ΓΙΩΡΓΟΣ ΡΟΥΣΗΣ – «ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ» (Πόλεμος Θέσεων) Μέρος 1°.

Standard

 

``

«Πέρασµα από τον πόλεµο ελιγµών (και από τη

µετωπική επίθεση) στον πόλεµο θέσεων ακόµα και

στο πολιτικό πεδίο. Μου φαίνεται ότι αυτό είναι το

πιο σηµαντικό πρόβληµα της µεταπολεµικής περιόδου

και που είναι το δυσκολότερο να λυθεί σωστά».

 

Αντόνιο Γκράµσι,(Παρελθόν και παρόν).

 

«Θα ‘θελα λίγο δυναµίτη θα ‘θελα µιαν έκρηξη
που θα σκορπίσει το χειρότερο

θάνατο στα βολέματα σας ».

Νίκος Καρούζος, (Κρώξιμο σ’ ένα σπουδαστήριο)

`

 

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

`

`

ΝΑΥΣΜΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΣΧΟΛΗΘΩ µε το θέµα του τίτλου, ήταν η διαπίστωση ενός σηµαντικού κενού στο χώρο του σύγχρονου αριστερού ριζοσπαστικού προβληµατισµού. Όσο περίεργο κι αν φαντάζει αυτό, πρόκειται για το κενό που υπάρχει στους προβληµατισµούς σχετικά µε το πώς θα οδηγηθούµε στον κοµµουνισµό και στην απαραίτητη για την πρόσβαση σε αυτόν κοινωνική επανάσταση.

Και ναι µεν είναι αναµενόµενο η ρεφορµιστική-σοσιαλδηµοκρατική αριστερά, να µην ασχολείται µε αυτό το ζήτηµα, µια και ευθαρσώς πια δηλώνει ότι στοχεύει σε έναν πιο δίκαιο, πιο ανθρώπινο καπιταλισµό, προϊόν διαταξικής διαπραγµάτευσης και συµβιβασµού, και όχι στη χειραφέτηση του ανθρώπου µέσω επαναστατικής ρήξης, είναι όµως άξιον απορίας, το ότι αυτό δεν απασχολεί ούτε την αριστερά εκείνη που διακηρύσσει ότι προσβλέπει στην κοµµουνιστική χειραφέτηση.

Μάλιστα αυτή η παράλειψη γίνεται ακόµη πιο εντυπωσιακή στο βαθµό που από τη µια ο σοσιαλισµός-κοµµουνισµός θεωρείται ως η µοναδική διέξοδος-λύση απέναντι στην σύγχρονη βαρβαρότητα, και από την άλλη δεν αµφισβητείται η αναγκαιότητα της επανάστασης για την ανατροπή του καπιταλισµού και το πέρασµα στην κοµµουνιστική κοινωνία. Όµως και σε αυτήν την περίπτωση, πέρα από την προσµονή της µυθικής Μεγάλης Νύχτας, που κάποτε θα προκύψει µέσα από τους καθημερινούς-ταξικούς αγώνες, δεν διευκρινίζεται µε ποιο τρόπο µπορεί να συνδεθεί η µεν µε τους δε, ή διαφορετικά η επαναστατική στρατηγική µε την καθηµερινή πάλη.

Ακόµη, ενώ, έστω και περιορισμένες, υπάρχουν αναζητήσεις, τοποθετήσεις και αντιπαραθέσεις σχετικά µε το χαρακτήρα και το περιεχόµενο της µελλούµενης σοσιαλιστικής κοινωνίας, δεν υπάρχει κάτι αντίστοιχο σχετικά µε την επαναστατική γέφυρα που οδηγεί σε αυτήν την κοινωνία. Και το χειρότερο είναι ότι λείπουν, όχι µόνον οι θεωρητικές περί επαναστατικής διαδικασίας αναζητήσεις, αλλά ακόµη και οι απλές αναφορές σε αυτήν. Και όταν αυτές υπάρχουν, είναι για να τιµήσουν επετείους, όπως η Κοµµούνα ή η Ρώσικη επανάσταση, και όχι για να προετοιµάσουν τις επαναστάσεις του μέλλοντος µας.

Θεωρώ ότι αυτό το κενό, στο βαθµό βεβαίως που η στόχευση του κοµµουνιστικού οράµατος είναι ειλικρινής, οφείλεται στη δυσκολία αντιµετώπισης αυτού του κοµβικού ζητήµατος της επαναστατικής µετάβασης, µια δυσκολία που µε τη σειρά της είναι απόρροια µιας θεμελιώδους αντίθεσης της εποχής µας. Ποια είναι αυτή; Το γεγονός ότι στις αναπτυγµένες καπιταλιστικές χώρες, παρόλο που είναι αναγκαία και εφικτή η δυνατότητα κατάκτησης της χειραφέτησης του ανθρώπου, εντούτοις δεν διεκδικείται, όχι µόνον από ευρύτερες λαϊκές µάζες, αλλά ούτε καν από την πλειοψηφία του εν δυνάµει επαναστατικού υποκειµένου, δηλαδή από τη σύγχρονη εργατική τάξη. Και αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι και οι καταπιεσµένοι διέπονται σε µεγάλο βαθµό από τις αστικές αξίες και ηγεµονεύει και σε αυτούς η αστική ιδεολογία, η οποία είναι πολύ δύσκολο να ανατραπεί, όσο η αστική τάξη θα είναι κυρίαρχη οικονοµικά τάξη.

Σηµαίνει µήπως αυτό ότι βρισκόµαστε µπρος σ’ ένα αδιέξοδο, η διαφορετικά ότι το δίληµµα κοµµουνισµός ή βαρβαρότητα θα λυθεί υπέρ της βαρβαρότητας; Η απάντηση που δίνω στο παραπάνω ερώτηµα µέσα από τούτη την προσπάθεια, είναι ότι µέσω µιας επαναστατικής αξιοποίησης της γκραµσιανής στρατηγικής του πολέµου θέσεων είναι δυνατόν να οδηγηθούµε στην επανάσταση και τον κοµµουνισµό.

Και εκκινώ από µια γκραµσιανή κατηγορία, όπως ο πόλεµος θέσεων, διότι παρόλο που και ο ίδιος ο Λένιν επεσήµανε πρώτος την ευκολία εκδήλωσης της επανάστασης στη Ρωσία σε σχέση µε τη Δύση1*. ο Γκράµσι είναι εκείνος που προσπάθησε να αντιµετωπίσει συστηµατικά αυτό το ζήτηµα και να βρει κάποια λύση.

Από αυτήν τη σκοπιά είναι µάλλον εύστοχος ο χαρακτηρισµός του Γκράµσι ως θεωρητικού της επανάστασης των αναπτυγµένων χωρών της Δύσης 1. Σε αυτά τα πλαίσια, πρότεινε τη στρατηγική του πολέµου θέσεων ως την πιο κατάλληλη στρατηγική για να οδηγηθούµε στη σοσιαλιστική επανάσταση.

Ακολουθώντας λοιπόν το νήµα της σκέψης αυτού του µεγάλου επαναστάτη στοχαστή, επιχειρώ να διερευνήσω µε ποιο τρόπο αυτή η στρατηγική, τουλάχιστον µε το επικρατέστερο περιεχόµενο, που της αποδίδει ο Γκράµσι στα Τετράδια της Φυλακής, είναι δυνατόν να εφαρμοστεί µε επιτυχία στην εποχή µας.

Διευκρινίζω ότι ορισµένα απ’ όσα είναι αναγκαία για την ανάπτυξη του προβληµατισµού, γύρω από το θέµα που απασχολεί τούτη τη µελέτη, και αναλύονται στο βιβλίο µου µε τίτλο Ο Μαρξ γεννήθηκε vωρίς2, απλώς τα παραθέτω εδώ, επιγραµµατικά. Έτσι όσα αντιµετωπίζονται εδώ αποτελούν κατά κάποιο τρόπο συνέχεια των προβληµατισµών αυτού του προηγούµενου βιβλίου µου. Η µελέτη αυτή αποτελείται από τα ακόλουθα τέσσερα κεφάλαια:

‘Ενα πρώτο, στο οποίο επιδιώκεται αρχικά να καταδειχτεί ότι η νοµοτελειακή αποποµπή Ρούσηςζωντανής εργασίας από την παραγωγή, είναι η θεµελιακή αιτία της δοµικής κρίσης του καπιταλισµού την οποία διανύουµε από το 2008. Αυτός ο προσδιορισµός αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για να τεκµηριωθεί στη συνέχεια ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει λύση παραµένοντας στα καπιταλιστικά πλαίσια. Σε αυτό το πρώτο κεφάλαιο εκτός των αιτιών και του χαρακτήρα της κρίσης, καταγράφεται ο τρόπος µε τον οποίο επιχειρεί να την αντιµετωπίσει το Κεφάλαιο, και αναλύεται το πώς αυτός οδηγεί στην βαρβαρότητα η οποία είναι µακροπρόθεσµα αναποτελεσµατική και για το ίδιο το Κεφάλαιο.

Στη συνέχεια αναλύεται µε ποιο τρόπο η αποποµπή ζωντανής εργασίας που αποτελεί κατάρα για τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων στα πλαίσια του καπιταλισµού, είναι δυνατόν να µετατραπεί σε ευλογία και να αξιοποιηθεί για την απελευθέρωση των ανθρώπων από τα δεσµά της κυριαρχίας της καταναγκαστικής εργασίας. Με άλλα λόγια υποστηρίζω ότι η λύση στην κρίση είναι το πέρασµα στην κοµµουνιστική κοινωνία, δηλαδή στην κοινωνία όπου θα κυριαρχεί ο ελεύθερος δηµιουργικός χρόνος. Το κεφάλαιο αυτό κλείνει µε την υπόµνηση της αναγκαιότητας της επανάστασης ως το µέσο που θα µας οδηγήσει στον σοσιαλισµό και στη χειραφέτηση του ανθρώπου.

Σε ένα δεύτερο κεφάλαιο, παρουσιάζονται τα εναύσµατα που οδήγησαν τον Γκράµσι να αναζητήσει µια στρατηγική που θα άνοιγε τον δρόµο στην επαναστατική ανατροπή του καπιταλισµού στις αναπτυγµένες καπιταλιστικές χώρες. Αυτά, πέρα από µια γενικότερη αντιµετώπιση του µαρξισµού όχι ως µιας θετικιστικής, ή χυδαίας υλιστικής θεωρίας, κάτι που επικρατούσε στα πλαίσια της Δεύτερης Διεθνούς, είναι οι αρνητικές εκβάσεις των επαναστάσεων του 1848, της Παρισινής Κοµµούνας, της Γερµανικής Επανάστασης και του κινήµατος των εργοστασιακών Συµβουλίων, οι δυσκολίες εκδήλωσης της επανάστασης στη Δύση σε σχέση µε την Ανατολή, πιο ειδικά η ανεπάρκεια της οικονοµικής κρίσης για την επαναστατική συνειδητοποίηση, και τέλος η επικράτηση του φασισµού στην Ιταλία. Στο ίδιο κεφάλαιο παρατίθενται και οι θετικές και αρνητικές επιρροές προηγούµενων στοχαστών στη διαµόρφωση της γκραµσιανής στρατηγικής του πολέµου θέσεων.

Στο τρίτο κεφάλαιο εντοπίζεται η γενική στόχευση και το επικρατέστερο, περιεχόµενο του πολέµου θέσεων στο έργο του Γκράµσι. Στη συνέχεια παρουσιάζονται τα µέσα όπως το κόµµα, το µέτωπο, ο διεθνισµός, οι εναλλακτικοί θεσµοί, η χρήση βίαιων και µη µορφών, που θεωρούνται απαραίτητα για την διεξαγωγή αυτού του πολέµου. Τέλος αναδεικνύονται ορισµένα αδύνατα σηµεία της γκραµσιανής στρατηγικής, τα οποία, πέρα του ότι εγκυµονούν σοβαρούς κινδύνους παρερμηνείας της και ρεφορµιστικής ανάγνωσής της, αφήνουν αναπάντητα σηµαντικά ερωτήµατα, όπως εκείνο της δυνατότητας κατάκτησης από το προλεταριάτο της ηγεµονίας στην πλειοψηφία της κοινωνίας στα πλαίσια της αστικής εξουσίας.

Στο τέταρτο κεφάλαιο, λαµβάνοντας υπόψη τα διδάγµατα από την διπλή ήττα τόσο του «υπαρκτού σοσιαλισμού» όσο και του ευρωκομουνισμού, διερευνάται µε ποιο τρόπο ο πόλεµος θέσεων, αξιοποιώντας τις αντιφατικές στο επίπεδο της συνείδησης συνέπειες της κρίσης, µπορεί να αποτελέσει µια επαναστατική στρατηγική διεξόδου από αυτήν. Με άλλα λόγια εξετάζεται κατά πόσο ένας σύγχρονος πόλεµος θέσεων, µπορεί από τη µια να συµβάλλει στην ανατροπή του υπάρχοντος αρνητικού γενικού και ιδεολογικού συσχετισµού δυνάµεων και τελικά να συµβάλλει στο να αδράξει η ανθρωπότητα τη δυνατότητα της χειραφέτησης που της προσφέρεται. Και για να είµαι σαφής ευθύς εξαρχής, δηλώνω µε τον πλέον κατηγορηµατικό τρόπο ότι σε καµιά περίπτωση δεν αντιµετωπίζω τον πόλεµο θέσεων ως µέσο για να οδηγηθούµε σε κάποιο µεταβατικό στάδιο ανάµεσα σε καπιταλισµό και σοσιαλισµό, κάτι που κατά την γνώµη µου δεν έχει κανένα απολύτως νόηµα για τις αναπτυγµένες χώρες στην εποχή µας.

Αντίθετα, τον αντιµετωπίζω ως µια στην κυριολεξία πολεµική-πολιτική στρατηγική, η οποία θα ενισχύει τη θέση της εργατικής τάξης και τον ηγεµονικό της ρόλο, τόσο ιδεολογικά όσο και γενικότερα, και θα αποδυναµώνει αντίστοιχα τη θέση και την ηγεµονία της αστικής τάξης, µια στρατηγική που θα οδηγεί την εργατική τάξη στην κατάληψη όλο και περισσότερων και πιο σηµαντικών αντίπαλων οχυρών, ανοίγοντας έτσι το δρόµο, στην ούτως ή άλλως απαραίτητη τελική επαναστατική ρήξη, για την ανατροπή-συντριβή του αστικού κράτους και το πέρασµα στην κατώτερη φάση του κοµµουνισµού.

`

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

1.Βλέπε Μπύσι-Γκλύσµαν. Ο Γκράµσι και το κράτος, Θεµέλιο, 1984, σελ. 14.

2.Εκδόσεις Γκοβόστη, 2008, δεύτερη έκδοση 2011.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ 1

</span>
<p style="text-align:center;"><strong><span style="font-size:21pt;font-family:'Times New Roman', 'serif';background:White;"> Η ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΧΕΙΡΑΦΕΤΗΣΗ
ΩΣ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΑ ΒΑΘΥΤΕΡΑ ΑΙΤΙΑ </span></strong></p>
<p style="text-align:center;"><span style="font-size:21pt;font-family:'Times New Roman', 'serif';background:White;"><strong>ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ</strong> </span></p>
<span style="color:#ffffff;">

1.1. Η αποποµπή Ζωντανής εργασίας θεµελιακή γενεσιουργός αιτία της κρίσης.

`

ο 2008 η κρίση που ενδηµούσε από τις αρχές τις δεκαετίας του ’70 σε παγκόσµιο επίπεδο, εκδηλώθηκε µε άγρια πια µορφή στη χώρα µας. Οι φιλοκαπιταλιστές οικονοµολόγοι και πολιτικοί-αντί να λουφάξουν µετά την αποκάλυψη της ανεπάρκειας της αστικής πολιτικής οικονοµίας και των αστικών κυβερνήσεων να την προβλέψουv, έσπευσαν να την αποδώσουν στην τεµπελιά των Ελλήνων, στην κακή διαχείριση ειδικά εκ µέρους των Ελλήνων πολιτικών, στους καταχραστές και στο µεγάλο δηµόσιο τοµέα µας που λειτουργούσε στη βάση πελατειακών σχέσεων.

Αργότερα όταν όλες οι χώρες της Νότιας Ευρώπης παρουσίασαν λίγο πολύ τα ίδια προβλήµατα µε την Ελλάδα -η ανεργία στην Ισπανία τον Ιούνιο του 2012 έφτασε το 24,8%, και σε ηλικίες κάτω των 25 ετών ξεπερνά το 40%, ενώ το χρέος της Ιταλίας το Γενάρη του 2012 έφτασε τα 1.935,8 δις ευρώ, έγινε πια κοινώς αποδεκτό ότι η κρίση δεν είναι αποκλειστικά ελληνική, αλλά νοτιοευρωπαϊκή, ή έστω της Ιρλανδίας και της ευρωπαϊκής περιφέρειας

Όμως και σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση η ανεργία προσεγγίζει το 12%, δηλαδή 19 εκατομμύρια, χωρίς να συνυπολογίζονται σε αυτούς οι υποαπασχολούμενοι ή η νέα κατηγορία των απλήρωτων εργαζομένων, ενώ για τους νέους κάτω των 25 η ανεργία βρίσκεται κατά μέσο όρο στο 22,1 %. Ταυτόχρονα ανάλογα με το Νότο μέτρα, λαμβάνονται και στον σκληρό πυρήνα της ΕΕ. Έτσι στη Γερμανία οι μισθοί μειώθηκαν κατά 4,5% την πρώτη δεκαετία του 2000, πάγωσαν οι συντάξεις, μειώθηκαν τα επιδόματα ανεργίας, επεκτάθηκε η ελαστικοποίηση της εργασίας, ενώ το χρέος της χώρας έφτασε το 2011 στα 2.088 δις ευρώ, δίχως τα ελλείμματα στα ταμεία κοινωνικής ασφάλισης και συντάξεων. Στη Σουηδία επιχειρείται η εξομοίωση των μεροκάματων και των εργασιακών δικαιωμάτων με εκείνα των χωρών της Βαλτικής. Στη Γαλλία η αεροπορική εταιρία Air Mediterranee απολύει τους εργαζόμενούς της και τους ζητά να επαναπροσληφθούν στη θυγατρική που ίδρυσε στην Ελλάδα, με ελληνικούς μισθούς, για να συνεχίσουν την ίδια δουλειά που έκαναν και προηγουμένως. Στο Βέλγιο μόνο, χάρη στη μεγάλη γενική απεργία που έγινε μετά από 16 χρόνια, αποτράπηκε η λήψη σκληρών αντεργατικών μέτρων …

Είναι λοιπόν σαφές ότι δεν είναι μόνον ο Νότος που νοσεί, αλλά ολόκληρη η ΕΕ. Αλλά ούτε μόνον σε αυτήν περιορίζεται η κρίση. Ας μην ξεχνάμε ότι αυτή ξέσπασε πρώτα στις ΗΠΑ με τη μορφή της αδυναμίας πληρωμής των στεγαστικών δανείων και με το σμπάρο του κολοσσού της Lehman Brothers, το Σεπτέμβρη του 2008. Επιπλέον στις ΗΠΑ, αν υπολογιστεί η μερική απασχόληση και οι λεγόμενοι «απογοητευμένοι απόκληροι», η ανεργία φτάνει το 15,1%. 3 Κι ενώ πριν από την κρίση το 2007 ήταν 5,8%, έφθασε το 8,6% το 2011 εκ των οποίων το 29% είναι άνεργοι πάνω από ένα χρόνο, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 5,8% πριν από την κρίση του 2007.4

Επίσης το χρέος των ΗΠΑ, στο οποίο κατέχουν την παγκόσμια πρωτιά, όπως άλλωστε και όσον αφορά στο έλλειμμά τους, με δεύτερη την Ιαπωνία με 3.000 δις δολάρια, ξεπέρασε το 2008 το φράγμα των 10.000 δις δολαρίων και αυξάνεται από τότε κάθε επτάμηνο ανά 1.000 δις, για να φθάσει το 2012 τα 15.000 δις δολάρια, και σχεδόν το 100% του ΑΕΠ.5 Κι ενώ δεκαπέντε ευρωπαϊκές  χώρες  βρίσκονται  υπό  επιτήρηση,  οι ίδιες οι ΗΠΑ έπαψαν να αξιολογούνται με τρία Α.

Αξίζει τέλος να επισημανθεί κάτι που έχει ιδιαίτερη σημασία για την περαιτέρω επιχειρηματολογία μας, ότι το 60% των θέσεων εργασίας που χάθηκαν στις ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια, οφείλονται σε τεχνολογικές αλλαγές, και το 30% σε εξαγωγή θέσεων εργασίας προς το Μεξικό, την Κίνα κ.λπ.6

Αλλά και σε παγκόσμιο επίπεδο τα στοιχεία που παραθέτουν ο ΟΗΕ και το Διεθνές Γραφείο Εργασίας είναι απογοητευτικά.7 Προβλέπεται ότι θα υπάρχει κρίση διαρκείας ως προς την απασχόληση, ότι το μέσο εισόδημα ανά κάτοικο θα μειώνεται αντί να αυξάνεται σε παγκόσμιο επίπεδο, και ότι το παγκόσμιο χρέος εκτιμάται ότι είναι περίπου 50 τρίς δολάρια. Συνεπώς πρόκειται για παγκόσμια καπιταλιστική κρίση, και όσο αυτή βαθαίνει και επεκτείνεται θα είναι όλο και πιο δύσκολο να το αρνηθούν και οι πλέον φανατικοί υπέρμαχοι του καπιταλισμού.

Έτσι, είτε από µια τεχνοκρατική θετικιστική περί οικονοµίας αντίληψη είτε από άγνοια, είτε ανάγοντας τις συνέπειες σε αιτίες, είτε επειδή από την ίδια τους την ταξική θέση αντιµετωπίζουν την κρίση από την οπτική γωνία της κυκλοφορίας, είτε από δόλο για να διασώσουν το σύστηµα, είτε από κάποιο συνδυασµό των παραπάνω, οι υπέρµαχοι του καπιταλισµού επιλέγουν µεν όλο και περισσότερο να αποδεχτούν τον παγκόσµιο χαρακτήρα της κρίσης, δεν αποδέχονται όµως ότι αυτή προκύπτει από τον ίδιο τον πυρήνα της καπιταλιστική ς παραγωγής.

Είναι όµως έτσι τα πράγµατα; Πρόκειται αρχικά για κρίση χρηµατοπιστωτική; Για κρίση του λεγόµενου καπιταλισµού του καζίνο; Για κρίση που προκαλείται από την ανεπαρκή ζήτηση; Για κρίση χρέους; Πού και πώς προκλήθηκε όµως; Για κρίση υπερσυσσώρευσης -αλλά σε σχέση µε τι κεφαλαίου; Για κρίση που οφείλεται στις µάζες, τις κλοπές και τη διαφθορά; Ή για κρίση της ίδιας της καπιταλιστικής παραγωγής; )
.

Όπως ο καθένας µπορεί να καταλάβει, η απάντηση στο παραπάνω ερώτηµα είναι κοµβική διότι, αν καταλήξουµε στο συµπέρασµα ότι η αιτία της κρίσης εντοπίζεται στην ίδια την καπιταλιστική παραγωγή υπό τη στενή έννοια, ή τη λεγόµενη «πραγµατική οικονοµία» -λες και οι τράπεζες, οι µετοχικές εταιρίες και τα χρηµατιστήρια δεν είναι πραγµατικά τότε γίνεται προφανές ότι αυτή δεν είναι δυνατόν να αντιµετωπιστεί παρά µόνο µε την ανατροπή του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής που την προκαλεί και όχι µε κάποια καλύτερη εφαρµογή του.

Ας πάρουµε όµως τα πράγµατα µε τη σειρά. 

Και ας ξεκινήσουµε από την πιό απλοϊκή ερµηνεία, η οποία εντέχνως προβάλλεται από τα κυρίαρχα ΜΜΕ για να γίνει κοινή συνείδηση, και έτσι να αποκρύψει την ουσία του προβλήµατος, δηλαδή ότι πρόκειται για κρίση οφειλόµενη στην διαφθορά, τις µίζες και τις υπεξαιρέσεις δηµόσιου χρήµατος.

Αναµφισβήτητο γεγονός είναι ότι όλα αυτά υπάρχουν σε παγκόσµιο επίπεδο. Όµως, καταρχάς, όποιος δεν δέχεται µια εκ φύσεως κακή ανθρώπινη φύση, είναι εύκολο να καταλάβει ότι όλα αυτά δεν είναι τίποτα άλλο παρά επιβεβαίωση της λογικής της µε κάθε µέσο και τρόπο αποκόµισης κέρδους, η οποία αποτελεί θεµελιακή αρχή του καπιταλισµού.

Επίσης η διαφθορά των πολιτικών και η γενικότερη διαφθορά, δεν είναι άσχετη µε τη γενίκευση της εµπορεuµατoπoίησης-ιδιωτικoπoίησης των πάντων για την οποία θα µιλήσουµε στη συνέχεια. Όταν όλα ανάγονται σε εµπόρευµα, γιατί να µην αναχθεί και η όποια συναλλαγή;

Βεβαίως θα αντιτάξει κάποιως ότι υπάρχει το νόµιµο και το παράνοµο κέρδος. Πράγµατι αυτό συµβαίνει. Όµως το ίδιο το νοµιµοποιηµένο κέρδος δεν είναι τίποτα άλλο από κλοπή. Κλοπή ξένης εργασίας. Συνεπώς το όριο ανάµεσα στη τυπικά νόµιµη και τυπικά παράνοµη κλοπή είναι µάλλον σαθρό και εύκολα υπερβάσιµο από πλευράς ηθικής.

Άλλωστε πιό ειδικά οι µίζες αποτελούν συνήθη πρακτική των εµπορικών συναλλαγών στα πλαίσια του καπιταλισµού, αλλά και σε εκείνα του «υπαρκτού», αποδεικνύοντας στη δεύτερη περίπτωση, και µε αυτόν τον τρόπο, τον µη σοσιαλιστικό του χαρακτήρα.

Ακόµη και η αµφισβητούµενης αντικειµενικότητας µη κυβερνητική οργάνωση «Διεθνής Διαφάνεια» αναφέρει σε έκθεσή της ότι το 2008 στο 75% των διεθνών συναλλαγών παρέχονταν από τις επιχειρήσεις µίζες που στόχο είχαν να κερδηθούν αγορές.8

Το ωραίο είναι ότι η ίδια αυτή η οργάνωση καταγγέλλεται ότι κατηγορεί για διαφθορά τις κυβερνήσεις που αρνούνται να ανοίξουν τις πόρτες των χωρών τους στις πολυεθνικές.9

Τέλος, πρέπει να επισηµανθεί µε βάση τα στοιχεία της ίδιας οργάνωσης ότι ο τζίρος ο προερχόµενος από τη διαφθορά είναι µεν τεράστιος σε σύγκριση µε τις απολαβές των απλών εργαζοµένων, ή εκείνων που λιµοκτονούν, είναι όµως αµελητέος σε σχέση µε το νόµιµο τζίρο των καπιταλιστών, τον οποίο κανείς από εκείνους που καταγγέλλουν τη διαφθορά, δεν θίγει και πολύ περισσότερο δεν προσδιορίζει ως αιτία της κρίσης.

Ας περάσουµε τώρα σε µια κριτική θεώρηση της θέσης ότι πρόκειται για κρίση που οφείλεται στο έλλειµµα ζήτησης, µια θέση που παλαιότερα είχε βρει ανταπόκριση και είχε υποστηριχτεί ακόµη και από επαναστάτες στοχαστές, όπως η Ρόζα Λούξεµπουργκ. Στην ίδια λογική κινήθηκαν αργότερα και οι αριστεροί ριζοσπάστες οικονοµολόγοι Barran και Sweezy, καθώς και ο Desai, οι οποίοι µε τη σειρά τους υποστήριζαν ότι οι κρίσεις προκαλούνται από µια υπερπαραγωγή πράγµα που σηµαίνει από µια υποκατανάλωση10

Μάλιστα, ο φίλος και σύντροφος Νίκος Μπογιόπουλος, στο βιβλίο του Είναι ο Καπιταλισµός ηλίθιε, αν και κατά την ανάλυση των αιτιών της κρίσης αναδεικνύει το ρόλο της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και ξεκαθαρίζει ότι αιτία της δεν είναι η υποκατανάλωση, αρχικά φαίνεται να ταυτίζει και αυτός την κρίση µε την έλλειψη ζήτησης.11

Η ίδια συλλογιστική αποτελεί θεµελιακό στοιχείο µιας κεϋνσιανής αντιµετώπισης της κρίσης, µέσω ακριβώς της ενίσχυσης της ζήτησης. Αυτή υποστηρίζεται στην εποχή µας µεταξύ άλλων από το βραβείο Νόµπελ οικονοµίας 2008 Paul Κrugrnan,12 για τον οποίο «οι ανεπάρκειες της συνολικής ζήτησης» κατά την κεϋνσιανή διατύπωση, αποτελούν την αιτία της κρίσης,13 ή από µετακεϋνσιανούς στοχαστές όπως ο Joan Robίnson.

Στη βάση ενός αποσπάσµατος από το Κεφάλαιο όπου ο Μαρξ κάνει λόγο για την περιορισµένη ζήτηση ως τελική αιτία των κρίσεων, στο πλαίσιο της αντίθεσης ανάµεσα στην ένδεια των µαζών και «την τάση της καπιταλιστικής παραγωγής να αναπτύσσει έτσι τις παραγωγικές δυνάµεις, σαν να αποτελείται το όριό της µόνο από την απόλυτη ικανότητα κατανάλωσης της κοινωνίας»14, αρχικά η Ρόζα Λούξεµπουργκ υποστήριξε ότι δεν είναι η παραγωγή του κέρδους, αλλά η πραγµατοποίησή του στην αγορά που αποτελεί την αιτία των περιοδικών κρίσεων του καπιταλισµού.

Αξίζει να αναφερθεί ότι, σε αντίθεση µε την Ρόζα, ο Otto Bauer εξίσου εσφαλµένα, υποστήριζε ότι είναι εφικτή µια αρµονική και απεριόριστη συσσώρευση του συνολικού κεφαλαίου.15

Πράγµατι, όπως θα δούµε παρακάτω, και όπως παρατηρεί ο Σταύρος Μαυρουδέας, υπάρχουν και άλλα πολύ περισσότερα αποσπάσµατα στο Κεφάλαιο που, αντίθετα µε το προηγούµενο, αποδίδουν την κρίση στην παραγωγή. Πάντως µε µια προσεκτικότερη ανάγνωση του παραπάνω αποσπάσµατος προβάλλεται ως γενεσιουργός αιτία των κρίσεων η εγγενής αντίθεση της καπιταλιστικής παραγωγής να θέλει να επεκταθεί πέρα από τα όρια των καπιταλιστικών σχέσεων, παρά η περιορισµένη ζήτηση. Άλλωστε, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Andrew Klirnan,16 το εν λόγω απόσπασµα δεν αναφέρεται στις θεµελιακές συνθήκες που µετατρέπουν αυτήν τη δυνατότητα -εκδήλωσης της κρίσηςσε πραγµατικότητα.

Έτσι λοιπόν, η προώθηση της ζήτησης δεν αποτελεί λύση, καθώς αυτή καθυστερεί µεν την προοδευτική εκδήλωση της αδυναµίας του συστήµατος, την επιτείνει δε σε βάθος χρόνου. Ας θυµηθούµε ότι για µια µεγάλη περίοδο προτού ξεσπάσει η κρίση, η ζήτηση είχε αυξηθεί µε το παραπάνω µε τα δάνεια και την εξάπλωση του πλαστικού χρήµατος, τα οποία όµως αντί να λύσουν το πρόβληµα οδήγησαν νοικοκυριά και κράτη στην υπερχρέωση. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι υποστηριχτές της άποψης ότι η ελλιπής ζήτηση είναι η αιτία της κρίσης, λίγο πριν αυτή ξεσπάσει, υποστήριζαν ότι µε την µέχρι τότε ενίσχυση της ζήτησης «το κύριο πρόβληµα της πρόληψης της ύφεσης έχει επιλυθεί στην πράξη».17

Βεβαίως δεν είναι λάθος να υποστηρίζεται ότι η ανεργία προκαλεί µείωση της ζήτησης, η οποία µόνον σε περιορισµένο βαθµό µπορεί να καλυφθεί από την αυξηµένη ζήτηση των λίγων σε αριθµό κεφαλαιοκρατών, ή άλλων ενδιάµεσων στρωµάτων. Αυτό όµως, έστω και αν µε τη σειρά του επηρεάζει αρνητικά την παραγωγή, είναι λάθος να ανάγεται σε γενεσιουργό αιτία της κρίσης.

Μήπως όµως παρ’ όλα αυτά, όπως πράττουν µια σειρά οικονοµολόγοι και πολιτικοί, πρέπει να αναζητήσουµε την αιτία της κρίσης και πάλι στη σφαίρα της κυκλοφορίας, αυτή τη φορά όχι στο πεδίο της ζήτησης, αλλά σε εκείνο του χρηµατοπιστωτικού συστήµατος; Το ερώτηµα αυτό θα απαντηθεί διεξοδικά µέσα από την τοποθέτησή µας για την αιτία της κρίσης, οπότε και θα καταδειχθεί ότι η χρηµατοπιστωτική κρίση είναι το αποτέλεσµα και όχι η αιτία της κρίσης. Το ίδιο θα αποδειχθεί και για την κρίση χρέους.

Για τον Μαρξ, λοιπόν, είναι ξεκάθαρο ότι είναι η θεωρία της αξίας που αποτελεί τη λυδία λίθο της πολιτικής οικονοµίας. Αυτός ο νόµος δεν είναι δυνατόν να αλλάξει από τις όποιες πραγµατικές κατηγορίες της καπιταλιστικής οικονοµίας, ούτε να αναιρεθεί από διάφορα φαινόµενα της αγοράς, τα οποία φαινοµενικά τον αντιβαίνουν.18

Υπενθυµίζω λοιπόν ότι, µε βάση το νόµο της αξίας, η κεφαλαιοκρατική παραγωγή βασίζεται στην εκµετάλλευση της εργατικής δύναµης και στην απόσπαση από αυτήν µιας αξίας πρόσθετης από εκείνην που απαιτείται για την αναπαραγωγή της, δηλαδή της υπεραξίας.

Έτσι λοιπόν η σχέση κεφαλαίου-εργασίας περικλείει µέσα της όλες τις δυσκολίες και είναι εκείνη που ορίζει τα όρια της διαδικασίας αναπαραγωγής του κεφαλαίου ως διαδικασίας κυκλοφορίας του κεφαλαίου. Ακόµη κι αν δεχτούµε ότι δεν υπήρχε κανένα πρόβληµα πραγµατοποίησης, οι αντιθέσεις που προκύπτουν από τις σχέσεις παραγωγής θα συνέχιζαν να υπάρχουν και να αποτελούν την αιτία των κρίσεων.

Σηµαντική συµβολή στην επαναφορά της συζήτησης περί συσσώρευσης στο πεδίο των σχέσεων παραγωγής είχε ο Henryk Grossman, ο οποίος έθεσε στο επίκεντρο το ζήτηµα της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους, το οποίο είχε αποκηρύξει η Ρόζα Λούξεµπουργκ ως αιτία της κρίσης.

Ο ίδιος λοιπόν ο Μαρξ στο Μανιφέστο, µας λέει ότι η αστική τάξη δεν µπορεί να υπάρξει δίχως να επαναστατικοποιεί διαρκώς τα µέσα παραγωγής.19 Και αυτό συµβαίνει διότι ο άγριος ανταγωνισµός οδηγεί νοµοτελειακά σε καινοτοµίες µε στόχο βεβαίως πάντοτε την αποκόµιση του µεγαλύτερου δυνατού κέρδους. Και όπως πολύ γλαφυρά αναφέρεται στο Κεφάλαιο, «το ποσοστό κέρδους [είναι] το «κεντρί της κεφαλαιοκρατικής παράγωγής»20, είναι το κίνητρό της.21

Το σταθερό λοιπόν κεφάλαιο αυξάνεται σε σχέση µε το µεταβλητό µε στόχο της αποκόµιση µιας πρόσθετης υπεραξίας. Το κεφάλαιο έχει τότε ανάγκη από λιγότερη εργασία, µια και αυτή µε αυτήν την αύξηση γίνεται πιο παραγωγική. Και πράγµατι αυτές οι καινοτοµίες πριν γενικευτούν, για ένα διάστηµα αποδίδουν πρόσθετα κέρδη στον κεφαλαιοκράτη που τις χρησιµοποιεί. Στη συνέχεια όµως, όταν αυτές γενικευτούν, τότε το γενικό ποσοστό κέρδους έχει την τάση να πέφτει και µαζί µε αυτό πέφτει από ένα σηµείο και µετά και η µάζα του κέρδους.

Με άλλα λόγια, όπως και πάλι επισηµαίνει ο Μαρξ, αλλά αποδεικνύει και ο Ρικάρντο, παρόλο που η δική του ανάλυση δεν λαµβάνει υπόψη τον ανθρώπινο παράγοντα, εκείνο που ενδιαφέρει τους κεφαλαιοκράτες είναι η ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάµεων, όχι βέβαια για να εξυπηρετηθούν οι ανθρώπινες ανάγκες ή για να βελτιωθεί η ζωή των ανθρώπων, αλλά για να αυξηθοϋν τα κέρδη τους.

Εκείνο λοιπόν που πρωτίστως ενδιαφέρει το κεφάλαιο είναι η σχέση της υπεραξίας που αποσπά, σε σχέση µε το κεφάλαιο που δαπανήθηκε δηλαδή µε το άθροισµα της αξίας αναπαραγωγής της εργατικής δύναµης από τη µια και της αξίας του σταθερού κεφαλαίου (πάγιες εγκαταστάσεις, κυκλοφορούν κεφάλαιο, πρώτες ύλες κ.λπ.) από την άλλη. Αυτό είναι και το ποσοστό κέρδους: Κ’=υ/(σ+µ).

Το µέγα λοιπόν πρόβληµα της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής καθ’ όλη τη διάρκεια της ύπαρξής της υπό συνθήκες πραγµατικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, κάτι που πραγµατοποιείται µε την εκµηχάνιση, είναι ότι από τη µια έχει την τάση να αυξάνει την παραγωγικότητα της εργασίας εκσυγχρονίζοντας τα µέσα παραγωγής, από την άλλη όµως αυτό έχει σαν συνέπεια να µειώνει την αξία του µεταβλητού κεφαλαίου δηλαδή της εργατικής δύναµης -µόνης παραγωγού υπεραξίας σε σχέση µε εκείνην του σταθερού κεφαλαίου. Αυτό είναι που αποτελεί και την αιτία της εκδήλωσης της πτωτικής τάσης του µέσου ποσοστού κέρδους. Έτσι λοιπόν «το ποσοστό του κέρδους δεν πέφτει, γιατί η εργασία γίνεται λιγότερο παραγωγική, αλλά γιατί γίνεται πιο παραγωγική ».22

Με απλά µαθηµατικά αυτό αποδεικνύεται µε τον ακόλουθο τρόπο:

Ας ξεκινήσουµε από το ποσοστό κέρδους Κ’, το οποίο είναι ίσο µε το κλάσµα υ/(σ+µ), όπου υ είναι η υπεραξία, σ το σταθερό κεφάλαιο και µ το µεταβλητό. Αν λοιπόν έχουµε µια σταθερή υπεραξία = 100 µονάδες και αντίστοιχα το σ= 50 και το µ=100 τότε το ποσοστό κέρδους Κ’= 100/150= 0,66×100%= 66%.

Αν αυξηθεί το σταθερό κεφάλαιο και από 50 γίνει 100 µονάδες και το µ καθώς και η υπεραξία παραµείνουν σταθερά, τότε θα έχουµε ποσοστό κέρδους Κ’=100/200 = 0,50×100%=50%.

Ένας άλλος τρόπος για να αποδειχτεί µαθηµατικά ότι η αύξηση της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου έχει σαν συνέπεια την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, είναι να διαιρέσουµε τον αριθµητή και τον παρονοµαστή του κλάσµατος του ποσοστού κέρδους µε µ, οπότε θα έχουµε Κ’=υ/µ:σ/µ+µ/µ= υ/g+1 όπου υ’ είναι το ποσοστό υπεραξίας και g η οργανική σύνθεση του κεφαλαίου. Αν λοιπόν αυξηθεί το g και το ποσοστό υπεραξίας-εκµετάλλευσης παραµείνει σταθερό, τότε µειώνεται το Κ’.

Βεβαίως το κεφάλαιο είτε συνειδητά είτε και µόνον από την ίδια του τη φύση παίρνει ορισµένα µέτρα ή ακολουθεί µια πορεία, η οποία από τη µια αντιστρατεύεται αυτήν την τάση, από την άλλη όµως οξύνει περαιτέρω την αντίθεση που την προκαλεί, αποδεικνύοντας και µέσω αυτού του τρόπου τον ιστορικά περιορισµένο χαρακτήρα του. Αυτός είναι και ο λόγος που ο νόµος αυτός εκδηλώνεται ως τάση και όχι µε απόλυτο τρόπο.

Στα µέτρα αυτά θα αναφερθούµε πιο αναλυτικά στη συνέχεια. Εκείνο όµως που έχει σηµασία, είναι ότι ένας από τους βασικούς παράγοντες που επιβραδύνουν, ή διαφορετικά αντιστρατεύονται αυτήν την πτώση, είναι η µέχρις ενός σηµείου αντιστάθµισή της από την αύξηση του βαθµού εκµετάλλευσης την οφειλόµενη στη αύξηση του απόλυτου αριθµού των εργαζοµένων. Εν προκειµένω η σχετική µείωση της αξίας του µεταβλητού κεφαλαίου σε σχέση µε το σταθερό, αντισταθµίζεται από αύξηση σε αξία που µπορεί να αποφέρει ένας µεγαλύτερος αριθµός εργατών, κάτι που σηµαίνει ότι εκείνο που χάνεται λόγω της αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου αντισταθµίζεται σε ένα βαθµό από εκείνο που κερδίζεται από την εκµετάλλευση µιας απόλυτα µεγαλύτερης µάζας εργατών.

Πώς όµως λειτουργεί ο εκσυγχρονισµός του κεφαλαίου και ποιες οι συνέπειες της αποποµπής της ζωντανής εργασίας που τον συνοδεύουν στην εποχή µας; Με άλλα λόγια, αν αυτή ήταν µέχρι σήµερα η κυρίαρχη τάση στο πλαίσιο της εκµηχάνισης της παραγωγής και της κλασικής µεγάλης βιοµηχανίας, τι ιδιαίτερο συµβαίνει στην εποχή µας, ή διαφορετικά στην εποχή της γενίκευσης της αυτόµατοποίησης της άυλης παραγωγής και της µετατροπής της επιστήµης σε άµεση παραγωγική δύναµη, στην εποχή της πληροφορικής και της βιοτεχνολογίας;

Υποστηρίζω ότι η σύγχρονη ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών δυνάµεων έχει δυο σηµαντικές συνέπειες.

Η πρώτη είναι ότι ακριβώς λόγω του σύγχρονου επι πέδου αυτών των δυνάµεων, έχουµε φθάσει σε τέτοιο σηµείο ώστε η µείωση της αξίας του µεταβλητού κεφαλαίου, που παίρνει µέρος στην παραγωγική διαδικασία να µην είναι µόνον σχετική, δηλαδή µείωση σε σχέση µε την αύξηση της αξίας του σταθερού κεφαλαίου, αλλά και απόλυτη.

Με άλλα λόγια έχουµε φθάσει στο σηµείο που περιγράφει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο: «Με την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, η ανάπτυξη της παραγωγικής δύναµης γεννά ένα νόµο ο οποίος κάποια στιγµή έρχεται σε απόλυτη αντίθεση µε την ίδια αυτή ανάπτυξη της παραγωγικότητας. Από αυτό το δεδοµένο αυτή η σύγκρουση θα πρέπει συνεχώς να ξεπερνιέται από κρίσεις».23(σ.σ.!!)

Έτσι, ενώ σε παγκόσµιο επίπεδο παρατηρείται αύξηση της µισθωτής εργασίας ως συνέπεια από τη µια της εκµηχάνισης των ανερχόµενων βιοµηχανικά χωρών και από την άλλη της υπαγωγής στην µισθωτή εργασία όλο και περισσότερων «ελεύθερων» επαγγελµατιών, παράλληλα παρατηρείται µια αύξηση της ανεργίας και της µη σταθερής εργασίας. Τα τεράστια ποσοστά ανεργίας που προαναφέρθηκαν επιβεβαιώνουν αυτήν την άποψη.

Συνέπεια αυτής της ανεργίας στις αναπτυγµένες χώρες, από το 1980 έως το 2007, είναι η µείωση του µεριδίου των µισθών στις προστιθέµενες αξίες κατά εφτά µονάδες.24 Ενώ όπως παραθέτει ο Robert Brener στα τρία πιο σηµαντικά ιµπεριαλιστικά κέντρα (ΗΠΑ, Γερµανία, Ιαπωνία), από τη δεκαετία του ’60 έως εκείνη του 2000, έχουµε µια συνεχή µείωση των εργατικών αµοιβών σε σταθερές τιµές που στις ΗΠΑ ήταν από 4,4 στο 1,3, στην Ιαπωνία από 6,9 στο 0,7 και στην Γερµανία από 2,5 στο -0,3.25

Κατά τον Shaikh η πτώση του ποσοστού κέρδους κατά την περίοδο 1965-1978 ήταν για τις ΗΠΑ 30% για την Ιαπωνία 33% και για την Γερµανία 19%.26

Ακόµη και µε πιο συντηρητικούς υπολογισµούς, σε σχέση µε τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, την πρώτη πενταετία του 2000 τα ποσοστά κέρδους ήταν στις ΗΠΑ κατά 1/3 χαµηλότερα, ενώ είχαν ακόµη µεγαλύτερη πτώση σε Γερµανία και Ιαπωνία.»

Υποστηρίζω ότι σήµερα βρισκόµαστε σε µια τέτοια κατάσταση πραγµάτων όπως εκείνη που προφητικά αναλύει ο Μαρξ στα Grundrisse.

«Το κεφάλαιο -εντελώς δίχως τη θέλησή του µειώνει την ανθρώπινη εργασία, τη δαπάνη [εργατικής] δύναµης σε ένα ελάχιστο. Αυτό θα παίξει υπέρ της χειραφετηµένης εργασίας και αποτελεί την προϋπόθεση αυτής της χειραφέτησης».28

Αυτό έχει σαν συνέπεια µια ισχυρή αποδυνάµωση ενός βασικού παράγοντα αντιστράτευσης της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και την εκδήλωσή του όχι πια ως τάσης, αλλά µε απόλυτο τρόπο.

Ορισµένοι υποστηρίζουν ότι στην εποχή µας αυτή η τάση µπορεί να αντιστρατευτεί από τη δεύτερη συνέπεια της σύγχρονης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάµεων, που συνίσταται στο ότι πέρα από το κλασικό «υλικό» κεφάλαιο, το σταθερό κεφάλαιο αντικαθίσταται σε ένα βαθµό στην διαδικασία τόσο της υλικής παραγωγής όσο και σε εκείνη της άυλης -π.χ. πληροφόρηση από τη µια, από µια ασήµαντης πραγµατικής αξίας σταθερό κεφάλαιο -π.χ. τα µικροτσίπ και τα κοµπιούτερ και από την άλλη από την επιστήµη και την τεχνική που µετατρέπονται σε άµεσες παραγωγικές δυνάµεις, δηλαδή από τη συλλογική κοινωνική γνώση της κοινωνίας ή, όπως την αποκαλεί ο Μαρξ, «γενική διάνοια».

Στην προκειµένη περίπτωση πράγµατι παράλληλα µε την απόλυτη µείωση του µεταβλητού κεφαλαίου, που προέρχεται από την αποποµπή ζωντανής εργασίας λόγω αυτοµατοποίησης, έχουµε και µια µείωση της αξίας του πάγιου κεφαλαίου (π.χ. µικροεπεξεργαστές) και µια αντικατάστασή του από τη γνώση και τους ανθρώπινους φορείς της, οι οποίοι εν προκειµένω πια τοποθετούνται στη θέση του κλασικού σταθερού κεφαλαίου.

Το πρώτο θα µπορούσε θεωρητικά να σηµάνει την αντιστάθµιση της πτώσης του ποσοστού κέρδους την οφειλόµενη στην αποποµπή ζωντανής εργασίας, από την παράλληλη µε αυτήν πτώση της πραγµατικής αξίας σταθερού κεφαλαίου.

Όµως αυτό συµβαίνει µόνον σε ορισµένους κλάδους της σύγχρονης παραγωγής, ενώ κατά δεύτερο λόγο υπάρχουν περιπτώσεις που η µονοπωλιακή θέση ορισµένων επιχειρήσεων, όπως π.χ. της Microsoft, τους επιτρέπει να πουλούν τα προϊόντα τους πολύ πάνω από την αξία τους στις επιχειρήσεις που τα χρησιµοποιούν, ενώ στην κάθε περίπτωση δεν είναι δυνατόν να αντισταθµιστεί η απόλυτη πια απώλεια σε ζωντανή εργασία. Ταυτόχρονα ελεύθερα λογισµικά όπως το Linux πλανώνται πάνω από τα ιδιωτικά, τα ανταγωνίζονται και εν δυνάµει τα απειλούν σοβαρά.

Από την άλλη η ιδιωτική ιδιοποίηση της γνώσης και της γενικής διάνοιας, η οποία στην πραγµατικότητα ανήκει σε όλη την ανθρωπότητα, και η συνεπακόλουθη ένταξή της από το κεφάλαιο στη λογική απόσπασης υπεραξίας, ναι µεν µπορεί να αναπληρώνει πρόσκαιρα την πτώση του ποσοστού κέρδους, µακροπρόθεσµα όµως την εντείνει διότι πλήττει στα θεµέλιά της την βασική προϋπόθεση άντλησης κερδών που, όπως είδαµε στην αρχή, δεν είναι άλλη από την αύξηση της παραγωγικότητας. Και αυτή η τελευταία, εν προκειµένω, δεν µπορεί να επιτευχθεί παρά, από τη µια, µε την ανάπτυξη των ίδιων των ανθρώπων φορέων της γενικής διάνοιας και, από την άλλη, µε την ελεύθερη διάδοση και εµπλουτισµό της και όχι µε τη φυλάκισή της στα στενά όρια της ιδιωτικής ιδιοκτησίας. Και µε αυτήν την έννοια «το κεφάλαιο δραστηριοποιείται για την ίδια του την αυτοδιάλυση ως κυρίαρχη µορφή της παραγωγής».29

Έτσι λοιπόν κάθε άλλο παρά δίκιο έχει ο Ζίζεκ όταν, σ’ ένα κείµενό του που θυµίζει σύγχρονη εκδοχή της κατά Galbraith κυριαρχίας των τεχνοκρατών, υποστηρίζει ότι ο Μαρξ δεν µπόρεσε να προβλέψει τη δυνατότητα ιδιωτικοποίησης της γενικής διάνοιας και ακόµη ότι αυτή η ιδιωτικοποίηση επιτρέπει στον µεταβιοµηχανικό καπιταλισµό όχι µόνον να συνεχίζει να επιβιώνει αλλά και να µεγιστοποιεί τα κέρδη του.»

Και έχει άδικο, διότι ναι µεν ο Μαρξ υποστηρίζει στα Grundrisse ότι η γενική διάνοια αποτελεί κοινωνικό αγαθό και ότι, όταν φθάσει να λειτουργεί ως άµεση παραγωγική δύναµη, αυτό σηµαίνει ότι η ανθρωπότητα έχει τη δυνατότητα να περάσει στην κυριαρχία της ελεύθερης δραστηριότητας απέναντι σε εκείνην της καταναγκαστικής εργασίας, κάθε άλλο όµως παρά αποκλείει την προσπάθεια του κεφαλαίου να χρησιµοποιήσει «παρά φύση» τη γενική διάνοια ως ιδιωτική ιδιοκτησία. Και αυτή η χρήση της είναι «παρά φύση», διότι δεν είναι δυνατόν να χρησιµοποιηθεί η γενική γνώση της άνθρωπότητας που βρίσκεται στα µυαλά των ανθρώπων, όπως οι µηχανές σαν ιδιωτική ιδιοκτησία, δεν είναι δυνατόν µια επιστηµονική γνώση, µια πληροφορία, το αποτέλεσµα µιας έρευνας που µπορεί να τα µοιραστεί η ανθρωπότητα ολάκερη να επιδιώκεται από το κεφάλαιο να χρησιµοποιούνται σαν µηχανές που µπορεί να περιοριστούν σε ένα συγκεκριµένο τόπο. Ακόµη δεν είναι τόσο εύκολο να αποµονωθούν οι άνθρωποι από τις πηγές αυτής της γνώσης, όπως είναι για παράδειγµα το διαδίκτυο, είτε ακόµη από τους υπολογιστές, όπως συνέβαινε µε τα µηχανήµατα της κλασικής βιοµηχανικής περιόδου.

Άλλωστε ο ίδιος ο Μαρξ στα Grundrisse κάνει λόγο για προσπάθεια του κεφαλαίου να περιορίσει τις γιγάντιες κοινωνικές δυνάµεις που δηµιουργήθηκαν με αυτόν τον τον τροπο και να τις φυλακισει στα όρια που απαιτεί η παραγωγή που στηρίζεται στην ανταλλακτική αξία.31

Αλλά και στο Κεφάλαιο όπου αναφέρεται ειδικά στη γενική διάνοια, ακριβώς στο τµήµα εκείνο που κάνει λόγο για την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους, αναφέρει ότι οι καπιταλιστές επιδιώκουν να αξιοποιήσουν ιδιωτικά τις εφευρέσεις κ.λπ. προτού αυτές γενικευτούν, έτσι ώστε να αποκοµίζουν από αυτές αυξήσεις της υπεραξίας πάνω από το γενικό επίπεδο.32

Το γεγονός λοιπόν ότι το κεφάλαιο επιτυγχάνει να αποκοµίζει κέρδη από αυτήν την ιδιωτική χρήση της γενικής διάνοιας θα πρέπει να συνδυαστεί µε το ότι µακροπρόθεσµα αυτό οξύνει αντί να επιλύει τις αντιθέσεις και την κρίση του συστήµατος και κάθε άλλο παρά το εδραιώνει όπως φαίνεται να διατείνεται ο ZiZek.33 Αυτή η προσπάθεια ιδιωτικής ιδιοποίησης της γνώσης και της γενικής διάνοιας, αποτελεί ακριβώς το σηµείο κορύφωσης της αντίθεσης του κοινωνικού χαρακτήρα των παραγωγικών δυνάµεων, µε την ιδιωτική σχέση ιδιοκτησίας.

Ας δούµε τώρα πως αυτή η πτώση του ποσοστού κέρδους έχει σαν συνέπεια από τη µια τη χρηµατοπιστωτική κρίση κι από την άλλη πως επιτείνει την κρίση χρέους.

Καταρχάς η κρίση αυτή, έχει ως συνέπεια αφενός την ένταση της συγκεντροποίησης του κεφαλαίου στα χέρια εκείνης της μερίδας του, που λόγω της ήδη ισχυρής της θέσης μπορεί να την αντέξει, ενώ πλήττει κυρίως τους κεφαλαιοκράτες μικρότερης εμβέλειας, και αφετέρου την απαξίωση μιας μερίδας του κεφαλαίου, την υπολειτουργία ή και το κλείσιμο παραγωγικών μονάδων, ακόμη και την καταστροφή κεφαλαίων, κλείσιμο γραφείων και μαγαζιών αναξιοποίητο χρήμα, πτώση μετοχών και ομολόγων … με άλλα λόγια την υποτίμηση μιας μερίδας του κεφαλαίου.

Ταυτόχρονα υπάρχει υπερσυσσώρευση κεφαλαίου, όχι σε σχέση με τις ανάγκες της κοινωνίας, αλλά με την έννοια ότι ένα τμήμα του δεν το συμφέρει να λειτουργήσει με το μειωμένο ποσοστό κέρδους. Αυτήν ακριβώς την υπερσυσσώρευση κεφαλαίων, ή διαφορετικά το περίσσευμα συσσώρευσης σε σχέση με τα κέρδη, είχε επισημάνει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο ως θεμέλιο των κρίσεων υπερπαραγωγής.

Στις «Βασικές γραμμές της κριτικής της πολιτικής οικονομίας» έκανε εν προκειμένω λόγο, για δυνητικά άμετρη φάση συσσώρευσης χρήματος και δυνητικά περιορισμένες εκφάνσεις υλικής δραστηριότητας.34 Αυτό σημαίνει ότι η απελευθέρωση ζωντανής εργασίας, λόγω αύξησης της οργανικής σύνθεσης του κεφαλαίου, και η συνεπαγόμενη πτώση του ποσοστού κέρδους, οδηγεί, όπως το καταγράφει ο Μαρξ, στο Κεφάλαιο και μάλιστα στα ελληνικά σε ένα συνδυασμό υπερπληθυσμού και «πληθώρας» κεφαλαίου.35

Έτσι, λοιπόν, αυτή η υπερσυσσώρευση μηχανών και υλικών παραγωγής και συνεπώς παραγωγής, από τη μια, προκαλείται από την πτώση του ποσοστού κέρδους και, από την άλλη, από την ανεπάρκεια της ζήτησης των μισθωτών αρχικά λόγω της αποπομπής τους από την παραγωγή και στη συνέχεια λόγω της συρρίκνωσης των απολαβών τους που, όπως θα δούμε αμέσως μετά, χρησιμοποιεί μεταξύ άλλων το κεφάλαιο ως μέσο για να αντισταθμίσει την πτώση του ποσοστού κέρδους. Είναι κάτω από αυτές τις συνθήκες που ένα τμήμα του «περισσεύοντος» κεφαλαίου μετατοπίζεται προς τον χρηματοπιστωτικό τομέα με προοπτική μέσα από την σπέκουλα να αντλήσει από εκεί κέρδη. Όπως μας λέει ο Μαρξ, πρόκειται για τη στροφή ορισμένων από τα κεφάλαια που πλήττονται περισσότερο από την κρίση, στο δρόμο των περιπετειών της κερδοσκοπίας, της πιστωτικής αγυρτείας, της απάτης με τις μετοχές.36

Με άλλα λόγια πρόκειται για τη στροφή προς τα «χαρτιά» αντί της παραγωγής στην οποία προαναφερθήκαμε. Η διαδικασία αυτή ενισχύθηκε από την εποχή της εφαρμογής του μονεταρισμού, των «σκληρών» νομισμάτων και της απελευθέρωσης της κίνησης των κεφαλαίων.

Υπολογίζεται ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια τα χρηματοοικονομικά στοιχεία τριπλασιάστηκαν στο παγκόσμιο ΑΕΠ.37 Επειδή όμως αυτά δεν έχουν καμιά ανταπόκριση με πραγματικές αξίες κάποια στιγμή αποβαίνει αναπόφευκτο να εκδηλωθεί η χρηματοπιστωτική κρίση.

Έτσι λοιπόν, παρόλο που υπάρχουν και κρίσεις καθαρά χρηματοπιστωτικές, στην προκείμενη περίπτωση, ούτε πρόκειται για κάτι τέτοιο, ούτε η αιτία της κρίσης εντοπίζεται σε αυτό το επίπεδο, πόσω μάλλον «η γενεσιουργός αιτία της κρίσης [δεν] ήταν ένα παγκόσμιο κραχ στην αγορά ακινήτων», όπως διατείνεται ο David Harvey μετατρέποντας απλοϊκά μια δευτερεύουσα συνέπεια σε αιτία.38

Ας μην ξεχνάμε ότι ο όποιος τόκος και η όποια αποκόμιση τοκογλυφικού κέρδους, δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στην παραγόμενη από την εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας παραγόμενη υπεραξία και όχι στο χρήμα αυτό καθεαυτό. Ο τόκος και η τοκογλυφία δεν είναι τελικά παρά μια μορφή διανομής της παραγόμενης υπεραξίας και δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν δίχως αυτήν. Έτσι, αν δεν υπήρχε ο στυγνός εκμεταλλευτικός της εργατικής δύναμης καπιταλισμός, δεν θα μπορούσε να υπάρχει «καπιταλισμός καζίνο», θα ήταν αέρας φρέσκος, πουκάμισο αδειανό, όπως αποδεικνύει η ίδια η κρίση του χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Όπως λοιπόν έχει καταδείξει με αξεπέραστο τρόπο η μαρξιστική ανάλυση, η πραγματική αιτία της κρίσης εντοπίζεται στη σφαίρα της παραγωγής. Και ακριβώς επειδή σε αυτήν τη σφαίρα δεν ικανοποιούνταν πια επαρκώς η απληστία για κέρδος, το κεφάλαιο μεταφέρθηκε στο χρηματοπιστωτικό επίπεδο και, μέσω κυρίως των λεγόμενων παραγώγων, λειτούργησε ως «καπιταλισμός καζίνο». Και επειδή τα κέρδη που αποκτήθηκαν με αυτόν τον τρόπο δεν αντιστοιχούσαν με την παραγωγή, δηλαδή δεν είχαν καμιά αντιστοιχία με πραγματικές αξίες, αλλά μόνο με αξίες σε χαρτιά, ή με πλασματικές αξίες (βλ. κρίση ακινήτων σε Ντουμπάι ή κρίση στεγαστικής πίστης στις ΗΠΑ), η κρίση έσκασε σαν φούσκα σε αυτό το επίπεδο, για να επιστρέψει και πάλι στη βάση της που δεν είναι άλλη από την παραγωγή.

Όπως θα δούμε στη συνέχεια, τα αστικά κράτη εγκαταλείποντας πριν αλέκτωρ λαλήσει τις νεοφιλελεύθερες αρχές της μη κρατικής παρέμβασης, έρχονται τότε να ενισχύσουν αφειδώς τόσο το τραπεζικό κεφάλαιο όσο και το βιομηχανικό, όχι μόνον μην αυξάνοντας τη φορολογία του και ενισχύοντας τα κίνητρά του, αλλά και με τη μείωση των μισθών και το ξεπούλημα σε αυτό της δημόσια περιουσίας κ.λπ.

Αυτή η ενίσχυση από το κράτος της καπιταλιστικής κερδοφορίας αποτελεί την βασική αιτία εκτίναξης των ελλειμμάτων και του χρέους.39 Έτσι αυξάνονται τα δημόσια χρέη και δημιουργείται η κρίση χρέους το οποίο ήδη είχε διογκωθεί, όπως άλλωστε εκείνο των νοικοκυριών λόγω της ενίσχυσης της ζήτησης.

Και αυτήν την τελευταία, όπως και γενικότερα την προώθηση της χρηματικής ρευστότητας, την επιχειρούσε το κεφάλαιο, όχι βεβαίως για να διευκολύνει τους εργαζόμενους, αλλά για να προωθήσει την κατανάλωση και τις επενδύσεις ελπίζοντας στη μελλούμενη απόσπαση υπεραξίας.

Τέλος μια άλλη συνέπεια αυτής της πτώσης του ποσοστού κέρδους είναι, όπως επισημαίνει ο Μαρξ, ότι «όσο όλα πάνε καλά ο ανταγωνισμός [. .. ] παίζει πρακτικά το ρόλο μιας φιλικής σύμπραξης της τάξης των καπιταλιστών, η οποία μοιράζει συλλογικά την κοινή λεία [ … ] Αντίθετα όταν ξεσπά η κρίση «καθένας αναζητά όσο είναι δυνατόν να μειώσει το μερίδιό του [από αυτή] και να το εναποθέσει στις πλάτες των γειτόνων του».40 (σ.σ. !!)

Ταυτόχρονα, εντείνονται οι γενικότερες ιμπεριαλιστικές αντιθέσεις -οι οποίες ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ευρώπη περιέχουν και τον ανταγωνισμό για το ποιο από τα δυο νομίσματα, δολάριο ή ευρώ, θα ηγεμονεύει-, που κανείς δεν μπορεί να προβλέψει το βαθμό βιαιότητας της επίλυσής τους.

Ειδικά για την Ελλάδα ισχύουν όλα τα παραπάνω, υπάρχουν όμως και ορισμένες ιδιαιτερότητες που επιτείνουν την κρίση. Η κύρια από αυτές δεν είναι, όπως προσπαθούν επίμονα να μας πείσουν τα κυρίαρχα ΜΜΕ, τα λαμόγια υψηλού ή χαμηλού επιπέδου των οποίων οι έτσι κι αλλιώς καταδικαστέες ατασθαλίες είναι ψίχουλα στον ωκεανό, ούτε η υπερδιόγκωση του δημόσιου τομέα, ο οποίος έτσι κι αλλιώς λειτουργούσε και αυτός σαν κρίκος νόµιµης ή παράνοµης µεταβίβασης αξίας προς το κεφάλαιο, αλλά το σχετικά χαµηλότερο επίπεδο ανάπτυξης της ελληνικής οικονοµίας σε σχέση µε τις αναπτυγµένες ευρωπαϊκές χώρες, και η επιλογή της ελληνικής αστικής τάξης να συµπλεύσει µε την ευρωπαϊκή για να καρπωθεί ένα µικρό έστω τµήµα της λείας της, µε αντάλλαγμα την πλήρη υποταγή της Ελλάδας και του λαού της σε αυτήν.

Ακόµη και ο Σταύρος Ψυχάρης υποχρεώθηκε να παραδεχτεί ότι ο Κωνσταντίνος Καραµανλής για να πετύχει το στόχο της ένταξης στην ΕΕ «συχνά αναγκάστηκε να ενδώσει σε οικονοµικές απαιτήσεις που εξέφραζαν ανενδοιάστως γνωστοί πολιτικοί ηγέτες»41 [εκπρόσωποι του ευρωπαϊκού κεφαλαίου].

Και αυτή η ιµπεριαλιστική εξάρτηση γίνεται ακόµη πιο βαριά σε περίοδο κρίσης, οπότε ο σκληρός πυρήνας του ευρωπαϊκού κεφαλαίου επιδιώκει και µέχρι σήµερα πετυχαίνει, µε τη σύµπραξη των ελληνικών κυβερνήσεων, τη µετατόπιση του µεγαλύτερου κόστους της κρίσης στις πλάτες των λαών των πιο αδύναµων χωρών όπως η δική µας. Προτρέχω να υποστηρίξω κάτι που θα αναπτυχθεί διεξοδικά στο τελευταίο κεφάλαιο, ότι και γι’ αυτόν το λόγο η άµεση έξοδος από την ΕΕ αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση της όποιας φιλολαϊκής προοπτικής.

`

1.2. Τρόποι αντιµετώπισης της κρίσης από το κεφάλαιο. Οι συνέπειες και η αναποτελεσµατικότητά τους.

`

ρχικά το κεφάλαιο στο πλαίσιο της κλασικής βιοµηχανικής του φάσης αντιµετώπιζε αυτές τις κρίσεις στο πλαίσιο του κρατικοµονοπωλιακού καπιταλισµού42 µε µια πολιτική Welfare State, µια πολιτική ενίσχυσης της ζήτησης ανάπτυξης του δηµόσιου τοµέα, κοινωνικής πολιτικής, κάτι όµως που κατέληξε περί τα τέλη της δεκαετίας του ’60 και πάλι σε µια συστηµική κρίση η οποία πια, από ένα σηµείο και µετά, άρχισε να αντιµετωπίζεται µε τη νεοφιλελεύθερη στροφή. (……)

Έτσι, λοιπόν, είναι αναγκαίο να ξεκαθαριστεί ότι, όχι λόγω κακής βούλησης ή διαχειριστικής ανικανότητας των κυβερνώντων, το κεφάλαιο υποχρεώθηκε να αλλάξει ρότα και να στραφεί, των πολιτικών του εκπροσώπων οµοφωνούντων, προς το νεοφιλελευθερισµό.

Και αυτό το έπραξε όχι µόνον η δεξιά, αλλά και σύµπασα η σοσιαλδηµοκρατία, που µε δεδοµένη την συναίνεσή της προς την κυρίαρχη καπιταλιστική τάξη πραγµάτων, υποχρεώθηκε παρά το όποιο πολιτικό κόστος, και κυρίως το ρίσκο όξυνσης της ταξικής πάλης που αυτό θα προκαλούσε, να στραφεί προς αυτόν.

Και αυτό συνέβη διότι η σύγχρονη ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάµεων στις αναπτυγµένες καπιταλιστικές χώρες, οδηγεί σε µια τέτοια ποσοτική αποποµπή ζωντανής εργασίας, µοναδική παραγωγό υπεραξίας, που το κεφάλαιο δεν είχε πια την πολυτέλεια να µοιράζει έστω και ψίχουλα στις λαϊκές µάζες. Από αυτήν την άποψη δεν είχε άδικο η Μάργκαρετ Θάτσερ όταν δήλωνε ότι «δεν υπάρχει εναλλακτική»43, φυσικά εντός του καπιταλιστικού συστήµατος, εκτός από την πολιτική που ακολουθούσε.

Αντίθετα σε χώρες όπως η Κίνα όπου οι δυνατότητες άντλησης µεγάλων ποσοστών κέρδους λόγω χαµηλού επιπέδου ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάµεων, άγριας εκµετάλλευσης της εργατικής τάξης, και δη των µεταναστών από την ύπαιθρο, και δικτατορικής καταστολής τους, είναι ακόµη εφικτές οι κεϋνσιανές πολιτικές. Έτσι 600 δις δολάρια δαπανήθηκαν από το κράτος μόνον για έργα υποδομής.»

Έτσι, λοιπόν, απέναντι σε αυτήν του την κρίση, το κεφάλαιο χρησιμοποιεί διάφορα μέσα για να αντισταθμίσει την πτώση του ποσοστού κέρδους. Όμως όπως θα δούμε, τα μέσα αυτά οδηγούν σε αδιέξοδο ή, ακριβέστερα, στη βαρβαρότητα το υπόλοιπο πλην των κεφαλαιοκρατών συντριπτικό κομμάτι της κοινωνίας, και συνεπώς μακροπρόθεσμα σε μια αναποτελεσματική λύση και για το ίδιο το κεφάλαιο το οποίο δεν είναι δυνατόν να συνεχίσει να κυριαρχεί για πολύ κάτω από αυτές τις συνθήκες. «Το κεφάλαιο μοιάζει με το μάγο εκείνο που δεν καταφέρνει πια να κυριαρχήσει πάνω στις καταχθόνιες δυνάμεις που κάλεσε το ίδιο».45

Ποια λοιπόν είναι αυτά τα βάρβαρα και αδιέξοδα μέτρα που παίρνει το κεφάλαιο; Αντί να επιλέξει τον επώδυνο για το ίδιο τρόπο της απαξίωσης ενός τμήματος του συσσωρευμένου παλιού κεφαλαίου, κάτι που προφανώς δεν θα έλυνε οριστικά το πρόβλημα, αλλά θα το μετέθετε χρονικά επιδεινώνοντάς το, εκτός από την σπέκουλα επιδιώκει καταρχάς τη με κάθε τρόπο μετατόπιση του βάρους της κρίσης στις πλάτες των εργαζομένων. Και ως προς αυτήν την πτυχή, η ευρηματικότητα του κεφαλαίου θυμίζει εκείνη την αξεπέραστη φαντασία που αναπτύσσει, φτάνει να αυξήσει τα κέρδη του, που περιγράφει ο Μπρεχτ στην Όπερα της Πεvτάρας.

Αξίζει να σημειώσουμε εδώ ότι ένας από τους λόγους που επέτειναν την κρίση της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους ήταν και το γεγονός ότι, λόγω του ταξικού συσχετισμού δυνάμεων, κυρίως κατά το διάστημα 1968-1973 αλλά και σε μικρότερο βαθμό τη δεκαετία του ’80, το κεφαλαιο δεν κατορθώνει να αντισταθμίσει την πτώση του ποσοστού κέρδους από μια μείωση των μισθών.46 Βεβαίως, αυτό σε καμιά περίπτωση δεν σημαίνει ότι η γενεσιουργός αιτία της κρίσης ήταν η αύξηση ή η σταθερότητα των μισθών, καθώς κατά τη μεταπολεμική περίοδο είχαμε παράλληλα ανάκαμψη των μισθών και του ποσοστού κέρδους.

Το κεφάλαιο λοιπόν επιδιώκει να εντείνει την εκμετάλλευση αξιοποιώντας και την ανεργία, είτε με απλήρωτη στην κυριολεξία εργασία είτε παρατείνοντας την εργάσιμη μέρα και γενικότερα τον χρόνο εργασίας όσων εργάζονται -κατάργηση πενθήμερου και μείωση χρόνου διακοπών-, αυξάνοντας έτσι τον πραγματικό απλήρωτο χρόνο εργασίας, είτε με την εντατικοποίηση της εργασίας, είτε με την εκ περιτροπής απασχόληση που πληρώνεται συχνά κάτω από το κόστος αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης, είτε με μείωση μισθών και μεροκάματων, είτε μεταφέροντας τις δραστηριότητές του σε χώρες με χαμηλά μεροκάματα. [ … ] Και φυσικά για να τα επιβάλλει όλα αυτά προσαρμόζει ανάλογα την εργατική νομοθεσία επί το αντιδραστικότερο καταργώντας δικαιώματα δεκαετιών.

Ας μου επιτραπεί να αναπαραγάγω εδώ ένα τμήμα ενός σχολίου που είχα δημοσιεύσει στον Ριζοσπάστη έξι χρόνια πριν, με τίτλο «Ολοταχώς προς κινέζικα μεροκάματα», όπου αναφερόμουν στην ανάλυση του Μαρξ, τη σχετική με την επιδίωξη του κεφαλαίου να ρίξει όσο πιό κάτω γίνεται τα μεροκάματα. Η αλήθεια είναι ότι τότε δεν μπορούσα να προβλέψω την ένταση της επερχόμενης κρίσης, ούτε των μέτρων που θα έπαιρνε το κεφάλαιο και οι πολιτικοί του εκπρόσωποι για την αντιμετώπισή της.

Παρατηρούσε, λοιπόν, ο Μαρξ στο Κεφάλαιο: «Ένας Άγγλoς συγγραφέας του 18ου αιώνα έγραφε: «Στη Γαλλία η εργασία είναι κατά ένα ολόκληρο τρίτο φτηνότερη απ’ ό.τι στην Αγγλία: Γιατί οι Γάλλοι φτωχοί (εργάτες) εργάζονται σκληρά ενώ η τροφή και το ντύσιµό τους είναι πενιχρά [ … ] έτσι που πράγµατι ξοδεύουν καταπληχτικά λίγο χρήµα». Ακολουθεί µια λεπτοµερής περιγραφή των «ταπεινών » διατροφικών συνηθειών των Γάλλων εργατών και το κείµενο συνεχίζει: «Φυσικά είναι δύσκολο να πετύχουµε µια τέτοια κατάσταση, δεν είναι όµως αδύνατο να την πετύχουµε, πράγµα που το αποδείχνει η ύπαρξή της τόσο στη Γαλλία, όσο και στην Ολλανδία «».47

Προς την ίδια κατεύθυνση, Άγγλοι ιδιοκτήτες ορυχείων έγραφαν στους Times το 1866 και 1867 για τους Βέλγους εργάτες ότι «δε ζητούσαν και δεν έπαιρναν περισσότερα ή λιγότερα από τα απολύτως απαραίτητα που χρειάζονται για να ζουν».48 Και µε βάση αυτήν τους τη συµπεριφορά οι Βέλγοι θα έπρεπε να αποτελούν παράδειγµα προς µίµηση, «υποδείγµατα εργατών» για τους «προνοµιούχους» Άγγλοι»  εργάτες.

Τα παραπάνω τα παραθέτει ο Μαρξ για να τεκµηριώσει ότι «το πιο ενδόµυχο µυστικό» του αγγλικού κεφαλαίου, αλλά και «η µόνιµη τάση του (κεφαλαίου γενικότερα) είναι να υποβιβάσει τους εργάτες ίσαµε το µηδενικό επίπεδο».49 Μάλιστα ο Μαρξ αναφέρεται πιο ειδικά στην τάση υποβιβασµού των ευρωπαϊκών µεροκάµατων στο επίπεδο των κινέζικων, έτσι όπως αυτή προβλεπόταν από το µέλος του Αγγλικού κοινοβουλίου, κυρίου Στάµπλτον το 1873. «Αν η Κίνα γίνει µεγάλη βιοµηχανική χώρα, έγραφε ο Στάµπλτον, δε βλέπω πώς ο εργατικός πληθυσµός της Ευρώπης θ’ αντέξει στον αγώνα, χωρίς να κατέβει ίσαµε το επίπεδο των ανταγωνιστών του».

Αλλά και ο ίδιος ο Μαρξ συµφωνεί µε αυτήν την πρόβλεψη. Σε µια υποσηµείωση στην τρίτη έκδοση του Κεφαλαίου γράφει σχετικά: «σήµερα προχωρήσαµε πολύ πιο πέρα χάρη στο συναγωνισµό που γίνεται στην παγκόσµια αγορά [ … ] Όχι πια ηπειρωτικά, αλλά κινέζικα µεροκάµατα, αυτός είναι τώρα ο σκοπός που επιδιώκει το αγγλικό κεφάλαιο».50 Και αυτή η τάση της προς τα κάτω ισοπέδωσης ενισχύεται πέρα από τον ανταγωνισµό µε τα µικρότερα µεροκάµατα χωρών, όπως η Κίνα, και από την ανεργία στις ίδιες τις αναπτυγµένες χώρες.

Όπως πολύ εύστοχα παρατηρεί ο Ένγκελς, από τη µια, «η υπερεργασία ενός τµήµατος της εργατικής τάξης γίνεται η προϋπόθεση για την πλήρη ανεργία του άλλου τµήµατος της εργατικής τάξης»51, από την άλλη, µε δεδοµένο ότι αυτή η ανεργία «καρφώνει τον εργάτη στο κεφάλαιο πιο γερά απ’ ό.τι τα καρφιά του Ηφαίστου κάρφωσαν τον Προµηθέα στο βράχο»,52 προσφέρει τη δυνατότητα στο κεφάλαιο να πατάει πάνω της για να ρίχνει τους µισθούς και τα µεροκάµατα όσων εργάζονται, και γενικότερα να χειροτερεύει τις συνθήκες της δουλειάς τους.

Έτσι, λοιπόν, εφόσον «η µισθωτή εργασία στηρίζεται αποκλειστικά στο συναγωνισµό ανάµεσα στους ίδιους» τους εργάτες»,53 το κεφάλαιο επιδιώκει να αξιοποιήσει και αυτόν το συναγωνισµό για να ρίξει όσο γίνεται τα µεροκάµατα και τους µισθούς και αυτό γίνεται από τη µια αξιοποιώντας την ανεργία και από την άλλη τα κινέζικα µεροκάµατα. Όµως µε αυτόν τον τρόπο είναι προφανές ότι όχι µόνον δεν αντιµετωπίζεται η κρίση αλλά επιτείνεται.

Με τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας, µε τη δραµατική συρρίκνωση των εισοδηµάτων εργαζοµένων και συνταξιούχων, µε τον περιορισµό του κράτους πρόνοιας, αλλά και το δραστικό περιορισµό των δηµοσίων επενδύσεων, είναι σαφές ότι περιορίζεται η αγοραστική δύναµη των εργαζομένων, και συνεπώς η, απαιτούμενη για την όποια ανάκαμψη, αύξηση της εσωτερικής ζήτησης.

Πρόκειται για μια κατάσταση σαν κι εκείνη που περιγράφεται στο Μανιφέστο: «ο εργάτης πέφτει στην αθλιότητα και η μαζική αθλιότητα αυξάνει ακόμα πιο γρήγορα από τον πληθυσμό και τον πλούτο. Έτσι γίνεται φανερό ότι η αστική τάξη είναι ανίκανη να παραμείνει άλλο κυρίαρχη τάξη της κοινωνίας και να επιβάλει στην κοινωνία σαν ρυθμιστικό νόμο τους όρους ύπαρξης της τάξης της. Είναι ανίκανη να κυριαρχεί γιατί είναι ανίκανη να εξασφαλίσει στο σκλάβο της την ύπαρξη, ακόμα και μέσα στη σκλαβιά του, γιατί είναι υποχρεωμένη να τον ρίξει ως την κατάσταση που θα χρειάζεται να τον τρέφει αυτή αντί να τρέφεται η ίδια απ’ αυτόν. Η κοινωνία δεν μπορεί πια να ζήσει κάτω από την κυριαρχία της αστικής τάξης, δηλαδή η ύπαρξη της αστικής τάξης δεν συμβιβάζεται άλλο με την κοινωνία».54

Από μια άλλη οπτική γωνία είναι βέβαιο, όπως θα δούμε πιο αναλυτικά στη συνέχεια (στο κεφάλαιο 4.2), τα αντιλαϊκά μέτρα δεν μπορεί παρά να οδηγήσουν σε μια όξυνση του αυταρχισμού. Ταυτόχρονα υπάρχει μια φυγή κεφαλαίων προς χώρες όπως η Κίνα. «Αυτό γίνεται όχι γιατί δεν θα μπορούσε απολύτως καθόλου να χρησιμοποιηθεί στο εσωτερικό [ … ], αλλά γιατί μπορεί να απασχοληθεί στο εξωτερικό με μεγαλύτερο ποσοστό κέρδους».55

Αξίζει να θυμηθούμε ότι παλιότερα στο όνομα της φτηνής εργατικής δύναμης ενισχύονταν ποικιλότροπα από τις αναπτυγμένες καπιταλιστικές χώρες η μετανάστευση προς αυτές. Έτσι τα τέλη της δεκαετίας του ’60 η ,Γαλλία χρηματοδοτούσε τη μετανάστευση από τη Βόρεια Αφρική, η Γερμανία προωθούσε τη μετανάστευση από την Τουρκία, η Σουηδία από την Γιουγκοσλαβία, η Μεγάλη Βρετανία από τις παλιές αποικίες της.56

Σήμερα έχουμε μετατόπιση του κεφαλαίου εκεί όπου υπάρχει πλεόνασμα φτηνής εργατικής δύναμης, κάτι όμως που και αυτό δεν λύνει παρά πρόσκαιρα το πρόβλημα της πτωτικής τάσης του ποσοστού κέρδους και αυτό διότι νομοτελειακά η μετάθεση επενδύσεων σταθερού κεφαλαίου σε αυτές τις χώρες από ένα σημείο και μετά ανεβάζει και σε αυτές την οργανική σύνθεση του κεφαλαίου, συμβάλλοντας έτσι στην κατά μέσο όρο, σε παγκόσμιο πια καπιταλιστικό επίπεδο, ενίσχυση της τάσης πτώσης του ποσοστού κέρδους.

Το γεγονός ότι ήδη έχει αρχίσει μια επιστροφή κεφαλαίων από λιγότερο αναπτυγμένες χώρες, όπως η Κίνα ή Ινδία ή η Βραζιλία, προς τις ΗΠΑ, με χαμηλότερα όμως μεροκάματα από πριν, όπως π.χ, στην αυτοκινητοβιομηχανία, σε μεγάλο βαθμό οφείλεται και σε αυτήν την τάση εξισορρόπησης του ποσοστού κέρδους. Το ίδιο συμβαίνει και όταν χώρες όπως η Κίνα επιδιώκουν να ενισχύσουν την εσωτερική τους ζήτηση, κάτι που δεν μπορεί παρά να αποβεί εναντίον μιας ανταγωνιστικότητας που στηρίζεται στην εσωτερική της εξαθλίωση. Με τη ίδια λογική στο εσωτερικό αναπτυγμένων χωρών όπως οι ΗΠΑ παρατηρείται μια μετακίνηση παραγωγικών δραστηριοτήτων από τις εκβιομηχανοποιημένες και σωματειακά ισχυρές περιοχές όπως οι βορειοανατολικές και μεσοδυτικές ΗΠΑ προς το νότο και τη Δύση.57

Όμως και η υπερεκμετάλλευση της εργατικής δύναμης έχει τα όριά της, διότι οι εργαζόμενοι ούτε μπορούν να δουλεύουν ασταμάτητα, ούτε να δουλεύουν δίχως να Πληρώνoνται, έτσι η αύξηση της υπερεργασίας, και κατ’ επέκταση της απόσπασης υπεραξίας, έχει και αυτή τα όρια της.

Συνολικά, όπως καταδείχνουν και τα αποτελέσµατα της αντιµετώπισης της κρίσης στην Ελλάδα, πέρα από τον αδήλωτο στόχο της αύξησης της εκµετάλλευσης µε την ακολουθούµενη πολιτική έχουν αποτύχει όλοι οι ποσοτικοί στόχοι που έχουν τεθεί. 58 Το ίδιο δε συµβαίνει και σε παγκόσµιο επίπεδο.»

Ένας άλλος τρόπος που χρησιµοποιεί το κεφάλαιο είναι η ακόµη µεγαλύτερη και απροσχηµάτιστη πια άµεση ενίσχυσή του από το κράτος. Αν και είναι προφανές ότι αυτό αποτελεί κατάφωρη παραβίαση των διακηρυγµένων αρχών του νεοφιλελευθερισµού, ο οποίος πάσχιζε να επιβάλει ιδεολογικά την υπεροχή του ατόµου και της αγοράς απέναντι στο κράτος, παρόλο που στην πραγµατικότητα, όπως άλλωστε ο κλασικός φιλελευθερισµός από εποχής Locke, ουσιαστικά έθετε πάντοτε το κράτος πάνω από την προσωπικότητα, το κράτος παρεµβαίνει απροοχηµάτιστα πια υπέρ του κεφαλαίου.60

Έτσι για παράδειγµα έχουµε τη σκανδαλώδη ενίσχυση τραπεζών σε Ευρώπη και ΗΠΑ, την ενίσχυση της αυτοκινητοβιοµηχανίας σε ΗΠΑ. Στην πραγµατικότητα ενισχύονται µε αυτόν τον τρόπο αυτοί που είναι υπεύθυνοι για την κρίση, και επιδιώκεται να θρέψουν τους λαούς µε την αυταπάτη ότι οι ίδιοι θα µας βγάλουν από αυτήν, ενώ στην πραγµατικότητα θα µας οδηγήσουν ακόµη πιό βαθιά σε αυτήν.

Από αυτήν τη σκοπιά είναι ενδεικτικό ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα δάνειζε τις διάφορες τράπεζες µε επιτόκιο 1% για να δανείζουν οι ίδιες τα διάφορα κράτη µε επιτόκια έως και 6%! Αυτή όµως η ενίσχυση οδηγεί στον υπερδανεισµό και στην εκτίναξη των ελλειµµάτων και του χρέους 61 Έτσι, για παράδειγµα, οι ΗΠΑ εδώ και κάµποσα χρόνια δανείζονται µε ρυθµό 2 δις δολάρια ηµερησίως.

Ταυτόχρονα γενικεύεται η ιδιωτικοποίηση, εµπορευµατοποίηση σε τοµείς που αυτή δεν κυριαρχούσε πριν από την κρίση. Προς αυτήν την κατεύθυνση το κεφάλαιο, όχι µόνον τείνει να απαλλαγεί πλήρως από την όποια ευθύνη κάλυψης της κοινωνικής αναπαραγωγής (υγεία, παιδεία, συντάξεις), µέρος της οποίας έτσι κι αλλιώς ήταν και το ίδιο που την επωφελούνταν, αλλά επιδιώκει µέσω της εµπορευµατοποίησής της να αποκοµίσει κέρδη και από αυτήν.

Ακραίο χαρακτηριστικό παράδειγµα προς αυτήν την κατεύθυνση είναι η εµπορευµατοποίηση των τοξικών απόβλητων και πιό ειδικά του ανθρακικού οξέος. Η µεταπώληση περισσέµατος δυνατότητας ρύπανσης, µε βάση τους κανονισµούς, λες και πρόκειται για µεταφορά συντελεστή δόµησης, ή τα ποσά των προστίµων που επιβάλλονται σε όσους -ιδιώτες ή κράτη υπερβαίνουν τα επιτρεπτά όρια, έφταναν το 2008 τα 65 δις δολάρια!62 Μάλιστα πολύ συχνά οι διεθνείς κανονισµοί φτιάχνονται µε κριτήριο όχι την παύση εκποµπής ρύπων, αλλά τη µεγιστοποίηση είσπραξης προστίµων από χώρες υπό έντονη βιοµηχανοποίηση όπως η Κίνα.

Επίσης ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η ιδιωτικοποίηση της γνώσης η οποία και εκδηλώνεται από τις προσπάθειες των κεφαλαιοκρατών να κατοχυρώσουν τις πατέντες τους, τα διπλώµατα ευρεσιτεχνίων ή να επεκτείνουν όσο περισσότερο µπορούν τα copyright, την ώρα βεβαίως που αποτρέπουν την ανάπτυξη νέων τεχνολογιών, που κρίνουν ότι δεν θα αποφέρουν άµεσα κέρδη, ή ότι το κόστος απαξίωσης των επικρατούντων θα είναι τέτοιο που δεν θέλουν να το επιφορτιστούν.

Χαρακτηριστικό παράδειγµα είναι οι προσφυγές της Apple κατά της Google και κάποιων εταιριών κινητής τηλεφωνίας, διότι κατά τους ισχυρισµούς της, της έκλεψαν και εµπορεύτηκαν δικές της ανακαλύψεις. Τέτοιες διαµάχες και προσπάθειες κατοχύρωσης δικαιωµάτων αποκλειστικότητας είναι ιδιαίτερα έντονες και ανάµεσα στις φαρµακευτικές εταιρίες οι οποίες στην κυριολεξία κάνουν εµπόριο στην πλάτη των ανθρώπινων ζωών. Έφθασαν µάλιστα στο σηµείο οι ανθρωποκτόνοι, να µηνύσουν τη Βραζιλία και τη Νότια Αφρική, επειδή τόλµησαν να παράγουν γενόσηµα φάρµακα για να σώσουν τον πληθυσµό τους, που µαστίζεται από το AIDS. Στην Αφρική από τους 22 εκατοµµύρια φορείς του ιού του AIDS, µόνον 10.000 έχουν µια θεραπευτική αγωγή, µια και το κόστος της θεραπείας ξεπερνά τις δυνατότητες των αφρικανικών χωρών. Για την Ζιµπάµπουε αυτό το κόστος είναι της τάξης του 256% του ΑΕΠ της.

Η Βραζιλία λοιπόν κατόρθωσε παράγοντας δικά της φάρµακα να παρέχει άµεσα φαρµακευτική αγωγή σε 90.000 από τους 500.000 φορείς µε συνέπεια να µειωθεί η θνησιµότητα κατά το ήµισυ. Το ίδιο επιχείρησε να κάνει και η Νότια Αφρική. Όµως ενάντια στην πρώτη προσέφυγαν δικαστικώς οι ΗΠΑ και ενάντια στη δεύτερη 39 φαρµακευτικές εταιρίες, διότι παραβίασαν τη σχετική µε τις πατέντες νοµοθεσία. Μετά από αυτά τα συµβάντα, µε παρέµβαση των φαρµακευτικών εταιριών και συµφωνία ΗΠΑ και ΕΕ, κατοχυρώθηκε διεθνώς το δικαίωµα για εικοσαετή κατοχή των δικαιωµάτων ευρεσιτεχνίας από τις φαρµακευτικές εταιρίες.»

Από την άλλη στις ΗΠΑ διακόπηκαν οι έρευνες για τον καρκίνο, οι οποίες αναµένονταν σε σύντοµο χρονικό διάστηµα να οδηγήσουν στην πετυχηµένη θεραπεία της πλειοψηφίας των περισσότερων µορφών του, µόνο και µόνο γιατί αυτό επέβαλαν τα συµφέροντα των φαρµακευτικών και ασφαλιστικών εταιριών. Παράλληλα, το κεφάλαιο επεκτείνει χωρικά, όπου ακόµη αυτή δεν επικρατεί πλήρως, την κεφαλαιοκρατικη εµπορευµατική παραγωγή και επιδιώκει να την καταστήσει κυρίαρχη ενώ επιδιώκει να επεκτείνει τις αγορές του.

Διαψεύδεται έτσι παταγωδώς η διαπίστωση του Fukuyama, ότι η φιλελεύθερη δηµοκρατία έχει περιορίσει την επιθετικότητα και τη βία και κατ’ επέκταση τα κίνητρα του ιµπεριαλισµού.»

Πέραν τούτου το κεφάλαιο των αναπτυγµένων οικονοµικά καπιταλιστικών χωρών συνεχίζει να εκµεταλλεύεται τις υπανάπτυκτες χώρες, εξάγοντας σε αυτές τα προϊόντα του πάνω από την αξία τους, ενώ εισάγει από αυτές φτηνές πρώτες ύλες, ρίχνοντας έτσι την αξία ενός στοιχείου του σταθερού κεφαλαίου.»

Όσον αφορά πιο ειδικά την ελληνική κρίση δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ότι η αντιµετώπισή της από το διεθνές και ντόπιο κεφάλαιο οδηγεί νοµοτελειακά σε επιδείνωση της κρίσης και σε ένα αδιέξοδο φαύλο κύκλο.

Και πώς θα µπορούσε να είναι διαφορετικά όταν η Ελλάδα, αντί να απελευθερώνεται από το βραχνά του χρέους, βυθίζεται όλο και βαθύτερα σε αυτό (189,1% του ΑΕΠ το 2013 έναντι 175,6% το 2012), όταν τα δάνεια που υποτίθεται ότι της δίδονται για να ενισχύσουν την οικονοµία της, επιστρέφουν ατόφια και πολλαπλάσια είτε στους δανειστές της είτε στο ντόπιο κυρίως τραπεζιτικό κεφάλαιο, ενώ ταυτόχρονα παραβιάζεται βάναυσα ακόµη και αυτή η περιορισµένη λαϊκή κυριαρχία και εντείνεται παραπέρα η εξάρτηση και για δεκαετίες, όταν αφαιρείται κάθε δυνατότητα άσκησης στοιχειώδους αυτοτελούς πολιτικής;

 

Προς απόδειξη των ανωτέρω δεν χρειάζεται παρά να λάβουµε υπόψη µας ότι το τελευταίο κούρεµα, ή διαγραφή  χρέους των  105  δις ευρώ  αντικαταστάθηκε  από ένα µεγαλύτερο δάνειο 137 δις ευρώ, εκ  των οποίων   θα αποδοθούν στις Ελληνικές τράπεζες 48 δις, σε εθνικές κεντρικές  τράπεζες 36 δις και  30 δις σε πιστωτές  που εκπροσωπούνται  από  το Διεθνές Ινστιτούτο Χρηµατοπιστωτικής που θα αποζηµιωθούν στο ακέραιο για τα ελληνικά οµόλογα των οποίων είναι κάτοχοι και τα οποία µπορεί να απέκτησαν σε πολύ χαµηλότερες τιµές από τη δευτερογενή αγορά.  Την ίδια ώρα τα ασφαλιστικά ταµεία ή τα πανεπιστήµια -το πιο συχνά δίχως τη θέλησή τουςµε τη µορφή ουσιαστικής υπεξαίρεσης εκ µέρους της Τραπέζης της  Ελλάδας, υφίστανται   σοβαρές απώλειες  δίχως να   προβλέπεται το  πώς αυτές θα καλυφθούν.66

 

Ταυτόχρονα η δανειακή σύµβαση η οποία και παραπέµπει στο αγγλικό και όχι στο ελληνικό δίκαιο οδηγεί νοµοτελειακά στην κατάσχεση της δηµόσιας περιουσίας και σε περαιτέρω ξεπούληµα από εκείνο που ήδη συντελείται στο όνοµα του περιορισµού του ελλείµµατος.

Όλα αυτά, σε συνδυασµό µε το ξεπούληµα από ό.τι είχε αποµείνει στο Δηµόσιο, οδηγούν σε µια παραπέρα σε βάθος χρόνου αποσάθρωση του παραγωγικού ιστού σε σχέση µε εκείνη που έτσι κι αλλιώς συντελέστηκε µε την είσοδο στην ΕΕ και στην Ευρωζώνη, σ’ ένα παραπέρα βάθεµα της εξάρτησης, και σε µια µακροπρόθεσµη ύφεση δίχως καµιά ορατή ακόµη και µακροπρόθεσµα διέξοδο από αυτήν.

`

1.3. Από την αποποµπή κατάρα, στην αποποµπή ευλογία.

`

οιος λοιπόν µπορεί να είναι ο άλλος δρόµος διεξόδου από την κρίση εκτός από το παραπάνω αδιέξοδο που στα πλαίσια µιας µονοδιάστατης κυρίαρχης σκέψης προσπαθούν να µας επιβάλλουν στην πράξη και ιδεολογικά οι κυρίαρχοι;

Αναφέραµε ήδη ότι η επιστροφή στον Keynes, και δη στον νεοκεϋνσιανισµό που είναι πολύ πιο συντηρητικός από τον κλασικό κεϋνσιανισµό, πέρα του ότι είναι αδύνατη διότι το κεφάλαιο δεν έχει πια τα περιθώρια εφαρµογής της, είναι ταυτόχρονα και αναποτελεσµατική, διότι εφαρµόστηκε και απέτυχε, όπως καταδείχτηκε από την κρίση του 1973-1975 που εκδηλώθηκε µετά από µια µακρά περίοδο κεϋνσιανών πολιτικών, και έτσι οδηγηθήκαµε στη νεοφιλελεύθερη µεταστροφή, και κυρίως διότι δεν θίγει την βασική αιτία της κρίσης, δηλαδή τον ίδιο τον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής.

Όπως εύστοχα παρατηρεί ο Κυριάκος Κατσαρός, «ο νεοφιλελευθερισµός θα στυλωθεί ορµώµενος από την πρακτική αδυναµία του κεϋνσιανισµού µπροστά στις υφεσιακές εξελίξεις και µέσω αυτής της «αποτυχίας» από τη συνεπακόλουθη θεωρητική αυτοακύρωσή του».67 Συνεπώς η διεκδίκηση της υπέρβασης του νεοφιλελευθερισµού και µόνον, και όχι του ίδιου του καπιταλισµού είναι παραπλανητική, και οδηγεί σε αδιέξοδο.

Μήπως λοιπόν η λύση είναι η αµυντική υπεράσπιση των θέσεων εργασίας µε τον τρόπο που το έπρατταν οι Λουδιστές, οι οποίοι και κατέστρεφαν τις µηχανές για να µην χάσουν τη δουλειά τους από αυτές; Θυµίζω ενδεικτικά ότι το 1910, στην ιδιαίτερη πατρίδα µου την Κέρκυρα, οι εργαζόµενοι στα τοπικά καπνεργοοτάσια και οι ιδιοκτήτες των µικρών καπνοβιοτεχνιών αντιδρώντας στην εισαγωγή µηχανών ζητούσαν από την κυβέρνηση να τις αποσύρει και µάλιστα προσφέρονταν να συµβάλουν στην εκ µέρους της αγορά τους, φτάνει να µην χάσουν τη δουλειά τους. Μια ανάλογη τέτοια αντίδραση σήµερα, όπως άλλωστε και τότε, θα ήταν βαθιά συντηρητική.

Αντίθετα αυτό που απαιτούν οι καιροί είναι να αξιοποιηθεί το σύγχρονο επίπεδο ανάπτυξης των υλικών παραγωγικών δυνάµεων και η συνεπαγόµενη απελευθέρωση ζωντανής εργασίας, µε τέτοιο τρόπο έτσι ώστε από κατάρα που την έχει καταστήσει το κυρίαρχο καπιταλιστικό σύστηµα να µετατραπεί σε ευλογία, δηλαδή να αξιοποιηθεί έτσι ώστε να περιοριστεί ο χρόνος της καταναγκαστικής εργασίας και να αυξηθεί ο ελεύθερος χρόνος, ο χρόνος της δηµιουργικής δραστηριότητας.

Ήδη σχετικά µε την εκµηχάνιση ο Μαρξ στο Κεφάλαιο επεσήµαινε τις αντιφάσεις ανάµεσα στις δυνατότητες που πρόσφερε αυτή καθαυτή και στην καπιταλιστική της αξιοποίηση.

« … οι µηχανές εξεταζόµενες αυτές καθαυτές περιορίζουν το χρόνο εργασίας, ενώ όταν χρησιµοποιούνται καπιταλιστικά παρατείνουν την εργάσιµη ηµέρα, [ … ] αυτές καθαυτές ευκολύνουν την εργασία, ενώ όταν χρησιµοποιούνται καπιταλιστικά αυξάνουν την εντατικότητά της, [ … ] αυτές καθαυτές αποτελούν νίκη του ανθρώπου πάνω στις δυνάµεις της φύσης ενώ όταν χρησιµοποιούνται καπιταλιστικά υποδουλώνουν τον άνθρωπο σε αυτές [ … ] αυτές καθαυτές αυξάνουν τον πλούτο του παραγωγού ενώ όταν χρησιµοποιούνται καπιταλιστικά εξαθλιώνουν τον παραγωγό κ.λπ. »68

Παρ’ όλα αυτά η εκµηχανισµένη παραγωγή αποτελούσε την υλική βάση µιας ουσιαστικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Όµως, η σύγχρονη µεταβιοµηχανική ανάπτυξη, η µετατροπή της επιστήµης σε άµεση παραγωγική δύναµη, και η τάση κυριαρχίας της γενικής διάνοιας αποτελεί την υλική βάση του κοµµουνισµού. Αυτός είναι σήµερα πραγµατοποιήσιµος στις αναπτυγµένες καπιταλιστικές χώρες, αν οι άνθρωποι πάψουν να δουλεύουν για να παράγουν υπεραξία, αν ενσωµατωθούν στην παραγωγή οι άνεργοι, αν εκλείψουν οι στρατιωτικές δαπάνες, αν αλλάξουν οι καταναλωτικές συνήθειες που έχει επιβάλει ο καπιταλισµός, ή διαφορετικά αν πάψει κυρίαρχη αξία να είναι το χρήµα και γίνει ο άνθρωπος, αν πάψει να κυριαρχεί το φαίνεσθαι απέναντι στο Είναι, αν πάψει να κυριαρχεί η αποκόµιση του κέρδους και γίνει η ελεύθερη ανάπτυξη της πρόσωπικότητας.

Παράλληλα κάτι που δεν επεσήµανε αρκούντως ο Μαρξ, και που πρώτος, η αλήθεια είναι µε µια ροµαντική χροιά, ανέδειξε ο Walter Benjamin είναι ότι η ίδια η ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών δυνάµεων, από τη µια θα πρέπει να προσλάβει διαφορετικά ποιοτικά χαρακτηριστικά από εκείνα που είχε όταν ήταν υποταγµένη στη λογική του κέρδους, και από την άλλη θα πρέπει να πάψει να είναι ξέφρενη και να αντιµάχεται τη φύση.

Με αυτήν την έννοια η επανάσταση δεν θα πρέπει να αντιµετωπίζεται µόνον σαν την ατµοµηχανή της ιστορίας, όπως το πράττει ο Μαρξ, αλλά ταυτόχρονα σαν «το χέρι του ανθρώπινου είδους που ταξιδεύει σε αυτό το τρένο [της ιστορίας] και τραβάει το φρένο έκτακτης ανάγκης»,69 για να σταµατήσει την ανάπτυξη εκείνων των τεχνολογιών που στρέφονται κατά του ανθρώπου και της φύσης.

Αντί λοιπόν η αύξηση του σταθερού κεφαλαίου, σε συνδυασµό µε την αποποµπή ζωντανής εργασίας, να γίνεται η αφορµή κρίσεων, όπως συµβαίνει στο πλαίσιο του καπιταλισµού, αντί, όπως αναφέρει το Μανιφέστο, «στην αστική κοινωνία η ζωντανή δουλειά [να] είναι µονάχα ένα µέσο για να αυξάνει η συσσωρευµένη εργασία, στην κοµµουνιστική κοινωνία η συσσωρευµένη εργασία [µετατρέπεται] µονάχα σ’ ένα µέσο για να ευρύνει, να πλουτίζει κα; να προάγει τη ζωή των εργατών». Και όχι µόνον των εργατών, διότι εν προκειµένω, η εργατική τάξη εκφράζει τα συµφέροντα όλης της κοινωνίας, τα οποία όπως γράφει ο Karl Polayni είναι τελικά «ο ύστερος φορέας της ιστορίας της κοινωνίας».70

Βεβαίως είναι αδύνατον να οδηγηθεί άµεσα η κοινωνία σε µια τέτοια κατάσταση πραγµάτων, αν δεν διαβεί το στάδιο του σοσιαλισµού, ο οποίος ήδη χάρη στη σχεδιοποίηση που καθίσταται δυνατή µε την κοινωνικοποίηση των µέσων παραγωγής, λύνει το πρόβληµα της ανεργίας. Αυτός όµως ο σοσιαλισµός στην εποχή µας δεν µπορεί να είναι ο «σοσιαλισµός» που γνωρίσαµε, πόσω µάλλον οι πιο σκοτεινές περίοδοι του, δεν µπορεί να είναι ένας σοσιαλισµός µε κυρίαρχη αποστολή την πάση θυσία ανάπτυξη των υλικών παραγωγικών δυνάµεων, ή και της προσπάθειας κοινωνικοποίησης µιας χαµηλού κοινωνικού χαρακτήρα παραγωγής, όπως εκείνη της αγροτικής παραγωγής της Ρωσίας του 1917, αλλά µε κυρίαρχη αποστολή τη διαµόρφωση, κυρίως µέσα από την εµπειρία τους, προσωπικοτήτων που βαθµιαία θα απαλλαγούν από τη συνήθεια των κυρίαρχων αστικών αξιών και θα µπορέσουν έτσι να οικοδοµήσουν τη νέα αταξική κοινωνία.

Με άλλα λόγια, όπως γράφει ο Μαρξ στην 18η Μπρυµαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, οι σύγχρονες αναγχαίες επαναστατικές αλλαγές δεν είναι δυνατόν «να αντλήσουν την ποίησή τους από το παρελθόν αλλά µόνον από το µέλλον», και συνεπώς δεν µπορούν να αρχίσουν «προτού σβήσουν όλες τις προλήψεις σχετικά µε το παρελθόν», προτού απαλλαγούν από κάθε δεισιδαιµονία απέναντι σε αυτό το παρελθόν.

Οι σύγχρονες επαναστάσεις θα πρέπει «να αφήσουν τους νεκρούς να ενταφιάσουν τους νεκρούς τους», να πάψουν να προσφεύγουν σε κοσµοϊστορικές αναµνήσεις, για να µπορέσουν να αποχτήσουν το δικό τους περιεχόµενο, που δεν θα είναι µια φάρσα µιας προηγούµενης τραγωδίας, αλλά ο πραγµατικά νέος κόσµος που έχει ανάγκη η ανθρωπότητα. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν επιχειρηθεί αυτή η απαλλαγή, αυτή η προς το µέλλον ενατένιση, και παραµείνουν στραµµένες προς «τους περιορισµένους όρους ύπαρξης του [παλιού συστήµατος] αναγκαστικά αποτυχαίνουν».71

`

1.4. Η αναγκαιότητα της επανάστασης.

 

Το ερώτηµα που προκύπτει είναι αν µπορούµε άραγε να οδηγηθούµε στο σοσιαλισµό δίχως κοινωνική και πολιτική επανάσταση, δηλαδή δίχως την βίαιη ανατροπή της εξουσίας των κεφαλαιοκρατών ;

`

απάντηση ήταν, είναι και θα είναι αρνητική.  Και γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο µια από τις αντιφάσεις της εποχής µας είναι, ότι, ενώ λόγω της δοµικής κρίσης τού καπιταλιστικού συστήµατος γίνεται όλο και πιό επιτακτική η επαναστατική ανατροπή του, όλο και λιγότερο γίνεται λόγος για επανάσταση, πόσω µάλλον όλο και λιγότερο προετοιµάζεται αυτή στην πράξη. Αντίθετα, όταν οι δυνάµεις της ευρύτερης αριστεράς δεν έχουν πλήρως ενσωµατωθεί στο σύστηµα, οι περισσότερες από αυτές και δη οι κοινοβουλευτικές, αντιδρούν σε αυτό µε ρεφορµιστικό τρόπο, έναν τρόπο που ακριβώς λόγω του γεγονότος ότι το σύστηµα έχει οδηγηθεί στα όριά του, είναι ακόµη πιό αναποτελεσµατικός και αδιέξοδος απ’ ό.τι στο παρελθόν.

Αξίζει  λοιπόν  τον κόπο  να ασχοληθούµε   µε τη σχέση   µεταρρύθµισης-επανάστασης  έτσι όπως   αυτή   διαµορφώνεται   στην   εποχή µας. Θυµίζω   ότι   «οι µεταρρυθµίσεις   είναι παραχωρήσεις που αποσπώνται από την κυρίαρχη τάξη, ενώ διατηρείται η κυριαρχία της, [ενώ] η επανάσταση   είναι η ανατροπή   της κυρίαρχης τάξης».72 Αυτή η τελευταία, πέρα από την ειρηνική ή ένοπλη µορφή που µπορεί να προσλάβει, η   οποία αρχικά  τουλάχιστον, τόσο στην Γαλλική επανάσταση του 1789 όσο και στην Ρώσικη του 1917, ήταν ειρηνική, δεν µπορεί παρά να είναι πάντοτε βίαιη, µε την έννοια ότι η αστική τάξη δεν πρόκειται να παραδώσει µε τη βούλησή της την εξουσία και τα πλούτη της.

Από αυτήν την οπτική γωνία το να κάνει λόγο κάποιος για µη βίαιη επανάσταση σηµαίνει όπως γράφει ο Zizek, ότι εκφράζει την επιθυµία «να έχουµε επανάσταση δίχως επανάσταση».73 Θυµίζω ακόµη ότι επανάσταση, µε την πολιτική έννοια, η οποία και συνιστά µερική επανάσταση, σηµαίνει διάλυση της παλιάς εξουσίας, και, µε την κοινωνική έννοια, διάλυση της παλιάς κοινωνίας.74 Τέλος, η επανάσταση, σε αντίθεση µε την µεταρρύθµιση, σηµαίνει ποιοτικό άλµα, ρήξη και «βαθιά κρίση τόσο πολιτική όσο και οικονοµική»,75 σηµαίνει ότι διαρρηγνύεται το συνεχές της ιστορίας».76

Έτσι, από τη µια, η µεταρρύθµιση και η επανάσταση είναι αντίθετες µεταξύ τους έννοιες, από την άλλη και κάτω από ορισµένες προϋποθέσεις, συµπληρωµατικές, στο βαθµό που οι µεταρρυθµίσεις και η πάλη για αυτές εντάσσονται στην πράξη σε µια επαναστατική στρατηγική.

 

Όπως επισηµαίνει η Ρόζα Λούξεµπουργκ, «η µεταρρύθµιση και η επανάσταση δεν είναι λοιπόν διαφορετικές µέθοδοι της ιστορικής προόδου, που µπορεί κανείς να τις διαλέξει από τον µπουφέ της ιστορίας σαν  ζεστούς ή κρύους µεζέδες,  αλλά διαφορετιτές ροπές στην εξέλιξη των ταξικών κοινωνιών, οι οποίες  ορίζουν  και συµπληρώνουν η µια την άλλη. Ταυτόχρονα όµως αλληλοαποκλείονται, όπως π.χ, ο Νότος και ο Βόρειος Πόλος».77

 


Στην εποχή µας, το κεφαλαιοκρατικό σύστηµα λόγω των εσωτερικών του αντιθέσεων και πιό ειδικά λόγω των προβληµάτων που προκύπτουν για αυτό, χάρη στην αντίθεση ανάµεσα στην νοµοτελειακή λόγω του ανταγωνισµού αποποµπή ζωντανής εργασίας και το γεγονός ότι αυτή είναι η µοναδική παραγωγός αξίας, έχει φθάσει στα όριά του και του είναι αδύνατον να προβεί σε ουσιαστικές προοδευτικές µεταρρυθµίσεις. Όπως θα δούµε στο τέταρτο κεφάλαιο, αυτές δεν µπορεί παρά να έχουν αντικαπιταλιστικό-αντιιμπεριαλιστικό χαρακτήρα, οπότε και δεν θα είναι δυνατόν να γίνουν συναινετικά αποδεκτές από τους κυρίαρχους

Και είναι αδύνατον σήµερα να υπάρξουν ουσιαστικές µεταρρυθµίσεις σε προοδευτική κατεύθυνση δίχως ρήξεις µε το κυρίαρχο σύστηµα στις αναπτυγµένες καπιταλιστιτές χώρες, διότι όπως είδαµε οι κυρίαρχοι ωςαντίδραση στις αρνητικές γι’ αυτούς συνέπειες της αποποµπής της ζωντανής εργασίας, το πρώτο πράγµα που επιδιώκουν είναι η ένταση της εκµετάλλευσης των εργαζοµένων από τη µια και η επέκταση του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής από την άλλη, και όχι ο εξανθρωπισµός του.

Από την άλλη, δεν αρκεί να δίνονται στα λόγια όρκοι πίστης στο σοσιαλισµό, ή, ακόµη χειρότερα, να χρησιµοποιείται αυτός µόνον και µόνον σαν πρόσχηµα για να αποκλείονται όλοι όσοι έχουν διαφορετική περί αυτού αντίληψη, αλλά θα πρέπει να προετοιµάζεται στην πράξη η επανάσταση, η οποία ακόµη και ως έννοια και όρος, όχι βεβαίως τυχαία, αποφεύγεται συστηµατικά.

`

Και αυτό διότι, όπως έλεγε και ο Μπάιρον, «η επανάσταση σε µερικούς µπορεί να µην αρέσει, µα  είναι  ο  µόνος  σίγουρος  και   δίκαιος  τρόπος,  να  καθαρίσεις  απ’το  ρύπος  τους ανθρώπους». 78

`
Όµως, παρόλο που υπάρχουν οι αντικειµενικές δυνατότητες για το πέρασµα στο σοσιαλισµό, για µια σειρά λόγους που αναλύω διεξοδικά στο βιβλίο µου «Ο Μαρξ Γεννήθηκε νωρίς»79 και που επαναλαµβάνω συνοπτικά στο 3.3, ο υποκειµενικός παράγοντας ο οποίος καλείται να επιτελέσει αυτόν το µετασχηµατισµό δεν φαίνεται ακόµη να τον επιδιώκει. Επαναλαµβάνω εδώ µόνον, τη διαπίστωση του Μαρξ στο Κεφάλαιο, ότι στην «πορεία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αναπτύσσεται µια εργατική τάξη, που από αγωγή, παράδοση και συνήθεια αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόµους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής».

Ταυτόχρονα η ίδια η οργάνωση του διαµορφωµένου κεφαλαιοκρατικού προτσές παραγωγής σπάει κάθε αντίσταση, ενώ η ανεργία και ο βουβός εξαναγκασµός των οικονοµικών σχέσεων, επισφραγίζουν την κυριαρχία του κεφαλαιοκράτη πάνω στον εργάτη».80

Έτσι λοιπόν όσο αντιφατικό κι αν φαντάζει αυτό, ο δρόµος προς τη χειραφέτηση περνάει µέσα από εκείνον της αποξένωσης. Με άλλα λόγια συµβαίνει κάτι ανάλογο µε την πορεία του Εγελιανού Πνεύµατος το οποίο πραγµατώνει την ουσία του µέσα από την οδό της αλλοτρίωσής του, µέσα στον πραγµατικό αντικειµενικό κόσµο.81

Ας δούµε λοιπόν µέσα από ποια στρατηγική µπορεί να ξεπεραστεί αυτή η αποξένωση-ενσωµάτωση και να οδηγηθούµε στην επανάσταση.

ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

  1. Βλέπε http://www.statistiques-mondiales.com ή ακόµη για αυτά τα στοιχεία και εκείνα που ακολουθούν και αφορούν στην ΕΕ είναι από το δικτυακό τόπο http://www.touteleurope.eu.
  2. Βλέπε finance.blog.lemonde.fr.
  3. http://www.lesechos.fr/chiffres-economie/euscht-.htm.

4.Nations Unies Situation et perspectives de Ι’ economie mondia1e 2012 in http://www.org, σελ 4.

  1. http://www.lemonde.fr.
  2. Nations Unies Situation et perspectives de Ι’ economie mondiale 2012, ό.π., σελ 4.

7.Nations Unies, ό.π., σελ 5 και http://www.20minutes.fr/economie.

  1. Βλέπε http://www.transparency.org.
  2. Qui se cache derriere Ιa tres opaque Transparency International? Rtseau Voltaire, 29 Septembre 2007.
  3. Βλέπε Anrew Κliman, Crise du capitalisme mondial: surproduction ou baisse tendantielle du taux de profit? Ιn http://socio13.wordpresse.com.
  4. Νίκος Μπογιόπουλος, Είναι ο Καπιταλισµός ηλίθιε, Εκδοτικός Οίκος Λιβάνη, 2011, σελ 28 για την αρχική διατύπωση και σελ 42 για την ορθή αναίρεσή της.
  5. Paul Κrugman, The Return of Depression Economics and the Crisis of 2008.
  6. Paul Boccara, La crise systemique: Une crise de civilisation ses perspectives et des propositions pour avancer vers une nouvelle civilisation, Note de la Fondation GabrieI Peri, 2010.
  7. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, Εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόµος 3oς, σελ 610.
  8. Βλέπε Henry Grossman, theoricien de Ι’ accumulation et de la crise (Mattick, 1969) in http://bataillesocialiste.wordpress.com.
  9. Βλέπε Marc Harpon, Crise du capitaIisme mondiaI: surproduction ou baisse tendancilIe du taux de projit? in http://socio13.wordpress.com.
  10. Paul Boccara, La crise systemique … , ό.π., 16.10.
  11. Βλέπε Henry Grossman, theoricien de Ι’ accumuIation et de Ιa crise (Mattick, 1969) ό.π., σελ 5.
  12. Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγµα του Κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισµού, ό.π., σελ 96.
  13. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόµος 3oς, σελ 328.
  14. Στο ίδιο, σελ 306.
  15. Στο ίδιο, σελ 303.
  16. Στο ίδιο, σελ 326-327.
  17. Βλέπε Paul Boccara, La crise systemique: une crise de civilisation. Note de Ιε Fondation GabrieI Ρeri, σελ 17.
  18. Μπρένερ Ρόµπερτς, Ό,τι είναι καλό για την GoIdman Sachs είναι καλό για τις ΗΠΑ. Οι ρίζες της σηµερινής κρίσης, Αθήνα, Εργατική Πάλη, 2010.
  19. Βλέπε Α.Μ. Shaikh, The Falling Rate ο! Projit and the Economic Crisis in the U.5. Union for RadicaI PoIiticaI Economics, 1987, σελ 123.
  20. Βλέπε, Robert Brenner, The Economics of GIobaI TurbuIence, nouνelle edition amplifiee, Verso, 2006, figure 15.8, page 312, και στο Μπρένερ Ρόµπερτς, Ό,τι είναι καλό για την GoIdman Sachs είναι καλό για τις ΗΠΑ. Οι ρίζες της σηµερινής κρίσης, ό.π., σελ 30-31.
  21. Grundrisse, ό.π., τόµος 2, σελ 189.
  22. Grundrisse, στο ίδιο, σελ 188.
  23. Βλέπε Slaνoj Zizek, The reνolt of the Salarian Bourgeoisie στο London Reνiew of Books, 11/01/2012.
  24. Grundrisse, ό.π., τόµος 2, σελ 193.
  25. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό.π., τόµος 3, σελ 295.
  26. Slaνoj Zizek, The RevoIt of the 5aIaried Bourgeoisie in London Reνiew of Books http://www.lrb.co.uk.
  27. Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγµα του Κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισµού, ό.π., σελ 56.
  28. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό.π., τόµος 3, σελ 317.
  29. Στο ίδιο, σελ 317 και 327.
  30. Fine Ben, Πέραν της χρηµατιστικοποίησης στο Α. Βλάχου, Ν. Θεοχαράκης, Δ. Μυλωνάκης (επιµέλεια), Οικονοµική κρίση και Ελλάδα, Gutemberg, 2011.
  31. Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγµα του Κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισµού, Μετάφραση Πέτρος Χατζόπουλος, Εκδόσεις Καστανιώτη, σελ 20.
  32. Σταύρος Μαυρουδέας, ΕΕ και Ελλάδα: καπιταλιστική κρίση και υπεριαλιστικοί ανταγωνισµοί in http://www.staνrosmaνroudeas.wordpress.com, σελ 4.
  33. Bruno Fornaciari, La Ιοί de Ιa baisse tendancielIe du taux de projit in http://bruno-fornaciari.oνer-blog.com, σελ 4.
  34. Το Βήµα 12/8/2012.
  35. Βλέπε Paul Boccara, La crise systemique: une crise de civilisation. Note de Ιa Fondation GabrieI Ρeri, σελ 10. .
  36. Chantal Mouffe, entretien aνec Elke Wagner, Antagonisme et hέgemonie. La democratie radicaIe contre Ie consensus neoIiberaL, in La reνue internationale des liνres et des idees nο 3, σελ 2.
  37. Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγµα του Κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισµού, ό.π., σελ 246.
  38. Στο ίδιο, σελ 27.
  39. Βλέπε Κυριάκος Κατσαρός, Μεγάλοι κύκλοι της καπιταλιστικής οικονοµίας και κυρίαρχα ρεύµατα του αστικού φιλελευθεΡισµού, Εκδόσεις Παπαζήση, 2010, σελ 207-208.
  40. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, βιβλίο πρώτο, σελ 622.
  41. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό.π., σελ 621.
  42. Στο ίδιο, σελ 621.
  43. Στο ίδιο, σελ 622.
  44. Φρ. ΈνΥκελς, Η εξέλιξη του σοσιαλισµού απ6 την ουτοπία στην επιστήµη, στο Μαρξ, Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, εκδόσεις Γνώσεις, τόµος δεύτερος, σελ 158.
  45. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, 6. π., βιβλίο πρώτο, σελ. 668.
  46. Κ. Μαρξ, Φρ. ΈνΥκελς, Μανιφέστο του Κοµµουνιστικού Κ6µµατος, εκδόσεις Οδηγητής, 1986, σελ 49.
  47. Κ. Μαρξ, Φρ. Ένγκελς, Μανιφέστο του Κοµµουνιστικού Κ6µµατος.
  48. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό. π., τόµος 3, σελ 324.
  49. Ντέιβιντ Χάρβεϊ, Το αίνιγµα του Κεφαλαίου και οι κρίσεις του καπιταλισµού, ό.π., σελ 24.
  50. Στο ίδιο, σελ 70.
  51. Σταύρος Μαυρουδέας, Η αρχή του τέλους του ελληνικού δράµατος; In stavτosmavroudeas.wordpress.com, σελ 4.
  52. Βλέπε σχετικά κείµενο του.Σπύρου Σακελλαρόπουλου, Η Εποχή µας, εποχή της νίκης, εποχή της Επανάστασης; 2012.
  53. Βλέπε Κ. Μπ. Μακφέρσον, Ατοµικισµ6ς και ιδιοκτησία. Η πολιτική θεωρία του πρώιµου φιλελευθεΡισµού ή από τον Hobbes ως τον Locke. Μετάφραση Ελένη Κασιµάτη, Εκδόσεις Γνώση, 1986, και διδακτορική διατριβή του Γιώργου Μανιάτη µε τίτλο, Μεθοδολογικές και φιλοσοφικές προϋποθέσεις της νεοφιλελεύθερης αντίληψης για το κράτος, Αθήνα, 1989.
  54. Σταύρος Μαυρουδέας, ΕΕ και Ελλάδα: καπιταλιστική κρίση και ιµπεριαλιστικοί ανταγωνισµοί, in http://www.stavrosmavτoudeas.wordpress.com.
  55. Βλέπε http://www.actu-enνironnement.com.
  56. Βλέπε La guerre aux pauvres est declaree in http://ecorev.org.
  57. Francis Fukuyama, Το τέλος της Ιστορίας και ο τελευταίος άνθρωπος, Εκδ. Λιβάνη, 1993, σελ 348-349.
  58. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό. π., τόµος 3, σελ 309-310.
  59. Βλέπε Λεωνίδα Βατοαώτη, Δανειακή σύµβαση υποτέλειας, Εφηµερίδα Πριν, 24 Μαρτίου 2012.
  60. Βλέπε Κυριάκος Κατσαρός, Μεγάλοι κύκλοι της καπιταλιστικής οικονοµίας και κυρίαρχα ρεύµατα του αστικού φιλελευθερισµού, ό.π., σελ 218. Στο ίδιο βιβλίο, ιδίως στο κεφάλαιο 6, βλέπε και µια εµπεριστατωµένη ανάλυση της σύνδεσης οικονοµικής πραγµατικότητας και επικράτησης του νεοφιλευθερισµού.
  61. Καρλ Μαρξ, Το Κεφάλαιο, τόµος πρώτος, σελ 458 λ
  62. Walter Benjamin, Notes prέparatoires pour les Theses sur Ιa philosopllie de Ι’ histoire in Gesammelte Schiften, 1. 3 σελ 1232 αναφέρεται από τον Michael Lowy, Avertisseur d’ incendie: la critique de Ιa technologie chez Walter Benjamin, in http://multitudes.Samizdat.net , σελ 5.
  63. Walter Baier, La transjormation: Antonio Gramsci et Κarl PoZanyi in http://www.espaces-marx.net. σελ 4.
  64. Κ. Μαρξ, Η 18η Μπρυµαίρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, Σύγχρονη Εποχή, σελ 15.
  65. Λένιν, Απάντηση στις ερωτήσεις Αµερικάνου Δηµοσιογράφου, Άπαντα, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή, τόµος 39, σελ 113.
  66. Slavoj Zizek, Καλωσορίσατε στην έρηµο του πραγµατικού, µετάφραση Βίκυ Ιακώβου, εκδόσεις Scripta, 2003, σελ 44.
  67. Μαρξ,’Ενγκελς, Werke, τόµος 1, σελ 409.
  68. Λένιν, Σχέδιο απάντησης του ΚΚΡ, στο γράµµα του ανεξάρτητου ΣΔ κ6µµατος, Άπαντα, ό.π., τόµος 40, σελ 58.
  69. Walter Benjamin, Sur le concept d’ histoire in Oeuvrs Gallimard, 2000, tome ΠΙ, σελ 441.
  70. Ρόζα Λούξεµπουργκ, Κοινωνική µεταρρύθµιση ή επανάσταση; Μετάφραση Δηµήτρη Μαράκα, Σύγχρονη Εποχή.
  71. Από τον Δον Ζουάν, σε µετάφραση Άρη Αλεξάνδρου, στο Άρης Αλεξάνδρου, Διάλεξα, επιµέλεια Καίτη Δρόσου, Κείµενα, Αθήνα, 1984.
  72. Εκδόσεις Γκοβόστη, 2008, κυρίως σελ. 223-282.
  73. Κ. Μαρξ, Το Κεφάλαιο, ό.π., τόµος 10ς, σελ. 762.
  74. Βλέπε Γκ. Χέγκελ, Φιλοσοφία της Ιστορίας, Μετάφραση Αιµιλία Μανούση, Εκδόσεις Νεφέλη, 1980.

Σημ 1 Μορφοποίηση: Χρώματα,έντονα,τίτλοι, εικόνες κ.α. δική μας

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.