«ΑΝΙΚΗΤΟΙ ΗΤΤΗΜΕΝΟΙ» – Του Γιάνη Βαρουφάκη – Best Seller (9º μέρος/11 – Κεφάλαια 13º-14º )

Standard

 

 

(…)Αλέξης Τσίπρας: «Μια στάση πληρωµών προς το ΔΝΤ θα ερµηνευόταν ως στάση πληρωµών προς όλους τους δανειστές, δίνοντας έτσι το έναυσµα στον Ντράγκι να µας κλείσει τις τράπεζες.»..

Γιάννης Βαρουφάκης. «Εδώ είµαστε», σκέφτηκα. «Μου επιτίθεται στο Κυβερνητικό Συµβούλιο χωρίς καν να έχω αρθρώσει λέξη»…Eίχα άδικο. Μετά από µια σύντοµη παύση, όπως (..) οι κορυφαίοι τραγωδοί, συνέχισε(….):

Α.Τ.:« Όµως, ξέρετε κάτι, σύντροφοι; Έχει δίκιο! Φτάνει πια. Ως εδώ. (…) Η Ελλάδα, τους αρέσει δεν τους αρέσει, παραµένει κυρίαρχο κράτος, κι εµείς, η κυβέρνηση, έχουµε καθήκον να τους πούµε Αρκετά!

Γ.Β. «Και τότε σηκώθηκε όρθιος, γύρισε προς εµένα, προέτεινε το δεξί χέρι δείχνοντας µε τον δείκτη και µε φωνή που εξέπεμπε ψυχολογική και ηθική ανανέωση είπε:

Α.Τ.:«  Όχι µόνο θα σταματήσεις τις πληρωµές στο ΔΝΤ, αλλά θα πάρεις το  αεροπλάνο  να πας αυτοπροσώπως στην  Κυρία να της το πεις ο ίδιος  στην  Ουάσινγκτον  πως θα  προβούµε  σε  στάση πληρωµών προς το ΔΝΤ!    (Aπρ. 2015)

 

ΜΕΡΟΣ

</span> <span style="color:#ffffff;">

(Διευκρίνηση: Τιμώ και σέβομαι το Γιάνη Βαρουφάκη, Αναγνωρίζω, την εντιμότητα, την αξιοπρέπεια, το θάρρος, το σεβασμό σε ιδέες και αρχές, καθώς και τις εξαιρετικές γνώσεις και επιστημονικές του ικανότητες του. …Δεν έχω την τιμή να τον γνωρίζω, ούτε τον ψήφισα ποτέ, ούτε διαφαίνεται, ιδίως τώρα, που κατεβαίνει στις εκλογές, λόγω, κυρίως μη πολιτικής συμφωνίας (για Καπιταλισμό-ΕΕ κ.α.)…

(ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΑΡΘΡΟΥ **)

`

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 13°

 

 

«EΝΤOΛΗ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ».

 

 `

«Ποιά επανάσταση προσέφερε ποτέ

κάτι άλλο πέρα από την καταστροφή;»

</span>
<p class="MsoNormal" style="line-height:normal;text-align:justify;"><span style="color:#ffffff;">

Το ερώτημα μου το είχε θέσει χρόνια πριν, 1984 ήταν θαρρώ, συνάδελφος λέκτορας στο πανεπιστήμιο του Ιστ Άνγκλια, όπου διδάσκαμε τότε. Τον θυμήθηκα την άνοιξη του 2015, όταν το βαθύ ευρωπαϊκό κατεστηµένο λίγο πολύ έλεγε το ίδιο πράγμα, αναφερόμενο σε κάθε εξέγερση εναντίον του. Στον συνάδελφο μου, το 1984, είχα βέβαια απαντήσει ότι η χώρα μου δε θα υπήρχε χωρίς την επανάσταση που τη δημιούργησε. Μπορεί να είχε ελάχιστες πιθανότητες επιτυχίας εκείνη η επανάσταση. Μπορεί μεγάλο μέρος της ελληνικής ελίτ της επoχής να τη θεωρούσε απερισκεψία. Μπορεί να έφαγε το παιδιά της (όπως κάθε επανάσταση). Όμως, το 1821 ήταν το αποκορύφωμα συλλογικών δράσεων που μας έδωσαν σήμερα το δικαίωμα να μη βρισκόμαστε στην ίδια ιστορική μοίρα με τους Ετρούσκους ή τον λαό της Νήσου του Πάσχα».

`

Έτσι και το 2015: η εξέγερσή μας εναντίον της χρεοδουλοπαροικίας μπορεί να θεωρούνταν ότι είχε λίγες πιθανότητες επιτυχίας, μπορεί να την εχθρεύονταν οι σύγχρονοι κοτζαμπάσηδες, μπορεί εν τέλει να έφαγε τα παιδιά της. Ήταν όμως ο μοναδικός τρόπος να σταματήσει η ερημοποίηση της πατρίδας μας, η μετατροπή της σε προτεκτοράτο τύπου Κοσσόβου, με ωραίες βέβαια παραλίες πάνω στις οποίες θα κτιστούν γηροκομεία και θέρετρα για βόρειους συνταξιούχους και παραθεριστές, με τους δικούς μας ανθρώπους είτε να εργάζονται σε αυτά (όπως οι ιθαγενείς κάτοικοι στη Χαβάη εργάζονται στα θέρετρα των λευκών Αμερικανών) είτε να ζουν από τους κάδους απορριμμάτων.

`

Η 25η Μαρτίου ήταν πάντα, στον νου μου, μέρα αντιφατικών συναισθημάτων. Από τη μία, εκτιμούσα και γιόρταζα την απερίσκεπτη, ουτοπική πράξη πίστης κάποιων «τρελών» Φιλικών, οπλαρχηγών και απλών ανθρώπων, η οποία, σχεδόν τυχαία, οδήγησε στη γένεση της σύγχρονη Ελλάδας. Από την άλλη, όμως, με απωθούσαν οι παρελάσεις, που θύμιζαν την αισθητική της χούντας και της μεταξικής δικτατορίας που προηγήθηκε.

`

Εκείνη όμως την άνοιξη, του 2015, καθώς πλησίαζε η 25η Μαρτίου, όταν ο Αλέξης μου ζήτησε να εκπροσωπήσω την κυβέρνηση σε μια από τις παρελάσεις, δέχτηκα ενθουσιωδώς και ζήτησα να την εκπροσωπήσω στην παρέλαση στα Χανιά. Εκείνη την άνοιξη, του 2015, πράγματι ο αέρας περιείχε κάτι περισσότερο από τα χελιδόνια και τις μυρωδιές των αγριολούλουδων: Έσφυζε από το πνεύμα της εξέγ ερσης, την υπερηφάνεια και την αξιοπρέπεια που άνθιζαν και πάλι σε τούτη τη χώρα, καθώς και στην ελληνική Διασπορά, από την Αμερική και τη Γερμανία έως και την Αυστραλία.

`

«Πέρα από τους δύο παππούδες μου, τον πατέρα της μητέρας μου και τον παππού του πατέρα μου, που ήταν βέροι Κρητικοί, δεν είχα συγγενικές σχέσεις στην Κρήτη. Παρ’όλα αυτά, η Κρήτη σημαίνει κάτι ιδιαίτερο για μένα. Η Δανάη είναι πεπεισμένη ότι είμαι Κρητικός, ότι κι αν σημαίνει αυτό. Από την άλλη, η κόρη μου, που γεννήθηκε στην Αυστραλία και η οποία έχει πάει στην Κρήτη δύο καλοκαίρια μόνο, συστήνεται στους φίλους της στο Σίδνεϊ ως … Κρητικιά. Αυτή η περίεργη αίσθηση του ανήκειν στο μεγάλο νησί ήταν ο λόγος για τον οποίο ήθελα, τη μία φορά που θα εκπροσωπούσα την κυβέρνηση σε εκδήλωση της 25ης Μαρτίου, να το κάνω στην Κρήτη, στα Χανιά.

`

Όταν η μέρα έφτασε, με τη Δανάη και μια παρέα από συντρόφους, βουλευτές, δημοτικούς άρχοντες, απλό κόσμο, περπατήσαμε στο κέντρο των Χανίων, πλησιάζοντας σιγά σιγά στον προορισμό μας στην τέντα κάτω από την οποία, δίπλα στον μητροπολίτη, τον δήμαρχο και τον αρχηγό της Αστυνοµίας, θα παρακολουθούσαµε την παρέλαση µαθητών, πυροσβεστών, αστυνοµικών, τοπικών συλλόγων και, το σημαντικότερο, πέντε βετεράνων της Μάχης της Κρήτης. Καθώς η παρέλαση περνούσε από μπροστά µου, ως είθισται οι συμµετέχοντες στρέφονταν προς εµένα για να απευθύνουν χαιρετισμό προς τον εκπρόσωπο της κυβέρνησης. Κάθε φορά που γύριζαν το κεφάλι τους προς το µέρος µου, µε έκαναν να αισθάνομαι περήφανος και γελοίος ταυτόχρονα. Αν και µια φωνή μέσα µου µε κορόιδευε ασταμάτητα, οµολογώ ότι απόλαυσα κάθε στιγμή. Στη συνέχεια καταθέσαµε στεφάνι στον Άγνωστο Στρατιώτη και σιγά σιγά κατευθυνθήκαμε, μέσα από πυκνό πλήθος, προς την ταβέρνα όπου θα ακολουθούσε αυτό που γίνεται πάντα στην Κρήτη σε τέτοιες περιπτώσεις µε τη ρακή να τρέχει χείμαρρος.

`

«Καθώς περπατούσαμε, άνδρες και γυναίκες πάλευαν να µου σφίξουν το χέρι, να µε αγκαλιάσουν, να µε ενθαρρύνουν, μεταφέροντας όλοι το ίδιο µήνυµα: «Μην τολμήσετε να παραδοθείτε! Όχι στη συνθηκολόγηση! Όχι κωλοτούµπα!» Ο κόσµος µας ένοιωθε ξεκάθαρα, ψυχανεμιζόταν, ότι μέσα στην ηγετική µας οµάδα είχε φυτρώσει ο σπόρος του ενδοτισµού. Έβλεπαν στα κανάλια την ασφυκτική πίεση της ολιγαρχίας, παρατηρούσαν το μένος της τρόϊκας. Ήταν περήφανοι για εµάς, που αντιστεκόμασταν αλλά συναισθάνονταν ότι το σθένος µας, το σθένος της κυβέρνησης τους, κάμπτεται Και, έτσι, έκαναν αυτό που έπρεπε και μπορούσαν να κάνουν: µας έλουζαν µε την ευχή και την κατάρα τους.

`

«Κάποια στιγµή παρατήρησα δημοσιογράφο να βιντεοσκοπεί με το κινητό του τις κουβέντες που αντάλλασσα µε τον κόσµο καθώς περπατούσαµε. Όταν µια ηλικιωμένη κυρία έτρεξε προς το µέρος µου φωνάζοντας το σύνθηµα που κι άλλοι πολλοί µου είχαν φωνάξει «Ρήξη τώρα!». Σταµάτησα, πήρα το χέρι της και παρακολουθώντας λοξά τον δηµοσιογράφο, εις απάvτησιν ενός δικού της «Είµαστε µαζί σας!»,της είπα: «Ναι, αλλά θα πρέπει να είστε µαζί µας και μετά τη ρήξη!».

`

Το πλάνο εκείνο ήταν η κύρια είδηση σε όλους τους τηλεοπτικούς σταθµούς στα δελτία ειδήσεων εκείνο το βράδυ, όπως ακριβώς είχα ελπίσει. Οι πραγματικές διαπραγµατεύσεις µε τους πιστωτές µας δεν είχαν ακόµα αρχίσει αλλά η στιγµή της ρήξης ή της συνθηκολόγησης µας πλησίαζε. Εκατοµµύρια λαού µας προέτρεπαν για το πρώτο. Ο Αλέξης είχε ήδη θέσει την ερώτηση στο πολεµικό µας συµβούλιο «Εκείνοι που µας καλούν να προχωρήσουμε σε ρήξη σήµερα θα είναι και την επόµενη μέρα µαζί µας; Ή µήπως θα µας καταραστούν επειδή προχωρήσαμε στη ρήξη;» Ήταν µια σημαντική ερώτηση, η οποία έπρεπε να τεθεί, µε κάποιον τρόπο, δημοσίως, δεδοµένου µάλιστα, ήµουν σίγουρoς, ότι ο πρωθυπουργός µας την έθεσε προετοιµάζοντας µας για τη μη ρήξη, δηλαδή τη συνθηκολόγηση.

`

Αφού φτάσαµε στην Αθήνα εκείνο το βράδυ, ο Αλέξης κι εγώ είχαµε µακρά τηλεφωνική συνοµιλία. «Είπες στ’ αλήθεια σε µια γιαγιά ότι το ζήτημα είναι να συνεχίσει να µας υποστηρίζει και μετά από µια ρήξη;» ρώτησε, «Ναι, Αλέξη, το είπα. Πρέπει να προετοιμάσουμε τον κόσµο µας. Το να συμπεριφερόμαστε σαν να μην υπάρχει κανένας λόγος ανησυχίας είναι ασυγχώρητο, θα πρέπει σταδιακά να τους παρουσιάσουµε την πραγματική εικόνα, εάν θέλουµε να παραµείνουν στο πλευρό µας σε περίπτωση ρήξης». Ο Αλέξης συμφώνησε, αλλά σηµείωσε ότι, αν προκαλέσουμε ανησυχία στον λαό, το αποτέλεσµα θα είναι να αυξηθεί η εκροή καταθέσεων από τις τράπεζες. Είχε βέβαια δίκιο σε αυτό το σημείο, αλλά δεν ήταν αυτό το ζήτημα. Η ουσία ήταν ότι ο Αλέξης είχε ήδη υιοθετήσει µια στάση αναµονής µε κάθε κόστος, µπαίνοντας στον προθάλαμο για τη «συμφιλίωση» µας µε την ιδέα της συνθηκολόγησης.

`

Aλλάζοντας θέµα, ενηµέρωσα τον Αλέξη για τηλεφωνική συνοµιλία που µόλις είχα µε τον Λάρρυ Σάµµερς, ο οποίος µου έδωσε πληροφορίες και έγκυρες συµβουλές: Το ΔΝΤ σχεδίαζε να απαιτήσει επιπλέον µέτρα λιτότητας. Θα ισχυριζόταν πως αντιμετωπίζαµε νέο µεγάλο πρωτογενές έλλειµµα στον κρατικό προϋπολογισµό, μεταξύ -2% και -5% του εθνικού εισοδήµατος. Ήταν µια παράλογη πρόβλεψη, δεδοµένου ότι εκείνη τη στιγµή είχαµε πρωτογενές πλεόνασμα παρ’ όλα τα προβλήµατα. Πράγματι, ακόµη και µετά το γεγονός του καλοκαιριού του 2015, το οικονοµικό έτος έκλεισε χωρίς κανένα πρωτογενές έλλειµµα.

Ο Αλέξης συγχύστηκε και εξέφρασε κάποιαν εχθρότητα προς τον Σάµµερς. Του εξήγησα ότι ο Λάρρυ δεν επιδοκίµαζε τη θέση του ΔΝΤ. Πήρε να µας προειδοποιήσει ότι, οτιδήποτε άλλο και αν συµφωνούσαμε τελικά, δε θα έπρεπε σε καμία περίπτωση να δεχτούμε τη νέα λιτότητα που θα προσπαθούσε να μας επιβάλει το ΔΝΤ, κόντρα στη δική του ανάλυση που προέκρινε αναδιάρθρωση του χρέους και τερματισμό της λιτότητας. Ο Ομπάμα, ο Λιου, το ΔΝΤ, όλοι οι τραπεζίτες στη Γουόλ Στριτ και το Λιού κατανοούσαν ότι κάτι τέτοιο θα ήταν μια σκληρή, ασυνήθιστη και ανόητη τιμωρία. «Το μήνυμα του Λάρρυ είναι απλό», είπα. «Δε θα πρέπει να υποχωρήσουμε στο μοναδικό σημείο στο οποίο οι ισχυρότεροι άνθρωποι στον κόσμο συμφωνούν μαζί μας». Ο Αλέξης έδειξε να συμφωνεί και φάνηκε να χαλαρώνει. Για να εκτονώσουμε την ένταση, ανταλλάξαμε κάνα δυο αστεία πριν κλείσουμε το τηλέφωνο..

Είχε πάει αργά, πολύ μετά τις 2 το πρωί. Με τη Δανάη καθίσαμε για λίγο στον καναπέ, μια στιγμή ηρεμίας και γαλήvης πριν πάμε για ύπνο. Με ρώτησε πώς ένοιωθα. Καθώς ξεκίνησα να απαντώ, έβγαλε το τηλέφωνο της και άρχισε να με βιντεοσκοπεί «Αυτές είναι ιστορικές στιγμές», μου εξήγησε. Ήταν κάτι που η Δανάη θα επαναλάμβανε αρκετές φορές τις επόμενες εβδομάδες.

Η εμπειρία της παρακολούθησης αυτών των βίντεο τώρα που προσπαθώ να θυμηθώ την ατμόσφαιρα των ημερών πριν γράψω τούτες τις γραμμές είναι από τις οδυνηρότερες που έχω ζήσει. Ήταν ο λόγος για τον οποίο απέφευγα να δω τα βίντεο εκείνα έως τώρα. Εκείνη τη νύκτα η αυθόρµητη απάντηση μου ήταν:

«Νιώθω μόνος μου, Δανάη. Κάθομαι στο υπουργικό γραφείο μου, υποτίθεται επικεφαλής δεκατεσσάρων χιλιάδων δημοσίων υπαλλήλων. Αλλά στην πραγµατικότητα είμαι μόνος μου, αντιμέτωπος με έναν μεγάλο, σιδηρόφρακτο στρατό, χωρίς ούτε μια τόση δα μικρή μικρή ασπίδα για προστασία … Διάολε, χωρίς ούτε ένα σωστό γραφείο Τύπου που να γνωστοποιεί στον κόσμο τη σημαντική δουλειά που κάνει η μικρή μας ομάδα. Πόσο μάλλον να με προστατεύει από ψέματα και διαστρεβλώσεις που θα έκαναν υπερήφανο τον Γιόζεφ Γκέμπελς».

Εκείνο το συναίσθηµα και οι ενδείξεις που το δικαιολογούσαν όσο πέρναγε ο καιρός θα γίνονταν ισχυρότερο.

Από την κατήφεια στα ουράνια

έχρι το τέλος Μαρτίου το σύνολο της ρευστότητας του ελληνικού κράτους είχε σχεδόν εξαντληθεί για τις αποπληρωμές στο ΔΝΤ. Σύμφωνα με τη δανειακή συμφωνία του 2ου μνημονίου, εκείνες οι αποπληρωµές, ύψους περίπου 1,5 δισ. ευρώ, προβλεπόταν να καλυφθούν από εκταμιεύσεις από το ESM-EFSF και από το ΔΝΤ. Όμως, λόγω της ανησυχίας της κυβέρνησης Σαμαρά να κλείσει την τελευταία μνημονιακή «αξιολόγηση» τον Δεκέμβρη του 2014, όπως προβλεπόταν, η τελευταία δόση περίπου 7 δισ. ευρώ είχε παγώσει.

Και, βέβαια, μετά την εκλογική μας νίκη του Ιανουαρίου, η τρόϊκα παρακρατούσε μεν τις δόσεις αλλά απαιτούσε από εμάς να τους πληρώνουμε κανονικά (το ΔΝΤ ιδίως, του οποίου οι προγραμματισμένες αποπληρωµές συνωστίζονταν την άνοιξη του 2015). Μέρος των παρακρατηθέντων κονδυλίων ήταν το 1,9 δισ. ευρώ δικών μας χρημάτων που μας όφειλε η ΕΚΤ το οποία είχα απαιτήσει από τον Μάριο Ντράγκι. Επιπλέον παρακρατούσαν το ποσό των 1,2 δισ. δικών μας χρημάτων του ΤΧΣ που είχα ζητήσει από τον Βίζερ (βλ. προηγούμενο κεφάλαιο). Και βέβαια είχαν μπλοκάρει το 1,5 δισ. ευρώ που μας προσέφερε το Πεκίνο. Η προσπάθειά τους να μας εξαναγκάσουν να συνθηκολογήσουμε ήταν εξόφθαλμη.

Ήταν πραγματικό θαύμα που το υπουργείο μου κατάφερε να βρει 1,5 δισ. ευρώ για το ΔΝΤ εκείνο μόνο τον μήνα, εκπληρώνοντας ταυτόχρονα τις υποχρεώσεις του έναντι των δημοσίων υπαλλήλων και των συνταξιούχων. Αποδείχθηκε ότι, παρά τη βαθιά κρίση, το ελληνικό κράτος τα κατάφερνε μόνο με δικά του μέσα και ότι όλη αυτή η συζήτηση που γινόταν σχετικά με τα δάνεια που δήθεν ζητούσα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες για να πληρωθούν οι «υπερβολικά υψηλές» συντάξεις και οι μισθοί ήταν ανυπόστατη

 

Παρ’ όλα αυτά, είχαμε φτάσει στο τέλος της διαδρομής. Είχαμε δώσει στους πιστωτές προθεσμία ενός ολόκληρου μήνα για να δείξουν καλή πίστη, προθυμία να μας συναντήσουν στα μισά του δρόμου. Είχαν αποτύχει σε αυτό το τεστ. Σκοπίμως! Το BrusseIs Grouρ είχε παραλύσει, καθώς οι τροϊκανοί απέρριπταν όλες τις προτάσεις μας, χωρις να παρουσιάζουν ούτε μία δική τους. Δεν παραλάβαμε ποτέ ούτε μία σελίδα που να περιέχει oποιαδήποτε πρακτική λύση ή πολιτική. Ωστόσο, τα κυρίαρχα μέσα αποβλάκωσης, ιδίως στην Ελλάδα, μετέδιδαν ότι η Ελληνική κυβέρνηση αποτύγχανε να παρουσιάσει κοστολογημένα σχέδια σε αντίδραση των «σχολαστικά προετοιμασμένων» προτάσεων των θεσμών.Το τεράστιο χάσμα μεταξύ της προπαγάνδας τους και της πραγµατικότητας με έπεισε ότι υπνοβατούσαμε προς την καταστροφή. Έπρεπε να αντιδράσουμε αμέσως. Είχε έρθει η ώρα είτε να παραδοθούμε είτε να πολεμήσουμε. Είχε έρθει η ώρα είτε της αναδίπλωσης είτε της στάσης πληρωμών.

Ως πρώτο βήμα, θα έπρεπε να ανακοινώσουμε ότι δε σκοπεύαμε να συνεχίσουμε την αποπληρωμή του ΔΝΤ, και αργότερα της ΕΚΤ, όσο το Eurogrouρ και οι θεσμοί αρνούνταν να συζητήσουν επί της ουσίας. Στις 3 Απριλίου συνήλθε το Κυβερνητικά Συμβούλιο στο Μαξίμου.1 Έφτασα πολύ νωρίτερα από την προγραμματισµένη συνεδρίαση. Είχα σκοπό να μιλήσω στον Αλέξη και να τον πείσω να ανακοινώσει στο Κυβερνητικό Συμβούλιο ότι προχωράμε σε στάση πληρωμών στο ΔΝΤ. «Δεν έχουμε άλλη επιλογή, Αλέξη», επέμεινα. Είτε ανακοινώνεις, του είπα, ότι τέρμα οι μονομερείς μεταβιβάσεις δισεκατομμυρίων είτε καλείς τη Mέρκελ για να συζητήσεις τους όρους της παράδοσης μας. «Η παράταση της σημερινής μας στάσης βοηθά μόνο τον Bόλφγκανγκ και τους δορυφόρους του, οι οποίοι μας σπρώχνουν έξω από την ευρωζώνη μέσω μιας διαδικασίας φθοράς».

Ο Αλέξης φαινόταν απρόθυμος να αποδεχθεί το δίλημμα. Τελικά, με πεσμένο το ηθικό, μου επανέλαβε τη συνηθισμένη του ατάκα: Ναι, θα προχωρούσαμε στη στάση πληρωμών, αλλά όχι ακόμα. «Δεν πρέπει να χάσουμε στο παιχνίδι της επίρριψης ευθυνών [σηµ.: blame game το χαρακτήρισε στα αγγλικά]. Άσε με να μιλήσω ξανά με την Άνγκελα … δεν είναι η σωστή στιγμή». Του απάντησα ότι είχαμε ήδη χάσει στο παιχνίδι της επίρριψης ευθυνών. «Διάβασε τον Τύπο», τον προκάλεσα, κάθε μέρα που περνάει, του θύμισα, χαρακτηρίζεται ως άλλη μία μέρα που δεν υποβάλλουμε εποικοδομητικές προτάσεις. Περιμένουμε ήδη αρκετό καιρό. Έχουμε αποδείξει και με το παραπάνω την πρόθεση μας να συμβιβαστούμε και δώσαμε επίσης την ευκαιρία στην άλλη πλευρά να συμβιβαστεί Στις 20 Φεβρουαρίου αποξενώσαμε πολλούς από τους δικούς μας ανθρώπους για να το πετύχουµε. Και ποιά ήταν η ανταπόκριση; Ακύρωσαν στην πράξη τη συμφωνία μας μέσα σε λίγες μέρες. «Αυτό ήταν πριν από έναν μήνα, Αλέξη. Έκτοτε έχουν ανεβάσει τους τόνους. Ενώ η Άνγκελα, παρά τα ευγενικά της λόγια και τις υποσχέσεις που σου δίνει, δεν παρεμβαίνει Πότε λοιπόν θα προχωρήσουµε στη στάση πληρωμών αν όχι τώρα;»

`

Η συνομιλία μας συνεχίστηκε για λίγο. Επίμονα, αλλά κουρασμέ-νος και απο-καρδιωμένος, ακολούθησε τη συνήθη πρακτική του να συμφωνεί με όλα όσα έλεγα αλλά να καταλήγει στο αντίθετα συμπέρασμα. Μιλούσε αργά και νωθρά, δείχνοντας ολοένα και πιο αποθαρρυμένος. Με τους συναδέλφους υπουργούς να συγκεντρώνονται στην αίθουσα συνεδριάσεων απέναντι από το πρωθυπουργικό γραφείο, είχε έρθει η ώρα να τερματιστεί το τετ-α-τετ μας. Έφυγα πρώτος από το γραφείο του, δίνοντας στον πρωθυπουργό την ευκαιρία να φρεσκαριστεί λίγο προτού προεδρεύσει σε συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου με στόχο όχι μόνο να ενημερώσει τους βασικούς υπουργούς της κυβέρνησης αλλά και να τους αναπτερώσει το ηθικό.

Λίγο μετά, αφού κάθισα στο θέση μου στο μεγάλο παραλληλόγραμμο τραπέζι της σύσκεψης, ο Αλέξης μπήκε στην αίθουσα δείχνοντας λίγο καλύτερα. Ως συνήθως, ξεκίνησε τη συζήτηση με μια ενημέρωση σχετικά με την πορεία των διαπραγµατεύσεων, αλλά, εφόσον δεν είχε καλά νέα να μας πει, ούτε να ανακοινώσει κάποιες γενναίες πρωτοβουλίες, σύντομα ο τόνος της φωνής του άρχισε να αντανακλά το πεσμένο ηθικό του. Η ομιλία του περιορίστηκε σε μια ακολουθία απαισιόδοξων εκτιμήσεων μιας διαδικασίας που προφανώς δεν οδηγούσε πουθενά, και όσο περισσότερο μιλούσε τόσο περισσότερο βάθαινε η κατήφεια στην αίθουσα. Μέχρι να ολοκληρώσει την τοποθέτηση του, βαριά ατμόσφαιρα παραίτησης είχε κυριαρχήσει στο δωμάτιο. Κάθε υπουργός που πήρε τον λόγο στη συνέχεια έδωσε τον δικό του ξεχωριστό τόνο μελαγχολίας. Μόλις ολοκλήρωσαν όσοι ήθελαν να μιλήσουν, ο Αλέξης πήρε και πάλι τον λόγο για να κλείσει τη συνάντηση.

Ξεκίνησε σχεδόν όπως είχε τελειώσει την εισαγωγική του ομιλία: αργά, υποτονικά, σχεδόν καταθλιπτικά, υπογραμμίζοντας τις δυσκολίες και τους κινδύνους της κατάστασης. Σταδιακά όμως όρκισε να παίρνει τα πάνω του. Η οµιλία του επιταχύνθηκε, το ύφος του ζωντάνεψε. Από µνήµης τον θυµάµαι να λέει περίπου τα εξής:

Πριν έρθετε εδώ, µιλούσα µε τον Βαρουφάκη. Προσπαθούσε να µε πείσει ότι ήρθε η ώρα της στάσης πληρωµών προς το ΔΝΤ. Μου έλεγε ότι δε φαίνονται σημάδια ότι ενδιαφέρονται να συμβιβαστούν µε µια δύσκολη αλλά έντιμη συµφωνία, µια συµφωνία που να είναι οικονοµικά βιώσιµη και πολιτικά διαχειρίσιμη». Του εξήγησα ότι δεν είναι τώρα η στιγµή για τη στάσn πληρωµών. θα χάσουµε το blame game [σηµ. τη μάχη της επίρριψης ευθυνών], αν και έχουµε µπροστά µας τρεις µήνες ακόµα της παράτασης που πετύχαµε την 20η Φεβρουαρίου. Μια στάση πληρωµών προς το ΔΝΤ θα ερµηνευόταν ως στάση πληρωµών προς όλους τους δανειστές, δίνοντας έτσι το έναυσµα στον Ντράγκι να µας κλείσει τις τράπεζες.

«Εδώ είµαστε», σκέφτηκα. «Μου επιτίθεται στο Κυβερνητικό Συµβούλιο χωρίς καν να έχω αρθρώσει λέξη». Μόνο που είχα απόλυτο άδικο. Μετά από µια σύντοµη παύση, όπως εκείνη που ξέρουν να χρησιµοποιούν οι κορυφαίοι τραγωδοί, συνέχισε, αυτή τη φορά µε τη φωνή του να δείχνει αυτοπεποίθηση. Και δεν ήταν µόνον η φωνή του. Όλο του το σώµα είχε αρχίσει να εκπέµπει θετική ενέργεια. Τα λόγια του δε έκρυβαν µια από τις πιο ευχάριστες εκπλήξεις:

Όµως, ξέρετε κάτι, σύντροφοι; Έχει δίκιο! Φτάνει πια. Ως εδώ. Αποδεχθήκαμε τους κανόνες τους. Αποδεχτήκαμε τη διαδικασία τους. Κάναµε µεγάλους συµβιβασµούς για να τους δείξουµε πως είμαστε έτοιµοι να τα βρούµε µαζί τους. Κι αυτοί το µόνο που κάνουν είναι να καθυστερούν και να ρίχνουν σ’ εμάς το φταίξιµο για την καθυστέρηση. Η Ελλάδα, τους αρέσει δεν τους αρέσει, παραµένει κυρίαρχο κράτος, κι εµείς, η κυβέρνηση, έχουµε καθήκον να τους πούµε Αρκετά!

Και τότε σηκώθηκε όρθιος, γύρισε προς εµένα, προέτεινε το δεξί χέρι δείχνοντας µε τον δείκτη και µε φωνή που εξέπεμπε ψυχολογική και ηθική ανανέωση είπε:

` Όχι µόνο θα σταματήσεις τις πληρωµές στο ΔΝΤ, αλλά θα πάρεις το αεροπλάνο να πας αυτοπροσώπως στην Κυρία να της το πεις ο ίδιος στην Ουάσινγκτον πως θα προβούµε σε στάση πληρωµών προς το ΔΝΤ!

Το δωµάτιο κατακλύστηκε από αισιοδοξία, χαµόγελα, αποφασιστικότητα. Η αίσθηση ότι είµασταν όλοι µια γροθιά επέστρεψε, παραμερίζοντας τη µεµψιµοιρία και την εξατομίκευση τις οποίες καλλιεργούσε η ενδοτικότητα. Οι υπουργοί αλληλοκοιτάζονταν προσπαθώντας να πιστέψουν αυτό που άκουσαν, αναγνωρίζοντας παράλληλα την ιστορικότητα της στιγµής. Η μελαγχολία και οι σκοτεινές σκέψεις εξαφανίστnκαν σαν κάποιος να είχε ανοίξει τα παντζούρια ενός υγρού, σκοτεινού δωµατίου για να χυθεί μέσα το φως µιας ανίκητης Άνοιξης. Όπως οι υπόλοιποι, επέτρεψα κι εγώ στον εαυτό µου µια στιγµή ανανέωσης. Εκείνn τη στιγµή ειλικρινά βίωσα όσο πιο κοντά μπορούσε να βιώσει ένας άθεος την κορύφωση µιας θείας λειτουργίας.

Φεύγοντας από το Μαξίµου, µε τον Αλέξn αγκαλιαστήκαμε σιωπηλά. Ο Ευκλείδης βγήκε από το κτίριο µαζί µου, εκπέμποντας ανήσυχη ευεξία. Καθώς πηγαίναµε προς την ίδια κατεύθυνση, στην Πλατεία Συντάγµατος, τον πήρα µαζί µου µε τη µηχανή. Η φωτογραφία των δύο υπουργών στη Yamaha µου έκανε τον γύρο του κόσµου. Δε µας ένοιαζε καθόλου. Εκείνο το βράδυ ο Ευκλείδης µου έστειλε µήνυµα: «Οι κόρες µου ζηλεύουν. Θέλουν κι αυτές βόλτα µε τη μηχανή» :Ήταν όντως μέρα χαράς ,

Εκείνο το βράδυ δουλέψαµε µε τον Σπύρο Σαγιά συγγράφοντας από κοινού την επιστολή που θα παρέδιδα στην Κριστίν Λαγκάρντ στην Ουάσινγκτον. Ο Σπύρος έγραφε στα ελληνικά, σ’ ένα σημειωματάριο µε κίτρινες σελίδες, το νοµικό επιχείρημα που υποστήριζε τη στάση πληρωµών, ενώ εγώ το προσάρμοζα στο λάπτοπ µου, γράφοντας στα αγγλικά, ώστε οι παράγραφοι του Σπύρου να συνάδουν με το οικονοµικό και πολιτικό µήνυµα που θέλαµε να περάσουµε. Η ουσία της επιστολής ήταν ότι, κατά την άποψη της ελληνικής κυβέρνησης, το ΔΝΤ δεν μπορούσε να περιµένει την κανονική συνέχιση των προβλεπόμενων αποπληρωμών εκ µέρους µας εφόσον: (α) η τρόϊκα είχε διακόψει την καταβολή των προβλεπόμενων δόσεων, ακόμα και των δικών μας χρημάτων, που μας χρωστούσε, και (β) η ΕΚΤ μας μείωνε συστηματικά τη ρευστότητα, σε αντίθεση με το προηγούμενο του 2012 και σε παράβαση της δέσμευσης Ντράγκι που, μετά τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου, η ρευστότητα θα επανερχόταν στα πρότερα επίπεδα.

`Στο μεταξύ, η Φωτεινή, η γραμματέας μου, προσπαθούσε να επικοινωνήσει με το γραφείο της Κριστίν Λαγκάρντ. Δεν ήταν εύκολο, καθώς στην Εσπερία γιόρταζαν τη Μεγάλη Παρασκευή των καθολικών. Το νωρίτερο που μπορούσα να φτάσω στην Ουάσινγκτον και να συναντηθώ με την Κριστίν ήταν την Κυριακή του Πάσχα τους. Όταν εν τέλει έγινε επικοινωνία, εξηγήσαμε το επείγον του ζητήματος, χωρίς να υπεισέλθουμε σε λεπτομέρειες, κι εκείνοι έσπευσαν να κανονίσουν το ραντεβού, απολογούμενοι ότι έπρεπε να γίνει μετά τις 5 μμ, ώστε η διευθύνουσα σύμβουλος να περάσει το μεσημέρι της Κυριακής του Πάσχα με την οικογένεια της.

Στη μακρά πτήση προς την Ουάσινγκτον, μέσω Μονάχου, είχα μαζί μου τον Τάκη Ρουμελιώτη, πρώην εκπρόσωπο της Ελλάδας στο ΔΝΤ ο οποίος είχε γίνει, γνωστός ως ο πρώτος «κατεστημενικός» που άσκησε κριτική κατά του μνημονιακού προγράμµατος του ΔΝΤ. Στις αποσκευές μου κουβαλούσα την επίσημη επιστολή που θα συνόδευε τον προφορική μoυ ανακοίνωση ότι την 9η Απριλίου 2015, τέσσερις μέρες μετά τη συνάντηση στην Ουάσινγκτον, δε θα πραγματοποιούσαμε την επόμενη προγραμματισμένη πληρωμή προς το ΔΝΤ ύψους 462,5 εκατομμυρίων ευρώ.

Σκεφτόμουν και ξανασκεφτόμουν Ποιά θα ήταν η ιδανική φρασεολογία κατά τη διάρκεια της συζήτησης μου με τη Λαγκάρντ, αναμένοντας τη σθεναρή απόρριψη εκ μέρους της του όποιου επιχειρήματος της παρέθετα. Δικός μου στόχος ήταν να εκμεταλλευθώ την επικείμενη αθέτηση πληρωμής ως αποτελεσματικό σήμα προς το ΔΝΤ ότι είχε έρθει η ώρα των αποφάσεων ότι δε θα μπορούσαν πια να κρύβονται πίσω από ωραία λόγια για αναδιάρθρωση, κάνοντας μετά, στο Eurogrouρ, τα στραβά μάτια άμεση αναδιάρθρωση χρέους η στάση πληρωμών προς το ΔΝΤ. Αυτό ήταν το δίλλημα ενώπιον του οποίου είχα υποχρέωση να θέσω στην Κριστίν Λαγκάρντ.

Η μακρά πτήση μου πρόσφερε τουλάχιστον λίγες ώρες απομόνωσης για να ξανακοιτάξω το έγγραφο που είχα συντάξει με τη βοήθεια του Τζεφ Σακς και άλλων και το οποίο αποτελούσε το σχέδιο του υπουργείου μου για τον τερματισμό της ελληνικής κρίσης το εποικοδομητικό μας υποκατάστατο του μνημονίου. Η στάση πληρωμών, έτσι δεν ήταν απλώς μια άρνηση οφειλέτη να πληρώσει, αλλά το πρώτο βήμα για την άμεση εφαρμογή εvός ήπιου και λογικού σχεδίου ανάκαμψης και ανασυγκρότησης για την Ελλάδα, που, μακροπρόθεσμα, θα ωφελούσε και τους δανειστές. Χωρίς τη στάση πληρωμών που ετοιμαζόμουν να ανακοινώσω στην Κριστίν, Ελλάδα και δανειστές θα παρέμεναν εγκλωβισμένοι σ’ έναν αδυσώπητο φαύλο κύκλο.

`

Από τους ουρανούς στην ανώφελη προσγείωση

Σκίτσο του Observer με τη μαγείρισσα Μέρκελ, τη συνταγή Λαγκάρντ 40 χρόνια χρέος και τον Τσίπρα να περιμένει… κοτόσουπα

τάνοντας στο αεροδρόμιο «Pόναλντ Ρέιγκαν» της Ουάσινγκτον, ανακάλυψα ότι η βίζα μου για τις ΗΠΑ δεν ήταν πλέον έγκυρη, παρά το γεγονός ότι έληγε σε ένα έτος. Ο λόγος της διακοπής, που δε μου είχε κοινοποιηθεί, ήταν η παραίτησή μου από το Πανεπιστήμιο του Τέξας – παραίτηση στην οποία προέβην ως μέρος του «συμβολαίου» μου με τους ψηφοφόρους της Β’ Αθηνών, ότι δηλαδή «καίω τις γέφυρές μου» με τις ΗΠΑ, ότι δεσμεύομαι πως, βρέξει χιονίσει, η κάθοδός μου στις εκλογές σήμαινε ότι δε θα ξαναμετανάστευα, ότι θα έμενα στην Ελλάδα όπως και να εξελισσόταν η διακυβέρνηση μας.

`

Φυσικά, το γεγονός ότι ήμουν υπουργός οικονομικών χώρας που είχε ραντεβού με την επικεφαλης του ΔΝΤ σε δύο ώρες, και συναντήσεις την επόμενη μέρα στο αμερικανικό Υπουργείο Οικονομικών και στον Λευκό Οίκο, δε σήμαινε τίποτα για τους υπαλλήλους της Υπηρεσίας Μετανάστευσης των ΗΠΑ. Όπως κάθε άλλος ξένος, έπρεπε να περάσω τη διαδικασία της επίσημης υποβολής αίτησης στο Διαδίκτυο, την οποία οδηγήθηκα να κάνω στο σημείο ελέγχου μετανάστευσης. Παρ’ όλη την ταλαιπωρία, υπήρχε κάτι ωραίο σε εκείνη την ισόνομη μεταχείριση των «ξένων» από το αμερικανικό κράτος!

Ο επιπλέον χρόνος που χρειάστηκε για να περάσω τους ελέγχους με έκανε να καθυστερήσω να ενεργοποιήσω το κινητό μου. Εκ των υστέρων, αυτό µου πρόσφερε άλλη µία ώρα πνευματικής γαλήνης, γιατί, όταν το άνοιξα, βρήκα ένα σύντοµο γραπτό µήνυµα από τον Αλέξη: «Πάρε µε». Φυσικά, τον κάλεσα αµέσως.

« Κοίταξε; Γιάνη», είπε, «αποφασίσαμε ότι δε θα προχωρήσουµε σε στάση πληρωµών, όχι ακόµα».

«Ποιοι είμαστε «εµείς» που το αποφασίσαµε;» τον ρώτησα αποσβολωµένος.

«Εγώ, ο Σαγιάς, ο Δραγασάκης … », είπε ο Αλέξης µ’ έναν κόµπο στον λαιµό του, « … αποφασίσαµε ότι δεν είναι η σωστή κίνηση λίγο πριν από το Πάσχα».

«Ευχαριστώ που µε ενημέρωσες», του απάντησα ειρωνικά, οργισµένος και απογοητευμένος. Προσπαθώντας να ακουστώ όσο πιο ήρεμος και νηφάλιος μπορούσα, τον ρώτησα; «Και τώρα τι πρέπει να κάνω; Να µπω στο ίδιο αεροπλάνο και να επιστρέψω; Τι νόημα έχει πλέον να συναντήσω τη Λαγκάρντ;»

«Όχι, τη συνάντηση πρέπει να την κάνεις».

«ΟΚ», είπα αναλογιζόμενος εν τάχει πως θα άλλαζε το όλο σενάριο της συνάντησης, µας, «τότε να χρησιμοποιήσω την ευκαιρία για να της καταθέσω τις προτάσεις µας, από τη µία, προϊδεάζοντας την, από την άλλη, ότι ο κόµπος φτάνει σιγά σιγά στο κτένι»,

«Όχι, εσύ να της πεις ότι την Τετάρτη δε θα τους πληρώσουµε.2 Πρέπει να προχωρήσεις όπως συµφωνήσαµε. Να της πεις ότι θα προχωρήσουμε σε στάση πληρωµών».

Ήταν το πιο παράλογο πράγµα που είχα ακούσει στη ζωή µου. Μάλλον δεν άκουσα καλά, είπα μέσα µου. Χρειαζόμουν διευκρινίσεις.

«Τι εννοείς; Να της πω ότι θα προχωρήσουμε σε στάση πληρωµών την Τετάρτη, ενώ αποφασίσατε να πληρώσουµε;»

«Ναι», απάντησε ο Αλέξης. «Απείλησε την ώστε να αγχωθεί αρκετά και να καλέσει τον Ντράγκι, για να τον πιέσει να µας δώσει ρευστότητα. Τότε θα τους πούµε ότι, εντάξει, αφού άνοιξαν τη ρευστότητα, θα πληρώσουμε»

`

Η αδρεναλίνη µε είχε πλημμυρίσει, διαλύοντας κάθε ίχνος κόπωσης ή τζετ λαγκ. Ελέγχοντας το αίσθημα αγανάκτnσης που µε κυρίευε, προσπάθησα να επαναφέρω τη συζήτησn στον δρόµο της λογικής:

«Και τι θα γίνει εάν ο Ντράγκι δε µας δώσει ρευστότητα όταν ακούσει από τη Λαγκάρντ ότι την απείλησα µε στάση πληρωµών προς το ΔΝΤ; Τι θα γίνει τότε, Αλέξη;»

«Θα υποχωρήσουν, Γιάνη, θα δεις», απάντησε µε µια αβάσιµα αισιόδοξη πρόβλεψη.

«Κι αν δεν το κάνουν; Δεν καταλαβαίνεις ότι όταν ο Δαβίδ αντιμετωπίζει τον Γολιάθ µε µοναδικό όπλο µια μικρή σφεντόνα, είναι ανοησία ολκής να μπλοφάρει, ουσιαστικά καταργώντας τη µικρή του σφεντόνα Η σφεντόνα µας είναι η απειλή της στάσης πληρωµών. Είναι µίας χρήσης θα πρέπει να την εµφανίσουµε µόνο στην περίπτωση που σκοπεύουµε να τη χρησιµοποιήσουµε. Γιατί αν απειλήσουμε ότι θα τη χρησιµοποιήσουµε και στη συνέχεια, όταν ο εχθρός µας προκαλέσει για να δει αν µπλοφάρουµε, εμείς, γίνουµε λαγός, τότε τελειώσαµε. Μετά από αυτό δεν πρόκειται να πάρουν ποτέ πια στα σοβαρά τις απειλές µας. Είμαστε πολύ αδύναµοι για να µπλοφάρουµε, Αλέξη. Και, ως υπουργός οικονοµικών, δεν µπορώ να σε αφήσω να χαραµίσεις το µοναδικό µας όπλο. Δεν µπορώ να πω στη Λαγκάρντ ότι θα προχωρήσουµε σε στάση πληρωµών, από τη στιγμή που µου ξεκαθάρισες ότι δεν πρόκειται να µε αφήσεις να την πραγματοποιήσω».

Ήταν η πρώτη φορά που ο Αλέξης µου απάντησε κάνοντας χρήση της πρωθυπουργικής του, συνταγματικής εξουσίας πάνω µου, ώστε να μη χρειαστεί να επιχειρηματαλογήσω πλέον:

«Θα της πεις ότι την Τετάρτη δεν πληρώνουµε. Είναι εντολή πρωθυπουργού!»

Αυτό ήταν: την πρώτη φορά που ο Αλέξης θα µε διέταζε να κάνω κάτι με το οποίο διαφωνούσα κάθετα το έκανε για να χαραµίσει το µοναδικό µας διαπραγµατευτικό άσο.

Καθώς απενεργοποιούσα το κινητό μου τηλέφωνο, ξαφνικά αισθάνθηκα αφόρητα βαρύς και κουρασμένος. Κοιτάζοντας τον Τάκη Ρουμελιώτη να περπατά μπροστά μου προς την έξοδο του αεροδρομίου και το αυτοκίνητο της πρεσβείας που μας περίμενε μέσα στο σύννεφο ευεξίας που του χάριζε η άγνοια του τι μου είχε μόλις πει ο Αλέξης, τον ζήλευα. Ζήλεψα την απουσία από τον νου του των ερωτημάτων που βασάνιζαν τον δικό μου.

«Τι να είχε συμβεί;» αναρωτιόμουν. Mήπως ο Δραγασάκης και ο Σαγιάς άλλαξαν γνώμη στον Αλέξη, όσο εγώ βρισκόμουν στο αεροπλάνo; μήπως η εμψυχωτική ομιλία του Αλέξη στο Μαξίμου, στην οποία είχε υιοθετήσει την πρότασή μου για στάση πληρωμών, ήταν απλώς ένα τέχνασμα για να ανεβάσει το ηθικό του Κυβερνητικού Συμβουλίου, προτού αναιρέσει την εντολή του κυνικά και προγραμματισμένα; Πώς θα μπορούσα να υπηρετήσω έναν πρωθυπουργό που με τόση άνεση σκόπευε να εξαπολύσει μια απειλή κενή περιεχομένου ενάντια στο πιο ισχυρό χρηματοπιστωτικό ίδρυμα του κόσμου;

Καθώς το αυτοκίνητο απομακρυνόταν από το αεροδρόμιο, ήξερα που έπρεπε να βρω έναν τρόπο να δαμάσω την τρικυμία. οι αναπάντητες ερωτήσεις για το τι συνέβαινε στο Μαξίμου έπρεπε να περιμένουν. Η Κριστίν Λαγκάρντ με περίμενε στο γραφείο της, στο κατά το άλλα άδειο κεντρικό κτίριο του ΔΝΤ ήταν πρωτεύουσα της υπερδύναμης. Και η εντολή του πρωθυπουργού μου ήταν να μπω μέσα και να την απειλήσω με κάτι που πίστευα ότι έπρεπε να κάνουμε την επόμενη Τετάρτη, αλλά που μου είχε ομολογήσει ότι, όταν θα ερχόταν η επόμενη Τετάρτη, δε θα μου επέτρεπε να το κάνω.

Άσφαιρο τελεσίγραφο

π’ όλα τα γραφεία που επισκέφτηκα εκείνους τους μήνες, το γραφείο της Kριστίν Λανκάρντ ήταν το μοναδικό που ήταν σχεδόν καλαίσθητο Η ίδια έδειχνε χαλαρή και φιλική. Όμως τίποτα από αυτά δε βοηθούσε να διαλυθεί η ταραχή μου, δεδομένης της ανήκουστης πρωθυπουργικής εντολής με την οποία έμπαινα στο γραφείο της διευθύνουσας συμβούλου του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου. Τα πράγματα πήραν τροπή προς το χειρότερο όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε ο Πόουλ Τόμσεν ακυρώνοντας την ελπίδα που είχε αναφέρει ο Κεμάλ Ντερβίς για μια σύγκλιση μεταξύ εμού και της Κριστίν

Ξεκίνησα τη συζήτησn ευχαριστώντας την που με δέχθηκε την τελευταία στιγμή και ζητώντας συγγvώμη που κατέστρεψα την οικογενειακή της θαλπωρή την Κυριακή του Πάσχα. Όσο τα έλεγα αυτά, αναρωτιόμουν πώς θα μπορούσα ταυτόχρονα να εκτελέσω την εντολή του Αλέξη χωρίς να ακυρώσω την αξιοπιστία μας. «Κανείς μας δε θέλει να γράψει ιστορία με μαύρα γράμματα», ήταν η εισαγωγή που επέλεξα. Συνέχισα δίνοντας της κάποια εντυπωσιακά, για να μην πω εξωφρενικά στοιχεία, το οποία αποτύπωναν την κατάσταση του κράτους μας. Στο επίκεντρο ήταν ένας εντυπωσιακός αριθμός: 14,21 %. Ήταν το ποσοστό του Εθνικού μας εισοδήµατος του τριμήνου που ήμουν στο υπουργείο το οποίο έπρεπε να δεσμεύσω ώστε να συνεχίσω κανονικά τις αποπληρωμές του ΔΝΤ και άλλων πιστωτών.3

Παρατηρώντας την έκπληξη της στο άκουσμα του συγκεκριμένου αριθμού, τον οποίο ούτε ο Πόουλ Τόµσεν δεν μπορούσε να αμφισβητήσει, είπα στην Κριστίν ότι οι υπεράνθρωπες προσπάθειες μας κατά τον Μάρτιο, και η πεισματική άρνηση της ΕΚΤ να χαλαρώσει τους περιορισμούς ρευστότητας, θα μας έφερναν στα όρια μας την εβδομάδα που ερχόταν, εκεί γύρω στις 9 Απριλίου, ημέρα Τετάρτη

«Για να είμαι συγκεκριμένος», δήλωσα με τρεμάμενη ψυχή, «η κυβέρνηση μας θα συρθεί εκ των πραγμάτων στο δίλημμα να προβεί σε στάση πληρωμών είτε προς τους συνταξιούχους και τους μισθωτούς του Δημοσίου είτε προς το ΔΝΤ. Όπως καταλαβαίνεις, Κριστίν όταν μια κυβέρνηση βρίσκεται μπροστά σε τέτοιο δίλημμα … » Πριν προλάβω να ολοκληρώσω τη φράση μου, η Κριστίν με διέκοψε και με ύφος που έδειχνε κατανόηση είπε «Ναι, δε χρειάζεται να είναι κανείς φωστήρας», εννοώντας ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν κάνετε ποτέ στάση πληρωμών σε συνταξιούχους και δημόσιους υπαλλήλους.

Προς μεγάλη της τιμή, η απάντηση της διευθύνουσας συμβούλου του ΔΝΤ για το τι έχει υποχρέωση να κάνει μια κυβέρνηση που βρίσκεται αντιμέτωπη μ’ ένα τέτοιο δίλημμα ήταν η ακριβώς αντίθετη εκείνης του Κλάους Pέγκλινγκ, τότε που, παρουσία του Τζεφ Σακς, την 9η Μαρτίου.

Λίγο μετά το Eurogrouρ της μέρας εκείνης, του είχα θέσει το εν λόγω ερώτημα. Βέβαια, όταν τον ανάγκασα να προχωρήσει περισσότερο, ρωτώντας την τι θα έκανε εκείνη στη θέση μου όταν ήταν υπουργός οικονομικών, μπροστά στο δίλημμα «στάση πληρωμών στο ΔΝΤ η στους συνταξιούχους σου», η διπλωματική της απάντηση ήταν: «θα προσπαθούσα να μην είμαι σε αυτή τη θέση», κάτι που με προκάλεσε να της απαντήσω ότι σε εκείνη τη θέση βρέθηκα από τον πρώτη μου μέρα στο υπουργείo.

Η στιγμή που έπρεπε να αιτιολογήσω την απόφασή μας για μορατόριουμ πληρωμών είχε έρθει. «Επίτρεψε μου να μεταφέρω ένα επιχείρnμα που κερδίζει έδαφος στην Αθήνα, με νομική υποστήριξη», ξεκίνησα προετοιµάζοντας την για την παράδοση της επιστoλής την οποία είχαμε συγγράψει από κοινού με τον Σαγιά. Η Κριστίν έδειξε να καταλαβαίνει ότι φτάναμε «στο ψητό» και με μια κίνηση σχεδόν ρητορική, αλλά και, παράλληλα πατερναλιστική, σηκώθηκε να μου φέρει ένα ποτήρι νερό, σαν να μου έλεγε «καταλαβαίνω ότι ετοιμάζεσαι να μου πεις κάτι που σε στεναχωρεί. Ήπια μια γουλιά και συνέχισα. Η ουσία της θέσης μας, εξήγησα, είναι απλή:

Η Ελλάδα και οι πιστωτές της διασυνδέονται με μια δανειακή σύμβαση. Η δανειακή αυτή σύμβαση προβλέπει:

α) μια ακολουθία αποπληρωμών της Ελλάδας προς το ΔΝΤ, τον ΕΚΤ και τον ESM-EFSF,

(β) μια ακολουθία δόσεων του εναπομείναντος δανείου από τους τρείς αυτούς θεσμούς προς το ελληνικό δημόσιο και

(γ) ένα σύνολο όρων (το Μνnμόνιο η MoU) υπό τους οποίους καταβάλλονται οι δόσεις και συνεχίζει η ΕΚΤ να παρέχει ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες.

Από την εκλογή της κυβέρνησης μας και μετά, τρεις είναι οι κύριες εξελίξεις: Πρώτον, οι δόσεις πάγωσαν. Δεύτερον, η ρευστότητα που παρέχει η ΕΚΤ στις τράπεζες, και μέσω αυτών στο Δημόσιο, περιορίστηκε δραστικά. Τρίτον, οι όροι της δανειακής συμφωνίας [το (γ) πιο πάνω ] είναι υπό επαναδιαπραγμάτευση σύμφωνα με τη συμφωνία της 20ης Φεβρουαρίου.

«Συνεπώς», κατέληξα, «έως ότου η επαναδιαπραγμάτευση των όρων της δανειακής συμφωνίας ολοκληρωθεί, και προκύψουν νέοι όροι, ενόσω η ρευστότητα παραμένει περιορισμένη και παραμένουν παγωμένες οι προγραμματισμένες δόσεις, επιβάλλεται να παγώσουν και οι αποπληρωμές μας»,

Η Κριστίν απάντησε αμέσως, πονηρά και με τρόπο που, όμως, παραβίαζε (όχι για πρώτη φορά) το πνεύμα και το γράμμα της συμφωνίας της 20ης Φεβρουαρίου: Αν επιμέναμε σε μορατόριουμ αποπληρωμών, στη βάση του επιχειρήματος ότι οι όροι της δανειακής σύμβασης (του μνημονίου ή MoU) εκείνη θα ισχυριζόταν ότι ποτέ δεν τέθηκαν υπό επαναδιαπραγμάτευση οι όροι της δανειακής σύμβασης. Χαμογελώντας τη ρώτησα τι στα κομμάτια κάναμε από τον Φλεβάρη αν δε διαπραγματευόμασταν τους όρους της δανειακής συμφωνίας. Όπως ήταν προβλεπόμενο, έλαβα νεφελώδη, νομικίστικη απάντηση. «Διαπραγματευόμαστε τον τρόπο με τον οποίο το μνημόνιο, και οι όροι του, μπορεί να γίνει συμβατό με τις προεκλογικές σας εξαγγελίες», μου απάvτησε κυνικά.

Σε οποιοδήποτε δικαστήριο του κόσμου το επιχείρημα της Κριστίν θα κατέπεφτε. Όμως δεν ήμασταν σε δικαστήριο αλλά στο γραφείο της. Κι από τη στιγμή που δε θα κάναμε πράξη την απειλή της στάσης πληρωμών, που θα ήταν το μοναδικό εργαλείο για να εξαναγκαστεί το ΔΝΤ να λάβει στα σοβαρά το ορθότατο επιχείρημά μας, το μόνο που μου έμενε να κάνω ήταν να πω εκείνο που με είχε διατάξει ο Αλέξης να πώ:

«Κριστίν, δεν ήρθα εδώ εξουσιοδοτημένος να ξεκινήσω μαζί σου φραστικό πόλεμο. Αυτό που έχω εξουσιοδοτηθεί να κάνω είναι να σε πληροφορήσω ότι σε τέσσερις μέρες θα αναγκαστούμε να προβούμε σε στάση προγραμματισμένης προς το ΔΝΤ πληρωμής, εφόσον οι δανειστές εξακολουθούν να καθυστερούν την ουσιαστική διαπραγμάτευση κι ενώ η ΕΚΤ συνεχίζει να περιορίζει τη ρευστότητα μας».

Τα λόγια αυτά θα τα είχα πει με περηφάνια και χαρά, μόνον όμως εφόσον τα υποστήριζε η πρόθεση του πρωθυπουργού μου να το επιβεβαιώσει την επόμενη Τετάρτη. Εν απουσία αυτής της πρόθεσnς, με το που είπα τα πικρά αυτό λόγια, έδωσα τον καλύτερό µου εαυτό προκειµένου να παραθέσω στην επικεφαλής του ΔΝΤ, µε µια ειλικρινή παρουσίαση της πραγµατικότητας, την εικόνα των πραγµάτων όπως φαίνονταν από τη δική µου πλευρά.

Ουάσιγκτον, Κυριακή 5 Απριλίου 2015.

Πάσχα των Καθολικών στο σπίτι της Λαγκάρντ.

5 η ώρα το απόγευμα.

Η Κυρία κατάλαβε

 

συζήτησή µας διήρκεσε πολλή ώρα και κάλυψε πολλά ζητήματα: Ήταν φιλική, εποικοδομητική και ευχάριστη επειδή κι οι δυο µας καταβάλαµε προσπάθεια να κατανοήσουμε την άλλη πλευρά. Αποφασισµένος να αποφύγω τις περιστροφές, της εξήγησα τη μεγαλύτερη αγωνία µου: ότι οι συζητήσεις στο Eurogroup, καθώς και στο Brussels Group, γίνονταν μέσα σε µια ομίχλη κίβδηλων θέσεων και προθέσεων. «πολύ φοβάµαι», της είπα, «ότι η ανάκαμψη και η βιωσιµότητα της Ελλάδας δεν ήταν καν στο µυαλό της πλευράς των δανειστών».

Για να της δώσω να καταλάβει τι εννοούσα, μοιράστηκα µαζί της το περιεχόµενο των συζητήσεων µου µε τον Βόλφγκανγκ Σόιµπλε, τις προτάσεις που του έκανα για τρεις η τέσσερις µεγάλες µεταρρυθµίσεις (τα νοµοσχέδια των οποίων θα συγγράφαµε από κοινού), τον απότομο τρόπο µε τον οποίο απέρριψε την ιδέα µου και, τέλος, το σκεπτικό του για την εν λόγω απόρριψη, που δεν ήταν άλλο από την πεποίθηση του ότι καµία κυβέρνηση δεν µπορούσε να κρατήσει την Ελλάδα στην ευρωζώνη.

«Bλέπεις, Κριστίν», την προκάλεσα, «γιατί χρειαζόµαστε κάποιες ενδείξεις ότι όλοι εργαζόμαστε µε στόχο κοινό; Ότι όλοι µας ψάχνουμε µια συνολική λύση για την Ελλάδα εντός της ευρωζώνης; επειδή δεν είμαστε καθόλου σίγουροι ότι αυτό συµβαίνει!» κατέληξα.

«Εννοείς πολιτικά» µε ρώτησε µε αρκετή δόση ανησυχίας στο πρόσωπό της.

«Ναι, πολιτικά», απάντησα. «θέλουµε όσο τίποτα άλλο µια ένδειξη ότι όλοι γύρω από το τραπέζι θέλουν να αποφευχθεί ένα «ατύχημα». Ελπίζω να έχω άδικο, αλλά κάτι τέτοιο δεν είναι ούτε κατά διάνοια προφανές. Θα έλεγα µάλιστα ότι ισχύει το αντίθετο: Η πλειοψηφία [σηµ.: στο Eurogroup] ποθεί το » ατύχημα «. Αλλά κι έτσι να μην είναι, πρέπει να κατανοήσετε ότι, όσο διατεθειμένοι κι αν είμαστε να κάνουμε συµβιβασµούς, δεν είμαστε διατεθειμένοι να καταλήξουµε συµβιβασµένοι, υπογράφοντας κάποιο µνηµόνιο που το θεωρούµε ανεφάρμοστο, ίσως και καταστροφικό αν προσπαθήσουµε να το εφαρµόσουµε».

«Τι εννοείς ανεφάρµοστο;» µε ρώτησε µε περιέργεια. Της εξήγησα ότι άλλη µία δόση λιτότητας, σε µια χώρα που έχει ήδη σπάσει τα παγκόσµιο ρεκόρ λιτότητας, θα είχε ως ανεπίτρεπτο αποτέλεσµα νέα αύξηση του γιγαντιαίου χρέους ως ποσοστού του φθίνοντος εθνικού εισοδήµατος. Αυτή η διαδικασία οδηγεί, επέµεινα, σε σίγουρη έξοδο από το ευρώ κάποια στιγµή, όταν ο κοινωνικός και οικονοµικός ιστός της χώρας θα έχει διαβρωθεί πλήρως. Με την άκρη του µατιού παρακολουθούσα τον Πόουλ Τόµσεν να έχει καρφώσει τα βλέµµα στο πάτωµα και θυμήθηκα την ενθουσιώδη αποδοχή εκ µέρους του ακριβώς εκείνου του επιχειρήματος την πρώτη φορά που είχαµε συναντηθεί στο Παρίσι, τότε που επαύξησε προτείνοντας µάλιστα τη διαγραφή χρέους άνω των 50 δισ. Αυτή τη φορά εποιείτο την νήσσαν.

Ενθυµούµενος την κατηγορία του Τόµσεν και των λοιπών τροϊκανών ότι ήµασταν δέσµιοι ιδεολογικών αγκυλώσεων, µίλησα στην Κριστίν για τις ιδεολογικές αγκυλώσεις των δικών της υφισταμένων, δίνοντας συγκεκριµένα παραδείγµατα:

Μόνο το 9% των ανέργων έχουν λάβει έστω ένα ευρώ επιδόματος ανεργίας. Η Ελλάδα είναι τα πιο γλυκό όνειρο του πιο ακραίου νεοφιλελεύθερου. Έχουµε πάνω από µισό εκατομμύριο μισθωτούς που δεν έχουν πληρωθεί για έξι µήνες. Το ένα τρίτο των εργαζοµένων είναι αδήλωτοι. Η αγορά εργασίας είναι ξέφραγο αµπέλι για τους εργοδότες. Έτσι, το πλαφόν μεταρρυθμίσεων της αγοράς εργασίας που προσπαθεί το ΔΝΤ να εφορµόσει στη χώρα είναι εκτός τόπου και χρόνου. Ακόµα και µεγάλες αυξήσεις της τουριστικής δραστηριότητας δεν καταφέρνουν να ενισχύσουν όσο χρειάζεται τη συνολική ζήτηση λόγω της παραοικονοµίας και της αδήλωτης εργασίας. Έχουµε εξηντάρηδες που είναι άνεργοι και που δε θα βρουν ποτέ δουλειά, χωρίς παράλληλα να έχουν κάποιο επίδομα αυτό είναι το αίτιο της πίεσης προς όλες τις κυβερνήσεις να τους φορτώσουν στο ασφαλιστικό σύστημα. Αυτά είναι τα φλέγοντα θέματα που θέλω να συζητήσουμε.

«Κι εμείς θέλουμε να συζητήσουμε αυτά τα θέματα», η Κριστίν με διάθεση απολύτως συγκαταβατική. Δυστυχώς, ο Τόμσεν διέκοψε σ’ εκείνο το σημείο για να εξασφαλίσει ότι δε θα τα συζητούσαμε. Αντ’ αυτού, έστρεψε την κουβέντα στη «διαδικασία των διαπραγματεύσεων», με φανερό στόχο να πιέσει για την επιστροφή της τρόϊκας στην Αθήνα. «Το θέμα είναι η διαδικασία», είπε προβλέψιμα. «Το να τη φέρουμε σ’ ένα αίσιο τέλος είναι εφικτό. Αν συνεργαστείς μαζί μας, βλέπω φως στο τέλος του τούνελ. Πες μας τι δε σου αρέσει από το πρόγραμμα», είπε αναφερόμενος στο μνημόνιο.

Προσπερνώντας τη σκέψη ότι το θράσος του πιο αποτυχημένου υπαλλήλου του ΔΝΤ ήταν άνω ποταμών, τους πληροφόρησα ότι η Άνγκελα Μέρκελ μας είχε ήδη θέσει το ερώτημά του. Tους είπα για το πολύχρωμο 27σέλιδο που ετοίμασα, για τον Αλέξη και τη Μέρκελ, με τις αναφορές των σημείων έντονης διαφωνίας μας γραμμένες με κόκκινο μελάνι, των αντιπροτάσεων μας με μπλε και των σημείων συμφωνίας με πράσινο. Τους είπα ακόμα για τη σχεδόν ολονύκτια συνάντηση του Αλέξη με τη Μέρκελ, κατά την οποία η καγκελάριος ίδρωσε επί ώρες πάνω στο το συγκεκριμένο κείμενο. «Είναι εντυπωσιακό το πόσο προσηλωμένη είναι στη λεπτοµέρεια», συμπέρανα.

«Η καγκελάριος;» ρώτησε η Κριστίν.

«Ναι, η καγκελάριος», επιβεβαίωσα.

«Όλοι μας την αγαπάμε», πρόσθεσε με χαμόγελο που έτεινε στο γελάκι.

«Μην τα παραλέμε κιόλας», είπα γελώντας κι εγώ ανάλογα, κρατώντας τις αποστάσεις μου.

Ο Τόμσεν φαινόταν πολύ ικανοποιημένος με το 27σέλιδο κείμενο που του έδωσα. «Δώσε στον τροϊκανό κείμενο στη φόρμα του μνημονίου και πάρε του την ψυχή», σκέφτηκα μέσα μου. «Είναι πολύ χρήσιμο», μονολογούσε κοιτάζοντας το, πρoσθέτοντας ότι το ΔΝΤ «χρειάζεται συμφωνία πάνω σε μέτρα ολικής εμβέλειας». Δεν έχει καμία αντίρρηση, του απάντησα. Δεν ήθελα τίποτα περισσότερο από το να κάτσουμε κάτω και να σχεδιάσουμε ένα σύνολο μέτρων «ολικής εμβέλειας» με μακροπρόθεσμους στόχους. Δε θέλαμε την αναβολή αυτών των συζητήσεων ούτε για μία ώρα. Όμως, τόνισα:

«Θα πρέπει πρώτα να ξεπεράσουμε τον σκόπελο της ρευστότητας, που μας απειλεί μ’ ένα τραγικό ατύχημα, έτσι ώστε να δείξουμε και στους πολίτες μας και στους θεσμούς ότι είμαστε κύριοι και κυρίες των εξελίξεων. Γιατί δε συμφωνούμε, σε πρώτο στάδιο, σε τρία μεταρρυθμιστικά νομοσχέδια τα οποία εμείς θα περάσουμε εvτός μερικών εβδομάδων με σκοπό να ενεργοποιήσουμε μια θετική μεταρρυθμιστική δυναμική που θα φέρει και την απαραίτητη αισιοδοξία; Αυτό μπορεί να γίνει παράλληλα με τις συζητήσεις για άλλες, πιο δύσκολές μεταρρυθμίσεις καθώς και για την αναδιάρθρωση του χρέους, χωρίς την οποία καμία συμφωνία δεν μπορεί να είναι ολικής εμβέλειας».

Η Κριστίν παρενέβη: «Ίσως η προσέγγισή σου, Γιάνη, είναι η ορθή αλλά παραμένω επιφυλακτική … Δε νομίζω ότι εκείνοι [σημ.: εννοούσε τους Ευρωπαίους δανειστές, και συγκεκριμένα το Βερολίνο] θα χαίρονταν με την ιδέα τριών η τεσσάρων νομοσχεδίων. Θα αντιδράσουν όπως ο Βόλφγκανγκ. Νομίζω ότι θα ήταν καλύτερο να πάμε σε μια συνολική συμφωνία, ώστε να αποδείξεις ότι είσαι αποφασιστικός».

Εκείνη τη στιγμή έκρινα ότι η Κριστίν είχε πειστεί πως η πρόταση μου ήταν σωστή, και ίσως η μοναδική ευκαιρία να αποφευχθεί το ατύχημα στο οποίο είχα αναφερθεί. Όμως, είχε τον Τόμσεν δίπλα της και έπρεπε να μου απαντήσει με βάση την «κομματική γραμμή» της τρόϊκας που απαιτούσε συνολική συμφωνία, δηλαδή πλήρη συνθηκολόγηση με το μνημόνιο. Έτσι, συνέχισα:

«Κριστίν, η ιδέα ότι πρώτα συμφωνούμε για τα πάντα και μόνο τότε προχωράμε στις αναγκαίες μεταρρυθμίσεις, στην αποκατάσταση της ρευστότητας, στη συζήτηση για την αναδιάρθρωση του χρέoυς, αποτελεί συνταγή αποτυχίας … Είµαι σίγουρος ότι υπάρχουν καλές προθέσεις εκατέρωθεν δικές µας και του ΔΝΤ. Όµως δεν είµαι πεπεισµένος για τους άλλους. Θα ήθελα να πεισθώ ότι έχω άδικο. Η θέση του Βόλφγκαvγκ είναι αμετακίνητη και απογοητευτική. Εκείνον θα έπρεπε να προσπαθείς να πείσεις, όχι εµένα. Γι’ αυτό τον λόγο πήγαµε στη Μέρκελ. Επειδή ζητάμε κρυστάλλινη διατύπωση των πραγματικών προθέσεων».

Επιβεβαιώνοντας την αίσθηση που είχα ότι είχα καταφέρει να την πείσω πως η πρόοδος απαιτούσε να πάµε βήμα βήµα προς κάτι νέο, αντί για την αποδοχή του παλαιού που ο λαός µας απέρριψε, η Κριστίν απευθύνθnκε στον Τόµσεν για να τον ρωτήσει «θα µπορούσες να περιγράψεις τις προτεραιότητες της ελληνικής κυβέρνnσης γι’ αυτά τα τρία, τέσσερα, πέντε νοµοσχέδια που θέλουν να περάσουν; Πώς θα μπορούσαν αυτά να γίνουν συµβατά µε µια ολιστική διαδικασία;»

Ο Τόµσεν δεν έκρυψε τη δυσαρέσκειά του για την παρέµβαση της Λαγκάρντ και, άλλn µία φορά, κλώτσησε την µπάλα στις κερκίδες: «Αυτό που απαιτείται είναι να επιστρέψουμε στην Αθήνα χτίζοντας µια καλύτερη τεχνική διαδικασία εκεί». Άλλn µία φορά ο έπαρχος της αποτυχημένης τρόικας απαιτούσε να του επιστραφεί η επαρχία του, αψηφώντας ακόµα και την προσπάθεια της προϊσταμένης του, στο ίδιο της το γραφείο, να συζητήσουµε την ουσία του θέµατος. Είχε έρθει η στιγµή να τον βάλω στη θέση του:

«Πολύ φοβάμαι, Πόουλ, ότι οι άνθρωποί σου στην Αθήνα όχι µόνο δε συνεισφέρουν στη διαδικασία, αλλά συμπεριφέρονται µε τρόπο απαράδεκτο, θέτοντας πάνω από την πρόοδο των διαπραγµατεύσεων την οικοδόμηση της καριέρας τους, αντιγράφοντας αυτό που έκανε ο ίδιος ως επικεφαλης του ΔΝΤ στην Αθήνα από το 2010».

Η Κριστίν ως στοργική προϊσταμένη, παρενέβη γελώντας. «Ω, όχι, όχι, όχι … δεν µπορώ να συμφωνήσω σε αυτό», διαμαρτυρήθηκε, χωρίς όµως να μπορεί να κρύψει το γέλιο της, προσθέτοντας: «Πρέπει να υποστηρίξω την οµάδα µου!» «Προφανώς πρέπει να υποστηρίξεις την οµάδα σου», συμφώνησα γελώντας κι εγώ. «Όπως κι εγώ τη δική µου». Τότε ο Τόµσεν, αγέλαστος και µε διάθεση βαριοπούλας, διέκοψε το γέλια µας. «Νοµίζω … για να επιστρέψουμε στα της δουλειάς … », ξεκίνησε να λέει, οπότε τον διέκοψε η Κριστίν για να δώσει εκείνη το έναυσµα της επιστροφής στη σοβαροφάνεια προσθέτοντας « … µε επιταχυνόμενους ρυθµούς», πριν τους διακόψω µε τη σειρά µου για να πώ:

«Πόουλ, µιλάς περί επιστροφής στη δουλειά πάνω σ’ ένα ολιστικό πρόγραµµα. Όµως, επίτρεψε µου να σου θέσω την πικρή αλήθεια: κανείς από εσάς δε δέχεται να µιλήσει µαζί µας για τη βιωσιµότητα της Ελλάδας η να κάτσει κάτω µαζί µας να εργαστεί γι’ αυτήν … »

«Εµείς θέλουµε να µιλήσουµε γι’ αυτό», διαμαρτυρήθηκε η Κριστίν.

«Όμως οι άνθρωποί σας στην Αθήνα και στις Βρυξέλλες δεν ενδιαφέρονται για µια τόσο ενδιαφέρουσα συζήτηση», της θύµισα. «Μιλάς σαν τον Kέιvς τώρα», µου είπε. ΕΔΩ

Άλλη µία φορά δεν κρατήθηκα και χαμογέλασα πλατιά. Επιλέγοντας να µn σχολιάσω τον παραλληλισμό της, συνέχισα:

«Η συµπεριφορά των ανθρώπων σου κατά τις συζητήσεις καταδεικνύει ένα µοναδικό ενδιαφέρον στο να µας θέσουν προ του διλήµµατος είτε µένετε στην ευρωζώνη ως ζόµπι είτε Grexit.

Η θέση της Άvγκελας Μέρκελ είναι ξεκάθαρη: ποθεί µια ψευδολύση που προσποιείται ότι επιλύει την κρίση µας, κρατάει την Ελλάδα στην ευρωζώνη, αλλά δεν κάνει το παραµικρό για να τερµατίσει τη χρεοκοπία. Η θέση του Bόλφγκαvγκ Σόϊµπλε είναι ακόµα πιο ξεκάθαρη: Δε θέλει λύση εντός της ευρωζώνης! Είμαστε γι’ αυτόν παράπλευρη απώλεια στην προσπάθειά του να κάνει την υπόλοιπη ευρωζώνη να πειθαρχήσει. Κι αυτό αποτελεί µεγάλη απειλή για την Ευρώπη».

Ακολούθησαν ένα η δύο λεπτά διαφωνίας προτού η Κριστίν συµφωνήσει «Ο παραδειγματισμός της Ελλάδας δεν είναι κάτι έξυπνο», παραδέχθηκε επιβεβαιώνοντας την αίσθηση µου ότι, χωρίς τις παρεμβάσεις Τόµσεν, Σόϊµπλε και Σία, οι δυο µας θα καταλήγαµε σε συµφωνία. Σε µια προσπάθεια να ανταποδώσω τη θετική της στάση, είπα κάτι που ξεκίνησε την εξής στιχομυθία

.

Γ.Β.: Δεν έχω απολύτως καµία αντίρρηση να επιταχύνουμε τη διαδικασία, αλλά πρέπει πρώτο να βρούµε λύση στο πρόβλημα της ρευστότητας … Όταν δε γνωρίζω εάν θα αναγκαστώ να προβώ σε στάση πληρωµών σε µερικές μέρες , είναι πολύ δύσκολο, Κριστίν να κάτσω στο τραπέζι µε καθαρό µυαλό, ώστε να συγκεντρωθώ στο τι θα γίνει από τώρα έως το 2025. Η ιδέα ότι θα ολοκληρωθεί η αξιολόγηση πριν στεγνώσει κι η τελευταία σταγόνα ρευστότητας είναι αστείο. Σκέψου το εξής: Δε θα ήµασταν απόψε εδώ, να µιλάµε για άµεση στάση πληρωµών µας προς εσάς αν η ΕΚΤ είχε πάρει τα κέρδη της από το δικά µας οµόλογα SMP, το οποία µας χρωστά, και σας τα είχε δώσει εκ µέρους µας, αποπληρώνοντας έτσι ένα µεγάλο ποσό που εµείς απλώς δεν έχουµε να σας το δώσουµε από το αποθεµατικό µας. Χωρίς ρευστότητα δε θα υπάρξει πρόοδος. Τόσο απλά. Και χωρίς πρόοδο ή ρευστότητα θα αναγκαστούμε να αθετήσουµε τις πληρωµές µας προς εσάς.

Κ.Λ.: Θα πρέπει να πιέσεις τον Μάριο Ντράγκι επ’ αυτού Έχει εκτιμήσει τις προσπάθειές σου για επιτάχυνση της διαδικασίας τις τελευταίες δέκα µέρες. Πίεσε τον επ’ αυτού.

Γ.Β.: Πρέπει να τον πιέσει και το ΔΝΤ. Δεν μπορείτε να περιμένετε τα χρήματα σας από εμάς την ώρα που ο Μάριο µας στεγνώνει.

Κ.Λ.: Μιλάµε συνεχώς µε τον Μάριο. Όµως, αυτή είναι µια απόφαση την οποία πρέπει να λάβει µόνος του, αφού ακούσει την οµάδα του.

Γ.Β.: Παρ’ όλα αυτό, Κριστίν νοµίζω ότι πρέπει να τον πιέσεις κι εσύ. Εµείς κάνουµε ό,τι µπορούµε. Όµως, δεδοµένου ότι οι δύσκολες αποπληρωµές µας αυτές τις εβδοµάδες είναι προς το ΔΝΤ, τις οποίες δε δυνάµεθα να κάνουµε χωρίς να σταµατήσουµε τις πληρωµές µισθών και συντάξεων, το ΔΝΤ πρέπει να αποφασίσει: προτιμάτε νεκροψία µετά το μορατόριουμ που θα αναγκαστούμε να επιβάλουµε; Ή προτιμάτε να πιέσετε την ΕΚΤ να κάνει τη δουλειά της; Μιλάµε περί παράβασης καθήκοντος της ΕΚΤ αυτό τον καιρό, Κριστίν

Κ.Λ.: Ναι, αλλά η ΕΚΤ δεν είναι δανειστής έσχατης λύσης όπως θα σου έλεγαν κι οι ίδιοι.

Γ.Β.: Κι όµως, ακριβώς αυτό όταν για τον κυβέρνηση Σαµαρά το 2012, για να μην αναφέρω τους πτωχευµένους ανά τον Ευρώπη τραπεζίτες από το 2008. Τους χρηματοδοτούσαν, αν και πτωχευµένους δανειστές έσχατης λύσης. Αν ο Μάριο δε θέλει να περάσει στην ιστορία ως ο πιο πολιτικοποιημένος πρόεδρος της ΕΚΤ, τότε θα πρέπει να εφαρµόσει τους ίδιους κανόνες, τα ίδια µέτρα και τα ίδια σταθμά σε εμάς όπως και στις άλλες περιπτώσεις. Σε καµία περίπτωση δε ζητώ ειδική μεταχείρηση

Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση ως προς το τι έπρεπε να γίνει για να αποφευχθεί η στάση πληρωµών µας προς το ΔΝΤ οδηγούνταν στη φυσική της κατάληξη. ‘Επρεπε να εκμεταλλευθώ τη µοναδική εκείνη ευκαιρία για να παρουσιάσω την ουσία του προβλήµατος στη μοναδική εκπρόσωπο των δανειστών µε την οποία μπορούσαµε να επικοινωνήσουνε λογικά και ανθρώπινα: »

Γ.Β.: Ας είμαστε ειλικρινείς. Εσείς -ο Μάριο, η Άνγκελα κι εσύ πρέπει να µας δώσετε έναν οδικό χάρτη: Αφήνω τον Bόλφγκαvγκ απέξω επειδή ξέρουµε πού θα µας οδηγούσε ο δικός του χάρτης! Δε νοείται να προχωράµε στα τύφλα, στη βάση εικασιών ότι κάτι, κάποτε, θα καταστήσει την Ελλάδα βιώσιµη οικονοµία ξανά. Επιβάλλεται να κάνουµε µια ώριµη συζήτησn μεταξύ ενηλίκων [σηµ.: «το have an adult conversation» ήταν τα ακριβή λόγια µου] που θα καταλήξει σε συγκεκριµένους στόχους για το επόµενα χρόνια, ώστε, περί τη 13η Απριλίου, να ανοίξει πάλι η πρόσβαση µας σε ρευστότητα. Δεν µπορώ να πάω πίσω στην Αθήνα και να πω στο Υπουργικό Συµβούλιο ότι συµφωνήσαµε πως κάπου, κάποτε, κάτι µαγικό θα γίνει πριν φτάσουµε στο χείλος του γκρεµού. Δεν µπορώ να κινητοποιήσω, θετικά, τους συναδέλφους µου αν πρώτα κάποιος εξ υµών δε σηκώσει το τηλέφωνο να µας δώσει εγγυήσεις ότι έχουµε µπροστά µας µια διαδικασία που υποστηρίζεται από τις κατάλληλες συνθήκες ρευστότητας ώστε να διασωθεί η διαπραγµατευτική διαδικασία.

Κ.Λ.: Ναι, αλλά αυτά το δύο συνδέονται άµεσα.

Γ.Β.: Σωστό, αλλά χρειάζεται κάτι παραπάνω. Χρειαζόµαστε µια ένδειξη ότι η διαδικασία παροχής ρευστότητας θα είναι έγκαιρη και πως η διαπραγμάτευση θα είναι περιεκτική, µε την αναδιάρθρωση χρέους να αποτελεί αναπόσπαστο κοµμάτι της λύσης.

Άλλη µία φορά ο Τόµσεν µπήκε σφήνα στη συζήτηση µας µε στόχο να μην την αφήσει να εξελιχθεί θεραπευτικά: «Το να μην πληρώσετε την 9η [Απριλίου] δεν είναι η λύση», είπε, «εάν αυτό είναι το µήνυµα σας στους συναδέλφους σας στην Ευρώπη».

«Ποτέ δεν είπα ότι το να μην πληρώσουµε είναι η λύση», διαμαρτυρήθηκα.

«Δεν είπε αυτό», µε υποστήριξε η Κριστίν

«Αυτό που πράγματι είπα», διευκρίνισα, «Ήταν ότι αν δεν εξασφαλίσουµε άµεση ρευστότητα, τότε θα αναγκαστούμε να μην πληρώσουµε, θέλοντας και µη».

Επιστρέφοντας στην παράκληση µου για µια συζήτηση µεταξύ ενηλίκων, η Κριστίν αντιπρότεινε το εξής:

«Ναι, αλλά πρέπει να είναι µια συζήτηση ενηλίκων, χωρίς θεατρινισμούς, χωρίς δηµοσιογράφους να µε κυνηγούν, χωρίς παιχνίδια, χωρίς αυτοσχεδιασμούς είµαστε πολύ βαρετοί άνθρωποι. Πρέπει η διαδικασία να είναι πολύ τεχνική, βαρετή. Δεν είχαµε την ευκαιρία για µια τέτοιο συζήτηση. Ξεκινά τώρα. Είµαστε διατεθειμένοι να την κάνουµε µέρα, νύχτα, τα Σαββατοκύριακα, οποτεδήποτε. Θα προτιµούσαµε να την κάνουμε στην Αθήνα. Αλλά από την επικοινωνιακή οπτική μπορεί μέρος της να λάβει χώρα στις Βρυξέλλες. Αυτό που προτείνεις, που πηγαίνει πιο βαθιά από τον κατάλογο σου των μεταρρυθμίσεων,4 σκοπεύει να πετύχει τους στόχους της αρχικής πρότασης».

`

 

σ.σ. δική μου επισήμανση: ακολουθεί

άκρως αποκαλυπτική συζήτηση

`

Ήμασταν στον σωστό δρόμο. Για να προχωρήσουμε σε αυτόν, πρότεινα να ξεκινήσουμε τη συνεργασία μας μ’ ένα μικρό βήμα παράλληλα στην Αθήνα και στο Brussels Grouρ, από τούδε και στο εξής, οι συνομιλίες να γίνονται θεματικά, έτσι ώστε ένα αδιέξοδο ως προς ένα ζητούμενο να μη σταματούσε όλη τη διαδικασία. Στην Κριστίν άρεσε η ιδέα και ο Τόμσεν δε δυσανασχέτησε. Ήταν μια πρόοδος. Είχαμε βρει τη βάση μιας κοινής κατανόησης τουλάχιστον των ερωτημάτων, όχι όμως και των απαντήσεων. Για πρώτη φορά αντίκρισα την ευκαιρία μιας σοβαρής συζήτnσης περί των μεταρρυθμίσεων που η κάθε πλευρά προέκρινε. Πρότεινα στην Κριστίν να μου πει εκείνη ποιά έπρεπε να ήταν η πρώτη μεταρρύθμιση που έπρεπε να γίνει.

«Μπορώ; Μπορώ να πω;» ρώτησε ενθουσιασμένη. «Ξέρω ότι είναι ασύνδετο και πως μπορεί να το βρεις ήσσονος σημασίας … »

«Όχι τα φαρμακεία πάλι, σε παρακαλώ!» τη διέκοψα. «Αυτό δε θα ανέφερες;»

«Γιατί όχι;», απάντησε έκπληκτη που είχα μαντέψει τι θα έλεγε. «Με παραξένεψε ότι στη Wall Street Jounral υπεραμύνθηκες των φαρμακοποιών. Σκέφτηκα: Όχι κι ο Γιάνης! .. Με παραξένεψε ότι υποστηρίζεις το μονοπώλιο παιδικών τροφών και καλλυντικών καταλαβαίνοντας βέβαια το πολιτικό κόστος, από τότε που ήμουν υπουργός οικονομικών. Κι είχα πολλούς τέτοιους καβγάδες».

Γνώριζα το κόλλημα του ΔΝΤ με τα φαρμακεία μας: μικρές, οικογενειακές Επιχειρήσεις, προστατευόμενες από τον νόμο που δεν επέτρεπε σε μη φαρμακοποιούς να ανοίγουν φαρμακεία, ούτε την πώληση μη συνταγογραφούμενων φαρμάκων από σούπερ μάρκετ. Για το ΔΝΤ ήταν το μικρό γαλατικό χωριό που πεισματικά αρνούνταν να ενδώσει στην αυτοκρατορία των σούπερ μάρκετ και των πολυεθνικών αλυσίδων της φαρμακοβιομηχανίας. Όπως το ΔΝΤ και εν γένει η τρόϊκα συνέθλιψαν τα μικρά βιβλιοπωλεία, καταργώντας την προστασία τους από το πολυκαταστήματα, το ίδιο πάσχιζαν να κάνουν και με το φαρμακεία.

Πάvτως, το γεγονός ότι απ’ όλες τις πιθανές μεταρρυθμίσεις που θα μπορούσε να προκρίνει η διευθύνουσα σύμβουλος του ΔΝΤ επέλεξε να μιλήσει για το φαρμακεία ήταν εντυπωσιακό δείγμα των περίεργων προτεραιοτήτων των δανειστών μας. Πραγματικά δεν το περίμενα. Κι όταν συνήλθα, της εξήγησα ότι πρώτον, το μονοπώλιο των φαρμακείων επί των παιδικών τροφών και καλλυντικών είχε ήδη καταργηθεί και, δεύτερον, ότι εκείνο που απέρριπτα ήταν η προλεταριοποίηση χιλιάδων φαρμακοποιών-ιδιοκτητών και το πέρασμα ολόκληρου του κλάδου σε ολιγοπώλιο δύο ή τριών μεγαλοκαρχαριών.

Φαινομενικά αποδεχόμενη την εξήγηση μου, η Κριστίν βρήκε την ευκαιρία να μου ασκήσει κριτική για το άρθρο του νομοσχέδιου καταπολέμησης της ανθρωπιστικής κρίσης, το οποίο έδινε τη δυνατότητα στους οφειλέτες του Δημοσίου να αποπληρώνουν τις ληξιπρόθεσµες οφειλές τους, μετά από διακανονισμό, σε εκατό δόσεις, προσφέροντας τους την ευκαιρία να αποδράσουν από την παραοικονομία. Το άρθρο αυτό η Κριστίν το είχε βρει «σοκαριστικό»!

`

Κ.Λ.: Δεν μπορώ να πιστέψω ότι μπόρεσες να εισαγάγεις την αναβολή της καταβολής φόρων χωρίς να διαχωρίσεις εκείνους που δεν μπορούν να πληρώσουν από εκείνους που αυτοοργανώνονται ώστε να μην πληρώσουν.

Γ.Β.: Επίτρεψέ μου να σου εξηγήσω την τακτική των στρατηγικών πλούσιων κακοπληρωτών. Καταφεύγουν στα δικαστήρια, το οποία τους δίνουν τελεσίδικη δικάσιμο, με όλες τις αναβολές και εφέσεις το … 2022. (σημ.: το Βιβλίο γράφτηκε το 16)Στο μεταξύ δεν μπορούμε να τους αγγίξουμε. Για να μην πω ότι οι περισσότεροι έχουν ήδη βγάλει τα χρήματα τους στο Εξωτερικό. Επιπλέον οι υπηρεσίες μας απλώς δεν έχουν το προσωπικό να κάνει γρήγορα και από αποτελεσματικά τον διαχωρισμό που, ορθώς, λες ότι πρέπει να γίνει. Γι’ αυτό επιλέξαμε να δώσουμε σε όλους τη δυνατότητα να αρχίσουν να αποπληρώνουν λίγο λίγο όσο εμείς προετοιμάζουμε τον εξωδικαστικό συμβιβασμό. Όταν θα ολοκληρωθεί, τότε και βέβαια θα περικυκλώσουμε τους στρατηγικούς κακοπληρωτές και θα τους κατασχέσουμε την περιουσία.

Κ.Λ.: Αυτό ακούγεται λογικό.

Γ.Β.: Ναι, Κριστίν, αλλά το να ακούω τους ανθρώπους σας στο BrusseIs Grouρ να απαιτούν να πάρουμε πίσω αυτό τον νόμο, ως «μονομερή πράξη» μας, είναι αποκαρδιωτικό. Ιδίως όταν έχουμε 3,6 εκατομμύρια ανθρώπους να χρωστούν λιγότερα από 3.000 ευρώ στο κράτος που δε δύνανται να τα πληρώσουν-πολίτες που ποθούν να επανεισέλθουν στη νομιμότητα πληρώνοντας στο κράτος μικρά ποσά από το υστέρημα τους, λίγο λίγο.

Κ.Λ.: «Επρεπε όμως να ελέγξετε τη δυνατότητά τους …

Γ.Β.: Οι υπηρεσίες μας, όπως σου είπα, δεν έχουν τους ανθρώπινους πόρους να ελέγξουν τρία με τέσσερα εκατομμύρια οφειλετών έναν έναν πριν δώσουμε σε όλα αυτά το αθώα θύματα της κρίσης μιαν ανάσα. Γι’ αυτό δώσαμε τη δυνατότητα σε όλους, αρχικά, να μπουν στο πρόγραμμα των εκατό δόσεων όσο οι υπηρεσίες μας στοχοποιούν τους στρατηγικούς κακοπληρωτές.

Mιας και μου μιλούσε η ίδια για μπαγαπόντηδες συμπολίτες μου, βάζοντας στο στόχαστρο τους φτωχούς ανθρώπους, αποφάσισα ότι είχα έρθει η στιγμή να της μιλήσω για την πραγματική διαφθορά και τις μεταρρυθμίσεις που δε βρίσκovιαν καν στο δικό της ραντάρ εκείνες που στόχευαν την ολιγαρχία. Το γεγονός ότι ίσως να μη γνώριζε γι’ αυτή την κόπρο του Αυγείου ήταν απολύτως συνδεδεμένο με το πρόβλημα της ρευστότητας, που αντιμετώπιζε το κράτoς μας εκείνες τις μέρες. Κι όλα είχαν να κάνουν με τους τραπεζίτες μας.

«Είμαι σίγουρος ότι δεν το γνωρίζεις αυτό, αλλά να ξέρεις ότι η λέξη «μεταρρύθμιση» ηχεί άσχημα και απειλητικά στην Ελλάδα από τότε που η τρόϊκα άρχισε να χαϊδεύει τους διεφθαρμέvους τραπεζίτες μας την ώρα που έβαζε στο στόχαστρο τους φαρμακοποιούς και τους συνταξιούχους. Ακόμα χειρότερο, όταν η ΕΚΤ συνεργάζεται με τους ίδιους τραπεζίτες που μετά χαράς δέχονται την εντολή του Ντράγκι να στερούν ρευστότητα από την κυβέρνηση τον οποία ο λαός εξέλεξε, ώστε να μας εξαναγκάσει να κόψουμε κι άλλο τις χαμηλότερες των συντάξεων, την ώρα που διατηρεί τους τραπεζίτες επικεφαλής στις τράπεζες που εκείνοι οδήγησαν στην πτώχευση και τις οποίες οι φορολογούμενοι διέσωσαν, να ξέρεις ότι ο κόσμος στρέφεται, εναντίον της ΕΚΤ, εναντίον σου και εναντίον οποιουδήποτε συμμετείχε σε αυτό το φιάσκο».

Η Κριστίν άκουγε με ιδιαίτερη προσοχή. Συνέχισα να της εξηγώ τα κόλπα και τις κατάφωρες παρανομίες με τις οποίες οι τραπεζίτες μας παρέκαμψαν κάθε έννοια νομιμότητας και ηθικής, υπό τον προστασία της ΕΚΤ, του Eurogroup Working Group, προηγούμενων κυβερνήσεων, του ΤΧΣ, της Τράπεζας της Ελλάδος κτλ, ώστε να παραμείνουν κυρίαρχοι των τραπεζών με τα χρήματα που έβαλαν οι πολίτες, τα οποία βέβαια αναγκάστηκαν να δανειστούν από τους Ευρωπαίους πολίτες και το ΔΝΤ. «Η τρόϊκα στην Ελλάδα συμμετείχε ως ηθικός αυτουργός του εγκλήματος των τραπεζιτών εναντίον του κράτους και των πολιτών της Ελλάδας και της Ευρώπης», κατέλnξα.

Καθώς μιλούσα, ο Πόουλ Τόμσεν έμοιαζε να βρίσκεται στα πρόθυρα εγκεφαλικού. Δε σταμάτησα όμως. Οι τραπεζίτες, συνέχισα, χρησιμοποιούν τη ρευστότητα που παρέχει η κεντρική τράπεζα καθώς και τα κεφάλαια που τους διαθέτουν οι φορολογούμενοι -το οποία βέβαια επιβαρύνουν δυσανάλογα τους πιο αδύναμους ώστε να χρηματοδοτούν το Τρίγωνο της Αμαρτίας. «Όταν η ΕΚΤ κάνει κόμμα με τους διεφθαρμένους, και τους διαφθορείς, τραπεζίτες, οι οποίοι μάλιστα συνωμοτούν για να υπονομεύσουν τη δημοκρατία, ο λαός μας αυτό το εκλαμβάνει ως κήρυξη πολέμου», της είπα. Και συνέχισα:

«Δε σου λέω ότι ο Μάριο το γνωρίζει αυτό. Όμως κάποιοι στη Φρανκφούρτη πρέπει να το γνωρίζουν. Οι άνθρωποί σας στην Αθήνα είναι αρκετά έξυπνοι για να το έχουν ψυχανεμισθεί, αν και δε θα με εξέπληττε αν το έκρυβαν από εσένα.

Όταν οι πολίτες μας βλέπουν τους ίδιους τύπους, βοηθούμενους από την τρόϊκα, να διατηρούν τον έλεγχο των τραπεζών και των πτωχευμένων μέσων ενηµέρωσης, μέσω νέων δανείων που επιβαρύνουν τους αδύναμους πολίτες εναντίον των οποίων εργάζονται οι τράπεζες και τα μέσα, τότε δεν μπορείς να περιμένεις ότι θα σε πάρουν στα σοβαρά όταν τους δείχνεις με το δάκτυλο και απαιτείς από αυτούς «επίπονες, ολιστικές μεταρρυθμίσεις». Και δεν πρόκειται να μας παίρνουν για πολύ κι εμάς στα σοβαρά αν συμμορφωθούμε στις υποδείξεις σας .

Δε γίνεται να συνεχίσουμε όπως είμαστε, Κριστίν Είναι πολύ δύσκολο για εμάς. Θέλουμε να μιλήσουμε για πραγµατικές μεταρρυθμίσεις. Όμως, σε αυτή την εμπόλεμη κατάσταση, και με τον Βόλφγκανγκ να μου λέει «δε σου μιλώ», κρούω τον κώδωνα του κινδύνου ότι αυτή δεν είναι η Ευρώπη που οραματιζόμασταν. Είμαστε πραγματικοί ευρωπαϊστές. Θέλουμε να κρατήσουμε την Ελλάδα στο ευρώ. Πιστεύω ότι θα ήταν εξαιρετικό αν η επίσημη Ευρώπη έδειχνε ότι μπορεί να συνεργαστεί όχι μόνο με τα «κατεστημενικά» κόμματα μετά οποία είναι συμβεβλημένη αλλά και με φιλοευρωπαϊκά κόμματα που έχουν μια διαφορετική προσέγγιση. Και να δείξει στους Έλληνες ότι κι αυτοί μπορούν να είναι μέρος της διαδικασίας. Φευ, όλοι οι πολίτες της χώρας μου τώρα βλέπουν τους αξιωματούχους των θεσμών σας να τα έχουν βρει πλήρως με το Τρίγωνο της Αμαρτίας της ολιγαρχίας μας: πτωχευµένες τράπεζες, τοξικά κανάλια, διεφθαρμένους εργολάβους … »

Η Κριστίν φάνnκε προγροβληματισµένη και κρίνω ότι η έκφραση της ήταν ειλικρινής:

 

Κ.Λ.: Γιατί δεν τους κυνηγάτε, αν έχετε τις αποδείξεις ότι …

Γ.Β,: Επειδή έχουν όλα τα χαρτιά. Ο Τύπος είναι φερέφωνό τους. Τα δικαστήρια και οι διωκτικές αρχές είναι πλήρως αναποτελεσματικές, και σε κάποιες περιπτώσεις εξαγοράζονται. Προφανώς και θα τους κυνηγήσουμε, ακόμα κι αν αυτό φέρει την πτώση μας. Όμως πρώτα πρέπει να κυβερνήσουμε μερικούς τουλάχιστον μήνες, κάτι που η ασφυξία που μας προκαλείτε το αποκλείει. Τα κανάλια της τηλεόρασης καθημερινά ωρύονται ότι, συγκρουόμενοι με την τρόϊκα, οδηγούμε τη χώρα στα βράχια και ταυτόχρονα με κατηγορούν για ενδοτισμό επειδή έρχομαι εδώ να διαπραγματευτώ μαζί σου τις … μειώσεις των συντάξεων.

Γ.Β,:Εμείς, Κριστίν θα κρατηθούμε όρθιοι επειδή ο κόσμος μας έχει εµπιστοσύνη κι επειδή έχουμε καταφέρει να δηµιουργήσουµε ένα χάσμα μεταξύ της πλειοψηφίας της κοιvής γνώμης και των καναλιών ένα μεγάλο επίτευγμα που στερεί από την ολιγαρχία τον έλεγχο των πολιτών. Για πόσο θα κρατήσει αυτό δεν το γνωρίζω. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι χρειαζόμαστε λίγη ηρεμία και γαλήνη. Αυτό που ζητάμε είναι ενενήντα μέρες …

Κ.Λ.: Μπορείτε να το πετύχετε αυτό .

Κ.Λ. : Το ελπίζω.

Κ.Λ.: Για να δείξετε ότι διαθέτετε τη βούληση να το καταφέρετε, θα σας βοηθήσουμε κάνοντας τα πάντα εργαζόμενοι μαζί σας .

 

Ο Πόουλ παρενέβη για τονίσει, απευθυνόμενος περισσότερο στη Λαγκάρντ παρά σε μένα, ότι εκείνη κι αυτός μιλούσαν με μία φωνή κάτι που, πασιφανώς, δεν ίσχυε. Ήταν σαν να ήθελε να βάλει την Κριστίν να μου το επιβεβαιώσει μπροστά του: «Ό,τι με ακούς να λέω, ή να λένε οι απεσταλμένοι μας στην Αθήνα», τόνισε, «να είσαι σίγουρος ότι όλοι στο ΔΝΤ μιλούν ως ένας άνθρωπος». Δεν μπόρεσα να συγκρατηθώ και είπα: «Ναι, σαν την Καθολική Εκκλησία», οπότε πετάχθηκε η Κριστίν γελώντας για να προσθέσει «Καλύτερα ακόμα».

Ο ήλιος στο μεταξύ είχε εξαφανιστεί, και από τα παράθυρα του γραφείου της η Ουάσινγκτον φαινόταν βυθισμένη στο σκοτάδι. Καθώς φτάναμε στο τέλος, η Κριστίν έδειχνε ανήσυχη για το τι θα έλεγα στους δημοσιογράφους κατά την έξοδό μου από το κτίριο, «θα τους πεις ότι δε θα πληρώσετε το ΔΝΤ;» με ρώτησε. Τέτοια εντολή για δημόσια ανακοίνωση στάσης πληρωμών δεν είχα από τον πρωθυπουργό. Αυτό που ήθελα διακαώς να πετύχω, πριν φύγω, ήταν να τη δεσμεύσω ότι θα έκανε κάτι για να σταματήσει ο εικονικός πνιγμός μας. Αν και καταλαβαινόμασταν, είχαμε κι οι δύο υποχρέωση να κάνουμε μια σύνοψη της διαμάχης μας όσον αφορά το βασικό θέμα τη στάση πληρωμών. Την κάναμε με τη μέγιστη ευγένεια και κάποια θεατρικότητα θα έλεγα:

 

Κ.Λ.: Μια στάση πληρωμών θα ήταν φρικτή για την Ελλάδα.

Γ.Β.: Έτσι είναι, αλλά θα ήταν φρικτή και για το ΔΝΤ και για τη Ευρώπη.

 

Κ.Λ.: Ναι, ναι.

Γ.Β.: Το να αθετήσουμε τις πληρωμές μας σε εσάς, στο ΔΝΤ θα πυροδοτήσει κηρύξεις επίσημης χρεoκοπίας στον ESM-,EFSF και ίσως δώσει έναυσμα στον Μάριο Ντράγκι να αποσύρει τον ELA με αποτέλεσμα να κλείσουν οι τράπεζες μας…

Κ.Λ.: Και κατόπιν capital controls [σημ.: περιορισμοί στις αναλήψεις και στην εξαγωγή κεφαλαίων].

Γ.Β. Πράγματι. Είναι όμως κάτι που δεν μπορούμε να το δεχτούμε Κριστίν. Αυτό είναι μια πολιτική απόφαση. Προφανώς και πρόκειται για εφιάλτη. ‘Έχουμε χάσει τον ύπνο μας με την προοπτική. Όμως δεν μπορούμε να υποχωρήσουμε στη βάση της απειλής capital controls εντός μιας νομισματικής ένωσης η οποία στόχο έχει -αν είναι δυνατόν την ενίσχυση, μέσω νέας λιτότητας, των αιτίων που είμαστε εδώ. Γι’ αυτό προετοιμαζόμαστε ως οφείλουμε.

Κ.Λ.: Αυτό θα ήταν φρικτό για την Ελλάδα. Σκέψου τον πληθωρισμό…

Γ.Β.: Γιατί; Νομίζεις ότι τα capital controls θα ήταν καλύτερα; Θα ήταν καλύτερη η μετατροπή της χώρας σε προτεκτοράτο χωρίς πρόσβαση στη ρευστότητα;

 

Είχαμε πει ότι ήταν να ειπωθεί. Όμως, καθώς σηκωνόμασταν να φύγουμε, η Kριστίν με παρακάλεσε να μείνω λίγο στο γραφείο της, αφού αποχωρούσαν ο Τόμσεν και ο Ρουμελιώτης, για να μου πει κάτι ιδιαιτέρως. Είχε εκπλαγεί μου εκμυστηρεύτηκε, σε οδυνηρό βαθμό με το Τρίγωνο της Αμαρτίας ιδιαίτερα με τους τραπεζίτες «Είμαι δικηγόρος, και θα ήθελα πολύ να καταλάβω τι συμβαίνει». Τότε μοιράστηκα μαζί της το σχέδιο μου για την εξυγίανση των τραπεζών. Στόχος μας ήταν να διορίσουμε τον Pουμελιώτη που με είχε συνοδεύσει εκείνη τη μέρα στο γραφείο τnς, πρόεδρο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) με στόχο την αντικατάσταση της διοίκησης τραπεζών-κλειδιά µε αδιάφθορους και ίσως µε ξένους πραγματικούς τεχνοκράτες, χωρίς δεσµεύσεις απέναντι στην ελληνική ολιγαρχία. Η Κριστίν κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι της δείχνοντας ότι κατανοεί. Τότε µου είπε χαμηλόφωνα: «θα µιλήσω στον Μάριο. Δεν μπορώ να εγγυηθώ το αποτέλεσµα».

Ήταν ό,τι καλύτερο μπορούσα να έχω πετύχει εκείνο το απόγευµα, δεδοµένου ότι ο Αλέξης είχε αφαιρέσει τα πυρομαχικά από το µοναδικό όπλο που είχα λίγο πριν μπω στο γραφείο της.

Σαν να ήθελε να µε συνδράµει, το αποχαιρετιστήριο δώρο της Κριστίν ήταν µια υπόσχεση: θα έκανε «κάποια ντετεκτιβίστικη έρευνα στις δραστηριότητες και στο ποιόν των συμπατριωτών µου που πάσχιζαν να υπονοµεύσουν τη δουλειά µου» και θα µε ενημέρωνε. Βέβαια, αυτό δε συνέβη ποτέ, αλλά, από την άλλη, η σκέψη και η διάθεση μέτρησαν.

«Σε ευχαριστώ άλλη µία φορά που θυσίασες την Κυριακή του Πάσχα σου», ήταν οι τελευταίες λέξεις µου καθώς έφευγα.

527

Ο µήνας ο σκληρός

 

ην επoµέvη γύρισα στην Ελλάδα γνωρίζοντας πως σε µία εβδοµάδα θα επέστρεφα στην Ουάσινγκτον για να προσπαθήσω να κερδίσω, εκ µέρους της κυβέρνησης µας, την υποστήριξη ανθρώπων-κλειδιά στην κυβέρνηση του προέδρου Οµπάµα.1 Μία εβδοµάδα νωρίτερα η προοπτική αυτή θα ήταν ελπιδοφόρα. Δυστυχώς, µαζί µε την εµπιστοσύνη µου στους συντρόφους µου εξανεμιζόταν και η αισιοδοξία σε αυτό το µέτωπο.

Μαζί µε αυτή την αισιοδοξία έφθινε και ο ενθουσιασµός που ένιωθα κάποτε επιστρέφοντας στην Αθήνα σπεύδοντας στο Μαξίµου για να ενημερώσω τον Αλέξη. Μπορούσα να τον φαντασθώ να συµφωνεί σε όλα. Και αµέσως κατόπιν να βυθίζεται στην αδράνεια. Επειδή αυτά που είχα να του μεταφέρω ήταν πολλά, ουσιαστικά και επείγοντα, αποφάσισα πως είχα καθήκον να του υποβάλω την ενηµέρωση µου γραπτώς, υπό τη µορφή ολοκληρωμένης πρότασης πολιτικής για την ανάκτηση του ελέγχου των διαπραγµατεύσεων, της τύxης της χώρας ουσιαστικά. Μέχρι να προσγειωθούμε, το κείµενο ενημέρωσης-πρότασης ήταν σχεδόν έτοιμο. Το ονόµασα «Σχέδιο Ν+1», όπου το «Ν» αναφερόταν στην πληθώρα µεταρρυθµίσεων που απαιτούνταν, αλλά των οποίων ο αριθµός ήταν ευέλικτος, και το «1» αναφερόταν στην αναδιάρθρωση του χρέους, χωρις την οποία τίποτα άλλο δεν είχε σημασία.

Όταν συνάντησα τον Αλέξη, ήµουν ευθύς: «Τα χρονικά µας περιθώρια στενεύουν. Απομένουν δεκαπέντε μέρες μέχρι τη Ρίγα, όπου θα συνεδριάσει τα επόμενο Eurogroup στις 24 Απριλίου. Το ταξίδι μου στην Ουάσινγκτον είναι κρίσιμο. Είτε θα πάρουμε εμείς την πρωτοβουλία, παρουσιάζοντας μια δική μας ολοκληρωμένη πρόταση πολιτικής» είπα δίνοντας του τα έγγραφα που είχα συντάξει, «ή πεθάναμε». ‘Eριξε μια ματιά στο έγγραφο, το οποίο περιελάμβανε ημερήσιο σχέδιο δράσης για το επόμενο δεκαπενθήμερο, και το βλέμμα του έγινε απλανές. Η απροθυμία του ή η αδυναμία του να εξετάσει το σχέδιο ήταν εμφανής.

Αποκαρδιωμένος, αλλά χωρίς να το βάζω κάτω, επέστρεψα στο υπουργείο για να επεξεργαστούμε με την ομάδα μου την πιο πρόσφατη ανάλυση μας όσον αφορά τη βιωσιμότητα του χρέους και τις προτάσεις ανταλλαγής χρεών (debt swaps). Ύστερα από τέσσερις μέρες αδιάκοπης δουλειάς το βελτιωμένο Σχέδιο Ν+Ι ήταν έτοιμο να παρουσιαστεί στο Υπουργικό Συμβούλιο, στη συνεδρίαση που είχε κληθεί για τη 14η Απριλίου, την παραμονή της αναχώρησης μου για την Ουάσινγκτον. Στη συνεδρίαση ενημέρωσα τους συναδέλφους μου πως ο χρόνος μας έληγε και πως το σχέδιο Ν+Ι που είχαν μπροστά τους ήταν η τελευταία μας ευκαιρία:

Αν δε θέλουμε να παραδοθούμε, πρέπει να πούμε στους δανειστές πως αυτό το σχέδιο θα αποτελεί, από δω και πέρα, τη μόνη βάση των συνομιλιών μας. Για να στηρίξουμε την απαίτηση μας, πρέπει να δώσουμε δύο υποσχέσεις Πρώτον, πρέπει να ξεκαθαρίσουμε στον Ντράγκι πως, αν αποπειραθεί να επιβάλει capital controls, θα κουρέψουμε μονομερώς τα ομόλογα SMP που έχει στην κατοχή του και θα εφαρμόσουμε το παράλληλο σύστημα πληρωμών. Δεύτερον, να μηνύσουμε στη Μέρκελ πως , αν υποκύψει στο σχέδιο του Σόιμπλε να μας πετάξει έξω από το ευρώ, δεν πρόκειται να πέσουμε στα πόδια της παρακαλώντας, πρόθυμοι να υπογράψουμε ότι μας δώσει θα στραφούμε, απρόθυμα μεν, χωρίς αμφιβολία δε, στο Σχέδιο Χ, το οποίο ολοκληρώνεται την ώρα που μιλάμε. Η μόνη εναλλακτική σε αυτή τη στρατηγική είναι η παράδοση.

Αντίρρηση δεν υπήρξε καμία. Όλοι, εμού συμπεριλαμβανομένου ευχόμασταν ότι δε θα χρειαζόταν να φτάσουμε ως εκεί, αλλά η σιωπηρή συμφωνία-τουλάχιστον όπως την κατανοούσα ήταν ότι, αν μας σπρώξουν προς ένα τέτοιο αδιέξοδο, η παράδοση δεν αποτελούσε επιλογή.

Την επομένη αναχώρησα, ξανά, για την Ουάσινγκτον. Το πιο απολαυστικό παράλογο σημάδι της απόλυτης κατάρρευσης κάθε πειθαρχίας και ιεραρχίας εντός του υπουργείου μου ήταν το τηλεφώνημα του Χουλιαράκη. Με ενημέρωνε πως , αντί να με συνοδεύσει στις Εαρινές Συναντήσεις του ΔΝΤ στην Ουάσινγκτον -μια κορυφαία στιγμή των υπουργείων οικονομικών της υφηλίου-προτιμούσε να πάει στις Βρυξέλλες για να συναντήσει τον Τόμας Βίζερ και την υπόλοιπη τροϊκανή «παλιοπαρέα» τον Κοστέλλο κτλ. Επέμεινα πως ως πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Εμπειρογνωμόνων έπρεπε να με συνοδεύσει, αν μη τι άλλο για να συμμετάσχει στις εργασίες του ΔΝΤ. Μου ανακοίνωσε πως θα πάει … Βρυξέλλες. Έτσι απλά! Εγκατέλειψα κάθε προσπάθεια. Ήταν ανώφελο να το συζητάμε. Ούτως η άλλως, αν κατάφερνα να περισώσω κάτι στην Ουάσινγκτον , αυτό θα γινόταν παρά την παρουσία του Χουλιαράκη και όχι χάρη σε αυτήν.

Η πρώτη μέρα στην Ουάσινγκτον δε θα μπορούσε να είναι πιο γεµάτη. ξεκίνησε με μια εμψυχωτική επίσκεψη στο γραφεία του ανώτατου οργάνου των αμερικανικών εργατικών συνδικάτων (American Federation of Labor and Congress of Industrial Organisations). Ο Ριτς Τράμκα, ο πρόεδρος της αμερικανικής ΓΣΕΕ, μου δήλωσε πως η επιτυχία μας θα ενίσχυε τη φωνή των εργαζομένων στο εσωτερικό του Δημοκρατικού Κόμματος, ενώ ο γενικός γραμματέας Ντέϊμον Σίλβερς με ενθάρρυνε με μια σοφή συμβουλή:

«Παραπoνιoύvται πως είσαι παράλογος μέχρι να καταλάβουν πως δεν μπορούν να σε εξαγοράσουν η να σε εκφοβίσουν μπλοφάροντας. Τότε μόνο αρχίζουν να διαπραγματεύονται, συνήθως αργά τη νύχτα».

Ο Ριτς μου έδειξε μια επιγραφή πάνω από το γραφείο του που έγραφε:

Ποτέ κανείς «λογικός» άνθρωπος δεν πέτυχε κάτι αξιοσημείωτο.

 

Aκολούθησε συνάντηση με μια ομάδα φιλικά διακείμενων Αμερικανών δημοσιογράφων, οι οποίοι μου μετέφεραν το ζοφερό τους μήνυμα: κάναμε τον πόλεμο της προπαγάνδας! Η τρόϊκα είχε επενδύσει ιδιαίτερα στην αμαύρωση της εικόνας μας, ειδικά της δικής μου. Άρα χρειαζόµασταν έναν επαγγελματία λομπίστα και κάποια εταιρεία δημοσίων σχέσεων στις Βρυξέλλες. «Εδώ δεν έχω τα μέσα για ένα κανονικό γραφείο Τύπου στην Αθήνα», μονολογούσα καθ’ οδόν προς τα γραφεία του ΔΝΤ για την επόμενη συνάντηση μου, με την Κριστίν Λαγκάρντ και τον Πόουλ Τόμσεν.

Στα γραφεία της Κριστίν βρέθηκα σε αμήχανη θέση όταν παραπονέθηκε ότι η πλευρά μας δεν είχε κινηθεί με τους ρυθμούς που είχαμε συμφωνήσει μία εβδομάδα νωρίτερα. Είχε δίκιο, αλλά πώς να ομολογούσα την αγανάκτηση που ένιωθα για την παράλυση που επικρατούσε στο Μαξίμου; Ήταν σύντομη η συνάντηση, προέκυψε όμως από αυτήν μια σημαντική πληροφορία: σε ανάθεση με πολλούς στο Βερολίνο και αλλού, η Κριστίν συμφωνούσε μαζί μου πως η Ευρώπη δε θα μπορούσε να διαχειρισθεί ένα Grexit. Επιπλέον, είχε μιλήσει στον Ντράγκι γι’ αυτό, όπως και για τη ρευστότητα μας. Όμως, για άλλη μία φορά, εκλιπαρούσε την πλευρά μας να επισπεύσει, ότι και αν ήταν αυτό που έκανε. Μακάρι να περνούσε από το δικό μου χέρι.

Η επόμενη στάση μου ήταν το διακεκριμένο εκατονταετές ίδρυμα ερευνών Brookings Institution, όπου εκφώνησα ομιλία για τα αίτια της ελληνικής κρίσης και τις προτάσεις μου για τον τερματισμό της. Όχι συμπτωματικά, ο Βόλφγκανγκ Σόιμπλε είχε μιλήσει δύο ώρες νωρίτερα, παρουσιάζοντας τη δική του πολιτική. Μετά το τέλος της ημερίδας οι οικοδεσπότες μου ήταν αρκετό τολμηροί ώστε να συγκρίνουν τις δύο ομιλίες. Μου είπαν χωρίς περιστροφές πως , ενώ έκριναν ότι η οικονομική ανάλυσή μου ευσταθούσε και περιελάμβανε ρητές προτάσεις , η ομιλία του Βόλφγκανγκ ήταν «εξήντα λεπτά στρουθοκαμηλισμού χωρίς καμία πρόταση για το πώς θα ισορροπούσε ξανά η Ευρώπη». Φαντάζομαι πως τα σχόλια που δέχτηκε ο καθένας μας διέφεραν αρκετό.

 

«Όχι στη δική μας περίπτωση, κ. Πρόεδρε»

 

πό το Brookings οι άνθρωποι της πρεσβείας μας με μετέφεραν βιαστικά στον Λευκό Οίκο. Εκεί θα είχα την ευκαιρία για μια σύντομη συνομιλία με τον πρόεδρο Ομπάμα. Εκείνη τη μέρα, 15 Απριλίου ήταν, όλως τυχαίως θα γιορταζόταν, καθυστερημένα, η 25η Mαρτίoυ στον Λευκό Οίκο, με εξέχοντα μέλη της ελληνοαμερικανικής κοινότητας προσκεκλημένα από τον πρόεδρο Ομπάμα. Πρόκειται για, μια παράδοση για την οποία οι Ελληνοαμερικανοί είναι ιδιαίτερα υπερήφανοι καθώς μόνο δύο κοινότητες προσκολλούνται από τον Λευκό Οίκο για να εορταστεί Εθνική τους εορτή. Η ελληνική και η ιρλονδική. Ο λόγος για τον οποίο παρέστην ήταν ότι ο Αλέξης μου είχε πει πως ο Ομπάμα έδειξε ενδιαφέρον να συνομιλήσουμε ανεπίσημα στο πλαίσιο της συγκεκριμένης δεξίωσης.

Βρίσκεται μαζί μας ο Έλληνας υπουργός Οικονομικών», είπε ο πρόεδρος καλωσορίζοντας στη δεξίωση τους παριστάμενους. «Σκέφτοµαι να πάω να του ζητήσω δανεικά!» ήταν το χλιαρό αστείο τoυ. Παρά την ατυχή εκείνη αρχή, και τις όχι ιδανικές συνθήκες κάτω από τις οποίες διεξήχθη η συνομιλία, όταν με πλησίασε για να μιλήσουμε, η ,σύντομη συζήτηση μας, την οποία κάναμε όρθιοι ανάμεσα στους υπόλοιπους καλεσμένους, αποδείχθηκε ουσιαστικότερη από πολλές συζητήσεις που είχα κάνει με αξιωματούχους σε ήσυχα δωμάτια κεκλεισμένων των θυρών.

ΟΜΠΑΜΑ:…καθόλου δε σε ζηλεύω. Κάνεις ένα δύσκολο έργο κάτω από δυσμενείς συνθήκες. θα προσπαθήσουμε να βοηθήσουμε όσο καλυτέρα μπορούμε.

Γ.Β.: Σας ευχαριστώ. κ. Πρόεδρε. Από την πρώτη σας υποστηρικτική δήλωση μετά την εκλογή μας ήσασταν μια πνοή φρέσκου αέρα για τον λαό μας και για εμάς.

ΟΜΠΑΜΑ: Ξέρω τι σημαίνει να κληρονομείς μια τεράστια κρίση με το που αναλαμβάνεις το αξίωμά σου. Χρειάστηκε να το αντιμετωπίσω το 2009.

Γ.Β.: Τη μεγαλύτερη κρίση από το 1929, το γνωρίζουµε. Ομωs, η σημαντική διαφορά, κ. Πρόεδρε, είναι ότι εσείς σε κάθε βήμα σας είχατε από πίσω μια κεντρική τράπεζα που σας στήριζε. Εμείς έχουμε μια κεντρική τράπεζα που σε κάθε βήμα που κάνουμε προσπαθώντας να πετύχουµε για τη χώρα μας περίπου τα ίδια που πετύχατε εδώ το 2009, μας μαχαιρώνει πισώπλατα.

ΟΜΠΑΜΑ: Καταλαβαίνω. Όμως πρέπει να γνωρίζετε ότι αναγκάστηκα να κάνω πράγματα που ήταν πολύ δύσκολα για μένα. Πράγματα που δεν ήθελα να τα κάνω. Πράγματα που εν τέλει ήταν πολιτικό δηλητήριο. ‘Επρεπε να πάω ενάντια στην πολιτική μου για να σώσω τη Γουόλ Στριτ. Να συνεργαστώ με αυτούς που δημιούργησαν το πρόβλημα.

Γ.Β.: Το κατανοούμε απολύτως, κ. Πρόεδρε. Πιστέψτε με, είμαστε κι εμείς έτοιμοι να συνεργαστούμε με εκείνους που προκάλεσαν την κρίση μας. Να αναλάβουμε το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας συνεργασίας. Αρκεί ο ισολογισμός να είναι θετικός, αρκεί τα οφέλη για τη χώρα να είναι μεγαλύτερα της ζημίας. Είμαι βέβαιος πως γνωρίζετε ότι ο συνδυασμός δυσβάστακτου χρέους και λιτότητας έχει προκαλέσει ανθρωπιστική κρίση.

ΟΜΠΑΜΑ: Ξέρω, ξέρω. Η λιτότητα δε λέει … [σημ.: «austerity sucks» ήταν η αρκετά «προχωρημένη», κάπως αθυρόστομη, έκφραση που χρησιμοποίησε]. Αλλά πρέπει να συμβιβασθείτε στις διαπραγµατεύσεις με τους θεσμούς για να κλειδώσει μια συμφωνία.

Γ.Β.: Κύριε Πρόεδρε, είμαστε πρόθυμοι να συμβιβαστούμε, να συμβιβαστούμε και να ξανασυμβιβαστούμε. Αυτό που δεν έχουμε πρόθεση να κάνουμε είναι να καταλήξουμε συμβιβασμένοι.

Ο Ομπάμα χαμογέλασε και σε ένδειξη συμπάθειας ακούμπησε με το δεξί του χέρι, τα αριστερό μου μπράτσο. Οι βοηθοί του προσπαθούσαν να του τραβήξουν την προσοχή, κάνοντας νόημα πως είχε καθυστερήσει για την επόμενη συνάντηση του. Μια χειραψία και άρχισε να απομακρύνεται.: Όμως άλλαξε γνώμη και επέστρεψε, παρά την εμφανή ενόχληση ενός από τους πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών, για να προσθέσει:

ΟΜΠΑΜΑ: θα σας βοηθήσουμε, συνεχίζοντας να ασκούμε πίεση στους Ευρωπαίους. Όμως πρέπει κι εσείς να κάνετε βήματα για να τους συναντήσετε στη μέση.

Γ.Β.: Και πιο πέρα από τη μέση, κ. Πρόεδρε. Έχουμε Ήδη διανύσει τα τρία τέταρτα της απόστασης που μας χωρίζει, αλλά εκείνοι αρνούνται να κάνουν έστω ένα βήμα προς το μέρος μας.

ΟΜΠΑΜΑ: Δεν έχετε άλλη επιλογή από το να συνεχίσετε να προσπαθείτε. Και θα βοηθήσουμε.

Γ.Β.: Ελπίζω το ίδιο να ισχύει και για το Υπουργείο Οικονομικών σας. Πρέπει να σας πω πως μας έχει απογοητεύσει ο Τζακ Λιου, ο οποίος, δεν ακολουθεί τη «γραμμή Ομπάμα» στο θέμα αυτό. Στις επίσημες δηλώσεις του ρίχνει το φταίξιμο για την έλλειψη προόδου στην πλευρά μας.

ΟΜΠΑΜΑ: Ξέρεις πώς είναι αυτό … [γελώντας]. οι υπουργοί οικονομικών είναι πιο συντηρητικοί από τους nγέτες τους.

Γ.Β.: Όχι στη δική μας περίπτωση κ. Πρόεδρε … [σχεδόν γελώντας]. Εντούτοις, θα το εκτιμούσαμε αν το Υπουργείο Οικονομικών σας ήταν πιο κοντά στο δικό σας πνεύμα.

Άλλη μία θερμή χειραψία, άλλο ένα φιλικό χαμόγελο και αποχώρησε. ‘Επρεπε να φύγω κι εγώ. Στην κοντινή θρυλική λέσχη Cosmos Club περίπου δεκαπέντε Ελληνοαμερικανοί πολιτικοί είχαν μαζευτεί και, με περίμεναν για να δειπνήσουμε. Το δείπνο το είχαν οργανώσει ο Τζέιμι Γκάλμπρεϊθ και ο Φιλ Αγγελίδης, πρώην υπουργός Οικονομικών της πολιτείας της Καλιφόρνιας αλλά και πρόεδρος της Επιτροπής για τη Διερεύνηση της Kρίσης, που δημιουργήθηκε με εντολή του προέδρου Ομπάμα για να διερευνήσει την Κατάρρευση της Γουόλ Στριτ το 2008, καταλήγοντας σε ένα πόρισμα που θα μείνει στην ιστορία για την ευστοχία και τη μαχητικότητα του3.

Κατά τα δείπνο χρειάστηκε λιγότερο από μία ώρα ώστε να καταρρίψω τις διαστρεβλώσεις, των μέσων μαζικής παραπληροφόρησης οι οποίες είχαν παρεισφρήσει στις σκέψεις και στο θυμικό των Ελληνοαμερικανών πολιτικών κάνοντας τους, αρχικά, διστακτικούς απέναντι μου. Πολύ γρήγορα όμως η ατμόσφαιρα άλλαξε, όταν άκουσαν από πρώτα χέρι την ανάλυση της κατάστασης και τις λογικές προτάσεις μας. Τόσο πρόθυμοι ήταν να βοηθήσουν που, προτού καν τελειώσει η βραδιά, συγκρότησαν πεvταμελή Επιτροπή για τον συντονισμό της υποστήριξης της κυβέρνnσης μας στο Κογκρέσο.4

`

Όταν έφυγα, ήταν ήδη αργά, αλλά η μέρα δεν πλησίαζε καν στο τέλος της. Ενα τηλεφώνημα με καλούσε στα γραφεία του ΔΝΤ για μια σύντομη συνομιλία που θα προετοίμαζε τα έδαφος για τις συνοµιλίες της επόμενης ημέρας. Στα τα γραφεία του ΔΝΤ περπάτησα μόνος μέχρι το μπαρ του ξενοδοχείου όπου θα συναντούσα τον Λάρρυ Σάμμερς για έvα ποτό και τη μακρά, διαφωτιστική συζήτηση με την οποία ξεκίνησε τούτο τα βιβλιο.

Δύο απρόσμενοι Αμερικανοί φίλοι

υποστήριξη των αμερικανικών συνδικάτων και των Ελληνοαμερικανών, πολιτών είχε κερδηθεί σχετικά εύκολα, όπως ήταν, αναμενόμενο. Aυτό που ήταν, λιγότερο αναμενόμενο ήταν η ουσιαστική στήριξη την οποία μου πρoσέφεραν άνθρωποι που δεν περίμενα να μας στηρίξουν. Oι απρόσμενες κινήσεις φιλίας ανθρώπων τους οποίους δε συγκαταλέγεις στους φυσικούς συμμάχους σου είναι εκείνες που ξαναγεμίζουν γρήγορα τα εξαντλημένα αποθέµατα της δύναμής σου κατά τη διάρκεια ενός άνισου αγώνα. Τουλάχιστον αυτό συνέβη στην περίπτωση δύο Αμερικανών που θα συναντούσα την επομένη. Ο ένας ήταν, ο Λι Μπουκέιτ, επιφανής μεγαλοδικηγόρος της Ουάσινγκτον και ειδικός σε θέματα κρατικών και ιδιωτικών χρεοκοπιών. Ο έτερος ήταν, ο Ντέιβιντ Λίπτον, το Νο 2 του ΔΝΤ.

Tους συνάντησα και τους δύο ανάμεσα σε αμέτρητες ανούσιες συναντήσεις, με αξιωματούχους πολύ πιο γνωστούς στο ευρύ κοινό. Τον Λι Mπoυκέιτ τον επισκέφτηκα ινκόγκνιτο στα γραφεία της δικηγορικής του εταιρείας συνοδευόμενος από τον Τζέιμι Γκάλμπρεϊθ. Η μυστικότητα επιβαλλόταν, καθώς ο Λι Μπουκέιτ είναι ευρέως γνωστός ως η καλή, νεραΐδα των υπουργών οικονομικών πτωχευμένων κρατών που ζητούν αναδιάρθρωση του δημόσιου χρέους τους. Αν ο Τύπος μάθαινε για τα συνάντηση μας, θα την παρουσίαζε σαν μια μονομερή κίνηση της Ελλάδας να αθετήσει τα χρέος της. Ακόμη κι αν μια τέτοιο κίνηση ήταν αυτή που έπρεπε να κάνουμε, δεν είχε έρθει η ώρα για τέτοιο πρωτοσέλιδο.

Φτάσαμε στα γραφεία της δικηγορικής εταιρείας με τα πόδια, μόνοι, και μπήκαμε στο κτίριο από πλαϊνή είσοδο. Στη διαδρομή αφηγήθηκα στον Τζέιμι όσα μου είχε μόλις πει ο Μάριο Ντράγκι, κατά τη διάρκεια προηγηθείσας ωριαίας συνομιλίας: Ο Mάριο είχε κάνει τα αδύνατα δυνατά να με πείσει πως δεν ήταν μέρος καμίας συνωμοσίας για την ανατροπή της κυβέρνησης μας, αλλά τα «χέρια του ήταν δεμένα». Τον πίστεψα: παρά τις διαμαρτυρίες του περί πλήρους ανεξαρτησίας της ΕΚΤ, κανείς κεντρικός τραπεζίτης στον δυτικό κόσμο δεν εξαρτάται από σκοτεινές πολιτικές μηχανορραφίες περισσότερο απ’ ότι ο πρόεδρος της ΕΚΤ. «Η μία, συναρπαστική, πληροφορία την οποία αλίευσα από τον Μάριο μόλις τώρα», είπα στον Τζέιμι, « η συμβουλή του να επιδιώξω μια συμφωνία με το ΔΝΤ. Συμφώνησε όσον αφορά τη σημασία της ελάφρυνσης του χρέους. Οπότε, αυτό ήταν τα σκεπτικό του, μόνο μια συμφωνία και μια στενή σχέση συνεργασίας με το ΔΝΤ θα ωφελούσε την Ελλάδα». Η συζήτηση με τον Τζέιμι για το κατά πόσον η προσέγγιση με το ΔΝΤ ήταν σκόπιμη και σοφή ή όχι διεκόπη, καθώς είχαμε φτάσει στον προορισμό μας.

Ο Λι Μπουκέιτ είναι ένας πανέξυπνος Αμερικανός τζέντλεμαν, με τα χαρακτηριστικά και την προφορά των λευκών επικυρίαρχων του αμερικανικού νότου, που μοιάζει σαν να έχει βγει από άλλη εποχή. Προτού συζητήσουμε για το τρέχοντα θέματα, ήθελε να εξομολογηθεί το παρελθόν του, την εμπλοκή του σε προηγούμενες ελληνικές κυβερνήσεις, οι οποίες, κατά την άποψή του, χρησιμοποίησαν τις ικανότητες του έτσι ώστε να σπαταλήσουν μια εκπληκτική ευκαιρία απελευθέρωσης της Ελλάδας από τα δεσμά του χρέους.5 Δεν κρύφτηκε πίσω από μισόλογα: η συνάντησή μας ήταν γι’ αυτόν ευκαιρία για εξιλέωση. Όσο για τα παρόν, η εκτίμηση του ήταν ζοφερή. «Είναι αποφασισμένοι να σας συντρίψουν με απειλές, που όμως μπορεί να είναι κούφιες», προειδοποίησε.Η συμβουλή του ήταν ξεκάθαρη και αιχμηρή: έπρεπε να δείξουμε στην Άvγκελα Μέρκελ πως δε θα υποκύπταμε τρομαγμένοι υπό την απειλή του Grexit: Ήταν σαν να άκουγα τον εαυτό μου να μιλάει.

Ο Λι πρότεινε δύο πρακτικές κιvήσεις. Πρώτον, ο Αλέξης έπρεπε να προλάβει την απειλή τους για Grexit, μεταφέροντας εντός της επόμενης εβδομάδας το εξής μήνυμα στο Μέρκελ:

Οι θεσµοί κωλυσιεργούν σε τέτοιον βαθµό που ένα ατύχημα διαφαίνεται όλο και πιο αναπόφευκτο. Ως υπεύθυνοι ηγέτες, οφείλουµε να προετοιµασθούµε γι’ αυτό το ενδεχόµενο. Προτείνω να στείλει η καγκελαρία ένα µικρό τεχνικό κλιµάκιο, του οποίου εµπιστευόµαστε τις ικανότητες και την εχεµύθεια, σε κάποιο ελληνικό vησί, µακριά από τα φώτα της δημοσιότητας. Εκεί θα συναντηθούν µε τα δικό µου, αντίστοιχο, κλιµάκιο µε στόχο να συζητήσουν ήσυχα και επαγγελματικά τη διαχείριση του ατυχήματος.

Προς αποφυγήν οποιασδήποτε διαρροής, αλλά και για λόγους συµβολισµού, ο Λι Μπουκέιτ µας σύστησε τα µήνυµα αυτό να διαβιβαστεί όχι γραπτά η τηλεφωνικά αλλά µέσω αντιπροσώπου µας που θα πήγαινε στο Βερολίνο αυτοπροσώπως να τα αναγνώσει στην καγκελάριο χωρίς ποτέ να το παραδώσει. Έτσι και θα αποφεύγαµε τον κίνδυνο διαρροήw, και θα µμεγιστοποιούσαστε τη «δραστική» διάσταση του µηνύµατος. Από την απάντηση της καγκελαρίου θα διαπιστώναμε αν η Μέρκελ ήταν διατεθειμένη να ικανοποιήσει την επιθυμία του Bόλφγκαvγκ για Grexit η αν θα παρενέβαινε προσφέροντας µας την αναδιάρθρωση του χρέους την οποία είχαµε ανάγκη.

Η δεύτερη συµβουλή του Λι αφορούσε την Τράπεζα της Ελλάδος και τα αποθέµατα χρυσού της χώρας.

Φροντίστε τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα επί του ελληνικού χρυσού να μεταβιβαστούν αµέσως από την Τράπεζα της Ελλάδος σε κάποιον φορέα της ελληνικής κυβέρνnσης. Γιατί, αν υπάρξει δικαστική διαµάχη µε την ΕΚΤ, ο Μάριο Ντράγκι θα σας πάει στα δικαστήρια του Λονδίνου απαιτώντας την κατάσχεση του ελληνικού χρυσού και όλων των περιουσιακών στοιχείων της ελληνικής κεντρικής τράπεζας στη βάση του επιχειρήματος ότι η αθέτηση από την ελληνική κεντρική τράπεζα των υποχρεώσεών της απέναvτι στο σύστηµα των ευρωπαϊκών κεντρικών τραπεζών δίνει τα δικαίωµα στο τελευταίο να απαιτήσει κατάσχεση της περιούσιας της Τράπεζας της Ελλάδος. Αν όµως έχετε ήδη µεταφέρει την ιδιοκτησία του χρυσού εκτός της κεντρικής σας τράπεζας, τότε απλώς αφήστε την να χρεοκοπήσει Αν χρειαστεί να εισαγάγετε νέο νόµισµα, δημιουργείτε νέα κεντρική τράπεζα. Έτσι, όλες οι απαιτήσεις της Φρανκφούρτης θα εκλείψουν µε την παλαιά κεντρική τράπεζα .6

 

Με τις συµβουλές του Λι να βουίζουν στο κεφάλι µου, αποχώρησα για το Υπουργείο Οικονοµικών, όπου θα συναντούσα τον Τζακ Λιου. Για λόγους τους οποίους εξήγησα στον πρόεδρο Οµπάµα έφτανα µε απειροελάχιστες ελπίδες να προκύψει κάποιο θετικό αποτέλεσµα από τη συνάντηση εκείνη. Όπως ήταν αναµενόµενο, µε πίεσε να υποκύψω στο Βερολίνο, καθιστώντας ξεκάθαρο πως, παρόλο που η ανάλυσή µου ήταν σωστή, οι ΗΠΑ θεωρούσαν ότι η Ελλάδα ανήκε στη γερµανική οικονομική σφαίρα. Το µόνο θετικό που προέκυψε από τη στείρα συνάντηση µας ήταν η παραδοχή του, που συνέκλινε µε την άποψη της Λαγκάρντ ότι οι «Ευρωπαίοι» έτρεφαν αυταπάτες πιστεύοντας πως μπορούσαν να διαχειριστούν ένα Grexit.7

Μετά από µια µακρά και εξίσου κουραστική σύνοδο στο ΔΝΤ, όπου οι υπουργοί οικονοµικών της υφηλίου και οι παρατρεχάμενοι τους συναθροίζονταν για να παρακολουθήσουν τη µία µετά την άλλη άσκοπες και ανούσιες οµιλίες, συνάντησα τον Τζεφ Σακς, που έφερνε κακά µαντάτα: ο Βόλφγκαvγκ είχε καταφέρει να στρέψει την πλειοψηφία των αξιωματούχων της Ουάσιγκτον εναντίον της κυβέρνησης µας. Ο θυµός τον οποίο έτρεφε για εµάς ο Ντέιβιντ Λίπτον ανησυχούσε ιδιαίτερα τον Τζεφ. «Πρέπει να τον δεις απόψε», επέµεινε. Ο Τζεφ εκτιµούσε ότι µόνο µια συµµαχία µε τον Λίπτον, τον άνθρωπο του Λευκού Οίκου στο ΔΣ του ΔΝΤ, θα μπορούσε να φέρει µε το µέρος µας τον Μάριο Ντράγκι και τελικά να πείσει τη Μέρκελ να παρέµβει ακυρώνοντας τις κινήσεις Σόϊµπλε προς Grexit και αποδεχόμενη την αναδιάρθρωση του χρέους. «Κανόνισα να δεις τον Ντέιβιντ απόψε, στο γραφείο του», κατέληξε ο Τζεφ.

Εκείνο το βράδυ, συνοδευόµενος από την Έλενα Παναρίτη, η οποία γνώριζε τον Λίπτον προσωπικά από τα χρόνια της θητείας της στην Ουάσινγκτον, επέστρεψα ακόµη µία φορά στο κεντρικό γραφεία του ΔΝΤ για να τον συναντήσω. Ισχυρογνώµων και κάπως ευέξαπτος, ο Λίπτον δεν προσπάθησε να κρύψει τον εκνευρισµό του απέναντι στην κυβέρνηση µας, κι εµένα προσωπικά, πριν καν του πω «καλησπέρα». Όπως με είχε προειδοποιήσει ο Τζεφ, η γερμανική πλευρά είχε, φαίνεται, κάνει εξαιρετική δoυλειά ώστε να τον προϊδεάσει αρνητικά. Χρειάστηκε μιά ώρα προσεκτικής και υπομονετικής παρουσίασης των επιχειρημάτων μου προτού ο Ντέιβιντ Λίπτον αρχίσει να μαλακώνει.

Όταν χαλάρωσε αρκετά, αναφέρθηκε στις συζητήσεις του με τον Τζεφ Σακς, λέγοντας μου, σε ανθρώπινο και φιλικό πλέον ύφος, πως υπήρξε φοιτητής του Τζεφ και γι’ αυτό είχε εντυπωσιαστεί από τα καλά του λόγια για μένα. Όμως, παρά τη θερμότερη ατμόσφαιρα, η συζήτηση μας φαινόταν κ’ αυτή αδιέξοδη. Ο Λίπτον επαναλάμβανε επίμονα τη σταθερή γραμμή του ΔΝΤ για την αναγκαιότητα μιας «συνολικής» αξιολόγnσης με βάση το μνημόνιο κι εγώ επαναλάμβανα επίμονα τους λόγους για τους οποίους η εμμονή στη «συνολική» αξιολόγηση με βάση το μνημόνιο ήταν η συνταγή για το ανεπιθύμητο ατύχημα. Ξαφνικά ο Λίπτον, με εξέπληξε με μια απρόσμενη αλλαγή πλεύσης. Κοιτώντας με λες και είχε μια ξαφνική επιφοίτηση, μου λέει:

«Έκτος εάν … » αφήνοντας µια µεγάλη παύση που λειτούργησε σαν να άνοιξε µια χαραµάδα απ’ όπου μπήκαν λίγες αχτίδες φωτός σ’ ένα από τα σκοτεινότερα δωμάτια που μπορεί να φαντασθεί ο ανθρώπινος νους,

«Έκτος εάν τι;» τον ρώτησα.

«Εκτός εάν υιοθετήσετε την πολωνική εναλλακτική», απάντησε σκεφτικός.

Δεν μπoρώ να γνωρίζω αν επρόκειτο για αυθόρμητη σκέψη ή για προσχεδιασμένη κίνηση τακτικής. Δεν είχε σημασία. Ήταν φως στο σκότος.

Η «πολωνική εναλλακτική», όπως εξήγησε, ήταν απλή: Τη δεκαετία του ’90 η Πoλωνία ήταν φορτωμένη με τεράστιο χρέος από την κομμουνιστική της περίοδο. Όταν ήρθε το ΔΝΤ για να εφαρμόσει τα γνωστό πρόγραμμα λιτότητας, μεταρρυθμίσεων και αναδιάρθρωσης του χρέους, η κυβέρνnσn της Βαρσοβίας αρνήθηκε να αποδεχτεί τη μνημονιακή διαδικασια του ΔΝΤ. «Όπως αρνείστε κι εσείς τώρα», μου τόνισε ο Λίπτον.

Αυτό που έκαναν οι πολωνοί ήταν να απορρίψουν την απαίτηση του ΔΝΤ να συντάξει εκείνο ένα μνημόνιο και να απαιτήσουν να συντάξουν τα δικό τους «Σχέδιο για την Πολωνία» ένα ολιστικό πρόγραμμα που κάλυπτε τα ζητήματα χρέους, δημοσιονοµικής πολιτικής και μεταρρυθμίσεων, το οποίο και παρουσίασαν στο ΔΝΤ ως το πλαίσιο διαπραγµάτευσης.

«Είναι η μοναδική περίπτωση, απ’ όσο γνωρίζω», κατέληξε ο Λίπτον, «όπου το ΔΝΤ δέχθηκε να εγκαταλείψει τα δικό του Μνημόνιο Κατανόησης και να δεχθεί ως βάση διαπραγµάτευσης το πρόγραμμα που πρότεινε μια κυβέρνηση».

Σnκώνοντας για μια στιγμή το βλέμμα του προς τα ταβάνι, ο Λίπτον ρώτησε «Γιατί δε δοκιμάζετε την πολωνική στρατηγική; Σε τελική ανάλυση, ο Τζεφ ήταν εκείνος που τους βοήθησε να συντάξουν το Σχέδιο για την Πολωνία». Από τα στόμα του ανθρώπου των ΗΠΑ στο ΔΝΤ, του αναπληρωτή της Κριστίν Λαγκάρντ και πρώην φοιτητή του Τζεφ, ήταν ό,τι καλύτερο είχα ακούσει από τις 20 Φεβρουαρίου. Σε συνδυασμό με τη συμβουλή του Λι Μπουκέιτ έθετε τα θεμέλια μιας στρατηγικής πραγματικής απόδρασης από την αποικία χρέους.

«Είναι η καλύτερη συμβουλή που έχω ακούσει, Ντέιβιντ», του είπα σφίγγοντας του το χέρι καθώς αποχωρούσα. «Ο Τζεφ βρίσκεται ήδη στο ξενοδοχείο μου. Θα αρχίσουμε να την επεξεργαζόμαστε αμέσως». Χαμογελώντας για πρώτη φορά από την αρχή της συνάvτησης μας, ο Λίπτον μου ευχήθηκε καλή τύχη.

Στο μπαρ του ξενοδοχείου όπου έμενα συνάντησα τον Τζεφ. Του είπα για την πρόταση του Λίπτον και αγκαλιαστήκαμε ενθουσιασμένοι. Μπορεί τα εμπόδια μπροστά μας να ήταν ψηλά και αμέτρητα, όμως ένας δρόμος προς μια καλή έκβαση διεφάνη μέσα στην καταχνιά των περασμένων εβδομάδων. Ο Τζεφ μου δήλωσε ότι ήταν έτοιμος να παρατήσει ό,τι έκανε για να επεξεργαστούμε τη δική μας έκδοση της «πολωνικής εναλλακτικής» και να αρχίσουμε να συντάσσουμε το αντίστοιχο «Σχέδιο για την Ελλάδα». Όμως, με προειδοποίησε:

Πρέπει παρ’ όλα αυτό να είσαι προϊδεασµένος για τη σύγκρουση. Σε εκλιπαρώ, εξασφάλισε τον πλήρη στήριξη του πρωθυπουργού σου για να μπορέσεις να προετοιμαστείς για τα κλείσιµο των τραπεζών που θα δοκιµάσουν για να σε εκφοβίσουν. Ακόµη κι αν καταφέρεις να χτίσεις µια συµµαχία µε τον Λίπτον και τον Ντράγκι, το Eurogroup είναι στα χέρια του Σόιµπλε. Κι ο Σόϊµπλε είναι αποφασισµένος να σας σύρει σε διαπραγμάτευση µε κλειστές τις τράπεζες, για να δει αν θα υποκύψετε.

Αυτή ακριβώς ήταν και η δική µου σκέψη: για να μπορέσουμε να εφαρµόσουµε αποτελεσµατικά την ιδέα του Λίπτον, θα έπρεπε να την παντρέψουµε µε την πρόταση του Μπουκέιτ. ‘Επρεπε να κρατήσουµε σε δύο µέτωπα: να συντάξουµε τα δικό µας, ολοκληρωμένο, αντιµνηµόνιο, το «Σχέδιο για την Ελλάδα», όπως µου πρότεινε το Νο 2 του ΔΝΤ, και παράλληλα να πείσω τον Αλέξη να στείλει απεσταλμένο στο Βερολίνο µε το μήνυμα που είχε προτείνει ο Λι. Ήταν ο µοναδικός τρόπος. Θα άδραχνε όµως την ευκαιρία ο εξαντληµένος σύντροφος µου;

Η Τρόϊκα στο Παρίσι

επόµενη µέρα, 16 Απριλίου, εξαντλήθηκε σε συναντήσεις στο ΔΝΤ. Η εµπειρία της πρωινής ολομέλειας έµοιαζε µε εκείνην ενός στρατιώτη στο μέτωπο: παρατεταμένη ανία που διαταρασσόταν περιστασιακά από στιγµές πανικού. Πέρασα το μεγαλύτερο µέρος της συνόδου καθισμένος δίπλα στον Μπενουά Κερέ, τον δεύτερο στην ιεραρχία της ΕΚΤ. Ενώ συνεχίζονταν οι ατελείωτες διαλέξεις, οι δυο µας κουβεντιάζαμε ψιθυριστά σαν άτακτα σχολιαρόπαιδα. Πάντα φιλικός, πάντα πρόθυµος να παρουσιάσει τον εαυτό του σαν τον φίλο της χώρας µας στην ΕΚΤ, είχε µια χροιά έγνοιας στη φωνή του που δεν μπορούσε να κρύψει την απειλή τον οποία εμπεριείχαν τα λόγια του, όταν κάποια στιγµή, κατά τη διάρκεια της «λαθραίας» συζήτησης µας, µου είπε:

«Τώρα πρέπει να προετοιµασθούµε για το πιθανό ατύχημά».

«Αναφέρεσαι στο » ατύχημά » που δρομολογεί η ΕΚΤ από τον Δεκέµβρη;» τον ρώτησα.

Χωρίς ίχνος ενόχλησης, επιβεβαίωσε την κατηγορία µου:

«Αν γίνει ένα bank run και αν η ΕΚΤ δεν αυξήσει τη ρευστότητα µέσω του Μηχανισμού Έκτακτης Ρευστότητας (ELA), τότε πιθανόν να αναγκαστούμε να κλείσουµε τις τράπεζες ενόσω συνεχίζονται οι διαπραγµατεύσεις».

Μόλις είχα αρχίσει να του απαντώ πως ήταν παράλογο να περιµένει κανείς ότι θα συνεργαζόμασταν στον ίδιο µας τον εκβιασµό, ήρθε κοντά µας ο Μισέλ Σαπέν, ο υπουργός οικονοµικών της Γαλλίας, για να µε ρωτήσει αν είχα νέα από τα Brussels Group και τις «διαπραγµατεύσεις» µας µε τους θεσµούς. Κάναµε µια σύντοµη κουβέντα και µετά ο Μισέλ επέστρεψε στη θέση του στην άλλη άκρη της αίθουσας, δίπλα ήταν Βόλφγκανγκ Σόιµπλε. Με τον Μπενουά συνεχίσαµε να συζητάμε χαμηλόφωνα, ήταν ξαφνικά ακούστηκαν φωνές από µακριά. Ο Μπενουά φάνηκε να ανησυχεί «Τι έγινε;» τον ρώτnσα. «ο Μισέλ έβαλε τις φωνές στον Βόλφγκανγκ», µου απάντησε. Απορροφημένος καθώς ήμουν από την έντονη συζήτηση που είχα µε τον Μπενουά, δεν είχα αντιληφτεί τα δράµα που εκτυλισσόταν πίσω µου. «Γιατί;» τον ρώτησα. Τότε ο Μπενουά, µε· ένα πικρό χαµόγελο, µε άφησε έκθαμβο απαντώντας:

«Επειδή ο Βόλφγκαvγκ είπε πως θέλει την τρόϊκα στο Παρίσι».

Ήταν απολύτως λογικό και διαβολικό ταυτόχρονα. Η τρόικα, που γεννήθηκε και ανδρώθηκε στην Αθήνα, τώρα ετοιμαζόταν να καταφθάσει στο Παρίσι, γιατί απώτερη οικοστολή της ήταν εξαρχής, ο έλεγχος του γαλλικού προϋπολογισµού. Οι σκληρές και αποτυχημένες πολιτικές που είχαν επιβληθεί στην Ελλάδα δεν είχαν να κάνουν µε τη χώρα µας. Η απειλή του κλεισίµατος των ελληνικών τραπεζών την οποία µόλις µου είχε μεταφέρει ο Μπενουά, τη στιγμή ακριβώς που ο Μισέλ έβαζε τις φωνές ήταν Βόλφγκανγκ, δεν είχε να κάνει µε τις τράπεζες µας. Όλα ήταν ένα μήνυμα του Βόλφγκανγκ προς το Παρίσι Αν η Γαλλία ήθελε το ευρώ, έπρεπε να παραδώσει την κυριαρχία επί του κρατικού προϋπολογισµού της στο Βερολίνο!

Υπήρχε µια λογική σε αυτόν τον παραλογισµό µια πιθανώς διεστραμμένη λογική, που έχει πλήξει ανεπανόρθωτα την Ευρωπαϊκή ‘Ένωση, εντούτοις µια λογική. Το µόνο που δεν είχε λογική ήταν ο τρόπος µε τον οποίο Γάλλοι αξιωµατούχοι, όπως ο Μισέλ Σαπέν, ο Μπενουά Κερέ και ο Πιερ Μοσκοβισί, συνεργούσαν στην καθυπόταξη της γαλλικής κυβέρνησης πρωταγωνιστώντας στη δική μας καθυπόταξη.

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, στο αεροδρόμιο της Ουάσινγκτον έπεσα πάνω σ’ έναν από αυτούς τους τρείς Γάλλους αξιωματούχους, τον Πιερ Μοσκοβισί. Είχαμε μισή ώρα αναμονής μέχρι την πτήση του καθενός μας κι έτσι πιάσαμε κουβέντα. «Η Γερμανία είναι ένα πρόβλημα, και όχι μόνο για εσάς», αποφάνθηκε. Αλλά πρόσθεσε πως μια συμφωνία ανάμεσα στην Ελλάδα και τους πιστωτές της ήταν εφικτή «παρά τον Σόιμπλε». Aπάvτησα πως οι ειδήσεις που μετέφερα στην Αθήνα από το ΔΝΤ και την Ουάσινγκτον ήταν πως μια βιώσιμη συμφωνία θα έκλεινε μόνο με τη συναίνεση του ΔΝΤ, της Ουάσινγκτον, της ΕΚΤ και της Κομισιόν. Συμφώνησε. Τότε όμως ανέφερα τη συνομιλία μου με τον Μπενουά και την κεκαλυμμένη απειλή του τελευταίου για κλείσιμο των ελληνικών τραπεζών κατά τη διάρκεια των διαπραγµατεύσεων.

«Απερίσκεπτες κουβέντες σαν κι αυτές θα μπορούσαν εύκολα να ερμηνευθούν στην Αθήνα ως υπαρξιακή απειλή», είπα στον Πιερ.

«Μην ανησυχείς», απάντησε ο επίτροπος, «Ο Μπενουά έχει μια τάση να αγχώνεται υπερβολικά και, ως κεντρικός τραπεζίτης, νιώθει την ανάγκη να έχει σχέδιο έκτακτης ανάγκης για τα πάντα . Θα του μιλήσω εκ μέρους σου».

Συμφωνήσαμε να συναντηθούμε την επόμενη εβδομάδα και τον αποχαιρέτησα, παραμένοντας δύσπιστος ως προς τις διαβεβαιώσεις του.

Στην Αθήνα πια, ο Μπενουά μου τηλεφώνησε για να ολοκληρώσουμε τη συζήτηση την οποία είχαν διακόψει οι φωνές που είχε βάλει ο Μισέλ στον Βόλφγκαvγκ. Ο Μπενουά ήταν πολύ πιο καθησυχαστικός αυτήν τη φορά, πιθανόν γιατί στο ενδιάμεσο είχε προηγηθεί κάποιο τηλεφώνημα από τον Πιερ. Όταν τον επέπληξα για τη συγκεκαλυμμένη απειλή του κλεισίματος των τραπεζών, υπενθυμίζοντας του πως οι τράπεζες δε θα έκλειναν ως αποτέλεσμα κάποιας φυσικής καταστροφής η ενός ατυχήματος, αλλά ως επακόλουθο μιας καθαρά πολιτικής απόφασης της ΕΚΤ να μας προκαλεί ασφυξία προτού μας κλείσει τις τράπεζες, απάντησε:

 

Κερέ: Μην το λες αυτό. οι τράπεζες μπορεί να κλείσουν γιατί έχoυν ξεμείνει από αξιόχρεα ενέχυρα τα οποία μπορεί να οποδεχθεί η κεντρική τράπεζα με αντάλλαγμα ρευστό χρήμα.

Γ.Β.: Αυτό είναι αδύνατον, Μπενουά. Ως υπουργός Οικονομικών, εγγυώμαι κάθε βδομάδα άχρηστα IOU τραπεζών αξίας δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ, το οποία καταθέτουν ως , εχέγγυα στην Τράπεζα της Ελλάδος. Ο μόνος τρόπος να εξαντληθούν οι αποδεκτές εξασφαλίσεις είναι αν εσείς στην ΕΚΤ απαγορεύσετε στην Τράπεζα της Ελλάδος να κάνει δεκτές τις εγγυήσεις μου. Και αυτό είναι μια εκατό τοις εκατό πολιτική απόφαση, καθώς όλοι ξέρουμε από το 2008 ότι οι εγγυήσεις της ελληνικής κυβέρνnσης στα IOU των τραπεζών είναι απολύτως αναξιόπιστες [σημ.: Kαθώς το κράτος μας δε θα είχε ποτέ τη δυνατότητα να πληρώσει το ποσά αυτά που εγγυάται εκ μέρους των τραπεζών].

Κερέ: Έχεις δίκιο. Αλλά, ως κεντρικός τραπεζίτης, πρέπει να είμαι προετοιμασμένος σε περίπτωση που ληφθεί μιά τέτοια απόφαση από τα δύο τρίτα του διοικητικού συμβουλίου.

Γ.Β.: Κατανοητό. Απλώς πρέπει να γνωρίζεις πως , αν συμβεί κάτι τέτοιο, η κυβέρνηση μας δε θα μείνει άπραγη αναμένοντας την κυπριακού τύπου «λύση» που ετοιμάζουν κάποιοι για μας. Δεν θα υποχωρήσουμε ούτε σπιθαμή. Αντιθέτως, αν κλείσετε τις τράπεζες μας θα δημιουργήσουμε τη δική μας ρευστότητα σε ευρώ, βασισμένη σε ηλεκτρονικής μορφής IOU που θα υποστηρίζονται από το φορολογικό σύστημα. Φυσικά, αν μας ωθήσετε σε αυτή την κατεύθυνση, δε θα έχουμε εναλλακτική από το να προβούμε σε στάση πληρωμών στο ΔΝΤ και σε εσάς [σημ.: στην EΚΤ], φέρνοντας μας ενάντια στη θέληση μας πολύ κοντά στο σημείο χωρίς επιστροφή..

Κερέ: Σε ευχαριστώ που μου τα λες όλα αυτά .Τώρα θα σου δώσω κι εγώ τη δική μου υπόσχεση: Αν καταλάβω πως το γεγονότα κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση ενάντια στη θέληση μας, σου υπόσχομαι να σε ενημερώσω εκ . των προτέρων ώστε να συγκαλέσετε έκτακτη Σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου για να απαιτήσετε μια πολιτική απόφαση στο ανώτατο θεσμικό επίπεδο.

Γ.Β.: Χαίρομαι που το ακούω, Μπενουά. Αυτό το θέματα ξεπερνούν τις αρμοδιότητες μας.

Και όντως τις ξεπερνούσαν. Η απόφαση ήταν στη δικαιοδοσία του Αλέξη.

 

Ενέδρα στη Ρίγα

 

ύο μέρες. Αυτός ήταν ο χρόνος που είχα στο διάθεση μου μετά την άφιξη μου ήταν Αθήνα για να πείσω τον Αλέξη να υιοθετήσει τη στρατηγική που γεννήθηκε στο ταξίδι μου στην Ουάσινγκτον (το «Σχέδιο για την Ελλάδα» που πρότεινε ο Λίπτον και το μήνυμα στη Μέρκελ που πρότεινε ο Λι Μπουκέιτ), προτού μεταβώ στο Ρίγα, την πρωτεύουσα της Λετονίας, για τη σύνοδο του Eurogroup της 24ης Απριλίου, η οποία σίγoυρα θα σηματοδοτούσε την αρχή του τέλους της παρτίδας, είτε μιας αίσιας κατάληξης είτε μιας συνθηκολόγησης. Πριν καταθέσω την πρόταση μου στον Αλέξη, την ετοίμασα (άλλη μία φορά) γραπτώς, φροντίζοντας ,να εξασφαλίσω πως κανένα αντίγραφο δε θα μπορούσε να διαρρεύσει διαδικτυακά και πως το μόνο αντίγραφο που θα έφτανε στα χεριά του πρωθυπουργού θα ήταν η εκτύπωση που θα του παρέδιδα αυτοπροσώπως .

Η συνάντηση εξελίχθηκε ακριβώς όπως φοβόμουν. «Θα το θεωρήσουν casus belli», αντέδρασε με την πλέον γνώριμη έκφραση μελαγχολίας στην ιδέα να προτείνουμε το δικό μας πλήρες «Σχέδιο για την Ελλάδα». Οσο για την ιδέα του Μπουκέιτ, δεν αντέδρασε καν στο άκουσμα της . Pίχνοντας μια ματιά μερικών δευτερολέπτων στη γραπτή μου πρόταση, την έβαλε στην άκρη λέγοντας:

«Η Μέρκελ μου υποσχέθηκε να παρέμβει. Ας μην τη θυμώσουμε τώρα».

«Δε θα σου δώσει τίποτα», απάντησα, «αν δεν παρουσιάσουμε τη δική μας αξιόπιστη ατζέντα και δεν την υποστηρίξουμε με το δικό μας «προληπτικό χτύπημα»».

«Δεν είναι η κατάλληλη στιγμή τώρα. Πήγαινε αύριο στη Ρίγα αλλά πρόσεξε να μην κάνεις καμία παραχώρηση εκεί. Μην τους αφήσεις να σε εκφοβίσουν. Απλώς κράτα το μέτωπο εκεί. θα μιλήσω ξανά με τη Μέρκελ αύριο το βράδυ για να βρούμε μια συμφωνία στο δικό μας [σημ.: πρωθυπουργικό] επίπεδο».

Ήταν ολοφάνερο πως τελούσε πλέον, για τα καλά, υπό τη σαγήνη και το δέος της Μέρκελ. Ουσιαστικά μου ζητούσε να κάτσω στ’ αυγά μου ελπίζοντας, μαζί του, ότι, με τρόπο μαγικό, θα κατάφερνε να πείσει την Άνγκελα να πράξει κάτι τα οποίο εκείνη ούτε επιθυμούσε ούτε είχε επιτακτικό λόγο να πράξει.

Το Eurogroup της 24ης Απριλίου είχε συγκληθεί κυρίως στο πλαίσιo των εορτασμών της Λετονικής προεδρίας της ΕΕ. Θεωρητικά, θα ήταν σχετικά ανεπίσημο, και η συνεδρίαση ήταν προγραμματισμένη να μην ξεπεράσει τις δύο ώρες συνολικά, πράγμα ασυνήθιστο . Τη μέρα που με τον Νίκο Θεοχαράκη αναχωρούσαμε για τη Ρίγα ο Αλέξης επικοινώνησε μαζί μας μ’ ένα εμψυχωτικό μήνυμα: «θα είναι εύκολο Eurogroup, είναι κατά βάσιν εθιμοτυπικό και δε θα πουν τίποτα σημαντικό για την Ελλάδα. Ό,τι και να γίνει, διατηρήστε την ψυχραιμία σας και μη μασάτε».

Η απίστευτη ικανότητα του Αλέξη να με εμψυχώνει με τα κατάλληλα λόγια την κατάλληλο στιγμή παρέμενε αμείωτη. Παρά τους σοβαρούς ενδοιασμούς που με βάραιναν μετά απ’ όσα είχαν ήδη δει το μάτια μου, το ενθαρρυντικό του μήνυμα θα ήταν ο φάρος μου στην τρικυμία της σκοτεινής Ρίγας.

Το πρώτο σημάδι πως κάτι δεν πήγαινε καλά μου τα μετέφερε η Φωτεινή, η γραμματέας μου, με το που φτάσαμε στην πρωτεύουσα της Λετονίας το ξενοδοχείο που είχαν κλείσει για τον ομάδα μου ήταν μακριά από τα δικό μου, στην άλλη άκρη της πόλης γεγονός που θα δυσχέραινε τις συναντήσεις μας για τις απαραίτητες διαβουλεύσεις της τελευταίας στιγμής. Ήμουν, όπως διαπιστώσαμε αργότερα, ο μοναδικός υπουργός οικονομικών που απομονώθηκε σε ξενοδοχείο μακριά από την ομάδα του. Απρόθυμος να ασπαστώ θεωρίες συνωμοσίας, αποφάσισα να το ερμηνεύσω ως μια ατυχή αμέλεια των διοργανωτών.

Εκείνο το πρώτο βράδυ, ύστερο από μια δεξίωση άνευ σημασίας, επέστρεψα στο ξενοδοχείο μου. Μου ήταν αδύνατο να χαλαρώσω. Τηλεφώνησα στον Νίκο Θεοχαράκη για να τον καλέσω να διασχίσει την παγωμένη πόλη ερχόµενος από το µακρινό ξενοδοχείο του για να ανταλλάξουμε ιδέες εν όψει του Eurogroup που µας περίµενε την εποµένη. Έχοντας µισή ώρα στη διάθεσή µου µέχρι την άφιξη του Νίκου, κατέβηκα στο λόµπι του ξενοδοχείου για να τον περιµένω. Και εκεί τους είδα.

Όλοι οι συνήθεις ύποπτοι της τρόϊκας ήταν µαζεµένοι στο μπαρ: Πόουλ Τόµσεν, Μπενουά Κερέ, Τόµας Βίζερ, Γερούν Ντάισελμπλουμ, Πιερ Μοσκοβισί και κάποιοι άλλοι που δεν τους θυµάµαι. Αποφάσισα να πάω προς τα µέρος τους χαµογελώντας για έναν συναδελφικό χαιρετισµό. Με το που µε είδαν, πάγωσαν. Μαγκωµένοι και φανερά αμήχανοι, δεν είπαν κουβέντα. Για να σπάσω τον πάγο, τους ρώτησα χαριτολογώντας: «Για πείτε λοιπόν, τι γίνεται εδώ; Σας έπιασα στα πράσα;» Το ανάλαφρο σχόλιό µου δεν κατάφερε να κάνει έστω κι έναν τους να χαμογελάσει. Μόνο ο Κερέ ήρθε προς τα µέρος µου απολογητικά, λέγοντας µου ότι «είχαν µια συνάντηση» και, αν ήθελα, θα μπορούσα να τους συναντήσω λίγο αργότερα για ένα ποτό. Χαµογέλασα, τους καληνύχτισα και έφυγα.

Το επόµενο πρωί µε τον Νίκο περπατούσαµε προς την αίθουσα όπου θα συνεδρίαζε τα Eurogroup. Πίσω µου άκουσα τον Πιερ Μοσκοβισί να µε χαιρετά εγκάρδια. Έτσι προχωρήσαμε παρέα, οι τρεις µας, συζητώντας. «Είµαι περήφανος που το κάναµε αυτό», είπε αναφερόµενος στο Brussels Group. «Το σωστό είναι αυτές οι διαπραγµατεύσεις να διεξάγονται στις Βρυξέλλες, µε τους υπουργούς να συνοµιλούν µόνο µε υπουργούς και τους τεχνοκράτες να µιλούν µόνο µε τεχνοκράτες», «Η Κοµισιόν ανέκτησε λίγη από τη χαµένη της τιμή», του είπα καθώς φεύγαµε.

Το δωμάτιο του Eurogroup ήταν ανατριχιαστικά µισοάδειο. Πού ήταν όλοι τους; Εκτός από τον Πιερ, τον Νίκο κι εµένα, παρίσταντο µόνο ο Γερούν Ντάισελμπλουµ, ο Τόµας Βίζερ και άλλες τέσσερις η πέντε αποστολές. Ο Βόλφγκανγκ Σόιµπλε, ο Μάριο Ντράγκι, ο Πόουλ Τόµσεν, ο Μισέλ Σαπέν και άλλοι, βασικοί υπουργοί, ήταν απόντες. Καθώς ξεκίνησε η συνεδρίαση, ο Νίκος κι εγώ ανταλλάξαµε µια µατιά πεπεισµένοι πως κάτι ιδιαίτερα δυσάρεστο µμαγειρευόταν παραπέρα. Το πρώτο ζήτημα στην ατζέντα ήταν ένα διαδικαστικό θέµα που δεν απαιτούσε συζήτησn. Με το που έκλεισε αυτό, ο Γερούν είπε «Συνάδελφοι, ας προχωρήσουμε στο δεύτερο θέµα της ατζέντας µας: Ελλάδα». Ξαφνικά οι πόρτες άνοιξαν, κι ο Βόλφγκανγκ, ο Μάριο, ο Πόουλ, ο Μισέλ και οι υπόλοιποι απόντες υπουργοί πλημμύρισαν την αίθουσα.

Το πρώτα πλήγµα το κατάφερε ο Γερούν. Στην εισαγωγική του δήλωση απαίτησε την επιστροφή της τρόϊκας στην Αθήνα για να δοθεί ένα τέλος στην «αναποτελεσµατικότητα» του Brussels Group, του οποίου το εγκώμιο µόλις είχε πλέξει ο Πιερ. Θα υπερασπιζόταν το δηµιούργησαν µας, τη νέα διαδικασία στις Βρυξέλλες, την οποία λίγο πριν επαινούσε στον διάδροµο; ήταν λες και ο πρόεδρος του Eurogroup είχε σχεδιάσει άλλη µία φορά την ταπείνωση του επιτόπου, αναγκάζοντας τον να καταπιεί τα λόγια του, όπως είχε κάνει πριν από τα δεύτερο µου Eurogroup τον Φεβρουάριο.9 Και τα κατάπιε. «Οι τεχνικές και πολιτικές διαβουλεύσεις», είπε στην τελευταία πρόταση της δήλωσης του ο Μοσκοβισί «θα έπρεπε να συνδυαστούν και να διεξάγονται στο ίδιο µέρος, µαζί». Σε περίπτωση που δεν ήταν ήδη ξεκάθαρο σε τι αναφέρονταν, ο Πόουλ Τόµσεν έσπευσε να διευκρινίσει πως αυτό το µέρος ήταν η Αθήνα. Τότε ο Πιερ, αποφεύγοντας τα βλέµµα µου, έσκυψε το κεφάλι καρφώνοντας το βλέµµα του στο πάτωµα.

Ο Πόουλ τότε έκανε µια στροφή 180 µοιρών, αντάξια της μεταστροφής του Πιερ. Ο ίδιος άνθρωπος που µου είχε εκμυστηρευθεί την 1η Φεβρουαρίου, στην πρώτη µας συνάντηση στο Παρίσι, ότι το χρέος της Ελλάδας δεν ήταν βιώσιµο και πως µια ελάφρυνση χρέους δεκάδων δισεκατομμυρίων ευρώ έπρεπε να είχε εφαρμοστεί πολύ πριν από το 2015 τώρα σφύριζε έναν εντελώς διαφορετικό σκοπό. Μέχρι και την εκλογή µας, σύµφωνα µε τον Πόουλ, τα ελληνικό χρέος ήταν βιώσιµο. Μόνο µετά την ανάληψη της εξουσίας από την κυβέρνησή µας κατέστη μη βιώσιµο. Αν δεν είχε προκύψει η κυβέρνηση µας, δε θα χρειαζόταν τώρα ούτε ελάφρυνση του χρέους ούτε επιπλέον κρηµατοδότηση.10

Ο Μάριο Ντράγκι στο µεταξύ προετοίμαζε τα έδαφος για το επόµενο χτύπημα. Παρουσίασε την άποψη του πως , σε αντίθεση µε προηγούμενο bank run, οι τωρινές µαζικές αναλήψεις στην Ελλάδα δεν εξαπλώνονταν και στην υπόλοιπη ευρωζώνη. Με άλλα λόγια εννοούσε πως ένα Grexit θα έβλαπτε την Ελλάδα αλλά όχι τις άλλες χώρες που μοιράζονταν το νόμισμα της. Αυτό ήταν τα κάλεσμα για την ταξιαρχία των υπουργών-μαζορετών του Σόιμπλε να περάσουν στην επίθεση απειλώντας με Grexit.

Ο Σλοβάκος υπουργός ξεκίνησε πρώτος αναφωνώντας «απίστευτο!» και κλείνοντας: «Είμαστε έτοιμοι να βοηθήσουμε την Ελλάδα. Αλλά αν η Ελλάδα δε χρειάζεται βοήθεια, τότε ίσως έφτασε η ώρα να συζητήσουμε τις συνέπειες», Σύντομα ο Bόλφγκαvγκ Σόιμπλε υποστήριξε με τη σειρά του τις απειλές του Σλοβάκου: «Έχουμε κάνει γοργά βήματα προς τη λάθος κατεύθυνση [γέλιο]. Απίστευτο! Απίστευτο. Δεν μπορώ να φανταστώ πως θα προκύψει κάποια λύση». Τελικά ο κλήρος της εκστόμισης του ακατονόμαστου έπεσε στον Σλοβένο υπουργό.

«Δεν υπάρχει περίπτωση να πειστούν οι Σλοβένοι, που είναι οι πιο εκτεθειμένοι στην Ελλάδα, να καταβάλουν κι άλλες προσπάθειες για να τη βοηθήσουν να βγει από αυτή την κατάσταση. Γι’ αυτό νομίζω ότι πρέπει να εξετάσουμε το Σχέδιο Β … Ξέρω πως δε θέλαμε να συζητήσουμε το Σχέδιο Β. Θέλαμε, όπως και η Σλοβενία, να βρεθεί μια λύση. Αλλά τώρα δε βλέπω να συμβαίνει κάτι τέτοιο».

Ξεκίνησα να απαvτώ σημείο προς σημείο, με ψυχραιμία και μετριοπάθεια, αντικρούοντας κάθε ανακρίβεια που είχε αναφερθεί, πριν μπω στην ουσία του θέματος.

Το Σχέδιο Β δε θα έπρεπε [καν] να αναφέρεται. Ακόμη και το να ανοίγουμε αυτήν τη συζήτηση είναι εξαιρετικά, υπέρμετρα, αντιευρωπαϊκό. Ο εξαίρετος συνάδελφος από τη Σλοβενία θα έπρεπε να ξέρει πως μια τέτοια συζήτηση αυτήν τη στιγμή δεν είναι προς όφελος των πολιτών του. Απορρίπτω μια τέτοιο συζήτηση. Η κυβέρνηση μας σκοπεύει να κάνει ό,τι χρειάζεται για να παραμείνει βιώσιμα στην ευρωζώνη.

Από εκείνο το σημείο και μετά, κάθε φορά που άνοιγα τα στόμα μου ήταν για να παρουσιάσω εποικοδομητικές προτάσεις για την επίτευξη μιας γρήγορης συμφωνίας. Και κάθε φορά που εισηγούµουν εποικοδομητικές προτάσεις, ο Γερούν αντιδρούσε επιθετικά, απαιτώντας να συναινέσω στην επιστροφή της τρόϊκας στην Αθήνα, να συμφωνήσω να μην ξαναεισαχθεί οποιοδήποτε νομοσχέδιο στη Boυλή μας πριν τη συγκατάθεση της τρόϊκας και να ενδώσω στην προσέγγιση «όλα ή τίποτα» της τρόϊκας, πράγμα τα οποίο σήμαινε να αποσύρω την πρόταση μου για μια ενδιάμεση συμφωνία βασισμένη σε τρία ή τέσσερα νομοσχέδια μεταρρυθμίσεων και ένα βιώσιμο δημοσιονοµικό πρόγραμμα . Πιστός στην οδηγία του Αλέξη να μην υποχωρήσω ούτε μια σπιθαμή, «να μη μασήσω», επέμεινα στις θέσεις μας.

 

Το ψέμα ως θεσμικό όπλο

 

«Τζογαδόρος », «ερασιτέχνης». «χρονοτριβών» και τώρα «σχεδόν πάντα µόνος», «αποµονωµένος», άσεβης απέναντι στους άλλους υπουργούς και απρόθυµος να εκπροσωπήσει τη χώρα του.

Όλα έγιναν όπως µε είχε προειδοποιήσει εκείνος ο φιλικός αξιωματούχος στο υπουργείο οικονοµικών των ΗΠΑ: Θα βρισκόµουν αντιµέτωπος µε εκστρατεία αµαύρωσης του χαρακτήρα µου «σε µία εβδοµάδα». Είχε πέσει έξω κατά µία µόνο µέρα.

καλοστημένη ενέδρα στη Ρίγα συνοδεύτηκε από καλoενoρχηστρωμένη προπαγάνδα. Το ψέμα αυτήν τη φορά δεν ήρθε παρεμπιπτόντως, αλλά χρησιμοποιήθηκε θεσμικά, συντεταγμένα και εναντίον μου προσωπικά.

Κατά την τεταμένη συνεδρίαση του Eurogroup, οι φραστικές επιθέσεις των συναδέλφων υπουργών στρέφονταν εναντίον της Κυβέρνησης μας στο σύνολό της αλλά και ενάντια «στους Έλληνες» στον λαό μας, συνολικά. Όμως, έξω από την αίθουσα τα συστηµικά μέσα προπαγάνδας μετέδιδαν ψευδή αλλά καλά συντονισμένα ρεπορτάζ, σύμφωνα μετά οποία, δήθεν, οι υπουργοί μιλούσαν απαξιωτικά για μένα και επετίθεντο στο πρόσωπό μου με συγκεκριμένους επιθετικούς προσδιορισμούς. Αυτό δε συνέβη ούτε μία φορά. Ποτέ κανείς τους δεν άσκησε προσωπική κριτική. Κι όμως, ακόμα και αξιοπρεπή «μέσα» λάμβαναν εκ των έσω και από τα πιο επίσημα χείλη του Eurogroup και των παρατρεχάμενων του, ψευδή μηνύματα. Χαρακτηριστικό το ρεπορτάζ του Blοοmberg το οποίο, αναφερόμενο στο τι ειπώθηκε κατά τη συνεδρίαση του Eurogroup, έλεγε:

«Οι υπουργοί οικονομικών της ευρωζώνης είπαν ότι ο χειρισμός των συνομιλιών εκ μέρους του Βαρουφάκη ήταν ανεύθυνος και τον κατηγόρησαν για χρονοτριβή, χαρακτηρίζοντας τον τζογαδόρο και ερασιτέχνη, σύµφωνα µε πηγή που βρίσκεται κοντά στις συνοµιλίες και επιθυµεί να παραµείνει ανώνυμη, καθώς οι συνοµιλίες ήταν ιδιωτικές».»

Στη συνέντευξη Τύπου που ακολούθησε ο Γερούν ρωτήθηκε ευθέως αν συνάδελφοι υπουργοί είχαν χρησιµοποιήσει εναντίον µου αυτούς τους χαρακτηρισµούς. Αντί να πει απλώς «όχι», ο πρόεδρος του Eurogroup έδωσε τροφή στις ψευδείς ειδήσεις μη διαψεύδοντας τες αλλά απαντώντας µ’ ένα χαµόγελο όλο νόημα: «ήταν µια πολύ κρίσιµη συζήτηση και ενδεικτική της αίσθησης του κατεπειγόντως που υπάρχει στην αίθουσα».

Εκείνο το βράδυ, αφού τελείωσε και η δική µου συνέντευξη Τύπου και τα επίσημα καθήκοντα της nµέρας είχαν ολοκληρωθεί, ενημερώθηκα ότι οι υπουργοί οικονοµικών ήµασταν προσκεκλημένοι σε ανεπίσημο δείπνο µε παραδοσιακούς χορούς σε εξοχικό κέντρο εκτός Ρίγας, µια διαδροµή περίπου 45 λεπιών µε το πούλµαν. Ηµουν εξαντληµένος και είχα να ετοιμάσω δύο οµιλίες µου για την εποµένη: µία για τη σύνοδο του Ecofin και µία σε επιτροπή που διερευνούσε την περίπτωση επιβολής φόρου στις χρηματιστηριακές συναλλαγές. Έτσι αποφάσισα να μην παραστώ στο δείπνο. Αντ’ αυτού, κανόνισα να φάµε µε τον Νίκο, τη Φωτεινή και ένα άλλο µέλος της οµάδας µου στο κέντρο της Ρίγας. Η. αποσυµπίεση και η ευκαιρία να αναλύσουµε ψύχραιµα την καλοστημένη ενέδρα µου ήταν απαραίτητες. Επιπλέον, η ιδέα ότι θα πήγαινα µε τα πόδια, µόνος µου, από τα ξενοδοχείο στο κέντρο της πόλης για να τους συναντήσω ήταν βάλσαµο. Ένας μοναχικός ποδαρόδροµος μέσα στην κρύα πόλη ήταν αυτό που χρειαζόμουν µετά από µια δύσκολη μέρα υπό το φως του νέον σε εκείνα τα δωμάτια της διαπλοκής και του ψεύδους που υπονόµευαν τα συµφέροντα όχι µόνο του δικού µας του λαού αλλά όλων των λαών τους οποίους εκπροσωπούσαµε.

Καθώς περπατούσα προς το εστιατόριο, σκέφτηκα πόσο αναζωογονητικό μπορεί να είναι κάτι τόσο απλό ένας νυχτερινός περίπατος. Ξάφνου η κούραση πέρασε και έπαψα να φοβάµαι ότι δε θα τα έβγαζα πέρα εν όψει της µακράς νύχτας εργασίας που µε περίµενε όταν θα επέστρεφα στο ξενοδοχείο. Περπάτησα µόνος για περίπου µισή ώρα, παρατηρώντας τα παλιά κτίρια τα οποία έλουζε τα πορτοκαλί φως από τις λάµπες του δρόµου έτσι όπως διαπερνούσε την παγωμένη πάχνη, εισπνέοντας τον ψυχρό αέρα, νιώθοντας ξανά άνθρωπος.

Το δείπνο µε τους δικούς µου ανθρώπους, σε µια σουρεαλιστική γερµανική μπυραρία όπου ένας Λετονός ντυμένος καουµπόι έπαιζε κιθάρα και τραγουδούσε … τεξανικά τραγούδια ήταν τόσο τονωτικό όσο ήλπιζα. Το επόµενο πρωί το Reuters δημοσίευσε την ακόλουθη είδηση:

«Καθώς τα πούλµαν που μετέφεραν τους Ευρωπαίους υπουργούς οικονοµικών αναχωρούσαν για επίσημο δείπνο στην πρωτεύουσα της Λετονίας το βράδυ της Παρασκευής, ένα µέλος της οµάδας παρέµεινε στο ξενοδοχείο και μετά περιπλανήθηκε µόνος στο σούρουπο. Ο Γιάνης Βαρουφάκης είχε άλλα σχέδια, είπε, έπειτα από µια μέρα σφυροκοπήματος κατά τη διάρκεια των συσκέψεων στη Ρίγα, που υπογράµµισαν την αποµόνωσή του καθώς προσπαθεί να αποτρέψει την εθνική χρεοκοπία. Την ώρα που στους άλλους υπουργούς οι συνοδείες τους τους έφερναν φαγητό και ζεστά ρούχα κατά τη συνεδρίαση στη Ρίγα, ο Βαρουφάκης ήταν σχεδόν πάντα µόνος, αποφεύγοντας την οποιανδήποτε βοήθεια ή αστυνομική συνοδεία. «Είναι παντελώς αποµονωµένος «, δήλωσε στο Reuters υψηλόβαθμος αξιωματούχος που επιθυµεί να παραµείνει ανώνυµος. «Δεν ήρθε καν στο δείπνο για να εκπροσωπήσει τη χώρα του .. .»»12

«Τζογαδόρος », «ερασιτέχνης». «χρονοτριβών» και τώρα «σχεδόν πάντα µόνος», «αποµονωµένος», άσεβης απέναντι στους άλλους υπουργούς και απρόθυµος να εκπροσωπήσει τη χώρα του. Όλα έγιναν όπως µε είχε προειδοποιήσει εκείνος ο φιλικός αξιωματούχος στο υπουργείο οικονοµικών των ΗΠΑ: Θα βρισκόµουν αντιµέτωπος µε εκστρατεία αµαύρωσης του χαρακτήρα µου «σε µία εβδοµάδα». Είχε πέσει έξω κατά µία µόνο µέρα.

Φυσικά, πως θα βρισκόµουν στο στόχαστρο του βαθέος κατεστηµένου µε αυτό τον τρόπο ήταν το χειρότερα κρυµµένο µυστικό, και όχι µόνο των Βρυξελλών. Στις αρχές Φεβρουαρίου του 2015, περίπου την περίοδο των δύο πρώτων Eurogroup, κάποιοι ‘Έλληνες δημοσιογράφοι είχαν ήδη παρόµοιες πλnροφορίες από έναν δηµοσιογράφο που γνώριζε από πρώτο χέρι για την εκστρατεία δολοφονίας της εικόνας µου, του χαρακτήρα µου. Ένας από αυτούς µου µετέφερε αργότερα τη συζήτηση ως εξής:

θα αντέξει ο Βαρουφάκης την πίεση;» ρώτησε ο ξένος δηµοσιογράφος.

«Τουλάχιστον ο Tσίπρας τον εμπιστεύεται ακόµα», απαντήσαμε εµείς [οι Έλληνες δηµοσιογράφοι.].

«Τότε πες τους εκεί στην Αθήνα, στην κυβέρνηση και στον κόσµο, να περιµένουν πολύ περισσότερες επιθέσεις», απάvησε.13

Ήταν αλήθεια: ο δεσµός εμπιστοσύνης που συνέδεε τον Αλέξη κι εµένα ήταν το µεγαλύτερο εµπόδιο για την τρόϊκα. Το γνώριζα. Και προφανώς το γνώριζαν κι εκείνοι. Κι όπως πολύ σύντοµα θα ανακάλυπτα, το γνώριζε και ο ίδιος ο Αλέξης.

To ξήλωμα του πουλόβερ

 

κείνο τα πρωί του Σαββάτου 25 Απριλίου, πριν από την επιστροφή µου στην Aθήνα, παρέστην στη σύνοδο του Ecofin. Το Εθιμοτυπικό της περίστασης απαιτούσε την παρουσία όχι µόνο του υπουργού οικονοµικών κάθε κράτους-µέλους αλλά και του διοικητή της κεντρικής τράπεζας του. Ενόσω καθόµασταν δίπλα δίπλα, ο Στουρνάρας έσκυψε στο αυτί µου να µου δηλώσει ότι πίστεψε πως είχε έρθει η ώρα να εφαρµόσουµε capital controls αυτό που µου είχε πει και ο Μπενουά Κερέ πριν από µία εβδοµάδα, στις 16 Απριλίου, στην Ουάσινγκτον (βλ. «Η τρόϊκα στο Παρίσι»). Του έδωσα την ίδια απάντηση που είχα δώσει και στον Μπενουά: η κυβέρνησή µας αντιτάσσεται στα capital controls, καθώς δεν πιστεύουμε πως συμβαδίζουν µε τη νοµισµατική ένωση. Μέσα µου σκεφτόμουν; Η τρόϊκα, Εξωτερικού και εσωτερικού, δεν κρατάει πλέον καν τα προσχήματα.

Στην πτήση επιστροφής από τη Ρίγα πληροφορήθηκα πως η συνοµιλία του Αλέξη µε την Άνγκελα Mέρκελ, στην οποία είχε εναποθέσει τόσες ελπίδες, δεν είχε πάει καθόλου καλά. Σαν να μην αρκούσε αυτό, από την καγκελαρία είχε διαρρεύσει στα μέσα ενημέρωσης ότι η Γερμανίδα ηγέτης όχι μόνο έστρεψε την πλάτη στον Αλέξη, αλλά ήταν έντονα δυσαρεστημένη με την προσπάθεια του να παρακάμψει τα Eurogroup. Ήταν μια σημαντική, όχι όμως αναπάντεχη, κακή τη πίστη κίνηση: ενώ είχε υποσχεθεί στον Αλέξη πως οι δυο τους θα έβρισκαν μια λύση στο παρασκήνιο, την ώρα που ο Βαρουφάκης , και ο Σόιμπλε αλληλοαναιρούνταν, τώρα τον άφηνε εντελώς εκτεθειμένο.

Φτάνοντας στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» ζήτησα να οδηγηθώ απευθείας στο Μαξίμoυ. Το γραφείο του Αλέξη το πλημμύριζε το απαλό αττικό φως που περνούσε μέσα από τα μεγάλα παράθυρα, και μόνο τότε συνειδητοποίησα ότι ήταν ένα πανέμορφο ανοιξιάτικο απόγευμα. Χαιρετηθήκαμε με μια αγκαλιά και ανταλλάξαμε µατιές αλληλοκατανόησης του τι είχα μόλις περάσει, ή έτσι τουλάχιστον πίστεψα. Καθίσαμε στις δύο πολυθρόνες κοντά στο παράθυρο, μακριά από τα γραφείο του και τα τραπέζι συνεδριάσεων γύρω από το οποίο συναντιόταν τα πολεμικό μας συμβούλιο.

Λουσμένοι κι οι δύο στο απαλό φως που έμπαινε από το παράθυρο μιλήσαμε χαλαρά, φιλικά, για πρώτη φορά µετά από καιρό χωρίς να διακοπτόμαστε εγώ από αγωνία κι εκείνος από μελαγχολία, Μίλησα πρώτος περιγράφοντος τι είχε συμβεί στο Eurogroup και μοιράστηκα μαζί του την εκτίμηση μου ότι οι τρείς κύριες εξελίξεις – η ανάκληση της υπόσχεσης της Μέρκελ, η ενέδρα της τρόικας στη Ρίγα και η πίεση της ΕΚΤ να ζητήσουμε το capital controls με τα οποία μας απειλούσαν αποτελούσαν τρεις διαφορετικές πτυχές του ίδρου σχεδίου κοθυπόταξης μας. Προτού πάρει τον λόγο ο Αλέξης, του είπα, μέσα από την καρδιά μου, το εξής:

«Αλέξη, επίτρεψε μου να σου υπενθυμίσω για ποιόν λόγο βρίσκομαι εδώ. Δεν άφησα τη δουλειά μου στο Τέξας γιατί ήθελα να γίνω υπουργός. Ήρθα για να βοηθήσω εσένα προσωπικά. Και το έκανα γιατί μου είπες πως συμφωνούσες με το σχέδιο μου για να σταματήσει ο φαύλος κύκλος της καταστροφής. Αυτή τη στιγμή στεκόμαστε σε σταυροδρόμι. Έχω στρέψει πάνω μου τα βέλη, τις σφαίρες, τους πυραύλους των δανειστών. Δε με ενοχλεί καθόλου αυτό, ήµουν απολύτως προετοιμασμένος να γίνω τα αλεξικέραυνο που σε προστατεύει Οµως, εσύ φαίνεται πως έχεις αναπτύξει ιδέες που διαφέρουν από αυτό που αρχικά συµφωνήσαµε. Τώρα πια ίσως στέκομαι εµπόδιο στον δρόµο που διάλεξες. Ίσως αισθάνεσαι πως κάποιος άλλος υπουργός οικονοµικών θα ταίριαζε καλύτερο µε τα σχέδιά σου, δεδοµένου ότι εξακολουθώ να πιστεύω πως τα αρχικό µας σχέδιο είναι η μόνη µας ελπίδα. Αν έχουν έτσι τα πράγµατα, να µε αντικαταστήσεις, µε την πλήρη στήριξη µου. θυµάσαι για ποιόν λόγο βρίσκοµαι εδώ; Για να σε βοηθήσω».

Ο Αλέξης µε κοίταζε µε ζεστασιά, συντροφικότητα και µετά από µια µακρά παύση απάντησε.

«Γιάνη, άκουσέ µε. Εσύ κι εγώ είµαστε ένα πουλόβερ. Αν τους αφήσουµε να αρπάξουν µια κλωστή και ορκίσουν να την τραβάνε, το πουλόβερ θα ξηλωθεί. Αυτή είναι η στρατηγική τους. Προσπαθούν να σε ξηλώσουν για να ξηλώσουν εµένα. Προσπαθούν να σε εξοντώσουν για να µε εξοντώσουν. Δε θα τους αφήσουµε, σωστό; θα µείνουµε ενωµένοι Δε θέλω να ξανακούσω αυτές τις ανοησίες. Μείνε δυνατός. Έχουµε πόλεμο».

Για άλλη µία φορά τα λίγα λόγια του Αλέξη ήταν αρκετά για να µε κάνουν να τα ξεχάσω, και να τα συγχωρέσω, όλα. Σε συνδυασµό µε τη βαθιά µου επιθυµία να πιστέψω τα λόγια του και την αληθινή ευκαιρία που είχαµε να βγάλουµε τη χώρα µας από τον φαύλο κύκλο στον οποίο είχε παγιδευτεί, η κουβέντα του εκείνη αναπτέρωσε τις ελπίδες µου και µου έδωσε δύναµη και κουράγιο

Λίγα λεπτά αργότερο, η αίσθηση του κοινού σκοπού δέχτηκε άλλη µία θετική ώθηση ήταν μπήκε στο γραφείο ο Νίκος Παππάς. Χαµογέλασε πλατιά όταν µε είδε και µε συγχάρηκε που αντιστάθηκα µέχρις εσχάτων στη Ρίγα, ξαναζωντανεύοντας για µια στιγμή το πνεύµα των πρώτων συναντήσεων των τριών µας στου Ψυρρή. Ο Παππάς κόµιζε και νέα: Ο Γερούν Ντάισελμπλουμ µόλις είχε στείλει µέιλ στο γραφείο του Αλέξη απαιτώντας την αντικατάσταση µου. «Βλέπεις;» είπε ο Αλέξης γυρνώvιας προς το µέρος µου. «Να τους! Προσπαθούν να µας διχάσουν».

Κοιτώντας τον Παππά, του είπε «Νίκο, πες τους να πάνε να τσακιστούν»,

Αλλά ο Παππάς ανταπάντησε µε σφοδρή επίθεση, πάντα βέβαια εκφράζοντας αγάπη προς τον φίλο του. «Εσύ φταις γι’ αυτό, Αλέξη», είπε, προσθέτοντας µια σειρά από κοσμητικά επίθετα που θα προτιµούσα να μην τα επαναλάβω. «Μιλώντας απευθείας µε τον Γερούν, αντί να τους παραπέμψεις στον Γιάνη, έδωσες στον Γερούν την εντύπωση ότι μπορεί να έχει άµεση πρόσβαση στον πρωθυπουργό και να παρακάµψει τον υπουργό οικονοµικών που του αντιστέκεται Δε φταίει κανείς άλλος, µόνο εσύ», κατέληξε φωνακτά.

Ο Αλέξης αναγνώρισε το «σφάλµα»: «θα του απαντήσω απόψε ξεκαθαρίζοντας πως ότι έχει να µας πει πρέπει να µας τα λέει µέσω του Βαρουφάκη». Εκείνο τα βράδυ επέστρεψα σπίτι και πάλι αισιόδοξος. «Το πουλόβερ φαίνεται άθικτο», είπα αινιγματικά στη Δανάη πριν της εξηγήσω τι εννοούσα.

Την εποµένη, µετά τη συνάντηση του πολεµικού συµβουλίου µας, ρώτησα τον Αλέξη αν είχε στείλει εκείνο τα µέιλ στον Γερούν. «Όχι, αποφάσισα να μην τα στείλω, Γιάνη», είπε. «Γιατί να τον προκαλέσουμε άσκοπα; ας ανακαλύψει παθαίνοντας πως πρέπει να συνεννοείται µαζί σου». Η απάντηση του, το γεγονός ότι δεν είχε μηνύσει στον Ντάισελμπλουμ να µιλάει µόνο µέσω εµού, µε ανησύχησε, Όµως απέτυχα να δω την πικρή αλήθεια: το πουλόβερ είχε ήδη ξηλωθεί.

Του Απρίλη η μέρα η πιο σκληρή

(Λεπτομέρειες–>Κεφάλαιο 10-(…Συνεργασία µε τον εχθρό)

 

Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός», έγραφε ο Τ.Σ. Έλιοτ στην αρχή της Έρηµης Χώρας. Τον Απρίλιο του 2015 η Δευτέρα 27 του µηνός ήταν η πιο σκληρή του µέρα. Το πολεµικό µας συµβούλιο διήρκεσε έξι ώρες και δεκαπέντε λεπτά. Ξεκίνησε µε την ανακοίνωση του Αλέξη πως αποφάσισε να δώσει «κάτι στην τρόϊκα ως ένδειξη καλής θέλησης. Αυτό το «κάτι ήταν το κεφάλι του Νίκου Θεοχαράκη: του ανθρώπου που, ακολουθώντας τις οδηγίες του πρωθυπουργού µας, είχε κλείσει τα ακουστικό στα μούτρα του Τόμας Βίζερ και του Eurogroup Working Group. Ο Αλέξης ακουγόταν σχεδόν λογικός όταν εξηγούσε τους λόγους της απόφασης του:

«Μίλησα δυο φορές με τον Ντάισελµπλουµ. Ζητούσε την κεφαλήν του Βαρουφάκη επί πινάκι. Επίσης, ήθελε να μας εκπροσωπήσει ο Χουλιαράκης στο Eurogroup Working Group. Δεν γίνεται να τον αφήσω να αποφασίζει για μας, αλλά από την άλλη δε γίνεται να λέμε όχι στα πάντα. Έτσι αποφάσισα να κάψω τον Θεοχαράκη και να επαναφέρω τον Χουλιαράκη».

Ο Σπύρος Σαγιάς, ο γραμματέας του Υπουργικού Συμβουλίου, αντέδρασε πρώτος. Μίλησε για «διαπραγμάτευση γεμάτη σφάλματα», για τη «λανθασμένη διαδικασία» που ακολουθούσαμε ως τώρα, για την ανάγκη να κλείσει μια γρήγορη συμφωνία. Μίλαγε για ώρα. Χαμηλόφωνα, μην αναφέροντας ούτε μία φορά τα όνομά μου αλλά αφήνοντας καθαρά να εννοηθεί πως η υπαιτιότητα ήταν δική μου. Ο Γιώργος Σταθάκης, ο υπουργός οικονομίας και επί χρόνια πανεπιστημιακός συνάδελφος- του Νίκου και εμού. πήγε ένα βήμα παραπέρα.

«Το δίδυμο Βαρουφάκη-Θεοχαράκη τους αγαπώ σαν αδέλφια μου. αλλά δεν μπορούν κλείσουν μια συμφωνία. Ο Χουλιαράκης μπορεί ».

Ο Γιώργος, από τη δική του σκοπιά, είχε δίκιο όχι όμως από τη σκοπιά του Αλέξη και εμού. Από τη μέρα που κερδίσαμε τις εκλογές μας έλεγε συνεχώς ότι «στο τέλος θα πάρουμε ότι μας δώσουν», εξοργίζοντας τον Αλέξη και κάνοντας με να αναρωτιέμαι γιατί πολιτευόταν με τον Σύριζα κι όχι με ένα από το συστηµικά κόμματα που αυτό τα δόγμα (« θα πάρουμε ότι μας δώσουν») ασπάζονταν εξαρχής. Αν με τη λέξη «συμφωνία» ο Σταθάκης εννοούσε συνθηκολόγηση με τις απαιτήσεις των Βίζερ και Ντάισελµπλουμ, τότε ναι, είχε απόλυτο δίκιο. Ο Θεοχαράκης κι εγώ δε θα φέρναμε ποτέ τέτοια «συμφωνία». Αντίθετα, ο Χουλιαράκης ήταν το κατάλληλο πρόσωπο για την υπογραφή της συνθηκολόγησης.

Ο Ευκλείδης πήρε τον λόγο. Σίγουρα θα αντιστεκόταν στο πραξικόπηµα που βρισκόταν σε εξέλιξη, σκέφτηκα. Δεν το έκανε. Αντιθέτως, χωρίς να αναφέρει ούτε τον Χουλιάρακη ούτε εμένα, αποφάνθηκε πως ο Θεοχαράκης ήταν ένας εξαίρετος πανεπιστημιακός, στοχαστής και σύντροφος αλλά δεν είχε τις οργανωτικές δεξιότητες τις οποίες απαιτούσαν οι πολύπλοκες διαπραγματεύσεις μας. Εμμέσως πλην σαφώς στήριζε την επιστροφή του Χουλιάρακη.

Ειλικρινά ποτέ δεν ένιωσα τα παραμικρό αρνητικό συναίσθημα απέναντι στον Γιώργο Σταθάκη. Ούτε κι εκείνη τη μέρα. Οι απόψεις του ήταν ξεκάθαρες από την αρχή: έπρεπε να αποδεχτούμε ότι πρότεινε η τρόϊκα. Εκείνοι που με ξένισαν ήταν οι άλλοι, οι σύντροφοι που ορκίζονταν κατ’ εξακολούθησιν να μην παραδοθούν ποτέ. Αυτοί με γέμιζαν πικρή απογοήτευση. Η στάση του Ευκλείδη εκείνη τη μέρα μου προκάλεσε θλίψη αλλά και απορία.

Ο Ευκλείδης ήξερε καλά ποιός ήταν ο Χουλιαράκης και τι είχε κάνει από τον Φεβρουάριο. Μου είχε μιλήσει γι’ αυτόν με το χειρότερα λόγια, με γλώσσα πολύ πιο καυστική από εκείνη που θα χρησιμοποιούσα ενώ. Γιατί συµµετείχε τώρα στο «κάψιμο» του Θεοχαράκη, στηρίζοντας τη φρικτή πρόταση του Αλέξη να στείλουμε τον εντολοδόχο Χουλιάρακη να διαπραγματευτεί με τον εντολέα του, τον Τόμας Βίζερ, στο Brussels Group; Γιατί δεν παρέμενε τουλάχιστον σιωπηλός, όπως ο Παππάς, που είχε καταπιεί όλη την ψευτοπαλληκαριά της συνάντησης η οποία είχε γίνει πριν από δύο μέρες ή ακόμη και ο Δραγασάκης, ο οποίας αναμφισβήτητα χαιρόταν με αυτή την απόφαση αλλά δεν ένιωθε την ανάγκη να πει έστω μία λέξη;

Η απάντηση έφτασε μερικά λεπτά αργότερα, όταν ο Αλέξης ανακοίνωσε πως ο Ευκλείδης θα συντόνιζε τις διαπραγματεύσεις του Brussels Group με τις τεχνικές διαδικασίες στην Αθήνα και τις δικές μου προσπάθειες στο Eurogroup.

Παρέμεινα ασυνήθιστα σιωπηλός για την υπόλοιπη, ατελείωτη, όπως μου φάνηκε, συνάντηση ενώ οι γύρω μου κατέστρωναν τον πορεία απόλυτης σύγκλισης με τη διαδικασία του μνημονίου, σε πλήρη αντίθεση με το σχέδιο το οποίο είχα φέρει από την Ουάσιγκτον. Ο λόγος για τη σιωπή μου ήταν πως , στο πίσω μέρος του μυαλού μου, συνέτασσα νέα επιστολή παραίτησης. Είχα φτάσει στο τέλος της διαδροµής. Δεν υπάρχει θέσn για µένα σε ένα πολεµικό συµβούλιο που ηθελημένα ή αθέλητα είχε παραδοθεί.
`

Αίµα στον καρχαρία

ίγο αργότερα την ίδια μέρα επισκέφτηκα τον Αλέξη στο γραφείο του στη Βουλή µε την επιστολή παραίτησης στην τσέπη µου. Δεν είχα µιλήσει σε κανέναν για την επιστολή, ούτε καν στη Δανάη. ‘Ήθελα να δώσω στον Αλέξη άλλη µία ευκαιρία να τα ξανασκεφτεί, κι αυτήν τη φορά δε θα µου αρκούσαν λίγα εμψυχωτικά λόγια που έκρυβαν τη δυσάρεστη αλήθεια. Τουλάχιστον αυτήν τη φορά δεν ακούστηκαν.

Όταν έφτασα, ο Αλέξης µε υποδέχτηκε στο γραφείο του, δείχνοντας καταβεβλημένος. Μου ζήτησε να περιµένω ένα λεπτά για να πάει στο μπάνιο. Όπως καθόµουν στον καναπέ περιµένοντας τον να επιστρέψει, το µάτι µου έπεσε πάνω σε κάτι σελίδες Α4 στο τραπεζάκι μπροστά µου. Τις έπιασα και τους έριξα µια µατιά. Όταν εµφανίστηκε ο Αλέξης, η έκφραση του προσώπου µου σίγουρα έκανε ξεκάθαρη την οργή που ένιωθα γι’ αυτά που µόλις είχα διαβάσει. Κρατώντας ακόµη τις σελίδες στο χέρι µου τον ρώτησα:

«Έχω δίκιο να υποθέσω πως δε µε συμβουλεύτηκες γι’ αυτές τις παραχωρήσεις επειδή ήξερες πως θα έθετα βέτο;»

«Ναι», παραδέχτηκε µε ένοχο χαµόγελο.

«Καταλαβαίνεις τι σημαίνουν αυτοί οι αριθμοί, Αλέξη; Συνειδητοποιείς τι έκανες κάνοντας αυτές τις παραχωρήσεις; Καταλαβαίνεις πως µόλις αποδέχτηκες µια νέα, τρομακτική λιτότητα;»

Ο αριθµός που είχα κυρίως κατά νου – που µου είχε κεντρίσει την προσοχή σαν δηλητηριώδες τσίµπηµα-ήταν το 3,5%. Οι σελίδες ήταν µια επιστολή υπογεγραμμένη από τον πρωθυπουργό προς την τρόϊκα όπου δεσμευόταν σε προϋπολογισµούς µε πρωτογενές πλεόνασµα 3,5% του ΑΕΠ. Εξωφρενικά , ο ιδίως αριθµός εµφανιζόταν και δίπλα στα έτη 2018, 2019… µέχρι και το 2028! Με εξαίρεση τη Σιγκαπούρη και την πετρελαιοπαραγωγό Νορβηγία, καµία χώρα στον πλανήτη δεν έχει εμφανίσει πρωτογενές δηµοσιονοµικό πλεόνασµα -3,5% για πάνω από πέντε συναπτά έτη. Οι πιθανότητες να τα καταφέρει µια οικονοµία σε βαθιά ύφεση, µε χρέος μη βιώσιµο, χωρίς λειτουργικές τράπεζες και µε αρνητικές επενδύσεις ήταν ότι πλησιέστερο στο θέατρο του παραλόγου μπορούσε ποτέ να σκηνοθετήσει µια οικονοµική πολιτική.

«Πώς έγινε αυτό, Αλέξη;» απαίτησα να µάθω.

«Ο Χουλιαράκης πιστεύει πως πρέπει να κάνουµε αυτή την παραχώρηση για να επιτευχθεί συµφωνία», ήταν η απάντηση.

Επιβεβαίωσε µε αυτή την απάντηση την ερμηνεία µου για το τι εννοούσε ο Σταθάκης όταν διεκήρυττε ότι ο Χουλιαράκης ήταν ο µόνος που μπορούσε να κλείσει µια συμφωνία άνευ όρων παράδοσης. Πήρα µια βαθιά ανάσα για να ανασυνταχθώ.

«Πάω στοίχημα πως ο Χουλιαράκης ήταν που σε έπεισε να στείλεις αυτές τις παραχωρήσεις σε Βίζερ και Ντάισελμπλουμ χωρίς να µε ρωτήσεις».

«Όχι», απάντησε ο Αλέξης, «δική µου ιδέα ήταν. Παραδέξου το Γιάνη. Θα είχες ενστάσεις, σίγουρα για καλούς λόγους. Όµως, όταν διαπραγµατευόµαστε, πρέπει να δώσεις κάτι για να πάρεις κάτι».

«Και τι πήρες, Αλέξη; Τι σου είπε ο Χουλιαράκης να περιμένείς από την τρόικα σε αντάλλαγµα για άλλη µία χαµένη δεκαετία σκληρής λιτότητας για έναν λαό που µας εξέλεξε ώστε να δώσουµε τέλος στη χειρότερη και µακρύτερη επιβολή λιτότητας στην ιστορία του καπιταλισμού;»

«θα µας δώσουν κάτι για το χρέος».

 

Έµεινα άφωνος. Η απερισκεψία του επιχειρήματος του µε έπνιγε. Για πρώτη φορά από τότε που γνωριστήκαµε του µίλησα απότομα:

«Σοβαρολογείς; Έχεις τρελαθεί εντελώς; Γιατί να δώσουν οποιανδήποτε αναδιάρθρωση του χρέους όταν τους προσφέρεις πρωτογενή πλεονάσµατα 3,5% για πάντα; Το επιχείρηµα σου είναι σαν να προσπαθείς να διώξεις έναν καρχαρία ρίχνοντας αίµα στη θάλασσα. Σκέψου το: Δηλώνοντας πρόθυµος να αφαιμάξεις απ’ότι απέµεινε από την ελληνική οικονοµία το 3,5% του ΑΕΠ κάθε χρόνο µε τη µορφή πρωτογενούς πλεονάσµατος, δηλώνεις τόσο ικανός όσο και διατεθειμένος να πληρώνεις στους δανειστές 3,5% του ΑΕΠ κάθε χρόνο, για δέκα χρόνια! Πόσο δύσκολο είναι να καταλάβεις ότι, δηλώνοντας κάτι τέτοιο, είναι σαν να λες ότι δε χρειαζόµαστε ελάφρυνση του χρέους. Οτι θα την επιθυµούσαµε αλλά δεν τη χρειαζόµαστε πραγματικά;»

«Ο Χουλιαράκης πιστεύει πως μπορούμε να πετύχουµε τον στόχο του 3,5 % αν αρχίσει ξανά η ανάπτυξη». Ήταν το ίδιο βλακώδες επιχείρηµα του καθεστώτος που είχαµε παλέψει τόσο σκληρά για να αντικαταστήσουμε. «Αν είναι έτσι, Αλέξη, τότε γιατί προσπαθήσομε να γίνουµε κυβέρνηση; Για τη δόξα; Δεν επετιθέμεθα στην κυβέρνηση Σαµαρά λέγοντας, ορθά, πως η οικονοµία µας δεν πρόκειται ποτέ να ανακάµψει αν δε δώσουµε τέλος στη λιτότητα, το οποίο σημαίνει να σκίσουµε τους γελοίους στόχους πλεονάσµατος και να τους αντικαταστήσουμε µε έναν στόχο το πολύ της τάξης του 1,5%;» Ο-Αλέξης έδειξε να προβληματίζεται.

«Τίποτα δεν είναι τελεσίδικο, Γιάνη», προσπάθησε να µε καθησυχάσει «Μέχρι να υπάρξει συνολκή συµφωνία, καµία παραχώρηση που έκανα δεν είναι τελεσίδικη».

«Τι;» ξέσπασα. «Αλήθεια πιστεύεις πως μπορείς να ανακαλέσεις την τεράστια λιτότητα που µόλις τους παραχώρησες; Άφησες τον καρχαρία να γευτεί τα αίµα σου, τα σαγόνια του έχουν κλείσει γύρω από τα μπράτσο σου και τώρα πιστεύεις ότι μπορείς να το τραβήξεις πίσω γιατί δεν υπάρχει καµία συµφωνία µέχρι συμφωνηθούν όλα; Mας πέρασες για την ισχυρή πλευρά σε αυτήν τη διαπραγµάτευση;»

Σε εκείνο το σημείο πια το αίµα µου έβραζε. Ήµουν τόσο εξαγριωµένος που σχεδόν ξέχασα πως τον είχα επισκεφτεί για να υποβάλω την παραίτηση µου. Όταν το θυμήθηκα προς το τέλος, αποφάσισα να μην κάνω καµία βιαστική κίνηση εν βρασµώ ψυχής. Έπρεπε να φύγω, να ηρεμήσω και να ξανασκεφτώ πριν πάρω την τελική µου απόφαση.

Όταν επέστρεψα στο γραφείο µου, κάλεσα τον φίλο µου τον Βασίλη και του εξιστόρησα τι είχε συµβεί. Πήρε µια βαθιά ανάσα και έβγαλε έναν ήχο που εξέφραζε την απόλυτη δυσαρέσκειά του. Μετά µου είπε να ξεχάσω κάθε ιδέα παραίτησης. «Θυμήσου τους εκατόν σαράντα χιλιάδες ανθρώπους που σε ψήφισαν. Δε θέλουν να παραιτηθείς. Θέλουν να σε δουν να µένεις και να τους αλλάζεις τα φώτα».

Στο σπίτι µας πια, πέρασα µια στενόχωρη ώρα εξηγώντας στο τηλέφωνο στον Νίκο Θεοχαράκη ότι ο πρωθυπουργός τον «έκαψε» για χάρη του Χουλιάρακη. Χωρίς να γνωρίζει τι µου είχε πει ο Βασίλης, η Δανάη είπε τα ίδιο πράγµα: «Σκέψου τις εκατόν σαράντα χιλιάδες που σε εμπιστεύτηκαν».

Βρισκόµουν αντιµέτωπος µε σκληρό δίληµµα. Οι Financial Tίmes, όπως µε πληροφόρησε ο Νίκος, ήδη µετέδιδαν ότι ο Ευκλείδης µε είχε αντικαταστήσει ως επικεφαλής της διαπραγμάτευσης, αν και στην πραγµατικότητα τις διαπραγµατεύσεις τις χειριζόταν εμφανέστατα ο Γιώργος Χουλιαράκης. Εν τω µεταξύ, το πολεµικό συµβούλιο, στο οποίο συµµετείχαν πλέον και δύο εκπρόσωποι του Σύριζα, είχε κάνει μεταστροφή και η µεγάλη πλειοψηφία του στήριζε την παράδοση άνευ όρων, βλέποντας µε σαν το κύριο εµπόδιο. Η αξιοπρέπεια απαιτούσε την παραίτηση µου.

Εκείνο το βράδυ όµως, όταν ηρέµησα και άρχισα να σκέφτομαι ψυχραιμότερα και πιο προσεκτικά τι είχε γίνει, µια συγκεκριµένη σκέψη µε έκανε να νιώσω ότι δε δικαιούμουν να παραιτηθώ, τουλάχιστον όχι εκείνη τη στιγµή. Η ευθύνη µου απέναντι στους εκατόν σαράντα χιλιάδες ψηφοφόρους που µε εμπιστεύτηκαν, και στα εκατοµµύρια στους δρόµους που εναπέθεσαν τις ελπίδες τους σ’ εµάς, απαιτούσε να δω μπροστά. Κι αυτό που είδα ήταν ότι, κάτω από τα πολιτικό, οικονοµικό και ηθικό σφάλµα του Αλέξη, υπέβοσκε ένα άλλο, μεγαλύτερο σφάλµα: η πεποίθηση ότι, αν αποδεχόταν τις απαιτήσεις τους, η τρόικα θα του πρόσφερε σε αντάλλαγµα µια γρήγορη συµφωνία κι ένα 3ο µνηµόνιο. Δε θα το έκαναν, συµπέρανα.

Αναμφίβολα, η Μέρκελ και ο Βίζερ είχαν επιτρέψει στον Αλέξη και τον Χουλιαράκn να διαμορφώσουν αυτή την πεποίθηση. Όμως, βάζοντας στην άκρη τα γεγονός πως μια τέτοιο συμφωνία δεν ήταν η εντολή που είχαμε λάβει από τους ψηφοφόρους μας, άρχισα να συνειδητοποιώ πως δεν ήταν καν πιθανό ενδεχόμενο, για δύο λόγους.

Πρώτον, οι πιστωτές επιθυμούσαν να τιμωρήσουν παραδειγματικά τον Αλέξη: Ήθελαν όχι απλώς να καθυποτάξουν αλλά να εξευτελίσουν έναν πολιτικό που ανήλθε στην πρωθυπουργία κατακεραυνώνοντάς τους. Στόχος τους; Να αποτρέψουν άλλους πολιτικούς στην Ισπανία, την Ιταλία, την Πορτογαλία, ακόμη και στη Γαλλία, που μπορεί να έμπαιναν στον πειρασμό να τους εναντιωθούν. Γι’ αυτό τον λόγο χρειάζονταν όχι μόνο την παράδοσή του αλλά και τη δημόσια ταπείνωση του.

Δεύτερον, η τρόϊκα και τα ελληνικό κατεστηµένο αρνούνταν επί χρόνια αυτό που φώναζα από τα 2012: Ότι το 2015 είτε θα προχωρούσαν σε μια σημαντική ελάφρυνση του χρέους είτε θα απαιτούνταν ένα νέο μνημονιακό δάνειο. Δεν ήταν άλλωστε, μόνο ο Αντώνης Σαμαράς που έλεγε ότι η χώρα δε χρειαζόταν 3ο μνημόνιο. ήταν και οι Μέρκελ Σόιμπλε, που είχαν δεσμευτεί απέναντι στους βουλευτές τους ότι δε θα τους ζητούσαν να ψηφίσουν 3ο μνημόνιο για την Ελλάδα. Ο μόνος φόβος βάσει του οποίου θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν ένα 3ο μνημόνιο διάσωσης θα ήταν αν ισχυρίζονταν, όπως είχε ισχυριστεί ο Πόουλ Τόμσεν στο Eurogroup της Pίγας, ότι το ελληνικό χρέος ήταν βιώσιμο μέχρι την άνοδο του Σύριζα στην εξουσία. Για να αποδείξουν την κατηγορία τους, θα έπρεπε να κλείσουν τις ελληνικές τράπεζες, προκαλώντας νέες ζημίες και χρεοκοπίες και ρίχνοντας το φταίξιμο για τα κόστος στην κυβέρνηση του Αλέξη.

Λίγο πριν ξημερώσει, κατέληξα στο συμπέρασμα πως όσο περισσότερες παραχωρήσεις έκανε τόσο περισσότερες απαιτήσεις θα προέβαλλαν· πως δε θα του έδιναν συμφωνία παρά μόνο μετά το κλείσιμο των τραπεζών, και πως μόνο τότε θα εξαναγκαζόταν να υπογράψει μια εξευτελιστική συμφωνία, ώστε τα Eurogroup να μπορούσε να την ανεμίσει μπροστά στις κάμερες και να πει σε όλους τους Ευρωπαίους: «Αυτά παθαίνει όποιος μας πάει κόντρα!»

Αυτή η συνειδητοποίηση γέννησε στον νου μου το εξής ερώτημα; Πώς θα αντιδρούσε τότε ο Αλέξης; Ήταν μόλις σαράντα δύο ετών, μονολόγησα. Σίγουρα δε θα εξέταζε καν το ενδεχόμενο να περάσει δεκαετίες κρυωμένος από τον λαό του έχοντας συναινέσει σε μια τέτοιο ατίμωση. Όταν θα βρισκόταν τελικά αντιμέτωπος με αυτό που απαιτούσαν η τρόϊκα και η Άνγκελα Μέρκελ –την ταπείνωση του και τη συντριβή του λαού μας-, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να αρνηθεί. Και όσο υπήρχε σημαντική πιθανότητα να έρθει εκεί η στιγμή, είχα καθήκον να βρίσκομαι εκεί, δίπλα του, έτοιμος να βοηθήσω με ολοκληρωμένο «Σχέδιο για την Ελλάδα» και ενεργοποιώντας το σύστημα πληρωμών που θα μας επέτρεπε να συνεχίσουμε να αναπνέουμε, έστω και δύσκολα, μέχρι να αποφασίσει η Μέρκελ ή να συμμαχήσει με τον Σόιμπλε (βάζοντας μπρος την αποδόμηση της ευρωζώνης που θα πυροδοτούσε το Grexit) ή να αποδεχτεί το «Σχέδιο για την Ελλάδα» ως το θεμέλιο μιας συμφωνίας.

Έτσι αποφάσισα να μην παραιτηθώ αλλά από εκείνη τη μέρα και μετά, να αφοσιωθώ στο να κρατήσω τον αποτρεπτικό προγραμματισμό μας ζωντανό σε περίπτωση που ερχόταν η στιγμή ο Αλέξης να γυρίσει και να μου πει «Δεν πάει άλλο. Πάμε!» Αυτό απαιτούσε να ολοκληρώσω το Σχέδιο για την Ελλάδα, μαζί με τον Τζεφ Σακς, τον Νίκο Θεοχαράκη τον οποίο απέτρεψα από τα να παραιτηθεί το ίδιο βράδυ) και με τη βοήθεια της ομάδας μου, συμπεριλαμβανομένων των Νόρμαν Λάμοντ, Λάρρυ Σάμμερs, Τόμας Μάγερ, της Lazard, του Γκλεν Κιμ κτλ. θα ήταν μια δύσκολη, ισχυρή, μοναχική οδός. Το γνώριζα άλλωστε από την πρώτη στιγμή ότι η τρόϊκα με έβλεπε ως βασικό της εμπόδιο, όμως το μίσος τους μου έδινε δύναμη και το θεωρούσα παράσημο. Τώρα έβλεπα πως και το δικό μας πολεμικό συμβούλιο έτρεφε παρόμοια συναισθήματα. Η μόνη ακτίνα ελπίδας που μας έδινε κουράγιο ήταν πως , τη στιγμή της επικείμενης ταπείνωσης, ο Αλέξης, αφού είχε δοκιμάσει να συνθηκολογήσει, μπροστά στον μανδύα της απόλυτης ταπείνωσης που θα επέμεναν να του φορέσουν, θα μου έλεγε εκείνο το: «Δεν πάει άλλο. Πάμε!»

Οι φίλοι μου με μαλώνουν για την ανεκτικότητα μου. Πιστεύουν πως ήμουν αφελής που συνέχισα να πιστεύω, παρ’όλες τις ενδείξεις περί του αντιθέτου, ότι ο Αλέξης θα μπορούσε να επανέλθει. Αν και οι δρόµοι µας χώρισαν, ακόµα και σήµερα έχω ανάγκη να τον δικαιολογώ µου λένε επικριτικά. Τους αφήνω να µε κρίνουν. Σε αυτές τις αράδες όµως, αναγνώστη, σου ζητώ να συναισθανθείς τις απάνθρωπες συνθήκες υπό τις οποίες λειτουργούσε ο Αλέξης, και βέβαια όλοι µας. Χωρίς να δικαιολογώ τα αδικαιολόγητα, δε θα συναινέσω στη δαιμονοποίηση του, οι πολιτισμένοι άνθρωποι ξέρουν πώς να ασκούν σκληρή κριτική χωρίς να σκληραίνει η ψυχή τους. Ελπίζω πως τα δύο συµβάντα µε την εξιστόρηση των οποίων κλείνω τα παρόν κεφάλαιο θα σου µεταφέρουν κάτι από την πίεση κάτω από την οποία λειτουργούσαμε και το µέγεθος του τι είχαµε να αντιµετωπίσουµε.

 

Υποκλοπές χωρίς αιδώ.

 

ταν επέστεψα στο σπίτι µας από το Μαξίµου εκείνο το βράδυ, η Δανάη µε βομβάρδισε µε ερωτήσεις, μαγνητοσκοπώντας τις απαντήσεις µου στο κινητό της. Κάποια στιγµή µας διέκοψε ο ήχος του κινητού µου. Ήταν ο Τζεφ Σακς. Διστάζοντας να του μεταδώσω την απόγνωση µου µέσω µιάς µn ασφαλούς τηλεφωνικής γραµµής, επέλεξα να του μεταφέρω το µοναδικά καλά νέα της nµέρας: µε καθυστέρηση σχεδόν ενός µηνός, βρισκόµασταν επιτέλους κοντά στη στάση πληρωµών προς το ΔΝΤ. Ενώ οι Σαγιάς, Δραγασάκης και Χουλιαράκης είχαν -βεβαίως βεβαίως ενστάσεις, ο Αλέξης, ο Παππάς κι ο Ευκλείδης συµφωνούσαν µαζί µου: Τα ταµεία ήταν άδεια. Αν το ΔΝΤ ήθελε να πάρει τα λεφτό του, ήταν η κατάλληλη στιγµή να παράσχει λίγη ρευστότητα η υπόλοιπη τρόϊκα «ο κύβος πλέον ερρίφθη», είπα στον Τζεφ. «Νοµίζω πως ο Αλέξης τα εννοεί αυτήν τη φορά. Η επόµενn πληρωµή στο ΔΝΤ δε θα γίνει».

Ο Τζεφ καταχάρηκε. «Καιρός ήταν», σχολίασε και συνέχισε δίνοντας συµβουλές για τα πώς να χειριστούμε τα επακόλουθο της στάσης πληρωµών.

Μισή ώρα αργότερα, ενώ συνεχίζαµε µε τη Δανάn την καταγραφή των γεγονότων της nµέρας, το τηλέφωνο µου ξαναχτύπησε. ήταν ο Τζεφ, ξεκαρδισμένος στα γέλια. «Δε θα το πιστέψεις, Γιάνn», είπε. «Πέντε λεπτά αφού το κλείσαµε, δέχτηκα τηλεφώνηµα από το Εθνικό Συµβούλιο Ασφαλείας.14 Με ρώτησαν αν πίστευα ότι εννοούσες αυτό που µου είπες! Τους είπα πως τα εννοούσες και πως, αν ήθελαν να αποφευχθεί µια αθέτηση πληρωµής προς το ΔΝΤ, θα έπρεπε να συνετίσουν τους Ευρωπαίους».

Το ότι παρακολουθούσαν το τηλέφωνο µου λογιών λογιών υπnρεσίες το γνώριζα βεβαίως. Όµως τα µαντάτα που µου κόµισε ο Τζεφ περιελάµβαναν δύο πληροφορίες που ξεχώριζαν: πρώτον, τα άτομα που κρυφάκουγαν όχι µόνο είχαν την ικανότητα να διακρίνουν ότι αυτό που µόλις είχα πει είχε ιδιαίτερη σημασία αλλά πρέπει να είχαν και ανοιχτή γραµµή µε το Εθνικό Συµβούλιο Ασφαλείας (σ.σ. ΗΠΑ). Δεύτερον, δεν είχαν κανέναν απολύτως ενδοιασμό να αποκαλύψουν πως παρακολουθούσαν το τηλέφωνο µου!

Είχε πάει τρεις τα ξηµερώµατα. Παρ όλα αυτά κάλεσα τον Αλέξn για να τον ενημερώσω. Παρά την κατάρρευση του ενωμένου µας μετώπου, παρά τη ρήξη στη σχέση µας, κάτι τέτοιες στιγµές µας έφερναν κοντά.

`

Ο άθλος της Δανάης

 

ο επόµενο βράδυ αφέθηκα σε µια σπάνια απόλαυση: φαγητό µε τη Δανάn και µια φίλη που µας επισκεπτόταν από την Αυστραλία σε αγαπημένο µας εστιατόριο στα Εξάρχεια.

Τα Εξάρχεια ήταν η γειτονιά µου την εποχή που γνώρισα τη Δανάη. Στο διαµέρισµα µου στα Εξάρχεια έκανε τα πρώτα της βήματα η κόρη µου η Ξένια. Στα Εξάρχεια είχα κάνει κι εγώ τα πρώτα µου, εφnβικά βήματα τη δεκαετία του 70 εξερευνώντας τον µαγικό κόσµο των µικρών βιβλιοπωλείων, των δισκάδικων µε τους σπάνιους δίσκους, του θρυλικού «Ντεκαντάνς», που ήταν τα πρώτα μηαρ στο οποίο σύχναζα. Με λίγα λόγια, τα Εξάρχεια ήταν και µε κάποιον τρόπο παραµένουν, η γειτονιά µου παρόλο που δε ζω εκεί από το 2005.

Εκείνο το βράδυ η Δανάn και η φίλη µας έφτασαν πρώτες και µε περίµεναν. Πήγα κατευθείαν ύστερα από συνάντηση µε τον Δραγασάκη και την οµάδα του, άφησα τη μηχανή µου έξω από το εστιατόριο και τις βρήκα σε γωνιακό τραπέζι στο βάθος της εσωτερικής αυλής στη Βαλτετσίου. Έµπαινε Μάιος και τα γιασεµιά γέµιζαν τον ζεστό ανοιξιάτικο αέρα µε αρώµατα που, για µένα, ιδίως τότε που ένιωθα να πνίγοµαι στην αποµόνωσπ µιας αποπνικτικής διαδικασίας, ήταν βάλσαµο. Μετά από µια συναισθηματικά τόσο εξαντλητική µέρα, την πρώτη που πέρασα κάτω από τα µαύρο σύννεφο της εκκολαπτόμενης συνθηκολόγησης, µια βραδιά στην όμορφη αυλή µ’ένα ποτήρι κρασί και την παρέα δικών µου ανθρώπων ήταν ό,τι πιο ανεκτίµητη.

Tους άκουσα πριν τους δω. Είχε περάσει περίπου µία ώρα από τότε που αρχίσαµε να τρώµε, και όπως ετοιμαζόμασταν να περάσουµε στο επιδόρπιο, τρείς νεαροί κουκουλοφόροι μπήκαν βρίζοντας στην αυλή. Αρχικά δεν κατάλαβα πως ο σκοπός τους ήµουν εγώ. Το κατάλαβα όταν πέταξαν μπουκάλια μπύρας προς το µέρος µου. Τα μπουκάλια έσκασαν πάνω στο πλακόστρωτο μπροστά στο τραπέζι, χτυπώντας το πόδια µου µε τα θρύψαλά τους . Διέταξαν τους άλλους θαµώνες να φύγουν και κινήθηκαν βρίζοντας προς τα µέρος µου, ανεµίζοντας απειλητικά σπασμένα μπουκάλια πιασμένα από τον άθικτο λαιµό τους . Πετάχθηκα όρθιος και κινήθηκα προς το µέρος τους για να καλύψω τη Δανάη και τη φίλη µας από τα σπασμένα γυαλιά και την επερχόµενη βία. Το µόνο που δεν υπολόγισα ήταν η ταχύτητα και η αποφασιστικότητα της Δανάης.

 

Με ένα άλµα μπήκε ανάµεσα σε µένα και τους επιτιθέμενους, αγκαλιάζοντας µε µε απίστευτη δύναµη, στρέφοντος την πλάτη της προς τους νεαρούς και καλύπτοντας το κεφάλι µου µε τα χέρια της. Έγινε κυριολεκτικά ανθρώπινη ασπίδα γύρω µου. Προσπάθησα να τη σπρώξω, να την αποµακρύνω και να την προστατεύσω, αλλά µε κρατούσε τόσο σφιχτά που κατάλαβα πως ο µόνος τρόπος να την απωθήσω θα ήταν να τη κτυπήσω ο ίδιος ! Εν τω μεταξύ, πιέζοντας τα μάγουλα της στο πρόσωπό µου για να τα προστατεύσει από τα σπασμένα μπουκάλια, τους φωνάζει «Από µένα θα πρέπει να περάσετε πρώτα!»

Οι κουκουλοφόροι τάχασαν αλλά συνέχισαν, χωρίς όµως την ορχική τους ορµή, να προσπαθούν να µε κτυπήσουν αποφεύγοντος τη Δανάη. Όµως η αγκαλιά της Δανάης ήταν πολύ δυνατή και το σώµα της, έτσι όπως στεκόταν στις µύτες των ποδιών της, µε κάλυπτε σχεδόν ολόκληρο εµποδίζοντας τους. Εκνευρισμένοι, άφησαν τα σπασμένα μπουκάλια να πέσουν κάτω και µας κτύπησαν και τους δύο µε τις γροθιές και τις παλάµες τους. Καθώς η Δανάη δεχόταν περισσότερα κτυπήματα από µένα, υποχώρησαν, ντροπιασμένοι που κτυπούσαν γυναίκα, κι έφυγαν όπως έφτασαν, φωνάζοντας βρισιές και απειλές. Σοκαρισµένοι, γυρίσαµε στο τραπέζι µας, όπου η φίλη µας έτρεµε από τον φόβο της.

Η νύκτα, όµως, δεν είχε τελειώσει οι επιτιθέμενοι πρέπει να κάλεσαν ενισχύσεις, γιατί μέσα σ ένα µισάωρο µμαζεύτηκαν πάνω από σαράντα δικοί τους έξω από το εστιατόριο, το οποίο είχε πια σχεδόν αδειάσει. Παραµέναµε εµείς, οι θαµώνες ενός τραπεζιού, που φαίνονταν εντυπωσιακά ατάραχοι, και οι άνθρωποι του προσωπικού, που µας ζητούσαν συγγνώμη λες και έφταιγαν εκείνοι. Απέξω ακούγαµε τις βρισιές τους, που µας υπενθύµιζαν ότι µας περίµεναν να βγούµε. Επέµενα να μην κληθεί η αστυνοµία. Αν έφτανε εκείνη τη στιγµή, θα χυνόταν αίµα. Φέρνοντας στον νου τα Δεκεµβριανά του 2008, σκέφτηκα τι ευτύχημα ήταν που κυκλοφορούσα χωρίς αστυνοµική προστασία.

«Τι θα κάνετε;» ρώτησε η φίλη µας. Ο ιδιοκτήτης µας πρότεινε να περάσουµε τη νύχτα στο εστιατόριο του. Είχα διαφορετική άποψη. «θα βγω έξω να τους µιλήσω. Αν θέλουν να µε κτυπήσουν, ας µε κτυπήσουν». Η φίλη µας νόµισε πως τρελάθηκα. Η Δανάη όµως συμφώνησε «Εντάξει, ας το κάνουµε», µου είπε µε αποφασιστικότητα που την είχα ξαναδεί στο πρόσωπό της µία φορά στη βόρεια Αιθιοπία, τότε που έvας παραστρατιωτικός προσπάθησε να την απαγάγει µπροστά στα µάτια µου υπό τον απειλή Καλάσνικοφ. Είπαµε στη φίλη µας να μην κουνηθεί µέχρι να τελειώσει το επεισόδιο και µετά βγήκαµε µε τη Δανάη στον πεζόδροµο της Βαλτετσίου.

Δεκάδες νεαροί κουκουλοφόροι που φωνάζουν και βρίζουν σε έναν στενό πεζόδροµο της Αθήνας είναι ένα εντυπωσιακό θέαµα. Η καρδιά µου χτύπαγε δυνατά αλλά, για κάποιον λόγο, πίστεψα πως δε θα µας ξαναχτυπούσαν. Η Δανάη τους είχε εντυπωσιάσει. Και ήµουν σίγουρος πως εκτιµούσαν το γεγονός ότι ούτε καλέσαµε την αστυνοµία ούτε κρυφτήκαµε στο εστιατόριο. Με ενθάρρυνε επίσης το γεγονός ότι δεν είχαν καταστρέψει την παρκαρισμένη εκεί δίπλα µηχανή µου, κάτι που πολύ εύκολα θα μπορούσαν να είχαν κάνει, αλλά είχαν συγκεντρωθεί καµιά δεκαριά µέτρα πιο µακριά. Σκέφτηκα πως, αν σκόπευαν να µας ξαναχτυπήσουν, θα είχαν περικυκλώσει τη µηχανή.

Με τη Δανάη προχωρήσαμε προς τη μηχανή κρατώντας τα κράνη µας στα χέρια, χωρίς να τα φορέσουµε. Οι αναρχικοί συνέχισαν να µε βρίζουν αλλά δεν έκαναν καµία κίνηση. Αφού ξεκλείδωσα τη μηχανή η Δανάη ανέβηκε κι άρχισε να βάζει το κράνος της µε αργές κινήσεις. Εκείνη τη στιγµή αποφάσισα πως κανείς δε θα µε έδιωχνε από τα Εξάρχεια, από την ίδια µου τη γειτονιά . Άφησα το κράνος µου πάνω στη μηχανή και περπάτησα αργά και όσο λιγότερο απειλητικά γινόταν προς τα µέρος τους. «Εδώ είµαι. Πείτε µου γιατί θέλετε να µε κτυπήσετε. Είµαι όλος αυτιά», τους είπα.

Ο αρχηγός του μπουλουκιού, μεταξύ χειμάρρου κοσμητικών, µε απείλησε. «Αν πλησιάσεις κι άλλο, θα το μετανιώσεις». «θέλω να ξέρω τι έκανα για να σας θυµώσω. Αν αυτό σημαίνει πως θα µε κτυπήσετε, ας είναι», τους είπα, παίρνοντας θάρρος από το γεγονός πως δεν είχαν επιτεθεί ακόµη. Έτσι, ξεκίνησε ένας απίθανος, θορυβώδης διάλογος.

Αρχικά απρόθυµοι να εξηγήσουν την οργή τους και τη βία τους, συνέχισαν να βρίζουν και να απειλούν. Τελικά, µε τα πολλά, και λόγω της επιµονής µου να τους ζητώ να µου εξηγήσουν, µου είπαν ότι η αστυνοµία στα Εξάρχεια τα είχε κάνει πλακάκια µε τους εµπόρους ηρωίνης. Tους είπα πως δε θα µε εξέπλητε κάτι τέτοιο.

«Αλλά γιατί τόσος θυµός µαζί µου, βρε παιδιά;» τους ρώτησα.

«Μην είσαι χαζός», µου απάvτησαν. Δεν ήταν θυµωµένοι µαζί µου προσωπικά, αλλά µε την «κρατική τρομοκρατία και τους εκπροσώπους της». «Είσαι ένας από αυτούς. Υπουργός. Να πας να γαµηθείς, µαλάκα. Μακριά από δω. Τα Εξάρχεια είναι ελεύθερη ζώνη. Πήγαινε όπου θέλεις. Όχι εδώ. Άσε µας ήσυχους».

Έχοντας νωπή μέσα µου τη σύγκρουσή µου µε τον Αλέξη και το πολεµικό µας συµβούλιο, και γνωρίζοντας πολύ καλά πως το βαθύ κατεστηµένο της Ελλάδας και της Ευρώπης προσπαθούσε να µε εξαφανίσει, αποφάσισα, χωρίς καλά καλά να το σκεφτώ, να μοιραστώ µαζί τους ένα μυστικό:

«Kαταλαβαίνω τι λέτε. Δέχοµαι πως µε µισείτε γι αυτό που αντιπροσωπεύω: την κρατική εξουσία. Αλλά θέλω να ξέρετε κάτι το καθεστώς που µισείτε µε µισεί πολύ περισσόιερο απ ό,τι µισεί εσάς.

Είµαι αγκάθι στο πλευρό τους, που ετoιµάζovται να το ξεφορτωθούν σαν ξένο σώµα. Έτσι, απλά για να ξέρετε …»

Δε θυµάµαι τι µου απάντησαν. Όµως ο θυµός τους είχε καταλαγιάσει είτε λόγω αυτού που τους είπα είτε επειδή απλώς κουράστηκαν, βαρέθηκαν. Aκολούθησε µια παύση και µετά ο αρχηγός τους μίλησε πρώτη φορά µε ήρεµο, σχεδόν φιλικό, τόνο.

«Αρκετά. Ανέβα στη μηχανή σου και γύρνα σπίτι σου».

Επέστρεψα στη μηχανή και στη Δανάη. Όµως, πριν φορέσω τα κράνος µου και ανέβω, γύρισα προς το µέρος τους και τους φώναξα: «Κυκλοφορούσα στα Εξάρχεια δεκαετίες πριν γεννηθείτε. Τώρα µου λέτε πως δεν μπορώ να ξαναρθώ; Μου απαγορεύτε την είσοδο στην ίδια µου τη γειτονιά » Ο αρχηγός τους το σκέφτηκε για µερικά δευτερόλεφτο και µετά απάντησε

«Ξανάλα όταν δε θα είσαι πια υπουργός». «Τα λέµε σύvτοµα τότε», του απάvτησα.

Καθώς απομακρυνόμασταν µε τη μηχανή, κοίταξα πίσω µου μέσα από το καθρεφτάκι οι αναρχικοί έµοιαζαν περισσότερο µε φρουρά που επέβλεπε την ασφαλή αναχώρησή µας παρά µε επιτιθέμενη οµάδα. Όταν φτάσαµε σπίτι και πάρκαρα τη μηχανή στο γκαράζ της πολυκατοικίας µας, η Δανάη µε αγκάλιασε πριν προλάβω να κάνω πρώτος την ίδια κίνηση. Την αγκάλιασα κι εγώ. Μείναµε για λίγο έτσι, τρέμοντος ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Αυτό που δεν ήταν σίγουρο είναι αν τρέµαµε µόνο λόγω του τι είχαµε µόλις περάσει ή και εκείνου που ερχόταν.

Το επόµενο πρωί δημοσιογράφος που ήταν συνήθως επικριτική µαζί µου θα έγραφε «Χθες το βράδυ οι αναρχοφασίστες χούλιγκαν των Εξαρχείων γνώρισαν τη μεγαλύτερη ήττα των τελευταίων τριάντα ετών από µια γυναίκα: τη Δανάη Στράτου».

Όµως µια πιο σκοτεινή βία πλησίαζε απειλητική. Κι αυτή τη φορά δε στόχευε µόνο δύο ανθρώπους…

 

 

 

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑI….

——–

**Συνέχεια Διευκρίνησης από τη σύνταξη για το Γιάνη Βαρουφάκη και το Βιβλίο του:

498

(…) «Ακόμη είναι θεμιτό να έχουμε όλοι τις απόψεις μας γιά τον συγγραφέα και το έργο του. Όμως προκαλεί μεγάλη απορία το γεγονός, ότι για τόσα καίριας σημασίας γεγονότα, συζητήσεις, περιγραφές, με υπουργούς, πρωθυπουργούς, προέδρους, αλλά και με Ε.Ε., ΔΝΤ, τόσο καιρό-αρκετό νομίζω-δεν τόλμησε, (πλήν Γερούν Ντάισελμπλουμ τελευταία), αξιόπιστα κανείς, εδώ ή έξω, να διαψεύσει, κάτι, (όμως συγκεκριμένο και όχι γενικό και αόριστο), από τα τόσα αποκαλυπτικά, που αναφέρονται».

Γιατί τόσοι δημοσιογράφοι και δημοσιολογούντες, που κάνουν την «κλωστή τριχιά», που έχουν καταλογίσει στον Γιάνη Βαρουφάκη «όλα τα δεινά της χώρας», που τον έχουν «καταξεσκίσει» και απειλήσει με δικαστήρια, στρατοδικεία και …αγχόνες ακόμη, γιατί δεν έχουν κάνει τίποτε; Ούτε ένα (αρ.1) ρεπορτάζ για να καταρρίψουν τις -όπως ειρωνικά λένε- «μπαρούφες» του; Και ας αφορούν την Ελλάδα, που τόσο «κόπτονται», την Ευρώπη που τόσο «θαυμάζουν»…

Θεωρώ όμως ότι έχει πολύ σοβαρές ευθύνες για τα λάθη και τις παραλείψεις του, και που κατά την αναλογίαν (του), θα «πληρώνουμε» για πολλές 10ετίες. Όπως επίσης, δεν παραβλέπω, τις ιδιαίτερες γνώσεις και ικανότητες του, την εντιμότητα, την αξιοπρέπεια, τον πατριωτισμό και το σεβασμό σε ιδέες και αρχές.

Και επειδή φρονώ, ότι είναι όχι μόνο ψευδείς και άδικες σχεδόν όλες, οι σε βάρος του κατηγορίες, είναι όχι μόνο πολύ μεροληπτική η απόκρυψη-της αληθινής ή μη-αφήγησης του, αλλά και «βγάζει μάτι» η «ειδική» στοχοποίηση του από εχθρούς και «φίλους», για αυτό θεωρώ χρέος μου να αφιερώσω-το χρόνο-στην (δική του) εξιστόρηση του ΤΟΤΕ. Και τα συμπεράσματα όλων μας…

`

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.