρχίσει να μετράω το λόγια μου στο τηλέφωνο, φοβούμενος το αδιάκριτα ώτα διαφόρων.

Μια «πλήρης και ειλικρινής ανταλλαγή απόψεων»

Η ατμόσφαιρα στο διαμέρισμα του Αλέξη και της Μπέτης ήταν κεφάτη. Η κυβέρνηση Σαμαρά είχε κάνει βουτιά στις δημοσκοπήσεις, επικρατούσε διάχυτη εκλογολογία και οι συνομιλητές μου φαίνονταν αισιόδοξοι αλλά και έτοιμοι να συζητήσουμε θέματα στρατηγικής εν όψει της πιθανής εκλογικής νίκης τους.

Αν και χαιρόμουν που η χώρα θα γύρναγε σελίδα, και που οι φίλοι μου έσφυζαν από συγκρατημένο ενθουσιασμό, δεν είχα διάθεση να μοιραστώ την εορταστική ατμόσφαιρα. Το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης είχε εντείνει τους φόβους μου ότι ο Αλέξης θα σπαταλούσε την τελευταία μάλλον ευκαιρία της γενιάς μας να βγάλει την Ελλάδα από τη φυλακή οφειλετών. Από την αρχή της κουβέντας μας επισήμανα τις δυσκολίες και τους κινδύνους που επιφύλασσε μια νίκη στις κάλπες, επαναλαμβάνοντας τα σημεία που τόνιζα στη συνάντηση μας τον προηγούμενο Ιούνιο. Ωραία, ναι, μπορούσαμε να προσευχόμαστε για το «καλό σενάριο» το οποίο αρεσκόταν να επικαλείται ο Δραγασάκης, ωστόσο έπρεπε να προετοιμαστούμε επειγόντως για ένα άκρως δυσάρεστο, αλλά και πολύ πιο πιθανό, σενάριο.

Αφού βολευτήκαμε στο σαλόνι, και n συζήτησn σοβάρεψε, έκανα την αρχή: «Να σας πω τι πιστεύω ότι θα αντιμετωπίσετε αμέσως μόλις αναλάβετε τα ηνία της χώρας: Τη Δευτέρα μετά τις εκλογές θα έχουμε κοσμοσυρροή στις τράπεζες με αναλήπτες να ζητούν τα χρήματα τους σε μετρητά». Επί της ουσίας, τους επανέλαβα εκείνα για το οποία προειδοποιούσα συστηματικά τον Αλέξη και τον Παππά από τα 2011. Το μέγα όπλο της τρόϊκας ήταν, τους υπενθύμισα, η διασπορά φημών ότι ενδεχομένως η ΕΚΤ να έκλεινε τις τράπεζες, κάτι που θα ωθούσε τους καταθέτες να αποσύρουν τα ευρώ τους (ώστε να τα κρύψουν κάτω από το στρώμα η να τα εμβάσουν στο εξωτερικό), με αποτέλεσµα να δοθεί στην ΕΚΤ δικαιολογία να ..κλείσει τις τράπεζες όπως ακριβώς είχε κάνει στην Κύπρο τα 2013. Η τρόϊκα δε θα βιαζόταν καθόλου να διαπραγματευτεί με μια κυβέρνηση την οποία θέλει να υπονομεύσει. Θα έμενε με σταυρωμένα χέρια, περιμένοντας ώσπου ο Αλέξης και η ομάδα του να έρθουν αντιμέτωποι με την πρώτη από τις υπέρογκες δανειακές δόσεις προς το ΔΝΤ και την ΕΚΤ που θα έπρεπε να καταβληθούν από τον Μάρτιο του 2015 και μετά.

«Από τη σκοπιά τους οι δανειστές θα περιμένουν να δουν πώς θα πράξεις, Αλέξη, εκείνη τη δύσκολη στιγμή», του είπα. «Η μόνη περίπτωση να σε πάρουν στο σοβαρά είναι να μην καταβάλεις τις δόσεις όσο εκείνοι αρνούνται να διαπραγματευτούν καλόπιστα». Βέβαια, προσέθεσα, σε τέτοια περίπτωση, αναμφίβολα η ΕΕ και τα ΔΝΤ θα απαντούσαν ότι πλέον η ΕΚΤ δεν είναι σε θέση να παρέχει ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες, καθώς το IOU τους θα ήταν εγγυημένα από μια κυβέρνηση που είχε αθετήσει τις δανειακές της υποχρεώσεις, µε αποτέλεσµα τη διακοπή της έκτακτης ενίσχυσης τους σε ρευστότητα (ELA) και το κλείσιµό τους.

Το κλίµα στο δωμάτιο βάρυνε. «Ελπίζω να μη συµβεί τίποτε από αυτά», είπα. «ίσως και να μη συµβεί. Όµως θα ήταν ανοησία η έλλειψη προετοιμασίας», κατέληξα, πρoσθέτοντας : «Αν επακολουθήσουν αυτή την πολεμική οδό, σκοπός τους θα είναι να διαπιστώσουν από τι είστε φτιαγμένοι, αν µπλοφάρετε και ποιές είναι οι αληθινές σας προτεραιότητες». .

«Τι πιστεύεις ότι θέλει η Μέρκελ;» ρώτησε ο Αλέξης σκεπτικός. «Δε νοµίζω να θεωρεί πως τη συμφέρει να προκαλέσει και άλλη κρίση». «Το Βερολίνο δε θα τολμήσει να αναστατώσει τις αγορές κλείνοντας τις τράπεζες», είπε ο Παππά, λέγοντας ακόµα, θυμωμένος : «Η Ελλάδα δεν είναι Κύπρος. Δεν µπορούν να µας κάνουν τον νταή χωρίς συνέπειες».

Είχα διαφορετική άποψη. Θεωρούσα ότι η Μέρκελ και ο Σόϊµπλε δε θα καμπτόταν εύκολα στο βασικό ζήτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους. Δεν είχαν καµία πρόθεση να ζητήσουν εθελοντικά από τα κοινοβούλια τους κούρεµα του ελληνικού δημόσιου χρέους, καθώς τέτοια κίνηση θα ισοδυναµούσε µε οµολογία τους ότι είχαν πει ψέματα αναφορικά µε τις δύο πρώτες δανειακές συµφωνίες. Το Βερολίνο θα µπορούσε να αποφύγει τέτοιο οµολογία µόνο αν κανόνιζε ένα 3ο µνηµόνιο, κρατώντας έτσι την Ελλάδα στη φυλακή αφερέγγυων οφειλετών, αλλά και επισήµως … φερέγγυα. Δεδοµένου, όµως, ότι κάθε «διάσωση» απαιτούσε τη θυσία ενός Έλληνα πρωθυπουργού (του Παπανδρέου η πρώτη, του Σαµαρά η δεύτερη) και µια νέα κυβέρνηση για να την περάσει από τη Βουλή, θα προσπαθούσαν είτε να πάρουν µε το µέρος τους τον Αλέξη είτε να δηµιουργήσουν τέτοιο χάος ώστε να πέσει η κυβέρνηση του και να ανοίξει ο δρόµος για την αντικατάσταση της από µια πειθήνια «τεχνοκρατική» κυβέρνηση «εθνικής ενότητας», τακτική την οποία είχαν ήδη εφαρµόσει το 2012 υπό την πρωθυπουργία του Λουκά Παπαδήµου.

Ο Αλέξης είχε πάρει σκυθρωπή όψη. «Και το επιχείρημα του Παππά;» είπε. «Δε φοβούνται αναταραχή στις αγορές;» «Φοβούνται», εξήγησα, «αλλά µην ξεχνάς ότι βασίζονται στο γεγονός ότι τον επόµενο Μάρτιο ξεκινά το πρόγραµµα «ποσοτικής χαλάρωσης» της ΕΚΤ, σύµφωνα µε το οποίο η κεντρική τράπεζα θα τυπώνει πακτωλό χρημάτων για να αγοράζει δημόσια και ιδιωτικά χρέη ώστε να σταθεροποιήσει την ευρωζώνη. Σε αυτό το πρόγραµµα ποσοτικής χαλάρωσης ποντάρουν ως αντιστάθμισμα στους κραδασμούς που θα φέρει µια σύγκρουση της τρόϊκας µε την κυβέρνηση σας. Θα ήταν αφελές να πιστέψουμε ότι είναι απλή σύμπτωση ότι (α) το πρόγραµµα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ και (β) η απειλή του τερµατισµού της αποδοχής από την ΕΚΤ των lOU των ελληνικών τραπεζών (που ανακοινώθηκε τον περασμένο Ιούνιο) έχουν προγραµµατιστεί για τον επόµενο Μάρτιο [σηµ: τον µήνα που θα γίνονταν οι εκλογές στην Ελλάδα µετά την αποτυχία της κυβέρνησης Σαµαρά να εκλέξει Πρόεδρο της Δηµοκρατίας]. Μπορεί κάλλιστα η Μέρκελ να θεωρεί ότι είναι ιδανική στιγµή για µια σύγκρουση µε εσάς την ώρα που οι αγορές θα πλημμυρίζουν µε χρήµα της ΕΚΤ. Δε θα µε εξέπληττε αν η κ. Μέρκελ πίστευε ότι η επιβολή τραπεζικής αργίας στην Ελλάδα, υπό τον καθοδήγηση της ΕΚΤ, θα κυλούσε οµαλά για εκείνη και τους Ευρωπαίους επενδυτές». .

«Τότε πώς µπορούµε να ανατρέψουμε το σχέδιό τους;» ρώτησε ο Αλέξης. Ήταν ένα ερώτηµα στο οποίο είχα απαντήσει το 2012, στο πλαίσιο του σχεδίου των πέντε σημείων. Όµως, τώρα που µια εκλογική νίκη του Σύριζα ήταν πιθανότερη, ήταν ανάγκη να επαναλάβω εκείνη την απάvτηση όσο πιο ενδελεχώς και λεπτομερειακά γινόταν: «Για να τους αποσπάσετε µια, έστω και κάπως, αξιοπρεπή, βιώσιμη συµφωνία», είπα, «πρέπει να δώσετε στην ΕΚΤ έναν καλό λόγο για να διστάσει να σας κλείσει τις τράπεζες».

Βασικό αποτρεπτικό όπλο: το εναπομείναν ελληνικό χρέος της ΕΚΤ

στρατηγική αποτροπής ενός κλεισίματος των τραπεζών από την ΕΚΤ και την τρόϊκα είχε πρωτοσυζητηθεί µεταξύ µας τον Ιούνιο του 2014, πάνω στη βάση του σχεδίου των πέντε σήψεων που είχα παρουσιάσει στο οικονοµικό επιτελείο του Αλέξη κατά την πρώτη συνάντηση µας, τον Μάιο του 2013 το οποίο µε τη σειρά του βασιζόταν στην αρχική πρόταση που είχα καταθέσει στον Αλέξη και στον Παππά τον Ιούνιο του 2012. Η πεμπτουσία του βασιζόταν στην τιτάνια διαμάχη µεταξύ του Μάριο Ντράγκι, προέδρου της ΕΚΤ, και του Γενς Βάιντµαν, προέδρου της Bundesbank (της γερµανικής κεντρικής τράπεζας).

Ο Ντράγκι, από το 2012, υποσχόταν να αγοράσει τεράστιες ποσότητες κρατικών οµολόγων από τις ελλειμματικές οικονομίες της Ευρώπης, προκειµένου να στηρίξει την ευρωζώνη. Η Bundesbank είχε προσφύγει στα δικαστήριο µε το επιχείρημα ότι κάτι τέτοιο θα συνιστούσε παράβαση του καταστατικού της ΕΚΤ. Τον Φεβρουάριο του 2014 τα γερμανικά δικαστήρια παρέπεµψαν την υπόθεση στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο αποφάνθηκε υπέρ του Ντράγκι, αλλά υπό έναν δρακόντειο όρο: να μην υπάρξει το παραµικρό κούρεµα σε κάποιο από τα κρατικά οµόλογα που αγόρασε η ΕΚΤ, καθώς ένα τέτοιο κούρεµα θα θεωρούνταν χρηματοδότηση, ή επιδότηση, του συγκεκριµένου κράτους- μέλους από την ΕΚΤ (µια επιδότηση που το καταστατικό της ΕΚΤ απαγορεύει διά ροπάλου). Εκεί ενέκειτο το όπλο της ελληνικής κυβέρνησης, το οποίο µπορούσε να τη βοηθήσει να αποτρέψει το κλείσιµο των ελληνικών τραπεζών από την ΕΚΤ.

Το 2011 η ΕΚΤ είχε αγοράσει δεκάδες δισ. ελληνικών κρατικών οµολόγων (βλ. σελ. 142), στο πλαίσιο του αποτυχημένου προγράµµατος αγοράς οµολόγων των χωρών της περιφέρειας, του ονοµαζόµενου SMP.1 Στο τέλος του 2014 παρέµεναν άλλα 27 δισ. ευρώ εκείνων των ελληνικών οµολόγων στο βιβλία της ΕΚΤ. Μάλιστα, τα οµόλογα εκείνα ήταν τα τελευταία που ήταν «συνταγμένα» στη βάση του ελληνικού δικαίου, κάτι σπουδαίο, γιατί στην περίπτωση μη έγκαιρης πληρωμής τους η ΕΚΤ θα έπρεπε να απευθυνθεί στα ελληνικά δικαστήρια για να βρει το «δίκιο» της. Αυτά τα 27 δισ. κρατικών οµολόγων ήταν , λοιπόν, το ισχυρότερο όπλο αποτροπής του κλεισίματος των ελληνικών τραπεζών το οποίο διέθετε η ελληνική κυβέρνηση. Γιατί; Επειδή, όπως είδαµε στην προηγούµενη παράγραφο, ακόµα κι ένα ευρώ αυτού του χρέους να κουρευόταν µονοµερώς από την Αθήνα, το πρόγραµµα ποσοτικής χαλάρωσης του κ. Ντράγκι θα χαρακτηριζόταν από τα ευρωπαϊκά και τα γερμανικά δικαστήρια παράνοµο.

Με άλλα λόγια, η ελληνική κυβέρνηση είχε στο χέρια της ένα µοναδικό όπλο µε το οποίο µπορούσε να καταστήσει τον κ. Ντράγκι και την ΕΚΤ νοµικά ευάλωτους απέναντι στην Bundesbank και στο γερµανικό Συνταγματικό Δικαστήριο, υπονομεύοντας την αξιοπιστία του όλου προγράµµατος αγοράς χρέους της ΕΚΤ, Προκαλώντας ρήξη στις σχέσεις του Ντράγκι µε την καγκελάριο Μέρκελ και, εν τέλει, θέτοντας την ίδια την ύπαρξη του ευρώ υπό αμφισβήτηση. «Αντιμέτωπος ο κ. Ντράγκι µε αυτόν τον υπαρξιακό κίνδυνο», είπα καταλήγοντας στους συνοµιλητές µου, «θα το σκεφτεί όχι δύο φορές, αλλά ξανά και ξανά και ξανά πριν σας κλείσει τις τράπεζες».

Παράλληλο σύστημα πληρωµών βασισµένο στο TAXISnet

ο να υπάρχει µέσο, ή όπλο, αποτρεπτικό δεν αρκούσε βέβαια. Αν και ήταν σίγουρο ότι η ΕΚΤ θα δίσταζε να κλείσει τις ελληνικές τράπεζες εφόσον η ελληνική κυβέρνηση διεμήνυε ότι ένα τέτοιο κλείσιµο θα πυροδοτούσε κούρεµα στο οµόλογα SMP, το οποίο, µε τη σειρά του , θα έθετε υπό αμφισβήτηση το πρόγραµµα ποσοτικής χαλάρωσης της ΕΚΤ, και το ευρώ γενικότερα, κανείς δεν µπορούσε να εγγυηθεί ότι η ΕΚΤ δε θα τις έκλεινε. Άλλωστε οι θεσµοί της Ευρώπης έχουν µακρά παράδοση στις αυτοκαταστροφικές κιvήσεις. Αυτή η σκέψη οδηγούσε στο συµπέρασµα ότι µια κυβέρνηση Σύριζα έπρεπε να είναι προετοιμασμένη για την περίπτωση που η ΕΚΤ θα έκλεινε τις ελληνικές τράπεζες. Το µέγα ερώτηµα ήταν: Υπήρχε τρόπος να κρατηθεί η Ελλάδα εντός της ευρωζώνης σε µια τέτοιο περίπτωση; .

Το ερώτηµα αυτό ήταν , και παραµένει, καίριο. Αν δεν υπήρχε τρόπος να διατηρηθεί η χώρα στην ευρωζώνη µε κλειστές τις τράπεζες, τότε το Grexit θα ήταν αναπόφευκτο τη στιγμή που η ΕΚΤ θα ανακοίνωνε τη διακοπή της παροχής ρευστότητας, µέσω του ELA, στις ελληνικές τράπεζες. Σε αυτή την περίπτωση η κυβέρνηση δε θα είχε εναλλακτική από το να εκδώσει δικό της χρήμα, βγάζοντας την Ελλάδα από το ευρώ. Αν όµως υπήρχε τρόπος να διατηρηθεί η χώρα στην ευρωζώνη µε κλειστές τις τράπεζες, τότε τα πράματα άλλαζαν. Το επιχείρημα µου, εκείνο το βράδυ στο διαµέρισµα του Αλέξη, ήταν ότι υπήρχε! Ποιό; Η δημιουργία ενός παραλλήλου συστήματος πληρωµών, βασισµένο στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Οικονοµικών TAXISnet, που θα επέτρεπε τη συνέχιση των συναλλαγών, σε ευρώ, ακόµα κι αν η τρόϊκα και η ΕΚΤ µας έκλειναν τις τράπεζες.

Αφού, λοιπόν, εξήγησα στον Αλέξη, στον Δραγασάκη και στον Παππά το αποτρεπτικό όπλο µας (τα οµόλογα SMP), προχώρησα στην περιγραφή του παραλλήλου συστήματος πληρωµών, που µπορούσε να µας κρατήσει ζωντανούς στην ευρωζώνη, τουλάχιστον για όσον καιρό χρειαζόταν έως ότου η τρόϊκα άρχιζε να διαπραγματεύεται καλή τη πίστεις. «Σήµερα», τους είπα, «Ο κάθε φορολογούµενους , ο κάθε ΑΦΜ, διαθέτει, εν δυνάµει, χρεωστικό λογαριασµό στο ΤAXISnet στον οποίο. καταβάλλει τους φόρους που του αναλογούν κάνοντας µεταβίβαση (π.χ. µέσω Web Banking) από τον τραπεζικό λογαριασµό του. Το µόνο που χρειάζεται είναι να δώσουµε σε κάθε φορολογούμενο τη δυνατότητα, µ’ ένα ΡΙΝ, να μεταφέρει πιστωτικές µονάδες από τον ΑΦΜ του σε οποιονδήποτε άλλον ΑΦΜ στην επικράτεια ». .

Για να τα κάνω πιο λιανά, έδωσα το εξής παράδειγµα: π.χ. , έστω ληξιπρόθεσμη οφειλή του Δημοσίου προς την Εταιρεία Άλφα ύψους 200.000 €. Έστω ακόµα ότι η Εταιρεία Άλφα χρωστά 50.000 € στην Εταιρεία Βήτα και µισθό ύψους 2.000 € στον Υπάλληλο Κώστα. Παράλληλα, η Εταιρεία Βήτα χρωστά πάνω από 48.000 € στην εφορία και 2.000 € στην Υπάλληλο Άννα, η οποία µε τη σειρά της χρωστά 800 € στον φίλο της τον Γιώργο, που και αυτός έχει να πληρώσει φόρους άνω των 800 € στο κράτος. Aς δούµε τι θα γινόταν αν το Δημόσιο ενέγραφε πίστωση 200.000 € (απλώς δακτυλογραφώντας το νούμερο αυτό) στον ΑΦΜ της Εταιρείας Άλφα και παρείχε σε κάθε φορολογούμενο ένα ΡΙΝ µε τα οποίο θα µπορούσε να μεταφέρει αυτές τις πιστώσεις από τον δικό του ΑΦΜ σε όποιον άλλον ΑΦΜ ήθελε. Έχοντας λάβει πίστωση 200.000 €, η Άλφα έχει κάθε λόγο να χρησιμοποιήσει το ΡΙΝ της για να µεταφέρει 50.000 € στον ΑΦΜ της Εταιρείας Βήτα και 2.000 € στον ΑΦΜ του Κώστα. Τώρα η Εταιρεία Βήτα έχει κι αυτή λόγο να µεταφέρει 48.000 € πίσω στην εφορία και 2.000 € στην Άννα, η οποία µε τη σειρά της χρησιμοποιεί το ΡΙΝ της για να μεταφέρει 800 € στον φίλο της τον Γιώργο, που κι αυτός µε τη σειρά του αποπληρώνει κάποιους από τους φόρους που χρωστά!.

Ένα τέτοιο σύστηµα θα ήταν χρήσιμο να υπάρχει σε όλες τις χώρες της ευρωζώνης, από την Πορτογαλία µέχρι τη Φινλανδία και από την Ιρλανδία μέχρι την Ιταλία. Για την Ελλάδα, βέβαια, θα ήταν θείο δώρο, δεδομένων των ληξιπρόθεσμων οφειλών όλων προς όλους. Πέραν όµως αυτών των χρήσεων, υπάρχουν κι άλλοι δύο λόγοι για τους οποίους το εν λόγω σύστημα πληρωµών ήταν, και είναι, απαραίτητο για τη χώρα µας.

Ο πρώτος λόγος είναι ότι θα µας έδινε τη δυνατότητα να αντιµετωπίσουµε αποτελεσματικότερα ένα απότομο κλείσιµο τραπεζών από την ΕΚΤ, µε παράλληλη ασφυξία ρευστότητας του Δημοσίου. Πολύ εύκολα, εάν έκλειναν οι τράπεζες και κατέρρεε η ρευστότητα κράτους και ιδιωτών, θα µπορούσε το σύστημα αυτό να διευκολύνει τις συναλλαγές και να κρατήσει την αγορά ζωντανή υπό συνθήκες έκτακτης ανάγκης. Π.χ. συντάξεις και µισθοί θα µπορούσαν, µερικώς, να κατατίθενται στους λογαριασμούς του TAXISnet, απ’ όπου οι ιδιώτες θα µπορούσαν να πληρώνουν αλλήλους. Στον βαθµό που όλοι, και τα σούπερ μάρκετ, έχουν να πληρώνουν φόρους, όλοι θα δέχονταν (ιδίως σε περίοδο χαµηλής ρευστότητας µετρητών) αυτές τις πλnρωµές. .

Ο δεύτερος λόγος ήταν πιο μακροπρόθεσμος: Έχοντας πρώτα εξοικειωθεί µε αυτό το σύστηµα πληρωµών, οι πολίτες στους οποίους τα κράτος δε χρωστά χρήματα, κι έτσι ο λογαριασµός τους στο TAXISnet είναι µηδενικός, θα µπορούσαν να μεταφέρουν χρήματα από τον τραπεζικό τους λογαριασµό στον λογαριασµό που τους παρέχει τα κράτος στο ΤAXISnet ουσιαστικά δανείζοντας τα κράτος. Γιατί να τα κάνουν; Γιατί να μεταφέρουν τα χρήματα τους από την τράπεζα στο κλειστό κύκλωµα του ΤAXISnet;.

Επειδή το κράτος θα έκανε στους πολίτες την εξής προσφορά: «Κάθε, π.χ. , 1.000 ευρώ που μεταφέρετε σήµερα από την τράπεζα σας στον λογαριασµό σας στο TAXISnet έναν χρόνο αργότερα θα αποπληρώνουν 1.100 ευρώ φόρων µια έκπτωση δηλαδή φόρων (εισοδήµατος, ΦΠΑ, εταιρικών, τελών κυκλοφορίας κτλ) που αντιστοιχεί στο αστρονοµικό επιτόκιο της τάξης του 10%». Έτσι, εν καιρώ, το παράλληλο σύστημα πληρωµών θα έδινε τη δυνατότητα στο κράτος να δανείζεται χρήματα απευθείας από τους πολίτες του, χωρίς τη διαμεσολάβηση των επιτήδειων χρηματιστών, των τραπεζών και, βεβαίως, της ΕΚΤ. Εφόσον το κράτος κρατούσε τα μέγεθος τέτοιου δανεισµού εντός λογικών ορίων, και το σύστημα λειτουργούσε υπό καθεστώς διαφάνειας, θα αποτελούσε Εξαιρετικό εργαλείο στα χέρια µιας νέας κυβέρνησης που πάσχιζε να δημιουργήσει δικές της µορφές ρευστότητας µε απώτερο στόχο την ενίσχυση της διαπραγµατευτικής της δύναµης προς την κατεύθυνση µιας βιώσιµης συµφωνίας εντός της ευρωζώνης.

Ο Αλέξης και ο Παππάς έδειχναν, αν όχι ανακουφισμένοι, πάντως ικανοποιημένοι µε την ιδέα ότι υπάρχουν τρόποι να δηµιουργηθεί ρευστότητα, σε ευρώ, ικανή να τους δώσει περιθώρια ελευθερίας σε περίπτωση που η ΕΚΤ έκλινε τις τράπεζες. Ο Δραγασάκης, αφού άκουσε προσεκτικά την περιγραφή του παράλληλου συστήµατος, µου ζήτησε να του τη στείλω εγγράφως για να τη µελετήσει, κάτι που µε ευχαρίστησε. Πράγματι, την επόμενη µέρα, έχοντας µόλις αφιχθεί στο Όστιν, έκατσα και ξαναέγραψα, σε λιγότερο τεχνική γλώσσα, ενδελεχή δεκασέλιδη περιγραφή του συστήματος παραλλήλων πληρωµών, την οποία έστειλα στον Παππά ζnτώντας του να τη μεταφέρει στον Αλέξη και στον Δραγασάκη. .

Σε αυτό τα σηµείο αξίζει µια παρένθεση, ένα άλµα τέσσερις µήνες αργότερα, στον Μάρτιο του 2015 και σε συνεδρίαση του υπουργικού συµβουλίου υπό την προεδρία του πρωθυπουργού, πλέον, Αλέξη Τσίπρα. Μετά από µια δική του ανασκόπηση της έως τότε σύγκρουσης µας µε την τρόικα, µου ζητήθηκε να εισηγηθώ το νομοσχέδιο για την καταπολέμηση της ανθρωπιστικής κρίσης.3 Εξήγησα πως, σε πρώτο στάδιο, ήμασταν έτοιµοι να εκδώσουµε χρεωστικές κάρτες που περιείχαν μερικές εκατοντάδες ευρώ μηνιαίως και οι οποίες θα μοιράζονταν σε τριακόσιες περίπου χιλιάδες οικογένειες που βρίσκονταν πολύ κάτω από το όριο της φτώχειας. «Αυτές οι χρεωστικές κάρτες », συνέχισα, «είναι µόνον η αρχή. Σύντοµα θα αντικαθιστούσαν, υποστήριζα, τις αστυνομικές ταυτότητες και, έτσι, θα μετατρέπονταν στη βάση για την πλήρη επέκταση του παράλληλου συστήµατος πληρωµών. Πολύ γρήγορα, µάλιστα, δε θα χρειάζονταν καν αυτές οι πλαστικές κάρτες, καθώς η λειτουργία τους θα μπορούσε να γίνεται µε εφαρμογή κινητών τηλεφώνων όπως εκείνες του Apple Pay η του Google Wallet».

Αφού εξήγησα τη λειτουργία αυτού του συστήµατος (βλ. προηγού-μενες παραγράφους), αναφέρθηκα στα πολλά πλεονεκτήματα του:

  • Δίνει τη δυνατότητα στο κράτος και στους ιδιώτες να αλληλοακυρώσουν λnξιπρόθεσµες οφειλές του Δημοσίου στους ιδιώτες, των ιδιωτών στο Δημόσιο, αλλά και των ιδιωτών μεταξύ τους .
  • Απελευθερώνει «κανονικά» ευρώ τόσο του δημόσιου τομέα όσο και των ιδιωτών.
  • Δηµιουργεί! νέο δημοσιονοµικό «χώρο» (ή περιθώρια ελευθερίας) για την κυβέρνηση, π.χ. της επιτρέπει να χρηματοδοτεί φτωχούς ανθρώπους προκειµένου να κάνουν πληρωμές στα σούπερ μάρκετ χωρίς κανένα στίγμα (καθώς όλοι οι πολίτες θα έφεραν αυτές τις κάρτες και θα µπορούσαν να πληρώνουν με αυτές).
  • Επιτρέπει στο κράτος να δανείζεται απευθείας από τους πολίτες, από µικρά μέχρι µεγάλα ποσά, παρακάμπτοντας τις «αγορές» και προσφέροντας σηµαντικές φοροαπαλλαγές στους πολίτες .
  • Υπερβαίνει το τραπεζικό σύστημα, µε σημαντική µείωση του κόστους των συναλλαγών για τους ιδιώτες, καθώς αναιρεί το µονοπώλιο των τραπεζιτών απέναντι στην κοινωνία και στο σύστηµα πληρωµών στο οποίο βασίζεται η οικονοµική ζωή.
  • Δηµιουργεί ένα παράλληλο ηλεκτρονικό-διαδικτυακό ευρώ, το οποίο, σε αντίθεση µε τα «κανονικά» ευρώ, µπορεί µε το πάτημα ενός κουµπιού -σε µια έκτακτη κατάσταση-να μετατραπεί σε άλλο νόμισμα. Έτσι διαμηνύει στην τρόϊκα ότι, εάν προχωρήσει στο κλείσιμο των τραπεζών η στην εκπαραθύρωση της Ελλάδας από τα ευρώ, το ίδιο σύστημα πληρωµών θα μπορούσε να μετατραπεί σε εναλλακτικό εθνικό νόµισµα εν ριπή οφθαλμού.

«Δε θέλουµε σε καµία περίπτωση να βγούµε από το ευρώ», διαβεβαίωσα. «Όµως, έχει σημασία να γνωρίζουν οι δανειστές πως δε θα σταματήσουν οι συναλλαγές αν προσπαθήσουν να µας στραγγαλίσουν κλείνοντας τις τράπεζες-πως και το πρόγραµµα ανθρωπιστικής κρίσης µπορούµε να τρέξουµε και συναλλαγές μεταξύ ιδιωτών µπορούμε να υποστηρίζουμε. Κι αν τα γνωρίζουν αυτό, μειώνεται η άνεση µε την οποία θα προσπαθήσουν να μας στραγγαλίσουν καθώς δε θ α μπορούν να βασιστούν πλέον στην πεποίθηση ότι αν μας απειλήσουν με κλείσιμο τραπεζών, εμείς θα κάνουμε πίσω, θα συνθηκολογήσουμε όσον άφορα το μέγα ζητούμενο, την αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους».

Όταν το υπουργικό συμβούλιο ολοκληρώθηκε, οι περισσότεροι υπουργοί με πλησίασαν για να εκφράσουν τον ενθουσιασμό τους για το παράλληλο σύστημα πληρωμών που τους παρουσίασα, κάποιοι μάλιστα χτυπώντας με στην και λέγοντας ότι η παρουσίαση τους ενδυνάμωσε, τους εμψύχωσε και, γενικότερο, τους εντυπωσίασε.

Πέντε μήνες αργότερα, μετά την παραίτησή μου, ο συστημικός Τύπος οργίαζε εναντίον μου, στο πλαίσιο της στρατηγικής της τρόϊκας εσωτερικού να δαιμονοποιήσει το ΟΧΙ του δημοψηφίσματος και όσους συνέχιζαν να το τιμούν. Αρχικά με χαρακτήριζαν ανόητο κατηγορώντας με ότι πήγαινα κατευθείαν στο στόμα του λύκου, στο Eurogroup, χωρίς σχέδιο αποτροπής του κλεισίματος των τραπεζών και χωρίς σχέδιο για την περίπτωση που μας έκλειναν τις τράπεζες. Kανείς από τους συντρόφους μου που είχαν παραστεί σε εκείνο το υπουργικό συμβούλιο δεν είπε κουβέντα. Έτσι, αποφάσισα να προβώ ο ίδιος σε διαρροή των σχεδίων αποτροπής του κλεισίματος των τραπεζών (που βασίζονταν στο κούρεμα των ομολόγων SMP κατοχής της ΕΚΤ βλ. σελ. 164) και παραλλήλου συστήµατος πληρωμών.

Τότε, συνέβη τα εξής καταπληκτικό: οι ίδιοι δημοσιογράφοι και αντιπολιτευόμενοι πολιτικοί, που έλεγαν «ο γελοίος ο Βαρουφάκης πήγανε στα Eurοgrοup, χωρίς σχέδιο Β σε περίπτωση κλεισίματος των τραπεζών» ξάφνου εξαπέλυσαν νέα κατηγορία : «Ο προδότης ο Βαρουφάκης σφετερίστηκε τη θέση του καταστρώνοντας πίσω από την πλάτη του πρωθυπουργού και του υπουργικού συμβουλίου υποχθόνιο Σχέδιο Β εναντίον του εθνικού νομίσματος, του ευρώ!» Και πάλι όλοι εκείνοι οι υπουργοί που, μόλις λίγους μήνες πριν, δήλωναν ενθουσιασμένοι με το παράλληλο σύστημα πληρωμών, που τους είχα ενδελεχώς παρουσιάσει σφύριζαν αδιάφορα, προσποιούμενοι ότι δεν είχαν ακούσει τίποτα. Κάποιοι μάλιστα προχώρησαν ακόμα περισσότερο , συνηγορώντας προς την αντιπολίτευση και τον συστημικό Τύπο ότι έπρεπε να συρθώ ενώπιον ειδικού δικαστηρίου. Πράγματι, απ’ όσο γνωρίζω, ακόμα και τώρα που γράφω αυτές τις γραμμές υπάρχει ενεργή δικογραφία εναντίον μου για σχέδια υπονόμευσης του εθνικού νομίσματος τα οποία κατέστρωσα … πίσω από την πλάτη του πρωθυπουργού.

Αποτελεί πηγή υπερηφάνειας και ανάτασης το γεγονός ότι οι εν Ελλάδι μαζορέτες της τρόϊκας δε χάνουν ευκαιρία να με λοιδορήσουν. Εκλαμβάνω τις διασκεδαστικές κατηγορίες τους ως τιμητικά παράσημα που τα κέρδισα λόγω της αποκοτιάς μου να πω «όχι» στις απαράδεκτες απαιτήσεις της τρόϊκας και του Eurοgrοup. ‘Ομως, πρέπει να ομολογήσω τη λύπη και την απορία που ένιωσα παρακολουθώντας συντρόφους υπουργούς, οι οποίοι σε εκείνο το υπουργικό συμβούλιο παρήλαυναν μπροστά μου για να μου δώσουν συγχαρητήρια για τη σύλληψη και την εφαρμογή του παράλληλου συστήματος πληρωμών, να αρνούνται ότι γνώριζαν γι’ αυτό και μάλιστα να ενώνουν τις φωνές τους με τις κραυγές της τρόϊκας εσωτερικού που ζητούσαν την κεφαλήν μου επί πίνακι.

Η πρόταση .

πρόταση με κατέλαβε εξαπίνης. Γύρω στα μεσάνυχτα, στο διαμέρισμα του Αλέξη, η συζήτηση πέρασε από την αποτροπή και το παράλληλο σύστημα των πληρωμών σε ανάλυση των πολιτικών εξελίξεων. Ο Αλέξης με ενημέρωσε ότι υπήρχε μεγάλη πιθανότητα πρόωρων εκλογών. Η θητεία της κυβέρνησης Σαμαρά θα έληγε μετά από δύο και πλέον χρόνια, ωστόσο ήταν αμφίβολο αν θα επιβίωνε πέρα από τον Μάρτιο του 2015, οπότε και έληγε η πενταετής θητεία του Προέδρου της Δηµοκρατίας. Αν ο Αντώνης Σαμαράς δεν κατάφερνε να συγκεντρώσει την ενισχυμένη κοινοβουλευτική πλειοψηφία των 180 βουλευτών για την ανάδειξη του διαδόχου του Κάρολου Παπούλια, θα διαλυόταν αυτομάτως η Βουλή και θα προκηρύσσονταν εκλογές. «Αν κερδίσουμε, και δεν υπάρχει αμφιβολία επ’ αυτού, θέλουμε να γίνεις υπουργός οικονομικών», άκουσα τον Αλέξη να λέει ξαφνικά. .

Καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού μου από το Όστιν στην Αθήνα, επαναλάμβανα από μέσα μου ακριβώς τα λόγια με τα οποία θα απέρριπτα την πρόταση που φανταζόμουν ότι ίσως μου έκαναν για τη θέση του επικεφαλής της διαπραγμάτευσης υπό τον υπουργό οικονομικών Γιάννη Δραγασάκη. Όπως τους είχα πει αρκετές φορές, τη διαπραγμάτευση δεν μπορεί παρά να την κάνει εκείνος που έχει αναλάβει το Υπουργείο οικονομικών. Ο Γιάννης Δραγασάκης, δηλαδή. Όμως τώρα ο Αλέξης φάνηκε να προτείνει ενοποίηση των δύο ρόλων στο πρόσωπό μου.

Για να κερδίσω χρόνο, στράφηκα στον Δραγασάκη. «Μα νόμιζα ότι θα αναλάμβανες εσύ το υπουργείο οικονομικών». Ο Αλέξης παρενέβη για να μου εξηγήσει. «ο Γιάννης θα αναλάβει την αντιπροεδρία της κυβέρνnσης, απ’ όπου θα επιβλέπει και τα τρία οικονομικά υπουργεία», είπε εννοώντας το Υπουργείο οικονομικών, τα Υπουργείο οικονομίας και τα νέο Υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης.

Αυτό άλλαζε τα πάντα. Η προτεινόμενη υπουργική δομή ήταν εύλογη. Το θεσμικό επιχείρημά μου, με τα οποίο θα αρνούμουν, έπαψε να υφίσταται. Αυτό που εξακολουθούσε να δικαιολογεί μια άρνηση ήταν το ζήτημα του προεκλογικού οικονομικού προγράμματος. «Όπως γνωρίζετε», είπα, «έχω σοβαρές επιφυλάξεις για το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης. Τρέφω ελάχιστο σεβασμό προς αυτό. Δεδομένου ότι συνιστά, όπως παρουσιάστηκε, τις βασικές δεσμεύσεις του Σύριζα προς τα μέλη του και προς τον ελληνικό λαό, δε βλέπω πώς θα μπορούσα να αναλάβω την ευθύνη της εφαρμογής του ως υπουργός οικονομικών».

Όπως ήταν αναμενόμενο, ξαναμπήκε στην κουβέντα ο Παππάς, επιμένοντας ακόμη μία φορά ότι το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης δε θα ήταν δεσμευτικό για μένα. «Δεν είσαι καν μέλος του Σύριζα», πρόσθεσε. «Όμως δε θα περίμεναν όλοι να γίνω, αν επρόκειτο να αναλάβω το Υπουργείο οικονομικών;» αντέτεινα. Ο Αλέξης είχε έτοιμη την απάντηση: «Όχι, σε καμία περίπτωση. Δε θέλω να γίνεις μέλος του Σύριζα. Δε θέλω να μπλέξεις με τα εσωκομματικά βαρίδια που θα σε σταματήσουν από το να κάνεις τη δουλειά σου».

Είχε δίκιο, σκέφτηκα. Ωστόσο συναγερμός ηχούσε στον νου μου. Τα λόγια του ήταν δίκοπο μαχαίρι. Από τη μία, η μερική ανεξαρτησία μου από τον Σύριζα, ένα κόμμα του οποίου τις ανερμάτιστες οικονομικές πολιτικές κατέκρινα επί χρόνια, θα μου παρείχε πολύτιμα περιθώρια ελευθερίας και θα επέτρεπε στον Αλέξη να δικαιολογεί τις αποφάσεις μου που θα έρχονταν σε αντίθεση με την κομματική γραμμή, στη βάση του επιχειρήματος ότι δε δεσμευόμουν από αυτή. Συγχρόνως, όμως, μια τέτοια τακτική θα μπορούσε να προκαλέσει συσσωρευμένη εσωκομματική δυσαρέσκεια εναντίον μου και, στην παραμικρή αδυναμία κάλυψης από τον Αλέξη στον Δραγασάκη, να με αφήσει εκτεθειμένο στις εχθρικές διαθέσεις του κομματικού μηχανισμού, τη στήριξη του οποίου θα είχα τόσο μεγάλη ανάγκη στη μάχη ενάντια στην τρόϊκα και στην εγχώρια ολιγαρχία.

Επρόκειτο για σκέψεις και προβληματισμό που, βέβαια, δεν μπορούσα να μοιραστώ μαζί τους εκείνο το βράδυ. Η πίεση να αποφασίσω εντεινόταν εκ των πραγμάτων, ωστόσο έπρεπε να διερευνήσω καλύτερα σε ποιον βαθμό υπήρχε αυθεντική σύμπνοια μεταξύ μας ως προς τους σκοπούς αλλά και τα μέσα. Αν όχι με χαρά, πάντως με ξεκάθαρη ανακούφιση, θα έλεγα «όχι» στην τιμητική τους πρόταση. ‘Έτσι τους είπα: «Πριν μιλήσουμε για υπουργεία και για τα επόμενα βήματα, ας δούμε πρώτα αν συμφωνούμε στα βασικά». Πρόθεση μου ήταν να διαπιστώσω κατά πόσον συμμερίζονταν πραγματικά μια επικαιροποιημένη εκδοχή του σχεδίου των πέντε σημείων που είχα προτείνει στον Αλέξη το 2012, τότε που είχε απορριφθεί μετ’ επαίνων.

Το «Συμβόλαιο»

`

«Εν αρχή ην η αναδιάρθρωση χρέους», δήλωνα. Αν δε συμφωνού-σαμε σε αυτό, ότι δηλαδή ήταν ψηλότερα στην ιεραρχία προτεραιο-τήτων μας απ’ όλα τ’ άλλα (ιδιωτικοποιήσεις, εργασιακά κτλ), δε θα υπήρχε λόγος να συνεχίσουμε τη συζήτηση. Συμφώνησαν...

«Ο στόχος της αναδιάρθρωσης του χρέους δεν είναι ιδεολογικός αλλά πρακτικός », συνέχισα. Μόνο μια σοβαρή αναδιάρθρωση του χρέους θα μας επέτρεπε να ανατρέψουμε τον στόχο του πρωτογενούς πλεονάσματος από το γελοίο 4,5%, που είχε αποδεχθεί η κυβέρνηση Σαμαρά, αντικαθιστώντας τον με, κατά μέγιστο, στόχο 1,5% κάτι που θα μας επέτρεπε να μειώσουμε τους φορολογικούς συντελεστές που σκοτώνουν την προοπτική ανάκαμψης, να σταματήσουμε τις επιπλέον περικοπές στις συντάξεις και στους μισθούς του Δημοσίου, να αυξήσουμε κάπως τις δημόσιες επενδύσεις κτλ Συμφώνησαν.

Ως προς τις ιδιωτικοποιήσεις, τους ανέπτυξα την απάντηση που δίνω όταν δημοσιογράφοι με ρωτούν ποια είναι η θέση μου ως προς αυτές: «Εξαρτάται από την ιδιωτικοποίηση, τους όρους και τη συνεισφορά της στην ανάκαμψη. Απορρίπτω τη δογματική απάντηση, υπέρ η κατά των ιδιωτικοποιήσεων, και μελετώ τους όρους και τις προοπτικές».

Συγκεκριμένα, τους είπα ποιοι έπρεπε να είναι οι όροι για να αποδεχθούμε μια ιδιωτικοποίηση: (α) να μην αφορά δίκτυα που λειτουργούν ως φυσικά μονοπώλια (π.χ. ΔΕΗ), (β) να μην αφορά κοινά αγαθά, όπως. το νερό, (γ) ο αγοραστής να δεσμευτεί σε μεγάλη και εμπροσθοβαρή επένδυση σε τεχνολογία και εκπαίδευση εργαζομένων, (δ) να προστατευτούν οι συλλογικές διαπραγματεύσεις και τα εργατικά δικαιώματα χώρας του «πρώτου» κόσμου για τους εργαζόμενους και (ε) να διατηρηθεί το μειοψηφικό πακέτο μετοχών για το κράτος, τις οποίες εμείς θα δίναμε στα ασφαλιστικά ταμεία με στόχο την αύξηση της κεφαλαιοποίησης τους (την οποία είχε πλήξει το κούρεμα, τα PSI, του 2012). Συμφώνησαν.

Έτσι ήρθαμε στο λεπτό ζήτημα των τραπεζών. Ενθυμούμενος τη «δύσκολη» συζήτησή μας με τον Αλέξη στο Πετροκάραβο, και δεδομένης της παρουσίας του Δραγασάκη στην κουβέντα, επέλεξα προσεκτικά τα λόγια μου. Τους ρώτησα λοιπόν σε ποιον βαθμό ήταν διατεθειμένοι να έρθουν σε μετωπική σύγκρουση με τραπεζίτες (όπως ο Άρης και ο Ζορμπάς της αλληγορίας μου) με σκοπό να περάσει ο έλεγχος των τραπεζών τους στους φορολογούμενους που τις είχαν διασώσει. Μάλιστα τους θύμισα ότι, πέραν των κεφαλαίων που έλαβαν από τους φορολογούμενους, οι εν λόγω τραπεζίτες παρέμεναν στο τιμόνι των πτωχευμένων τραπεζών ελέω των lOU πενήντα και βάλε δισ. ευρώ που εγγυόταν το Δημόσιο, οι φορολογούμενοι και πάλι.

Ο Παππάς έδωσε ρεσιτάλ επαναστατικότητας, τονίζοντας ότι όλοι οι τραπεζίτες θα πάνε στα σπίτια τους. Πιο συγκρατημένος αλλά εξίσου θετικός ο Αλέξης, μου απάντησε ότι γι’ αυτό τον λόγο θα έχει μεγάλη σημασία ο ρόλος του Δραγασάκη, που, ως αντιπρόεδρος της κυβέρνησης αναλαμβάνει το δύσκολο έργο του δαμασμού των τραπεζιτών. Με μυαλό στις προειδοποιήσεις του φίλου μου του Βασίλη Kαφούρoυ, τις οποίες ο Αλέξης είχε απορρίψει στο Πετροκάραβο κάπως αδύναμα, παρατήρησα με ενδιαφέρον τον Δραγασάκη να μη διαφωνεί, μεν ως προς τον ρόλο που αναλάμβανε (δηλαδή να στείλει τους τραπεζίτες στο σπίτι τους), αλλά και να μην επαυξάνει, παρά μόνο να λέει πως ό,τι γίνει θα πρέπει να γίνει στο πλαίσιο της νομιμότητας. Ποιός θα διαφωνούσε σε αυτό; Τι άλλο όμως κρυβόταν πίσω από τα λόγια του; Άλλωστε όλα τα σκάνδαλα που είχαν διαπραχθεί εκ μέρους, και για λογαριασμό, των τραπεζιτών τα προηγούμενα χρόνια διαπράττονταν πάνω «στο πλαίσιο της νομιμότητας».

Αφού είχαμε συμφωνήσει σε αυτούς τους τέσσερις καίριους στόχους, το ερώτημα ήταν αν θα συμφωνούσαμε και στα μέσα, επίτευξης τους απέναντι σε μια τρόϊκα έτοιμη να μας απειλήσει με κλείσιμο, τραπεζών. Τίποτα δεν είχε τόσο μεγάλη σημασία όσο η προετοιμασία για το πώς θα ενεργούσαμε αντιμέτωποι με την απειλή αυτή: άμεσο και μονομερές κούρεμα των ομολόγων SMP της ΕΚΤ, εφαρμογή του παράλληλου συστήµατος πληρωμών και αναγγελία αλλαγών στον νόμο που διέπει τη λειτουργία της Τράπεζας της Ελλάδος. Kαθώς επαναλάμβανα σημείο προς σημείο τη στρατηγική ανάσχεσης του σχεδίου της τρόϊκας και αποτροπής του κλεισίματος των τραπεζών, οι συνοµιλητές μου φαίνονταν να συμφωνούν απολύτως. Και τότε έφτασα στο ευαίσθητο σημείο: «Το κλειδί που θα ξεκλειδώσει την πόρτα της φυλακής χρέους είναι η μεταξύ μας συναίνεση ότι δε θα μπλοφάρουμε με την τρόϊκα. Είναι ξεκάθαρο αυτό;» ρώτησα εναγωνίως. .

Ο Δραγασάκης με ρώτησε τι εννοούσα. Αναρωτήθηκα, αν ήταν απλώς προσεκτικός ή αν επρόκειτο περί στρατηγικής αμνησίας. Άδραξα την ευκαιρία να επαναλάβω εκείνο που τους έλεγα από τις πρώτες μας συναντήσεις χρόνια πριν: «Μπλοφάρεις όταν προσποιείσαι ότι έχεις άσους τη στιγμή που έχεις τριάρια. Το να ανακοινώσεις μια συγκεκριμένη πρόθεση όταν σκοπεύεις να την τιμήσεις ανεξαρτήτως των πράξεων του αντιπάλου δεν αποτελεί μπλόφα».

Ο Αλέξης έπιασε το νόημα και αμέσως πήγε σε αυτό. «Σε ακούσαμε», μου είπε. «Λες πως δε θα υπογράψουμε μνnμόνιο ακόμα και αν μας απειλήσουν με Grexit και το εννοούν». «Ακριβώς αυτό εννοούσα», τους είπα. Δεν υπήρχε καμία δικαιολογία να μπούμε σε μια διαπραγμάτευση με τους ισχυρότερους θεσμικούς δανειστές του πλανήτη παρά μόνον εάν θέλαμε βιώσιμη συμφωνία εντός της ευρωζώνης, κάτι που απαιτεί το να φοβόμαστε τη συνθηκολόγηση σ’ άλλο ένα μνnμόνιο περισσότερο απ’ότι φοβόμαστε το Grexit. «Συμφωνείτε;» ρώτησα για πολλοστή φορά. «Προφανώς», ήταν η απάντηση του Αλέξη, που συνοδεύτηκε από άλλη μία έκρηξη ενθουσιασμού του Παππά. Ο Δραγασάκης έμεινε σιωπηλός, προσφέροντας στην ομήγυρη ένα κουρασμένο αλλά συγκαταβατικό χαμόγελο.

Ήταν ό,τι πιο κοντά μπορούσε να επιτευχθεί στην κατεύθυνση ενός μεταξύ μας συμβολαίου τιμής. Η ώρα της απόφασης είχε έρθει.

Ναι η όχι;

ράγματι η στιγμή της αλήθειας είχε φτάσει. Μου είχε μόλις γίνει μια προσφορά που µπορούσα να την αρνηθώ. Το ρίσκο που εμπεριείχε ένα ναι ήταν μεγάλο και ευδιάκριτο. Ενώ συμπαθούσα τον Αλέξη και ήμουν πρόθυμος να τον πιστέψω, τα γεγονότα του 2012 και, πιο πρόσφατο, ο τρόπος με τον οποίο είχε αγνοήσει ελαφρά τη καρδία τη συμφωνία που είχαμε κάνει στο Πετροκάραβο, να έχω λόγο στη διαμόρφωση του Προγράμματος της Θεσσαλονίκης, δικαιολογούσαν κάθε σκεπτικισμό εκ μέρους μου. Και, όπως είπε η Δανάη αργότερο, μετά την επιστροφή μου στο Όστιν, ήμουν αξιοποιήσιμος επειδή ήμουν αναλώσιμος : «Αν φέρετε μια αξιοπρεπή συμφωνία, θα πάρουν εκείνοι τα εύσημα. Αν όχι, θα φταις για όλα εσύ».

Καθώς δεν ανήκα ούτε στον Σύριζα ούτε στο κατεστημένο, θα ήμουν ιδανικός στόχος που θα προσέλκυε τα βέλη της τρόϊκας της εγχώριας ολιγαρχίας, του εσωκομματικού κατεστημένου του Σύριζα αλλά και των μελών του. Δε με πείραζε να παίξω τον ρόλο του κινούμενου στόχου, ώστε να μένει στο απυρόβλητο ο Αλέξης και οι συν αυτώ. Αυτός Είναι ο ρόλος των υπουργών οικονομικών. Θα άξιζε τον κόπο αν στόχος του να τραβώ πάνω μου τα βέλη ήταν η εκτέλεση του κοινού σχεδίου το οποίο είχε μόλις μπει σε καλούπι συμβολαίου τιμής στο διαμέρισμα του Αλέξη. Όμως, από την άλλη, το κόστος θα ήταν δυσβάστακτο, τόσο σε προσωπικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο, αν η ηγεσία, δεν ήταν πραγματικά έτοιμη να δώσουμε τη μάχη μέχρις εσχάτων. Εγώ ήμουν: Εκείνοι; Η αλήθεια είναι ότι ακόμα κι εκείνο το βράδυ δεν ήμουν σίγουρος , καθώς δε διέθετα αρκετά στοιχεία για να απαντήσω στο ερώτημα.

Εν απουσία των στοιχείων εκείνων, το δίλημμα μου κατέληξε να είναι ηθικός Είχα δικαίωµα να απορρίψω την προσφορά του Αλέξη; Ο αυριανός πρωθυπουργός μου έδινε την ευκαιρία να περάσω από τα λόγια στην πράξη και να εφαρμόσω τη διαπραγματευτική στρατηγική και το πρόγραμμα οικονομικής μεταρρύθμισης το οποίο υποστήριζα, όντας έξω από τον χορό, από τότε που η Ελλάδα είχε βρεθεί στην ιδιόμορφη φυλακή της. Ο Σωκράτης θεωρούσε καλή ζωή εκείνη για την οποία δε μετανιώνεις στο κατώφλι του θανάτου. Πώς θα ένιωθα στο γεράματα αν είχα να θυμάμαι τη στιγμή που γύρισα την πλάτη στη συγκεκριμένη ευκαιρία;.

Πόσο ήθελα να διακτινίσω τη Δανάη στην Αθήνα, σκέφτηκα, για να ζητήσω τη γνώμη της, αφού θα είχε ακούσει τη μακρά συζήτηση που είχε προηγηθεί. Mας χώριζαν όμως χιλιάδες χιλιόμετρο και η συνάντηση στου Αλέξη είχε ήδη τραβήξει πολύ. Είχα υποχρέωση να αποφασίσω επιτόπου. Όπερ και έκανα. Όμως, προτού δεχτώ, έθεσα έναν τελευταίο όρο: πρώτα να καταφέρω να εκλεγώ βουλευτής.

«Μα, Γιάνη, δεν έχεις ξανακατέβει σε εκλογές», αντέτεινε ο Αλέξης. «δεν έχεις δημιουργήσει το απαραίτητο υπόβαθρο, και οι εκλογές είναι προ των πυλών-άσε που ζεις και στο Τέξας!» Ο Παππάς πρότεινε μια συμβιβαστική λύση: θα μπορούσα να γίνω βουλευτής επικρατείας. Ο Αλέξης αντιπρότεινε να μπω χαμηλά στο ψηφοδέλτιο επικρατείας «τιμητική» επιλογή. Δε θα καταλάμβανα έτσι βουλευτική έδρα, αλλά πάντως θα αναγνωριζόμουν ως πρόσωπο που έχαιρε της υψηλής εκτίμησης της ηγεσίας του Σύριζα.

Απέρριψα την πρόταση ασυζητητί. Δεν ήμουν διατεθειμένος να γίνω άλλος ένας εξωκοινοβουλευτικός, δήθεν τεχνοκράτης υπουργός οικονομικών, όπως ο Στουρνάρας και ο Χαρδούβελης. «Δεν αρκεί αυτό», απάντησα. «Η θα λάβω λαϊκή εντολή απευθείας από το εκλογικό σώμα, χωρίς τη μεσολάβηση της ηγεσίας, η κάθομαι στ’ αυγά μου». Δεν ήταν ζήτημα εγωϊσμού. «Αν επρόκειτο: να αναμετρηθώ με τον Βόλφγκαvγκ Σόιμπλε, στο Eurogroup, έναν φτασμένο πολιτικό που απολαμβάνει την υποστήριξη των ψηφοφόρων του επί δεκαετίες, πρέπει να έχω κι εγώ χιλιάδες ψήφους να με στηρίζουν, Αλλιώς θα μου λείπει η απαιτούμενη νομιμοποίηση». .

επέμεινε ο Αλέξης.

«Όμως τι θα γίνει αν δεν εκλεγείς;»

«Τότε οι πολίτες θα έχουν δηλώσει ότι δε θέλουν να τους εκπροσωπήσω στο Eurogroup. Απλό! Αλέξη, έχω κάνει αγώνα, ως τεχνοκράτης-οικονομολόγος, εναντίον της ιδέας τεχνοκράτες να διαπραγματεύονται οικονομικές συμφωνίες για λογαριασμό τού, υποτίθεται, αδαούς λαού. Αυτά πρέπει να τελειώσουν, όχι να αναπαράγονται και με τη δική μου συμβολή».

«Σε ποια εκλογική περιφέρεια θέλεις να κατέβεις;» ρώτησε ο Δραγασάκης.

«Σε όλη μου τη ζωή ψηφίζω στη Β’ Αθηνών, οπότε στη Β’ Αθηνών», Μου φάνηκε αυτονόητη η απάντηση.

«Η Β’ Αθηνών είναι πολύ σκληρή, Γιάνη. Είσαι σίγουρος ;» είπε ο Αλέξης.

«Ας είναι», απάντησα, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι στον ίδια περιφέρεια κατέβαιναν, και ο Παππάς και ο Δραγασάκης και ο φίλος μου ο Ευκλείδης Τσακαλώτος. Τι να κάνουμε όμως; Η Β’ Αθηνών ήταν πάντα n εκλογική μου περιφέρεια ως πολίτης. Αν κατέβαινα, εκεί θα κατέβαινα,

Βλέποντας ο Παππάς ότι ήμουν αποφασισμένος , τοποθετήθηκε θετικά: «θα εκλεγεί άνετα», είπε κλείνοντας τη συζήτηση, αφήνοντάς με ακόμα περισσότερο προβληματισμένο. Το γεγονός ότι ο Αλέξης δεν ήθελε να γίνω μέλος του Σύριζα δε με είχε προβληματίσει. Όμως, τα να μη βλέπει με καλό μάτι την απευθείας εκλογή μου με ανησυχούσε καθώς αύξανε τη δυσάρεστη πιθανότητα η χρησιμότητα μου για εκείνον να ήταν αντιστρόφως ανάλογη της αυτονομίας της πολιτικής μου νομιμοποίησης. Βέβαια, δεν ήμουν ούτε γι’ αυτό σίγουρος. Μπορεί απλώς, σκεφτόμουν, ο Αλέξης να ανησυχούσε πραγματικά μήπως δεν εκλεγόμουν. Αυτή η σκέψη συν το άτυπο συμβόλαιο που μόλις είχαμε συνάψει κατέστησαν αδύνατη την απόρριψη της προσφοράς του, παρά τις πλείστες όσες αμφιβολίες τη συνόδευαν.

Καθώς κατευθυνόμασταν προς την εξώπορτα, ο Αλέξης μου είπε σκεπτικός: «θα πρέπει να φτιάξεις μια ομάδα για να προετοιμαστείς για την περίπτωση που θα μας βγάλουν από την ευρωζώνη. Άρχισε σύντομα να δουλεύεις πάνω σ’ αυτό». «θα το κάνω, Αλέξη», απάντησα. Εκεί, στο πλατύσκαλο, γεννήθηκε αυτό που έγινε γνωστό ως Σχέδιο Χ, το οποίο θα εφαρμοζόταν μόνον εάν κι εφόσον το Βερολίνο και η ΕΚΤ εφήρμοζαν το, δικό τους, Σχέδιο Ζ κι έσπρωχναν την Ελλάδα στον γκρεμό του Grexιt.4 «Να θυμάσαι το εξής, όμως, Αλέξη», πρόσθεσα. «ο καλύτερος και ο μόνος τρόπος να διασφαλίσουμε μακροπρόθεσμα τη θέση μας στην ευρωζώνη είναι να επιδείξουμε ανεξάντλητη μετριοπάθεια απέναντι στους πιστωτές αλλά συγχρόνως να εκπέμπουμε σταθερά το μήνυμα ότι είμαστε αταλάντευτα αποφασισμένοι να ενεργοποιήσουμε την αποτρεπτική στρατηγική μας στην περίπτωση που θα προσπαθήσουν να μας συντρίψουν».

Ο Αλέξης ένευσε καταφατικά. Ο Δραγασάκης, που έδειχνε κατάκοπος, μειδίασε και μου ζήτησε να τον κρατώ ενήμερο. Υποσχέθηκα ότι θα το έκανα.

Το χρονικό μιας προαναγγελθείσης ενέδρας

έρες μετά, τέλη Νοέμβρη του 2014, οι εξελίξεις ήταν καταιγιστικές. Με τη Δανάη είχαμε βάλει μπροστά τη διαδικασία επιστροφής στα πάτρια με ορίζοντα τα τέλη Φεβρουαρίου, βασιζόμενοι στο δεδομένο ότι η προεδρική εκλογή, που μάλλον θα πυροδοτούσε γενικές εκλογές, ήταν προγραμματισμένη για τον Μάρτιο. Όμως ο Αντώνης Σαμαράς είχε άλλο πλάνο.

Την 8η Δεκεμβρίου ο τότε πρωθυπουργός ανακοίνωσε την επίσπευση της προεδρικής εκλογής, με τις τρεις σχετικές ψηφοφορίες στη Βουλή να ακολουθούν τη 17η, την 22α και την 27η Δεκεμβρίου. Ακούγοντας τον σκέφτηκα ότι δεν μπορεί, κάποια συνεργασία είχε εξασφαλίσει με βουλευτές της ΔΗΜΑΡ και ανεξάρτητους ώστε να φτάσει το απαιτούμενο όριο των 180 βουλευτών και, έτσι, να μείνει στο Μαξίμου έως το 2016. Όμως από την επομένη άρχισα να αναθεωρώ.

Την 9η Δεκεμβρίου ο υπουργός οικονομικών Γκίκας Χαρδούβελης κατέθεσε αίτηση στο Eurogroup με το οποία ζητούσε την επέκταση της 2ης δανειακής σύμβασης, η οποία διαφορετικά θα εξέπνεε την 31η Δεκεμβρίου, για δύο μόλις μήνες, όταν η τρόϊκα προτιμούσε παράταση έξι μηνών. Ποιό ήταν το νόημα μια τέτοια ασφυκτικής προθεσμίας; Αν η κυβέρνηση Σαμαρά δεν είχε καταφέρει να καταλήξει ε συμφωνία με την τρόϊκα κατά τη διάρκεια του δεύτερου εξαμήνου του 2014, γιατί θα μπορούσε να το κάνει μεταξύ 25 Ιανουαρίου και 28 Φεβρουαρίου 2015, οπότε θα έληγε η δίμηνη συμφωνία;

Προφανώς επειδή ο κ. Σαμαράς είχε παραδώσει το όπλα, κρίνοντας ότι τις επόμενες εκλογές τις είχε χαμένες και βασιζόμενος στη δόλια σκέψη να κληροδοτήσει στον Αλέξη Τσίπρα ένα χρεοκοπημένο κράτος του οποίου οι τράπεζες θα έκλειναν έναν μήνα μετά τον διορισμό της νέας κυβέρνησης εκτός κι αν η νέα κυβέρνηση έκλεινε εντός λίγων εβδομάδων μια συμφωνία την οποία εκείνος δεν είχε καταφέρει να κλείσει παρά τον άνεση χρόνου που διέθετε.

Όλους τους προηγούμενους μήνες η κυβέρνηση Σαμαρά έλεγε και ξαναέλεγε ότι, μέχρι το τέλη του 2014, κυβέρνηση και τρόϊκα θα τα είχαν βρει, στη βάση μιας σειράς νέων μέτρων λιτότητας, με αποτέλεσμα να κλείσει αισίως το 2ο μνnμόνιο και η Ελλάδα να βγει από τα μνημόνια. Επρόκειτο προφανώς για άκομψο ανέκδοτο, το οποίο οι εκπρόσωποι της Νέας Δημοκρατίας και του ΠΑΣΟΚ αναμασούν μέχρι σήμερα. Δύο ήταν οι λόγοι για τους οποίους ο κ. Σαμαράς δεν μπορούσε να κλείσει επ’ουδενί τη 2η δανειακή συμφωνία στην ώρα της.

Ο πρώτος λόγος ήταν ότι τα μέτρο που απαιτούσε η τρόϊκα απλώς δε θα πέρναγαν, δεδομένης της ισχνής κυβερνητικής πλειοψηφίας στη Βουλή. Για του λόγου το αληθές, οι προτάσεις που είχε στείλει στο Eurogroup ο τότε υπουργός οικονομικών Γκίκας Χαρδούβελης -τα φημισμένο «email Χαρδούβελη» και δεν πέρναγαν από τη Βουλή (επειδή εμπεριείχαν περισσότερες αντικοινωνικές δεσμεύσεις από όσες μπορούσαν να αντέξουν αρκετοί βουλευτές της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ) και απορρίφθηκαν από την τρόϊκα ως απαράδεκτα αρκετές (δηλαδή, στα μάτια των τροϊκανών, δεν εμπεριείχαν αρκετές αντικοινωνικές δεσμεύσεις).

Ο δευτέρας, και σημαντικότερος, λόγος ήταν ότι το χρέος και οι αποπληρωμές του παρέμεναν σε φαιδρά επίπεδα που επέβαλαν είτε ,άμεση και βαθιά αναδιάρθρωσή του είτε νέο μνnμόνιο και δάνεια που θα επεξέτειναν την πτώχευση στο μέλλον. Συγκεκριµένα, το ποσό δανείων της 2ης δανειακής σύμβασης των 130 δισ. ευρώ είχε σχεδόν εξαντληθεί. Για την ακρίβεια, είχαν απομείνει κάτι παραπάνω από 7 δισ., που θα δίνονταν σε περίπτωση ολοκληρωτικής συμφωνίας στο Eurogroup. Όμως, μόνο για το 2015 οι αποπληρωμές χρέους του Δημοσίου ανέρχονταν σε περίπου 22 δισ., ενώ για τα έτη 2016-2019 χρειαζόνταν περίπου 55 δισ. επιπλέον. Που θα βρίσκονταν τόσα χρήματα;

Το πρωτογενές πλεόνασμα θα απέδιδε, στην καλύτερη των περιπτώσεων, 36 δισ. Από τα απαιτούμενα 77 δισ. της περιόδου 2015-2019. Τα υπόλοιπα; «Από τις αγορές», απαντούσε η κυβέρνηση Σαμαρά. Εδώ βέβαια μόνο οι αναρίθμητοι δεν ξεσπούσαν, στα γέλια: ποιός ιδιώτης θα δάνειζε ένα πτωχευμένο κράτος τόσο χρήματα με επιτόκια που δεν εκμηδενίζουν την πιθανότητα να αποπληρωθούν το νέα και τα παλιά δάνεια;

Ήταν, λοιπόν, φως φανάρι ότι η κυβέρνηση Σαμαρά ήθελε να επισπεύσει τις εκλογές, να τις χάσει, να φέρει τον Σύριζα σε ρήξη με την τρόικα, να πέσει η νέα κυβέρνηση κι έτσι να ολοκληρωθεί η «αριστερή παρένθεση» με τρόπο που να επιτρέπει στο κατεστηµένο και στην πολιτική του έκφραση να φορτώσει το πολιτικό κόστος της μόνιμης κρεοδουλο-παροικίας στην Αριστερά.

Αυτή η ερμηνεία των κινήσεων Σαμαρά επιβεβαιωνόταν κάθε μέρα και περισσότερο από τις εξελίξεις που προκαλούσε μια Κυβέρνηση της οποίας η μοναδική ελπίδα ήταν να δημιουργήσει καμένη γη ώστε να επιστρέψει στα πράγματα μετά την επερχόμενη ήττα της. Αντιμέτωποι με δημοσκοπήσεις που έδειχναν νίκη του Σύριζα, τα κυβερνητικά στελέχη επιδίδονταν σε συνεχείς αναφορές στις κλειστές τράπεζες που θα αντίκριζε ο πολίτης την επομένη των εκλογών. Και σαν να μην έφτανε αυτό στις 15 Δεκεμβρίου 2014 ο Στουρνάρας, μιλώντας σε επίσημη εκδήλωση της Τράπεζας της Ελλάδος, στη μνήμη του Ξενοφώντα Ζολώτα, χρησιμοποίησε μια φράση που θα μείνει στα χρονικά της ιστορίας των κεντρικών τράπεζών.

«Στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων μου ως διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος και. ως μέλους του Διοικητικού Συμβουλίου της Ευρωπαϊκης Κεντρικής Τράπεζας, οφείλω να επισημάνω ότι η κρίση των τελευταίων ημερών λαμβάνει πλέον σοβαρές διαστάσεις, ότι η ρευστότητα στην αγορά μειώνεται με ταχύ ρυθμό, ότι ο κίνδυνος όχι μόνο ανακοπής της αναπτυξιακής πορείας που μόλις ξεκίνησε, αλλά ο κίνδυνος μιας ανεπανόρθωτης βλάβης της Ελληνικής οικονομίας, είναι μεγάλος».

Tο να κινδυνολογεί μία κυβέρνηση μιλώντας για κλειστά ΑΤΜ την επόμενη των εκλογών είναι απαράδεκτο και δείγμα έλλειψης δημοκρατικής παιδείας. Αν τουλάχιστον λειτουργούσαν οι υπόλοιποι θεσμοί, το ελάχιστο που θα περίμενε κανείς θα ήταν η κεντρική τράπεζα να πράξει το καθήκον της: να κατευνάσει τους φόβους που δημιουργεί μια κυβέρνηση σε πανικό και να ηρεμήσει τους καταθέτες λέγοντας τους να μη φοβούνται, καθώς η ίδια θα κάνει ό,τι απαιτείται ώστε να μην υπάρξει πρόβλημα ρευστότητας στην αγορά. Κι όμως, συνέβη ακριβώς το αντίθετο.

Ο κεντρικός μας τραπεζίτης, όπως είδαμε παραπάνω, έριξε λάδι στη φωτιά που άναψε η κυβέρνηση Σαμαρά ώστε να κρατηθεί στην εξουσία μιλώντας ο ίδιος , σε ανύποπτο χρόνο, για «μείωση ρευστότητας» και «ανεπανόρθωτη βλάβη» της οικονομίας. Δεν υπάρχει χώρα στον κόσμο στην οποία δεν θα άρχιζε μαζική εκροή καταθέσεων (bank run) μετά από μία τέτοια δήλωση του κεντρικού της τραπεζίτη. Γι’ αυτό τον λόγο δεν έχει ξανασυμβεί πουθενά στον κόσμο κεντρικός τραπεζίτης να κάνει τέτοια δήλωση. Το γεγονός ότι την ώρα που γράφονται αυτές οι γραμμές, ο ίδιος άνθρωπος παραμένει στο τιμόνι, της κεντρικής τράπεζας μας ενόσω τα μέσα της ολιγαρχίας φορτώνουν στον γράφοντα την εκροή καταθέσεων (η οποία είχε φτάσει το 11 δισ. προτού ακόμα εισέλθω στο Υπουργείο οικονομικών) ίσως να είναι παγκόσμια πρωτοτυπία.

Παρακολουθώντας όλα αυτά από το Όστιν, καθώς προετοιμαζόμασταν να επιστρέψουμε στην Αθήνα, αναγνώριζα όλα το μέρη της ενέδρας που θα αντιμετώπιζα. Κανένα μέρος της δε με εξέπληξε. Απλώς με εντυπωσίασε η ευκολία με την οποία η ολιγαρχία προέβαινε σε κινήσεις καταστροφικές για τη χώρα μόνο και μόνο για να γραπωθεί στην εξουσία. Εκείνες τις μέρες του Δεκέμβρη του 2014, που η κυβέρνηση και η Τράπεζα της Ελλάδος κατέστρωναν το bank run τους, το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να επενδύω τις παρατηρήσεις μου με χιούμορ.

Τότε ήταν που μου ήρθε στον νου ένα αμερικανικό ανέκδοτο με το οποίο είχα κάποτε γελάσει Δύο πλούσιοι άνδρες παίζουν γκολφ και μιλάνε. Ο πρώτος αφηγείται στον δεύτερο πώς έκανε την περιουσία του. «Είχα ένα εργοστάσιο που δεν πήγαινε καλά, έπιασε φωτιά, πήρα τα χρήματα της ασφάλειας, τα οποία μετά επένδυσα στο χρηματιστήριο ». Ο δεύτερος του απαντά: «Κι εγώ κάπως έτσι πλούτισα. Πλημμύρισε το δικό μου εργοστάσιο και πήρα τα χρήματα της ασφάλειας, το οποία μετά επένδυσα στο χρηματιστήριο». Τότε ο πρώτος, παραξενεμένος, ρωτά τον δεύτερο: «Καλά, και την πλημμύρα πώς την ξεκίνησες;»

Τον Δεκέμβρη του 2014 ο πρωθυπουργός και ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος άναψαν πυρκαγιά στο εσωτερικό μέτωπο πυροδοτώντας μαζικές αναλήψεις από τις τράπεζες (bank run), την οποία θα καλούμασταν να σβήσουμε την ώρα που παλεύαμε με ισχυρούς δανειστές που δεν ήθελαν καν τα χρήματα τους πίσω! Την ίδια στιγμή, το γνώριζα καλά, η κεντρική τράπεζα μας, το μέσα μαζικής αποβλάκωσης και η ολιγαρχία της χώρας και του εξωτερικού θα έριχναν λάδι στη φωτιά. Ο μοναδικός μας σύμμαχος σε εκείνο τον πόλεμο ήταν ένας εξαθλιωμένος αλλά περήφανος Δήμος.

Αλήθεια χωρίς φόβο

Α γράμμα Κόκκινοπό τότε που η Ελλάδα φυλακίστηκε στο κελί του μη αποπληρώσιμου χρέους, με παρουσίαζαν ως τον τρελό του χωριού. Το κατεστημένο με αντιμετώπιζε έτσι επειδή αρνιόμουν να αναγνωρίσω ότι η άρνηση της «διάσωσης» του σήμαινε αποβολή από το ευρώ. Πολλοί αριστεροί επίσης, στο πνεύμα μιας συγκινητικής ανίερης συμμαχίας , με αποκαλούσαν τρελό ακριβώς για τον ίδιο λόγο: θεωρούσαν και εκείνοι, και για λίγο πολύ τους ίδιους λόγους, ανέφικτο τον στόχο της χειραφέτησης της Ελλάδας εντός της ευρωζώνης.

Αυτή η ενδιαφέρουσα σύγκλιση κατεστηµένου και µέρους της Αριστεράς σηματοδοτούσε στους πολίτες ότι βρίσκονταν αντιμέτωποι µε µια απλή επιλογή: Ή θα υπέφεραν σιωπηλά στη φυλακή οφειλετών τους, προκειµένου να κρατήσουν στην τσέπη τους τα λιγοστό ευρώ που τους είχαν αποµείνει, ή θα έβγαιναν από το ευρώ (κι ενδεχοµένως από την Ευρωπαϊκή Ένωση) χωρίς συνάλλαγμα για φάρμακα, µε έναν Εµφύλιο πόλεµο να µαίνεται στα βενζινάδικα, µε άδεια σούπερ µάρκετ κτλ.

Δεν είναι ενδιαφέρον; Η τρόϊκα και οι µαζορέτες της στην Ελλάδα, µαζί µε το ΚΚΕ και την Αριστερή Πλατφόρμα του Σύριζα, να συνηγορούν (για εντελώς διαφορετικούς βέβαια λόγους) στο εξής: Όσοι, Π.χ. ο Βαρουφάκης, οραματίζονται η προκρίνουν ανθρώπινη και λογική λύση εντός του ευρώ είναι είτε «χρήσιμοι ηλίθιοι», που οδηγούν τον παραμυθιασμένο λαουτζίκο της Ελλάδας σε τρομακτική ήττα ή, στη χειρότερη περίπτωση, επικίνδυνοι νάρκισσοι, πιθανόν πράκτορες σατανικών δυνάµεων, που επιθυμούν διακαώς να αποσταθεροποιήσουν την Ευρώπη, σε αγαστή συνεργασία µε τον Τζορτζ Σόρος και άλλους Αµερικανοεβραίους εχθρούς του ευρώ (ο ευκόλως εννοούμενος ισχυρισμός του κατεστηµένου). Κάπως έτσι παρουσιαζόµουν ως, την ίδια στιγμή, απειλή για το «ευρωπαϊκό µέλλον» της Ελλάδας και ως πράκτορας των Βρυξελλών, των χρηματοδοτών και του βαθέος κατεστηµένου της αντίπερα όχθης του Ατλαντικού.

Στην πραγµατικότητα η θέση µου ήταν πολύ απλή και, νοµίζω, λογική: Ναι, είναι αλήθεια ότι σε ένα ευρώ σχεδιασμένο ως σιδερένιο κλουβί για τους μισθωτούς η απελευθέρωση της πλειοψηφίας των Ελλήνων, και ο εκπολιτισμός µιας Ευρώπης που έχει από καιρό χάσει την ψυχή και τα λογικά της, είναι δύσκολο πράγµα. Παραδεχόμουν ότι το ΚΚΕ και η Αριστερή Πλατφόρμα ίσως να αποδεικνύονταν σωστοί όταν έλεγαν ότι η επίσημη Ευρώπη θα προτιμήσει να βομβαρδίσει την ήπειρό µας παρά να αποδεχθεί ανθρώπινες και βιώσιµες πολιτικές. Όµως -έλεγα-, δεδοµένου ότι το κόστος ενός Grexιt είναι πολύ µεγάλο τόσο για την Ελλάδα όσο και για τους δανειστές της, δεν αξίζει να προσπαθήσουμε να πούµε «όχι» στα µέτρα τους, «όχι» στα νέα μνημονιακά τους δάνεια, προτείνοντας παράλληλα λογικές λύσεις εντός του ευρώ; Κι αν, όντως, η τρόϊκα δεν πτοηθεί από το κόστος του περίπου 1 δισ. ευρώ, το 2015, κόστος που ένα Grexιt συνεπαγόταν, και µας εκπαραθύρωνε από την ευρωζώνη επειδή αρνούσασταν άλλο ένα µνηµόνιο, τότε η πόρτα της εξόδου θα ήταν η σωστή επιλογή. Το γεγονός ότι αυτός ο απλός συλλογισμός δολοφονήθηκε από το κατεστηµένο το κατανοώ. Το ότι λοιδορήθηκε και από µέρος της Αριστεράς µάλλον παραπέμπει σε εξηγήσεις που ξεφεύγουν από το όρια της λογικής και σχετίζονται µε διαδικασίες εσωκομματικές, ιστορικές, ακόµα και ψυχολογικές, που µε ξεπερνούν.

Στις αρχές του 2014, αντιλαμβανόμενος τους πραγματικούς κινδύνους που ενείχε εκείνη η πανίσχυρη σύγκλιση κατεστηµένου και µέρους της Αριστεράς, κάθισα κι έγραψα ένα βιβλίο, που εκδόθηκε στα τέλη του 2014, µε τίτλο Η Γένεση της Μνηµονιακής Ελλάδας.5 Επαναλάμβανα σε αυτό τη θέση την οποία υποστήριζα επί χρόνια: η Ελλάδα δε θα έπρεπε σε καµία περίπτωση να επιδιώξει το Grexιt, αλλά να απαιτήσει βιώσιμη συµφωνία εντός της ευρωζώνης, προετοιμασμένη όµως για σκληρό αγώνα µε την τρόϊκα (έχοντας εκπονήσει σχέδιο αποτροπής του κλεισίµατος των τράπεζών συν ενός συστήµατος πληρωµών που δε θα εξαρτάται από τις τράπεζες) και, βέβαια, φοβούμενη το Grexιt λιγότερο από τη µόνιµη χρεοδουλοπαροικία.

Μία εβδοµάδα πριν από τις γενικές εκλογές της 25ης Ιανουαρίου 2015 παρουσίασα το βιβλίο στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, µπροστά σε εκατοντάδες παρισταμένους. Ήταν η µοναδική προεκλογική µου εκδήλωση, οπότε εκμεταλλεύτηκα την ευκαιρία για να παρουσιάσω στο εκλογικό σώµα τους διαπραγματευτικούς στόχους και τη στρατηγική μου, όπως ακριβώς είχα κάνει στις συναντήσεις µου µε τον Αλέξη, τον Παππά και τον Δραγασάκη. Εν κατακλείδι, είπα το εξής:

Αν δε φοβόμαστε το Grexιt λιγότερο από µια επέκταση των μνημονίων στο µέλλον, δεν υπάρχει περιθώριο διαπραγμάτευσης. Αν ο Σύριζα, κατά βάθος, θεωρεί ένα Grexιt χειρότερο από ένα ακόµα µνηµόνιο, τότε δεν έχουµε κανέναν λόγο να εκλεγούμε. Ο λόγος απλός: Η τρόϊκα θα µας απειλήσει µε Grexιt, θα µας φέρει όχι µόνο στο πρόθυρα αλλά στον προθάλαμο µιας εξόδου, όπως έκανε µε την Κύπρο πέρσι. Αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να θέλουµε το Grexιt. Όπως δεν το θέλει και η τρόϊκα. Σημαίνει ότι για να μείνουμε στο ευρώ με τρόπο που δεν καταστρέφει τη χώρα μας εντός ευρωζώνης, πρέπει να φοβόμαστε την καταστροφή εντός ευρώ περισσότερο από την έξοδο από το ευρώ.

Είπα και κάτι άλλο:

Μου κάνει εντύπωση, με διασκεδάζει θα έλεγα, το εξής φαινόμενο: οι ίδιοι ακριβώς άνθρωποι που το 2010 διερρήγνυαν τα ιμάτια τους ότι οι τότε παροτρύνσεις μου να πούμε «όχι» στο 1ο μνnμόνιο ήταν απαράδεκτες, επικίνδυνές, αντιευρωπαϊκές και εθνοπροδοτικές σήμερα (σηµ: Γενάρης του 2015) λένε πως το … 2010 ήταν η σωστή στιγμή για το «όχι» αλλά ότι σήμερα είναι πια πολύ αργά. Τα πράγματα είναι φως φανάρι. Η ελληνική ολιγαρχία πάντα θεωρεί ότι η αποκάλυψη, και η απαραίτητη αποδοχή, της χρεοκοπίας που εκείνη δημιούργησε είναι … εθνοπροδοτική και εκτός τόπου και χρόνου. Λοιπόν έχω νέα γι’ αυτούς τους κυρίους και τις κυρίες: Το «όχι» σε νέα δάνεια που δίνονται για να κουκουλωθεί μια κρατική πτώχευση υπό όρους αφανισμού του πληθυσμού είναι παντού και πάντα η σωστή επιλογή

Καθώς πλησίαζε η ημέρα των εκλογών κι εξαπλωνόταν η φήμη ότι ενδεχομένως να γινόμουν υπουργός οικονομικών, σχοινοβατούσα. Οι υπουργοί οικονομικών μαζί με τους διοικητές κεντρικών τράπεζών, ως εκ του αντικειμένου τους , πρέπει να μην ψεύδονται αλλά και, ταυτόχρονα, να είναι φειδωλοί με την αλήθεια. Είναι καθήκον τους να αρνούνται σχεδιαζόμενες αλλαγές, όπως π.χ. μια υποτίμηση η μια αυξομείωση επιτοκίων, επειδή έχει μεγάλη σημασία το να μην πυροδοτήσουν κερδοσκοπικές κινήσεις, με σοβαρό κοινωνικό κόστος, μοιραζόμενοι τις σκέψεις και τις προθέσεις τους με το κοινό. Από τη μεριά μου, δεδομένης της φυγής καταθέσεων που πυροδότησαν με τις ανεύθυνες δηλώσεις τους οι κ. Σαμαράς και Στουρνάρας έναν μήνα πριν, από τη μία έπρεπε να αποκαλύψω στον ελληνικό λαό την αλήθεια για τη συγκρουσιακή διάθεση των πιστωτών μας ενώ, από την άλλη, να κατευνάσω τους φόβους μιας σύγκρουσης η οποία θα ενίσχυε τη φυγή των καταθέσεων και έτσι θα μείωνε ακόμα πιο πολύ το περιθώρια μιας διαπραγμάτευσης που θα οδηγούσε σε έντιμη συμφωνία με τους δανειστές.

Επέλεξα τη στρατηγική του να λέω το πράγματα με το όνομά τους, αλλά με μια αισιοδοξία που βασιζόταν στην προοπτική των καλών αποτελεσμάτων που θα είχαμε εφόσον, απλώς, παραμέναμε πιστοί στη συμφωνημένη μας στρατηγική στο «συμβόλαιο» που προέκυψε, όπως νόμιζα, στο διαμέρισμα του Αλέξη εκείνο το βράδυ του Νοεμβρίου 2014. Αποφασισμένος να είμαι απολύτως ξεκάθαρος απέναντι στους πολίτες, μέρες μετά (την 8η Δεκεμβρίου 2014), έλεγα ζωντανά στον Αντ1:

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι διατεθειμένος να αντιμετωπίσει την απειλή της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για κλείσιμο των ΑΤΜ και να πει στον κ. Ντράγκι ότι δε δικαιούται να θέτει μια νεοεκλεγείσα κυβέρνηση υπό αυτή την καθαρά δικτατορική και αυθαίρετη απειλή, που δεν προβλέπεται από καμία ευρωπαϊκή συνθήκη, ούτε από το καταστατικό της ΕΚΤ, και να του κλείσει το τηλέφωνο, τότε δεν έχει κανέναν λόγο να εκλεγεί.

Πόσο πιο ξεκάθαρα να προειδοποιούσα ότι, αν δεν ήμασταν έτοιμοι για ρήξη, δεν είχαμε λόγο να εκλεγούμε; Κάποιοι λένε ότι προεκλογικά δεν τόνισα αρκετά το πλάνο με το οποίο θα έμπαινα στο Υπουργείο οικονομικών και τη διαφοροποίηση του από τα γενικά και αόριστα που πρέσβευε η ηγεσία του Σύριζα. Ίσως να έπρεπε να είχα τονίσει περισσότερο τις διαφορές μου από τον Σύριζα και τις λεπτομέρειες της δικής μου ατζέντας. Πάντως, τρεις μέρες πριν από τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου, σε ντιμπέϊτ στον ΣΚΑΪ με τον Δημήτρη Σταµάτη, βουλευτή της ΝΔ, και τη Μιράντα Ξαφά, τοποθετήθηκα σαφέστατα για την οικονομική πολιτική που θα ασκούσα, διαχωρίζοντας πλήρως και ευθαρσώς τις πολιτικές που θα εφήρμοζα στο Υπουργείο από το Πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης του Σύριζα. Τόσο πολύ που ο κ. Σταµάτης επαναλάμβανε συνεχώς ότι αυτά που πρότεινα «δεν είναι το πρόγραμμα του Σύριζα». Τόσο πολύ το είχε εμπεδώσει ο κ. Σταµάτης που κάποια στιγμή μου είπε «θα σας διαγράψουν!» οπότε του απάντησα: «Ας με διαγράψουν!» γνωρίζοντας βέβαια ότι δεν είχα ποτέ … γραφτεί

Αυτή, λοιπόν, ήταν η αγωνία µου λίγο πριν από τις εκλογές: Πώς ταυτόχρονα να μη µασάω τα λόγια µου περί της κεντρικής στρατηγικής που θα έφερνα µαζί µου στην κυβέρνηση και, παράλληλα, να κατευνάζω τον πανικό που άκομψα έσπερνε στον λαό η τρόϊκα εσωτερικού και εξωτερικού. Δεν ήταν κάτι ιδιαίτερα εύκολο. Καλούμουν να προετοιμάζομαι για το χειρότερο, ώστε να το αποτρέψω, ενώ συγχρόνως έπρεπε να καλλιεργώ την αισιοδοξία.

Σε άλλη τηλεοπτική συνέντευξη µε ρώτησαν και πάλι αν η ΕΚΤ θα έκλεινε τις τράπεζες µας. Απάντησα ειλικρινά: «Αν παίξουμε σωστά τα χαρτιά µας, οι πιθανότητες να συµβεί κάτι τέτοιο είναι ίδιες µε το να μην ανατείλει ο ήλιος από την ανατολή αύριο το πρωί». Η έμφαση βέβαια ήταν στο «αν παίξουμε σωστά τα χαρτιά µας»! Την επομένη εκείνης της τηλεοπτικής συνέντευξης προειδοποιούσα ότι, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, το χρηματιστήριο , οι τιμές των µετοχών και όλες οι οικονοµικές µεταβλητές θα παρουσίαζαν σπασµωδικές διακυµάνσεις και ταυτόχρονα επιδίωξα να αντισταθµίσω τα δυσάρεστα ενδεχόµενα µε µια αισιόδοξη πρόβλεψη:

Όσο θα είναι σε εξέλιξη αυτές οι διαπραγµατεύσεις, αγορές και χρηµατιστές θα βρίσκονται σε κατάσταση αποπληξίας. Όταν, όµως, ολοκληρωθούν οι διαπραγµατεύσεις, µε την Ελλάδα να γίνεται ξανά φερέγγυα χώρα µετά από µια σοβαρή αναδιάρθρωση χρέους, οι αγορές θα αρχίσουν να χορεύουν αρµονικά στον ρυθµό µας.

Πασχίζοντας για την ισορροπία βίωνα ένα συνεχές, αγωνιώδες δίληµµα που αντανακλούσε το καθήκον να ενημερώνω χωρίς να προκαλώ ταραχή και να προειδοποιώ χωρίς να ρίχνω λάδι στη φωτιά την οποία άναψαν και συντηρούσαν οι δεσμοφύλακες ενός καταπονηµένου λαού.

Απορρίπτοντας το όπλα του εχθρού: capital controls και παράλληλο νόµισµα

Πολλοί φίλοι µου οικονομολόγοι, που έβλεπαν ότι επρόκειτο να αναλάβω τη χειρότερη δουλειά στον πλανήτη, προσπάθησαν, µε επιστολές, µέιλ και τηλεφωνήματα, να εκφράσουν τη στήριξη τους. Κάποιοι εκτιµούσαν ότι θα έπρεπε να επιβάλω κεφαλαιακούς περιορισμούς (capital controls) ήδη από την πρώτη µέρα της θητείας µου, δηλαδή να μην περιµένω την ΕΚΤ να κλείσει τις τράπεζες και τα ΑΤΜ µας µε τη δικαιολογία της ανάσχεσης του τραπεζικού πανικού τον οποίο εκείνη η ίδια είχε πυροδοτήσει, αλλά να την προλάβω και να θέσω µε δική µου πρωτοβουλία περιορισµούς στις αναλήψεις και στα εμβάσματα σε τράπεζες του εξωτερικού. Η ιδέα τους όταν να αναχαιτιστεί ο τραπεζικός πανικός µε περιοριστικά µέτρα ώστε να κερδίσουµε περισσότερο χρόνο διαπραγμάτευσης σε πιο ήρεμο κλίµα πριν κλείσουν οι τράπεζες. Την απέρριψα για δύο λόγους.

Ο πρώτος ήταν ότι, εντός µιας νοµισµατικής Ένωσης, επιβάλλεις περιορισµούς στη διακίνηση του χρήματος (capital controls) αν σκοπός σου είναι η έξοδος από την ένωση και η δημιουργία εξαρχής εθνικού νομίσµατος προκειµένου αυτό το νέο νόµισµα να υποτιμηθεί κι έτσι να εξασφαλιστεί µεγάλη αύξηση της ανταγωνιστικότητος των εγχώριων αγαθών. Πράγματι, τότε είναι απαραίτητη και εκ των ων ουκ άνευ η άµεση επιβολή κεφαλαιακών περιορισµών µε σκοπό την αποτροπή της εκροής χρημάτων που θα προκαλούνταν από την αναμενόμενη αποτίµηση. Εν συντοµία, η εφαρµογή των capital cοntrοls θα ήταν η σωστή κίνηση µόνο αν στόχος µας ήταν το Grexιt.

Μόνο που δεν ήταν αυτός ο στόχος µας. Στόχος µας ήταν η ανάκαµψη εντός του ευρώ και επιχείρημα µας απέναντι στις απειλές της ΕΚΤ και της τρόϊκας ότι θα µας επέβαλλαν capital cοntrοls ήταν ότι τέτοιοι περιορισμοί εντός µιας νοµισµατικής Ένωσης δε συνάδουν µε τη λογική νομισματικών ενώσεων, καθώς δημιουργούν πολλά ευρώ τα κυπριακά, τα ελληνικά, τα ιταλικά, ανάλογα µε το ποια µπορούν και ποια δεν µπορούν να κυκλοφορούν ελεύθερα εντός της Ένωσης. Θα ήταν παράλογο εμείς, που στηλιτεύαμε τις απειλές της ΕΚΤ για capital cοntrοls εντός της ευρωζώνης, να τα εφαρμόσουμε σε µια περίοδο που πασκίζαμε να διαπραγματευτούμε το δικαίωµα να αναπνέουμε εντός της ευρωζώνης.

Επιπλέον, ακόµη και αν καταφέρνανε να πείσουμε τις Βρυξέλλες ότι θέλαµε πραγματικά να παραµείνουµε στο ευρώ, οι κεφαλαιακοί περιορισμοί θα εκλαμβάνονταν ως προθυµία µας να γίνουμε δευτέρας κατηγορίας πολίτες της ευρωζώνης, βραδυπορούντες που θα έχουν ευρώ αλλά όχι τη δυνατότητα να το κάνουν ότι. θέλουν. Πρόθεση µου ήταν να δημιουργήσω ακριβώς την αντίθετη εντύπωση.

Επιπλέον, ο λαός µας θα πάθαινε σύγχυση: γιατί µια κυβέρνηση που πιέζει για µια καλή συµφωνία εντός της ζώνης του κοινού νομίσµατος µας εμποδίζει να σηκώσουμε το δικά µας χρήματα από τους δικούς µας τραπεζικούς λογαριασμούς και να τα στείλουµε σε άλλες χώρες-µέλη της ίδιας νοµισµατικής ένωσης; θα χάναμε την αξιοπιστία µας προτού καν ξεκινήσουν οι διαπραγµατεύσεις.

Ο δεύτερος λόγος ήταν ότι ο διαθέσιμος διαπραγματευτικός χρόνος καθοριζόταν από το πρόγραµµα αποπληρωμών του χρέους µας κατά τη διάρκεια του 2015. Οι µεγάλες δόσεις αποπληρωμής που αντιμετωπίζαμε, σύµφωνα µε το 2ο µνηµόνιο που είχαν υπογράψει οι προnγούµενες κυβερνήσεις, ξεκινούσαν τον Απρίλιο του 2015 και θα συνεχίζονταν έως τον Αύγουστο, γεγονός που καθιστούσε επιβεβλημένη µια νέα συµφωνία µέχρι τον Ιούνιο του 2015 το αργότερο. Διαφορετικά θα είχαµε επίσημη χρεοκοπία και σύγκρουση µεγατόνων µε την τρόϊκα µια σύγκρουση που δε µε φόβιζε αλλά την οποία βέβαια δεν επεδίωκα. Υπό αυτό το πρίσµα, τα capital cοntrοls έτσι κι αλλιώς δε θα µας εξασφάλιζαν µεγάλο περιθώριο. Ακόµα κι αν διέθετα µαγικό ραβδί, µε το οποίο θα σταµατούσα τον τραπεζικό πανικό, και πάλι οι διαπραγµατεύσεις θα έπρεπε να ολοκληρωθούν το πολύ µέσα σε τέσσερις-πέντε μήνες. Οι κεφαλαιακοί περιορισμοί δε θα άλλαζαν κάτι ως προς αυτό.

Άλλη πρόταση για να βοηθηθεί η κυβέρνηση Σύριζα να κερδίσει χρόνο κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ήρθε, μεταξύ άλλων, από τον Τόµας Μάγερ, πρώην chief econοmist (επικεφαλής του Τμήματος Οικονοµικών Ερευνών) της Deυtsche Bank. Πρότεινε να εισαγάγουμε στην Ελλάδα ένα δεύτερο νόµισµα, παράλληλα µε το ευρώ (G-eυro το ονόμαζε), προκειµένου να παράσχουμε μεγαλύτερη ρευστότητα και ζωτικό χώρο ελιγμών για την κυβέρνηση μας. Ήταν ενδιαφέρουσα ιδέα, αλλά την είχα ήδη εξετάσει και απορρίψει, ως λύση στην κρίση του ευρώ, το 2010 όπως εξήγησα στον Τόµας τον Νοέµβριο του 2014, στο περιθώριο του διεθνούς συνεδρίου στη Φλωρεντία, στο οποίο παρέστην λίγο προτού πετάξω για την Αθήνα µε σκοπό να συναντηθώ στο διαµέρισµα του Αλέξη µε την τριανδρία που, τελικά, µου πρότεινε το Υπουργείο Οικονοµικών.

Σύµφωνα µε την πρόταση του Μάγερ για διπλό νόµισµα, αυξήσεις µισθών και συντάξεων µπορούσαν να δοθούν, µε στόχο την αναστροφή της λιτότητας, στο νέο νόµισµα που θα στηριζόταν από κυβερνητικό χρέος. Το νέο νόµισµα, φυσικά, θα υποτιμούνταν αµέσως σε σχέση µε το ευρώ. Έτσι, ενώ οι µισθοί και οι συντάξεις των Ελλήνων θα σημείωναν µια κάποια αύξηση, η εργασία των Ελλήνων, αποτιμώμενη σε ευρώ, θα υποτιμούνταν σε σχέση µε την εργασία των Γερµανών, των Γάλλων η των Πορτογάλων, µε αποτέλεσµα η Ελλάδα να γίνει πιο ανταγωνιστική.

Έδωσα στον Τόµας Μάγερ δύο λόγους για τους οποίους απέρριπτα, από το 2010, παρόµοιες προτάσεις για διπλό νόµισµα. Πρώτον, «κόμματα και συµφέροντα που είναι εναντίον µας ήδη δημιουργούν µια ατµόσφαιρα τρόµο, ισχυριζόμενα ότι έχουµε κρυφή ατζέντα να βγάζουµε την Ελλάδα από το ευρώ, να λεηλατήσουμε τις καταθέσεις των πολιτών και να ανοίξουµε τον δρόµο για να γίνει η χώρα µια νέα Αργεντινή. Η προπαγανδιστική αξία που θα είχε η πρόταση σου για τους αντιπάλους µας θα έτεινε στο άπειρο». Δεύτερον, δεν υπήρχε καµία τέτοια ανάγκη, γιατί το παράλληλο σύστημα πληρωµών που επεξεργαζόµουν θα µας παρείχε την προσαρμοστικότητα που χρειαζόμασταν έτσι κι αλλιώς, χωρίς να χρειαστεί να µιλάµε για νέο νόµισµα. Μάλιστα, ο Τόµας Μάγερ, αφού µελέτησε το σχέδιό µου για ένα παράλληλο σύστημα πληρωµών (αντί για το δικό του παράλληλο νόµισµα), µου έγραψε ότι συµφωνίες και ότι θεωρούσε το σχέδιο που είχα μοιραστεί µαζί του «ιδιοφυές».

Mήνες αργότερα ο Γερµανός υπουργός οικονοµικών, Δρ. Βόλφγκανγκ Σόιµπλε, µου πρότεινε επιτακτικά την άµεση επιβολή δύο μέτρων: των capital cοntrοls και του παράλληλου νομίσµατος ! Θυµάµαι να νιώθω µια κάποια δικαίωση για τη σταθερή αποφασιστικότητα µε την οποία απέρριπτα το ίδια τα όπλα του εχθρού προτού καν εκλεγούμε. Το καταπληκτικό βέβαια είναι ότι λίγο µετά την παραίτηση µου από το Υπουργείο Οικονοµικών, η Αριστερή Πλατφόρμα του Σύριζα µε χαρακτήριζε ανόητο που δεν είχα εφαρµόσει capital cοntrοls και παράλληλο νόµισµα ενώ, την ίδια στιγµή, η τρόϊκα εσωτερικού µε κατηγορούσε ότι απεργαζόμουν διαβολικά σχέδια για την εφαρμογή capital cοntrοls και παράλληλου νομίσµατος! C’est lα νιe στο Μνηµονιστάν.

Μετριοπαθώς ανένδοτος

Κ Φωτιά-1αθώς πλησίαζαν οι εκλογές, θεώρησα επιτακτική ανάγκη να στείλω διπλό µήνυµα στον Μάριο Ντράγκι και στην υπόλοιπη τρόϊκα ότι ναι µεν θα ήµουν µετριοπαθής, αλλά και παράλληλα ανένδοτος σχετικά µε τον έναν, βασικό, στόχο για τον οποίο θα αποδεχόμουν τη θέση του υπουργού οικονοµικών:

Να είστε ήσυχοι ότι η αναδιάρθρωση χρέους που θα σας προτείνω θα είναι τεχνικά άρτια, πολιτικά εύπεπτη (για την κ. Μέρκελ ιδίως) και ουσιαστική. Όµως μην κάνετε το λάθος να νομίσετε ότι θα υποχωρήσω στο εθνικό ζήτημα του χρέους υπό την απειλή ότι θα κλείσετε τις ελληνικές τράπεζες αν δεν το «ξεχάσω», όπως το «ξέχασαν» προκάτοχοι µου, π.χ. ο Στουρνάρας.

Στις 17 Ιανουαρίου 2015, µία εβδοµάδα πριν από τις εκλογές, εξέδωσα δελτίο Τύπου, υπό την Επίσηµη ιδιότητα µου πλέον ως υποψήφιος, βουλευτής στη Β’ Αθηνών, στο οποίο σκιαγραφούσα τις προτάσεις µου για την αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους της Ελλάδας. Καταρχάς θα έπρεπε να διαχωρίσουμε το συνολικό χρέος στα πέντε βασικά συστατικά του και να βρούµε µια λύση για το καθένα ξεχωριστά:

1. Χρέος προς την ΕΚΤ λόγω των οµολόγων που είχε αγοράσει το 2010/11 υπό το πρόγραµµα SMP, το οποία οµόλογα θα είχαν βέβαια κουρευτεί κατά 90% αν δεν τα είχε αγοράσει η ΕΚΤ (λίγο πάνω από το 8% του συνολικού χρέους)
2. Χρέος που οφείλαµε στους Ευρωπαίους φορολογούµενους στο πλαίσιο των διακρατικών δανείων του 1ου μνημονίου (34% του συνολικού χρέους)
3. Χρέος στο EFSF (Eυrοpepη Financial Stability Facility-Ευρωπαϊκό Ταµείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας) για το δάνειο του 2ου μνημονίου (περίπου 41% του συνολικού χρέους)
4. Δάνεια προς το ΔΝΤ της τάξης του 8% του συνολικού χρέους, τα οποία είχαµε έτσι κι αλλιώς αρχίσει να αποπληρώνουμε από τα χρήματα που µας είχαν δώσει τα ευρωπαϊκά κράτη το 2012/13 (βλ. 3 πιο πάνω)
5. Οµόλογα που κατείχαν ιδιώτες ως «ανταμοιβή» για τη συμμετοχή τους στο κούρεµα (PSI) του 2012 ένα ποσό λίγο µεγαλύτερο του 10% του συνολικού χρέους
Ιδού τι πρότεινα να κάνουµε µε καθένα από αυτά τα κομμάτια του δημόσιου χρέους:

Ανταλλαγές των οµολόγων SMP µε αέναα οµόλογα διαρκείας (perpetual bonds) νέας έκδοσης του ελληνικού δημοσίου

Τα χρήματα που χρωστούσαμε στην ΕΚΤ, η Κληρονοµιά Τρισέ όπως το ονόµασα, ήταν ένα παράλογο χρέος. Τα χρωστούσαμε µόνο και µόνο επειδή η ΕΚΤ είχε κάνει το λάθος να αγοράσει ελληνικά οµόλογα οφότου το κράτος µας πτώχευσε, περίπου στο 70% της ονομαστικής αξίας τους, την ώρα που η αγοραία αξία τους δεν ξεπερνούσε το 10% της ονομαστικής αξίας τους. Έκτοτε τελούσαμε το αξιοθρήνητο τελετουργικό που περιγράφεται στο κεφάλαιο 3 (βλ. «Success Stοry»), δηλαδή δανειζόµασταν µέσω των ιδιωτικών τράπεζών από την ΕΚΤ για να πληρώσουµε την ΕΚΤ εξοφλώντας υποτίθεται αυτά τα οµόλογα, ενώ στην πραγματικότητα το χρέος τόσο του Δημοσίου όσο και των ελληνικών τραπεζών µεγάλωνε. Αυτό το γαϊτανάκι των λαθροχειριών έπρεπε να τελειώσει.
Αν στην Ευρώπη επικρατούσε ο ορθολογισµός, αυτό το παράλογο χρέος απλώς θα διαγραφόταν. Αλίµονο, όµως, το καταστατικό της ΕΚΤ δεν το επιτρέπει Προκειµένου να σεβαστούμε το καταστατικό της ΕΚΤ, δανείστηκα µια ιδέα από το βρετανικό υπουργείο οικονοµικών. Η βρετονική κυβέρνηση ακολουθούσε επί αιώνες την πρακτική της έκδοσης αέναων οµολόγων απεριόριστης διάρκειας ή λήξης. Αυτά αποδίδουν τόκους στον ιδιοκτήτη-δανειστή, αλλά η κυβέρνηση µπορεί να αποπληρώσει το κεφάλαιο αν και όποτε το επιλέξει. Πράγματι, αέναα οµόλογα που είχαν εκδοθεί τον καιρό της φούσκας της Sοuth Sea, τη δεκαετία του 1720, και πολύ αργότερο από τους Νέβιλ Τσέιµπερλεϊν και Ουίνστον Τσόρτσιλ κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκόσμιου πολέµου, και αµέσως μετά, αποπληρώθηκαν από το βρετανικό υπουργείο οικονοµικών στο τέλη του … 2014 και στις αρχές του 2015. Πρότεινα λοιπόν το εξής: η κυβέρνηση µας θα εξέδιδε νέα αέναα οµόλογα, µε την ίδια ονομαστική αξία µε τα οµόλογα SMP που κατείχε η ΕΚΤ και µε ένα χαµηλό επιτόκιο, αλλά χωρίς ημεροµηνία λήξης η εξαγοράς. Έπειτα αυτά τα οµόλογα θα ανταλλάσσονταν µε εκείνα της ΕΚΤ, για να παρκαριστούν όµορφα και ωραία και για πάντα στα βιβλία της ΕΚΤ, αποδίδοντας εσαεί έναν µικρό τόκο στην Κεντρική Τράπεζα, γεγονός που θα επέτρεπε στον Μάριο Ντράγκι να σεβαστεί το καταστατικό του, αφού το ελληνικό χρέος ούτε θα διαγραφόταν ούτε θα κουρευόταν, και στο κράτος µας να αναπνεύσει.

2 & 3. Ανταλλαγές µε νέα οµόλογα των οποίων οι αποπληρωμές θα συνδέονταν µε τον ρυθµό ανάκαµψης του ονοµαστικού εισοδήµατος της χώρας (ΑΕΠ)

Όσον αφορά το κύρια συστατικά του χρέους (βλ. 2 και 3 πιο πάνω), δηλαδή το κομμάτι που είχε συσσωρευτεί εξαιτίας των δύο μνημονίων, πρότεινα ένα άλλο είδος ανταλλαγής. Οι υφιστάμενες δανειακές υποχρεώσεις απέναντι στο ευρωπαϊκό ταµείο διάσωσης θα ανταλλάσσονταν µε νέα, τριακονταετή οµόλογα του ελληνικού κράτους, και πάλι της ίδιας ονομαστικής αξίας µε το υφιστάμενο χρέος (άρα όχι µε επίσημο κούρεµα), υπό δύο όµως όρους: πρώτον, οι ετήσιες πληρωµές θα αναστέλλονταν ώσπου το ονομαστικό εισόδημα της χώρας να ανακάµψει πέρα από ένα ορισμένο κατώφλι και, δεύτερον, το επιτόκιο θα συνδεόταν µε τον ρυθµό ανάπτυξης της ελληνικής οικονοµίας. Κατ’αυτό τον τρόπο οι πιστωτές µας θα γίνονταν συνέταιροι στην ανάκαµψη της Ελλάδας και, αντίθετα µε αυτά που συμβαίνουν στο Eurοgrοup από το 2010 έως σήµερα, θα είχαν κίνητρο να επιθυµούν να µεγαλώνει η πίτα από την οποία θα έπαιρναν πίσω τα χρήµατα τους (6)

4&5. Πλήρης αποπληρωμή του ΔΝΤ

Ως προς το χρέος µας προς το ΔΝΤ και τους ιδιώτες η πρόταση µου ήταν να αποπληρωθούν στο ακέραιο. Ο λόγος ήταν διττός.

Πρώτον, το χρέος αυτό έφτανε µόλις στο 18% του συνολικού χρέους. Ήταν δηλαδή πολύ µικρό για να αξίζει τον κόπο να ανοίξουµε μέτωπο ενάντια στα hedge fundς, στο ΔΝΤ και στις οµοσπονδιακές αρχές των ΗΠΑ, που θα έφεραν βαρέως µια στάση πληρωµών απέναντι στα χαϊδεµένα τους παιδιά το ΔΝΤ και το hedge fundς. Πραγματικά δεν άξιζε τον κόπο µια διεθνής διαµάχη Τύπου Αργεντινής, µε λιγοστά δυνητικά οφέλη.

Δεύτερον, υπήρχε κι ένα ηθικό επιχείρημα για τους λόγους που έπρεπε να αποπληρωθούν αυτά το χρέη. Οι ιδιώτες είχαν ήδη «κουρευτεί» το 2012 χάνοντας το 90% των οφειλομένων σε αυτούς χρημάτων. Όσον αφορά το ΔΝΤ, παρότι είχε παίξει αποκρουστικό ρόλο πλασιέ άστοχων αναλύσεων και προβλέψεων στη βάση των οποίων είχαν κτιστεί τα δύο μνημόνια (και, ως εκ τούτου, αποτελούσε συνένοχο στην επιβολή των δεσμών του χρέους στην Ελλάδα από τις Βρυξέλλες και το Βερολίνο), ένα κούρεµα των δανείων του θα έπληττε και μη ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Μαλαισία και η Ιαπωνία, που δεν είχαν καµία ευθύνη για τις απάνθρωπες ανοησίες που έπραττε το ευρωπαϊκό κατεστηµένο εναντίον των λαών της Ευρώπης. Γιατί να στεναχωρήσουνε κυβερνήσεις και λαούς που διέκειντο ευνοϊκά απέναντι στην κυβέρνηση µας, όπως π.χ. η Ιαπωνία;

Αυτές ήταν οι προτάσεις µου για ανταλλαγές χρέους προεκλογικά. Αυτές ήταν και οι προτάσεις που κατέθεσα στους δανειστές και σε διεθνή φόρα ως υπουργός λίγες µέρες αργότερα. Ήταν μετριοπαθείς και φιλικές προς τους πιστωτές, καθώς δεν περιελάμβαναν κανένα ρητό κούρεµα. Περνούσαν το µήνυµα στους πολίτες και σε δυνητικούς επενδυτές ότι η ΕΕ αποδεχόταν έναν νέο ρόλο: όχι πλέον εκείνον του µόνιµου πιστωτή ενός µονίµως αφερέγγυου κράτους, αλλά τον ρόλο του συνεταίρου στην ανάπτυξη της Ελλάδας, καθώς οι αποπληρωμές θα ήταν ανάλογες µε την αναιμική αύξηση του ελληνικού εισοδήµατος. Η αποδοχή εκείνων των προτάσεων αναμφίβολα θα οδηγούσε σε µεγάλη και άµεση εισροή επενδύσεων στη διψασμένη για επενδυτικά κεφάλαια Ελλάδα. Θα τερμάτιζε την ελληνική ύφεση, προς όφελος όλων, με εξαίρεση τις «κατσαρίδες» που ακμάζουν στη βρομιά της παρατεταμένης και αλόγιστο παρατεινόμενης δυστυχίας την οποία εγγυάται η χρεοδουλοπαροικία.

Όλους τους μήνες που ήμουν στην κυβέρνηση, αλλά και κατόπιν, κανείς αξιωματούχος της ΕΕ η του ΔΝΤ, ποτέ, δεν αμφισβήτησε τη λογική των προτάσεων εκείνων. Πώς θα μπορούσαν; Όπως παρατήρησε ο διευθύνων σύμβουλος μίας από τις μεγαλύτερες επενδυτικές τράπεζες της Αμερικής (Της Ι.Ρ. Morgan) όταν τις άκουσε, «τους προσφέρεις μια συμφωνία που θα πρότεινε κάποιος δικηγόρος χρεοκοπιών –bank-ruptcy Iawyer-της Γουόλ Στριτ». Πράγματι. χρειάστηκε η εκλογή μιας ριζοσπαστικής αριστερής κυβέρνησης στην Ελλάδα για να κομίσει η Αθήνα στις Βρυξέλλες, στη Φρανκφούρτη και στο Βερολίνο μετριοπαθείς προτάσεις για το χρέος. Από μόνο του αυτό αποτελεί ένδειξη, αν όχι απόδειξη, της κατάστασης οργανωμένης τρέλας στην οποία είχε περιέλθει η Ευρωπαϊκή Ένωση αφότου την έπληξε η αναπόφευκτη κρίση του ευρώ.

Ωστόσο, ούτε για μία στιγμή δεν πίστεψα τον Ιανουάριο του 2015 ότι η αδιάβλητη λογική και η εξόφθαλμη μετριοπάθεια των προτάσεων μου θα έπειθαν τους πιστωτές μας. Όπως έλεγα στον Αλέξη από το 2012, οποιαδήποτε πρόταση μας αντέκειτο στο πρόγραμμα της τρόϊκας θα συναντούσε ωμή επιθετικότητα και την απειλή του κλεισίματος των τραπεζών. Η λογική είχε ελάχιστη σημασία. Το αμοιβαίο οικονομικό όφελος ήταν εκτός θέματος. Οι πιστωτές δεν ήθελαν πίσω τα χρήματα τους. Σημασία γι’ αυτούς είχε η εξουσία τους, η εικόνα τους ως κυβερνώντων που δε δέχονται την παραμικρή αμφισβήτηση, ιδίως από εκλεκτορικά σώματα που τολμούν να εκλέξουν άτομα σαν κι εμένα. Μια επιτυχημένη διαπραγμάτευση, μια νέα βιώσιμη συμφωνία για την Ελλάδα, συνιστούσε τον χειρότερο εφιάλτη τους, καθώς μια τέτοια επιτυχία ενδεχοµένως να έβαζε ιδέες και σε άλλους λαούς της Ευρώπης που υπέφεραν από την ίδια κρίση και τις ίδιες ανορθολογικές πολιτικές.

Οι μετριοπαθείς, λογικές, εφικτές σε τεχνικά επίπεδο προτάσεις ανταλλαγής χρέους ήταν σημαντικές, αλλά όχι αρκετές. Για να έχουν αντίκρισμα, για να υπάρξει περίπτωση να εφαρμοστούν, έπρεπε, προτού περάσω το κατώφλι του Υπουργείου Οικονομικών, να σταλεί το μήνυμα στην άλλη πλευρά ότι η επιθετικότητα τους θα τους κόστιζε ότι τη στιγμή που θα επιχειρούσαν να κλείσουν τις ελληνικές τράπεζες θα ενεργοποιούσαμε το βασικό αποτρεπτικό μέσο μας (το κούρεμα των ομολόγων SMP -βλ. 1 πιο πάνω και το παράλληλο σύστημα πληρωµών, όπως είχαμε συμφωνήσει με τον Αλέξη, τον Παππά και τον Δραγασάκη εκείνο το βράδυ του Νοέμβρη). Το μήνυμα αυτό εστάλη υπό τη μορφή δήλωσης που έκανα σε συνέντευξη μου στο BBC τον Ιανουάριο του 2015.

Η συµβουλή µου προς τον επόµενο υπουργό οικονοµικών [της Ελλάδας] είναι η εξής. Αν η ΕΚΤ απειλήσει να κλείσει τις τράπεζες της χώρας, ο νέος υπουργός θα πρέπει να αντιδράσει αµέσως, κουρεύοντας τα ελληνικά κρατικά οµόλογα που κατέχει η ΕΚΤ. Αυτά εξακολουθούν να διέπονται από το ελληνικό δίκαιο, οπότε η ΕΚΤ θα είναι αναγκασμένη να προσφύγει κατά της Ελλάδας στα ελληνικά δικαστήρια, όχι στο Λονδίνο η στο Λουξεμβούργο. Συγχρόνως, θα πρέπει ο υπουργός να θέσει σε εφαρµογή ένα σύστημα πληρωµών που να µπορεί να λειτουργήσει παράλληλα µε τις τράπεζες, έτσι ώστε να δημιουργήσει αυτοδύναμη ρευστότητα σε ευρώ και, επίσης σημαντικό, να επιτρέψει στην οικονοµία να συνεχίσει να λειτουργεί στην περίπτωση που η ΕΚΤ αποφασίσει να κλείσει τις τράπεζες.

Όπως θα εξακρίβωνα δύο εβδομάδες αργότερα, το μήνυμα ελήφθη. Το πεδίο της μάχης είχε οριστεί  

Κεφ. 5

Οργισμένοι µε του φωτός το σβήσιμο

Κ Φωτιά-1αθώς πλησίαζαν οι εκλογές, ένιωθα ένα παράξενο µείγµα συντροφικότητας και µοναξιάς. Στους δρόµους, στις δηµόσιες συγκεντρώσεις στο ταξί και στα γραφεία του Σύριζα, όπου συναντιόμουν µε τον Αλέξη και την υπόλοιπη οµάδα, βίωνα την απόλυτη αλληλεγγύη, ζεστασιά, σύμπνοια και µεγάλη στήριξη-υποστήριξη. Όµως παράλληλα βίωνα την απόλυτη θεσμική απομόνωση, χωρίς κοµµατικά ερείσματα ή πρόσβαση στην παρεοκρατία που συνήθως στηρίζει Έλληνες πολιτικούς. Ούτε βουλευτής είχα διατελέσει, ούτε καν µέλος του κόµµατος , αφήστε που ζούσα τα τελευταία χρόνια στο Όστιν, όπως είχε εύστοχα επισημάνει ο Αλέξης.
Οι συνάδελφοι µου που φιλοδοξούσαν να µπουν στη Βουλή και στην κυβέρνnσn είχαν γραµµατείς, οδηγούς, ιδιωτικά γραφεία, διασυνδέσεις µε δnµοσιογράφους, δημάρχους, επιχειρηματίες. Από τη µεριά µου, είχα την ηθική υποστήριξη της Δανάης, τη μοτοσικλέτα µου και το διαµέρισµα µας στους πρόποδες της Ακρόπολης, όπου έδινα συνεντεύξεις, συναντούσα κόσμο, έγραφα αναρτήσεις στο προσωπικό µπλογκ μου και έτρεχα απολύτως µόνος, την προεκλογική µου εκστρατεία.

Κάποια στιγμή µου τηλεφώνησαν από τα κεντρικά γραφεία του Σύριζα να µου πουν οτι ο νόµος απαιτούσε οι υποψήφιοι βουλευτές να ανοίγουν ειδικό τραπεζικό λογαριασµό, για να καταθέτουν σε αυτόν όλα τα χρήματα, δικά τους η χορηγίες, που δαπανούν για την εκστρατεία τους. Άνοιξα τον λογαριασµό, αφού ήταν υποχρεωτικό, αλλά δεν κατέθεσα ούτε ένα ευρώ, καθώς δεν απασχολούσα προσωπικό, δε διέθετα γραφείο και, γενικά, δεν ξόδεψα απολύτως τίποτα. Το µοναδικό µέσο που χρησιμοποίησα για να προωθήσω την υποψηφιότητα µου ήταν ένα νέο µπλογκ στα ελληνικά το οποίο δημιούργησα µόνος, πάνω σε δωρεάν διαδικτυακή πλατφόρμα, ως συμπλήρωμα του αγγλόφωνου µπλογκ που ήδη είχα. Αυτό ήταν όλο, αν εξαιρέσω τη βενζίνη της μοτοσικλέτα µου …

Ενώ δε χρειαζόμουν κανένα από τα συμβατικά προεκλογικά εργαλεία που σε άλλους πολιτικούς στοίχιζαν τα μαλλιοκέφαλα τους, ή των χορηγών τους, µε προβλημάτιζε η προοπτική να διασχίσω το κατώφλι του Υπουργείου Οικονοµικών χωρίς δική µου οµάδα έμπιστων συνεργατών και να βασίζοµαι εξολοκλήρου σε δημόσιους υπαλλήλους που έως τότε ήταν πιστοί υπηρέτες του Μνηµονιστάν και, επιπλέον, σε προσωπικό που θα µου παρείχαν ο Δραγασάκης και ο Σύριζα. Εκμεταλλεύτηκα, λοιπόν, τις λίγες εβδοµάδες που απέμεναν µέχρι τις εκλογές για να συγκροτήσω µια όσο το δυνατόν καλύτερη οµάδα.

Αναζητώντας τον αναπληρωτή υπουργό οικονοµικών µε καλή γνώση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, ο οποίος ή η οποία θα είχε τα δάκτυλα µονίµως στον σφυγµό των ταμειακών διαθεσίμων και υποχρεώσεων του κρατικού μηχανισμού (ιδίως δεδοµένου ότι θα έπρεπε, τουλάχιστον τους πρώτους µηνές, να είµαι µονίµως στις Βρυξέλλες διαπραγματευόμενος), συναντήθηκα για καφέ µε τον Αλέκο Παπαδόπουλο, πρώην υπουργό οικονοµικών του ΠΑΣΟΚ τη δεκαετία του 1990. Τον Αλέκο τον γνώριζα χρόνια, αρχικά λόγω της συνεργασίας του µε τη μητέρα µου στο ΠΑΣΟΚ και στα της τοπικής αυτοδιοίκησης. Αργότερα, το 2004, η φιλία και η αλληλοεκτίμηση µας εμπεδώθηκαν όταν για τρία µερόνυχτα κλεισμένοι στο Υπουργείο Εξωτερικών συγγράψαµε από κοινού το μεγαλύτερο µέρος του οικονοµικού προγράµµατος του ΠΑΣΟΚ, σε εκείνη την προεκλογική εκστρατεία που οδήγησε στην ήττα του Γιώργου Παπανδρέου και στην πρωθυπουργοποίηση του Kώστα Καραµανλή.

Από τότε, ακόµα κι όταν επέστρεφα από τις Ηνωµένες Πολιτείες, µε τον Αλέκο βρισκόµασταν συχνά πυκνά σε ξενοδοχείο επί της Συγγρού για να πιούμε καφέ και να ανταλλάξουμε απόψεις και εκτιμήσεις για το πολιτικά και οικονομικά δρώμενα. Πέραν εκείνης της σχέσης αποζήτησα τη γνώμη και τη συμβουλή του Αλέκου για ακόμη έναν λόγο: κατά την κρίση μου, ο Αλέκος Παπαδόπουλος ήταν ο μοναδικός υπουργός Οικονομικών που, επί της υπουργίας του, γνώριζε τα ταμειακά του κρότους και, πιο σημαντικό, είχε καταφέρει, να πετύχει πρωτογενές πλεόνασμα.

Ο Αλέκος ήταν πάντα κριτικά, για να μην πω εχθρικά, διακείμενος προς , τον Σύριζα. Ωστόσο η φιλία μας δε διαταράχτηκε από τη συστράτευση μου με τον Αλέξη Τσίπρα και τον Σύριζα, ίσως και λόγω του ότι κατανοούσε την περίεργη σχέση μου με το εν λόγω κόμμα. Το αντίθετο: μου προσέφερε την υποστήριξη του σε προσωπικό επίπεδο και όταν του ζήτησα να μου προτείνει κάποιον για τη θέση του αναπληρωτή υπουργού που θα επέβλεπε το Γενικό Λογιστήριο του κράτους, υποσχέθηκε να βοηθήσει. Το ίδιο βράδυ ο πολύπειρος φίλος μου μου έστειλε με γραπτό μήνυμα το όνομα του Δημήτρη Μάρδα, που το άκουγα για πρώτη φορά, μηνύοντας μου ότι τον θεωρούσε ικανό κι έντιμο. Το επόμενο πρωί ο Μάρδας θα δεχόταν τηλεφώνημά μου με μια, ουρανοκατέβατη γι αυτόν, πρόταση που ούτε στα όνειρα του δεν είχε διανοηθεί 1

Ακόμη, πιο καίρια από τη θέση του αναπληρωτή υπουργού οικονομικών, από τη σκοπιά μου, ήταν η θέση του προέδρου του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων (ΣΟΕ). Στην ευρωζώνη οι επικεφαλης των κυβερνήσεων δεν μπορούν να επιτύχουν τίποτα χωρίς τη στενή συνεργασία και αφοσίωση των υπουργών οικονομικών τους, οι οποίοι τους εκπροσωπούν στο Eurοgrοup. Παρομοίως, οι υπουργοί οικονομικών δεν μπορούν να λειτουργήσουν αποτελεσματικά χωρίς μια αντίστοιχη σχέση στενής συνεργασίας και εµπιστοσύνης με τους προέδρους των Συμβούλιων Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων των υπουργείων τους, οι οποίοι τους εκπροσωπούν στην αποκαλούμενη Ομάδα Eργασίας του Eurοgrοup (το φημισμένο Eurοgrοup Working Group) η οποία υποτίθεται ότι προετοιμάζει τις συναντήσεις του Eurοgrοup, αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί το σκιώδες εργαστήρι στο οποίο σφυρηλατούνται το σχέδια και οι πολιτικές της τρόϊκας.

Η θέση εκείνη είχε καλυφθεί για λογαριασμό μου από τον Δραγασάκη ήδη προτού πατήσω σε ελληνικό έδαφος. Ο Δραγασάκης είχε επιλέξει τον Γιώργο Χουλιαράκη, οικονομολόγο τριάντα κάτι ετών, που είχε διδάξει για λίγο στο Πανεπιστήμιο του Μάντσεστερ πριν από την απόσπαση του στην Τράπεζα της Ελλάδος. «Είναι καλό παιδί και προετοιμάζει το έδαφος για εμάς, σε ανεπίσημη συνεργασία με ανθρώπους, από το Συμβούλιο Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων», μου είπε ο Δραγασάκης όταν πρωτοσυναντηθήκαμε μετά την άφιξη μου, στην Ελλάδα, λίγες εβδομάδες πριν από τις εκλογές. Ο Βασίλης Καφούρος, ο στενός φίλος που μονίμως με προειδοποιούσε για τον Δραγασάκη και τις σχέσεις του με το βαθύ κατεστημένο, έφριξε όταν το έμαθε. Επέλεξα να μη συμμεριστώ τη δυσαρέσκειά του, σκεπτόμενος ότι ήταν καλό και χρήσιμο που είχαμε κάποιον ήδη να προετοιμάζει το έδαφος. ,

Τον Χουλιαράκη, παρά την αναμφισβήτητη τάση του να παραμένει κλειστός, σιωπηλός και κρυψίνους, για έναν περίεργο λόγο τον συμπάθησα. Ίσως επειδή μου αυτοσυστήθηκε ως τέως φοιτητής δύο σπουδαίων συναδέλφων από το Πανεπιστήμιο Αθηνών: του Νίκου Πετραλιά, του γερμανοσπουδαγμένου μαρξιστή Καθηγητή Πολιτικής Οικονομίας που τυχαία ήταν ο ‘Έλληνας καθηγητής που πρώτος με είχε «ψάξει» και είχε έρθει σε επαφή μαζί μου το 1991, τότε που ζούσα και δίδασκα στην Αυστραλία, και του Νίκου Θεοχαράκη, νεότερου συναδέλφου, από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, μέλους του άτυπου κουαρτέτου που είχα σχηματίσει αμέσως μετά την άφιξή μου στο πανεπιστήμιο το 2000 (βλ σελ 126-127), μαζί με τον οποίο είχαμε συγγράψει δύο βιβλία και με τον οποίο μας συνδέει βαθιά φιλία και αλληλοεκτίμηση.

Οι «αποστάτες» των μνημονίων

Κ Φωτιά-1ατά τη συγκρότηση της ομάδας μου με προβλημάτιζε το γεγονός ότι κανένας δεν είχε πείρα διαπραγμάτευσης με τα στελέχη της τρόϊκας Αν και ήταν αναμενόμενη μια τέτοια απειρία από ανθρώπους που δεν είχαν υπηρετήσει το Μνημονιστάν, και τους οποίους οι τροϊκανοί, εξωτερικού και εσωτερικού αντιμετώπιζαν ως θανάσιμους εχθρούς, είχα σημασία η ομάδα μου να περιλαμβάνει στελέχη που γνώριζαν πρόσωπα, πράγματα, τη γλώσσα και τον τρόπο λειτουργίας της τρόϊκας Με αυτές τις σκέψεις κατά νου, όταν μια μέρα συνάντησα σχεδόν τυχαία την Έλενα Παναρίτη, της πρότεινα αμέσως να συστρατευτεί

Η Έλενα είχε εργαστεί επί χρόνια στην Ουάσινγκτον, κυρίως στην Παγκόσμια Τράπεζα, όπου είχε αναπτύξει διασυνδέσεις με ισχυρούς ανθρώπους που συνδέονταν με τους θεσμούς οι οποίοι βρίσκονταν πίσω από την αποκαλούμενη «Συναίνεση της Ουάσινγκτον» το θεσμικό σύμπλεγμα που παρήγε το πακέτο νεοφιλελεύθερων πολιτικών τις οποίες επέβαλλαν οι ΗΠΑ, μέσω του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας, παγκοσμίως. Πράγματι, η Έλενα είχε πρόσβαση σε ανθρώπους όπως Λάρρυ Σάμμερς, ο πρώην υπουργός οικονομικών του Μπιλ Κλίντον (βλ. τον Πρόλογο, όπου περιγράφω την πρώτη μας συνάντηση), και ο Ντέιβιντ Λίπτον, Νο 2 στην ιεραρχία του ΔΝΤ. Το έργο που είχε εκτελέσει η Έλενα στο Περού, για λογαριασμό της Παγκόσμιας Τράπεζας, και σε συνεργασία με το αυταρχικό καθεστώς του προέδρου Φουτζιμόρι, την είχε καταστήσει μισητή στους κύκλους της Αριστεράς στην Ελλάδα και αλλού.

Η ίδια είχε να πει προς υπεράσπισίν της ότι, για όποιον και να είχε εργαστεί και με όποιον και να είχε συνεργαστεί, η δουλειά της αυτή καθαυτήν ήταν σημαντική και προοδευτική, καθώς είχε εξασφαλίσει σε ανθρώπους που ζούσαν σε παραγκουπόλεις του Περού τίτλους ιδιοκτησίας των χαμαλόσπιτων τους, επιτρέποντας τους να ζουν χωρίς τον φόβο της έξωσης και να επενδύουν σε αυτό χρησιμοποιώντας το ως περιουσιακό στοιχείο που τους έδινε πρόσβαση στη νόμιμη οικονομική σφαίρα. Η δική μου εκτίμηση και άποψη ήταν διαφορετική, αλλά παράλληλα απέρριπτα τη δαιμονοποίηση της Έλενας από τους διάφορους «προοδευτικούς» κύκλους.

Πέραν της αμφιλεγόμενης θητείας της στην Παγκόσμια Τράπεζα, το ιστορικό της Έλενας επιβαρυνόταν και από το γεγονός ότι ως βουλευτής επικρατείας του Γιώργου Παπανδρέου, είχε υπερψηφίσει το 1ο μνημόνιο. Όμως, κι αυτό έχει σημασία, η Έλενα ουδέποτε έχαψε το ψέμα ότι το μνημονιακό δάνειο θα βοηθούσε τη χώρα να αποδράσει από τη μαύρη τρύπα του χρέους και της ύφεσης. Σε κατ’ ιδίαν συζήτηση μας το 2010 μου είχε ομολογήσει ότι υπερψήφισε το μνnμόνιο λόγω της ασφυκτικής πίεσης που της άσκησε το περιβάλλον Παπανδρέου-Παπακωνσταντίνου και, βέβαια, το γεγονός ότι ως διορισμένη βουλευτής (γιατί αυτό ουσιαστικά είναι οι βουλευτές Επικρατείας) δεν ένοιωθε ότι διέθετε τη λαϊκή εντολή να καταψηφίσει την πρόταση του πρωθυπουργού ο οποίος της έδωσε τη βουλευτική έδρα.

Όμως, από τότε, τον Μάιο του 2010, προς τιμήν της, η Έλενα ανέπτυξε σοβαρή κριτική όχι απλώς στα μέτρα λιτότητας που συνόδευαν το μνnμόνιο (κάτι που πολλοί από τους βουλευτές της συμπολίτευσης έκαναν ώστε να παρουσιάζονται «κοινωνικά ευαίσθητοι») αλλά στον σκληρό πυρήνα της λογικής των μνημονίων.2 Μάλιστα, μια παρέμβαση της σε Επιτροπή της Βουλής το 2011 θα μείνει, πιστεύω , στα χρονικά των σπάνιων στιγμών επίδειξης κοινοβουλευτικού ήθους: Με τα σπαστά ελληνικά της, που δεν είναι η πρώτη της γλώσσα, και με τη φωνή της να τρέμει από τη συγκίνηση, εγκάλεσε τους υπουργούς της ίδιας της κυβέρνησης της για τη μετατροπή της Ελλάδας σε αποικία, χρέους. (Το βίντεο εκείνο του καναλιού της Βουλής για κάποιον «περίεργο » λόγο μερικές μέρες μετά … εξαφανίστηκε.)

Όταν, λοιπόν, συνάντησα ξανά την Έλενα λίγο πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου 2015, δε δίστασα να της ζητήσω να ενταχθεί στην ομάδα μου, με τη σκέψη ότι τον διάβολο τον πολεμάει καλύτερα όποιος τον έχει υπηρετήσει και, μέσα από αυτή την εμπειρία, έχει γίνει ορκισμένος εχθρός του. Τα ίδια ίσχυαν στον περίπτωση της Νατάσας Αρβανίτη, πρώην φοιτήτριας στο διεθνές διδακτορικό πρόγραμμα που είχαμε ιδρύσει, και υπηρετήσει, με τον Νίκο Θεοχαράκη και άλλους ικανούς συναδέλφους στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έκτοτε η Νατάσα εργάστηκε στο Υπουργείο οικονομίας, ώσπου αποσπάστηκε στις Βρυξέλλες, όπου κατέληξε να δουλεύει για την … τρόϊκα. Πράγματι, όταν πτώχευσε η Κύπρος, και επιβλήθηκαν capital controls, η Νατάσα όταν μία από τους τεχνοκράτες της Κομισιόν που στάλθηκαν στη Λευκωσία για να επιβάλουν το Κυπριακό Μνnμόνιο, ως μέλος της τρόϊκας. Έχοντας γνωρίσει από πρώτο χέρι την καταστροφή που αφήνει πίσω της η τρόϊκα απ’ όπου περνάει, κι έχοντας προσωπικές γνωριμίες με τα στελέχη της καταστροφής , ήταν κάτι παραπάνω από καλοδεχούμενη στην ομάδα μου.

Με τη βοήθεια ανθρώπων όπως η Νατάσα και η Έλενα ήταν ευκολότερο να αποκρυπτογραφούμε καλύτερα τις διαθέσεις και τα μηνύματα της τρόϊκας και να σχεδιάζουμε αναλόγως τις διαπραγματευτικές τακτικές μας. Βέβαια, υπήρχε κι ένα μεγάλο μειονέκτημα στη στρατολόγηση τέτοιων ανθρώπων: έδινε σε όσους από τον Σύριζα και τον στενό κύκλο του Αλέξη καιροφυλακτούσαν για να μου τραβήξουν το χαλί κάτω από τα πόδια μεγάλες αφορμές για να με παρουσιάζουν ως « μνημονιακό», «δεξιόστροφο», επιρρεπή στη συνθηκολόγηση με την τρόϊκα κτλ ,

«Θα έχουμε προβλήματα στο κόμμα, Γιάνη», με προειδοποίησε μια μέρα ο Αλέξης. «Χρειάζεσαι πραγματικά ανθρώπους σαν την Έλενα και τη Νατάσα; Έχουν στιγματισθεί από την ανάμειξή τους στο μνημόνια. Οι δικοί μας τα έχουν πάρει». «Αλέξη», απάντησα, «έχεις συνειδητοποιήσει πόσο άγρια μάχη θα δώσουμε με την τρόϊκα; οι αντίπαλοι μας δεν πιάνουν αιχμαλώτους. Πάνε να μας εξολοθρεύσουν. Χρειάζομαι στην ομάδα μου ανθρώπους που τους ξέρουν, που γνωρίζουν τι άσους κρύβουν στο μανίκι τους, ανθρώπους που οι τροϊκανοί με το που τους βλέπουν τους αναγνωρίζουν ως άξιους αντιπάλους». Εξήγησα πως υπήρχε και άλλος λόγος για τις επιλογές μου: Εμπιστευόμουν άτομα σαν την Έλενα και τη Νατάσα επειδή, αντίθετα από τους δικούς μας ανθρώπους, έχουν ένοχη συνείδηση. Είχαν γνωρίσει από πρώτο χέρι την εξευτελιστική μεταχείριση που επεφύλασσε η τρόϊκα στα θύματα της και έχουν σκληραγωγηθεί από αυτή την πείρα. Οι εκτελεστές του ΔΝΤ, της ΕΚΤ και της Κομισιόν δεν έκρυβαν για την Έλενα και τη Νατάσα κάποια μυστική αίγλη, κάποιο μυστήριο τους διάβαζαν σαν να ήταν ανοικτά βιβλία και έβλεπαν καθαρά σε αυτά γραμμένο το σενάριο ερημοποίησης της χώρας μας. Ήμουν βέβαιος ότι πολύ πιο δύσκολα θα εξουδετερώνονταν, θα κάμπτονταν, θα εντυπωσιάζονταν, θα οδηγούνταν στη συνθηκολόγηση άτομα όπως η Έλενα και η Νατάσα από τα άγουρα παιδιά του Σύριζα.

Απτόητος, από τις πιέσεις του Αλέξη, φρόντισα να εξασφαλίσω τη βοήθεια και άλλων αποστατών της τρόϊκας. Ένας από αυτούς ήταν ο Γκλεν Κιμ, τον οποίο μου είχε συστήσει πολύ προ των εκλογών φίλος δημοσιογράφος των New Yοrk Tιmes. Ο Γκλεν ήταν Αμερικανός τραπεζίτης, με θητεία στην τράπεζα της οποίας η κατάρρευση τον Οκτώβριο του 2008 σήμανε την καθίζηση του διεθνούς χρηματοοικονομικού στερεώματος της Lehman Brothers. Τους μήνες που ακολούθησαν οι πολιτικοί μου αντίπαλοι βάλθηκαν να τον αποκαλούν «Κορεάτη του Βαρουφάκη», λόγω της κορεατικής καταγωγής των γονιών του, χωρίς να κατανοούν ότι ήταν σαν να αποκαλούν τον Ομπάμα … «Κενυάτη».

Όσο εργαζόταν για τη Lehman, αγοράζοντας και πουλώντας ελληνικά ομόλογα μεταξύ άλλων τίτλων, ο Γκλεν απέκτησε πείρα στα δημοσιονομικά της χώρας μας. Από την κατάρρευση της Lehman κι έπειτα εργάστηκε ως σύμβουλος διεθνών επιχειρήσεων, τραπεζών και κυβερνήσεων. Ο βασικός λόγος για τον οποίο θέλησα να τον συναντήσω, και να τον πείσω να ενταχθεί στην ομάδα μου, ήταν η πληροφορία που μου έδωσαν ότι ήταν ο κορυφαίος σύμβουλος κυβερνήσεων (π.χ. της Ισλανδίας) στα ζητήματα που αφορούσαν αυτό που με έκαιγε: την αναδιάρθρωση του χρέους μέσω της έκδοσης ομολόγων των οποίων οι αποπληρωμές και ια επιτόκια διασυνδέονταν με τον ρυθμό ανάκαμψης της οικονομίας και των φορολογικών εσόδων του κράτους αυτού που, μετά από προσπάθεια ετών, κατέστησα γνωστό στην ελληνική κοινή γνώμη ως «ρήτρα ανάπτυξης».

Δέκα μέρες πριν από τις εκλογές πίναμε καφέ με τον Γκλεν πολύ κοντά στην Τράπεζα της Ελλάδος, επί της Σταδίου. Πριν από οτιδήποτε άλλο μου ομολόγησε απερίφραστα τις τύψεις του. Είχε πρωταγωνιστήσει στον σχεδιασμό όχι μόνο του 2ου μνημονίου, όντας στη δούλεψη του Υπουργείου Οικονομικών επί υπουργίας Ευάγγελου Βενιζέλου, αλλά και του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηµατοπιστωτικής Σταθερότητας (EFSF), σε συνεργασία με το γερμανικό Υπουργείο Οικονομικών του κ. Σόιμπλε. Μάλιστα, στο πλαίσιο εκείνου του «πρότζεκτ», ο Γκλεν είχε παίξει σημαντικό ρόλο στη συγγραφή του καταστατικού του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Στήριξης (ESM), από τον οποίο θα προέκυπταν τα δάνεια του 3ου μνημονίου που, όπως προέβλεπα και προειδοποιούσα, η τρόϊκα ήθελε να επιβάλει στη νέα ελληνική κυβέρνηση (υπό όρους, φυσικά, νέας, δηλητηριώδους λιτότητας).

Με απλά λόγια, ο Γκλεν ήταν για την ομάδα μας θείο δώρο. Ήξερε, εκ των έσω, πού ήταν «κρυμμένα τα πτώματα» του 2ου μνημονίου εντός του ελληνικού Υπουργείου Οικονομικών αλλά και πώς ακριβώς είχε δομηθεί ο ευρωπαϊκός θεσμός (EFSF-ESM) που ιδρύθηκε για να παράγει τα μνημονιακά δάνεια, το οποία χρηματοδοτούσαν το «έγκλημα» επί ελληνικού, ιρλανδικού, ισπανικού εδάφους κ.ο.κ. Επιπλέον, συμφωνούσε απολύτως µαζί µου για τη σημασία µιας αναδιάρθρωσης χρέους στη βάση οµολόγων µε «ρήτρα ανάκαμψης». Και, πέραν όλων αυτών, ήξερε πώς αυτά το οµόλογα, αυτή η αναδιάρθρωση χρέους, µπορούσαν να γίνουν συμβατά µε τους ισχύοντες κανόνες του EFSF-ESM. Δεν είναι τυχαίο, βλέπετε, ότι µε το που είδαν οι τροϊκανοί, και οι εγχώριοι εκπρόσωποί τους, τον Γκλεν στο πλευρό µου, έβγαλαν αφρούς από το στόμα και προσπάθησαν να τον διαβάλουν παρουσιάζοντας τον ως «σκοτεινό Κορεάτη».

Σε εκείνη την πρώτη συνάντηση µας, στο καφέ επί της Σταδίου, ο Γκλεν παραδέχθηκε ότι «αυτό που κάναµε στην Ελλάδα το 2011 και το 2012 ήταν αποκρουστικό», αναφερόμενος στο µεγάλο κούρεµα χρέους, που όµως έπληξε µόνο τους ανίσχυρους (µικροοµολογιούχους και ασφαλιστικά ταµεία), χωρίς, παρά το τεράστιο μέγεθος του, να καταστήσει το εναπομείναν χρέος βιώσιµο. Εκτίμησα την ειλικρίνεια του και, αφού του είπα «να η ευκαιρία να διορθώσουμε µαζί το κακό που κάνατε τότε», τον ρώτησα µε τι ασχολιόταν την παρούσα περίοδο. Μου έδωσε πλήρη αναφορά για τη δουλειά που έκανε για την κυβέρνηση της Ισλανδίας προς την κατεύθυνση της µεγάλης αναδιάρθρωσης του δημόσιου χρέους και της άρσης των κεφαλαιακών περιορισµών (capital controIs) που είχαν επιβληθεί στο ξεκίνημα της ισλανδικής οικονομικής κατάρρευσης, το 2008.3 Κατέληξε λέγοντας:

«Είναι εξαιρετική η ιδέα σου για µια πραγματική αναδιάρθρωση του ελληνικού δημόσιου χρέους µέσω ανταλλαγών των οµολόγων του EFSF µε νέα οµόλογα που διαθέτουν «ρήτρα ονομαστικού ΑΕΠ». Όταν σε άκουσα στο BBC να την προτείνεις , σκέφτηκα ότι είναι η μόνη λύση για την Ελλάδα, κάτι που έπρεπε να είχαµε κάνει το 2012 ή και πιο πριν. Θα ήθελα την ευκαιρία να σε βοηθήσω να το κάνουµε τώρα. Νοµίζω πως µπορώ να σε βοηθήσω να την επεξεργαστείς. Θα επανορθώσω έτσι για τη μακροπρόθεσμη ζημία που κάναµε, εγώ και το σινάφι µου, στην Ελλάδα».

Δεν είµαι από εκείνου, που πολυψειρίζουν ένα σημαντικό και αναγκαίο δώρο. Αµέσως προσκάλεσα τον Γκλεν να ετοιμάζεται να καταφθάσει από το Όστιν στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου, εφόσον κερδίζαµε τις εκλογές της προηγουμένης
ένας κυνικός θα µπορούσε να πει ότι το κίνητρο επαγγελματιών όπως ο Γκλεν είναι τα χρήµατα και η προώθηση της καριέρας τους. Προφανώς έτσι είναι. ‘Oµως αποτελούσαν όπλο ανεκτίμητης αξίας για την οµάδα µου τέτοιοι άνθρωποι, οι οποίοι γνώριζαν όλα τα ένοχα µυστικά των αντιπάλων. Απόδειξη ήταν το εγκεφαλικό που πήγαν να πάθουν οι τροϊκανοί όταν είδαν τον Γκλεν στην οµάδα μου. Όμως δεν ήταν µόνον αυτός Στην περίπτωση του Γκλεν συναισθανόμουν ότι µπορούσα να ποντάρω όχι µόνο στον επαγγελματισμό του, αλλά και σε κάτι βαθύτερο από έναν ορθολογικό εγωισμός είχε πραγµατικά τύψεις και ήθελε να βοηθήσει ανεξαρτήτως καριερίστικων βλέψεων. Δύο μέρες πριν από τις εκλογές µου έστειλε µέιλ στο οποίο έγραφε:

«Γιάνη, αν όλα πάνε όπως τα σχεδιάζουμε, οι καλοί πολίτες της Ελλάδας (αλλά και της Ευρώπης συνολικά) θα έχουν χαράξει νέα πορεία, προς ένα καλύτερο µέλλον … Αυτό το Σαββατοκύριακο θα θυµάµαι τα λόγια του Ομήρου: «Εις οιωνός άριστος, αµύνεσθαι περί πάτρης»».4

Ο Γκλεν Κιµ δεν ήταν ο μοναδικός ξένος παράγοντας µε «μνημονιακό» παρελθόν που εντάχθηκε στην οµάδα µου. Ο άλλος, ακόµα ισχυρότερος, ξένος παράγοντας που προσέφερε τις υπηρεσίες του στον αγώνα µας ήταν η γαλλική επενδυτική τράπεζα Lazard, υπό ,τους, Ντανιέλ Κοέν και Ματιέ Πιγκάς. Η Lazard, όπως ο Γκλεν, είχε παίξει ρόλο συµβούλου και διεκπεραιωτή του 2ου μνημονίου, επί υπουργίας Βενιζέλου, χρεώνοντας το πτωχευµένο Ελληνικό κράτος δεκάδες εκατοµµύρια ευρώ για τις «υπηρεσίες» της. Όταν, λοιπόν, ο Ντανιέλ και ο Ματιέ ζήτησαν να µε συναντήσουν, τους δέχτηκα µε απορία, επιφύλαξη και σκεπτικισµό. ‘Όµως κέρδισαν την εµπιστοσύνη µου παραδεχόμενοι ξεκάθαρα τη συνενοχή τους στο απαράδεκτο 2ο µνηµόνιο, εκφράζοντας την ειλικρινή µεταµέλεια τους και προσφερόμενοι, να µε βοηθήσουν εντελώς δωρεάν στον προσπάθεια για τον πολυπόθητη αναδιάρθρωση του χρέους.

Με τέτοιους διακεκριμένους «αποστάτες» στο πλευρό μας η ομάδα απέκτησε τεχνική επάρκεια και πυγμή τουλάχιστον ισάξια εκείνης του ΔΝΤ και της Κομισιόν. Το σίγουρο ήταν ότι κανένας Συριζαίος δε διέθετε τέτοιες γνώσεις ούτε είχε και πρόσβαση σε άτομα που τις διέθεταν. Αυτό βέβαια δε σταμάτησε το βέλη που εξαπολύονταν εναντίον μου για τις «κακές παρέες» που έκανα με μνημονιακούς, χρηµατιστές, και επενδυτικές τράπεζες. Δεν ήταν συμπτωματικό το γεγονός ότι ακριβώς την ίδια μέρα που ο Γκλεν σόκαρε την τρόικα με την παρουσία του στις Βρυξέλλες ο βουλευτής της ΝΔ Νικήτας Κακλαμάνης κατέθεσε ερώτηση στη Βουλή ζητώντας να μάθει γιατί η ελληνική κυβέρνηση χρειαζόταν έναν «Κορεάτη» στη διαπραγματευτική ομάδα της και ποιες ήταν οι σχέσεις του μ’ εμένα υπονοώντας κάποια υποκρυπτόμενη νοσηρή σχέση με αμερικανικές, ασιατικές ή άλλες σκοτεινές δυνάμεις. Παράλληλα, με τρόπο που προϊδέαζε για το συντονισμένα πυρά συντρόφων και αντιπολίτευσης που θα δεχόμουν μετά την παραίτηση μου από το Υπουργείο Οικονομικών τον ερχόμενο Ιούλιο, βουλευτές και στελέχη του Σύριζα, κάποιοι εκ των οποίων καλοπροαίρετα, προειδοποιούσαν μέσω διαρροών τον σκληρό κομματικό πυρήνα ότι ετοιμαζόμουν να συνάψω Φαουστική συμφωνία με την τρόικα.

Επί της ουσίας όμως, όταν τα πράγματα άρχισαν να σκουραίνουν, και οι σύντροφοι του Σύριζα να βάζουν νερό στο κρασί τους, έως ότου συνθηκολογήσουν απολύτως στις 13 Ιουλίου 2015, η Έλενα, η Νατάσα, ο Γκλεν και οι άνθρωποι της Lazard συνέχισαν να ορθώνουν το ανάστημά τους απέναντι στην τρόϊκα ακόμη και μετά την κατάρρευση των νεαρών ζηλωτών του Σύριζα. Αυτοί οι «αποστάτες » της τρόϊκας μαζί με αποφοίτους του Διδακτορικού Προγράμματος στις Οικονομικές Επιστήμες του Πανεπιστημίου Αθηνών, ήταν η ομάδα μου που υποστήριξε τον κοινό μέχρις εσχάτων αγώνα. Το έκαναν με ανιδιοτέλεια, με εξαιρετικά οικονομικά υποδείγματα και μελέτες που παρήγαγαν, με τεχνική συμβολή στις διαπραγματεύσεις, με ανεκτίμητη οικονομετρική και ηθική στήριξη εν όψει κάθε συνάντησης στο Eurοgrοup, στο Μαξίμου τη στους άλλους χώρους όπου οι «ενήλικες» (όπως αυτοαποκαλούνταν οι καταστροφείς της χώρας και της ευρωπαϊκής ιδέας ) έβγαζαν τον χειρότερο εαυτό τους.

Και όσο είναι θεμιτές όλες απόψεις για τον συγγραφέα και το έργο του, άλλες τόσες απορίες προκαλεί η βροντερή σιωπή για καίριας σημασίας γεγονότα που παραθέτει, τις συζητήσεις, περιγραφές, ντοκουμέντα με υπουργούς, πρωθυπουργούς, προέδρους, αλλά και σε Ε.Ε., ΔΝΤ. Και το ότι τόσο καιρό-αρκετό νομίζω – δεν τόλμησε κανείς εδώ ή έξω (πλήν Γερούν Ντάισελμπλουμ, με αμφίβολη επιτυχία), να διαψεύσει αξιόπιστα κάτι, (συγκεκριμένο όμως και όχι γενικό και αόριστο), απ’όσα αποκαλυπτικά γράφει ο Γ.Β.» (1).

Γιατί τόσοι δημοσιογράφοι και δημοσιολογούντες, που κάνουν την «κλωστή τριχιά», που έχουν καταλογίσει στον Γιάνη Βαρουφάκη «όλα τα δεινά της χώρας», που τον έχουν απαξιώσει, κατασυκοφαντήσει και απειλήσει με δικαστήρια, στρατοδικεία και …αγχόνες ακόμη, γιατί δεν σιωπούν; Ούτε ένα (αρ. 1) ρεπορτάζ για να καταρρίψουν τις -όπως ειρωνικά λένε- «μπαρούφες» του;

Και ας αφορούν την Ελλάδα, για την οποία «κόπτονται», την Ευρώπη που τόσο «θαυμάζουν»…

Δεν έχω την τιμή να γνωρίζω τον Γιάνη Βαρουφάκη, δεν τον ακολούθησα, ούτε ψήφισα ποτέ, ούτε και διαφαίνεται, γιά τους πιό πάνω λόγους.

Θεωρώ πως έχει μεγάλες ευθύνες, για λάθη και παραλείψεις, και που κατά την αναλογίαν (του), θα «πληρώνουμε» για 10ετίες.

Όμως επειδή φρονώ, ότι είναι όχι μόνο ψευδείς και άδικες στο 99%, οι σε βάρος του κατηγορίες, αλλά και ότι είναι πολύ μεροληπτική η απόκρυψη-της «αληθινής ή μη-αφήγησης» του, και πως «βγάζει μάτι» η «ειδική» στοχοποίηση του από εχθρούς και «φίλους», για αυτό και αφιέρώσα πολύ χρόνο στην παράθεση του βιβλίου του, για να μαθευτεί «τι έγινε ΤΟΤΕ». Και τα συμπεράσματα όλων μας.

Συνέχεια Από αρχή διεκρίνησης

 

(Συνεχίζεται…)

Προηγούμενα ΕΔΩ και ΕΔΩ και ΕΔΩ

ΥΓ. Μορφοποίηση δική μου, δλδ Εικόνες, Πλαίσια, Bold, Χρώματα, Υπογραμμίσεις, κ.α.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.