ΑΝΙΚΗΤΟΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ – To Best Seller Βιβλίο Του Γιάνη Βαρουφάκη (8° μέρος/11, Κεφάλαια 11°-12°)

Standard

To link του άρθρου  «Οι δημοσκοπήσεις και ο «πόλεμος» των εκλογών»—>ΕΔΩ  που εκ παραδρομής, δεν ενεργοποιήθηκε στους παραλήπτες σημερινού mail μου. 

 

Του Στάθη

`

 

(…) B.Σόϊμπλε: «Δεν πρόκειται να διαπραγματευθώ µαζί σου. Όπως σου είπα την τελευταία φορά, να πας στους θεσµούς!» ήταν η στυγνή απάντηση του.

«Αλλά, Bόλφγκανγκ», διαμαρτυρήθηκα, «Ο χρόνος τελειώνει σε µία η δύο εβδοµάδες θα αναγκασθούμε να αθετήσουμε το χρέος µας προς το ΔΝΤ, µε συνέπειες για όλους. Μου λες να πάω στους θεσµούς. Ωστόσο, οι θεσµοί απλώς δεν έχουν την αρμοδιότητα (..) για να διαπραγµατευτούν µαζί µας µια βιώσιµη συµφωνία εντός της ευρωζώνης. Σου τα λέω όλα αυτό επειδή υπάρχουν δυνάµεις που προσπαθούν να εκτροχιάσουν τη διαδικασία, με κίνδυνο ατυχήματος».

Το πρόσωπο του Βόλφγκανγκ άλλαξε έκφραση και από τη φαινομενική απάθεια πέρασε στη συγκρατημένη εγρήγορση. Παρόλο που είχα µάθει (…) ότι τέτοιες αλλαγές στην έκφραση του Βόλφγκανγκ δεν οδηγούσαν σε κάτι αξιοσημείωτο, σε εκείνη την περίπτωση απέτυχα να προβλέψω την αναπάντεχα απάντηση του.

«Δε νοµίζω ότι καµία κυβέρνηση μπορεί να κρατήσει την Ελλάδα στην ευρωζώνη», δήλωσε κουνώντας το κεφάλι µε τρόπο που σηματοδοτούσε την παντελή έλλειψη πίστης του, ή ενδιαφέροντος στην εναλλακτική ενός Grexit.

«Αυτή είναι και η άποψη της καγκελαρίου;» ρώτησα κρύβοντας την έκπληξη μου.

«Εκείνη έχει διαφορετικές απόψεις», απάντησε απαξιωτικά.

Ήταν άλλη μία επιβεβαίωση ότι είχαν διαγράψει, στο μυαλό τους, τα δανεικά που είχαν δώσει στο κράτος μας για να οθούν αμέσως μετά στις τράπεζες τους …

 

Προηγούμενο 7ο Μέρος ΕΔΩ

` `

(**Διευκρίνηση: Τιμώ και σέβομαι το Γιάνη Βαρουφάκη, Αναγνωρίζω, την εντιμότητα, την αξιοπρέπεια, το θάρρος, το σεβασμό σε ιδέες και αρχές, καθώς και τις εξαιρετικές γνώσεις και επιστημονικές του ικανότητες του. ….Δεν έχω την τιμή να τον γνωρίζω, ούτε τον ψήφισα ποτέ, ούτε διαφαίνεται, ιδίως τώρα, που κατεβαίνει στις εκλογές, λόγω, κυρίως μη πολιτικής συμφωνίας (για Καπιταλισμό-ΕΕ κ.α.)…

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΑΡΘΡΟΥ)

498 `

Κεφάλαιο

`

11°

` `

Το κουτσούρεμα µιας Άνοιξης

`

κείνη τη χρονιά η Άνοιξη έφτασε νωρίς στην Ελλάδα. Χάρη στον βροχερό χειµώνα, ο πρώτος ήλιος του Μάρτη πυροδότησε µια εξέγερση αγριολούλουδων. Καλύτερο σκηνικό για την εξέγερση του λαού µας απέναντι στους δανειστές δεν υπήρχε. Η επέκταση της δανειακής σύµβασης είχε εγκριθεί, δίνοντας µας περιθώριο µέχρι τις 30 Ιουνίου για να σφυρηλατήσουμε το πολυπόθητο νέο συµβόλαιο. Παρά την γκρίνια στην κοινοβουλευτική µας οµάδα, στη χώρα επικρατούσε κλίµα ανάτασης

Για τους τροϊκανούς που παρακολουθούσαν από το λουσµένα στον τεχνητό φωτισµό γραφεία τους, στις Βρυξέλλες, στη Φρανκφούρτη, στην Ουάσινγκτον, τα τεκταινόµενα στην Ελλάδα ήταν εφιάλτης. Χωρίς τη δυνατότητα να περιφέρονται στην Αθήνα μέσα σε κοµβόι από BMW και Mercedeς, δεν είχαν τρόπο να επιδεικνύουν την εξουσία τους ώστε να επανακτήσουν τον ψυχολογικό έλεγχο της κοινωνίας µας. Αν δεν πρόσεχαν, υπήρχε κίνδυνος επικίνδυνες ιδέες να εξαπλωθούν σε άλλες χώρες, όπως η Ισπανία, η Ιταλία, ακόµα και η Γαλλία. Όπως, παραδείγµατος χάριν, η ιδέα ότι υπήρχε η δυνατότητα σε αυτή την Ευρώπη να ανακτήσει ένας λαός την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπειά του. Το να πάρουν τα χρήματα τους πίσω θα τους ικανοποιούσε, όπως κάθε δανειστή, αλλά δεν ήταν η κύρια επιδίωξή τους. Γνώριζαν ότι η αυξανόμενη λιτότητα και η απόρριψη των ανταλλαγών οµολόγων που πρότειναν θα είχαν ως συνέπεια τη συρρίκνωση των εισοδημάτων των Ελλήνων, µε κόστος µακροπρόθεσµα και για τους ίδιους, αλλά δεν τους ένοιαζε. Όπως χαρακτηριστικά είπε μήνες μετά ο Σλοβάκος υπουργός οικονοµικών, ο μεγαλύτερος χειροκροτητής του Σόϊµπλε στο Eurogroup, «έπρεπε να είµαστε σκληροί µε τους Έλληνες λόγω της Ελληνικής Άνοιξης». Όπως τα σοβιετικά τάνκς συνέτριψαν την Άνοιξη της Πράγας, την Άνοιξη της Αθήνας θα τη συνέτριβαν χρησιμοποιώντας κάτι άλλο που, αγγλιστί, κάνει ρίµα με τα το βαθύ κράτος δηλαδή τις τράπεζες.

Η στρατηγική του κουτσουρέματος της Ελληνικής Άνοιξης συνίστατο από τρία μέρη. Πρώτο, αρνούμενοι τον οποιονδήποτε οδικό χάρτη προς την έντιµη συµφωνία, θα καλλιεργούσαν βαθιά αβεβαιότητα στην ελληνική κοινωνία µε διαβρωτικό αποτέλεσμα στο ηθικό της. Κάθε προγραμματισμός, βραχυπρόθεσμος η µακροπρόθεσµος, είχε καταστεί αδύνατος για επιχειρήσεις, οργανισµούς η ακόµα και για τους απλούς πολίτες που ήθελαν να κάνουν τα «κουµάντα» τους. Αυτή η στρατηγική της «διαρκούς προσωρινότητας» είναι αποτελεσματικός τρόπος να κρατάει ένας κατακτητής µια χώρα υπό κατοχή

Παράλληλα, εφήρμοζαν την τακτική του «εικονικού δηµοσιονοµικού πνιγµού», όπως περιέγραψα αλλού, την προσομοίωση του γνωστού βασανιστηρίου που εφαρµόζεται από το 2010 στις μνημονιακές χώρες της ευρωζώνης: ένα κράτος, εκβιαζόµενο από την τρόϊκα να αποδεχθεί κοινωνικά καταστροφές πολιτικές, σπρώχνεται στο χείλος της οικονομικής ασφυξίας και της επίσημης χρεοκοπίας, υποκύπει (περνώντας τους μνημονιακούς νόµους καθ’ υπαγόρευσιν της τρόϊκας), λαµβάνει από τους δανειστές όση ρευστότητα χρειαστεί για να μην πεθάνει αµέσως κ.ο.κ. Στην περίπτωση της δικής µας διακυβέρνησης η δημοσιονοµική ασφυξία είχε ξεκινήσει, µε την ενορχηστρωμένη φυγή καταθέσεων (ελέω των κ. Σαµαρά και Στουρνάρα), δύο μήνες προτού καν εκλεγούµε, και βέβαια πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις μετά την 4η Φλεβάρη 2015 και την κίνηση της ΕΚΤ να στερήσει το waiver από τις ελληνικές τράπεζες.

Θέτοντας µπροστά µας ένα πραγµατικό ναρκοπέδιο από δόσεις που έπρεπε να αποπληρωθούν, η τρόϊκα ήλπιζε να σπείρει τόσο αβεβαιότητα στις ψυχές των πολιτών ώστε να σταματήσουν να καταβάλλουν φόρους. Έτσι θα επιδείνωναν την ασφυξία του κράτους µας σπρώχνοντας µας κοντύτερα στην υποταγή προτού ακόµα φτάσουμε στον Ιούνιο. Ο µόνος κίνδυνος για το σχέδιό τους θα προέκυπτε αν ο Αλέξης αποφάσιζε να τηρήσει τη συµφωνία µας: στάση πληρωµών προς το ΔΝΤ από τον Μάρτιο, εξαγγελία ότι το οµόλογα SMP της ΕΚΤ είτε θα αναδιαρθρωθούν είτε θα κουρευτούν τον Ιούλιο-Αύγουστο, ετοιμότητα ενεργοποίησης του παραλλήλου συστήµατος πληρωµών σε περίπτωση κλεισίµατος των τραπεζών στα τέλη Iουνίου και … αναµονή της αντίδρασης της κ. Μέρκελ. 

Το τρίτο µέρος της στρατηγικής τους ήταν η τακτική µε την οποία, επί χρόνια, η Βρετανική Αυτοκρατορία κυβερνούσε χώρες, π.χ. την lνδία, ακόµα και χωρίς να διαθέτει στρατιωτική υπεροπλία: το διαίρει και βασίλευε. Από το 2010 οι πιστωτές είχαν στρατεύσει την ελληνική ολιγαρχία (το Τρίγωνο της Αµαρτίας, όπως την αποκαλούσα), προκειµένου να υλοποιεί εκ µέρους τους το σχέδιο κατοχής της χώρας. Εκτός του ότι προέβη σε διαχωρισµό της άρχουσας τάξης από τον υπόλοιπο πληθυσμό, η τρόϊκα φρόντισε να πάρει, όπως είδαµε σε προηγούµενα κεφάλαια, υπό τον έλεγχό της και τους κοµβικούς κρατικούς θεσµούς: τη Γενική Γραµµατεία Δημοσίων Εσόδων, τον μηχανισμό διάσωσης των τραπεζών (το ΤΧΣ), τη στατιστική υπηρεσία ΕΛΣΤΑΤ και, βεβαίως, την Τράπεζα της Ελλάδος. Παράλληλα, λειτουργούσε πλέγµα «δεξαµενών σκέψης», ΜΜΑ (µέσων µαζικής αποβλάκωσης) και εταιρειών μάρκετινγκ που φρόντιζαν µε την προπαγάνδα τους να νομιμοποιηθούν στις συνειδήσεις του κόσµου η τρόϊκα και η δράση της. «Το µνηµόνιο είναι το µοναδικό αναπτυξιακό σχέδιο για τη χώρα», έλεγαν και ξαναέλεγαν τα διάφορα φερέφωνα. Μακάρι να ήταν, σκεφτόµουν κάθε φορά που άκουγα αυτή την ανοησία. Δεν ήταν όµως.

Η εκλογή της κυβέρνησης µας κατάφερε µέγα πλήγμα σε αυτό το πλέγµα εξουσίας. Δεν μπορούσαν να το αποδεχθούν, να το χωνέψουν, ότι το αφήγημα τους κατέρρευσε µαζί µε τον έλεγχο µιας κοινής γνώµης που, ξάφνου, θύµισε

τους λαούς της Σοβιετικής Ένωσης στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ήταν, ότι και να έλεγαν τα «µέσα», το κόµµα και η νομενκλατούρα, εκείνοι δεν τους πίστευαν πια. Μετά το σοκ και δέος της 25ης Ιανουαρίου 2015, είχε καταστεί επιτακτική ανάγκη για την τρόϊκα να αναπτύξει πιο εκλεπτυσμένες µεθόδους ώστε να διχάσει και, έτσι, να ελέγξει την κυβέρνηση µας.

Αυτή λοιπόν ήταν η στρατηγική τους. Πώς θα εφαρμοζόταν;

`

Επιλέγοντας τους αντιπάλους τους ;

πό το πρώτα µου Eurοgrοup κι έπειτα, ο Ντάισελμπλουμ προσπαθούσε συνεχώς να µε παρακάµψει. Τηλεφωνούσε απευθείας στον Αλέξη, τον επισκεπτών στο δωμάτιο του στις Βρυξέλλες, συμπεριφερόταν ως πρωθυπουργός που µιλάει µε τον δικό µας πρωθυπουργό, αψηφώντας τον ομόλογο του υπουργό οικονοµικών. Ήταν σαν να του λέει Απάλλαξέ µε από τον Βαρουφάκη κι εγώ θα φανώ ηπιότερος απέναντι σου. Στόχος του, βέβαια, ήταν να αποδυναµώσει τη θέση µου στο Eurogroup, ώστε να αποδυναµώσει εν τέλει τον Αλέξη και την κυβέρνηση του, δεδοµένου ότι το Eurοgrοup είναι το κύριο πεδίο της μάχης.

Ίσως ακόµα πιο σημαντικό ήταν η ικανότητα της τρόϊκας να διαλέγει αντίπαλο στο τεχνικό επίπεδο, δηλαδή στο Eurogrοup Working Group -το σκιώδες Eurοgrοup στο οποίο προεδρεύει ο Τόµας Βίζερ µε µοναδικό στόχο την πλήρη κυριαρχία της τρόϊκας στα Eurοgrοup που ακολουθούν κάθε προπαρασκευαστική συνεδρίαση του Eurogrοup Working Group . Στις 27 Φεβρουαρίου, συγκλονισµένος από την απάθεια του Αλέξη όταν του µετέφερα την απειλή του Χουλιαράκη να περάσει στο αντίπαλο στρατόπεδο, αποφάσισα να κάνω έναν ελιγµό.

Ενθυµούµενος ότι ο εκπρόσωπος του Σόϊµπλε στο Eurogrοup Working Group δεν ήταν ο πρόεδρος του δικού του ΣΟΕ (του Συµβουλίου Οικονοµικών Εµπειρογνωµόνων) αλλά ένας από τους υφυπουργούς του, είχα την εξής ιδέα: Να κρατήσω τον Χουλιαράκη στο ΣΟΕ, αποφεύγοντας µια απόλυση που θα δηµιουργούσε τριγµούς εκείνη την ευαίσθητη στιγµή (δεδοµένης μάλιστα της στενής του σχέσης µε τον Δραγασάκη, ίσως και µε τον ίδιο τον Αλέξη κρίνοντας από την αινιγματική ανοχή του τελευταίου σε µια πράξη καθαρής αποστασίας), αντικαθιστώντας τον όµως στο Eurogrοup Working Group µε τον Νίκο Θεοχαράκη, τον οποίο θα διόριζα επισήµως γενικό γραµµατέα Δηµοσιονοµικής πολιτικής. Ήταν µια φρικτή ιδέα, για την οποία θα μετάνιωνα γρήγορα.

Η πρώτη συνεδρίαση του Eurogrοup Working Group μετά τον διορισµό του Νίκου πήρε τη µορφή τηλεδιάσκεψης στις 17 Μαρτίου. Ο Τόµας Βίζερ, που προήδρευε, δεν έχασε χρόνο να απαιτήσει το δικαίωµα της τρόϊκας στην επιλογή του Έλληνα αντιπάλου της: «Είναι κρίµα που δεν μπορεί να είναι µαζί µας ο Γιώργος Χουλιαράκης αντί του Νίκου Θεοχαράκη», δήλωσε χωρίς περιστροφές, χωρίς αιδώ, και µε τον στόµφο του επικυρίαρχου µιας χώρας που τόλμησε να διεκδικήσει την κυριαρχία της, το δικαίωµά της να επιλέγει τους αντιπροσώπους της. Από τότε και μετά η τρόϊκα, και κυρίως οι Βίζερ και Ντάισελμπλουμ, ξεκίνησαν ξεδιάντροπή εκστρατεία για την επαναφορά του Χουλιαράκη. Τους πήρε δύο µηνές, αλλά τελικά κατάφεραν να εξασφαλίσουν την επιστροφή του ανθρώπου τους στο κεντρικό καθοδηγητικό όργανο της τρόϊκας στο Eurogrοup Working Group .

Καταλάβαινα πολύ καλά γιατί ήθελαν να βγάλουν από τη µέση, πέραν εµού, και τον Νίκο. Εν αντιθέσει µε τον Χουλιαράκη, ο Νίκος Θεοχαράκης κατανοούσε τα οικονοµικά µοντέλα που χρησιµοποιούσε η τρόϊκα για τις δηµοσιονοµικές προβλέψεις της καλύτερα απ’ότι ο Βίζερ και οι υπόλοιποι. ‘Ήξερε τις αδυναµίες των οικονοµικών τους επιχειρημάτων και υποδειγμάτων και ήταν αποφασισµένος να μην επιτρέψει στο Eurogrοup Working Group να τροφοδοτήσει το Eurοgrοup µε στοιχειά σαθρά, προβλέψεις του ποδιού και ανόητες αναλύσεις που απλώς βόλευαν την τρόϊκα.

Όσο για µένα, ένα ήταν το πρόβλημα τους: Διέγνωσαν ότι δε θα υπέγραφα ποτέ ένα 3ο µνηµόνιο. Δεδοµένου ότι µόνο ο υπουργός οικονοµικών κράτους-µέλους της ευρωζώνης έχει το δικαίωµα να υπογράψει µνηµόνιο µε την τρόϊκα, η απομάκρυνση µου ήταν απαραίτητη. Γενικότερο, βεβαίως, το να μπορεί κανείς να διαλέγει τον αντίπαλο του αποτελεί τεράστιο πλεονέκτημα σε οποιαδήποτε µάχη. Ποιός στρατηγός η επιχειρηματίας έχει την ευκαιρία και δεν το κάνει; Αυτό που δεν είχα διαβλέψει ήταν η προθυµία του Αλέξη να υποκύψει. Κάτι που ξεκίνησε, όπως ήταν φυσιολογικό και προβλέψιµο, ως στρατηγική διαίρει και βασίλευε εκ µέρους της τρόϊκας κατέληξε σε φάρσα, µε την τρόϊκα να διορίζει εκείνον που θα διαπραγματευτεί µαζί της. Εκ µέρους µιας κυβέρνησης που είχε εκλεγεί για να της αντισταθεί

`

Το γαϊτανάκι της ευρωζώνης

άποτε ο Χένρυ Κίσινγκερ είχε, εύστοχα, παραπονεθεί ότι «όταν θέλω να µιλήσω µε την Ευρώπη, δεν ξέρω ποιόν να πάρω τηλέφωνο». Στην περίπτωση µας τα πράγματα ήταν χειρότερα. Όπως αφηγήθηκα προηγουµένως, κάθε προσπάθεια ουσιαστικής συζήτησης µε τον Bόλφγκανγκ Σόϊµπλε προσέκρουε στην απάντησή του: «Πήγαινε να τα πεις στους θεσµούς». Κι όταν «πήγαινα στους θεσµούς», διαπίστωνα ότι οι θεσµοί ήταν διχασµένοι η ότι δεν ήταν εξουσιοδοτημένοι να συνοµιλήσουν µαζί µου για εκείνο που ο Σόϊµπλε αρνούνταν να κουβεντιάσουµε.

Η διάσταση απόψεων μεταξύ των δανειστών µας δεν ήταν κάτι κρυφό. Το ΔΝΤ ήταν αναφανδόν υπέρ µιας αναδιάρθρωσης του χρέους µας ενώ η ΕΚΤ κάθετα αντίθετη. Με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή όµως τα πράγματα ήταν χειρότερα σε κατ’ ιδίαν συζητήσεις ο επίτροπος Μοσκοβισί συµφωνούσε µε ενθουσιασµό µε τις θέσεις µου για µια σταθερή και βιώσιµη δημοσιονοµική πολιτική, καθώς και αναφορικά µε τις εργασιακές σχέσεις. Όταν όµως συνεδρίαζε το Eurogrοup Working Group , ο εκπρόσωπος της Eπιτροπής Ντέκλαν Κοστέλλο απέρριπτε ασυζητητί τις ίδιες εκείνες θέσεις-προτάσεις µας.

Οι μη γνωρίζοντες δικαίως θα υποθέσουν ότι αυτό το γαϊτανάκι της ευρωζώνης είναι άλλη µία ένδειξη της ανικανότητας ή της ανοργανωσιάς των Βρυξελλών. Αν και όντως η αναποτελεσµατικότητα, η ελλιπής κατάρτιση (ιδίως όσον αφορά τα µακροοικονοµικά) και η ανοργανωσιά χαρακτηρίζουν την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το γαϊτανάκι που αντιμετωπίζαµε είχε άλλη, ισχυρότερη, εξήγηση: Αποτελεί τον τρόπο µε τον οποίο η τρόϊκα ελέγχει τις οικονοµικά πιεσμένες κυβερνήσεις. Ας το σκεφτούμε ψύχραιµα: Για πολιτικούς όπως ο Βόλφγκαvγκ Σόιµπλε, που προσπαθούν να αποφύγουν έναν υπουργό οικονοµικών ο οποίος θέλει να καταθέσει προτάσεις, π.χ., για αναδιάρθρωση του χρέους, το γαϊτανάκι είναι ότι καλύτερο. Ο εν λόγω υπουργός απλώς δε βρίσκει κανέναν για να του καταθέσει τις προτάσεις του, ούτε καν να τις συζητήσει. Οι δε γραφειοκράτες που ανελίσσονται ως περικοκλάδες στα διάφορα κέντρα εξουσίας της ΕΕ, π.χ. ο Βίζερ και ο Κοστέλλο, σε ένα τέτοιο σύστηµα βρίσκουν το κατάλληλο περιβάλλον για την προσωπική τους αναρρίχηση.

`

Η τακτική του Εθνικού Ύµνου της Σουηδίας

ποθέτοντας ότι η κατάθεση αξιόλογων ιδεών βοήθα να διεξαχθεί γόνιµος διάλογος και να ξεπεραστεί το αδιέξοδο, η οµάδα µου κι εγώ δουλέψαµε σκληρά ώστε να παρουσιάσουµε προτάσεις που ήταν βασισμένες σε σοβαρή οικονομοτεχνική δουλειά και στέρεη οικονοµική ανάλυση. Αφού είχαν ήδη κριθεί επαρκείς από µερικούς εκ των καλυτέρων αναλυτών της Γουόλ Στριτ και του Σίτυ (π.χ. τον Βίλλεµ Μπούιτερ, διευθυντή του Τµήµατος Οικονοµικών Μελετών της Cίtibank, και συνεργάτες του Νόρµαν Λάμοντ, πρώην υπουργού οικονοµικών της Βρετανίας), αλλά και από κορυφαίους ακαδημαϊκούς (όπως ο Τζεφ Σακς και ο Τζο Στίγκλιτς), τις παρουσιάσαµε στους εκπροσώπους των δανειστών.

Η αντίδραση τους θα µου µείνει αξέχαστη. Θυµάµαι να ολοκληρώνω τις παρουσιάσεις µου, να κάθοµαι στην καρέκλα µου και να βλέπω στα μάτια τους το απόλυτο κενό. Ήταν σαν να μην είχα µιλήσει-σαν να μην είχαν µπροστά τους τα διαγράµματα και τις αναλύσεις µας. Το πρόβλημα δεν ήταν ότι διαφωνούσαν ή θεωρούσαν ηλίθια την ανάλυση που µόλις τους είχα παρουσιάσει. Πού τέτοιο τύχη; Από τη γλώσσα του σώματος τους φαινόταν ότι απέρριπταν την ίδια την ιδέα ότι υπάρχουν µπροστά τους επιχειρήµατα, διαγράµµατα, αναλύσεις. Κι όταν έπαιρναν τον λόγο, το λόγια τους ήταν πλήρως και απολύτως άσχετα µε αυτό που είχα πει και παρουσιάσει. Θα μπορούσα κάλλιστα να είχα τραγουδήσει τον Εθνικό Ύµνο της Σουηδίας. Δε θα είχε κάνει οποιανδήποτε διαφορά.

Ίσως λόγω του πανεπιστημιακού µου παρελθόντας, εκείνη η εµπειρία στις αίθουσες των Βρυξελλών ήταν η πιο ανυπόφορη. Στα πανεπιστήµια, ιδίως στα αγγλοσαξονικά, όπου έµαθα την τέχνη του ακαδημαϊκού διαλόγου, είθισται να σου επιτίθενται οι συνάδελφοι σε κάθε υπόθεση εργασίας που διατυπώνεις, σε κάθε θεωρία που καταθέτεις, σε κάθε στατιστική πρόβλεψη την οποία παρουσιάζεις. Πολλές φορές η κριτική ασκείται άνευ οίκτου και χωρίς περιστροφές. Άλλες φορές γίνεται ευγενικά, αλλά πάντα έντονα και µε εστίαση στην ουσία τού τι είπες. Αυτό όµως που δε συµβαίνει ποτέ είναι, µετά την κατάθεση µιας θέσης, να επικρατεί νεκρική σιγή, απουσία αντιπαράθεσης µε την ουσία του τι είπες, προσποίηση ότι δεν κατέθεσες µια θέση, µια άποψη.

Σε µια κοινωνική συναναστροφή, αν βρεθείς εγκλωβισµένος σε συζήτησn µε κάποιον βόρειο τύπο που µιλάει χωρίς να δίνει καµία σημασία στα λεγόμενα σου, μπορείς κάλλιστα να πάρεις το ποτό σου και να εξαφανιστείς στην άλλη άκρη του δωματίου. Όταν όµως από την έκβαση της συζήτησης εξαρτάται η ανάκαμψη της χώρας σου, όταν δεν υπάρχει άλλη άκρη του δωµατίου για να εξαφανιστείς, τότε ο εκνευρισμός μπορεί να μετατραπεί σε απελπισία – εκτός αν έχεις καταλάβει τι πραγματικά συµβαίνει, ότι όλο αυτό γίνεται στο πλαίσιο µιας ευρύτερης στρατηγικής να εξουδετερωθεί οτιδήποτε υπονοµεύει την αυθαίρετη, και παράνοµη, εξουσία της τρόϊκας.

`

Το τέχνασμα της Πηνελόπης

τακτική της καθυστέρησης εφαρµόζεται πάντα από εκείνους που θεωρούν τον χρόνο σύµµαχο τους. Η προσέγγιση των εκπροσώπων της τρόϊκας ήταν, από τη µία, να αντιμετωπίσουν τις προτάσεις µου σαν να τραγουδούσα τον Εθνικό Ύµνο της Σουηδίας ενώ, από την άλλη, να αρνούνται να καταθέσουν oποιοδήποτε δική τους πρόταση, πέραν του αποδεδειγµένα μη βιώσιµου μνημονιακού προγράμματος. Οσο η καθυστέρηση συνεχιζόταν, ήλπιζαν ότι θα συνεχίζαµε να αποπληρώνουμε δισεκατοµµύρια στο ΔΝΤ κατά τη διάρκεια εκείνης της Άνοιξης, φοβούµενοι τη ρήξη, έως ότου στεγνώσουν και το τελευταίο αποθέματα ρευστότητας του ελληνικού κράτους.

Την καθυστέρηση τη συντηρούσαν µάλιστα και µ’ ένα έξυπνο τέχνασµα που θύµιζε εκείνο της Πηνελόπης, η οποία για να αναβάλει επ’ άπειρον την επιλογή συζύγου μεταξύ των δελφίνων όλη τη μέρα έραβε κι όλη τη νύκτα ξήλωνε το σάβανο του Λαέρτη του οποίου η ολοκλήρωση ήταν όρος για να διαλέξει σύζυγο. Η αντίστοιχη τακτική της τρόϊκας περιελάµβανε δύο σκέλη. Το πρώτο σκέλος ήταν η απειλή ότι θα διέκοπταν τις διαπραγματεύσεις αν τολμούσαμε να φέρουμε τις προτάσεις μας στη δημοσιότητα όπως η Πηνελόπη είχε πει στους μνηστήρες ότι όποιος δελφίνος της έκανε πρόταση πριν τελειώσει το υφαντό θα αποκλειόταν. Το δεύτερο σκέλος ήταν να απαιτούν συνεχώς από εμάς νέα λεπτομερή στοιχεία για κάθε μέρος της δημόσιας διοίκησης. Κάθε βάση δεδομένων που τους δίναμε την ημέρα τους έδινε πάτημα να ζητήσουν περαιτέρω δεδομένα κατά τη διάρκεια της νύχτας το οποία «ξήλωναν» την επόμενη ημέρα απαιτώντας νέες εξηγήσεις και νέα δεδομένα ….

Κι επειδή, όπως φαίνεται, τους αρέσει να προσθέτουν προσβολές στις επιδείξεις ισχύος τους, απαιτούσαν από εμάς να τους δίνουμε στοιχεία που αφορούσαν το χρήματα του κράτους που ήδη βρίσκονταν υπό τον απόλυτο έλεγχό τους π.χ. τη Γενική Γραμματεία Δημοσίων Εσόδων: Έτσι, πιάναμε τον εαυτό μας να τους δίνουμε στοιχεία που εκείνοι είχαν στη διάθεσή τους πριν από εμάς, και σίγουρα με περισσότερες λεπτομέρειες. Όσο περισσότερα «δεδομένα» συνέλεγαν, τόσο χειρότερη εμφάνιζαν την πραγματικότητα, τόσο ανέβαλλαν τις ουσιαστικές διαπραγματεύσεις και τόσο εξανέμιζαν η ρευστότητα του κράτους.

Η αντιστροφή της αλήθειας και η τακτική «όλα η τίποτα»

το μεταξύ η «Επιχείρηση Αντιστροφής της αλήθειας» βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα, από διαρροές και από την οργανωμένη εκστρατεία παραπληροφόρησης από το προσκείμενο στις Βρυξέλλες μιντιακό σύμπλεγμα η τρόικα με εμφάνιζε ως τον άνθρωπο που καθυστερεί τη διαδικασία και που προσέρχεται στις συναντήσεις με άδεια χέρια είτε χωρίς προτάσεις είτε με προτάσεις «θεωρητικές» και ιδεολογικά υποκινούμενές, στερούμενες ποσοτικών δεδομένων. Στον αντίποδα, η τρόϊκα παρουσιαζόταν να έχει ολοκληρωμένο πακέτο λύσεων, που συμπεριελάμβανε μεταρρυθμίσεις κάθε πτυχής της ελληνικής κοινωνικής οικονομίας. Πόσο θα ήθελα πραγματικά αυτό να ήταν αλήθεια! Πόσο θα ήθελα οι προτάσεις της τρόικας να μην επικαλούνταν κατ’ όνομα μεταρρυθμίσεις που, στην πράξη, απορρύθμιζαν και χαντάκωναν ό,τι είχε μείνει όρθιο στη χώρα.

Επειδή έχει σημασία να μη χάνουμε τον ειρμό των πραγματικών αιτίων εκείνης της συμπεριφοράς των τροϊκανών, αξίζει μια υπενθύμιση του διακυβεύματος: Κανένα μεταρρυθμιστικό σχέδιο δεν μπορούσε να αποδώσει αν δεν περιελάμβανε ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους και πρόβλεψη για την αντιμετώπιση της χρεοκοπίας των τραπεζών. Χωρίς αυτά καμία δημοσιονομική πολιτική δε θα έφερνε αποτελέσματα και η ανάκαμψη θα παρέμενε καθηλωμένη στον ορίζοντα τον οποίο δε θα φτάναμε ποτέ, όσο γρήγορα και να τρέχαμε προς αυτόν. Όμως το Βερολίνο απλώς αρνούνταν οποιαδήποτε συζήτηση για αναδιάρθρωση του χρέους. Αυτό ήταν το πρόβλημα.

Δεδομένου του ελαχίστου χρόνου που είχαμε στη διάθεση μας για να καταλήξουμε σε συμφωνία, η ρεαλιστική προσέγγιση θα ήταν να εντοπίσουμε τέσσερις η πέντε τομείς όπου θα μπορούσε σύντομα να επιτευχθεί συμφωνία, να προετοιμαστούν τα κατάλληλα νομοσχέδια και να πάνε στη Bουλή προς ψήφιση κτίζοντας έτσι τα θεμέλια για τη μακροπρόθεσμη συμφωνία. Ο στόχος όμως της τρόικας ήταν να μη συμφωνήσουμε τελικά σε τίποτα που να ξεφεύγει από το μνημόνιό της. Η τακτική των μελών της, λοιπόν, για να εκτροχιαστεί η διαπραγµάτευση και να μην υπάρξει καμία συμφωνία, ήταν να επιμένουν σε μια συνολική συμφωνία για τα πάντα όπου θα έπρεπε όλα να συμφωνηθούν μονομιάς, με εξαίρεση βέβαια την αναδιάρθρωση του χρέους, που ήταν το παν.

`

Παρουσιάζοντας το αιτιατό ως αίτιο

πό τις αυλές των σχολείων μέχρι και τους διαδρόμους των Βρυξελλών οι θύτες πάντα ρίχνουν το φταίξιμο στα θύματα τους. Πρόκειται για πάγια τακτική των δειλών νταήδων, των «μπούλις» αγγλιστί, η εξυπνάδα των οποίων εξαντλείται στο να φανεί αυταπόδεικτη η υποτιθέμενη ενοχή των θυμάτων τους. Από τους τρείς θεσμούς των δανειστών μας η ΕΚΤ αποδείχθηκε εξπέρ σε αυτό το άσχημο παιχνίδι με αιχμή του δόρατος τα έντοκα γραμμάτια του δημοσίου.

Τα έντοκα γραμμάτια είναι βραχυπρόθεσμες υποσχετικές (IOU ) που εκδίδει μια κυβέρνηση για να αποχτήσει άμεση πρόσβαση σε ρευστότητα. Ως επένδυση θεωρούνται ασφαλή. Καθώς κατά τη βραχεία διάρκεια ωρίμανσης τους, ας πούμε τριών μηνών, είναι σχετικά απίθανο να προλάβει να χρεοκοπήσει ένα κράτος. Άρα υπάρχει γι’ αυτό ισχυρό ενδιαφέρον από θεσμικούς επενδυτές, όπως τράπεζες και ασφαλιστικές εταιρείες, που θέλουν να εναποθέσουν κάπου ασφαλώς το κεφάλαιά τους, εισπράττοντας όμως κάποιον τόκο. Επιπλέον, μπορούν ανά πάσα στιγμή να τα καταθέσουν ως υποθήκη στην κεντρική τράπεζα με αντάλλαγμα ρευστό χρήμα. Εν ολίγοις, τα έντοκα γραµµάτια είναι περίπου ρευστό χρήμα, μόνο που δίνουν και τόκο. Γι’ αυτό αγοράζονται σχετικά εύκολα, εφόσον είναι γνωστό ότι η κεντρική τράπεζα τα δέχεται ανά πάσα στιγμή.

Από τότε που σχεδιάζονταν η ευρωζώνη, ως μια ακολουθία περιοριστικών κανόνων (π.χ. ότι το δημόσιο χρέος και το κρατικό έλλειμμα δεν πρέπει να ξεπερνούν το 60% και το 3% του εθνικού εισοδήματος αντίστοιχα), είχε συμφωνηθεί πως η ΕΚΤ θα όριζε το ανώτατο όριο των έντοκων γραµµατίων της κυβέρνηση τους που θα μπορούσαν να αγοράζουν οι τράπεζες μιας χώρας. Ουσιαστικά ήταν κάτι σαν το όριο της πιστωτικής κάρτας μιας κυβέρνησης την οποία εξέδιδε η ΕΚΤ μέσω των εγχώριων τραπεζών που ελέγχει. Στην περίπτωση της Ελλάδας, το όριο αυτό είχε θεσπιστεί, από χρόνια, στα 15 δισ. ευρώ, αλλά η αλλαγή του ήταν στη διακριτική ευχέρεια της ΕΚΤ. Παραδείγματος χάριν, αμέσως μετά την εκλογή της κυβέρνησης Σαμαρά, η ΕΚΤ αύξησε το όριο εκείνο από το 15 δισ. στο 18,3 δισ., μόνο και μόνο για να επιτρέψει στο ελληνικό κράτος να δανειστεί 3,3 δισ. παραπάνω απ’ ό,τι συνήθως, ώστε να το επιστρέψει στην … ΕΚΤ ως αποπληρωμη ενός των ελληνικών κρατικών ομολόγων που η ΕΚΤ είχε αγοράσει από τις γαλλογερμανικές τράπεζες στο πλαίσιο του προγράμματος SMP. Στη δική μας περίπτωση, τι νομίζετε ότι έκανε η ΕΚΤ, δεδομένου ότι έπρεπε να αποπληρώσουμε πάνω από 5 δισ. εντός της άνοιξης του 2015 στο ΔΝΤ; Ανέβασε και σε εμάς το όριο πάνω από τα 15 δισ.; Όχι βέβαια! Για την ακρίβεια, το κατέβασε στα 9 δισ., απαγορεύοντας στις ελληνικές τράπεζές, μετά την απόσυρση του waiver την 4η Φεβρουαρίου, να μετακυλύουν τα έντοκα γραµµάτια του ελληνικού δημοσίου που είχαν στη διάθεση τους (δηλαδή, τους απαγόρευσε να αγοράζουν καινούρια έντοκα γραµµάτια μετά τη λήξη παλαιότερων),

Ήταν μια κατάφωρη επιθετική κίνηση, που απέδειξε μάλιστα ότι η ΚΤ λειτουργούσε με καθαρά πολιτικά κριτήρια. Τόσο το καλοκαίρι του 2012 όσο και τον χειμώνα του 2015 το ελληνικό μνημονιακό «πρόγραμμα» είχε εκτροχιαστεί, η κυβέρνηση ήταν σε διαπραγματεύσεις με τους δανειστές και μια μεγάλη αποπληρωμή προς έναν από τους θεσμούς ήταν προ των πυλών. Κι όμως, η ΕΚΤ συμπεριφέρθηκε εντελώς διαφορετικά τον Ιούνιο του 2012 απέναντι στη μνημονιακή κυβέρνηση Σαμαρά απ’ότι τον Φεβρουάριο του 2014 απέναντι στην αντιμνημονιακή δική μας. Μάλιστα, η απόφαση της ΕΚΤ να μειώσει, αντί να αυξήσει, το όριο της πιστωτικής κάρτας του κράτους μας έθετε σε άμεσο κίνδυνο εκτροχιασμού τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, καθώς το τρίμηνο διαπραγµατεύσεων που «εξασφάλισε» εκείνη η συμφωνία εξαρτιόταν καίρια από το εάν θα μπορούσε το υπουργείο μου να πουλήσει αρκετά έντοκα γραμμάτια . Περιορίζοντας στα 9 δισ. την αξία των γραµµατίων που επιτρεπόταν να αγοράσουν οι ελληνικές τράπεζες η ΕΚΤ έβαζε ουσιαστικά τρικλοποδιά στην τρίμηνη διαπραγµάτευση.

Και ποιά εξήγηση έδωσε η ΕΚΤ γι’ αυτό το νταηλίκι, αυτό το «μπόουλινγκ» εναντίον της κυβέρνησης μας; Την εξήγηση ότι η ζήτηση για τα έντοκα γραµμάτια του ελληνικού κράτους είχε εξαφανιστεί, είχε στεγνώσει, από οποιονδήποτε επενδυτή πέραν των ελληνικών τραπεζών. «Εφόσον δεν υπάρχει ζήτηση για το γραµμάτια σας από ξένους», μου είπε ο Μάριο Ντράγκι, «αυτό σημαίνει ότι η αγορά κρίνει πως δεν αποτελούν ασφαλή επένδυση. Εμείς, ως κεντρική τράπεζα εντεταλµένη να προστατεύουμε τις ελληνικές τράπεζες, έχουμε συνεπώς υποχρέωση να τους απαγορεύσουμε να τα αγοράζουν». Το γεγονός ότι, «θωρακίζοντας» κατ’ αυτό τον τρόπο τις ελληνικές τράπεζες (απαγορεύοντας τους, δηλαδή, να δανείζουν βραχυπρόθεσμα το κράτος), καταδίκαζαν σε θάνατο το κράτος που τόσο χρόνια τις κρατάει ζωντανές, με αποτέλεσμα έτσι να αυτοκτονούν και οι ίδιες, δεν ήταν κάτι που ο Μάριο ήθελε να το συζητήσει

Επρόκειτο για κλασική περίπτωση αντιστροφής της σχέσης του αιτίου με το αιτιατό. Το αιτιατό ήταν η εξαφάνιση της ζήτησης των έντοκων γραµµατίων μας από ξένους επενδυτές. Και το πραγματικό αίτιο (αυτής της εξαφάνισης) ήταν η απειλή της ΕΚΤ, προτού καν εκλεγούμε, ότι μια κυβέρνηση Σύριζα θα βιώσει τον εικονικό οικονομικό πνιγμό στα χέρια -της ΕΚΤ. Ποιός ξένος επενδυτής αγοράζει έντοκα γραµμάτια κράτους το οποίο οδηγεί στην ασφυξία, εσκεµµένα, η κεντρική του τράπεζα; Αντί όµως γι’ αυτή την πραγματική σχέση αιτίου-αιτιατού, η ΕΚΤ παρουσίαζε ως αίτιο την εκλογή µας και την αποφασιστικότητα µας να αναδιαπραγµατευτούµε το αποτυχηµένο µνηµόνιο και ως αιτιατό την εξαφάνιση της ζήτησης των έντοκων γραμματίων µας.

Όταν είπα στον Μάριο Ντράγκι, σε µία από τις κατ’ ιδίαν επαφές µας, πως αναστρέφει, το αίτιο με το αιτιατό, µου απάντησε ότι αυτό δεν μπορεί να ισχύει, καθώς το αίτιο έρχεται πάντα πριν από το αιτιατό. Στην προκειμένη περίπτωση, είπε συνεχίζοντας το επιχείρημα του, «πρώτα αρχίσατε εσείς [σηµ: εννοούσε τον Σύριζα] να κάνετε εξαγγελίες, προτού καν εκλεγείτε», περί αμφισβήτησης του μνημονίου, «και µετά στέγνωσε η ζήτηση έντοκων γραµµατίων». Αυτό που ήθελε να πει ήταν οτι, εφόσον το αίτιο προηγείται πάντα του αιτιατού, υπεύθυνοι για την εξαφάνιση της ζήτησης έντοκων γραµµατίων, και συνεπώς για την απαγόρευση που εξέδωσε η ΕΚΤ επαναγοράς τους από τις ελληνικές τράπεζες, ήµασταν εµείς! Όχι µόνο θύματα δεν ήµασταν της ΕΚΤ αλλά, υπό το σκεπτικό του, ήμασταν οι υπεύθυνοι για τα βάσανά µας.

Του απάντησα ότι, ακόµα και με το δικό του σκεπτικό, πρώτα ήρθε η δήλωση περί µελλοντικής» έλλειψης ρευστότητας της 14ης Δεκεµβρίου του Στουρνάρα, του δικού του εκπροσώπου εν Ελλάδι, και αµέσως μετά άρχισε να στερεύει η ζήτηση για τα έντοκα γραµµάτια µας (παράλληλα µε την εκροή καταθέσεων). «Οµως, ακόµα κι αν ξεχάσουµε αυτό το θλιβερό επεισόδιο», ρώτησα τον Μάριο, «επιμένεις πραγματικά ότι τα αίτια πάντοτε προηγούνται του αιτιατού; «Ναι, πάντα », µου απάντησε σαν να ήταν κάτι αυταπόδεικτο. «Σε αυτή την περίπτωση», συνέχισα, «θα πρέπει να πιστεύετε ότι τα Χριστούγεννα προκαλούνται από µια πρότερη αύξηση της ζήτησης παιχνιδιών».

Ο Μάριο κατάλαβε τι του έλεγα. Υπάρχουν περιπτώσεις που το αίτιο ακολουθεί χρονικά το αιτιατό. Η περίπτωση με τα Χριστούγεννα και τη ζήτηση παιχνιδιών ήταν µία από αυτές. Το ίδιο ίσχυε και για την ασφυξία που µας προκαλούσε η ΕΚΤ και τη ζήτηση των έντοκων γραμματίων µας: Η ζήτηση τους εξαφανίστηκε όταν κατέστη ηλίου φαεινότερο ότι η ΕΚΤ θα µας έπνιγε επικαλούμενη την εξαφάνιση -της ζήτησης τους …

Συνοπτικά, η τραγωδία της ΕΚΤ είναι ότι το καταστατικό της επιβάλλει στον πρόεδρο και στο Διοικητικό Συμβούλιο της κανόνες που, από το 2008 και έπειτα, ήταν αδύνατον να εφαρµοστούν χωρίς να καταρρεύσει η ευρωζώνη. Εξού και το φοβερό παράδοξο µιας πανίσχυρης και ταυτόχρονα αποδυναμωμένης κεντρικής τράπεζας. Καθώς η ΕΚΤ αναγκάζεται, εκ των πραγµάτων, να ακολουθεί τους κανόνες της επιλεκτικά και αυθαίρετα, άγεται και φέρεται από τους επικυρίαρχους πολιτικούς που πρέπει να καλύπτουν τον επιλεκτικό σεβασµό των διοικούντων της ΕΚΤ στους κανόνες της. Έτσι η ΕΚΤ δεν μπορεί παρά να παίζει σαφώς μεροληπτικά πολιτικό ρόλο, πότε εφαρµόζοντας τους κανόνες της κατά γράµµα ενώ άλλοτε κάνει τα στραβά μάτια, πότε στραγγαλίζοντας µια κυβέρνηση (π.χ. τη δική µας) ενώ άλλοτε της δίνει ανάσες (π.χ. την κυβέρνηση Σαµαρά το καλοκαίρι του 2012).

Το αποτέλεσµα είναι ότι η ΕΚΤ κατέληξε να είναι η πιο πολιτικοποιημένη κεντρική τράπεζα του κόσµου, η οποία, παράλληλα, επιµένει ότι είναι η πιο ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα παγκοσµίως. Μόνο η Ευρώπη µπορούσε να σκαρφιστεί ένα τέτοιο παράδοξο.

`

Τα δόντια του δράκου

σο η εξόφθαλμη απειλή πιστωτικής ασφυξίας εκ µέρους της ΕΚΤ αποµάκρυνε τη ζήτηση για τα έντοκα γραµμάτια του ελληνικού κράτους, κάποιοι υπουργοί της κυβέρνησης µας έπεφταν πιο βαθιά στην παγίδα του Ντράγκι αναμασώντας µια αριστερίστικη εχθρότητα προς χρήσιμες ξένες επενδύσεις. Η τρόϊκα πατούσε πάντα σε αυτή την εχθρότητα για να µας παρουσιάσει ως αμετανόητους, στους οποίους άξιζε η πιστωτική ασφυξία που επέβαλλε η ΕΚΤ.

Ήµουν αποφασισµένος να θέσω τέλος σε αυτό προσπαθώντας να πετύχω µε έναν σµπάρο δυο τρυγόνια να προσελκύσω ξένες επενδύσεις που θα κινούσαν την πραγματική οικονοµία ενώ ταυτόχρονα να αποδείξω την ικανότητα µας να προσελκύσουμε αγοραστές για τα έντοκα γραµµάτια µας.

Το ένστικτο του Σύριζα είχε, κατά µία έννοια, τη λογική του: η Ελλάδα δε χρειαζόταν άλλες ιδιωτικοποιήσεις τύπου ξεπουλήµατος. Αυτό που χρειαζόμασταν ήταν υπομονετικοί επενδυτές, πρόθυμοι να ρίξουν μεγάλα ποσά συναλλάγματος στις σκουριασμένες μας υποδομές, τα οποία θα έδιναν πνοή στην ασθμαίνουσα βιομηχανία και στις υποδομές μας. Αν γι’ αυτό χρειαζόταν η μερική ιδιωτικοποίηση κάποιων οργανισμών, ας ήταν. Η καλύτερη αρχή που θα μπορούσα να κάνω προς την κατεύθυνση εκείνη ήταν να ακυρώσω τη στενόμυαλη δέσμευση του Σύριζα να ξεφορτωθεί την Cosco, την κινεζική κρατική εταιρεία, από το λιμάνι του Πειραιά.

Από το 2008 η Cosco λειτουργούσε 2 από τις 3 αποβάθρες κοντέινερ στο λιμάνι του Πειραιά. Μετά από μακρές διαπραγματεύσεις με την προηγούμενη κυβέρνηση, η Cosco είχε προχωρήσει πολύ κοντά στο να εξασφαλίσει το 67% του μετοχικού πακέτου ενός συμβολαίου 35 χρόνων εκμετάλλευσης και της τρίτης αποβάθρας, αποκτώντας έτσι τον έλεγχο σχεδόν ολόκληρου του λιμανιού. Από το 2008 έως το 2015 ο Σύριζα έκανε εκστρατεία όχι μόνο ενάντια στη νέα αυτή συμφωνία αλλά και για την ακύρωση της προϋπάρχουσας συμφωνίας με την κινεζική εταιρεία. Για την ακρίβεια, δύο από τους συναδέλφους μου υπουργούς χρωστούσαν την εκλογή τους ακριβώς σε αυτή την εκστρατεία. Φυσικό ήταν λοιπόν η εκλογή του Σύριζα να προκαλέσει ανησυχία στο Πεκίνο.

Από στρατηγικής απόψεως, μου φαινόταν λάθος να ανοίξουμε μέτωπο και με το Πεκίνο τη στιγμή που ήμασταν στα χαρακώματα με το Βερολίνο, τις Βρυξέλλες και τη Φρανκφούρτη. Αλλά και πέραν της στρατηγικής διάστασης της υπόθεσης, πίστευα στ’ αλήθεια ότι ήταν λάθος η στοχοποίηση της Cosco και των κινεζικών επιχειρήσεων γενικότερο. Χρόνια προτού ανέλθει ο Σύριζα στην εξουσία, κι ενώ οι μετέπειτα συνάδελφοί μου στον Σύριζα μάχονταν ενάντια στην Cosco, δημοσίευα άρθρα όπου υποστήριζα όχι μόνον την επένδυση της Cosco στον Πειραιά, αλλά και την πώληση των απαρχαιωμένων, δυσλειτουργικών και ελλειμματικών σιδηροδρόμων σε κινεζικές εταιρείες. Όπως εξηγούσα και τότε, ενώ ήμουν κάθετα αντίθετος στην αντίστοιχη ιδιωτικοποίηση των βρετανικών σιδηροδρόμων, η περίπτωση της Ελλάδας διέφερε όσο η μέρα με τη νύχια. Ανοιξη Πράγας - Αθήνας

Τα λιμάνια και οι σιδηρόδρομοι μας ήταν στην ουσία μουσειακά εκθέματα του 19ου αιώνα που απαιτούσαν σοβαρές επενδύσεις, τις οποίες η ελληνική οικονομία δεν είχε τους πόρους να αναλάβει. Παράλληλα, οι γαλλογερμανικές εταιρείες που ίσως ενδιαφέρονταν για το τρένα μας δεν ήταν διατεθειμένες να προβούν στις επενδύσεις που απαιτούνταν ώστε η χώρα να αποκτήσει σύγχρονη σιδηροδρομική υποδομή. Αυτό καθιστούσε την Κίνα την προφανή επιλογή: οι κινεζικές εταιρείες είχαν πρόσβαση σε δισε-κατομμύρια επενδυτικών κεφαλαίων, διέθεταν αξιοσημείωτες τεχνικές ικανότητες, ενώ έδειχναν και μακροπρόθεσμο ενδιαφέρον για την ολοκλήρωση του περίφημου Νέου Δρόμου του Μεταξιού που θα ένωνε την Κίνα με την καρδιά της Ευρώπης, μέσω της ανανεωμένης Διώρυγας του Σουέζ και ενός σιδηροδρόμου από τον Πειραιά προς την Κεντρική Ευρώπη. Έτσι θα μείωναν τον χρόνο μεταφοράς ενός κοντέινερ από τη Σαγκάη προς την κεντρική Ευρώπη κατά οκτώ ολόκληρες μέρες, σε σύγκριση με τη διαδρομή που διαπλέει το Γιβραλτάρ και φτάνει στο Ρότερνταμ. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν μια αμοιβαίως επωφελή s συμφωνία μεταξύ των κυβερνήσεων που εκπροσωπούσαν τους δύο αρχαίους πολιτισμούς μας.

Από τις πρώτες μου μέρες στο υπουργείο επιδίωξα να προωθήσω εκείνη τη διαδικασία. Ο Γκλεν Κιμ ερεύνησε το ζήτημα, και τα αποτελέσματα δε μου προξένησαν έκπληξη: ναι, το Πεκίνο ανησυχούσε από τη ρητορική εναντίον της Cosco εκ μέρους των συναδέλφων μου. Όμως, σύμφωνα με τον Γκλεν, είχα μια πολύ καλή ευκαιρία να ενθουσιάσω τους Κινέζους αξιωματούχους με μια απροσδόκητη επίθεση φιλίας. Ο Γκλεν πρότεινε το εξής:

Πρώτη προτεραιότητα είναι να εξασφαλίσουµε βραχυπρόθεσµη χρηματοδότηση της χώρας, που θα αποδεικνυόταν ζωτικής σημασίας τις επόµενες κιόλας μέρες . Δεύτερον, να εξασφαλίσουµε µακροπρόθεσµες επενδυτικές ροές στη χώρα που θα βελτίωναν τις εμπορικές υποδοµές της, δηµιουργώντας παράλληλα θέσεις εργασίας. Τρίτον, να καταδείξουμε στους Ευρωπαίους εταίρους ότι η νέα κυβέρνηση είναι ικανή να προσελκύσει σημαντικά ξένα κεφάλαια από τις πρώτες κιόλας µέρες της διακυβέρνησης της.

Κινούμασταν ακριβώς στο ίδιο μήκος κύματος. Για να δοκιμάσω το κλίµα, ζήτησα από τη γραµµατέα µου να αποδεχτεί εκ µέρους µου πρόκληση του Κινέζου πρέσβη σε δείπνο το βράδυ της 25ης Φεβρουαρίου.2 Το γεγονός ότι άφησα πίσω όλα το άλλα για να παραστώ σε εκείνο το δείπνο έδειχνε πόσο σημαντική θεωρούσα την αποκατάσταση των σχέσεων με το Πεκίνο και πόσο πολύ επένδυα στην οικοδόμηση µιας σχέσης διαρκείας µαζί του.

Την προηγούμενη νύκτα εξηγούσα στη Δανάη τη σημασία του εν λόγω δείχνου. Εκείνο το βράδυ, γυρίζοντας βιαστικά από το Μαξίµου στο διαµέρισµα µας, είδα µε ευχαρίστηση τη Δανάη ντυµένη µε ένα εξαιρετικό µεταξένιο φόρεμα που είχε αγοράσει το 2006 στη Σαγκάη, σε ένα από το ταξίδια µας που έµοιαζε τώρα τόσο µακρινή ανάµνηση Ο πρέσβης και η σύζυγός του είχαν µεν ενθαρρυνθεί από την αποδοχή της πρόσκλησης τους, κι από το φόρεμα της Δανάης, όµως παρέμεναν σε κατάσταση επιφυλακτικής ευγένειας. Παρ’ όλα αυτό, προς το τέλος της βραδιάς, η διάθεση είχε βελτιωθεί και το κλίµα έγινε αρχικά φιλικό πριν η ατµόσφαιρα καταλήξει εορταστική.

Όσο σερβίρονταν το ορεκτικά και το κυρίως μενού, άκουγα τον πρέσβη να αναπτύσσει το σκεπτικά του καθεστώτος το οποίο εκπροσωπούσε. Ήταν ένας µονόλογος, που πρόδιδε εσωτερική ένταση, µε τον οποίο µε παρακαλούσε να αποφύγουµε εχθρικές ενέργειες απέναντι στην Cosco. Μπερδεύοντας µε αρχικά με συντρόφους από εκείνους που ήθελαν να διώξουν την εταιρεία από τον Πειραιά, δε φαίνεται να είχε μεγαλύτερες προσδοκίες από το να με πείσει πως θα ήταν τροµερά κακή ιδέα η ακύρωση όσων είχε κάνει η Cosco µέχρι εκείνη τη στιγµή.

Ετσι, όταν έφτασε η ώρα να αναπτύξω τις δικές µου θέσεις, ταυτόχρονα με το σερβίρισµα του επιδορπίου, ο πρέσβης δεν µπορούσε να κρύψει την ικανοποίηση του. Αφού παραδέχτηκα ότι θα υπάρχουν δυσκολίες εντός του Σύριζα με το ζήτημα, μοιράστηκα µαζί του το όραµα µου ένα όραµα που δεν περιελάµβανε µόνο την αναβαθµισµένη παρουσία της Cosco στο λιµάνι του Πειραιά, αλλά προχωρούσε πολύ παραπέρα.

«Τα Ελληνικά ναυπηγεία αργοπεθαίνουν, και οι δεξιότητες που αποκτήθηκαν από γενιές εργαζοµένων χάνονται µαζί τους », Είπα στον πρέσβη. Μοιράστηκα έτσι µαζί του τη σκέψη µιας δεύτερης φάσης συνεργασίας µας με επενδύσεις της Cosco και άλλων κινέζικων εταιρειών στα τρία κύρια ναυπηγεία µας, που θα τα μετέτρεπαν σε επισκευαστική ζώνη για τα πλοία του κινεζικού εµπορικού στόλου στη Μεσόγειο. Πριν προλάβει να συνέλθει από το ξάφνιασµα ο οικοδεσπότης µας, συνέχισα: «Όµως, ποιο το νόημα του να εξασφαλίσει το λιµάνι του Πειραιά, αν ο σιδηρόδρομος που θα μεταφέρει το κοντέινερ σας στην κεντρικό Ευρώπη είναι απαρχαιωμένος, αργός και μη ασφαλής;» Πρότεινα λοιπόν µια αντίστοιχη επένδυση και στους ελληνικούς σιδηροδρόµους. Τέλος, είπα: «Στην Ελλάδα διαθέτουμε ιδιαίτερο αξιόλογο ανθρώπινο κεφάλαιο, επιστήμονες και εν γένει εργαζόµενους με υψηλή τεχνική κατάρτιση, µε τους µισθούς να έχουν μειωθεί κατά 40%. Γιατί να μην προσελκύσουμε κινεζικές εταιρείες ώστε να δημιουργηθούν παραγωγικές µονάδες σε τεχνολογικό πάρκο, ίσως µε ειδικό φορολογικό καθεστώς, σε µια περιοχή κοντά στον Πειραιά, π.χ. στο Θριάσιο Πεδίο»

Από εκεί που θα περνούσε, όπως νόµιζε, όλο το βράδυ υπερασπιζόμενος την παραµονή της Cosco, τώρα είχε χαλαρώσει και µιλούσε µε την αυτοπεποίθηση ενός μελλοντικού συνεργάτη για τα πλεονεκτήματα του οράματος που µόλις του είχα περιγράψει. Αν και η καχυποψία είχε κάνει φτερά, η επιφύλαξη παρέμεινε.

Υπουργέ, πρέπει να καταλάβετε ότι για το Πεκίνο η Cosco είναι το σαγόνι του Δράκου. Πρώτο πρέπει να σιγουρευτούμε ότι το δόντια δαγκώνουν γερά και το κεφάλι έχει βρει στέρεο πρόσβαση, ώστε να εξασφαλιστεί η παρουσία του Δράκου. Άπαξ και αυτό συµβεί, μην έχετε αµφιβολία ότι θα ακολουθήσει κι όλος ο υπόλοιπος Δράκος.

Το µήνυµα ήταν σαφές: ας ολοκληρώσουμε πρώτα τη συµφωνία με τον Cosco και θα έρθουν και τα υπόλοιπα. Συμφώνησα.

«Θα ενημερώσετε το Πεκίνο ότι οι ανησυχίες τους για την κυβέρνησή µας είναι αβάσιµες;» τον ρώτησα.

«Την επόµενη στιγμή από όταν εσείς και η σύζυγός σας θα µας στεναχωρήσετε µε την αναχώρηση σας», απάντησε και πρόσθεσε:

«Το Πεκίνο θα εκτιμούσε µια δημόσια ένδειξη της δέσµευσης στη νέα µας σχέση µια χειρονοµία που θα δείξει και στους δύσπιστους ότι η κατάσταση έχει αλλάξει».

«Πώς θα σας φαινόταν να επισκεφθούµε µαζί τις εγκαταστάσεις της Cosco στον Πειραιά µία από τις επόµενες ηµέρες; θα βοηθούσε;» ρώτησα.

«Στ’ αλήθεια θα το κάνετε αυτό, Υπουργέ;» ρώτησε µε χαµόγελο µικρού παιδιού που του έδωσαν ένα θαυμαστό δώρο.

«Φυσικά. Όταν λέω κάτι, το εννοώ», τον διαβεβαίωσα.

«Γίνεται να φέρουµε κι ένα κινεζικό τηλεοπτικό συνεργείο για να καλύψει την επίσκεψη;» ρώτησε µε επιφύλαξη.

«Επιβάλλεται».

Μετά από αυτήν τη στιχομυθία το δείπνο εξελίχθηκε σαν συνάντηση «‘παλιών συμμαθητών. Η επίσκεψη στον Πειραιά κανονίστηκε για την επαύριον, και θα ακολουθούσε συνάντηση στο γραφείο µου όπου θα συµφωνούσαµε τους αρχικούς όρους.

Όταν ο Σπύρος Σαγιάς, γραµµατέας της κυβέρνησης, έµαθε για τη συµφωνία µου µε τον πρέσβη και την επερχόµενη επίσκεψή µου στις εγκαταστάσεις της Cosco, δε µπορούσε να κρύψει τη χαρά του. Πριν από τις εκλογές ο Σαγιάς είχε παράσχει νοµικές υπηρεσίες στην Cosco, και αυτή η σύγκρουση συµφερόντων τον απέτρεπε από το να πάρει θέση υπέρ της εταιρείας. Έχοντας κάνει αυτό αποκλειστικά µε δική µου πρωτοβουλία, είχα κατευθύνει όλα το πυρά των πολεµίων της επένδυσης εντός του Σύριζα επάνω µου. Ήταν µια κίνηση µε ρίσκο από πλευράς µου, αλλά, όπως του εξήγησα, πίστευα πως ήταν σημαντική και πως, γι’ αυτό, κάποιος έπρεπε να βγάλει τον … Δράκο από τον τρύπα. «Έκανες πολύ καλά», µου είπε ο Σαγιάς.

Η επίσκεψη στον Πειραιά εκπλήρωσε τον στόχο της στο ακέραιο. Παρ’ όλη την έντονη βροχή που έπεφτε από το πρωί ως το µεσηµέρι, η Δανάη κι εγώ ξεναγηθήκαμε σε όλες τις εγκαταστάσεις. Ο Κάπτεν Φογκ, µάνατζερ της Cosco εδώ, ήταν σκληροτράχηλος ναυτικός, είχε τον πλήρη έλεγχο της καθημερινής επιχειρηματικής δραστηριότητας και, το πιο σημαντικό, φαινόταν οξυδερκέστατος. Έδωσε τον ρόλο του ξεναγού στον Έλληνα μάνατζερ και στον δικηγόρο της εταιρείας, που είχε αντικαταστήσει τον Σαγιά, ενώ ο ίδιος καθοδηγούσε την επίσκεψη µε χειρονοµίες, πλατύ χαµόγελο και λίγες προσεκτικά επιλεγμένες κουβέντες. Χωρίς να το πει φωναχτά, φρόντισε να προσέξουµε τη διαφορά μεταξύ του κομματιού του λιµανιού που διαχειριζόταν η Cosco, το οποίο ήταν σύγχρονο και λειτουργούσε άψογα, και του κομματιού που παρέµενε υπό τον έλεγχο του κρατικού ΟΛΠ (του Οργανισµού Λιµένος Πειραιώς), το οποίο έδειχνε θλιβερό, µε ελάχιστη εµπορική κίνηση, σχεδόν παρατημένο.

Καθώς παγαίνανε προς το εστιατόριο της Cosco στον πάνω όροφο του κτιρίου των γραφείων, µε όμορφη θέα προς τη Σαλαµίνα, το µάτι µου πήρε µια καντίνα όπου κολάτσιζαν εργάτες στο διάλειµµα τους. Χωρίς δεύτερη σκέψη απομακρύνθηκα από τους οικοδεσπότες µου για να τους µιλήσω. Έσφιξαν το χέρι µου και µου χάρισαν πολλά χαµόγελα, αλλά όταν τους ρώτησα πώς είναι να δουλεύεις στην Cosco, φάνηκαν συγκρατημένοι

«Καλά είναι», ήταν το µόνο που είπαν. Δεν ήταν εύκολο να ερμηνεύσω τι πραγματικά θα ήθελαν να µου πουν. Κοιτώντας πίσω µου, είδα τον Κάπτεν Φογκ και τη συνοδεία του από στελέχη, Έλληνες στην πλειονότητα τους, να µας κοιτούν, επιβεβαιώνοντας τη µεγάλη σημασία που είχε να τεθούν ως ρητοί όροι σε οποιαδήποτε νέα συµφωνία µε την εταιρεία η απόδοση πλήρων εργασιακών δικαιωµάτων στους εργαζόµενους, ο τερµατισµός των πρακτικών ενοικιαζόµενης εργασίας και η θεσµοθέτηση της συνδικαλιστικής εκπροσώπησης και των συλλογικών συµβάσεων.

Από πού θέλετε να αρχίσω, Υπουργέ, από τα καλά νέα η από τα κακά;

ετά το γεύµα, που ήταν ένα παράξενο αλλά ευχάριστο µείγµα ελληνικών και κινεζικών πιάτων, και µια γρήγορη συνέντευξη στο κινεζικό τηλεοπτικό κανάλι που είχαµε συµφωνήσει να µας ακολουθεί, κανονίσατε συνάντηση µε τον Έλληνα εκπρόσωπο της Cosco και τον Σπύρο Σαγιά, για να συµφωνήσουµε, προκαταρκτικά, στους βασικούς όρους της νέας µας συνεργασίας.

Λίγες μέρες μετά, το απόγευμα της 2ας Μαρτίου, πράγματι βρεθήκαμε στο γραφείο μου. Η συνάντηση ήταν σύντομη και αποτελεσµατική Επανέλαβα τη δέσμευση μου για επιτάχυνση της διαδικασίας ιδιωτικοποίησης, που θα ακολουθούνταν από μεγαλύτερα και τολμηρότερα κοινά εγχειρήµατα, και επανέλαβα τους όρους τους οποίους είχα ήδη εξηγήσει στον Κινέζο πρέσβη:

⦁ Η Cosco δε θα επέμενε να λάβει το 67% των μετοχών του ΟΛΠ, αλλά θα έμενε στο 51 %, με τη διαφορά του 16% να πηγαίνει στο κράτος με την προοπτική να περάσει στα χειμαζόμενα ταμεία των ναυτικών, ναυτεργατών και δημοτικών υπαλλήλων.

⦁ H Cosco θα δεσμευόταν να επενδύσει 300 εκατομμύρια τους επόμενους 18 μήνες στο λιμάνι.

⦁ Όλοι οι εργαζόμενοι θα ήταν ενταγμένοι σε σωματείο, θα ίσχυαν συλλογικές συμβάσεις εργασίας και δε θα προσλαμβάνονταν εργαζόμενοι μέσω υπεργολάβων.

⦁ Ο Δήμος Πειραιά, οι όμοροι δήμοι και οι δήμοι των νησιών που εξυπηρετούνταν από τον Πειραιά θα αναλάμβαναν τη διαχείριση της ακτοπλοΐας συμμετέχοντας στη διοίκηση της και στα κέρδη.

Τέλος, σε ένδειξη καλής θέλησης απέναντι στη δοκιμαζόμενη χώρα μας, ζήτησα τη δέσμευση από πλευράς κινέζικης κυβέρνησης να αγοράσει αμέσως έντοκα γραμμάτια ύψους 1,5 δισ., από εκείνα που ο Μάριο Ντράγκι είχε απαγορεύσει στις ελληνικές τράπεζες να αγοράζουν. Και, όταν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα είχε ολοκληρωθεί το αδιέξοδο με τους δανειστές μας, τους είπα, «Ο λαός μας θα είναι ευγνώμων προς τον κινεζικό λαό αν μας βοηθούσατε στην έκδοση του πρώτου μας ομολόγου με μια αγορά της τάξης των 10 δισ. ευρώ τουλάχιστον».

Ο εκπρόσωπος της Cosco είχε την πεποίθηση ότι οι όροι μου θα έβρισκαν ανταπόκριση στο Πεκίνο. Σε περαιτέρω επικοινωνία με τον Κινέζο πρέσβη επιβεβαιώθηκε ότι οι νέοι μου φίλοι ήταν όντως ικανοποιημένοι με την πρόταση συμφωνίας, και μια θετική απάντηση θα ερχόταν σύντομα από τον κινεζικό Δράκο, τώρα που θεωρούσε ότι είχε μπήξει γερά τα δόντια του στο λιμάνι. Πράγματι, ένα απτό δείγμα καλής πίστης ακολούθησε σε λιγότερο από 48 ώρες, το πρωινό της 4ης Μαρτίου, όταν ο επικεφαλης, του ΟΔΔΗΧ3 του υπουργείου μου με κάλεσε για να μου ανακοινώσει ότι η Κίνα είχε αγοράσει, εμμέσως και με μυστικότητα, έντοκα γραμμάτια 100 εκατ. ευρώ. Ικανοποιήθηκα.

Βέβαια, το ποσό ήταν ταν συμβολικό. Δύο μέρες μετά έπρεπε να έχω βρει 301,8 εκατομμύρια για το ΔΝΤ. Μία εβδομάδα μετά, στις 13 Μαρτίου), έπρεπε να βρω άλλα 339,6 εκατοµµύρια, τρείς μέρες αργότερα, στις 16 Μαρτίου, ακόμα 565,9 εκατομμύρια έπρεπε να σταλούν στο Ταμείο της Κριστίν Λαγκάρντ κι έπειτα, στις 20 Μαρτίου, ένα νέο χαράτσι 339,6 εκατομμυρίων έπρεπε να βγει από το ταλαίπωρο το ταμείο μας και πάλι για να πληρωθεί το ΔΝΤ. Μόνο για τον Μάρτιο η αιμορραγία μας προς το ΔΝΤ έφτανε το 1,5 δισ. Αν οι Κινέζοι φίλοι μας αγόραζαν, όπως είχαμε συμφωνήσει, έντοκα γραμμάτια μας 1,5 δισ. ευρώ, θα μας είχαν δώσει μια ανάσα τριών εβδομάδων πριν ξαναρχίσει ο εικονικός δηµοσιονοµικός πνιγμός στις 13 Απριλίου, οπότε έπρεπε να πληρωθούν ακόμη 452,7 εκατοµµύρια στο ΔΝΤ. Μετά από αυτό, μεταξύ 12ης Μαίου και 19ης Iουνίου, οφείλαμε άλλες 6 δόσεις συνολικής αξίας 2,52 δισ. οι καυτοί μήνες όμως ήταν εκείνοι που έρχονταν μετά: τον Ιούλιο έπρεπε να πληρώσουμε σχεδόν 4 δισ. στους δανειστές μας και άλλα 3,2 δισ. τον Αύγουστο.

Με άλλα λόγια, η κινεζική ένεση ρευστότητας του 1,5 δισ. € θα βοηθούσε μεν, δε θα μας έφτανε δε. Πράγματι, όσο καλή θέληση και να έδειχνε το Πεκίνο, κανένα δάνειο δε θα μπορούσε να μας σώσει από την αδυναμία πληρωμής. Αυτή είναι, βεβαίως, η μοίρα των πτωχευµένων: να μην μπορούν να διασωθούν με δανεικά. Όπως έλεγα επί χρόνια, το μόνο που θα μπορούσε να κάνει την πραγματική διαφορά ήταν η ουσιαστική αναδιάρθρωση του χρέους μας. Εντούτοις, αυτό το 1,5 δισ. θα μας εξασφάλιζε έως και δύο μήνες προτού ξεκαθαρίσουμε αν ήταν δυνατό να καταλήξουμε σε συμφωνία με τους πιστωτές, ενώ ταυτόχρονα θα στερούσε από τον Ντράγκι το επιχείρημα ότι κανένας άλλος, πλην των ελληνικών τραπεζών, δεν ήταν διατεθειμένος να αγοράσει το έντοκα γραμμάτια μας. Ταυτόχρονα, θα προέβαλλε παγκοσμίως την ικανότητα της κυβέρνησης μας να προσελκύει ξένες επενδύσεις, την ευελιξία μας και τη δυνατότητα να μετατρέψουμε ένα αποικιακού τύπου ξεπούλημα δηµόσιας περιουσίας σε µια αµοιβαίως επωφελή συµφωνία µε µια από τις παγκόσμιες υπερδυνάμεις.

Μαζί με τον Σαγιά ενημερώσαμε τον Αλέξη και ξεκινήσαμε τις προετοιμασίες. Η πρόθεση ήταν να ξαναρχίσει η δημοπρασία για το λιµάνι του Πειραιά υπό τους νέους όρους στους οποίους οι Κινέζοι είχαν συµφωνήσει, ενώ παρασκηνιακά οι κυβερνήσεις µας θα έκλειναν τη συµφωνία δανειοδότησης του ελληνικού κράτους. Σύντοµα το πλάνο είχε ολοκληρωθεί και ήταν έτοιµο προς υλοποίηση: Πρώτα, το Πεκίνο θα αγόραζε τα υπόλοιπα έντοκα γραµµάτια αξίας 1,4 δισ. από το 1,5 δισ. € που είχαν υποσχεθεί. Σχεδόν ταυτόχρονα ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Δραγασάκης θα ταξίδευε στο Πεκίνο, επισήµως για σύσφιξη των σχέσεων µεταξύ των δύο χωρών, ανεπίσημα για να επισφραγιστεί και να µονογραφεί η συµφωνία µας. Τέλος, ο Αλέξης θα ακολουθούσε µε µια επίσημη κρατική επίσκεψη τον Απρίλη ή τον Μάη, για να υπογραφεί και να ανακοινωθεί και επισήμως η συµφωνία Αθηνών -Πεκίνου. Ήταν χρυσή ευκαιρία και για τις δύο χώρες. Μια βαθιά ανάσα για την Ελλάδα και ένα γιγαντιαίο βήµα για την Κίνα στην πορεία ολοκλήρωσης του Νέου της Δρόµου του Μεταξιού προς την καρδιά της Κεντρικής Ευρώπης. Ο Δραγασάκης έφυγε για το Πεκίνο τη μέρα της εθνικής µας εορτής, την 25η Μαρτίου, συνοδευόµενος από τον υπουργό Εξωτερικών.

Υπολογίζοντας στα 1,4 δισ. € που θα εισέρρεαν στο τέλος του μήνα, έξυσα τον πάτο του βαρελιού για να βρω το 1,5 δισ. € που έπρεπε να πληρώσουµε στο ΔΝΤ τον Μάρτιο. Όπως το έβλεπα, η ιδέα ήταν να αξιοποιήσουμε εκείνο τον μήνα για να δώσουµε την τελευταία ευκαιρία στους δανειστές να προσέλθουν µε µια βιώσιµη πρόταση. Η Κίνα ενδιαφερόταν να πετύχουµε, και η ικανότητα µας να προσελκύσουµε την επένδυση της θα ήταν ένα καλό διαπραγµατευτικό χαρτί. Έπειτα το ίδιο το ρευστό θα µας έδινε ακόµα έναν μήνα περιθώριο για να θέσουµε επί τάπητος το δικό µας ολοκληρωμένο σχέδιο ανάκαµψης της χώρας.

Την ηµέρα που το Πεκίνο είχε υποσχεθεί να προχωρήσει στη µεγάλη αγορά των έντοκων γραµµατίων των 1,4 δισ. ευρώ ήµουν στο γραφείο µου, καθηλωµένος δίπλα στο τηλέφωνο περιµένοντας το να κτυπήσει µε τα χαρµόσυνα νέα. Η δημοπρασία θα ολοκληρωνόταν περίπου στις 11 π.µ. Στις 10.30 π.μ., ανήμπορος να συγκρατηθώ, πήρα τηλέφωνο τον υπεύθυνο του ΟΔΔΗΧ. «Ακόµα δεν έχουµε νέα, αλλά μην ανησυχείτε», µου είπε. «οι Κινέζοι συνηθίζουν να µπαίνουν στις δημοπρασίες την τελευταία στιγµή» .’Eτσι περίµενα …

Στις 11.02 π.μ. χτύπησε το τηλέφωνο µου. Το άρπαξα. ‘Ηταν ο πρόεδρος του ΟΔΔΗΧ πάλι. «Από πού θέλετε να αρχίσω, Υπουργέ, από τα καλά νέα η από τα κακά;» µε ρώτησε

.

«Ας αρχίσουμε µε τα καλά νέα», απάντησα.

«Τα καλά νέα είναι ότι οι Κινέζοι φίλοι µας µπήκαν στη δημοπρασία».

«Και τα κακά νέα» ρώτησα εναγωνίως.

«Αγόρασαν µόνο 100 εκατομμύρια ευρώ».

`

Πριν ακόµα κλείσω το σταθερό που κρατούσα στο δεξί µου χέρι, το αριστερό µου χέρι καλούσε στο κινητό τον Κινέζο πρέσβη. Όταν του είπα τι είχε συµβεί, µου λέει «Δεν µπορώ να το πιστέψω. Μου επιτρέπετε να έρθω αµέσως στο γραφείο σας ;»

«Βεβαίως», είπα. Μισή ώρα αργότερα ο Κινέζος πρέσβης καθόταν εξαντληµένος στον κόκκινο καναπέ του γραφείου µου. Έµοιαζε να αγωνιά πραγµατικά όταν µε παρακάλεσε να πιστέψω ότι δεν είχε καµία ένδειξη πως θα συνέβαινε κάτι τέτοιο, ότι ντρεπόταν πολύ και ότι θα έκανε ότι περνούσε από το χέρι του για να βρει την αιτία της ατυχούς εξέλιξης. Επιτόπου κάλεσε το κινεζικό Υπουργείο Οικονοµικών αλλά δεν µπόρεσε να μιλήσει µε κάποιον υπεύθυνο, καθώς στο Πεκίνο η ώρα ήταν µετά τα µεσάνυκτα. Έτσι, γύρισε στο γραφείο του, αφού µου υποσχέθηκε ότι θα µε έπαιρνε αµέσως µόλις είχε νεότερα.

Λίγες ώρες αργότερα µε κάλεσε και ακουγόταν ιδιαίτερα καθησυχαστικός «Υπουργέ, µπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι ήταν τεχνικό το πρόβλημα. Το Πεκίνο λυπάται πολύ γι’ αυτό. Σε δύο μέρες , που θα γίνει νέα δημοπρασία, η αγορά θα πραγματοποιηθεί». Με διαπέρασε ένα µείγµα ανακούφισης αλλά και δυσπιστίας. Από τη µία, δεν έβγαζε νόημα το Πεκίνο να βάλει τον πρέσβη, που έδειχνε να ενδιαφέρεται ειλικρινά να κλείσει η συµφωνία µας, να πει ψέµατα. Από την άλλη, το ίδιο απίθανο ήταν οι Κινέζοι τεχνοκράτες να έκαναν απλώς ένα λάθος. Μόνο ο χρόνος θα έδειχνε ποιά εκδοχή ήταν η αληθινή.

Δύο μέρες μετά ήμουν στο γραφείο μου περιμένοντας το αντίστοιχο τηλεφώνημα από τον διευθυντή Δημοσίου Xρέους. Στις 11.05′ το τηλέφωνο χτύπησε. «Από πού θέλεις να αρχίσω, Υπουργέ, από το καλά νέα η από το κακά;» Όχι πάλι, σκέφτηκα. «Πες μου σε παρακαλώ ότι δεν αγόρασαν πάλι μόνο 100 εκατομμύρια». «Αυτό ακριβώς έκαναν» ήταν η απάντηση. Αυτή τη φορά δεν μπήκα καν στον κόπο να καλέσω τον πρέσβη. Πήγα κατευθείαν στο Μέγαρο Μαξίμου. Εκεί είπα ήταν Αλέξη τι έγινε και του συνέστησα να τηλεφωνήσει το συντομότερο στον Κινέζο πρωθυπουργό.

Την επομένη ο Αλέξης μου μετέφερε το νέα από το Πεκίνο. Απ’ ό,τι μας είπαν, «κάποιος» τους τηλεφώνησε από το Βερολίνο μ’ ένα απότομο μήνυμα: Αποφύγετε οποιανδήποτε συμφωνία με τους ‘Ελληνες μέχρι να τελειώσουμε μαζί τους. Όταν ξαναμίλησα με τον Κινέζο πρέσβη, προσπάθησα να του εξηγήσω πώς ένοιωθε ο λαός μας όταν ξένες δυνάμεις, υποτίθεται εταίροι μας, ποδοπατούν τις ελπίδες μας για ανάκαμψη και αξιοπρέπεια. «Καταλαβαίνω, καταλαβαίνω», απάντησε. Και πιστεύω πως πράγματι κατάλαβε, δεδομένης της προϊστορίας της Κίνας κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα, όταν ήταν το κλοτσοσκούφι ξένων αυτοκρατοριών.

Έτσι έληξε ακόμα ένα επεισόδιο με τους πιστωτές που, αν κρίνει κανείς από τη συμπεριφορά τους, δεν είχαν κανένα ενδιαφέρον να πάρουν τα χρήματα τους πίσω: με τον τορπιλισμό από το Βερολίνο μιας θαυμάσιας συμφωνίας μεταξύ δύο χωρών με περήφανη ιστορία και ονομαστούς αρχαίους πολιτισμούς.4

`

Μάρτης γδάρτης

τις αρχές Μαρτίου ήταν σαν τα νερά της ελπιδοφόρας παλίρροιας του προηγούμενου μήνα να είχαν αποσυρθεί, αφήνοντας στη λάσπη του βυθού τις ελπίδες που μου είχε δώσει η συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου εκτεθειμένες, πνιγμένες στα φύκια. Η υπόσχεση των δανειστών να ξαναγράψουμε μαζί το πρόγραμμα των μεταρρυθμίσεων και να δούμε σοβαρά το θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους είχε γίνει σκόνη κάτω από τις ερπύστριες της τρόϊκας. Ενώ το ψύχος του Φλεβάρη είχε ατσαλώσει τον συλλογικό μας αγώνα, το ζεστό άγγιγμα του Μάρτη πάγωνε κάθε μέρα και περισσότερο τις ελπίδες μου.

Η διαφορά ήταν η ρωγμή που είχε εμφανιστεί στη σχέση εμπιστοσύνης μου με τον Αλέξη: ήταν λεπτή η ρωγμή αλλά αδύνατον να παραβλεφθεί. Όσο κι αν απέστρεφα το βλέμμα μου, ήταν εκεί, εμφανής. Με κάθε συμβιβασμό που κάναμε τον Μάρτιο εκείνο, με κάθε καθυστερημένη αντίδραση του Αλέξη στις επιθέσεις της τρόϊκας, βυθιζόμουν πιο βαθιά στην αμφιβολία. Θα ήταν έτοιμος να ενεργοποιήσει το σχέδιο αποτροπής μας όταν η τρόϊκα θα του έβαζε το μαχαίρι στον λαιμό; Μέχρι το τέλος Μαρτίου, και σίγουρα στις αρχές Απριλίου, η φωνή του ψυχρού παρατηρητή μέσα μου είχε πειστεί ότι οι αντίπαλοι μας είχαν καταφέρει να τον καταβάλουν. Μου πήρε λίγο καιρό μέχρι να πάψω να την αγνοώ.

Υπήρχαν δύο διαστάσεις στις διαπραγματεύσεις μας με τους δανειστές: η διαπραγµάτευση για το πρόγραμμα των μεταρρυθμίσεων, που έπρεπε να έχει τελειώσει ως το μέσα Απρίλη, και η διαπραγµάτευση ως προς την αναδιάρθρωση του χρέους και τον τερματισμό της λιτότητας. Για να κρατήσουμε τη φλόγα της ελπίδας ζωντανή, ήταν βασικό αυτές οι δύο διαστάσεις της διαπραγµάτευσης να προχωρούν ταυτόχρονα μόνο με μια αναδιάρθρωση του χρέους και τερματισμό της λιτότητας είχε νόημα το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα.

Η ενότητα της κάθε πλευράς θα έκανε τη διαφορά στο αποτέλεσμα της τιτάνιας σύγκρουσης. Παρ’ όλες τις μεγάλες αντιθέσεις μεταξύ τους, οι δανειστές ήταν εντυπωσιακά ενωμένοι στην προσπάθεια να διαχωριστούν τα δύο σκέλη της διαπραγμάτευσης: μόνο αν αποδεχόµασταν το μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα θα συζητούσαν την όποια αναδιάρθρωση. Από την άλλη, τη δική μας, πλευρά, η ενότητα διαρρηγνυόταν κάθε μέρα και πιο πολύ. Ο Αλέξης, ο Παππάς, ο Δραγασάκης, σε μικρότερο βαθμό ο Ευκλείδης, έδειχναν όλο και πιο πρόθυμοι να δεχτούν μια συμφωνία, με μοναδική προϋπόθεση να μη θιγούν κάποιες από τις «ιερές αγελάδες» του Σύριζα η επαναφορά των συλλογικών συμβάσεων και η διατήρηση των κύριων συντάξεων, για παράδειγμα. Όσο οι σύντροφοι μου αποδέχονταν την απαίτηση των Βρυξελλών να διαχωριστούν οι συζητήσεις ως προς τις μεταρρυθμίσεις από το ζήτημα του χρέους-λιτότητας η συζήτησn του οποίου παραπεμπόταν στις καλένδες), τόσο πιο μοναχικό γινόταν το μονοπάτι μου.

`

Η αντίθεση μεταξύ της αλύγιστης θέλησης της τρόϊκας και της ολοένα συρρικνούµενης φιλοδοξίας της δικής μας πλευράς με έκανε να νιώθω αποκαρδιωμένος και απομονωμένος. Οι συναντήσεις του πολεμικού συμβουλίου έμοιαζαν, επί της ουσίας, να αναλώνονται στην εξεύρεση της «πολιτικά διαχωρίσιμης» υποχώρησης με άλλα λόγια, του τρόπου συνθηκολόγησης που θα μας έκανε τη λιγότερη ζημιά στο κόμμα, δημοσκοπικά και, βεβαίως, στις επόμενες εκλογές. Σε κάτι τέτοιες στιγμές ένιωθα αποστροφή για τα εσωκομματικά μικροπολιτικά παιχνίδια χαιρόμουν που είχα μείνει έξω από αυτά

Ο Παππάς επικεντρωνόταν στη διατήρηση του ορίου ομαδικών απολύσεων στον ιδιωτικό τομέα, που το ΔΝΤ είχε ιδεολογική εμμονή να το καταργήσει. Ο Αλέξης στις συντάξεις που είχαν θέσει στο στόχαστρο τους οι Βρυξέλλες. Άλλοι στις ιδιωτικοποιήσεις. Δεν μπορούσα να το αντέξω. Κι εγώ νοιαζόμουν για όλα αυτά, Τι νόημα όμως θα είχαν αν δεν μπορούσαμε να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο του μη αποπληρώσιμου χρέους, της αυτοτροφοδοτούμενης λιτότητας και της ύφεσης που καθιστούσε το χρέος ακόμα λιγότερο αποπληρώσιμο και τη νέα, σκληρότερη λιτότητα αναπόφευκτη ;Τι νόημα είχε να διατηρηθεί η απαγόρευση των ομαδικών απολύσεων αν η διπλή λιτότητα-ύφεση, που μας επιβαλλόταν οδηγούσε μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις στο λουκέτο; Για πόσο θα είχε νόημα η διατήρηση των συντάξεων αν το κράτος που θα έπρεπε να τις καταβάλει βυθιζόταν όλο και βαθύτερα στη χρεοκοπία;

Όσο περνούσε ο Μάρτιος, οι προσπάθειές μου να μετατοπίσω τη συζήτησn σε αυτά που πραγματικά είχαν νόημα (την αναδιάρθρωση του χρέους, το τέλος της λιτότητας, τις επενδύσεις και τις τράπεζες) έπεφταν στο κενό. Είμαστε διατεθειμένο, ρωτούσα, να προχωρήσουμε σε στάση πληρωμών απέναντι στο ΔΝΤ στα τέλη Μαρτίου αρχικά κι έπειτα να ανακοινώσουμε ότι, βρέξει χιονίσει, τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, εφόσον οι δανειστές δεν έχουν συµφωνήσει στην αναδιάρθρωση του χρέους μας τουλάχιστον προς το ΕΚΤ (των ομολόγων SMP της ΕΚΤ, ύψους 27 δισ. ευρώ), θα κουρέψουμε μονομερώς εκείνα τα ομόλογα; Ήµαστε αποφασισμένοι να αγνοήσουµε τις απειλές για capital cοntrοls με την ενεργοποίηση του παράλληλου συστήματος πληρωμών; Οι σύντροφοι μου στο πολεμικό συμβούλιο από τη μία με καθησύχαζαν ότι, «προφανώς», αν τα πράγματα φτάσουν εκεί, αυτό θα κάναμε. Από την άλλη όμως το ύφος τους έδειχνε ότι τους κούραζα με το συνεχές, επαναλαμβανόμενο ερώτημά μου, το οποίο απαντούσαν θετικά μόνο και μόνο για να δώσουν τέλος στη συζήτηση και να καταπιαστούν με τα ήσσονος σημασίας.

Πίσω στο υπουργείο προσπαθούσα να ανασυγκροτηθώ και να προχωρώ μπροστά. Το γεγονός ότι η όποια συμφωνία χρειαζόταν απαραιτήτως την υπογραφή μου, και μόνον αυτή, με έκανε να νιώθω ταυτόχρονα απαραίτητος και αναλώσιμος. Αλλά μέχρι να «αναλωθώ», σκεφτόμουν, είχα τη δυνατότητα να κρατήσω ψηλά το θέμα της αναδιάρθρωσης του χρέους, να υπενθυμίζω στον Αλέξη τη συμφωνία μας ως προς τα μέσα και τον σκοπό μας, να αναζητώ διεθνείς συμφωνίες, να κυνηγώ τα έσοδα από τους μεγάλους φοροφυγάδες και εν τέλει να υποστηρίζω το νομοσχέδιο για την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης, στο οποίο δούλευε με τέτοιο προσήλωση και ζέση η Νάντια Βαλαβάνη αναπληρώτρια υπουργός στο υπουργείο μου. Ήταν το ελάχιστο που μπορούσα να κάνω για τον Λάμπρο και τα εκατοµµύρια πολιτών που μας είχαν δώσει, όπως έλεγε η γιαγιά μου, «ευχή και κατάρα» να πετύχουµε.

Το επόμενο Eurοgrοup στις Βρυξέλλες, που θα επανεκτιμούσε την πορεία των διαπραγµατεύσεων, ήταν προγραµµατισμένο για τις 9 Μαρτίου. Εν όψει ακόμη ενός «κρίσιμου» Eurogroup, την 1η Μαρτίου, ο Πόουλ Τόμσεν του ΔΝΤ μου τηλεφώνησε για να τα πούμε λίγο. Καθώς τα λέγαμε, μου πέταξε, σαν να μην έτρεχε» τίποτα, την ανακοίνωση ότι η τρόϊκα ήταν έτοιμη να μεταβεί στην Αθήνα για να «βοηθήσει» στη συλλογή δεδομένων πριν από το Eurogroup. Θα αστειεύεται, σκέφτηκα! Μετά από όλες τις συζητήσεις. Και τη συμφωνία ότι το έργο «Η Τρόικα στην Αθήνα» δε θα ξαναπαιχθεί, ο πρώτος διδάξας της τρόϊκας, ο Πόουλ Τόμσεν, τολμούσε να μου ανακοινώσει κάτι τέτοιο τηλεφωνικό. Δεν υπήρχε περίπτωση να συμφωνήσουμε.

Το να δεχτούμε τις ορδές τροϊκανών στα υπουργεία μας θα μας επανέφερε στο είδος της ψευτοδιαπραγµάτευσης την οποία είχαμε αποκλείσει από την πρώτη μέρα. Οι μικρομεσαίοι υπάλληλοι της ΕΚΤ, του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκης Επιτροπής θα έρχονταν, θα ανέκριναν υπουργούς και γενικούς γραμματείς για τα πάντα , αλλά οι ίδιοι δε θα είχαν την παραμικρή εξουσιοδότηση να συνομιλήσουν μαζί μας γι’ αυτά που πραγµατικά μας έκαιγαν: την αναδιάρθρωση του χρέους, το τέλος της λιτότητας, την ανάκτηση της κυριαρχίας επί του κρατικού μηχανισμού και τη σύγκρουση με την εγχώρια ολιγαρχία. Αυτός ακριβώς ήταν ο στόχος του Τόμσεν: να ηττηθούμε άνευ μάχης, και μάλιστα στο κλεινόν άστυ,

Ο μοναδικός τρόπος να αποφύγουμε μια τόσο άδοξη ήττα ήταν να απορρίψουμε την όποια διαπραγµάτευση στην Αθήνα μεταξύ μικρομεσαίων στελεχών της τρόϊκας και ημών. Η άρνηση μου, στην τηλεφωνική «ανακοίνωση» του Τόμσεν, δεν ήταν μόνο συμβολική αλλά και ουσιώδης από απόψεως στρατηγικής. Βέβαια, η τρόϊκα τη χρησιμοποίησε για να προβαίνει σε διαρροές στον Τύπο ότι αρνούμασταν να μιλήσουμε για φλέγοντα τεχνικά θέματα λόγω των ιδεολογικών μας αγκυλώσεων, ακυρώνοντας την ειλικρινή τους διάθεση να γίνει η «απαραίτητη» δουλειά.

Στις 3 Μαρτίου εξηγούσα στην ομάδα μου τη σημασία του να κρατήσουμε τις δύο διαπραγματεύσεις (για τις μεταρρυθμίσεις και για τον συνδυασμό χρέους-λιτότητας) ενοποιημένες και του να επιμείνουμε σε μια συνολική, βιώσιμη λύση. Θυμάμαι να προειδοποιώ ότι η τρόϊκα θα απαντούσε με απειλές για capital cοntrοls και να ενημερώνω τους πιο έμπιστους ότι μια πολύ μικρή ομάδα ετοίμαζε το σχέδιο αποτροπής το κούρεμα των ομολόγων SMP και το σύστημα παράλληλων πληρωμών. Ταυτόχρονα, ο Τζεφ Σάκς ήταν στην Ουάσινγκτον, όπου θα συναντούσε τον Ντέιβιντ Λίπτον , Νο 2 του ΔΝΤ, και τον Πόουλ Τόμσεν, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να γεφυρώσει τις διαφορές μας.

Η μάχη εκτυλισσόταν, στο μεταξύ , και σε μιντιακό επίπεδο. Μια-δυο μέρες αργότερο ο Μάριο Ντράγκι δημοσίως χαρακτήρισε εμένα και τον Αλέξη «πολυλογάδες». Ο Τζέιμι Γκάλμπρεϊθ απάντησε με τον κλασικό του τρόπο. «Κανονικά ένας κεντρικός τραπεζίτης θα έστελνε αυτά το μήνυμα ιδιωτικά. Το γεγονός ότι επέλεξε να το κάνει δημόσια δείχνει ότι αυτός είναι ο πολυλογάς». Όταν δε του ζητήθηκε από την ιταλική εφημερίδα Lα Repubblica να σχολιάσει την κατηγορία που μου απευθυνόταν, ότι δηλαδή μιλούσα στο Eurοgrοup με μια ειλικρίνεια που δε συνήθιζαν από υπουργούς οικονομικών, ο Τζέιμι απάντησε «Ενώ είναι αλήθεια ότι ο Βαρουφάκης ξεπερνά το επίπεδο ειλικρίνειας που συνηθίζεται για τους υπουργούς Οικονομικων, πιστεύω οτι αυτό το επίπεδο πρέπει να ανέβει έτσι κι αλλιώς. Συνεπώς, δε βλέπω πού είναι τα πρόβλημα με την ειλικρίνειά του αυτή».

Στις 5 Μαρτίου, προσπαθώντας να αντιπαλέψω τη στρατηγική της τρόϊκας, έστειλα γράμμα στον πρόεδρο του Eurοgrοup απαιτώντας να σταματήσει η τακτική της κοθυστέρησης, με τις απαιτήσεις για πρότερη έλευση των τροϊκανών στην Αθήνα, και να αρχίσουν αμέσως οι διαπραγµατεύσεις. Ως δείγμα προόδου που μπορούσε να επιτευχτεί εντός ολίγων μερών επισύναψα στην επιστολή μου κατάλογο επτά μεταρρυθμίσεων από τον κατάλογο μεταρρυθμίσεων, που οι θεσμοί είχαν εγκρίνει στην (τηλεδιάσκεψη της 24ης Φεβρουαρίου και οι οποίες μπορούσαν να εφαρμοστούν εκείνη τη στιγμή. Η απάντηση των δανειστών ήταν να προβούν σε διαρροές στον καθεστωτικό ανά τον κόσμο (και, βεβαίως, στον ελληνικό) Τύπο με τις οποίες διακωμωδούσαν τις επτά επισυναπτόμενες μεταρρυθμίσεις.

Αποσιωπώντας το τμήμα της επιστολής μου που εξηγούσε καθαρά ότι οι επτά αυτές μεταρρυθμίσεις ήταν μόνο η αρχή (οι καρποί στα χαμηλότερα κλαδιά του αλληγορικού δένδρου τους οποίους μπορούσαμε εύκολα να φτάσουμε πριν προχωρήσουμε σε μεταρρυθμίσεις που δημιουργούσαν τριβές με τους δανειστές), ο Τύπος και τα κανάλια προσπάθησαν να διακωμωδήσουν αυτές τις επτά μεταρρυθμίσεις. Τις παρουσίασαν ως «απόδειξη» ότι ο ‘Έλληνας υπουργός οικονομικών δεν έχει συνολικό μεταρρυθμιστικό πλάνο και πως αναλώνεται σε επιμέρους μεταρρυθμίσεις. Το γεγονός ότι οι επτά εκείνες μεταρρυθμίσεις προτάθηκαν για άμεση εφαρμογή ακριβώς επειδή ήταν επιμέρους, και έτσι μας έδιναν την ευκαιρία νομοθέτησης συμφωνημένων μεταρρυθμίσεων, το απέκρυψαν. Απέκρυψαν το σκεπτικό μου: να κάνουμε μια καλή αρχή με σημαντικές αλλά επιμέρους μεταρρυθμίσεις πριν προχωρήσουμε σε μεταρρυθμίσεις που χρειάζονταν πολύ μεγαλύτερη επεξεργασία και διαπραγμάτευση για να συμφωνηθούν μεταξύ ημών και των δανειστών.

527

Αιχμή του δόρατος της προπαγάνδας τους εκείνη την ημέρα ήταν η ιδέα που είχαμε συλλάβει από κοινού με τον Γερμανό αντικαγκελάριο Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, κατά τη διάρκεια της συνάντησης μας τον προηγούμενο Φεβρουάριο η βραχυπρόθεσµη πρόσληψη πολιτών διαφορετικών κοινωνικών ομάδων που, εφοδιασμένοι με απλά τεχνολονικά μέσα, θα κατέγραφαν συναλλαγές έτσι ώστε, αργότερα, να επιληφθούν οι εφοριακοί υπάλληλοι στις περιπτώσεις φοροδιαφυγής σε μπαρ, εστιατόρια, λιμάνια, ιατρεία, δικηγορικά γραφεία κτλ. Αγνοώντας όλη τη δουλειά που κάναμε ώστε να εξαρθρωθεί η φοροδιαφυγή (ιδίως μέσα από τους αλγοριθμικούς ελέγχους τους οποίους βάλαμε μπροστά με την ομάδα υπό τον Παναγιώτη Δάνη και το ΣΔΟΕ), τα ΜΜΑ (όπως επιλέγω, νομίζω εύλογα, να χαρακτηρίζω τα μέσα μαζικης αποβλάκωσης) αποφάσισαν να ξεκινήσουν καμπάνιες γελοιοποίησης μου με υποτιμητικές αναφορές ……. σε «καλωδιωμένους τουρίστες». Σε αυτές δεν είχα καμία αναστολή να απαντήσω πως θα ήταν μεγάλη μου χαρά, και τιμή, αν οι ιδιοκτήτες των μπαρ της Μυκόνου και οι μεγαλογιατροί των βορείων προαστίων της Αθήνας ζούσαν με τον φόβο ότι ο επόμενος πελάτης η ασθενής στον οποίο δε θα έκοβαν νόμιμη απόδειξη μπορεί να ήταν καλωδιωμένος τουρίστας, φοιτητής, ακόμα και εξωγήινος.

Την ίδια εκείνη ημέρα, με τη Νάντια Βαλαβάνη, την αναπληρώτρια υπουργό μου, εργαστήκαμε για να ολοκληρώσουμε το Νομοσχέδιο για την Αντιμετώπιση της Ανθρωπιστικής Κρίσης. Στον πυρήνα του βρίσκονταν δύο μέτρα: Πρώτον, η παροχή προπληρωμένης κάρτας σε 300.000 οικογένειες που στερούνταν τροφής, ρεύματος και στέγης . Δεύτερον, ο απεγκλωβισμός του 40% του πληθυσμού που είχε βρεθεί εκτός συστήματος λόγω οφειλών απέναντι στο Δημόσιοι 3,5 εκατομμυρίων Ελλήνων που χρωστούσαν έως 2.000 ευρώ ο καθένας και που δεν είχαν να τα πληρώσουν, με αποτέλεσμα να μην έχουν φορολογικό ενημερότητα και να αναγκάζονται να δραστηριοποιούνται στην παραοικονομία .5 Πώς θα γινόταν αυτό; Πώς θα τους βοηθούσαμε να αποδράσουν από την παραοικονομία και να επιστρέψουν στη νομιμότητα; Επιτρέποντας τους να αποπληρώνουν έστω και μ’ ένα μικρό ποσό 20 € τον μήνα τις οφειλές τους στην εφορία.

Αν και υπάρχουν εκατοµµύρια συμπολίτες μας που είχαν πληγεί τόσο από την κρίση που θα δυσκολευόνταν να δίνουν έστω κι ένα τόσο μικρό ποσό, πιστεύαμε ότι θα έκαναν ότι μπορούσαν για να αποκτήσουν ξανά φορολογική ενημερότητα και να επανέλθουν στην κοινωνική και οικονομική ζωή από το καθαρτήριο της πτώχευσης όπου βρίσκονταν. Ήταν μια πράξη ανθρωπιάς και κοινής οικονομικής λογικής. Πράγματι, μέσα σ’ έναν μήνα, από την έναρξη της λειτουργίας του συστήµατος, 700 εκατομμύρια είχαν εισρεύσει στα ταμεία από ανθρώπους που προσπαθούσαν με νύχια και με δόντια να ξεφύγουν από τη μιζέρια και την αναξιοπρέπεια της παραοικονομίας.

Με το Νομοσχέδιο για την Ανθρωπιστική Κρίση σχεδόν έτοιμο, είχα ένα σημαντικό τηλεφώνημα να κάνω. Η γραμματέας μου με ενημέρωσε ότι ο υπουργός οικονομικών των ΗΠΑ, Τζακ Λιου, ήθελε να μου μιλήσει. Η συζήτησή μας ξεκίνησε καλά, με τον υπουργό να μου ζητάει ενημέρωση για την πορεία των διαπραγματεύσεων. Του είπα ότι, παρότι ελπίζαμε πως η ενδιάμεση συμφωνία των 120 ημερών που υπεγράφη στις 20 Φεβρουαρίου θα οδηγούσε σε μια νέα διαδικασία με σκοπό την άρση του αδιεξόδου. Δυστυχώς, την τελευταία εβδομάδα, οι δανειστές προέβαιναν σε κινήσεις και δηλώσεις που ανέφεραν τη συμφωνία, παραβιάζοντας το γράμμα και το πνεύμα της κάτι το οποίο δεν μπορούσαμε να δεχθούμε.

ΔΕΝ ΤΟΥΣ ΕΝΟΙΑΖΕ ΝΑ ΠΑΡΟΥΝ ΠΙΣΩ ΤΑ ΔΑΝΕΙΑ ΤΟΥΣ, ΑΡΚΕΙ ΝΑ ΜΑΣ ΤΙΜΩΡΟΥΣΑΝ ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑΤΙΚΑ!

Η απάντησή του ήταν πιο κοντά στη γραμμή του Αμερικανού πρέσβη στην Ελλάδα παρά στις δημόσιες τοποθετήσεις του προέδρου Ομπάμα: μου μήνυσε, ουσιαστικά, ότι το υπουργείο οικονομικών των ΗΠΑ συμμεριζόταν μεν τις απόψεις μας περί της ανάγκης τερµατισµού της λιτότητας αλλά ότι έπρεπε, παρ’ όλα αυτά, να υποχωρήσουμε Του απάντησα διπλωματικά ότι, ανεξαρτήτως των προθέσεών μας, τα νούμερα δεν έβγαιναν έτσι κι αλλιώς. Και να υποχωρούσαμε, τα χρήματα για την πληρωμή του ΔΝΤ στις 18 Μαρτίου ίσως να μην υπάρχουν. Ο Λιου μου απάντησε με ένα σχόλιο που είχε το εξής νόημα: Πρέπει να εμπιστευτείτε τους δανειστές!

Ο Κεμάλ Ντερβίς, πρώην υπουργός οικονομικών της Τουρκίας, πρώην στέλεχος του ΔΝΤ, ο οποίος σήμερα εργάζεται στο ινστιτούτο Μπρούκινγκς στην Ουάσινγκτον, με προειδοποίησε να μην ακολουθήσω τη συμβουλή του Αμερικανού υπουργού. Κατά τη γνώμη του, η προαγωγή του Πόουλ Τόμσεν σε διευθυντή του Ευρωπαϊκού Ταµείου, του ΔΝΤ ήταν πολύ κακή εξέλιξη για εμάς: το ελληνικό μνημονιακό πρόγραμμα ήταν σκέτη αποτυχία αλλά «ήταν δικό του παιδί», μου είπε ο Ντερβίς, προσθέτοντας:

529

«Δεν μπορεί ς ούτε εσύ ούτε κάποιος άλλος να κάνετε κάτι γι’ αυτό το πρόγραµµα, το οποίο ο Τόµσεν θα υπεραµυνθεί για προσωπικούς λόγους. Γι’ αυτό είναι πολύ σημαντικό να συναντήσεις την Κριστίν Λαγκάρντ κατ’ ιδίαν. Έχω καλές σχέσεις µαζί της και να ξέρεις ότι είναι, κατά βάσιν, πολύ λογικός άνθρωπος. Αλλά αυτή τη στιγµή έχει πολλά μέτωπα ανοικτά, µε σημαντικότερο εκείνο της Ουκρανίας, που τείνει να επισκιάσει τα πάντα εδώ».

Το μήνυμα του πρώην υπουργού οικονομικών της Τουρκίας δεν απείχε πολύ από τη δική μου εκτίμηση των πραγμάτων. Υπήρχε όμως τρόπος να καταλήξουμε σε μια λογική συμφωνία με τη Λαγκάρντ παρακάμπτοντας ένα πρόγραμμα το οποίο ο υφιστάμενος της διευθυντής του ευρωπαϊκού τμήµατος του ΔΝΤ ήταν αποφασισμένος να υπερασπιστεί; Ίσως. Άξιζε την προσπάθεια. Αλλά δεν μπορούσαμε να βασιστούμε στη δυνατότητα και τη βούληση της Λαγκάρντ να στραφεί κατά του Τόμσεν. Επιπλέον, φοβόμουν πολύ ότι η Κριστίν, αν και φαινόταν να συμφωνεί σε προσωπικό επίπεδο μαζί μου για το βασικά, ενδιαφερόταν πολύ περισσότερο να κρατήσει ανέπαφη την πολιτική και προσωπική της σχέση με τον Βόλφγκαvγκ Σόιμπλε, ο οποίος θα μπορούσε να τη βοηθήσει στο μακροπρόθεσμο πλάνο της να επανακάμψει στην ευρωπαϊκή και δη στη γαλλική πολιτική σκηνή, μετά το πέρας της θητείας της στο ΔΝΤ.

Η πολιτικός που πάντα έλεγα ότι είχε περισσότερες πιθανότητες να ξεκλειδώσει τη διαδικασία ήταν η Άνγκελα Μέρκελ. Μόνο χάρη σ’ αυτήν είχε βρεθεί κοινός τόπος στο Eurοgrοup της 20ης Φεβρουαρίου. Αλλά με το που γύρισε την πλάτη της, ο Σόιμπλε και ο Ντάισελµπλουμ, με την αρωγή της Λαγκάρντ και του Ντράγκι, επανέφεραν το μνημόνιο στο τραπέζι κι η διαδικασία επίλυσης κατέρρευσε. Με το επερχόμενο Eurogroup να φαντάζει κρίσιμο, και τις διαπραγματεύσεις σε στασιμότητα, συνέστησα στον Αλέξη να επικοινωνήσει με τη Μέρκελ. «Αν δε θέλει ότι πέτυχε με την παρέμβαση της πριν από δύο εβδομάδες να πάει χαμένο, θα πρέπει να επέμβει ξανά», του είπα.,

530

Εκείνο το βράδυ ο Αλέξης μίλησε με την καγκελάριο στο τηλέφωνο. Εκείνη ανταποκρίθηκε θετικά και με θέρμη. Είπε ότι θα έστελνε τον Τόμας Βίζερ στην Αθήνα με την εντολή να βρει τρόπο η εκτροχιασμένη διαδικασία να επιστρέψει στις ράγες. Αυτό μας ενθάρρυνε. Ο Τόμας Βίζερ είναι σκοτεινός άνθρωπος με εξουσία που δεν έπρεπε κανείς γραφειοκράτης να έχει και τον οποία διατηρούσε επειδή ήξερε πώς να ισορροπεί πάνω στο τεντωμένο σκοινί που ένωνε τη Mέρκελ με τον Σόιμπλε. Ήταν ο κατάλληλος άνθρωπος για την αποστολή εκείνη.

 

Απεσταλμένος χωρίς αποστολή

προϋπόθεση για να μας στείλει τον Βίζερ η καγκελάριος ήταν η απόλυτη εμπιστευτικότητα. Τα υπουργεία δε θα αναμειγνύονταν στον σχεδιασμό της επίσκεψης, δε θα τον παραλάμβανε κρατικό αυτοκίνητο από το αεροδρόμιο κι η συνάντηση θα λάμβανε χώρα σε ιδιωτικό χώρο μακριά από τα δημόσια βλέμματα. Αποφάσισα ότι το διαμέρισμά μας ήταν το ιδανικό. Θα στέλναμε ιδιωτικό αυτοκίνητο να τον παραλάβει και να τον φέρει κατευθείαν σε εμάς. Ο άδειος δρόμος έξω από το σπίτι μας, εξαιτίας του ψύχους, καθησύχασε τους φόβους μου ότι κάποιος από τους επισκέπτες στο Νέο Μουσείο της Ακρόπολης απέναντι θα τον αναγνώριζε.

Mπαίνοντας ο Τόμας Βίζερ ήταν πραγματικά λες κι έφερε μέσα στο διαμέρισμά μας τον παγωμένο αέρα που φυσούσε απέξω. Η επιμελής συντροφιά μας -ο Δραγασάκης, ο Χουλιαράκης, ο Θεοχαράκης, ο Ευκλείδης, η γραμματέας του Αλέξη, η Δανάη κι εγώ έβαλε το δυνατά της για να τον καλωσορίσει θερμά. Ο Βίζερ έβαλε κι αυτός το δυνατά του για να κρατήσει αποστάσεις. Με την πρώτη του κιόλας φράση φρόντισε να μας αποκαρδιώσει «Χαίρομαι που είμαι εδώ, αν και δεν ξέρω γιατί ακριβώς είμαι εδώ». «Σίγουρα το πρόσωπο που σου ζήτησε να μας επισκεφτείς θα σου εξήγησε τον λόγο», είπα. «Δεν έχω ιδέα ποιός με έστειλε», απάντησε. «Βρήκα ένα σημείωμα στο γραφείο μου που μου ζητούσε να επιβιβαστώ σε ένα αεροπλάνο για την Αθήνα».

Μην έχοντας την παραμικρή όρεξη για παιχνίδια, του είπα το πράγµατα ως είχαν: Η διαπραγµάτευση την οποία προέβλεπε η συµφωνία της 20ης Φεβρουαρίου δεν ξεκίνησε ποτέ και θα ξεκινούσε µόνον µε την παρέµβαση της καγκελαρίου Μέρκελ, η οποία εξέφρασε ενδιαφέρον να παρέµβει προς αυτή την κατεύθυνση. «Σε αυτό το πλαίσιο προσφέρθηκε να σε στείλει, Τόµας, εδώ σε εμάς σήμερα ώστε να βρούµε µαζί τον τρόπο να επανακκινήσει η διαδικασία». Ακόµα και αφού µε άκουσε, ο Βίζερ συνέχισε να αρνείται ότι ήξερε ποιός τον είχε στείλει η γιατί είχε έρθει.

Κατά τη διάρκεια του µακρόσυρτου γεύµατος και της συζήτησης διαρκείας που ακολούθησε μετά το γεύµα, ο καλεσµένος µας ήταν κλειστός σαν στρείδι και ανθρώπινος όσο ένας δικαστικός κλητήρας που επιδίδει εντολή κατάσχεσης σε πτωχευµένο νοικοκυριό. Διατρέχοντας το χρονοδιάγραµµα των επόµενων µηνών, απέφυγε προσεκτικά να θίξει το θέµα των διαπραγµατεύσεων και, αντίθετα, µας βομβάρδισε µε µια απαρίθμηση των διαδικασιών που προβλέπει το Eurοgrοup και το Eurogrοup Working Group των διαδικασιών που, όπως γνώριζα άψογα, ήταν εκτός του νοµικού πλαισίου της ΕΕ, δηλαδή άνοµες, για να μην πω παράνοµες.

Από όλην αυτή την τροϊκανή ψαλµωδία προέκυψε και µια ενδιαφέρουσα είδηση: δεν έπρεπε να περιµένουµε χαλάρωση της ασφυξίας ρευστότητας που µας επέβαλε η ΕΚΤ πριν από τις 30 Απριλίου κάτι που ο Βίζερ παρουσίασε, φυσικά, σαν ένα φυσικό και μη πολιτικό αποτέλεσµα των διαδικασιών του Eurοgrοup κάτι σαν τους νόµους της φύσης, για τους οποίους κανείς άνθρωπος δεν ευθύνεται και δεν μπορεί να κάνει τίποτα ερχόµενος αντιµέτωπος µαζί τους.

Όταν ήρθε η σειρά µου να του απαντήσω, του είπα ότι µια στάση πληρωµών προς το ΔΝΤ θα καταστεί αναπόφευκτη πριν από τις 30 Απριλίου αν δε λάβουµε πρώτα κάποιο σημάδι από τους δανειστές ότι είναι διατεθειμένοι να διεξαγάγουν σοβαρή συζήτηση για το μεταρρυθµιστικό πρόγραµµα και για το πώς θα καταστεί βιώσιµη η δηµοσιονοµική πολιτική µέσω της ουσιώδους αναδιάρθρωσης του χρέους. «Ανεξαρτήτως από τις προτιμήσεις µας και την πολιτική βούληση που μπορεί να υπάρχει», συνέχισα, «η ρευστότητα µας δεν επαρκεί».

Με την αυτοπεποίθηση του επικυρίαρχου που γνώριζε τα αποθεματικά του κράτους µας καλύτερα απ’ότι τα γνωρίζαµε οι ίδιοι, έχοντας υπό την επίβλεψη του καίρια τμήματα του κρατικού µας µηχανισµού, µου απάντησε «Μπα, έχετε αρκετά αποθέµατα. ιδίως αν βάλετε χέρι στα αποθεματικά μη κυβερνητικών, δημόσιων οργανισµών, όπως τα ασφαλιστικά ταμεία, το πανεπιστήµιο, δηµόσιες υπηρεσίες και οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, θα φτάσετε τον Ιούνιο». Τότε, συνειδητοποιώντας ότι η Μέρκελ µας είχε στείλει έναν «ειρηνοποιό» µε μοναδική αποστολή να µας κηρύξει, άλλη µία φορά, τον πόλεµο, τον ρώτησα:

«Και γιατί να θέλουµε να το κάνουµε αυτό, Τόµας; Αν οι δανειστές δεν ενδιαφέρονται να διαπραγµατευτούµε καλή τη πίστει, γιατί να συνεχίσουµε να στύβουµε το ήδη ξεζουµισµένο κράτος µας για να εξυπηρετήσουμε ένα χρέος προς το ΔΝΤ που ακόµα και το ίδιο το ΔΝΤ παραδέχεται ότι δεν είναι βιώσιµο;»

Σε απάντηση της ερώτησης µου, ο Βίζερ θυμήθηκε την «παιδεία» του ως γραφειοκράτη που παίζει τον ρόλο του δικαστικού κλητήρα στο ανώτατο δυνατό επίπεδο: απέφυγε να απαντήσει με το πρόσχημα ότι δεν είχε εντολή να συζητήσει για θέµατα πολιτικής ουσίας. Κατανοώντας ότι η συζήτηση δεν επρόκειτο να βγάλει πουθενά, άλλαξα ρότα και ανέφερα το 1,2 δισ. ευρώ που νοµικοί και οικονοµικοί µου σύµβουλοι µε είχαν ενημερώσει ότι η Ελλάδα δικαιούνταν να διεκδικήσει από τους πιστωτές.

Εν συντοµία, το 1,2 δισ. που είχαµε λαμβάνειν, κατά τη γνώµη µας, προέκυψαν ως εξής: Μετά την ανακεφαλαιοποίηση του 2012 των τεσσάρων συστηµικών τραπεζών (Πειραιώς, Εθνικής, Alpha, Eurobank) από τα δανεικά του 2ου μνημονίου που προήρθαν από οµόλογα έκδοσης του Ευρωπαϊκού Ταµείου Χρηµατοπιστωτικής Σταθερότητας (ESM-EFSF), τα οποία κατόπιν περιήλθαν στο Ελληνικό Ταµείο Χρηµατοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ), το 2013 είχε µείνει στο ΤΧΣ ένα υπόλοιπο 10,9 δισ. για αποκλειστική χρήση πάλι υπέρ των αναξιοπαθούντων … τραπεζιτών. Το 2014 χρειάστηκαν ακόµη 1,2 δισ. για την ανακεφαλαιοποίηση κάποιων µικρών τραπεζών (μεταξύ των οποίων και η αμαρτωλή περίπτωση της Proton Bank του κ. Λαυρεντιάδη). 6 Όµως, η τότε κυβέρνηση, αντί να ρευστοποιήσει, όπως προέβλεπε το 2ο µνηµόνιο, µέρος εκείνων των ομολόγων για να δώσει το 1,2 δισ. στις τράπεζες, χρησιμοποίησε ρευστό χρήµα ύψους 1,2 δισ. από το ταμεία του κράτους.7

Όταν λοιπόν, μετά την 20ή Φεβρουαρίου, τα ομόλογα του ΤΧΣ μεταφέρθηκαν στον ESM-EFSF, ζητήσαμε να μας επιστραφούν τα 1,2 δισ. που είχαμε δώσει από το κρατικά ταμεία μας, ως μη οφείλαμε. Δεδομένου ότι δεν ήμουν διατεθειμένος να βάλω χέρι στα εναπομείναντα αποθεματικά για να πληρωθεί το ΔΝΤ, όπως μου συνιστούσε ο Βίζερ, τον ρώτησα αν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε αυτά τα χρήματα για την πληρωμή του Μαρτίου στο ΔΝΤ.

«Δικά µας χρήµατα ήταν αυτά τα 1,2 δισ., Τόµας, και ζητάμε να περάσουν από τη µία τσέπη των δανειστών, τον ESM-EFSF, στην άλλη, το ΔΝΤ».

«Ακούγεται λογικό», απάντησε και µε συµβούλευσε να καταθέσω επισήµως αίτημα γι’ αυτά τα 1,2 δισ. στον προϊστάμενο του, τον Γερούν Ντάισελμπλουμ.

Μέρες αργότερα, ενώ είχα όντως καταθέσει το αίτηµα, ο Ντάισελµπλουμ με παρέπεμψε στον πρόεδρο του Eurogrοup Working Group , τον … Τόμας Βίζερ! Και ποιά ήταν η απάντηση του Βίζερ, τώρα που είχε την εξουσιοδότηση να αποφασίσει; Ότι το θέμα ήταν «περίπλοκο»

 

Εκείνο το βράδυ, βλέποντας ότι δεν υπήρχε ούτε χαραμάδα ελπίδας για κάτι ουσιαστικό, γνώριζα ότι το μόνο που απέμενε ήταν να προσπαθήσουμε να δημιουργήσουμε μια πιο ανθρώπινη σχέση με τον επισκέπτη μας. Γιατί να μην μπορούμε να διαφωνούμε, ακόμα και να συγκρουόμαστε πολιτικά, αλλά να διατηρούμε μια ανθρώπινη, πολιτισμένη σχέση; Ακόμα κι αν αυτό δε χρησίμευε διόλου στην εξέλιξη των διαπραγματεύσεων, ας υπηρετούσαμε τουλάχιστον την έννοια της φιλοξενίας έτσι, χωρίς λόγο. Λοιπόν, όταν πλέον η συζήτηση για το διά ταύτα είχε εξαντληθεί, ο Ευκλείδης, ο Νίκος Θεοχαράκης, η Δανάη κι εγώ πήραμε την πρωτοβουλία να αλλάξουμε θέμα, μιλώντας για οτιδήποτε άλλο εκτός από τις διαπραγματεύσεις: τέχνη, μουσική, λογοτεχνία, τις οικογένειές μας.

Έξι ώρες αφότου ο Αυστριακός επισκέπτης διέβη το κατώφλι του διαμερίσματος μας και μετά από αρκετό φαγητό και κρητική ρακή, η ικανότητα του να παραμένει απόμακρος ήταν αξιοθαυμαστη. Ετρωγε, χαμογελούσε συχνά, αλλά σε καμία περίπτωση δεν έλεγε να κατέβει το τείχος που είχε υψώσει γύρω του απαγορεύοντας την ανάπτυξη οποιασδήποτε ανθρώπινης επαφής. Καθώς η βραδιά έφευγε ο Νίκος Θεοχαράκης ρώτησε τον Βίζερ αν είχε κάποια συγγένεια με τον Φρίντριχ Φον Βίζερ, τον πρωτοπόρο δεξιό οικονομολόγο και πάλαι ποτέ υπουργό οικονομικών της Αυστρίας, του οποίου η σκέψη είχε επηρεάσει φιλελεύθερους διανοητές όπως ο Λούντβιχ Φον Μίζες, και ο Φρίντριχ Φον Χάγεκ. Ο Τόμας απάντησε πως, όντως, ήταν εγγονός του ξαδέλφου του, αλλά ομολόγησε πως δεν είχα εντρυφήσει στο έργο του. Πήγα στη βιβλιοθήκη μας και βρήκα ένα βιβλίο που είχαμε συγγράψει μαζί με τον Νίκο το 2011, όπου αναφερόμασταν στην επιρροή του Φον Βίζερ σε ένα κεφάλαιο το οποίο συμπωματικά είχε τίτλο «Αυτοκρατορίες της αδιαφορίας».8 Του το χάρισα κι εκείνος το υποδέθηκε.

Καθώς έφευγε από το διαμέρισμά μας, καθ’ οδόν προς το ξενοδοχείο όπου θα κοιμόταν μέχρι να φύγει το πρωί για τις Βρυξέλλες, αναπολούσα τις μέρες μου ως πανεπιστημιακού, όπου οι διαφωνίες λύνονταν με τη δύναμη των επιχειρημάτων και όχι με βάση το δίκαιο του ισχυρού. Εβδομάδες αργότερο, κι ενώ η τρόϊκα εφήρμοζε στο έπακρο εκείνο ακριβώς το δίκαιο του ισχυρού, θυμήθηκα μια διάσημη ρήση του Φον Μίζες και σκέφτηκα ότι ίσως τελικά να ήταν περήφανος για τον επίγονό του για τον ρόλο που έπαιζε στα τεκταινόμενα της ευρωζώνης: «Η ελευθερία πρέπει να ξεπεραστεί από ένα σύστημα κανόνων». Των άγραφων κανόνων του Eurogroup, άραγε;

`

Στο Eurogroup!

επίσκεψη του Βίζερ έφερε τη σκληρή πραγµατικότητα μπροστά στα μάτια και του πιο αισιόδοξου μέλους του πολεμικού μας συμβουλίου: ένα εικοσιτετράωρο πριν από τη συνάντηση του Eurοgrοup η Άνγκελα Μέρκελ δεν έδειχνε διατεθειμένη να παρέμβει όπως είχε κάνει τον 20ή Φεβρουαρίου. Ίσως δεν είχε ποτέ τη διάθεση να βρεθεί κοινός τόπος. Ίσως να είχε ηττηθεί στη μάχη τακτικής με τον Βόλφγκαvγκ Σόιμπλε.

535

Δεν έχει σημασία τι από το δύο έφταιγε. Η επιλογή για εμάς ήταν η ίδια να αναβάλουμε όλες τις πληρωµές στην τρόϊκα όσο συνέχιζαν να µας κρατούν από τον λαιµό, να διαµηνύσουµε ότι δε θα δεχόμασταν διαπραγµατεύσεις στη βάση του μνημονίου, να επιµείνουµε ότι η αναδιάρθρωση του χρέους και το τέλος της τιμωρητικής λιτότητας ήταν αυστηρά προαπαιτούμενα. Ή να ετοιμαστούμε για συνθηκολόγηση.

Πριν πετάξω για τις Βρυξέλλες, ενηµέρωσα τον Αλέξη και το πολεµικό συµβούλιο για τις απαιτήσεις που θα αντιμετωπίζαµε στο Eurogroup: Πρώτον, να τραβήξουμε όλα το αποθεματικά των δημόσιων οργανισµών της γενικής κυβέρνησης για να συνεχίσουµε να αποπληρώνουμε το ΔΝΤ. Δεύτερον, να επιτρέψουµε στην τρόϊκα να επιστρέψει θριαμβευτικά στην Αθήνα. Και, τρίτον, οι συζητήσεις να έχουν ως βάση το Μνηµόνιο και να μην αγγίξουν το ζήτημα του χρέους. Με προβλημάτισε το γεγονός ότι οι σύντροφοι µου στο πολεµικό συµβούλιο εξοργίστηκαν µε τη δεύτερη απαίτηση κι όχι τόσο µε την τρίτη.

Σύντοµα φάνηκε ότι ο προβληµατισµός µου δεν ήταν αβάσιµος. Καθώς προετοιµαζόµουν για το ταξίδι στις Βρυξέλλες, έκανα µια ενδιαφέρουσα ανακάλυψη: Ο Χουλιαράκης είχε επανέλθει! Αυτή τη φορά εµφανίστηκε στο Μαξίµου ως επικεφαλης ανεπίσηµης οµάδας συµβούλων από τον Σύριζα που, γύρω από τον Αλέξη, και πίσω από την πλάτη µου, συνέγραφαν έναν δικό τους κατάλογο µε παραχωρήσεις προς την τρόϊκα. Το να έχει ο πρωθυπουργός µια σκιώδη οµάδα οικονοµικών συµβούλων εκτός υπουργείου οικονοµικών δεν ήταν απαραιτήτως κάτι κακό. Δεδοµένης της σοβαρότητας της κατάστασης την οποία αντιμετωπίζαµε, τέτοιες οµάδες που διασταυρώνουν και ελέγχουν το δεδοµένα και τη δουλειά του υπουργείου οικονοµικών ήταν χρήσιμες.

Όµως η συγκεκριµένη οµάδα, και ο τρόπος µε τον οποίο τη χρησιµοποιούσε ο Αλέξης, υπονόµευε την ίδια την κυβέρνηση, τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Συνδύαζε όλες τις αγκυλώσεις του Σύριζα µε τις χειρότερες εγγονές της τρόϊκας. Παραδείγµατος χάριν, προωθούσε την αύξηση του συντελεστή φορολογίας των επιχειρήσεων (µια ορθή αριστερή πολιτική υπό κανονικές συνθήκες, αλλά όχι όταν οι επιχειρήσεις αιµορραγούν) µόνο και µόνο για να ικανοποιήσει την απαίτηση της τρόϊκας για υψηλό, υφεσιακό πρωτογενές πλεόνασµα στον κροτικό προϋπολογισµό. Αυτό το µείγµα κάκιστων μνημονιακών στόκων και άκαιρων αριστερών προκαταλήψεων υπονόµευε ευθέως τις προτάσεις µου για περιορισµό της λιτότητας και μείωση των φορολογικών συντελεστών.

Ταυτόχρονα ο γραµµατέας της κυβέρνησης, ο Σπύρος Σαγιάς, συνέγραφε νομοσχέδια που άπτονταν ζητημάτων οικονομικής πολιτικής χωρίς καν τη συνδροµή του υπουργείου µου ή την πρότερη συνεννόηση µαζί µου, πράγµα που υπερέβαινε τόσο τις αρμοδιότητες όσο και τις ικανότητες του. Χαρακτηριστικό παράδειγµα η φορολογία για τις ενδοεταιρικές συναλλαγές των πολυεθνικών την οποία εισήγαγε στο νομοσχέδιο για την καταπολέμηση της ανθρωπιστικής κρίσης: τροπολογία µε σωστές προθέσεις αλλά νοµικά και οικονοµικά σαθρή.

Πέραν αυτών των άκρως ανησυχητικών φαινομένων εντός του στρατοπέδου µας, είχα να αντιμετωπίσω και τα απόνερα των απαράδεκτών «παρεµβάσεων» του Πάνου Καµµένου, του υπουργού Άµυνας και αρχηγού των ΑΝΕΛ. Μία μέρα προτού πετάξω για Βρυξέλλες, ο Καµµένος έκρινε σκόπιµο να προβεί σε δήλωση που µε έριξε στα τάρταρο, Το πρωτοσέλιδο της Telegraph συνόψιζε τη δήλωση ως εξής: «ο Έλληνας υπουργός Άµυνας απειλεί να στείλει πρόσφυγές, µεταξύ των οποίων και τζιχαντιστές, στη Δυτική Ευρώπη». Ήταν ακριβώς ότι δε χρειαζόμουν. Φθάνοντας στις Βρυξέλλες, αντί να µου δοθεί η ευκαιρία να προετοιµάσω το κλίµα για το Eurοgrοup που θα ξεκινούσε σε λίγο, ήµουν αναγκασμένος να απολογείται για τις άνευ ειρµού ή λογικής απειλές του υπουργού Άµυνας της κυβέρνησης µας.

Σταδιακά η κυβέρνηση έµοιαζε να συγγράφει το εγχειρίδιο του πώς δεν πρέπει να διαπραγµατεύεται. Το ότι ο διεθνής και ο ελληνικός Τύπος στοχοποιούσαν τον γράφοντα, καταφέρνοντας να τον παρουσιάζουν ως υπόλογο για όλες εκείνες τις αστοχίες, είχε έναν και µόνο έναν σκοπό: να υπομονευτεί εκείνος που εκπροσωπεί την κυβέρνηση Σύριζα στο Eurοgrοup και ο οποίος δε φαινόταν διατεθειμένος να συνθηκολογήσει υπογράφοντας το νέο µνηµόνιο που απαιτούσε η διαιώνιση της Χρεοδουλοπαροικίας µας.

Περικυκλωµένος από εκείνο το µαύρο σύννεφο, είχα µια τελευταία συνάντηση µε τον Αλέξη πριν φύγω για το «Ελευθέριος Βενιζέλος». Τον προειδοποίησα ότι η τρόϊκα θα συνέχιζε ακάθεκτη να κωλυσιεργεί, κατηγορώντας εμάς για καθυστέρηση και απαιτώντας να νοµοθετήσουµε τη λεηλασία των αποθεματικών του Δημοσίου για να συνεχίσουμε να πληρώνουµε το ΔΝΤ. Κι όταν θα είχαµε στεγνώσει από ρευστότητα όσο οι επί µέρες απλωµένες στον ήλιο σταφίδες, θα µας έκλειναν τις τράπεζες για να στρέψουν τον κόσµο εναντίον µας. Έπρεπε να κάνουµε το παν για να ανατραπεί αυτή η τακτική τους . Αν το επερχόµενο Eurogroup, είπα στον Αλέξη, ήταν όντως στηµένο για να µας παγιδεύσει, η µοναδική µας επιλογή ήταν η στάση πληρωµών απέναντι στο ΔΝΤ και παράλληλα η ενεργοποίηση του σχεδίου αποτροπής . Καθώς του έδινα τα διάφορα non-paper που σκόπευα να παρουσιάσω στις Βρυξέλλες, κατέληξα λέγοντας:9 Μαρτίου

Θα μιλήσω κατ’ ιδίαν µε όλους: τον Τόµσεν, τον Σόιμπλε, τον Ντράγκι, τον Μοσκοβισί. Θα είµαι απέραντα διαλλακτικός, έτοιµος να συμβιβαστώ όσο είναι δυνατόν, χωρίς να θέσω σε κίνδυνο τις ελπίδες µας για ανάκαμψη. Θα µιλώ τη γλώσσα της συνεργασίας και της καλής θέλησης. Αλλά αν, Αλέξη, απαντήσουν με το σύνηθες µείγµα επιθετικότητας και αντιστροφής της αλήθειας, μην αφήνοντας µας περιθώρια ελιγµών, θα πρέπει να δράσουµε αποφασιστικά. Πιστεύω να συµφωνείς.

Ο Αλέξης συµφώνησε. Ετσι, ξεκίνησα για τις Βρυξέλλες µε την πρόθεση να είµαι απολύτως συμβιβαστικός, ώστε να διερευνήσω µε τρόπο σαφή το κατά πόσον οι δανειστές είχαν πράγµατι αποφασίσει να µας αρνηθούν ακόµα και µια ελάχιστα λογική συµφωνία. Σύντοµα είχα τις αποδείξεις που χρειαζόμουν ότι οι δανειστές ήταν αποφασισµένοι να μη διαπραγµατευτούν µαζί µας. Μάρτυρας µου ο Τζεφ Σάκς, ο οποίος µε συνόδευσε σε όλες εκείνες τις διµερείς επαφές.

538

12

  `  

Η σαγήνη της κυρίας Μέρκελ

«

`  

τις 11 το πρωί της 9ης Μαρτίου, µέρας της συνεδρίασης του Eurogroup, συνάντησα τον Πόουλ Τόµσεν στο λόµπι του ξενοδοχείου µου στις Βρυξέλλες, παρουσία του Τζεφ. Ο Πόουλ ξεκίνησε τη συζήτηση µε τη διαβεβαίωση ότι το ΔΝΤ δεν ήταν «δογµατικό». Είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους απέναντι στην ελληνική πλευρά πολύ πριν από την εκλογή της δικής µας κυβέρνησης, µου είπε. Ο Πόουλ μίλησε οργισµένα για την κυβέρνηση Σαµαρά. «Είχαµε χάσει την υποµονή µας µαζί τους. Δεν κατάφεραν να υλοποιήσουν σχεδόν καμία από τις δεσμεύσεις τους », lσχυρίστηκε. «ο Σαµαράς έλεγε στους Γερµανούς ότι ήθελαν να ακούσουν, δεν έκανε τίποτα και στη συνέχεια, εν όψει των εκλογών, σπατάλησε το µικρό του πλεόνασµα σε φοροαπαλλαγές και άλλες ευνοϊκές παροχές στους δικούς του».

Στο σηµείο εκείνο παρενέβην λέγοντας ότι, δεδοµένων των εµπειριών τους µε τις προηγούµενες ελληνικές κυβερνήσεις, σίγουρα θα εκτιμούσε τον δισταγμό µας να δώσουµε υποσχέσεις τις οποίες είτε δεν είχαµε πρόθεση είτε απλώς δε θα μπορούσαµε να υλοποιήσουμε. «Πόουλ», του είπα µε ειλικρίνεια, «να ξέρεις ότι αν εσύ κι εγώ καταλήξουµε σε βιώσιµη συµφωνία, θα κινήσω γη και ουρανό για να την εφαρµόσω από τη δική µου πλευρά. Αλλά δεν µπορούµε να το κάνουµε αυτό ενώ βρισκόμαστε στην τοξική ομίχλη της µόνιµης πτώχευσης . Πριν από οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να καταστεί το χρέος βιώσιμο».

«Η Ελλάδα χρειάζεται ελάφρυνση του χρέους προτού μπορέσει να προχωρήσει σε οποιονδήποτε συμβιβασμό», πρόσθεσε ο Τζεφ. «οι Πιστωτές θα πρέπει πρώτα πρώτα να επιτρέψουν να αναπνεύσει και μετά να θέσουν νέες απαιτήσεις». Ο Τόμσεν, αν έκρινα από τα νεύματα και τη θετική του έκφραση, φαινόταν να συμφωνεί. «Δε νομίζω ότι θα υπάρξει αντίρρηση για μια τεκμηριωμένη ανάλυση της βιωσιμότητας του χρέους ή ότι τα βραχυπρόθεσμα ζητήματα ρευστότητας που αντιμετωπίζετε θα είναι δύσκολο να ξεπεραστούν», είπε.

Απάντησα επεκτείνοντας το επιχείρημα του μέχρι τη φυσική του κατάληξη: «Ναι, Πόουλ, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι οι άνθρωποί σας στην Ουάσιγκτον έχουν εξαιρετικές αναλύσεις για τους λόγους που το χρέος μας είναι σε εξωφρενικό βαθμό μη βιώσιμο. Ούτε αμφιβάλλω ότι οι βραχυπρόθεσμες δυσκολίες ρευστότητας μπορούν να επιλυθούν με μια χειρονομία του Μάριο Ντράγκι ή του ΔΝΤ για το θέμα αυτό. Αλλά, όσο χρήσιμη κι αν θα ήταν μια τέτοιο κίνηση, δεν είναι αυτό το ζήτημα, έτσι δεν είναι; Ο ελέφαντας στο δωμάτιο είναι το ζήτημα της αναδιάρθρωσης του χρέους, χωρίς την οποία θα παραμείνουμε αφερέγγυοι και δε θα μπορέσουμε να υλοποιήσουμε τις μεταρρυθμίσεις. Ούτε η ανάλυση σας που θα επιβεβαιώνει αυτή την πραγματικότητα ούτε η χαλάρωση των περιορισμών στη ρευστότητα μας μπορεί να το αλλάξει αυτό. Πρέπει να προχωρήσουμε στην άμεση αναδιάρθρωση του χρέους. Και εσείς, το ΔΝΤ, είστε οι μόνοι που μπορείτε να πιέσετε γι’ αυτό. Έτσι η μπάλα είναι στο γήπεδο σας . Μπορούμε να υπολογίζουμε σ’ εσάς»

Ο Τόμσεν δε δεσμεύτηκε, ψελλίζοντας κάτι σχετικά με το πόσο δύσκολο είναι να αλλάξουν οι Ευρωπαίοι τη στάση τους στο θέμα αυτό. Επέμεινα: είτε θα άλλαζαν τη στάση τους είτε δε θα υπήρχε συμφωνία, με αποτέλεσμα να συμβεί ένα ατύχημα με τεράστιο κόστος για όλους, ένα ατύχημα που μπορούσε και έπρεπε να αποφευχθεί «οι Ευρωπαίοι έχουν τον τρόπο τους …» ήταν το αινιγματικό συμπερασματικό σχόλιο του Πόουλ.

Η επόμενη διμερής συνάντηση μας ήταν με τα δύο κορυφαία στελέχη της ΕΚΤ, η βαριά μπότα της οποίας μας πατούσε στον λαιμό. Με τον Τζεφ δίπλα μου μπήκαμε σ’ ένα μικρό γραφείο για να συναντήσουμε τους Μάριο Ντράγκι και Μπενουά Κερέ. Ό Mάριο υποδέχτηκε τον Τζεφ σαν έναν παλιό φίλο και φάνηκε εντυπωσιασμένος που τον είδε στο πλευρό μου. Παρά όμως τη ζεστασιά της φωνής του, λόγω Τζεφ, το μήνυμα του ήταν αμετάβλητο. Το πνεύμα της διατήρησης της δήθεν ουδετερότητας της, «μακριά από πολιτικές σκοπιμότητες», η ΕΚΤ δε θα κουνούσε ούτε ένα δάχτυλο, πόσο μάλλον την μπότα της από τον λαιμό μας, χωρίς το πράσινο φως από το Eurogroup. Επανέλαβα το συνηθισμένο αντεπιχείρημα μου: ότι δεν υπάρχει παρέμβαση πιο μεροληπτική από πολιτικής απόψεως από τη συμπίεση της ρευστότητας μας κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων, δεδομένου ότι το καλοκαίρι του 2012 η ΕΚΤ την αύξησε κατά τις αντίστοιχες διαπραγματεύσεις με την κυβέρνηση Σαμαρά.

Ο Ντράγκι επιχείρησε να απορρίψει το επιχείρnμα χαρακτηρίζοντας το τεχνική λεπτοµέρεια. Ο Τζεφ παρενέβη για να πει ότι όπου υπάρχει καλή θέληση υπάρχει πάντα και τρόπος για την πρόληψη ενός ατυχήματος. Ο Μάριο παρέμεινε σιωπηλός, είτε επειδή δεν ήθελε να μιλήσει είτε επειδή δεσμευόταν να μη μιλήσει, δεδομένου ότι εκείνο τον μήνα -τον Μάρτιο του 2015 ξεκινούσε το πρόγραμμα «ποσοτικής χαλάρωσης» της ΕΚΤ, το οποίο ήταν απαραίτητο για την παραμονή της Ιταλίας, αλλά και της Ισπανίας, στο ευρώ. Χωρίς τη συναίνεση του Βερολίνου σε αυτό το πρόγραμμα όλες οι προσπάθειες του Ντράγκι να διασωθεί η ευρωζώνη θα έπεφταν στο κενό. Δε θα μου έκανε καμία εντύπωση, σκέφτηκα, αν η δική μας ασφυξία ήταν το αντίτιμο που έπρεπε να καταβάλει στο Βερολίνο για να συνεχίσει να έχει το πράσινο φως η «ποσοτική χαλάρωση».

Σε εκείνο το σημείο είπα ότι, τουλάχιστον, η ΕΚΤ θα μπορούσε να αποδεσμεύσει τα σχεδόν 2 δισ. ευρώ κέρδη της από το δικά μας ομόλογα SMP, που θα έπρεπε να έχουν καταβληθεί στην Ελλάδα από το 2014. Καθώς μιλούσα, κοίταξα διαγωνίως τον Μπενουά, ο οποίος ήξερα ότι συμφωνούσε. «Αν θέλετε να πληρώσουμε το ΔΝΤ τις επόμενες εβδομάδες», συνέχισα, «και δεδομένου ότι μας λείπουν το χρήματα για να το κάνουμε, είναι μια λογική πρόταση. Σε τελική ανάλυση είναι δικά µας χρήματα», κατέληξα.

541

Ο Μάριο απάντησε ότι η αποδέσμευση αυτού του ποσού και η απόδοσή του σε εμάς δεν ήταν στο χέρι του. Ήταν υποχρεωμένος να το μεταβιβάσει στις κεντρικές τράπεζες των κρατών -µελών της ευρωζώνης, εκείνες στις κυβερνήσεις τους και οι κυβερνήσεις στην Ελλάδα, μετά από συµφωνία στο Eurogroup. «Τα γνωρίζω όλα αυτά, Μάριο», είπα, «αλλά δεν παύουν αυτά να είναι δικά µας χρήματα». Όποιοι και αν ήταν οι κανόνες που επινόησε το Eurοgrοup -χωρίς την έγκριση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ή οποιουδήποτε νόµιµου οργάνου της ΕΕ-, εγώ απλώς προσπαθώ να βρω έναν πρακτικό τρόπο να αποφευχθεί η αθέτηση πληρωµών στο ΔΝΤ τις επόµενες δύο εβδοµάδες, ανέφερα.

«Η κατάσταση είναι απλή: οφείλουµε σε ένα µέλος της τρόϊκας, το ΔΝΤ, ένα ποσό που δεν το έχουµε. Ταυτόχρονα, ένα άλλο µέλος της τρόϊκας, η ΕΚΤ, µας χρεωστάει παρόµοιο ποσό. Η λογική υπαγορεύει ότι, απλώς, πρέπει να συμψηφίσουμε αυτά τα δύο ποσά: Δε ζητώ καν από τους πιστωτές να µας εμπιστευτούν το χρήματα µας, απλώς να πάρει η τρόϊκα τα χρήµατα που παραδέχεται ότι µας οφείλει και να το χρησιµοποιήσει για να πληρώσει τον εαυτό της να το πάρει από τη µία τσέπη, της ΕΚΤ, και να το τοποθετήσει σε µια άλλη, του ΔΝΤ. Επί του πρακτέου, να μεταφερθούν τα χρήµατα, εάν χρειαστεί από την ΕΚΤ στις εθνικές κεντρικές τράπεζες, από κει στις κυβερνήσεις των κρατών -µελών και στη συνέχεια κατευθείαν στο ΔΝΤ. Αυτή είναι µια πρακτική, λογική και δίκαιη λύση».

«Αυτό δεν εξαρτάται από µένα», είπε ο Ντράγκι. «Εξαρτάται από το Eurogroup». Ο Τζεφ δοκίµασε να παρέµβει για άλλη µία φορά σθεναρά. «Μάριο», είπε, «παρακολουθώ τη συζήτηση και πρέπει να σου πω ότι προβληµατίζοµαι. Ο Γιάνης προσπαθεί να προτείνει µια πρακτική λύση σε ένα απλό προς επίλυση πρόβλημα. Απέρριψε αυτή τη λύση, κάτι που είναι αποδεκτό εάν υπάρχουν τεχνικές δυσκολίες, αλλά δεν άκουσα από την πλευρά σου να προτείνετε κάποια εναλλακτική». Ο Μάριο ανασήκωσε τους ώµους του, «Δεν είναι δουλειά της κεντρικός τράπεζας να προτείνει λύσεις. Αυτό είναι δουλειά των πολιτικών».

«Περίµενε να δεις τι θα κάνουν οι πολιτικοί όταν συζητώ το θέµα µαζί τους», είπα στον Τζεφ καθώς φεύγαµε. «θα µε παραπέμψουν στο ΕΚΤ ενδεχοµένως και στον Πόουλ Τόµσεν!» Ο Τζεφ κούνησε το κεφάλι του µε στενοχώρια. Στην είσοδο της αίθουσας όπου θα γινόταν η συνεδρίαση του Eurοgrοup συνάντησα τον Νίκο Θεοχαράκη, µε τον οποίο είχα αντικαταστήσει τον Χουλιαράκη στη θέση του ακολούθου µου στο Eurοgrοup και του Εκπροσώπου µου στο Eurogrοup Working Group . Αυτό θα ήταν το βάπτισµα του πυρός για τον Νίκο. Αλλά, καθώς µπήκαµε στην αίθουσα, ποιόν είδα να κάθεται δίπλα στην καρέκλα µου; Τον Γιώργο Χουλιαράκη!

Με τον Νίκο τον χαιρετήσαµε, και οι τρείς µας καθίσαµε αµήχανα, καθώς οι άλλοι υπουργοί και οι συνεργάτες τους γέμιζαν την αίθουσα. Ο Χουλιαράκης ήξερε ότι κάθε υπουργός Είχε το δικαίωµα να έχει µόνο έναν συνεργάτη µαζί του στο Eurοgrοup πέρα από την εξαίρεση που είχε γίνει για τα πρώτα Eurοgrοup της κυβέρνησης µας, όταν δόθηκε η δυνατότητα στον Δραγασάκη να παραστεί Μέχρι σήμερα δεν µπορώ να φαντασθώ τι σκεφτόταν ο Γιώργος εκείνη» τη στιγµή. Φανταζόταν ότι με το έτσι θέλω θα µε ανάγκαζε να πω στον Νίκο να αποχωρήσει; Όταν του ζήτησα ευγενικά και ψιθυριστά στο αυτί του να µας περιµένει με τον Τζεφ Σακς στο γραφείο της Ελληνικής αντιπροσωπείας, αρνήθηκε, εξηγώντας ότι είχε αμελήσει να ενηµερώσει επισήμως τον Βίζερ για την αντικατάσταση του από τον Νίκο. «Μην ανησυχείς γι’ αυτό», του είπα. «θα µιλήσω στον Βίζερ εγώ».

Στο µεταξύ, ο Γερούν είχε κηρύξει την έναρξη της συνεδρίασης. Ο Βίζερ, που καθόταν -δίπλα στον Γερούν, αναγλύφθηκε τη σκηνή που έκανε ο Χουλιαράκης. Μη χάνοντας την ευκαιρία να µας φέρει σε δύσκολη θέση, περπάτησε ως το µέρος µας για να µας πει ότι ένας από τους δύο συνεργάτες µου έπρεπε να φύγει. Τελικά ο Χουλιαράκης σηκώθηκε και έφυγε δυσανασχετώντας. Αργότερα ανακάλυψα ότι, αντί να µε περιµένει στο γραφείο µας, όπως του είχα ζητήσει, πήγε στο αεροδρόµιο και πέταξε πίσω στην Αθήνα, Άλλη µία φορά ολιγώρησα, αποφεύγοντας να τον απολύσω -ως όφειλα από τη θέση του προέδρου του Συµβουλίου Οικονοµικών Εµπειρογνωµόνων (ΣΟΕ) του υπουργείου µου.

Το Eurοgrοup της 9ης Μαρτίου ήταν µια απολύτως προβλέψιμη συνεδρίαση. Ο ένας µετά τον άλλον, όπως οι εμπρηστές που παρακολουθούν και σχολιάζουν την εξέλιξη πυρκαγιάς την οποία οι ίδιοι προκάλεσαν, οι ηγέτες της τρόϊκας µας κατηγόρησαν ότι. .. κωλυσιεργούμε στις διαπραγματεύσεις. Όταν ήρθε η σειρά µου, εξήγησα όσο πιο ήρεµα μπορούσα τα δύο αίτια της καθυστέρησης: την άρνηση της τρόϊκας να ξεκινήσει πραγµατικές διαπραγματεύσεις, που θα περιελάµβαναν τις προτάσεις µας για τις ανταλλαγές χρέους και χαλάρωση της λιτότητας. Και την απαίτηση τους, ιδιαίτερα του ΔΝΤ, να επιστρέψουν οι ορδές των τροϊκανών στην Αθήνα για άµεσες «διαβουλεύσεις» µε τούς υπουργούς µας. Υπενθύµισα στους συναδέλφους µου την επιστολή που είχα στείλει στον Ντάισελµπλουμµ ζητώντας την άµεση έναρξη των διαπραγµατεύσεων και κατέληξα µε την έκκληση να σταµατούσαν την κωλυσιεργία και την οικονοµική ασφυξία της κυβέρνησης µας, παρουσιάζοντας τις πρακτικές προτάσεις τις οποίες είχα ήδη εκθέσει ατούς Μάριο Ντράγκι και Μπενουά Κερέ.

Ακόµα µία φορά ο Ντράγκι επανέλαβε επίµονα ότι η ΕΚΤ λειτουργεί αυστηρά σύµφωνα µε τους κανόνες της, αποφεύγοντος αποφάσεις που θα πολιτικοποιούσαν το έργο της. Αποφάσισα να ξεσκεπάσω αυτή την «ανακρίβεια» ήρεµα αλλά χωρίς περιστροφές:

«Οι σημερινές συνθήκες είναι παρόµοιες µε εκείνες του καλοκαιριού του 2012, υπό την έννοια ότι έχουµε µια νέα ελληνική κυβέρνηση, το πρόγραµµα έχει ανασταλεί, διεξάγονται διαπραγµατεύσεις ώστε να ξεκινήσουν οι … διαπραγµατεύσεις και το ελληνικό κράτος πιέζεται από τις επερχόµενες αποπληρωµές τοκοχρεολυσίων προς έναν από τους τρεις θεσµικούς δανειστές µας. Ωστόσο, η ΕΚΤ σήµερα αρνείται να συµπεριφερθεί στην κυβέρνηση µας κατά τρόπο συγκρίσιμο µε τη συµπεριφορά της το 2012 προς την προηγούµενη κυβέρνηση. Ο ισχυρισµός του Μάριο ότι η ΕΚΤ είναι πάνω από την πολιτική δε θεμελιώνεται στα δεδοµένα. Η μόνη λογική εξήγηση της συµπεριφοράς της σήµερα είναι ότι η ΕΚΤ είναι προκατειλημμένη έναντι µιας κυβέρνησης στην οποία το μέλη ταυ διοικητικού συµβουλίου της ΕΚΤ εναντιώνονται για καθαρά πολιτικούς λόγους».

Όπως παρέθετα τα γεγονότα και τα στοιχεία που καθιστούσαν τον ισχυρισµό µου αδιαμφισβήτητο, μπορούσα µε τη γωνία του µατιού µου να δω ότι ο Μάριο Ντράγκι έδειχνε να νιώθει άβολα. Ο Βόλφγκανγκ Σόιµπλε, από την άλλη πλευρά, φαινόταν τελείως άνετα. Μη θέλοντας να αφήσω τον πρόεδρο της ΕΚΤ να ξεγλιστρήσει, συνέχισα:

«Πριν από τη συµφωνία της 20ης Φεβρουαρίου ο πρόεδρος της ΕΚΤ µου είπε ότι, µόλις φτάναµε σε προσωρινή συµφωνία με το Eurogroup, το waiver θα επέστρεφε και η ρευστότητα προς τις ελληνικές τράπεζες θα οµαλοποιούνταν. Εκείνη η υπόσχεση παραµένει ανεκπλήρωτη. Και δεν είναι η µόνη. Όταν ζήτησα την αναπροσαρμογή του ορίου των έντοκων γραµµατίων του δημοσίου, ο Μάριο µου είπε µε σαφήνεια ότι αυτό θα συνέβαινε µόλις υπάρχουν αποδείξεις ότι υπήρχε ζήτηση για τα έντοκα γραµµάτια από πελάτες πέραν των ελληνικών τραπεζών. Λοιπόν, γνωρίζω από αξιόπιστες πηγές ότι πριν από πέντε µέρες ξένος επενδύτης αγόρασε 100 εκατοµµύρια ευρώ των έντοκων γραµµατίων µας. Κι όµως, η ΕΚΤ αρνείται να χαλαρώσει τον ασφυκτικό περιορισµό. Είναι προφανές ότι οι κανόνες τους οποίους επικαλείτο ο Μάριο αλλάζουν κατά το δοκούν. Σας κουράζω µε αυτές τις λεπτοµερείς για έναν και µόνο λόγο Επειδή η σκληρή δουλειά που καταβάλαµε για να φτάσουµε στη συµφωνία της 20ης Φεβρουαρίου υπονοµεύεται µε τρόπους τους οποίους δε γνωρίζετε και για τους οποίους η κυβέρνησή µας δεν είναι υπεύθυνη».

Αντί να ασχοληθούν µε την πολύ σοβαρή κατηγορία µου ότι η ΕΚΤ ενεργούσε στη βάση πολιτικών στόχων που συγκρούονταν με το καταστατικό της, ο Γερούν προσπάθησε βιαστικά να τερµατίσει τη συζήτηση. Πρότεινε να εκδώσουµε σύντομη ανακοίνωση που θα έλεγε ότι οι διαπραγματεύσεις θα άρχιζαν σε δύο ημέρες , µε τούς θεσµούς να έρχονται στην Αθήνα. Απάντησα αµέσως ότι χαιρέτιζα την έναρξη των διαπραγµατεύσεων αλλά αντιπρότεινα να πραγματοποιηθούν στις Βρυξέλλες. Ο Γερούν απάντησε ότι οι διαπραγματευτές θα χρειαστούν στοιχεία που θα μπορούσαν να βρεθούν µόνο στα υπουργεία µας. Είπα ότι θα ήµασταν ευτυχείς να καλωσορίσουμε το τεχνικό προσωπικό των θεσμών στην Αθήνα για να συλλέξουν στοιχεία που πρέπει να προσκομιστούν στους διαπραγματευτές των δύο πλευρών στις Βρυξέλλες. Σε αυτό το σημείο, σε µια σπάνια χρήσιµη παρέµβαση, ο Πιερ Μοσκοβισί πρότεινε τα συζητήσει το θέµα µαζί µου τις επόµενες µέρες και να βρούµε λύση οι δυο µας. Έτσι αποφύγαµε να επιτρέψουµε την επιστροφή της τρόϊκας στην Αθήνα,

Αν έκρινα από την ανταλλαγή µηνυµάτων που ακολούθησαν µετά τη συνάντηση, ο Αλέξης ήταν ικανοποιηµένος. «Το παρουσιάζουµε ως επιτυχία: οι πολιτικές διαπραγµατεύσεις θα ξεκινήσουν στις Βρυξέλλες µε βάση τη συµφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, προκειµένου να τερματισθεί το αδιέξοδο», είπε. Μου έστειλε επίσης µια προειδοποίηση. Αναφέρθηκε ότι ο Μάικλ Νούναν, ο lρλανδός υπουργός οικονοµικών, δήλωσε πως επρόκειτο να αντικατασταθώ. «Το διαψεύσαµε», µου έγραψε σε μήνυμα ο Αλέξης. Σε ένα ξεχωριστό µήνυµα πρόσθεσε «Νοµίζω ότι ο lρλανδός προσπαθεί να διευκολύνει το σχέδιο των πιστωτών να σε υπονοµεύσουν επειδή είσαι σκληρός διαπραγματευτής».

Σε άλλο μήνυµα ο Αλέξης µου έγραψε ότι ο Γερούν είχε έρθει σε απευθείας επαφή µαζί του για να τον πιέσει να δεχτεί την τρόϊκα στην Αθήνα δύο ηµέρες αργότερα, στις 11 Μαρτίου: «Mας είπε ότι, είχες συµφωνήσει σε αυτό. Ο Παππάς απάντησε ότι δεν πίστευε πως ο Βαρουφάκης θα είχε ποτέ συµφωνήσει µε κάτι τέτοιο». Απάντησα: «Με απείλησε ότι όλα θα τελειώσουν εάν δεν επιτρέψω στην τρόϊκα να επιστρέψει. Του είπα ότι οι απειλές του δε θα πιάσουν ούτε αυτήν τη φορά»: Ο Αλέξης έβγαζε καπνούς από την αγανάκτησή του για τους φτηνούς τακτικισµούς του Ντάισελµπλουµ καθώς µε πληροφορούσε για τα τελευταία µηνύµατα του ολλανδού:

«Ο Γερούν απείλησε κι εµένα µε διακοπή των διαπραγµατεύσεων, λέγοντας ότι «είχε κουραστεί». Ο Παππάς του είπε να πάρει µια βαθιά ανάσα γιατί ήµασταν µόνο στην αρχή µιας ιστορικής διαδικασίας. Γιάνη, λήξε το ζήτημα σήµερα, πριν µας πάρει από κάτω».

Ήξερα, τι εννοούσε να εξασφαλίσω ότι οι διαπραγµατεύσεις θα λάµβαναν χώρα στις Βρυξέλλες να αποτρέψω µε κάθε τρόπο την επιστροφή της τρόικας στην Αθήνα. «Μην ανησυχείς, Αλέξη. Θα τους το ξεκόψω», τον καθησύχασα. Για να το καταφέρω, έπρεπε να µιλήσω επειγόντως µε τον Μοσκοβισί. Aλλά πριν από αυτό έπρεπε να παραστώ σε ακόµα δύο διµερείς συναντήσεις.

`

Το σοκ του Τζεφ

ετά τον καθιερωµένη συνέντευξη Τύπου, που έπεται των συναντήσεων του Eurogroup, στην οποία ο Γερούν παραπονέθηκε για τη «σπατάλη δύο εβδοµάδων», ρίχνοντας σε εμάς το φταίξιμο για την καθυστέρηση την οποία τόσο προσεκτικά μεθόδευε η δική του πλευρά, πήρα τον Τζεφ από το γραφείο της ελληνικής αντιπροσωπείας και κατευθυνθήκαμε στον διάδροµο προς το γραφείο του υπουργού οικονοµικών της Οµοσπονδιακής Δηµοκρατίας της Γερµανίας,

Για έναν ευρωπαϊστή, όπως εγώ, υπάρχει κάτι όµορφο σε αυτό τον άσχημο διάδροµο, στον οποίο κάθε ευρωπαϊκή χώρα διατηρεί από ένα γραφείο. Είναι αλήθεια ότι ο εν λόγω όροφος είναι τόσο άσχηµος όσο οι πολιτικές που γεννιούνται στους διαδρόµους και στα γραφεία του. Όµως, και µόνο το γεγονός της ύπαρξης ενός τέτοιου ορόφου, στον οποίο κατά κάποιον τρόπο συμβιώνουν οι περισσότερες χώρες της Ευρώπης, θα έπρεπε να είναι κάτι για το οποίο είμαστε πραγματικά υπερήφανοι. Το ότι δεν µπορούµε να είμαστε περήφανοι οφείλεται στον εξοστρακισμό των δημοκρατικών και νόµιµων διαδικασιών λήψης αποφάσεων απ’ όλα εκείνα τα κτίρια. Όπως και να είχε, κατευθύνθηκα προς το γραφείο του Bόλφγκανγκ µε τον Τζεφ και τον Νίκο Θεοχαράκη, ανήσυχος για το αποτέλεσµα της συζήτησης, αλλά και µε ένα σχέδιο στο µυαλό µου. Αναλογιζόµενος τώρα όσα είχαν συµβεί τότε, θυμήθηκα την εξαιρετική ατάκα του Μάικ Τάισον, του Αµερικανού µποξέρ, όταν βρισκόταν στο απόγειο της πυγμαχικής του καριέρας. «Όλοι έχουν ένα σχέδιο µέχρι να νιώσουν τη γροθιά µου στη µύτη τους», είχε πει.

Το σχέδιό µου το είχα εμπνευστεί από µια συµβουλή που µου είχε δώσει ο Πιερ Κάρλο Παντοάν, ο Ιταλός υπουργός οικονοµικών, όταν τον είχα συναντήσει στη Ρώµη περίπου έναν µήνα νωρίτερα. Ο Πιερ Κάρλο, όπως µου έλεγε, είχε καταφέρει να σπάσει τον πάγο µε τον Γερµανό υπουργό οικονοµικών, ο οποίος έως τότε δεν τον άφηνε σε χλωρό κλαρί στο Eurogroup, προτείνοντας στον Βόλφγκανγκ να προωθήσει στο Ιταλικό κοινοβούλιο ένα μεταρρυθµιστικό νομοσχέδιο επιλογής του Βόλφγκανγκ. Ο Σόϊµπλε χάρηκε και του υπέδειξε το νομοσχέδιο με το οποίο αναιρέθηκαν πολλά εργασιακά δικαιώµατα των Ιταλών εργαζοµένων. Η επιτυχής ψήφιση του κέρδισε την εµπιστοσύνη του Βόλφγκανγκ, την ώρα που καταρράκωνε το κύρος της ιταλικής κυβέρνησης στα μάτια των Ιταλών. «Κάνε κάτι παρόµοιο», ήταν η συµβουλή του Πιερ Κάρλο «Ζήτησε του να σου υποδείξει µια μεταρρύθμιση επιλογής του για να σπάσει ο πάγος μεταξύ σας».

 

Ο Βόλφγκανγκ ξεκίνησε τη συνάντηση σε µεγάλη φόρµα. «Ο πρωθυπουργός και το υπουργικό σας συµβούλιο κατάφεραν να µας κάνουν να χάσουµε την εµπιστοσύνη µας στην κυβέρνησή σας», ήταν η πρώτη του ατάκα . «Μα, Βόλφγκανγκ», είπα µε γνήσια έκπλnξn, «δεν είχαµε ποτέ την εµπιστοσύνη σας. Για τον θεό, είμαστε µια κυβέρνηση του κόµµατος της ελληνικής ριζοσπαστικής Αριστεράς! Πώς θα μπορούσατε να έχετε εµπιστοσύνη σε εµάς;» Ο Βόλφγκανγκ χαµογέλασε µε την ειλικρίνειά µου. «Αλλά», έσπευσα να προσθέσω, «πίστεψε µε όταν σου λέω ότι θέλω να κερδίσω την εµπιστοσύνη σου». Συνέχισα:

Το ερώτηµα είναι: πώς; Δε θα σου πω ψέματα, Βόλφγκαvγκ, όπως οι προκάτοχοι µου, και δε θα σου δώσω υποσχέσεις παρά µόνον αν πιστεύω ότι µπορούν και πρέπει να τηρηθούν. Αν έκανα κάτι τέτοιο, η λίγη εµπιστοσύνη σου προς εμάς θα μειωνόταν κι άλλο. Ο µόνος τρόπος να κερδίσω την εµπιστοσύνη σου είναι να σου υποσχεθώ κάτι δύσκολο, όχι αδύνατον, το οποίο τόσο εγώ όσο κι εσύ θέλουµε να εφαρμοστεί µε επιτυχία, Οπότε να τι έχω να σου προτείνω: Γιαπί δε µου λες ποιές είναι οι τρεις ή τέσσερεις μεταρρυθµίσεις που θα έπρεπε να εισαγάγουµε στην Ελλάδα, οι οποίες θα ήταν θεραπευτικές για τη χώρα κι οι οποίες θα βελτίωναν ακόµα και τη δυνατότητα του κράτους µας να αντεπεξέλθει στις αποπληρωµές προς τους δανειστές µας; Κατόπιν, εφόσον συµφωνήσουµε σε αυτές τις µεταρρυθµίσεις, εσείς θα µας εξασφαλίσετε τη ρευστότητα που χρειαζόµαστε για να έχουµε έναν μήνα ηρεµίας κι εγώ θα περάσω, εντός του µηνός, από τη Βουλή µας αυτές τις δύσκολες µεταρρυθµίσεις. Τότε και µόνον τότε θα έχεις λόγο να αρχίσεις να µε εμπιστεύεσαι.

Δεν είχα ενημερώσει τον Τζεφ για το σχέδιό µου να προβώ σε εκείνη τη ριψοκίνδυνη πρόταση προς τον Σόιµπλε, αλλά φάνηκε να συµφωνεί ενθουσιωδώς και έµοιαζε ανυπόμονος να ακούσει την απάντηση του Βόλφγκανγκ. Και τότε, όταν ήρθε η απάντηση του Βόλφγκανγκ, ο Τζεφ έπεσε από τα σύννεφα:

«Δεν πρόκειται να διαπραγματευθώ µαζί σου. Όπως σου είπα την τελευταία φορά, να πας στους θεσµούς!» ήταν η στυγνή απάντηση του.

«Αλλά, Bόλφγκανγκ», διαμαρτυρήθηκα, «Ο χρόνος τελειώνει σε µία η δύο εβδοµάδες θα αναγκασθούμε να αθετήσου το χρέος µας προς το ΔΝΤ, µε συνέπειες για όλους. Μου λες να πάω στους θεσµούς. Ωστόσο, οι θεσµοί απλώς δεν έχουν την αρμοδιότητα να κάνουν ότι χρειάζεται για να αποφευχθεί η σύγκρουση ή για να διαπραγµατευτούν µαζί µας µια βιώσιµη συµφωνία εντός της ευρωζώνης. Σου τα λέω όλα αυτό επειδή υπάρχουν δυνάµεις που προσπαθούν να εκτροχιάσουν τη διαδικασία, με κίνδυνο ατυχήματος».

Το πρόσωπο του Βόλφγκανγκ άλλαξε έκφραση και από τη φαινομενική απάθεια πέρασε στη συγκρατημένη εγρήγορση. Παρόλο που είχα µάθει από προηγούµενες συναντήσεις ότι τέτοιες αλλαγές στην έκφραση του Βόλφγκανγκ δεν οδηγούσαν σε κάτι αξιοσημείωτο, σε εκείνη την περίπτωση απέτυχα να προβλέψω την αναπάντεχα απάντηση του.

«Δε νοµίζω ότι καµία κυβέρνηση μπορεί να κρατήσει την Ελλάδα στην ευρωζώνη», δήλωσε κουνώντας το κεφάλι µε τρόπο που σηματοδοτούσε την παντελή έλλειψη πίστης του, ή ενδιαφέροντος στην εναλλακτική ενός Grexit.

549

«Aυτή είναι και η άποψη της καγκελαρίου;» ρώτησα κρύβοντας την έκπληξη μου.

«Εκείνη έχει διαφορετικές απόψεις», απάντησε απαξιωτικά.

Ήταν άλλη μία επιβεβαίωση ότι είχαν διαγράψει, στο μυαλό τους, τα δανεικά που είχαν δώσει στο κράτος μας για να δοθούν αμέσως μετά στις τράπεζες τους . Ο υπουργός οικονομικών της Γερμανίας μου είχε μόλις δηλώσει, επί της ουσίας, πως είχε αποδεχτεί το γεγονός ότι η χώρα του δε θα έπαιρνε πίσω παρά ένα μικρό μέρος των δανεικών εκείνων. Διότι εάν μια χώρα όπως η Ελλάδα έφευγε από το ευρώ, το νέο της νόμισμα θα υποτιμούνταν σημαντικά και έτσι δε θα υπήρχε η παραμικρή δυνατότητα να αποπληρωθεί το χρέος σε ευρώ: Ουκ αν λάβοις ευρώ από μια χώρα που το εγκατέλειψε,

Με τη βόμβα που έριξε στο τραπέζι ο Βόλφγκαvγκ έδειξε να θέλει να τερματιστεί η συνομιλία μας. Είχε πει αυτό που ήθελε και, έτσι, άφησε ελάχιστο περιθώριο για μια συζήτηση επί των μεταρρυθμίσεων μας ή για το πώς θα μπορούσε η Ελλάδα να ανακάμψει εντός του ευρώ ώστε να αποπληρωθεί ένα σοβαρό ποσοστό του χρέους. Ακόμα και η ιδέα του για Grexit δεν ήταν υπό συζήτηση, δεδομένου ότι, όπως παραδέχτηκε, η κ. Μέρκελ είχε «διαφορετικές απόψεις». Αδιέξοδο!

Καθώς φεύγαμε για την επόμενη συνάντηση μας, ο Τζεφ τραβούσε τα μαλλιά του. «Δεν μπορώ να πιστέψω τι άκουσαν τα αυτιά μου μόλις τώρα», είπε μορφάζοντας. «Δεν αναλαμβάνεται ο Βόλφγκαvγκ ότι θέτει σε κίνδυνο όλα όσα χτίζουμε εδώ και εξήντα χρόνια;» εννοώντας τις προσπάθειες πολλών αμερικανικών και ευρωπαϊκών κυβερνήσεων για την οικοδόμηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μέχρι και που φτάσαμε στο γραφείο της ελληνικής αντιπροσωπείας, ο Τζεφ συνέχισε να εκφράζει την αγανάκτηση του, με λόγια όπως: «Ακόμα κι αν υποθέσουμε ότι δε νοιάζονται για τους ανθρώπους που πεινάνε, αυτοί οι τύποι δεν καταλαβαίνουν ότι, για ένα σχετικά μικρό χρηματικό ποσό, διατρέχουν τον κίνδυνο να εξοργίσουν πολλούς πλούσιους και ισχυρούς ανθρώπους παγκοσμίως;» Καθώς μπαίναμε στα γραφεία μας, το ερώτημα του Τζεφ έμεινε να αιωρείται.

Ο Κλάους Pέγκλινγκ, τον οποίο ο Βόλφνγανγκ Σόιμπλε είχε διορίσει επικεφαλής του ταμείου «διάσωσης» της ευρωζώνης (αρχικά του EFSF, αργότερα του ESM, που αποτελεί τη μετεξέλιξη του EFSF), μας περίμενε. Ο Γερμανός θεωρούνταν (τόσο από τους ανθρώπους της αγοράς όσο και από αξιωματούχους όπως ο Ντράγκι) δευτεροκλασάτος, άτομο με ελλιπή κατανόηση των χρηματοοικονομικών, αλλά με τέτοια πρόσδεση στο άρμα του Σόιμπλε που αντιστάθμιζε το ελλιπές βιογραφικό του με το παραπάνω . Ανεξάρτητα από το ποιόν του, ο Pέγκλινγκ, ως διευθυντής του ESM-EFSF, στερούνταν οποιοσδήποτε νομιμοποίησης να κάνει οτιδήποτε για την κατατάσσω μας. Ζήτησε όμως να με δει και, από ευγένεια, δέχτηκα. Σκόπευα να εκμεταλλευθώ την ευκαιρία για να του παρουσιάσω διάφορες ιδέες σχετικά με τις ανταλλαγές χρεών που πρότεινα και οι οποίες ενέπιπταν στην αρμοδιότητα του ESΜ-EFSF, το οποίο, θεωρητικά, διοικούσε. Από την αρχή της συνάvτησης όμως αποδείχτηκε ακόμη πιο απρόθυμος να συζητήσει για λύσεις από οποιονδήποτε άλλον είχα συνομιλήσει εκείνη την ατελείωτη μέρα. Το μόνο πράγμα που ήθελε να μου πει ήταν ότι του χρωστάω … 142,6 δισεκατομμύρια ευρώ.

Καθώς δεν είχα κάτι να απαντήσω σε αυτό, εκτός ίσως από το να επαναλάβω τον τίτλο του έργου του Ντάριο Φο Δεν πληρώνω! Δεν πληρώνω!, αντ’ αυτού του έθεσα ένα ηθικό δίλημμα. «Δεδομένου ότι, όπως φαίνεται, σε κάνα δυο εβδομάδες θα εξαντληθούν τα χρήματα με τα οποία θα πρέπει να εξοφλήσουμε το ΔΝΤ, θα αντιμετωπίσω το φρικτό δίλημμα να προβώ είτε σε στάση πληρωμών προς το ΔΝΤ είτε σε στάση πληρωμών προς τους συνταξιούχους της χώρας μου. Τι ε συμβουλεύεις να κάνω, Κλάους;» τον ρώτησα από περιέργεια και μόνον.

Για τον Κλάους η απάντηση ήταν αυτονόητη. «Δε θα πρέπει ποτέ , μα ποτέ , να αθετήσετε πληρωμή προς το ΔΝΤ. Aντίθετα, θα πρέπει να αναστείλετε όλες τις πληρωμές για συντάξεις. Αυτό πρέπει να κάνετε», είπε με εντυπωσιακή σιγουριά. Επέλεξα να μην του επισημάνω ότι, ακόμη και αν αφήναμε όλους τους συνταξιούχους να πεθάνουν από την πείνα, και πάλι θα ήταν αδύνατο να εξοφλήσουμε το ΔΝΤ και τον ΕΚΤ τους επόμενους μήνες. Προτίμησα να του πω κάτι άλλο, κάτι που ανταποκρινόταν περισσότερο στις απαιτήσεις της στιγμής:

551

«Είναι θλιβερή η μέρα όταν ο επικεφαλης του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ESM) συμβουλεύει έναν υπουργό οικονομικών ευρωπαϊκής χώρας να αποσταθεροποιήσει βάναυσα την κοινωνία του, ώστε να μη ζημιωθεί ένας διεθνής οργανισμός ο οποίος έχει ήδη κερδίσει τεράστια ποσά από τους τόκους των δυσθεώρητων δανείων που επιβλήθηκαν στους πολίτες και ο οποίος είναι, σε μεγάλο βαθμό, υπεύθυνος για την αποτυχία του πενταετούς, μεταρρυθμιστικού προγράμματος της χώρας»

.

Στο τέλος μιας μακράς αλλά άγονης ημέρας, που σημαδεύτηκε από την εμπρηστική δήλωση του Bόλφγκανγκ Σόιμπλε ότι το Grexit ήταν αναπόφευκτο, ο Τζεφ με αντάμειψε με μια φιλοφρόνηση:

«Συμμετέχοντας στις συναντήσεις σου με τον Τόμσεν, τον Ντράγκι, τον Σόιμπλε και τον Pέγκλινγκ, έχω να σου πω ότι δεν έχω δει ποτέ κάτι τέτοιο στις δεκαετίες εμπειρίας μου από συναντήσεις μεταξύ κυβερνήσεων οφειλετών και πιστωτών, π.χ. του ΔΝΤ, της κυβέρνησης των ΗΠΑ και της Παγκόσμιας Τράπεζας … Σε κάθε συνάντηση ήσουν θετικός, γεμάτος ιδέες και πρακτικές λύσεις. Εκείνοι όμως συνέχισαν να απορρίπτουν τις ιδέες σου, ακόμα κι αν ήταν καλές ιδέες, χωρίς να κάνουν ούτε μία αντιπρόταση. Απίστευτο!»

Μαντρώνοντας την τρόϊκα

οδηγία του Αλέξη ήταν ξεκάθαρη: δεν έπρεπε να επιτρέψουμε στην τρόικα να επιστρέψει στην Αθήνα σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα. Το ίδιο ξεκάθαρη ήταν η απειλή του Γερούν, στην κατ’ ιδίαν συνάντησή μας, ότι θα τερματίσει τη διαδικασία εάν παρεμποδίσουμε την επιστροφή της τρόϊκας στην Αθήνα. Απέρριψα τις απειλές του με χαμόγελο. «Αυτό που έχει σημασία τώρα», είπα ήταν Ντάισελµπλουμ, «είναι να αρχίσουν οι διαπραγματεύσεις με τρόπο που μεγιστοποιεί τις πιθανότητες μιας συμφωνίας. Προσπάθησε να είσαι λίγο πιο θετικός σε αυτό. Σε κάθε περίπτωση, δε συμφωνήσαμε ότι η ακριβής τοποθεσία και η διαδικασία θα αποτελέσουν αντικείμενο συνομιλιών μεταξύ εμού και του Μοσκοβισί;»

 

«Ωραία», απάντησε βλοσυρά, «αλλά θέλω αυτό να κανονιστεί μέσα στις επόμενες εικοσιτέσσερις ώρες». Με τον Πιερ Μοσκοβισί συναντηθήκαμε το ίδιο πρωί στις Βρυξέλλες. Κατανοούσε απολύτως, την απόρριψη από πλευράς μας της επιστροφής της τρόικας στην Αθήνα. Μάλιστα επανέλαβε την άποψή του ότι η διαδικασία της τρόϊκας αποτελούσε ταπείνωση όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά και για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ο ρόλος της οποίας υπονομευόταν από τη συμπεριφορά της τρόικας. Σε λιγότερο από ένα τέταρτο της ώρας συμφωνήσαμε σε μια λογική διαδικασία:

`

⦁ Οι πολιτικές διαπραγματεύσεις για την αναδιάρθρωση του χρέους, τη δημοσιονομική πολιτική και τη μεταρρυθμιστική ατζέντα θα λάμβαναν χώρα στις Βρυξέλλες.

⦁ Οι υπουργοί θα μίλαγαν με τους υπουργούς και με τον Πιερ( ο οποίος ως Επίτροπος ήταν ισόβαθμος με τους υπουργούς). ενώ οι συνεργάτες μας θα συσκέπτονταν σε διπλανές αίθουσες.,

⦁ Στα μεταξύ, οι θεσμοί θα είχαν το ελεύθερο να στέλνουν «τεχνικό προσωπικό» στην Αθήνα με σκοπό την επιτόπια συλλογή δεδομένων και την αναζήτηση στοιχείων. Θα μιλούσαν μόνο με το «τεχνικό προσωπικό» των υπουργείων μας σχετικά με τα δεδομένα και τα στοιχεία αυτά και θα απέφευγαν οποιανδήποτε συζήτηση, ή διαπραγµάτευση σχετιζόταν με πολιτικές αποφάσεις.

⦁ Αντίθετα, τα δεδομένα και τα στοιχεία που θα συγκέντρωναν θα τα μεταβίβαζαν σε εκείνους που συµµετείχαν στις πολιτικές διαπραγματεύσεις στις Βρυξέλλες.

Ο Πιέρ πρότεινε αυτή η νέα διαδικασία να ονομαστεί Brussels Group, Ελληνιστί «Ομάδα των Βρυξελλών», η Bee Geeς, όπως την ονόμασε αστειευόμενος ο Νίκος Θεοχαράκης, αναφερόμενος στο συγκρότημα της δεκαετίας του ’70, και ιδίως στην επιτυχία του «Staying Alive» («Παραμένοντας ζωντανοί»).

Μόλις συμφωνήσαμε κατ’ ιδίαν με τον Πιέρ για τη σύσταση και τη λειτούργα του Brussels Group, στραφήκαμε στο πως θα αποτρέψουμε τους σκληροπυρηνικούς της τρόϊκας από το να υπονομευόσουν τη συμφωνία μας. Ο Πιερ θεώρησε πολύ σημαντικό να διατηρήσουμε το σχέδιό ας μυστικό, μέχρι να ενημερωθούν ο Μάριο Ντράγκι και η Κριστίν Λαγκαρντ. Φοβόταν ότι, αν συγκεκριμένοι άνθρωποι το ανακάλυπταν θα έβρισκαν τρόπους να το σταματήσουν προτού καν ξεκινήσει. (Αν και δεν ανέφερε ονόματα, είμαι βέβαιος ότι ο κατάλογος με τους πιθανούς δολιοφθορείς συμπεριελάμβανε τους Βίζερ, Κοστέλλο και φυσικά τον Τόμσεν). Έτσι μου ζήτησε να τηρήσω σιγή ασυρμάτου, όσο ο ίδιος θα προσπαθούσε να πείσει τον Μάριο και την Κριστίν. Υποσχέθηκα ότι θα τα έλεγα μόνο στον Αλέξη, ενώ εκείνος υποσχέθηκε να επικοινωνήσει μαζί μου μέσα στις επόμενες είκοσι τέσσερεις ώρες προτού λήξει η προθεσμία του Γερούν.

Aκολούθησε μια ημέρα γεμάτη ένταση, κατά την οποία ο Πιερ κι εγώ ανταλλάξαμε μηνύματα και συντάξαμε κοινό ανακοινωθέν που περιέγραφε τη νέα διαδικασία, και όλα αυτά πολύ πριν από τη λήξη της προθεσμίας. Οι Bee Gees ήταν έτοιµοι να … ροκάρουν. Κάλεσα τον Νίκο Θεοχαράκη και του ζήτησα να συγκεντρώσει τον «στρατό» μας, ώστε να φτάσει το επόμενο πρωί στις Βρυξέλλες έτοιμος για μάχη. Κάλεσα επίσης τον Σπύρο Σαγιά, ο οποίος θα προετοίμαζε την υποδοχή του τεχνικού προσωπικού της τρόικας στην Αθήνα.

Ο Σαγιάς δικαίως φοβόταν ότι, μόλις οι «καταδρομείς» της τρόικας κατέφθαναν στην Αθήνα, θα προσπαθούσαν να επανέλθουν στους συνήθεις τρόπους τους, τη στιγμή που ο Αλέξης ήταν ανένδοτος ότι δε θα έπρεπε να τους επιτραπεί η απεριόριστη πρόσβαση στα υπουργεία με τα οποία, ήταν, δυστυχώς» τόσο καλά εξοικειωμένοι. ‘Έτσι, η κυβέρνηση έκλεισε έναν ολόκληρο όροφο στο Χίλτον της Αθήνας και μίσθωσε συνεδριακό χώρο στο υπόγειο του ξενοδοχείου για να στεγάσει το αρχηγείο του τεχνικού κλιμακίου της τρόϊκας. Ώστε να τηρήσουμε το δικό μας μέρος της συμφωνίας, τους ανακοινώσαμε πως οι «τεχνοκράτες» των υπουργείων μας θα τους επισκέπτονταν στο Χίλτον, προσκομίζοντας τα αρχεία, τους φορητούς υπολογιστές και τους σκληρούς δίσκους που ήταν απαραίτητα για να ικανοποιήσουν την απολύτως υποκριτική τους δίψα για δεδομένα και στοιχεία (δεδομένα και στοιχεία τα οποία γνώριζαν πολύ πριν από εμάς, καθώς ήλεγχαν τα καίρια τμήματα των υπουργείων μας σε μεγαλύτερο βαθμό απ’ ό,τι εμείς οι ίδιοι).

554

Η πρώτη αψιμαχία σημειώθπκε σε λιγότερο από δώδεκα ώρες αφότου εγκαταστάθηκαν οι επισκέπτες μας στο Xίλτον, όταν η Kρϊστίν Λαγκάρντ έστειλε μήνυμα στο γραφείο μου που έλεγε ότι το κλιμάκιο του ΔΝΤ στην Αθήνα ένοιωθε νευρικότητα λόγω του εγκλεισμού του στο Χίλτον και φοβόταν για τον ασφάλειά του. Ισχυριζόταν ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν τους παρείχε προσωπικό ασφαλείας. Τηλεφώνησα στον Ρουμπάτη, τον αρχηγό της ΕΥΠ, για να μάθω λεπτομέρειες και αμέσως μετά κάλεσα την Κριστίν. Επανέλαβε τον ιστορία που της είχαν πει, οτι δηλαδή οι άνθρωποί της στην Αθήνα είναι ανήσυχοι λόγω της ευάλωτης θέσης τους. Της είπα ότι περίπου διακόσιοι αστυνομικοί με πολιτικά και στελέχη των μυστικών υπηρεσιών φύλαγαν το Χίλτον, όπως με είχε μόλις πληροφορήσει ο Ρουμπάτης. «ποτέ άλλοτε», της είπα, «δεν είχαν ληφθεί τόσα μέτρα ασφαλείας για αποστολή του ΔΝΤ στην Αθήνα». Η Κριστίν ξαφνιάστηκε και δήλωσε την προτίμηση της στην ένστολη αστυνομία. «Γιατί;» ρώτησα. Δεν έλαβα απάντηση. Mήπως ο λόγος ήταν ότι η τρόϊκα ήθελε να είναι ορατή; Χωρίς τις αυτοκινητοπομπές, συνοδευόμενες από περιπολικά της αστυνομίας με τις σειρήνες τους να ουρλιάζουν, πώς θα γνώριζαν οι Ελληνες ότι η τρόϊκα είχε καταφθάσει και η χρεοδουλοπαροικία καλά κρατούσε; Η επιδίωξη τους να κάνουν εμφανές ότι βρίσκονταν στην Αθήνα και ότι την έχουν ξανά υπό τον έλεγχό τους ήταν τόσο έκδηλη όσο και λόγος να συνεχίσω το μάντρωμα τους στο Χίλτον .

Από την πρώτη μέρα το κλιμάκια της τρόϊκας στην Αθήνα προσπάθησαν να παραβιάσουν τον διαχωρισμό μεταξύ της πολιτικής και της τεχνικής πλευράς της διαπραγμάτευσης, τον οποίο είχαμε συμφωνήσει με τον Πιερ. Στις ερωτήσεις που υπέβαλαν στο υπουργεία περιλαμβάνονταν και κάποιες όπως αυτή; «Πώς σκοπεύετε να αντιμετωπίσετε τα χρόνια ελλείμματα των συνταξιοδοτικών ταµείων, στη βάση των δημογραφικών στοιχείων της Ελλάδας;» Αν και αυτό ήταν ένα πολύ καλό ερώτημα, αφορούσε πολιτικές επιλογές και όχι την παράθεση δεδομένων ή την εκτίμηση της κατάστασης μας. Εν τω μεταξύ , τα αιτήµατα τους για δεδομένα ήταν τόσο εκτενή και ογκώδη που απαιτούσαν μια στρατιά δημοσίων υπαλλήλων και εβδομάδες ολόκληρες για να ικανοποιηθούν.

555

Στο µεταξύ, στο Brussels Group οι πολιτικές διαπραγµατεύσεις δεν οδηγούσαν πουθενά, χάρη σε ένα ισχυρό κοκτέιλ τακτικισµών της τρόϊκας που συνδύαζε το γαϊτανάκι της ευρωζώνης, το τέχνασµα της Πηνελόπης και την τακτική του Εθνικού Ύµνου της Σουηδίας (βλ. προηγούμενο κεφάλαιο). Για να είµαστε δίκαιοι, και η δική µας πλευρά είχε µερίδιο ευθύνης. Ο Νίκος Θεοχαράκης είχε το δύσκολο έργο να διαχειριστεί µια εξαρχής ετερογενή οµάδα που έσπασε ουσιαστικά στα δύο. Από τη µία ήταν η δική µου οµάδα εµπειρογνωµόνων, µεταξύ των οποίων ο Γκλεν Κιµ, το προσωπικό της Lazard κι η Έλενα Παναρίτη, και από τον άλλη ήταν η οµάδα νέων, καθ’ όλα συμπαθητικών και ικανών, στελεχών του Σύριζα, την οποία, ως επί το πλείστον, είχε συστήσει ο Γιάννης Δραγασάκης προεκλογικά (ως όφειλε). Το πρόβλημα ήταν ότι η δεύτερη οµάδα αντιμετώπιζε την οµάδα µου ως ξένο σώµα, παρά το γεγονός ότι κόµιζε στο δωµάτιο µεγάλη εµπειρία, χωρίς την οποία ήσασταν καταδικασµένοι!

Κι όταν αργότερα, καθ’ υπόδειξη του Αλέξη, επέστρεψε ο Χουλιαράκης στη διαπραγματευτική αποστολή µας στο Brussels Group, ακόµα υπό τον συντονισµό του Νίκου Θεοχαράκη, ο Χουλιάρακης και η παρέα των νέων στελεχών του Σύριζα αυτονομήθηκαν ακόµη περισσότερο. Το χειρότερο ήταν ότι στις συναντήσεις, ιδίως σε µια συγκεκριµένη και καίρια συνάντηση που έλαβε χώρα εκτάκτως στο Παρίσι, πρώτοι έµπαιναν ο Θεοχαράκης, ο Γκλεν κι η Έλενα στην αίθουσα, πέντε λεπτά πριν από την έναρξη των διαβουλεύσεων, δύο λεπτά πριν από την καθορισμένη ώρα κατέφθαναν οι τροϊκανοί (µε πρώτο πρώτο τον Κοστέλλο), τελευταίοι δε -έως και µισή ώρα καθυστερημένοι Χουλιαράκης με τα παιδιά του Σύριζα. Δεν είµαι σίγουρος αν το έκαναν αυτό λόγω ερασιτεχνισμού, ως δείγµα απόρριψης του Νίκου Θεοχαράκη, η απλώς επειδή ένοιωθαν ασφαλείς γνωρίζοντας ότι µιλούσαν απευθείας στο αυτί του πρωθυπουργού. «Μερικές φορές νιώθω σαν παιδονόμος», µου είπε κάποια στιγµή ο Νίκος, εκφράζοντας την απογοήτευση του.

Αντίθετα, αν και δεν είχε τίποτα το ουσιαστικό να προτείνει, και η μόνη ανησυχία της ήταν πώς να αποφύγει οποιανδήποτε συζήτηση σχετικά µε κάθε ζήτημα ουσίας, πόσο µάλιστα για την αναδιάρθρωση του χρέους, η τρόϊκα ήταν απολύτως προσηλωμένη στον στόχο της. Ο Νίκος µου ανέφερε ότι, όταν ο Γκλεν Κιµ µπήκε στην αίθουσα στην πρώτη συνεδρίαση του Brussels Group, ο Ντέκλαν Κοστέλλο διαμαρτυρήθηκε ακόµη µία φορά για την παρουσία του, όπως ακριβώς είχε κάνει τον Φεβρουάριο ενώπιον µου. Μόνο που αυτή τη φορά δε διαμαρτυρήθηκε λόγω της συµµετοχής μη Ελλήνων στην ελληνική αποστολή. Αντ’ αυτού είπε «Δεν µπορούµε να έχουµε κάποιον στην αίθουσα που εξειδικεύεται στις αναδιαρθρώσεις δημόσιου χρέους», αναφερόµενος στην εξαιρετική δουλειά του Γκλεν εκ µέρους της ισλανδικής κυβέρνησης, µε την οποία βοήθησε τον λαό της µικρής αυτής χώρας να απαλλαγεί από µεγάλο µέρος ενός μη βιώσιµου χρέους. Ο Νίκος φυσικά υποστήριξε τα δικαίωµά µας να έχουµε στην οµάδα µας όποιον εµείς επιλέγαµε, αλλά η τακτική του Κοστέλλο ήταν συγκεκριµένη: ήταν θερµός και πρόσχαρος µε τον Χουλιαράκη και τα παιδιά του Σύριζα και ψυχρός και απότομος µε τον Γκλεν, τον Νίκο και την Έλενα κλασική τακτική του διαίρει και βασίλευε.

Οι αστοχίες της δικής µας πλευράς έγιναν αισθητές και στην Αθήνα. Τα αιτήµατα της τρόϊκας για ανύπαρκτα δεδοµένα και στοιχεία τα οποία είχε ήδη στη διάθεση της μπορεί να είχαν καταντήσει γελοία, αλλά η αλήθεια είναι ότι τα υπουργεία µας δεν κατάφερναν να ανταποκριθούν ακόµα και σε εύλογα αιτήµατα . Κάποιοι υπουργοί, ειδικά όσοι ανήκαν στην Αριστερή Πλατφόρµα, αρνήθηκαν να συνεργαστούν, με το σκεπτικό ότι η όλη διαδικασία ήταν µια κοροϊδία. Προφανώς κι είχαν δίκιο ότι τα κλιµάκια της τρόϊκας στην Αθήνα έπαιζαν θέατρο σε µια οφθαλμοφανή κοροϊδία. Όµως, η πολιτική της κυβέρνησης µας ήταν να τους δώσουµε µια τελευταία ευκαιρία να έρθουν στο τραπέζι της διαπραγµάτευσης, πριν από τα μέσα Απριλίου, µε µια σοβαρή πρόταση Αυτό απαιτούσε να τηρήσουµε τουλάχιστον εµείς τη συµφωνία µου µε τον Πιερ Μοσκοβισί, στο πνεύµα της συµφωνίας του Eurοgrοup της 20ης Φεβρουαρίου. Με την πεποίθηση ότι, εάν εκείνοι δε σοβαρεύονταν έως τα μέσα Απριλίου, το πολεµικό µας συµβούλιο θα διέκοπτε τις διαπραγµατεύσεις και θα προχωρούσαµε σε ρήξη µε τους δανειστές, αναρωτιόμουν γιατί οι υπουργοί µας της Αριστερής Πλατφόρµας δεν περίµεναν έως τότε προτού αρνηθούν να συνεργαστούν.

Το γεγονός ότι, τελικά, ο Αλέξης και το υπόλοιπο υπουργικό συμβούλιο αθέτησαν εκείνη τη συµφωνία µας δε νοµιµοποιεί την άρνηση τους κατά τη διάρκεια του Μαρτίου. Αν δεν πίστεψαν ότι τελικά ο Αλέξης θα τιμούσε τη συµφωνία µας, αυτός ήταν λόγος να παραιτηθούν και να τον καταγγείλουν όχι να παραµείνουν στην κυβέρνηση και να υπονοµεύουν τη στρατηγική την οποία είχαµε συλλογικά επιλέξει.

Με το υπουργεία µας είτε να χωλαίνουν είτε να μη θέλουν να συνεργαστούν µε τα κλιµάκια της τρόϊκας, µε τον Σαγιά και τον Θεοχαράκη περάσαµε ώρες διαπραγματευόμενοι µε κάποιους από τους συναδέλφους µου υπουργούς, µερικές φορές ικετεύοντας τους να απαντήσουν εγκαίρως και µε επάρκεια στα αιτήµατα της τρόϊκας για δεδοµένα και στατιστικά στοιχεία. Πολλές φορές αποτύχαμε να τους πείσουµε να το κάνουν. Τότε φτάσαµε στο σημείο να αναζητούµε τα στοιχεία από εναλλακτικές πηγές, εκτός του αρµόδιου υπουργείου, η να ζητάμε από τα συνεργάσιµα στελέχη ενός υπουργείου τις απαντήσεις που θα έπρεπε να µας είχαν δοθεί από άλλο υπουργείο.

Παρά τις αστοχίες της δικής µας πλευράς, δεν υπάρχει ίχνος αµφιβολία ότι υπεύθυνη για το αδιέξοδο ήταν η τρόϊκα. Ακόµη κι αν η οµάδα µας στις Βρυξέλλες και στα υπουργεία των Αθηνών είχε ενεργήσει µε τρόπο υποδειγµατικό, το αποτέλεσµα θα ήταν ακριβώς το ίδιο. Ο λόγος απλούστατος: Την άνοιξη του 2015 οι πιστωτές της Ελλάδας δεν είχαν διάθεση να διαπραγµατευτούν. Τελεία και παύλα. Είχαν αποφασίσει να αποκαταστήσουν την εξουσία τους σε επαρχία της αυτοκρατορίας τους που είχε εξεγερθεί και να εξασφαλίσουν ότι καµία από τις άλλες επαρχίες δε θα έµπαινε στον πειρασµό να κάνει το ίδια. Ενώ οι σχολιαστές στη Wall Street Jοurnal και στους Financial Tίmes διέκριναν ότι, τόσο στις Βρυξέλλες όσο και στην Αθήνα, προέκυπταν αγεφύρωτες διαφωνίες όσον αφορά τους δnµοσιονοµικούς στόχους, τους φορολογικούς συντελεστές και τις διοικητικές µεταρρυθµίσεις, στην πραγµατικότητα συνέβαινε κάτι πιο γνώριµο και ευεξήγητο: το βαθύ ευρωπαϊκό κατεστηµένο εφήρµοζε µια µοντέρνα εκδοχή της διπλωµατίας των κανονιοφόρων, την οποία είχε πρώτη διδάξει η Βρετανική Αυτοκρατορία κατά τον 19ο αιώνα.

Ο Αλέξης, ο Σαγιάς και ο Παππάς το καταλάβαιναν. Παρόλο που, λίγο αργότερα και προς µεγάλη µου δυστυχία, εγκατέλειψαν τον στόχο μας να αναδιαρθρώσουμε το χρέος και να τερµατίσουµε τη λιτότητα πριν πέσει έστω και μία υπογραφή για νέα δάνεια, στις αρχές Μαρτίου φαίνονταν ακόμα διατεθειμένοι να αναλάβουν αποφασιστική δράση για να αποτρέψουν την ανακατάληψη των υπουργείων μας από την τρόικα. Ο Σαγιάς εργάστηκε ακούραστα για να κροτήσει τους ανθρώπους του τεχνικού κλιμακίου της τρόϊκας περιορισμένους στο Χίλτον, ενώ ο Παππάς απειλούσε να τους εκδιώξει εντελώς από τη χώρα. Πράγματι, στις 15 Μαρτίου, οπότε λάβαμε από το τεχνικό κλιμάκιο της τρόϊκας έναν γελοίο κατάλογο ερωτήσεων σχετικά με τις συντάξεις, τις οποίες ούτε η γερμανική κυβέρνηση δε θα μπορούσε ποτέ να απαντήσει για το δικό της συνταξιοδοτικό σύστημα, ο Αλέξης ξέσπασε «Αρκετά. Ως εδώ!»

Είχε δίκιο. οι ερωτήσεις δεν είχαν καμία σχέση με δεδομένα η στοιχεία. Ήταν καθαρά ερωτήσεις πολιτικής κρίσεως. Ήταν ερωτήματα που κανείς υπουργός Κοινωνικών Ασφαλίσεων ή οικονομικών κραταιών χωρών δε θα μπορούσε να απαντήσει ικανοποιητικά. Το ώριμο και καλά χρηματοδοτημένο κράτος της Γερμανίας δεν έχει καταφέρει ακόμα να επεξεργαστεί ένα σχέδιο που θα καθιστούσε το συνταξιοδοτικό του σύστημα μακροπρόθεσμα βιώσιμο, λαμβανομένων υπ’ όψιν των δύσκολων δημογραφικών δεδομένων της Γερμανίας. Πώς θα μπορούσε η ελληνική κυβέρνηση να απαντήσει σε τέτοιες ερωτήσεις, δεδομένου ότι μόλις είχε αναλάβει την εξουσία, το κράτος ήταν χρεοκοπημένο και η κατάσταση στην κοινωνία ήταν τέτοια όπου μία στις δύο οικογένειες δεν είχε κανένα εργαζόμενο μέλος αλλά ζούσε μόνο με μία σύνταξη θέτοντας τέτοιου είδους ερωτήσεις στους δημόσιους υπαλλήλους που εργάζονταν στα πτωχευµένα ταμεία της κοινωνικής ασφάλισης, οι τεχνικοί εκπρόσωποι της τρόϊκας τους ωθούσαν να λειτουργήσουν κακή τη πίστει είτε έπρεπε να αρνηθούν να απαντήσουν, οπότε θα μπορούσαν να κατηγορηθούν για παράβαση της συμφωνίας μας, είτε θα εξαναγκάζονταν να προχωρήσουν πολύ πέραν των αρμοδιοτήτων τους , δεσμευόμενοι σε πολιτικές τις οποίες δεν ήταν εξουσιοδοτημένοι από τη Βουλή να επιβάλουν.

Με την τηλεδιάσκεψης του Eurogrouρ Working Grouρ της 17ης Μαρτίου να πλησιάζει, στην οποία επρόκειτο να γίνει άλλος ένας απολογισμός των «διαπραγµατεύσεων», ο Αλέξης με διέταξε να δώσω εντολή στο Νίκο να καταστήσει σαφές ότι το τεχνικό κλιµάκια της τρόϊκας στην Αθήνα είχε υπερβεί την κόκκινη γραµµή στην οποία ο Μοσκοβισί κι εγώ είχαµε συµφωνήσει να µην προσπαθούν να φέρνουν την πολιτική διαπραγµάτευση στην Αθήνα από την πίσω πόρτα . Για να βεβαιωθώ ότι δε θα υπήρχε παρεξήγηση, κάθισα στο γραφείο του Αλέξη και συνέγραψα τη δήλωση που θα έκανε ο Νίκος, ώστε ο Αλέξης να τη διαβάσει πρώτος και να την εγκρίνει, κάτι που έκανε µόλις την είδε.

Η τηλεδιάσκεψη, που αποδείχθηκε ιστορική, ξεκίνησε µε τον συνήθη τρόπο, µε τους εκπροσώπους της τρόϊκας να εκθέτουν τις απόψεις τους. Ο Ντέκλαν Κοστέλλο µίλησε πρώτος, στη συνέχεια ο Μπενουά Κερέ και τελευταίος ο Πόουλ Τόµσεν. Και οι τρεις τους επανέλαβαν το ίδιο προβλέψιµο τροπάρι:

«Δε θα υπάρξει συµφωνία τον Απρίλιο, εκτός εάν η ελληνική πλευρά επιταχύνει τις διαδικασίες … Χρειαζόµαστε ολοκληρωμένη προσέγγιση. Υπάρχει επείγουσα ανάγκη να ενισχυθεί η ένταση της δουλείας οι Έλληνες πρέπει να κατανοήσουν την ανάγκη να σεβαστούν τις δεσµεύσεις προηγούμενων κυβερνήσεων … θα ήταν κρίµα εάν η Αθήνα παραβίαζε τη διαδικασία των διαβουλεύσεων για τις οποίες έχει δεσμευτεί … Ανησυχούµε για την στάση της Αθήνας να προχωρεί σε μονομερείς ενέργειες … Mας προβληματίζει ο νέος νόµος για την καταπολέμηση της ανθρωπιστικής κρίσης καθώς και η πρόβλεψη που επιτρέπει σε οφειλέτες του κράτους να αποπληρώσουν το χρέος τους στο Δηµόσιο σε πολλές μικρές δασεία … Η διαδικασία δεν είναι ιδιαίτερα ικανοποιητική … Αντιμετωπίζουν την αποστολή µας στην Αθήνα ως µια ενόχληση … »

560

«Είµαι στη δυσάρεστη θέση να αναφέρω ότι η συµπεριφορά των τεχνικών κλιµακίων των θεσµών στην Αθήνα, σύµφωνα µε τη γνώµη της κυβέρνησης µου και του πρωθυπουργού, παραβίασε τη συµφωνία που όριζε ότι το τεχνικό κλιµάκια στην Αθήνα θα συλλέγουν µόνο δεδοµένα και στοιχεία. Ο πρωθυπουργός µας, ως αποτέλεσµα, αναλαµβάνει πρωτοβουλία αµέσως να μεταφέρει τις διαπραγµατεύσεις στο υψηλότερο πολιτικό επίπεδο [σηµ.: δηλαδή στην επόµενη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ]. Η λύση πλέον πρέπει να αναζητηθεί όχι σε τεχνικό αλλά σε πολιτικό επίπεδο, το οποίο βρίσκεται πολύ πάνω από το επίπεδο του Eurogrouρ Working Grouρ. Με αυτή την έννοια δε νοµίζω ότι η σημερινή τηλεδιάσκεψη εξυπηρετεί κάποιον σκοπό και σαφώς και κατηγορηµατικά δεν είµαι εξουσιοδοτημένος να πω περισσότερα εδώ».

Για λίγα δευτερόλεπτα έπεσε σιωπή. Ο Βίζερ προσπάθησε να συνεχίσει, σαν να µην είχε μιλήσει ο Νίκος. Οι υπόλοιποι τον µιµήθηκαν, σε µια ιδιότυπη προσπάθεια να προσποιηθούν ότι η διαδικασία στο Eurogrouρ Working Grouρ για το ελληνικό ζήτημα µπορούσε να συνεχιστεί κανονικά. Σύµφωνα µε τις οδηγίες που του είχαµε δώσει ο Αλέξης κι εγώ, ο Νίκος άπλωσε το χέρι του στη συσκευή της τnλεδιάσκεψης και·πάτησε το πλήκτρο Off. Κοιτάξαµε ο ένας τον άλλον. Και χαµογελάσαµε, Ήταν µια στιγμή για την οποία νιώσαµε περήφανοι, αν και γνωρίζαµε ότι θα την πληρώναµε ακριβά- οι δυο µας ίσως. Σε λίγες ώρες οι διαρροές από τις συνήθεις πηγές κατέληγαν σε ρεπορτάζ σύµφωνα μετά οποία οι συνάδελφοι του Νίκου στο Eurogrouρ Working Grouρ χαρακτήριζαν έναν από τους πιο ευγενικούς, καλλιεργημένους, εκλεπτυσμένους, µετριοπαθείς και µε λαµπρές σπουδές Ευρωπαίους που γνωρίζω ως «βάρβαρο», «ηλίθιο», «Έλληνα ταξιτζή» και «δολιοφθορέα».

Tnv ίδια εκείνη μέρα ο Ντέκλαν Κοστέλλο έστειλε µέιλ στον Νίκο, για να µου το προωθήσει, με το οποίο µας προειδοποιούσε να µην καταθέσουµε το νομοσχέδιο για την καταπολέµηση της ανθρωπιστικής κρίσης προς ψήφιση στη Βουλή. Mας «συνιστούσε θερµά» να το συζητήσουνε µε τον Τόµας Βίζερ, τον Πόουλ Τόµσεν και τον ίδιο, πριν προχωρήσουµε το νομοσχέδιο. «Εάν το καταθέσετε, θα σημαίνει ότι προχωρήσατε µονοµερώς και κατά τρόπο αποσπασματικό, που δε συνάδει µε τις δεσµεύσεις σας», έγραφε στο μήνυµα του.

Ήταν το τέλειο δώρο, το σινιάλο που περίµενα για να περάσω αµέσως το νομοσχέδιο από τη Βουλή, δημοσιοποιώντας ταυτόχρονα το µέιλ του Κοστέλλο. Με τη δηµοσιοποίηση του εκθέταµε την αντίθεση της τρόϊκας στο σχέδιο να προσφέρουμε επείγουσα βοήθεια στις οικογένειες που την είχαν μεγαλύτερη ανάγκη. Όχι µόνο φαινόταν η απανθρωπιά τους σε όλο της το μεγαλείο, αλλά η στάση τους καταδείκνυε και την άνεση µε την οποία καταργούσαν, μετά έτσι θέλω, τον κατάλογο των µεταρρυθµίσεων τις οποίες είχα καταθέσει στο πλαίσιο της συµφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου και τον οποίο είχαν οι ίδιοι εγκρίνει σε εκείνη την επεισοδιακή τηλεδιάσκεψη της 24ης Φεβρουαρίου έναν κατάλογο η τέταρτη ενότητα του οποίου αφορούσε αυτά τα µέτρα για την καωταπολέµnσn της ανθρωπιστικής κρίσης!

Η κατακραυγή στην Ελλάδα και στο εξωτερικό ήταν εκκωφαντική. Ο Κοστέλλο θα έπρεπε να κτυπάει το κεφάλι του στον τοίχο. Αλλά η τρόικα έµαθε καλά το µάθηµα της εκείνο: από τη 17η Μαρτίου και µετά ποτέ δε µας ξαναέστειλαν µέιλ, ή κάποιο άλλο έγγραφο, που να αποκάλυπτε τις προθέσεις ή τις προτάσεις τους. Μόνο προς το τέλος του Ιουνίου το έκαναν υπό τη µορφή του τελεσιγράφου που µας παρέδωσαν, κάτι σαν χαρακτηριστική βολή.

Το επόµενο πρωινό το τεχνικό κλιµάκιο της τρόϊκας κατευθύνθηκε προς το αεροδρόµιο. Πρώτη φορά µετά από πολλές εβδοµάδες ένιωθα ότι υπάρχουν ακόµα ελπίδες να επανέλθει η ενότητά µας στη βάση ενός ολοκληρωμένου σχεδίου για το τέλος της κρίσης, γραµµένου για τον ελληνικό λαό από την ελληνική κυβέρνηση. Αλλά για να πετύχουµε κάτι τέτοιο, έπρεπε όλοι να είμαστε το ίδιο έτοιµοι να κάνουµε µε τον Μάριο Ντράγκι, την Άνγκελα Μέρκελ και την Κριστίν Λαγκάρντ εκείνο που έκανε ο Νίκος στην πρώτη του τηλεδιάσκεψη μετά Eurogrouρ Working Grouρ: να πατήσουµε το πλήκτρο του Off.

Η σαγήνη της Μέρκελ

α χρόνια που ήταν στην αντιπολίτευση ο Αλέξης µιλούσε δημοσίως υποτιμητικά για τη Γερµανίδα καγκελάριο. Τα σαρκαστικά του σχόλια για τη «Φράου» ή τη «Μαντάµ» Μέρκελ είχαν κατακλύσει τον Τύπο, ενώ οι εκπρόσωποι του Σύριζα υπόσχονταν ότι µόλις αναλάµβαναν την εξουσία, θα έσκιζαν το µνηµόνιο, θα διέγραφαν το χρέος και θα πετύχαιναν κι άλλα κατορθώματα που δε συνήδαν µε τη δεδηλωμένη πρόθεσή τους να διαπραγµατευτούν µια νέα συµφωνία που θα κρατούσε την Ελλάδα στην ευρωζώνη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ο Αλέξης, συγκεκριµένα, είχε την εσφαλμένη πεποίθηση ότι δυνάµεις πέρα από την Ευρώπη, από τη Ρωσία και την Κίνα έως τις Ηνωµένες Πολιτείες της Αμερικής και το Ιράν, θα µας πρόσφεραν βοήθεια, ενώ οι χώρες της περιφέρειας της Ευρώπης θα βοηθούσαν µε κάποιον τρόπο να συγκρατηθεί το Βερολίνο γενικά και η κ. Μέρκελ ειδικότερα.

Αυτές οι πεποιθήσεις έρχονταν σε άµεση αντίθεση µε την άποψη που είχα επανειλημμένως διατυπώσει, ότι από όλους τους πιθανούς συµµάχους στην Ευρώπη και αλλού η κυρία Μέρκελ αποτελούσε τη μεγαλύτερη ελπίδα µας. Φυσικά, η άποψη µου εκείνη ανησυχούσε πολλούς, συµπεριλαµβανοµένου του Αλέξη, που περίµεναν από εµένα να στραφώ σε χώρες όπως η Γαλλία, η Ιταλία ή n Ισπανία, για τις οποίες η Μέρκελ θα έπρεπε να αντιπροσωπεύει τον κοινό εχθρό. Ήµουν όµως πεπεισµένος ότι καµία κυβέρνηση ελλειµµατικής χώρας της ευρωζώνης δε θα τολµούσε να αντισταθεί στο Βερολίνο, ακόµα κι αν κατά βάθος το επιθυµούσε. Αντίθετα, το κλειδί της επιτυχίας µας βρισκόταν στην αποφασιστικότητα της Άvγκελας Μέρκελ να κρατήσει συµπαγή την ευρωζώνη, ως αποτέλεσµα του συντηρητισμού της και της απέχθειας της απέναντι σε δοµικές αλλαγές.

Από το 2010 έως το 2014 προσπαθούσα επίµονα να πείσω πολιτικούς διαφόρων κοµµάτων ότι ο µοναδικός τρόπος να υποχρεωθεί η καγκελάριος Μέρκελ να παρέµβει υπέρ µια σοβαρής ελάφρυνσης του χρέους και µιας λογικής συµφωνίας µε την Ελλάδα θα ήταν να της παρουσιάσουµε µια απλή επιλογή: είτε µας διώχνετε από την ευρωζώνη τώρα, αναλαβαίνοντας εσείς το πολιτικό κόστος, είτε µας βγάζετε τώρα από τη φυλακή οφειλετών κρατώντας µας στην ευρωζώνη. Ήµουν και παραµένω πεπεισµένος ότι, σε αντίθεση µε τον Bόλφγκανγκ Σόιµπλε, που θα άρπαζε την ευκαιρία να µας πετάξει έξω από την ευρωζώνη, η Άνγκελα Μέρκελ, έστω και απρόθυµα, θα απέφευγε την επιλογή του Grexit. Έτσι, από την ηµέρα που ανέλαβα το υπουργείο οικονοµικών, είχα µονίµως κατά νου τη Γερµανίδα ηγέτιδα, διασφαλίζοντας ότι δε θα κάναµε κάτι που θα την εµπόδιζε, αν το επέλεγε, να παρουσιάσει στην Μπούντεσταγκ τις προτάσεις µας για ανταλλαγή χρέους και την αναθεωρημένη ατζέντα µας των µεταρρυθµίσεων ως δική της λύση για την ελληνική κρίση. Το να της επιτρέψουµε να παρουσιάσει τις προτάσεις µας σαν δικές της ήταν µια αναγκαία συνθήκη για αξιοπρεπή συµφωνία. Αλλά δεν ήταν βέβαια ικανή. Για να της δώσουµε κίνητρο να υιοθετήσει τις προτάσεις µας έπρεπε να παραµείνουµε σταθεροί στις θέσεις µας απέναντι στις απειλές του Βόλφγκαvγκ και των παρατρεχάμενων του για το Grexit. Μόνο τότε ήταν πιθανό να παρέµβει η καγκελάριος.

Και εκεί αναπτύχθηκε σιγά σιγά η διαφορά ανάµεσα στον Αλέξn και σ’ εµένα. Ο Αλέξης είχε πολύ αρνητική γνώµη για τη Μέρκελ, την έβλεπε σαν έναν εχθρό που δε θα λύγιζε, εκτός αν η Ουάσινγκτον ή n Μόσχα ή κάποια άλλn δύναµη την υποχρέωνε να το κάνει. Εγώ, αντίθετα, την έβλεπα ως πραγματίστρια πολιτικό που, όταν δε θα είχε πια εναλλακτικές, θα έκανε το σωστό. Σε αντίθεση µε πολλούς συντρόφους µου, ούτε δαιµονοποιούσα τη Μέρκελ αλλά ούτε και προσδοκούσα ότι θα µας στήριζε χωρίς κάποιο βαθύτερο κίνητρο θεµελιωµένο στη δική µας αποφασιστικότητα. Έτσι, όταν µεσολάβησε µε πολύ χρήσιμο τρόπο πριν από το Eurogrouρ της 20ης Φεβρουαρίου, οι προσδοκίες µου επαλnθεύτnκαν: η καγκελάριος θα παρενέβαινε την τελευταία στιγµή, και ως έσχατη λύση, εφόσον φοβόταν ότι δε θα υποχωρούσαμε. Αντίστοιχα, όταν μετά από λίγες εβδοµάδες µας υποσχέθηκε ακόµη µία θετική παράβαση, ενδεχόµενο που στη συνέχεια εξαφανίστηκε κατά την επίσκεψη του Βίζερ στο διαµέρισµα µας, οι προσδοκίες µου επίσης επαληθεύτηκαν; η καγκελάριος δε θα υποχωρούσε, εκτός εάν δεν της αφήναμε εναλλακτική.

Αλλά ο Αλέξης έκρινε µε διαφορετικό τρόπο τη συµπεριφορά της Μέρκελ. Η παρέµβαση της λίγο πριν από την 20ή Φεβρουαρίου τον ώθησε στην εγκατάλειψη του αντιμερκελισµού του και, στο άλλο άκρο, στην καλλιέργεια Μεγάλων (κατά Ντίκενς) Προσδοκιών. Στη συνέχεια, αφότου καλλιεργήθηκαν οι Μεγαλύτερες Προσδοκίες του Αλέξn, η Μέρκελ µπορούσε να τις διαλύσει κατά βούληση, βυθίζοντας τον στα βάθη της απόγνωσης. Χρησιµοποιούσε όπως την εξυπηρετούσε την ικανότητα της να παίζει με τα συναισθήματα και τις προσδοκίες του Αλέξn: του έδινε ελπίδες, κατόπιν τις καταπόντιζε, αργότερα τις αναπτέρωνε.

Έκανα ότι μπορούσα για να αποδυναµώσω την επίδρασή της στον πρωθυπουργό, αναλύοντας τη συµπεριφορά της και υποστηρίζοντας ότι ο μοναδικός τρόπος να εξασφαλίσουµε µια αξιοπρεπή συµφωνία ήταν να φροντίσουμε να έχει συνεχώς την επίγνωση ότι δε φοβόμασταν να πατήσουµε το πλήκτρο του Off. Αλλά δεν τα κατάφερα. Τον Απρίλιο θα καταλάβαινα ότι ο Αλέξης είχε παραδοθεί στη σαγήνη της καγκελαρίου.

Θα ήταν λάθος όµως, αγαπητέ αναγνώστη, να θεωρήσεις ότι ο Αλέξης σαγηνεύτηκε εύκολα από τη Μέρκελ. Αντιστάθηκε. Όµως, η τελική σαγήνευση θεμελιώθηκε σε δύο πράγµατα: στην ψυχολογική κληρονοµιά του Ψυχρού πολέµου και στην εργατικότητα της Γερµανίδας καγκελαρίου. Ο Εµφύλιος (1946-49) και ο Ψυχρός Πόλεµος που ακολούθησε δίχασαν την ελληνική κοινωνία βάναυσα και βαθιά. Ακόµα κι’ όταν τα κομμουνιστικά καθεστώτα κατέρρευσαν µαζί µε την ΕΣΣΔ, µέρος της Αριστεράς συνέχισε να βλέπει τη Ρωσία ως εν δυνάµει φίλο και απελευθερωτή από την τρόϊκα, μετά πετροδολάρια που θα έστελνε ο Βλαντιµίρ Πούτιν να παίζουν σημαντικό ρόλο στα φαντασίωση εκείνn. Ο Αλέξης, αν και δε φαινόταν να διακατέχεται από τη φαντασίωση αυτή, δεν ήταν εντελώς απελευθερωµένος από την ελπίδα της. Πίστευε σε κάποια βοήθεια από τη Ρωσία. Όταν µου το είπε, προτού κερδίσουµε τις εκλογές, έκανα ό,τι μπορούσα για να τον μεταπείσω. «Η Ρωσία δεν είναι Κίνα», θυµάµαι να του λέω. Ακόµα και να ήθελε ο Πούτιν να µας στείλει µερικά δισ. µε αντάλλαγµα κάποιον αγωγό φυσικού αερίου, θα έπρεπε να πούµε «όχι». Για τρεις λόγους: Πρώτον, επειδή ο Πούτιν είναι αναξιόπιστος και οι Ρώσοι επιχειρηματίες, αδυνατούν να επενδύσουν σοβαρά ποσά µε µακροπρόθεσµο ορίζοντα Δεύτερον, η Ρωσία είναι η ίδια στα πρόθυρα της χρεοκοπίας, οπότε ότι και να µας υποσχεθούν είναι άνευ ουσιαστικής αξίας. Τρίτον, ο Πούτιν ήταν εγκληματίας πολέµου ένας πράκτορας µυστικών υπηρεσιών που αιματοκύλισε την Τσετσενία µόνο και µόνο για να αναρριχηθεί στο Κρεµλίνο. ‘Ήθελε πραγματικά η κυβέρνηση µας, της οποίας οι µοναδικοί υποστηρικτές ήταν οι ανά την Ευρώπη προοδευτικοί πολίτες, να µπλεχθεί µε τον Πούτιν;

Παράλληλα, οι προβληματικοί κυβερνητικοί µας εταίροι, οι ΑΝΕΛ, είχαν την αντίθετη ιδέα: να προσχωρήσουμε, υπό µία έννοια, στις ΗΠΑ ώστε να απελευθερωθούμε έτσι από τη λαβή της κ. Μέρκελ. Στο διάλειµµα µιας συνεδρίασης του υπουργικού συµβουλίου ο υπουργός Άµυνας Πάνος Καµµένος µε πλησίασε λέγοντας µου να μην αφήνω τους Γερµανούς να µε κάνουν να ανησυχώ. «Σου έχω έτοιµα δισεκατοµµύρια δολάρια από την Αµερική και γραµµή ανταλλαγών µε τη Fed [σηµ.: την Ομοσπονδιακή Κεντρική Τράπεζα των ΗΠΑ] που θα καταστήσει ανώδυνη µια έξοδο από το ευρώ».1 Χαµογέλασα και κατέβαλα ιδιαίτερη προσπάθεια να μην του πω αυτό που σκεφτόμουν. Όµως εκείνος επέµεινε προτείνοντας µου μάλιστα να δεχθώ στο γραφείο µου φίλο του Ελληνοαµερικανό χρηματιστή από τη Νέα Υόρκη που θα µου εξηγούσε τι είχε κατά νου για το ανώδυνο Grexit που µου υποσχόταν. Ο Αλέξης, που άκουγε, έδειχνε να θεωρεί πως άξιζε να ερευνήσω την πιθανότητα. Ως ο υπουργός οικονοµικών µιας χώρας σε πεντάχρονη οικονομική αποπληξία, και µε τον Σόϊµπλε να µου χαρακτηρίζει το Grexit αναπόφευκτο, είχα υποχρέωση να το ψάξω.

Λίγο αργότερα συνάντησα τον φίλο χρηµατιστή του Καµµένου στο γραφείο µου, ο οποίος µου ορκιζόταν ότι η γραµµή ανταλλαγής ενός νέου εθνικού νοµίσµατος µε δισεκατοµµύρια δολάρια από τη Fed ήταν συμφωνημένη, µε το σύμβολο του Πωλ Βόλκερ πρώην προέδρου της Fed κι ενός από τους Αµερικανούς αξιωµατούχους που είχα σε εκτίμηση.2 «Και γιατί να µας δώσουν αυτήν τη γραµµή συναλλαγής;» τον ρώτησα. Σε αντάλλαγµα, µου απάvτησε, δικαιωµάτων υποθαλάσσιας έρευνας (για πετρέλαιο και φυσικό αέριο) που θα παραχωρούσε σε αµερικανικές εταιρείες. Αν αυτό ίσχυε, θα είχε κάποιο ενδιαφέρον. Για να διαπιστώσω όµως αν ίσχυε, έστειλα στον Τζέιµι Γκάλµπρεϊθ στη Νέα Υόρκη για να συναντήσει τους συνεργάτες του φίλου του Καµµένου που θα µας εξέθεταν όλες τις λεπτοµέρειες. Πράγµατι, η συνάρτηση έγινε στα γραφεία της εταιρείας του Πωλ Βόλκερ. Μόνο που, όπως αποκάλυψε ο Τζέιµι, επρόκειτο για φούσκα, για να μην πω για απάτη: Η «γραµµή ανταλλαγής» µε τη Fed ήταν όνειρο θερινής νυκτός ενώ η χρήση των γραφείων της εταιρείας του Πωλ Βόλκερ εξασφαλίστηκε από τους φίλους του Καµµένου µε ενοίκιο που πλήρωσαν για αίθουσα την οποία οι συνεργάτες του Βόλκερ νοίκιαζαν σε άσχετους …

Έως ότου εξηγήσω στον Αλέξη ότι ο θησαυρός του Καµµένου ήταν άνθρακές, ακριβώς όπως είχα φαντασθεί, ο Πούτιν του είχε πει, από µόνος του, να μην υπολογίζει σε εκείνον: «Αν θέλεις να µιλάµε, ναι, για να σε συµβουλεύω όµως», του είπε, σύµφωνα µε τον Αλέξη, συμπληρώνοντας: «Όμως μη βασίζεσαι πάνω µου. Πρέπει να τα βρεις με το Βερολίνο». Χωρίς την ελπίδα συµπαράστασης από ότι απέµενε από τις δύο υπερδυνάμεις του Ψυχρού Πολέµου, οι οποίες σύµφωνα µε την Αριστερή Πλατφόρμα και τον Καµµένο αντίστοιχα θα έφερναν δισεκατοµµύρια στη χώρα, ο Αλέξης βρέθηκε ξάφνου αντιµέτωπος µε εκείνο που του έλεγα χρόνια η λύση θα έρθει από τη Μέρκελ.

Αυτή η ωρίμανση απαιτούνταν. Δυστυχώς όµως η σαγήνη της καγκελαρίου, που την ενίσχυσε η εργασιομανία την οποία ο Αλέξης θα διαπίστωνε ιδίοις όαση σύvτοµα, τον οδήγησε στο άλλο άκρο από τον αρχικό του αντιμερκελισµό στην ελπίδα, και κάποια στιγµή στην πεποίθηση, ότι η Μέρκελ θα του έδινε µια «πολιτικά διαχειρίσιμη λύση», ανεξάρτητα από το εάν εκείνος ήταν έτοιµος να ενεργοποιήσει το δικό του σχέδιο μάχης εναντίον της στην περίπτωση που προσπαθούσε να τον συνθλίψει.

Στον απόηχο του αποτυχημένου Eurogrouρ της 9ης Μαρτίου ο Αλέξης είχε µιλήσει τηλεφωνικά µε τη Μέρκελ ζητώντας της να παρέµβει ξανά. Εκείνη αντέδρασε ζητώντας του να κάνει κάτι απλό: να πάρει την τελευταία έκδοση του μνημονίου και, παράγραφο παράγραφο, να καταγράψει ο Έλληνας πρωθυπουργός σε τι διαφωνούσε, τι αντιπρότεινε και πού συµφωνούσε. Αφού έκλεισαν το τηλέφωνο, µε κάλεσε για να µου αναθέσει τη δουλειά αυτή, Ήταν κάτι που μπορούσα να κάνω εύκολα, δεδοµένου ότι είχα προβεί σε προσεκτική µελέτη του μνημονίου, από την οποία είχε, άλλωστε, προκύψει το συµπέρασµα µου πως με το 70% των διατάξεων του μπορούσαµε «να ζήσουµε» και πως το τοξικό µέρος του μνημονίου συνωστιζόταν στο 30%.

Έµεινα ολόκληρο εκείνο το βράδυ στο γραφείο αντικρούοντας, άλλη µία φορά, τις δεκαπέντε παραγράφους του μνημονίου, όπως είχε διαµορφωθεί την τελευταίο φορά που έκατσαν κάτω να το «επικαιροποιήσουν» οι τροϊκανοί και η κυβέρνηση Σαµαρά. Κάτω από κάθε παράγραφο πρόσθεσα τη δική µου ερμηνεία και τις θέσεις της κυβέρνησης µας, όπως τις κατανοούσα. Με πράσινο µελάνι κατέγραψα τα σηµεία όπου συµφωνούσαµε, µε κόκκινο µελάνι τις διαφωνίες µας αλλά και τους λόγους για τους οποίους διαφωνούσαµε και µε µπλε µελάνι τις δικές µας αντιπροτάσεις στο µέτρο και τις προβλέψεις του μνημονίου. Έως το πρωί το αρχικό κείµενο των τεσσάρων σελίδων είχε γίνει είκοσι επτά σελίδες.

Την 20η Μαρτίου, τρεις µέρες πριν από την τηλεδιάσκεψη του Eurogrouρ Working Grouρ την οποία διέκοψε ο Νίκος Θεοχαράκης πατώντας το κουµπί Off, ο Αλέξης μετέβαινε στις Βρυξέλλες για τη Σύνοδο Κορυφής της ΕΕ. Η Μέρκελ είχε προτείνει λόγω του αδιεξόδου στο Eurogrouρ Working Grouρ, να βρεθούν µετά το επίσημο γεύµα οι δυο τους, ώστε να συζητήσουν το κείµενο του μνημονίου όπως το είχα διαµορφώσει, µε τις δικές µας προσθήκες και διαφωνίες. Εκείνο το βράδυ το δείπνο των Ευρωπαίων ηγετών τράβηξε πολύ, μέχρι λίγο πριν από τα μεσάνυκτα. Ο Αλέξης, όπως µου είπε, πίστεψε ότι το τετ-α-τετ του µε τη Μέρκελ θα αναβαλλόταν. Κι όµως, η Άνγκελα Μέρκελ, παρά την εµφανή κούραση, τον πήρε σ’ ένα δωµάτιο συσκέψεων και πέρασε µαζί του ατελείωτες ώρες συζητώντας κάθε πρόταση, κάθε λέξη στο χρωματιστό 27σέλιδο κείµενο που είχα προετοιμάσει. Όταν τελείωσαν, η Μέρκελ τον συνεχάρη για το κείµενο εκείνο µάλιστα, όπως µου είπε ο Αλέξης µε περηφάνια, τον συνεχάρη δύο φορές. Τα συγχαρητήρια της, η εργασιομανία της και η λεπτομερής γνώση του ελληνικού µνηµονίου από µέρους της εντυπωσίασαν τον Αλέξn.

Η σαγήνη την οποία ασκούσε πάνω του µεγεθυνόταν αργά αλλά σταθερό. Κι όταν η καγκελάριος αποφάσισε να χτυπήσει αµείλικτα, σαν τον κυνηγό που ύστερα από ώρες αναµονής χτυπά αστραπιαία, στόχευσε τη µοναδική µορφή ισχύος που διέθετε ο Αλέξης: την ενότητά µας, τη σχέση του πρωθυπουργού µε τον υπουργό οικονοµικών µιας ενοικιαζόµενης χώρας, µιας στριμωγμένης κυβέρνnσης. Το εργαλείο που χρησιμοποίησε για να µας διχάσει ήταν ιδιοφυές: Δεδοµένης της απέχθειας των περισσότερων Ελλήνων απέναντι στον Σόϊµπλε αλλά και του σκεπτικισμού των περισσότερων Γερµανών έναντι εµού, πρότεινε στον Αλέξn να µας αφήσουν να αλλnλοακυρωνόµαστε στο επίπεδο του Eurogrouρ ενόσω εκείνοι, Mέρκελ και Τσίπρας, δούλευαν παρασκηνιακά ώστε να βρεθεί η λύση, η έντιµη συµφωνία. Προς αυτή την κατεύθυνση, η Άνγκελα Μέρκελ πρότεινε έναν τρίτο βαθµό διαπραγµατεύσεων, πάνω από το Eurogrouρ αλλά κάτω από τη Σύνοδο Κορυφής. Σε αυτό το νέο επίπεδο, στο οποίο δε θα συμμετείχα ούτε εγώ ούτε ο Σόιµπλε, οι δυο τους (µέσω οικείων και έµπιστων τους εκπροσώπων) θα έφερναν την επίλυση υπερβαίνοντας τις αντιρρήσεις του Σόιµπλε, τον οποίο θα ακύρωνα εγώ στο Eurogrouρ.

Ο Αλέξης λάτρεψε την ιδέα. Και έτσι οργανώθηκε µυστική συνάντηση μεταξύ των απεσταλµένων τους στη Φρανκφούρτη. Ήταν η αρχή του λεγόμενου Frankfurt Grouρ, που (αν και απολύτως κρυφό) θα «καθόταν» πάντα από το Eurogrouρ, το οποίο είχε από κάτω του το Eurogrouρ Working Grouρ, με το Brussels Grouρ ακριβώς από κάτω. Ως αντιπρόσωπο της στο Frankfurt Grouρ η Μέρκελ επέλεξε τον Μάρτιν Σέλµαϊρ, Γερµανό αξιωµατούχο στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο Αλέξης επέλεξε τον Νίκο Παππά. Το πρόβλnµα όµως ήταν ότι, πριν καλά καλά η δική µας πλευρά κατανοήσει τι σήµαινε αυτό, η Μέρκελ επέµεινε (και πέτυχε) να συμμετάσχουν και «προσωπικοί» εκπρόσωποι του Μάριο Ντράγκι και της Κριστίν Λαγκάρντ, µε τον Μπενουά Κερέ να εκπροσωπεί τον Μάριο και τον πανταχού παρόντα Πόουλ Τόµσεν να εκπροσωπεί την Κριστίν Λαγκάρντ. Έτσι, το Frankfurt Grouρ κατάντησε να είναι µια αντανάκλαση του Eurogrouρ µε τρείς απώλειες: τον Βόλφγκανγκ, εµένα και τον Πιερ Μοσκοβισί, ο οποίος αντικαταστήθηκε από εκπρόσωπο του Γιουνκέρ, τον επίσης Γάλλο Λουκ Κολονιάτ.

Όπως αποδείχτηκε στην πράξη, το Frankfurt Grouρ δεν προσέφερε τίποτα. Όµως πέτυχε τον βασικό στόχο της Μέρκελ: τον παραγκωνισµό µου, τον οποίο απαιτούσαν το Βερολίνο και οι Βίζερ-Ντάισελµπλουμµ (για να μην αναφέρω και τον Αµερικανό πρέσβη στην Αθήνα). Ήταν ένα ευφυές τέχνασμα το οποίο πέτυχε να σπείρει τη διχόνοια στις τάξεις µας, κάνοντας τον Αλέξn µονίµως να ελπίζει ότι, όπου να ‘ναι, η Μέρκελ θα παρενέβαινε θετικά, θα υποχωρούσε.

Πολύ γρήγορα µετά τη συγκρότηση του Frankfurt Grouρ, το νοητικό τσουβάλιασμα στο ίδιο τσουβάλι του Σόιμπλε και εμού έβαλε μπρος τη διαδικασία ταύτισης μας στα μάτια των συντρόφων του πολεμικού συμβουλίου μας. Για τον Αλέξη, και περισσότερο για άλλα μέλη του πολεμικού συμβουλίου, ο Βόλφγκανγκ κι εγώ βρισκόμασταν πλέον νοητικά στο ίδιο πλαίσιο-δύο μονομάχοι που εξουδετέρωναν ο ένας τον άλλον. Και το τραγικότερο: Μέχρι τα μέσα Μαίου αυτό που είχε αρχίσει ως φιλοφρόνηση (ότι με το να θυσιαστώ είχα καταφέρει να εξουδετερώσω τον Σόιμπλε) μετατράπηκε σε ανυπόφορη κατηγορία εναντίον μου: ότι «τα είχα βρει» με τον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, σχεδιάζοντας μαζί του, πίσω από την πλάτη της καγκελαρίου και του Αλέξη, την εισαγωγή των capital controls και την έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ.

Μια τόσο χονδροειδής ψευδής κατηγορία δε θα μπορούσε ποτέ να γίνει πιστευτή χωρίς βοήθεια από το εσωτερικό του πολεμικού μας υπουργικού συμβουλίου. Φαντάσου, αναγνώστη, τη φρίκη μου όταν ανακάλυψα ότι η κατηγορία δεν είχε απλώς υποβοηθηθεί, αλλά ότι βασιζόταν, ενδεχομένως και να είχε ξεκινήσει από ψευδείς αναφορές. που προέρχονταν από την Ελληνική Υπηρεσία Πληροφοριών την περιβόητη ΕΥΠ.

23 Μαρτίου 2015 μια (ίσως) σημαδιακή ημέρα

έχρι σήμερα πολλοί με ρωτούν; «Πότε άλλαξε ο Αλέξης;» Είναι μια ερώτηση στην οποία δεν αποκρίνομαι, δεδομένου ότι ποτέ δε θα μπορέσω να την απαντήσω ικανοποιητικά. Παρ’ όλα αυτά, ακούω τις απαντήσεις που δίνουν άλλοι με κάποιο ενδιαφέρον. Μία από αυτές με εντυπωσίασε ιδιαίτερα.

Στις αρχές του 2016 ήμασταν με τη Δανάη σε δείπνο με άλλο ζευγάρι, γνωστό σκηνοθέτη και τη σύζυγό του. Καθώς οι σύζυγοί μας καταπιάνονταν με το ίδιο ερώτημα («Πότε άλλαξε ο Αλέξης;»), ο σκηνοθέτης κι εγώ σιωπούσαμε, μέχρι που εκείνος ξαφνικά έσπασε τη σιωπή του απαντώντας στο ερώτημα εμφατικά. «Την 23η Μαρτίου 2015», είπε αφήνοντας με εµβρόντητο.

Με αφορμή την ακρίβεια και τη σιγουριά του, ρώτησα γιατί αυτή τη συγκεκριμένη ημερομηνία. Όντας καλλιτέχνης της εικόνας, αντί να μου απαντήσει, έβγαλε ένα τάμπλετ για να μου δείξει δύο φωτογραφίες: στην πρώτη ήταν ο Αλέξης την ώρα που έμπαινε στην καγκελαρία κατά την πρώτη επίσημη επίσκεψη του στο Βερολίνο την 23η Μαρτίου, λίγες μέρες μετά τη μεταμεσονύκτια συνάντηση του με τη Mέρκελ στις Βρυξέλλες τότε που εργάστηκαν μαζί πάντα στο χρωματιστό κείμενο που είχα ετοιμάσει. Στη φωτογραφία φαινόταν καταβεβλημένος. Η δεύτερη φωτογραφία είχε ληφθεί περίπου μία ώρα αργότερα, Tη στιγμή που έβγαινε συνοδευόμενος από την καγκελάριο Mέρκελ πάνω στο κόκκινο χαλί και με στρατιωτική φρουρά να αποδίδει τιμές. Φαινόταν περιχαρής.

«Ξέρεις τι σκέφτεται καθώς βγαίνει από την καγκελαρία;» ρώτησε ο φίλος μας.

«Δεν έχω ιδέα», του είπα.

«Τι διάολο θα κάνω τώρα με τον Βαρουφάκη; Αυτό σκέφτεται».

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑI….

——–

**Συνέχεια Διευκρίνησης από τη σύνταξη για το Γιάνη Βαρουφάκη και το Βιβλίο του:

498

(…) «Ακόμη είναι θεμιτό να έχουμε όλοι τις απόψεις μας γιά τον συγγραφέα και το έργο του. Όμως προκαλεί μεγάλη απορία το γεγονός, ότι για τόσα καίριας σημασίας γεγονότα, συζητήσεις, περιγραφές, με υπουργούς, πρωθυπουργούς, προέδρους, αλλά και με Ε.Ε., ΔΝΤ, τόσο καιρό-αρκετό νομίζω-δεν τόλμησε, (πλήν Γερούν Ντάισελμπλουμ τελευταία), αξιόπιστα κανείς, εδώ ή έξω, να διαψεύσει, κάτι, (όμως συγκεκριμένο και όχι γενικό και αόριστο), από τα τόσα αποκαλυπτικά, που αναφέρονται».

Γιατί τόσοι δημοσιογράφοι και δημοσιολογούντες, που κάνουν την «κλωστή τριχιά», που έχουν καταλογίσει στον Γιάνη Βαρουφάκη «όλα τα δεινά της χώρας», που τον έχουν «καταξεσκίσει» και απειλήσει με δικαστήρια, στρατοδικεία και …αγχόνες ακόμη, γιατί δεν έχουν κάνει τίποτε; Ούτε ένα (αρ.1) ρεπορτάζ για να καταρρίψουν τις -όπως ειρωνικά λένε- «μπαρούφες» του; Και ας αφορούν την Ελλάδα, που τόσο «κόπτονται», την Ευρώπη που τόσο «θαυμάζουν»…

 

Θεωρώ όμως ότι έχει πολύ σοβαρές ευθύνες για τα λάθη και τις παραλείψεις του, και που κατά την αναλογίαν (του), θα «πληρώνουμε» για πολλές 10ετίες. Όπως επίσης, δεν παραβλέπω, τις ιδιαίτερες γνώσεις και ικανότητες του, την εντιμότητα, την αξιοπρέπεια, τον πατριωτισμό και το σεβασμό σε ιδέες και αρχές.

Και επειδή φρονώ, ότι είναι όχι μόνο ψευδείς και άδικες σχεδόν όλες, οι σε βάρος του κατηγορίες, είναι όχι μόνο πολύ μεροληπτική η απόκρυψη-της αληθινής ή μη-αφήγησης του, αλλά και «βγάζει μάτι» η «ειδική» στοχοποίηση του από εχθρούς και «φίλους», για αυτό θεωρώ χρέος μου να αφιερώσω-το χρόνο -στην (δική του) εξιστόρηση του ΤΟΤΕ. Και τα συμπεράσματα όλων μας…

 

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.